← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Νεόφυτος Μόσφιλος, Αρ. Υπόθεσης: 6547/20, 28/11/2022

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Νεόφυτος Μόσφιλος, Αρ. Υπόθεσης: 6547/20, 28/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μ. Παπαλλά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6547/20 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Kατηγορούσα Αρχή - ν - Νεόφυτος Μόσφιλος Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 28 Νοεμβρίου, 2022 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Μ. Παπαγεργίου Για τον Κατηγορούμενο: κος .Γ. Θεοχάρους Κατηγορούμενος Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει την κατηγορία της άσεμνης πράξης, κατά παράβαση του άρθρου 176 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι την 29η Αυγούστου του 2018 στην οδό [ ] αρ. 25 στην Καλλέπεια της Επαρχίας Πάφου, διενήργησε άσεμνη πράξη σε δημόσιο χώρο, δηλαδή «καύλιασε» τον Χαράλαμπο Τερζή από την Καλλέπεια. Διεξήχθη ακροαματική διαδικασία και για την απόδειξη της υπόθεσης της αστυνομίας η κατηγορούσα αρχή κάλεσε και κατέθεσαν στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες κατηγορίας, ήτοι τον κο Χαράλαμπο Τερζή (Μ.Κ.1) και την κα Παντώ Τερζή (Μ.Κ.2) . Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και μετά που εκλήθη σε απολογία και του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός τήρησε το δικαίωμα της σιωπής. Η υπεράσπιση δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Κατά την ακροαματική δε διαδικασία κατατέθηκαν στο Δικαστήριο σαν τεκμήρια από τους μάρτυρες κατηγορίας: Από τον Μ.Κ.1, η γραπτή κατάθεση του ως, Τεκμήριο 1 και από την Μ.Κ.2 η γραπτή της κατάθεση ως, Τεκμήριο
  1. Περαιτέρω από κοινού και ως προς τη αλήθεια του περιεχομένου της κατατέθηκε η κατάθεση εξεταστή της υπόθεσης, Αστ. 2697 Ν. Ανδρέου, ως Τεκμήριο 3, και ως Τεκμήριο 4, επίσης ως πιο πάνω, η κατάθεση του κου Ν. Σαββίδη, κοινοτάρχη του χωριού της Καλλέπειας. ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Ο Μ.Κ.1 υιοθέτησε την γραπτή του κατάθεση, τεκμήριο 1, στην οποία αναφέρει ότι ενώ βρισκόταν στην αυλή του σπιτιού του, πέρασε τον δρόμο μπροστά από το σπίτι του ένα κοπάδι αιγοπρόβατα, περίπου 150, τα οποία γέμισαν τον δρόμο με κοπριά. Τα πιο πάνω αιγοπρόβατα όπως αναφέρει συνοδεύονταν από ένα αλλοδαπό πρόσωπο το οποίο είναι υπάλληλος του Κατηγορούμενου και ο ΜΚ1κάλεσε τον αλλοδαπό να πάρει το κοπάδι του από το μέρος. Ο αλλοδαπός συνέχισε να έχει τα ζώα σε χωράφι απέναντι από το σπίτι του ΜΚ1 ενώ στη συνέχεια προέβη σε κινήσει με μια βέργα την οποία κρατούσε και ύβρισε τον ΜΚ1 με συγκεκριμένη φράση. Ο ΜΚ1 έφυγε από το σημείο και μπήκε στο σπίτι και είπε στην σύζυγο του, την ΜΚ2 να καλέσει την Αστυνομία. Μετά από λίγη ώρα και ενώ βρισκόταν στην αυλή του, είδε τον κατηγορούμενο να είναι με το αυτοκίνητο του κοντά στο κοπάδι του και να μιλά με τον αλλοδαπό που τον έβρισε προηγουμένως . Μετά από λίγο προχώρησε προς το σπίτι του και η σύζυγος του, η ΜΚ2 βγήκε και τον σταμάτησε και του είπε ότι δεν γίνεται να αφήνουν την κοπριά του κοπαδιού στον δρόμο, απαντώντας της ότι «δεν ενοχλεί κανένα», διερωτώμενος γιατί έκτισαν στο συγκεκριμένο σημείο. Ο ΜΚ1 ,μόλις το άκουσε αυτό επενέβηκε και του είπε «Εν θα μου πεις εσύ που θα χτίσω». Του έκανε όπως αναφέρει ο ΜΚ1, χειρονομία με τα χέρια και του είπε «Πίενε ρε πιέ τα χάπια σου» και αμέσως μετά τον «καύλιασε» με το αριστερό του χέρι παρουσία των τριών ανήλικων εγγονιών του που βρίσκονταν στο αυτοκίνητο του. Κατά την κυρίως εξέταση του επανέλαβε σε γενικές γραμμές τα ανωτέρω αναφέροντας επιπλέον ότι ο δρόμος μπροστά από το σπίτι του είναι δημόσιος και ότι το ζήτημα με τη βόσκηση των ζωών του κατηγορούμενου στη περιοχή, έχει αρκετό καιρό που υφίσταται. Ανέφερε επιπλέον ότι η περιοχή είναι αποκλεισμένη και δεν επιτρέπεται η βόσκηση. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι στο παρελθόν διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις με τον κατηγορούμενο και ότι ο κατηγορούμενος πάντα έπαιρνε το κοπάδι του στο συγκεκριμένο σημείο και την περίοδο πριν ο ΜΚ1 χτίσει εκεί. Ανέφερε επίσης ότι ο δρόμος που πέρασε το κοπάδι του κατηγορούμεου, μπροστά από το σπίτι του, είναι δημόσιος. Απέρριψε την θέση της υπεράσπισης ότι με επιθετική πρόθεση σταμάτησε το κοπάδι του κατηγορούμενου. Ανέφερε ότι όταν ήρθε ο κατηγορούμενος αυτός ήταν μέσα στο σπίτι του, μέσα στην αυλή του. Σε ερώτηση εάν είχε κάποια συνομιλία με τον κατηγορούμενο απάντησε ότι δεν είχαν αν εννοεί φιλικά. Σε υπόδειξη ότι στην κατάθεση του λέει ότι του φώναξε «εν θα μου πεις που θα χτίσω το σπίτι μου», δήλωσε ότι αυτό μπορεί να το είπε καθώς το λέει και σε άλλους που τον ρωτούν για ποιο λόγο έχτισε στο συγκεκριμένο σημείο το σπίτι του. Ανέφερε ότι πέρασαν τόσα χρόνια και δεν θυμάται ουσιαστικά σήμερα όσα είπε, όμως τα βασικά όπως χαρακτηριστικά ανέφερε τα είπε στην κατάθεση που έδωσε τότε στην αστυνομία. Απέκλεισε την θέση ότι έβρισε τον κατηγορούμενο παραδέχθηκε όμως ότι είναι ευέξαπτος άνθρωπος γι' αυτό ξέρει πότε να κάνει ένα βήμα πίσω. Τα βασικά όπως ανέφερε πράγματα που λέχθηκαν τα ανέφερε στην κατάθεση του, τονίζοντας ότι όταν κάποιος θυμώνει δεν θυμάται τι ακριβώς λέει. Σε υποβολή ότι ο ίδιος είχε σκοπό να διαπληκτιστεί μαζί με τον κατηγορούμενο, ανέφερε ότι είναι άνθρωπος ευέξαπτος και ως εκ τούτου είπε στη γυναίκα του να πάει. Την χειρονομία που χρεώνει στον κατηγορούμενο, αυτός την έκανε μάλλον με το αριστερό χέρι όπως ανέφερε. Απέρριψε τη θέση ότι ο κατηγορούμενος δεν προέβη στη χειρονομία για την οποία τον κατήγγειλε. Η Μ.Κ.2 υιοθέτησε επίσης την κατάθεση της τεκμήριο
  2. Είναι η σύζυγος του ΜΚ1 και στην οποία αναφέρει ότι ενώ βρισκόταν στην αυλή του σπιτιού τους είδε να έρχεται ένα κοπάδι με πρόβατα και κατσίκες και έναν αλλοδαπό να τα συνοδεύει. Ανέφερε στον αλλοδαπό να μην περνά το κοπάδι έξω από το σπίτι τους επειδή με την κοπριά που αφήνουν, μυρίζει άσχημα. Αυτός πήρε τηλέφωνο και σε λίγο εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος με το αυτοκίνητο του, όπου μέσα είχε τα εγγόνια του και σταμάτησε έξω από το σπίτι. Αμέσως άρχισε μια λογομαχία με τον ΜΚ1 και τον κατηγορούμενο και σε κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος «καύλιασε» και έλεγε στην ΜΚ2 να του δώσει τα φάρμακα του και «πάρτον στον ψυχίατρο τζιαί πελλός». Στη συνέχεια πήρε το αυτοκίνητο του και έφυγε. Ανέφερε επίσης ότι την στιγμή που ο αλλοδαπός εργάτης του κατηγορούμενου, ήταν με το κοπάδι, ο ΜΚ1 τον κάλεσε να μην περάσει ξανά απ' το σημείο και είδε το συγκεκριμένο πρόσωπο να ανεμίζει μια βέργα που κρατούσε προς το μέρος του ΜΚ
  3. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης της ανέφερε ότι τα ζώα του Κατηγορούμενου άφηναν την κοπριά τους εκεί και δεν μπορούσαν ούτε έξω στη βεράντα του σπιτιού τους να καθίσουν, ούτε μπορούσαν να κοιμηθούν με ανοικτά παράθυρα. Δεν θυμόταν την ακριβή ώρα που έγινε το περιστατικό με το σύζυγο της και τον κατηγορούμενο όμως ήταν ημέρα. Ο κατηγορούμενος είπε στο σύζυγο της ΜΚ1 να πάει να πιεί τα φάρμακα του και του έκανε μια απρεπή χειρονομία, «αυτή που λέμε τα κυπριακά τον καύλιασε». Ανέφερε ότι ουσιαστικά η διένεξη ήταν με τον ΜΚ1 και όχι με την ίδια. Ο κατηγορούμενος πρόσθεσε ότι κρατούσε τη μαγκούρα του και την κτυπούσε έξω από το κάγκελο τους διαμαρτυρόμενος . Συμφώνησε επίσης ότι υπάρχει ζώνη αποκλεισμού (εννοεί για βόσκηση) αφού υπάρχουν σπίτια εκεί στο σημείο. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι λυπάται πολύ που έφτασαν σε αυτό το σημείο οι σχέσεις τους με τον κατηγορούμενο αφού στο παρελθόν είχαν πολύ καλές σχέσεις. Ο λόγος όπως ανέφερε που χάλασαν οι σχέσεις τους ήταν διότι έφερνε το κοπάδι στο χώρο που βρίσκεται το σπίτι τους και ο οποίος δεν συμμορφώθηκε με τις υποδείξεις του συζύγου της. Το παράπονο τους που είχαν δεν ήταν το ότι το κοπάδι βρισκόταν στο χωράφι αλλά επειδή λέρωναν τον δρόμο και μύριζε άσχημα. Εάν τα ζώα βρίσκονταν σε χωράφι μακρία από το σπίτι τους σίγουρα δεν θα ήταν αυτό πρόβλημα. Επανέλαβε ότι ο ΜΚ1 συζήτησε με τον υπάλληλο του κατηγορουμένου και ότι η ίδια δεν τσακώθηκε μαζί με τον κατηγορούμενο ούτε την έβρισε. Απλά ήταν σε μια κατάσταση έξαλλη διαμαρτυρόμενος γιατί να μην του επιτρέπουν να φέρνει το κοπάδι του εκεί και μιλούσαν έντονα. Σε ερώτηση για το τι εννοεί με τα όσα αναφέρει στην κατάθεση της ότι ο ΜΚ1 και ο Κατηγορούμενος «λογομάχησαν», και τι ουσιαστικά έλεγαν, απάντησε ότι δεν θυμάται ακριβώς τα λόγια που λέχθηκαν , υποθέτοντας όμως το γενικό νόημα των όσων αναφέρθηκαν. Ο κατηγορούμενος βρισκόταν έξω στο δρόμο μπροστά από το κάγκελο του σπιτιού τους και ο ΜΚ1 ήταν στο χώρο του σπιτιού, όχι έξω στον δρόμο. Κατά τη διάρκεια την φιλονικίας όπως ανέφερε, έκανε την χειρονομία με το αριστερό χέρι όπως νομίζει χωρίς να είναι σίγουρη. Ειλικρινά, όπως ανέφερε ο κατηγορούμενος έκανε την εν λόγω χειρονομία αφού ήταν εκεί και τον είδε. Απέρριψε τη θέση ότι μόνος λόγος που έγινε η καταγγελία ήταν διότι δεν θέλουν να βόσκει ο κατηγορούμενος το κοπάδι του στο σημείο. O κατηγορούμενος επέλεξε και άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Η σιωπή, σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση, δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (βλ. Τhemistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastasiades v. The Rebublic
(1977)2 CLR 97). Ούτε και η επιλογή ενός κατηγορούμενου να παραμείνει σιωπηλός, μπορεί να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (βλ. Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129). Όσον αφορά το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 , την κατάθεση του Αστ. Ν. Ανδρέου ουσιαστικά σε αυτή καταγράφεται το γεγονός ότι κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο και απάντησε ότι δεν παραδέχεται καθώς και το ότι στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης μετέβη στο μέρος του συμβάντος όπου συνάντησε μόνο τον παραπονούμενο και την σύζυγο του. Όσον αφορά το Τεκμήριο 4, σε αυτό αναφέρεται η δήλωση του κοινοτάρχη του χωριού Καλλέπεια ότι στην περιοχή του χωριού Καλλέπεια απαγορεύεται σε οποιονδήποτε να βόσκει τα πρόβατα του επειδή είναι περιοχή που υπάρχει αποκλεισμός. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που καθορίστηκαν μέσα από τη νομολογία. Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Mustafa ν. Κακουρή κ.α. (2002 1 Α.Α.Δ. 165, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Πέραν όμως των προαναφερόμενων διατηρώ επίσης στο μυαλό μου ότι διαχρονικά έχει καταδειχθεί πως μια μαρτυρία ενδέχεται να είναι ψευδής ή να εμπεριέχει κινδύνους, αν γίνει αποδεκτή, όταν συνυπάρχουν σχέσεις φιλίας, επιθυμίας για εύνοια, οργής και μίσους, φιλοχρηματία, ιδιοτέλεια, φόβος αντεκδικήσεων ή και άσκηση ψυχολογικής βίας, οπότε απαιτείται ιδιάζουσα προσοχή κατά τη διεργασία της αξιολόγησης ώστε, κατά το ανθρωπίνως δυνατό, να διαπιστώνονται τα πραγματικά περιστατικά, κατά τη μέγιστη εγγύηση. Επίσης, η κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην εξωτερική εμφάνιση που προκαλεί ο μάρτυρας, αλλά τίθεται στην βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της. (βλ. Γεώργιος και Σπύρος Τσιαππής v. Πολυβίου
(2009), 1 Α.Α.Δ. 339. Όπως επισημάνθηκε στην Αθηνής v. Δημοκρατίας
(2008), 2 Α.Α.Δ. 256: «Όταν αναφερόμαστε στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της μαρτυρίας, εννοούμε κατά κύριο λόγο τον έλεγχο με την βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής». Η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται κατά κύριο λόγο στην βάση τη μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα (Hasan v Ανδρέου, πολιτική έφεση 2/11, ημερ.2.12.15). Το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα και να απορρίψει άλλο, (Βασιλειάδης v Σπύρου Λτδ, πολιτική έφεση 123/09, ημερ.14.10.15). Ο παραπονούμενος - ΜΚ1, παρά την αντεξέταση που υπέστη από τον συνήγορο υπεράσπισης, κρίνω ότι δεν περιέπεσε σε τέτοιου βαθμού σοβαρότητας αντιφάσεις, που να τον καθιστούν αναξιόπιστο. Ο μάρτυρας για ότι δεν θυμόταν επακριβώς ανέφερε ότι έχει παρέλθει αρκετός χρόνος και δεν μπορούσε να θυμηθεί με ακρίβεια κάποια στοιχεία. Κρίνω ότι η εξήγηση που έδωσε είναι εύλογη καθότι δεν αναμένει κάποιος από ένα πρόσωπο κατά την στιγμή που λαμβάνει χώραν ένα γεγονός να θυμάται στα πλαίσια της έντασης, της συναισθηματικής φόρτισης της στιγμής και της ταχύτητας που εξελίσσεται ένα γεγονός, με ακρίβεια πως εξελίχθηκαν τα γεγονότα και τι ακριβώς λέχθηκε. Από τη μαρτυρία του ΜΚ1 δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση ή ασάφεια, αντιθέτως απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις ευθέως, με απόλυτη σιγουριά και με σεβασμό και πρωτοφανή, θα έλεγα, ευθύτητα στις ερωτήσεις και υποβολές του συνηγόρου υπεράσπισης. Αυτή η συμπεριφορά του παραπονούμενου στο εδώλιο ως μάρτυρας κατηγορίας κρίνω ότι αβίαστα δείχνει πρόσωπο που ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και όταν προέβη στη σχετική καταγγελία και έδωσε την κατάθεση του Τεκμήριο 1, είπε την αλήθεια και σε καμία περίπτωση δεν προκύπτουν στοιχεία για από μέρους του τάσης εκδικητικότητας εναντίον του κατηγορούμενου παρά την διαφορά που υπάρχει μεταξύ τους ως προς την βόσκηση του κοπαδιού του κατηγορούμενου και την άσχημη μυρωδιά που δημιουργείται στο χώρο από την εν λόγω δραστηριότητα, η οποία σε κάθε περίπτωση φαίνεται να μην επιτρέπεται γενικότερα με βάση το τεκμήριο 4 και τα όσα αναφέρει . Τέλος το γεγονός ότι ο παραπονούμενος - ΜΚ1, δεν μπορούσε με ακρίβεια να προσδιορίσει με ποιο χέρι ο κατηγορούμενος του έκανε τη συγκεκριμένη χειρονομία, δεν θεωρώ ότι είναι στοιχείο που οδηγεί στο να κριθεί αναξιόπιστος και ότι δεν λέγει την αλήθεια. Η απάντηση που έδωσε αντεξεταζόμενος ότι μάλλον είναι με το αριστερό, «διότι ακουμπούσε πάνω στο αυτοκίνητο και εν με το αριστερό που έκαμε τη χειρονομία» μπορεί να μην αποτελεί δήλωση με την οποία κάποιος θα έλεγε με σιγουριά με ποιο χέρι έγινε η χειρονομία σε κάθε όμως περίπτωση κρίνω ότι δεν αποτελεί ουσιώδες δεδομένο το οποίο να κρίνει την αξιοπιστία του. Τούτο διότι δυνάμει της λογικής ενός μέσου ανθρώπου το πιο εύκολο και απλό για τον παραπονούμενο θα ήταν να αναφέρει από την πρώτη στιγμή ότι ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε είτε το δεξί, είτε το αριστερό του χέρι. Αντιθέτως και κρίνοντας ότι αυτός όσα είπε ανταποκρίνονται στην αλήθεια, με πάσα ειλικρίνεια δήλωσε ότι δεν μπορούσε να καθορίσει με βεβαιότητα ποιο χέρι χρησιμοποίησε, και είπε με ειλικρίνεια μάλλον το αριστερό. Όσον αφορά το κατά πόσο το κίνητρο για την συγκεκριμένη καταγγελία ήταν γενικότερα η διαφορά τους που έχουν ως προς την βόσκηση των ζωών του Κατηγορούμενου να αναφέρω ότι με τον τρόπο που απαντούσε ο κατηγορούμενος, δεν διαπίστωσα ότι η συγκεκριμένη καταγγελία για την παρούσα υπόθεση, να έγινε ένεκα της χρονίζουσας διαφοράς που έχουν. Άλλωστε όπως ανέφερε το εν λόγω θέμα υπάρχει για χρόνια σε εκκρεμότητα, και με απόλυτη ειλικρίνεια δεν διαπίστωσα σε κανένα σημείο να κρύβει την διαφωνία του και την δυσφορία του για την κατάσταση την οποία όπως ο ίδιος ισχυρίζεται βιώνει. Το εάν προέκυψε και το παρόν περιστατικό για το οποίο ο κατηγορούμενος κατηγορείται, κρίνω από τα όσα άκουσα και από την εικόνα που αποκόμισα για τον μάρτυρα, ότι είναι εντελώς ανεξάρτητο και εκφράζει το ειλικρινές παράπονο του για την συγκεκριμένη κατηγορία εναντίον του κατηγορούμενου και κανένα άλλο κίνητρο δεν διαπίστωσα να αποτελεί και το λόγο της καταγγελίας. Σε κάθε περίπτωση αποδέχομαι τον μάρτυρα ως μάρτυρα της αλήθειας και οποιεσδήποτε αντιφάσεις στη μαρτυρία του κρίνω ότι δεν είναι ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του, με δεδομένο το χρόνο που έχει παρέλθει και την ένσταση που προφανώς υπήρξε κατά τον επίδικο χρόνο, και την συναισθηματική φόρτιση. Η ΜΚ2 έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο αφού στις τοποθετήσεις της που αφορούσαν την εκδοχή της ήταν σταθερή και συνεπής. Σε καμία περίπτωση αντιλήφθηκα ότι προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο κατασκευάζοντας μαρτυρία. Αντίθετα αυτό που αβίαστα εισέπραξα ήταν ότι επρόκειτο για ειλικρινή μάρτυρα που απαντούσε με αυθορμητισμό, θετικότητα και χωρίς τάση υπεκφυγής. Με σεβασμό στην αλήθεια η ΜΚ2 ήλθε και κατέθεσε τα γεγονότα εκείνα που είχε βιώσει και που πραγματικά διαδραματίστηκαν. Η δε μαρτυρία της είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις που θα έπλητταν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία της ως μάρτυρα, το επίπεδο της οποίας παρέμεινε ακλόνητο μέχρι το τέλος, με αποτέλεσμα να καθίσταται πειστική απέναντι στο Δικαστήριο. Επαναλαμβάνω δεν αναμένει κάποιος από ένα πρόσωπο κατά την στιγμή που λαμβάνει χώρα ένα γεγονός να καταγράφει στα πλαίσια της έντασης, της συναισθηματικής φόρτισης της στιγμής και της ταχύτητας που εξελίσσεται ένα γεγονός, να θυμάται με ακρίβεια πως εξελίχθηκαν τα γεγονότα και τι ακριβώς λέχθηκε. Δείγμα παράλληλα της ειλικρίνειας της ΜΚ2 αποτελεί και το γεγονός ότι εξέφρασε την θλίψη της που έφτασαν μέχρι εδώ στις σχέσεις τους με τον κατηγορούμενο αφού παλαιότερα ήταν φίλοι και κουμπάροι και διατηρούσαν πολύ καλή σχέση, τονίζοντας ότι η παρούσα κατάσταση δεν την χαροποιεί, στοιχεία που δεικνύουν κατά την κρίση μου άνθρωπο ο οποίος δεν θα επιδίωκε κακοπροαίρετά την καταδίκη του κατηγορουμένου για κάτι το οποίο αυτός δεν είχε κάνει. Επίσης δείγμα της εντιμότητας της και του ότι ήρθε να αναφέρει την αλήθεια στο Δικαστήριο αποτελεί και το γεγονός ότι σε καμιά περίπτωση δεν επικαλέστηκε παρόμοια συμπεριφορά του κατηγορούμενου προς το πρόσωπο της , όπως προς τον σύζυγο της από τον κατηγορούμενο, πράγμα που ενδεχομένως να επιβάρυνε την θέση του κατηγορουμένου προς όφελος τους συζύγου της ΜΚ1. Εν κατακλείδι, παρατηρώντας τη ΜΚ2 την στιγμή που κατέθετε από το ειδώλιο του μάρτυρα, έχω πειστεί ότι οι θέσεις που προέβαλε ήταν ειλικρινείς γι' αυτό και αποδέχομαι την μαρτυρία της στο σύνολο της. Για όλους λοιπόν τους πιο πάνω λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω, η ΜΚ2 κρίνεται αξιόπιστη. ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Έχοντας προβεί στην πιο πάνω αξιολόγηση των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον μου στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, έχω καταλήξει στα πιο κάτω ευρήματα: Ο παραπονούμενος και η ΜΚ2 διατηρούν κατοικία στο χωριό Καλλέπεια της Πάφου. Την 29η Αυγούστου 2018 στην οδό [ ] αρ. 25 στην Καλλέπεια της Επαρχίας Πάφου, ενώ ο ΜΚ1 και η ΜΚ2 βρίσκονταν στο χώρο της κατοικίας τους ως πιο πάνω αναφέρεται, το κοπάδι του κατηγορούμενου συνοδευόμενο από υπάλληλο του προσέγγισε το χώρο. Ο ΜΚ1 κάλεσε τον υπάλληλο του κατηγορουμένου να μετακινήσει τα ζώα του από το χώρο ένεκα της ισχυριζόμενης οχληρίας που προκαλείται στον περιβάλλοντα χώρο, πράγμα το οποίο έκανε και η ΜΚ2. Γύρω από το σπίτι του ΜΚ1 και της ΜΚ2 υπάρχουν χωράφια και μπροστά από αυτό υπάρχει δημόσιος δρόμος. Αφού έγινε το περιστατικό αυτό, ο υπάλληλος του κατηγορούμενου ύβρισε τον ΜΚ1 ενώ στη συνέχεια εμφανίστηκε και ο κατηγορούμενος , έχοντας εντός του αυτοκινήτου του τα τρία ανήλικα εγγόνια του. Ο κατηγορούμενος διαμαρτυρήθηκε γιατί ουσιαστικά οι ΜΚ1 και ΜΚ2 έκτισαν στο συγκεκριμένο σημείο και διότι εμποδίζεται να βόσκει εκεί τα πρόβατα του και ανέφερε ότι δεν ενοχλεί κανένα. Μετά από συζήτηση που είχαν μεταξύ τους και αφού ο ΜΚ1 του ανέφερε ότι «εν θα μου πεις εσύ που θα χτίσω» , ο κατηγορούμενος κάλεσε τον ΜΚ1 «να πιεί τα χάπια του» και προέβη σε άσεμνη πράξη με το χέρι του «καυλιάζοντας» τον στην παρουσία των τριών ανήλικων εγγονιών. Στο χώρος στον οποίο έγινε το επίδικο περιστατικό δεν αποτελεί χώρο στον οποίο επιτρέπεται η βόσκηση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462). Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.» Στις δε Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97, καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι ότι δημόσια προέβηκε σε άσεμνη πράξη. Το αδίκημα αυτό στοιχειοθετείται από το άρθρο 176 του Κεφ.154, οι πρόνοιες του οποίου κατά λέξη αναφέρουν τα εξής: «Όποιος διενεργεί δημόσια άσεμνη πράξη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.» Από τα πιο πάνω καθίσταται αντιληπτό ότι για να διαπραχθεί το εν λόγω αδίκημα πρέπει στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος δημόσια να είχε προβεί σε πράξη που να θεωρείται άσεμνη εις βάρος του παραπονουμένου. Η έννοια του «δημόσια» σε ότι αφορά πράξεις που διενεργήθηκαν, δίδεται στο άρθρο 4 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο της κείμενης νομοθεσίας. Ειδικότερα καλύπτει: (α) πράξεις που διενεργήθηκαν σε δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι ορατές από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται ή όχι σε δημόσιο χώρο, (β) πράξεις που διενεργήθηκαν σε μη δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι πιθανόν να καταστούν ορατές από πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο. Στην υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 493, σημειώθηκε πως «δημόσιος χώρος» ή «δημόσιο υποστατικό» περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση. Σύμφωνα δε με το άρθρο 4 του Κεφ.154, «δημόσια διάβαση» καλύπτει κάθε κύρια οδό, αγορά, πλατεία, γέφυρα ή άλλη διάβαση, που χρησιμοποιείται νόμιμα από το κοινό. Συγκεκριμένα αυτό που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, είναι ότι χειρονόμησε άσεμνα εις βάρος του παραπονούμενου ΜΚ1 «καυλιάζοντας» τον. Ήτοι ενώ ο κατηγορούμενος την 29/08/2019 βρισκόταν εντός του χώρου της οικίας του και ο κατηγορούμενος εντός του δημόσιου δρόμου έξω από το σπίτι του κατηγορούμενου και ενώ στο χώρο βρισκόταν η ΜΚ2 και τα εγγόνια του κατηγορούμενου, ο κατηγορούμενος χειρονόμησε εις βάρος του «καυλιάζοντας» τον. Είναι εύκολα αντιληπτό ότι η χειρονομία 'καυλιάζω' είναι το ρήμα που πηγάζει από τη λέξη 'καυλί' και καταδεικνύει μία ενέργεια από τoν κατηγορούμενo. Σύμφωνα με το Ετυμολογικό Λεξικό της Ομιλουμένης Διαλέκτου του Κυριάκου Χατζηιωάννου 3η έκδοση, η λέξη 'καυλί' σημαίνει το μεσαίο δάκτυλο ανορθωμένο. Περαιτέρω όπως εξηγείται στο Ερμηνευτικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του κ. Γ. Μπαμπινιώτη, Β' Έκδοση, σελίδα 874, η πιο πάνω λέξη σημαίνει τη βάλανο του ανδρικού μορίου ή του ανδρικού γεννητικού οργάνου. Σύμφωνα με το ίδιο ερμηνευτικό λεξικό αλλά στη σελίδα 294, η λέξη 'άσεμνη' σημαίνει κάτι το αισχρό, πρόστυχο, χυδαίο, που χαρακτηρίζεται από έλλειψη σεμνότητας και ευπρέπειας. Στην υπόθεση Θωμά v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Επάρχου Λευκωσίας, Υπόθεση αρ. 948/96, Αναθεωρητική Δικαιοδοσία Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 04.12.98, τονίστηκε ότι μία πράξη χαρακτηρίζεται ως άσεμνη όταν προσβάλει τη δημόσια αιδώ. ΤΕΛΙΚΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με τα πιο πάνω κατά νου και υπαγάγοντας τα ευρήματα μου στη νομική πτυχή της υπόθεσης έχω καταλήξει ότι: (α). Η ενέργεια, χειρονομία, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση, αποτελεί αισχρή και υβριστική ενέργεια που προσβάλλει τη δημόσια αιδώ, καθιστώντας την «άσεμνη πράξη». (β). Η χειρονομία δε αυτή, «άσεμνη πράξη», που πιο πάνω αναφέρεται, έγινε σε δημόσιο χώρο, ήτοι εντός της δημοσίας οδού έξω από το σπίτι του παραπονούμενου ΜΚ1 στο χωριό Καλλέπεια, στην παρουσία της ΜΚ2 και των ανήλικων εγγονιών του Κατηγορούμενου. Συνακόλουθα καθοδηγούμενος από τις πιο πάνω αρχές αναφορικά με το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε ποινικές υποθέσεις, καταλήγω ότι έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση και η πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ενοχή του. Εν όψει της πιο πάνω κατάληξης μου, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στο αδίκημα της μοναδικής κατηγορίας που αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση, ήτοι του αδικήματος της διενέργειας κατά τον χρόνο και στο μέρος που αναφέρεται στις λεπτομέρειες της εν λόγω κατηγορίας, ήτοι δημόσια, άσεμνης πράξης. (Υπ.) ...................................... Χρ. Παπαλλάς, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.