Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. TERYL PHILLIP TAYLOR, Αρ. Υπόθεσης: 4057/22, 8/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B69 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Παπαλλά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4057/22 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. TERYL PHILLIP TAYLOR Ημερομηνία: 08 Νοεμβρίου 2022 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ. Περγαντή. Για τον Κατηγορούμενο: κα. Ε. Γεωργιάδου Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί ενοχή σε έξι κατηγορίες που αφορούν αδικήματα τα οποία διέπραξε κατά παράβαση των διατάξεων του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29(Ι)
- (Κατηγορίες 1 μέχρι 6) . Περαιτέρω έχει παραδεχθεί την κατηγορία της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος , κατά παράβαση του άρθρου 280 του Κεφ. 154 (9η κατηγορία) , της κατηγορίας της μέθης κατά παράβαση του άρθρου 94 του Κεφ. 154 (10η κατηγορία), την κατηγορία της ανησυχίας κατά παράβαση του άρθρου 95 του Κεφ. 154 (11η κατηγορία) και την κατηγορία, Αλήτες και Περιπλανώμενοι, κατά παράβαση του άρθρου 189(ε) του Κεφ.
- Όσο αφορά τις κατηγορίες 7 και 8 οι οποίες αφορούσαν κατηγορίες παράνομης κατοχής ελεγχόμενων φαρμάκων τάξεως Α με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, αυτές έχουν διακοπεί και ο Κατηγορούμενος έχει απαλλαγεί από αυτές. Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και συγκεκριμένα 27,31 γραμμαρίων κοκαΐνης, η 2η κατηγορία αφορά επίσης το αδίκημα της εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και συγκεκριμένα 98 δισκίων έκστασης συνολικού βάρους 47,64 γραμμαρίων και η 3η κατηγορία το αδίκημα της εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β' και συγκεκριμένα 15,94 γραμμαρίων κεταμίνης. Οι κατηγορίες 4, 5 αφορούν τα αδικήματα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και η κατηγορία 6 αφορά το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β , για τις ως άνω ποσότητες ως οι κατηγορίες 1, 2 και
- Σύμφωνα με τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και τα οποία δεν έτυχαν αμφισβήτησης στις 21.06.2022 και περί ώρα 17:40, ο μάρτυρας 2 επί του κατηγορητηρίου , μετέβη σε συγκεκριμένο ξενοδοχείο, το οποίο βρίσκεται στην οδό Νικοδήμου Μυλωνά, πλησίον του χώρου όπου συνελήφθηκε ο Κατηγορούμενος, καθότι ο μάρτυρας 1 επί του κατηγορητηρίου, επισκέπτης στο ξενοδοχείο, είδε άγνωστο πρόσωπο να εξέρχεται από το χώρο του ξενοδοχείο τρέχοντας και να πετά στο χώρο στάθμευσης του ξενοδοχείου κάποια αντικείμενα τα οποία παραδόθηκαν η ώρα 17:55 στον μάρτυρα
- Αφού τα αντικείμενα αυτά παραλήφθηκαν από τον μάρτυρα 2 και διενεργήθηκε έλεγχος, διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για ένα τσαντάκι ώμου χρώματος μαύρου, το οποίο έφερε την επιγραφή «Money», το οποίο περιείχε ένα ηλεκτρονικό τσιγάρο, ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου, ένα βρετανικό διαβατήριο στο όνομα του Κατηγορουμένου και ένα καφέ πορτοφόλι μάρκας Mulberry, το οποίο περιείχε μια κάρτα τράπεζας Pocket, επίσης στο όνομά του Κατηγορούμενου, το ποσό των €706.80 σε διάφορα χαρτονομίσματα, καθώς επίσης και δύο κυλινδρικές νάιλον συσκευασίες, οι οποίες θεωρήθηκαν ύποπτες. Αφού τα πιο πάνω αντικείμενα παραλήφθηκαν από το μάρτυρα 2, κατευθυνόμενος προς το περιπολικό, είδε τον Κατηγορούμενο, και διαπίστωσε ότι πρόκειται για το άτομο το οποίο απεικονίζεται στο διαβατήριο, το οποίο είχε ο μάρτυρας 2 στην κατοχή του. Όλα τα Τεκμήρια μεταφέρθηκαν και παραδόθηκαν από τον μάρτυρα 2 στο μάρτυρα 8, ο ίδιος ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε στα γραφεία της ΥΚΑΝ Πάφου, όπου του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του. Στην παρουσία του Κατηγορουμένου ανοίχθηκαν τα Τεκμήρια, τα οποία περιείχαν 14 φάρμακα χρώματος πορτοκαλί με λογότυπο και 60 χάπια χρώματος γαλάζιου με λογότυπο. Υποδείχθηκαν στον Κατηγορούμενο ότι τα εν λόγω δισκία ομοιάζουν με χάπια έκσταση, η κατοχή και χρήση των οποίων απαγορεύεται, του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο και δεν έδωσε καμία απάντηση. Επίσης περιείχετο σε αυτά διαφανές νάιλον σακουλάκι εντός του οποίου υπήρχε ποσότητα άσπρης σκόνης. Υποδείχθηκε στον Κατηγορούμενο ότι η σκόνη αυτή ομοιάζει με κοκαΐνη, η κατοχή και η χρήση της οποίας απαγορεύεται και αυτός δεν έδωσε καμία απάντηση. Στο ένα τεκμήριο περιείχετο ποσότητα άσπρης σκόνης, η οποία επίσης υποδείχθηκε στον Κατηγορούμενο και ομοίαζε με κοκαΐνη και αυτός και πάλι, δεν έδωσε καμία απάντηση. Επιπρόσθετα περιείχετο μια κυλινδρική συσκευασία από νάιλον η οποία περιείχε 9 χάπια χρώματος πορτοκαλί με λογότυπο και 15 χάπια χρώματος γαλάζιου με λογότυπο. Αφού του υποδείχθηκαν ότι τα χάπια αυτά ομοιάζουν με χάπια έκσταση και ότι η κατοχή και η χρήση αυτών απαγορεύεται, ο κατηγορούμενος επίσης δεν έδωσε καμιά απάντηση. Από περαιτέρω έλεγχο που έγινε διαπιστώθηκε ότι ο Κατηγορούμενος αφίχθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 21.06.2022 από την Αγγλία μέσω του αεροδρομίου Πάφου για διακοπές και του παραχωρήθηκε την ίδια ημέρα η άδεια επισκέπτη μέχρι και τις 19.09.
- Ανακρινόμενος προφορικά ανέφερε ότι τα πιο πάνω ναρκωτικά είναι όλα δικά του και τα έφερε μαζί του από την Αγγλία για δική του χρήση. Συνελήφθηκε, του λήφθηκαν παρειακά επιχρίσματα, λήφθηκε στην πορεία ανακριτική κατάθεση, στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρει ότι ταξίδεψε την ίδια ημέρα από το Ηνωμένο Βασίλειο, ότι αφίχθηκε στο αεροδρόμιο Πάφου για διακοπές, και ότι τα ναρκωτικά που ανευρέθηκαν στο τσαντάκι ώμου τα είχε ο ίδιος εις την κατοχή του και τα έφερε μαζί του από την Αγγλία μέσα στις αποσκευές του για δική του χρήση και κανείς δεν γνώριζε ότι είχε τα ναρκωτικά αυτά στην κατοχή του. Από ό,τι ανέφερε εξαιτίας του γεγονότος ότι ήταν μεθυσμένος δεν αντιλήφθηκε ότι είχε χάσει το τσαντάκι του. Επίσης ανέφερε ότι είναι τακτικός χρήστης κάνναβης, έκστασης και κοκαΐνης τα τελευταία 10 χρόνια. Επιπλέον ανέφερε ότι η τελευταία φορά που έκαμε χρήση ναρκωτικών ήταν η 20.06.2022 στην Αγγλία και συγκεκριμένα ανέφερε ότι έκανε χρήση όλων των προαναφερόμενων ουσιών. Αυτά στάλθηκαν στο Γενικό Χημείο του κράτους για περαιτέρω εξετάσεις όπου διαφάνηκε ότι τα πορτοκαλί και γαλάζια δισκία είναι ΜDMA βάρους 47.64 γρ., η άσπρη σκόνη και η άσπρη συμπαγής ουσία είναι κοκαΐνη βάρους 27.31 γρ. και η άσπρη κρυσταλλική ουσία είναι κεταμίνη και είναι βάρους 15.94 γρ. Ο Κατηγορούμενος, σύμφωνα με την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής δεν έχει προηγούμενες καταδίκες. Από πλευράς υπεράσπισης υιοθετήθηκε η έκθεση του γραφείου ευημερίας η οποία βρίσκεται καταχωρημένη στο φάκελο του Δικαστηρίου. Αναφέρθηκε ότι ο Κατηγορούμενος απολογείται για τα αδικήματα τα οποία έχει διαπράξει. Ο Κατηγορούμενος, όπως αναφέρθηκε και στα γεγονότα, ήρθε στην Κύπρο για ολιγοήμερες διακοπές και τις συγκεκριμένες ναρκωτικές ουσίες τις μετέφερε μέσα στις αποσκευές του. Περαιτέρω, όπως δήλωσε ο ίδιος, είναι χρήστης μαριχουάνα, κοκαΐνης και έκσταση. Θα διέμενε στην Κύπρο για περίοδο 7 ημερών και κάνει χρήση ουσιών και κοκαΐνης περίπου 4 γρ. την ημέρα. Τόνισε ότι πρόκειται για ένα νεαρό άτομο, ηλικίας 24 ετών σήμερα, ο οποίος, είναι χρήστης από τα 14 του. Οι ναρκωτικές ουσίες που βρέθηκαν στις αποσκευές του ήτανε για δική του χρήση. Λόγω του νεαρού της ηλικίας και λόγω της επιπολαιότητας διέπραξε πολύ σοβαρά αδικήματα, τα οποία όμως, σε καμιά περίπτωση δεν προσχεδίασε. Η συνήγορος υπεράσπισης, μετέφερε επίσης την υπόσχεση ότι στο μέλλον ο κατηγορούμενος δεν θα διαπράξει ξανά κάτι ανάλογο. Τόνισε επίσης ότι από την πρώτη στιγμή της σύλληψής του, συνεργάστηκε με τις Αστυνομικές Αρχές και αργότερα ενώπιον του Δικαστηρίου παραδέχθηκε άμεσα πολύ σοβαρές κατηγορίες. Κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση στα πλαίσια της υπόθεσης που καταχωρήθηκε και μέσα στις φυλακές που βρίσκεται, προσπάθησε να μπει σε πρόγραμμα απεξάρτησης, πράγμα που δείχνει, όπως υποστήριξε η συνήγορος υπεράσπισης, την ειλικρινή του μεταμέλεια και ότι έχει αντιληφθεί τη σοβαρότητα και ότι θέλει να βοηθήσει τον εαυτό του. Πρόκειται όπως ανέφερε για φιλήσυχο άτομο, λευκού ποινικού μητρώου, το οποίο δεν έχει απασχολήσει ξανά τα Δικαστήρια. Όσον αφορά τις προσωπικές του περιστάσεις, σε ηλικία 14 ετών βίωσε τον χωρισμό των γονιών του και ως μοναχοπαίδι δεν κατάφερε να αντεπεξέλθει στα νέα δεδομένα της ζωής και ακριβώς σε αυτήν την ηλικία, στην εφηβεία, έμπλεξε στα δίκτυα των ναρκωτικών. Ήταν και ο λόγος που δεν κατάφερε να ολοκληρώσει το σχολείο. Αργότερα κατάφερε να πάει σε ένα κολλέγιο για περίοδο περίπου ενός έτους. Δουλεύει σε οικοδομές περιστασιακά και λαμβάνει ένα μισθό του ύψους των €1.480, διαμένει μαζί με την ηλικιωμένη μητέρα του, η οποία αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας και ουσιαστικά είναι ο μόνος ο οποίος τη συντηρεί. Κάλεσε περαιτέρω το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του και τα όσα αναφέρονται στην Έκθεση του γραφείου Ευημερίας και ειδικά την αναφορά ότι πρόκειται για ένα άτομο που διακατέχεται από ανωριμότητα και το οποίο δεν έχει αντιληφθεί πόσο σοβαρά ήταν τα αδικήματα τα οποία διέπραξε. Κάλεσε επίσης το Δικαστήριο, εάν αυτό κλίνει προς επιβολή ποινής φυλάκισης, να λάβει υπόψη τις επιπτώσεις που θα έχει αυτό, στον ίδιο. Καλώντας ταυτόχρονα το Δικαστήριο να λάβει υπόψη και την περίοδο που αυτός τελεί ήδη υπό κράτηση. Υποστήριξε περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος έχει αντιληφθεί αυτόν τον καιρό που διαμένει κλεισμένος στις Φυλακές, τι μπορεί να συμβεί αν στο μέλλον ξανακάνει παρόμοιες ενέργειες, αναφέροντας παράλληλα ότι δεν πρόκειται για ένα άτομο το οποίο έχει ροπή προς την εγκληματικότητα. Παρέπεμψε επίσης το Δικαστήριο στην υπόθεση Αργυρίδης και άλλοι ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 64 εώς 69/2013, 2 Α.Α.Δ. 449 στην οποία λέχθηκε όπως ανέφερε ότι η ποινή πρέπει να έχει χαρακτήρα αναμόρφωσης σε περίπτωση νεαρών ατόμων και όχι τιμωρίας και στους νεαρούς παραβάτες θα πρέπει να δοθεί άλλη μια ευκαιρία. Επίσης εισηγήθηκε στο Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του το Άρθρο 30, παράγραφος 2 και 4(β) του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 29/1977 όπου γίνεται αναφορά μεταξύ άλλων σε παραβάτες με λευκό ποινικό μητρώο και ηλικίας κάτω των 25 όπως ο Κατηγορούμενος. Εισηγήθηκε τέλος στο Δικαστήριο ότι οποιαδήποτε ποινή επιβάλει το Δικαστήριο, αυτή μπορεί να τύχει αναστολής. Η σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία καταδικάστηκε ο Κατηγορούμενος, διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Σημείο αναφοράς αποτελεί πάντοτε, η προβλεπόμενη από το νόμο μέγιστη ποινή (βλ. Παπαγεωργίου ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Αυτή αποτελεί την βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, για τα αδικήματα στα οποία ο Κατηγορούμενος έχει καταδικαστεί, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρεται στη συνέχεια, προβλέπεται ποινή φυλάκισης ή και ποινή φυλάκισης. Ποινή φυλάκισης, που, σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιβολής ποινής, ως η σοβαρότερη / αυστηρότερη ποινή, πρέπει να επιβάλλεται, μόνον όταν η φύση του αδικήματος και οι συνθήκες και ένταση στη διάπραξή του, σε συνάρτηση με τα ελαφρυντικά του αδικοπραγούντος, την καθιστούν ως την καταλληλότερη ποινή. Τέτοια ποινή, επισημαίνεται, επιβάλλεται μόνο στις περιπτώσεις, που, οποιαδήποτε άλλη, κρίνεται ακατάλληλη (βλ. Θεοχάρους ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, Yeats v Constantin
(2000)2 Α.Α.Δ. 320, Κοσασβίλη ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 606). Δηλαδή, μόνο στις περιπτώσεις όπου κρίνεται απολύτως απαραίτητο και για περίοδο όχι περισσότερη από ότι υπό τις περιστάσεις είναι αναγκαίο. Είναι συνεπώς, ένεκα των προαναφερόμενων αρχών, αναγκαίο να αναφερθεί, ποια είναι η προνοούμενη από τον Νόμο, μέγιστη ποινή, για τα προαναφερόμενα αδικήματα. Σημειώνοντας ασφαλώς εδώ, λόγω της σημασίας που αυτό έχει, στα της ποινής, και το γεγονός της παραπομπής της υπόθεσης αυτής, για συνοπτική εκδίκαση, ήτοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και όχι ενώπιον Κακουργιοδικείου, μετά από οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Ο Γενικός Εισαγγελέας, προφανώς και θεωρεί, ένεκα της προαναφερόμενης συγκατάθεσης του, ότι, η ποινή που μπορεί να επιβληθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο, ήτοι, φυλάκιση μέχρι πέντε ετών (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Cham κ. α.
(1993)2 Α.Α.Δ. 129), αποτελεί επαρκή τιμωρία για την συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442). Εντούτοις, όπως έχει πρόσφατα επαναβεβαιωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, μέσα από την απόφαση του στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Μυλωνάς, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, 14/12/2018, ένα τέτοιο γεγονός, δεν καθιστά τα αδικήματα λιγότερο σοβαρά: «Το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και όχι την ανώτατη ποινή που το ίδιο έχει δικαιοδοσία να επιβάλει (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442). Η ανώτατη ποινή που προβλέπει ο Νόμος συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης με στόχο τον καθορισμό του είδους και της έκτασης της ποινής που θα επιβληθεί (Δημοκρατία ν. Κυριάκου & άλλου
(1990)2 ΑΑΔ 264, Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9.) Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή.». Μάλιστα, όπως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Π. Καλλή, στην υπόθεση Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442, «κατά την επιμέτρηση της ποινής σε υποθέσεις Κακουργιοδικείου, οι οποίες παραπέμπονται για συνοπτική εκδίκαση, το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και να επιβάλει αν τα γεγονότα και περιστάσεις της υποθέσεως το απαιτούν ακόμη και το ανώτατο όριο της ποινής που μπορεί να επιβληθεί σε συνοπτική διαδικασία - φυλάκιση 5 ετών». Σύμφωνα με τα Άρθρα 4[
(1)(α), 30, 30Α, 31 και 31Α του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος του 1977, Νόμος 29/1977 το αδίκημα της παράνομης εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α', τιμωρείται με ποινή φυλάκισης διά βίου ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές. (Κατηγορίες 1 και 2) Σύμφωνα με τα Άρθρα 4[
(1)(α), 30, 30Α, 31 και 31Α του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος του 1977, Νόμος 29/1977 το αδίκημα της παράνομης εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β', τιμωρείται με ποινή φυλάκισης διά βίου ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές. (Κατηγορία 3) Σύμφωνα με τα Άρθρα 6[
(1)και
(2)], 30[
(1)και
(3)] του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος του 1977, Νόμος 29/1977 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 29/1977»), το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α', τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και δώδεκα χρόνων ή με πρόστιμο ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί. (Κατηγορίες 4 και 5) Σύμφωνα με τα Άρθρα 6[
(1)και
(2)], 30[
(1)και
(3)] του Νόμου 29/1977, το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β', τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και οχτώ χρόνων ή με πρόστιμο ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί. (Κατηγορία 6) Εντούτοις, σε ότι αφορά αμφότερα τα προαναφερόμενα αδικήματα, της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α' και της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β', όπως προνοείται από την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)του Άρθρου 30 του Νόμου 29/1977: «Νοείται ότι σε κατηγορούμενο που κρίθηκε ένοχος για αδίκημα που αφορά χρήση, κατοχή ή μεταφορά ελεγχόμενου φαρμάκου για προσωπική χρήση επιβάλλεται ποινή φυλάκισης που δε θα υπερβαίνει τα δύο έτη, αν:- (
- i)δεν είχε συμπληρώσει, κατά τον χρόνο της διάπραξης του αδικήματος, το εικοστοπέμπτο (25ο) έτος της ηλικίας του, και (
- ii)δεν έχει οποιαδήποτε προηγούμενη καταδίκη για αδίκημα κατά παράβαση του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών.». Η σοβαρότητα των αδικημάτων του προαναφερόμενου Νόμου 29/1977 γενικά, και η ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης τους, μέσω της ποινής, από τα Δικαστήρια, έχει επισημανθεί από το Ανώτατο σε πάρα πολλές αποφάσεις του. Στην υπόθεση Λαζάρου ν Αστυνομίας, κ. α.
(2010)2 Α.Α.Δ. 633, το Ανώτατο Δικαστήριο δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Α. Πασχαλίδη, ανέφερε τα εξής -η έμφασης φυσικά, ήταν στο αδίκημα της εμπορίας ναρκωτικών-: « τα ναρκωτικά έχουν εξελιχθεί σε μάστιγα και καρκίνωμα της κοινωνίας μας, πληγές οι οποίες δυστυχώς, όπως διαπιστώνουμε από τη συχνότητα των υποθέσεων που έρχονται ενώπιον των δικαστηρίων, όχι μόνο δεν φαίνεται να υποχωρούν, αλλά επιδεινώνονται ραγδαία. Και στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας. Είναι πραγματικό λυπηρό, οδυνηρό και τραγικό να διαπιστώνουμε πως η απώλεια ζωών, νέων κυρίως ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά την αυστηρή μεταχείριση των παραβατών επιτακτική. Όπως έχει κατ' επανάληψη λεχθεί οι έμποροι των ναρκωτικών θα πρέπει να κατανοήσουν ότι δεν μπορούν να αποφύγουν τις συνέπειες των απεχθών πράξεων τους. Θα πρέπει να υπολογίζουν τις επιπτώσεις της σύλληψης και καταδίκης τους.». Στην υπόθεση Ναζιπ ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 6/2014, 21/11/2014, το Ανώτατο Δικαστήριο, δια του έντιμου, Π. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, αναφέρθηκε γενικότερα στη σοβαρότητα των αδικημάτων του προαναφερόμενου Νόμου 29/1977, και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, σημειώνοντας τα εξής: « πρέπει να υπομνησθεί η νομολογία που υπαγορεύει την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε υποθέσεις ναρκωτικών ουσιών. Η ενασχόληση με ναρκωτικά είτε για ιδία χρήση, είτε κατά μείζονα λόγο, για εμπορία με την εισαγωγή και διάθεση ή προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα αποτελεί μέγιστο κίνδυνο στην κοινωνική συνοχή ενόψει των τεραστίων προβλημάτων που επιφέρει η εξάρτηση από τις ουσίες αυτές. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που τα Δικαστήρια συνδράμουν έστω κατασταλτικά, στον πόλεμο εναντίον των ναρκωτικών με την επιβολή αυστηρών και συνάμα αποτρεπτικών ποινών». Στην υπόθεση Στυλιανού ν Δημοκρατίας, κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 268/2015, 13/12/2018, δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Λ. Παραπαρίνου, στον ίδιο τόνο, σημείωσε τα εξής: «Η σοβαρότητα των αδικημάτων της καλλιέργειας, κατοχής και εμπορίας ναρκωτικών ουσιών δεν μπορεί να υποβαθμιστεί ή να αμφισβητηθεί. Οι προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές και η νομολογία μας δεν επιτρέπουν κάτι τέτοιο. Ούτε και η εξατομίκευση της ποινής θα πρέπει να υποβαθμίζει τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν από τον Εφεσείοντα αλλ' ούτε και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αδικημάτων της φύσης υπό εξέταση. Οι ανησυχητικές διαστάσεις που έχουν προσλάβει τα συγκεκριμένα αδικήματα, τα οποία προκαλούν την καταστροφή στους συνανθρώπους για εύκολο κέρδος, χρήζουν και την ανάλογη αντιμετώπιση για την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου πάντοτε στο ορθό πλαίσιο και συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Η αποτροπή είναι το κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό και την έκταση της ποινής. ». Όπως προαναφέρθηκε, τα αδικήματα που σχετίζονται με τις ναρκωτικές ουσίες, είναι σε έξαρση, έχουν πάρει ανησυχητικές διαστάσεις και για αυτό τον λόγο, η εφαρμογή από το Δικαστήριο του Νόμου, κατασταλτικά, δηλαδή, κατά τρόπο που να αποτρέπεται η διάπραξης τους, πρέπει, ως στοιχείο, να κυριαρχεί στον καθορισμό και την έκταση της ποινής. Η έξαρσης αυτή των αδικημάτων, επιβάλλει την ανάγκη, η ποινή που επιβάλλεται για αυτά από το Δικαστήριο, να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα. Λόγος για τον οποίο, ως πολύ συχνά αναφέρεται, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, αν και λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς εξατομίκευσης της ποινής του, λαμβάνονται υπόψη, στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής (βλ. Balampanidis v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 210/2018, 10/05/2019) Σε ότι αφορά τον παράγοντα της αποτροπής, ως προαναφέρθηκε, στην υπόθεση Πισκόπου ν Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342, το Ανώτατο Δικαστήριο, δια του έντιμου, Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, ως ήταν τότε, ανέφερε τα εξής: «Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μια έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος . και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας των εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους.». Χαρακτηριστικά, εν προκειμένω, είναι τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Χριστοδούλου ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 124: «Όπως τονίστηκε επανειλημμένως από τα Δικαστήρια και ορθά επισημάνθηκε από το Κακουργιοδικείο, αν επιθυμούμε η εκστρατεία των Δικαστηρίων για πάταξη της μάστιγας των ναρκωτικών, να μην περιοριστεί σε φραστικές αποδοκιμασίες, θα πρέπει οι ποινές που επιβάλλονται να συνάδουν απόλυτα με τις εξαγγελμένες πάγιες θέσεις της νομολογίας, μέσα από τις οποίες διακηρύσσεται η αποφασιστικότητα των Δικαστηρίων να πατάξουν το πρόβλημα. Όπως τονίστηκε στη Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577, αν η αυξητική τάση του εγκλήματος συνεχίσει θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, με την περαιτέρω αύξηση των ποινών.». Όπως έχει νομολογηθεί, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, δεν εξαρτάται, αποκλειστικά, από το ανώτατο όριο ποινής, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, εξαρτάται και από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη του αδικήματος και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης που προκλήθηκε και τις συνέπειες του (βλ. Μιχαηλίδης v Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391, Θεοφάνους ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 298/2018, 27/06/2019). Στην υπόθεση Ghοli v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 30, 33 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Τα δικαστήρια της Κύπρου, όπως και σχεδόν κάθε πολιτισμένης χώρας, επιβάλλουν ποινές προορισμένες να αποθαρρύνουν την εισαγωγή, κατοχή και διάθεση ναρκωτικών. Τα ναρκωτικά πλήττουν και συχνά ανεπανόρθωτα είναι μάλιστα που πλήττουν την υλική και ηθική ευημερία του ανθρώπου. Ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των ποινών, ο οποίος πρέπει να αντανακλάται και από το ύψος τους, αποτελεί το κύριο γνώρισμα τους. Οι προσωπικές περιστάσεις και τα ιδιαίτερα προβλήματα αδικοπραγούντων σε αυτού του είδους των υποθέσεων λαμβάνονται βέβαια σε κάποιο βαθμό υπόψη. Και η εξατομίκευση έχει τη θέση της. Αλλά δεν μπορεί να εξουδετερώσει ή να αποδυναμώσει τη μέριμνα για προστασία της κοινωνίας: βλ. Παυλίδης και Άλλος ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 6161 και 6162, ημερομηνίας 15 Ιουλίου 1996. Η πείρα καταδείχνει ότι οι έμποροι ναρκωτικών συχνά επιλέγουν άτομα αδύναμα ή άτομα με ειδικά προβλήματα για τη μεταφορά ναρκωτικών. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών και προβλημάτων δεν μπορεί να επιδράσει κατά τρόπο που να εξασθενίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου.» Πέραν από τις προβλεπόμενες ποινές, η σοβαρότητα των αδικημάτων, τα οποία διέπραξε ο κατηγορούμενος έγκειται στις συνέπειες που οι πράξεις του επιφέρουν στον ίδιο αλλά και στην κοινωνία ευρύτερα. Ο κατηγορούμενος, όπως ο ίδιος ουσιαστικά παραδέχεται, για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα τα οποία δημιουργήθηκαν στον ίδιο μετά τα δύσκολα παιδικά χρόνια τα οποία είχε, κατέφυγε στη μακροχρόνια και καθημερινή χρήση ναρκωτικών. Η επιλογή του να συνεχίσει την χρήση ουσιών χωρίς μέχρι σήμερα να ζητήσει ουσιαστική βοήθεια, είναι συνειδητή, αδιαφορώντας για τις συνέπειες των πράξεων του. Προφανώς η εξάρτηση του, τον οδήγησε στη διάπραξη του σοβαρότερου αδικήματος, της εισαγωγής ελεγχόμενων φαρμάκων τάξεως Α' και Β' στην Κύπρο, όπου αφίχθηκε ως τουρίστας για διακοπές. Η πράξη του αυτή, φανερώνει και την ασέβεια του προς τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας, εφόσον με την άφιξη του στην Κύπρο, εισήγαγε τις ουσίες , στις ποσότητες που αναφέρονται ανωτέρω. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν , οι ποσότητες αυτές ήταν για δική του χρήση στην Κύπρο, θέση την οποία δεν αμφισβήτησε ούτε η Κατηγορούσα Αρχή, διακόπτοντας του μάλιστα και τις κατηγορίες 7 και 8 οι οποίες αφορούσαν κατοχή με σκοπό την προμήθεια. Σε κάθε περίπτωση η σοβαρότητα της πράξης του κατηγορούμενου να εισάγει στην Κύπρο απαγορευμένες ουσίες καθώς αυτός θα βρισκόταν για διακοπές, δεν μπορεί να υποβαθμιστεί ένεκα των λόγω που προώθησε η πλευρά της υπεράσπισης. Ναι μεν φαίνεται τα ναρκωτικά να προορίζονταν για προσωπική χρήση του κατηγορούμενου, μεταφέρθηκαν όμως στην Κύπρο από τον Κατηγορούμενο, ενώ κάτι τέτοιο απαγορεύεται αυστηρά και η σοβαρότητα του αδικήματος αυτού προκύπτει βεβαίως από το ύψος των προβλεπόμενων σε αυτό το αδίκημα ποινών. Ιδιαίτερα επιβαρυντικό συνιστά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος με παντελή αδιαφορία και έλλειψη σεβασμού προς τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας, αποφάσισε να εισάγει στη χώρας μας που θα τον φιλοξενούσε ως τουρίστα ναρκωτικά, η κατοχής και χρήσης των οποίων όχι μόνο απαγορεύεται αλλά εντάσσονται και στα σοβαρότερα αδικήματα τα οποία ταλανίζουν την κοινωνία μας. Τέτοια ασέβεια και παραγνώριση προς τους Νόμους μας δεν μπορεί να υποβαθμίσει την σοβαρότητα των αδικημάτων για τους λόγους τους οποίους επικαλείται ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος επίσης εισήγαγε στην Κύπρο, μια καθόλου ευκαταφρόνητη ποσότητα απαγορευμένων ουσιών, στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπόψη ως επιβαρυντικό. Συνολικά εισήγαγε και κατείχε 27,31 γραμμάρια κοκαΐνης, 98 δισκία έκστασης συνολικού βάρους 47,64 γραμμαρίων , ήτοι συνολικά 74,95 γραμμάρια ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α΄, και εισήγαγε και κατείχε επίσης κεταμίνη συνολικού βάρους 15,94 γραμμαρίων Ελεγχόμενου Φαρμάκου Τάξεως Β'. Επίσης το είδος των ναρκωτικών είναι ένας παράγοντας τον οποίο στην παρούσα περίπτωση το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ως επιβαρυντικό παράγοντα. Ο διαχωρισμός των ναρκωτικών σε τάξεις Α, Β και Γ από το Νομοθέτη έχει την σημασία του, καθ' ότι συμπεριέλαβε τα σκληρά, άρα πιο επιβλαβή και επικίνδυνα ναρκωτικά στην Α' τάξη, και τα λιγότερο επιβλαβή στις τάξεις Β και Γ. Στην Ποινική έφεση Αρ. 6357, Ημερομηνίας 14/07/1998, (Vali Bagher Pour Chokami v. Δημοκρατίας, λέχθηκε ότι για ναρκωτικά τάξεως Α, οι ποινές είναι βαρύτερες. Από την απόφαση: «Αποτελεί κοινοτοπία πως το όποιο είναι από τα σκληρότερα ναρκωτικά. Γι' αυτό και ο νόμος το κατατάσσει στην τάξη Α' για την οποία επιφυλάσσει τις βαρύτερες ποινές» Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ως επιβαρυντικό παράγοντα το γεγονός ότι η εισαγωγή αφορά μια ποσότητα η οποία σίγουρα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αμελητέα. To θέμα της ποσότητας προσεγγίζεται με την λογική ότι όσο μεγαλύτερη είναι η ποσότητα, τόσο περιορίζονται τα περιθώρια επίδειξης επικείκιας από το Δικαστήριο. Στη Ποινική Έφεση Αρ. 52/2007, ημερομηνίας 23/01/2008, (Mahrad Mohamad Reza Beyki v. Αστυνομίας), επιβλήθηκε στον Εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 3 χρόνων όταν αυτός παραδέχθηκε ενοχή σε κατηγορία παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, δηλαδή 12,1311 γραμμαρίων οπίου. Μειώνοντας την ποινή στα 3 χρόνια, το Εφετείο έλαβε υπόψη του μεταξύ άλλων και το γεγονός ότι η ποσότητα των ναρκωτικών ήταν μικρή. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα, ότι «η τριετής ποινή φυλάκισης στην πρώτη κατηγορία κρίθηκε έκδηλα υπερβολική και μειώθηκε κατ' έφεση σε ποινή φυλάκισης 2 ετών, ενόψει του είδους και της μικρής ποσότητας των ναρκωτικών, του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος είναι χρήστης υποβαλλόμενος σε ψυχιατρική και ψυχολογική στήριξη για να ξεπεράσει το στερητικό σύνδρομο που αντιμετωπίζει στη Φυλακή, της άμεσης παραδοχής και της συνεργασίας του με τις Αστυνομικές αρχές και του λευκού του μητρώου». Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι αδικήματα όπως αυτά που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος, αποτελούν δυστυχώς, μάστιγα της κοινωνίας στις μέρες μας, όπου παρατηρείται η αυξανόμενη εισαγωγή, κατοχή και χρήση απαγορευμένων ουσιών, παρά τις αυστηρές πρόνοιες του Νόμου. Ως εκ τούτου αποτελεί επιτακτική ανάγκη η επιβολή αυστηρών αλλά και αποτρεπτικών ποινών. Παρά τη σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία διέπραξε ο κατηγορούμενος , το καθήκον του Δικαστηρίου προς εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί, χωρίς να εξουδετερώνεται η σοβαρότητα των αδικημάτων αλλά και η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Ο κατηγορούμενος εισήγαγε τις ναρκωτικές ουσίες στην Κύπρο για προσωπική του χρήση. Σύμφωνα με τη νομολογία, η σοβαρότητα των αδικημάτων που ενέχουν το στοιχείο της προμήθειας σε τρίτους, διακρίνεται απ' αυτήν που αφορά την εισαγωγή και κατοχή ουσιών για προσωπική χρήση. (βλ. Chaer v. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 585 και Mortimer v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ 22) Στην υπόθεση Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 240, υπογραμμίστηκε η διάκριση της σοβαρότητας των εγκλημάτων κατοχής και χρήσης ναρκωτικών ουσιών, από τη μια, και εμπορίας ναρκωτικών, από την άλλη, χωρίς βέβαια να παραγνωρίζεται ότι οι χρήστες είναι αυτοί που συντηρούν το εμπόριο ναρκωτικών. Στην υπόθεση Afroughi v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ 174 , λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Και για τους χρήστες ναρκωτικών, οι οποίοι δηλητηριάζουν την ύπαρξη τους και διανοίγουν το δρόμο για τους εμπόρους ναρκωτικών, αρμόζουν αποτρεπτικές ποινές, όχι όμως της ίδιας ένστασης με αυτές που επιβάλλονται στους εμπόρους, εκείνους που καθιστούν το επάγγελμα τους τη διασπορά του θανάτου. Για τους εμπόρους , είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα μετριασμού. Για τους χρήστες υπάρχει κάποιο περιθώριο, που ομολογουμένως , με το χρόνο στενεύει¨ το περιθώριο εκείνο που σχετίζεται με την αδυναμία του ανθρώπου» Λαμβάνω υπόψη μου συνεπώς, προς όφελος του κατηγορούμενου ότι τα αδικήματα που διέπραξε δεν συνδέονται με την προμήθεια των ουσιών αυτών σε τρίτους. Προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη επίσης, την άμεση παραδοχή του . Η άμεση παραδοχή του συνέβαλε σίγουρα στην άμεση εξιχνίαση της υπόθεσης και στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου, πράγματα που καταδεικνύουν και την έμπρακτη μεταμέλεια του, για τις πράξεις του. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε επιβαρυντικός παράγοντας του άρθρου 30
(4)(α) του Νόμου 29(Ι)77, που να καθιστά τα υπό κρίση αδικήματα ιδιαίτερα αυξημένης σοβαρότητας. Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου , αποτελεί επίσης στοιχείο που του δίδει το δικαίωμα να αναμένει τη μέγιστη δυνατή επιείκεια του Δικαστηρίου, όπως επίσης και το νεαρό της ηλικίας του. Η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα λόγω ανωριμότητας ως και τα όσα αναφέρονται στην Έκθεση του Γραφείου ευημερίας. Κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 24 ετών. Η ηλικία αυτή είναι τέτοια που δεν δικαιολογεί ανωριμότητα και επιπολαιότητα αλλά ούτε και χαρακτηρίζεται από τέτοια στοιχεία. Είναι μία ηλικία που βρίσκεται σε ώριμο στάδιο στην οποία κάποιος θέτει στόχους και αγωνίζεται να τους εκπληρώσει. Προς όφελος του κατηγορούμενου λαμβάνω επίσης υπόψη ότι οι απαγορευμένες ουσίες κατέχονταν από τον ίδιο για προσωπική του χρήση χωρίς όμως να παραγνωρίζω ότι μέρος και μάλιστα η μεγαλύτερη ποσότητα αυτών, ήταν τάξεως Α'. Τις προσωπικές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου, ως αυτές αναφέρονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ημερομηνίας 21/10/2022 και μου παρουσιάστηκαν από το συνήγορο υπεράσπισης του, προς εξατομίκευση της ποινής του, στο βαθμό, που, σύμφωνα με την νομολογία, μπορούν να επηρεάσουν μετριαστικά την ποινή, έχοντας ως δεδομένα, ως προελέχθη, την σοβαρότητα των αδικημάτων, την έξαρση που παρατηρείται στην διάπραξη τους και την αναγκαιότητα πάταξης τους (βλ. Tibor Domotov κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328, Μιχαήλ ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 231, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017). Αξιοσημείωτα, εν προκειμένω, είναι τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Μιχαήλ ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 231, που αφορούσαν περίπτωση κατηγορουμένου που διέπραξε αδικήματα του Νόμου 29/1977, πατέρα δύο ανήλικων παιδιών, με λευκό ποινικό μητρώο: «Η έξαρση των αδικημάτων, εισαγωγής ναρκωτικών στη χώρα μας, αποτελεί στοιχείο αρκούντως επιβαρυντικό, που καθιστά, άμεση και επιτακτική την ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών. Όπως επαναλήφθηκε σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι προσωπικές συνθήκες του καταδικασθέντα για αδικήματα σχετιζόμενα με ναρκωτικά, υποχωρούν έναντι της ευρύτερης αναγκαιότητας προστασίας του κοινωνικού συνόλου και της εκδήλωσης απαρέσκειας της κοινωνίας για την εγκληματική συμπεριφορά, αυτού του είδους.» Ο Κατηγορούμενος, , είναι ηλικίας, σχεδόν, 24 ετών, άγαμος και άτεκνος, ο οποίος γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αγγλία. Είναι το μοναδικό παιδί που απέκτησαν οι γονείς του εκτός γάμου. Ο πατέρας του κατάγεται από την Τζαμάικα και ο οποίος αντιμετώπιζε προβλήματα κατάχρησης αλκοόλ και ερχόταν σε διαπληκτισμούς με την μητέρα του. Εντέλει, εγκατέλειψε την οικογένεια όταν ο κατηγορούμενος ήταν 14 ετών και έκτοτε δεν έχουν την οποιαδήποτε επικοινωνία. Ο κατηγορούμενος μεγάλωσε με την μητέρα του η οποία σήμερα λόγω προβλημάτων υγείας που έχει δεν εργάζεται. Αντιμετωπίζει κινητικές δυσκολίες και τους τελευταίους μήνες που ο κατηγορούμενος βρίσκεται κρατούμενος στην Κύπρο, η μητέρα του εγκαταστάθηκε προσωρινά στην οικία της μητέρας της, ώστε να λαμβάνει καθημερινά την απαιτούμενη φροντίδα. O χωρισμός των γονιών του επηρέασε αρνητικά την ψυχοσυναισθηματική του κατάσταση και ο κατηγορούμενος βρήκε διέξοδο στα ναρκωτικά και το αλκοόλ. Σε ηλικία 14 ετών, την χρήση κάνναβης και στη συνέχεια την χρήση κοκαΐνης και χαπιών έκστασης. Παραδέχθηκε στην έκθεση την εμπλοκή του με εμπόριο ναρκωτικών στην Αγγλία μέχρι και πριν 1 χρόνο, πράγμα όμως το οποίο σταμάτησε. Πέραν την ουσιοεξάρτησης , αναφέρθηκε στο πρόβλημα της αλωπεκίας που παρουσιάζει για το οποίο δοκίμασε κατά καιρούς διάφορες θεραπείες , χωρίς αποτέλεσμα. Διέκοψε τη φοίτηση του σε σχολείο στα 16 του και στη συνέχεια ολοκλήρωσε μονοετές πρόγραμμα σπουδών για οικοδομικές εργασίες σε κολλέγιο. Σε ηλικία 18 ετών εργάστηκε για περίπου 1 χρόνο σε υπεραγορές ενώ στη συνέχεια εργάστηκε ευκαιριακά σε οικοδομές. Παρέμεινε εκτός εργασίας για περίοδο πέραν των δυο χρόνων, όπου συντηρείτο οικονομικά από παράνομες δραστηριότητες και συγκεκριμένα το εμπόριο ναρκωτικών. Τους τελευταίους 4 μήνες πριν έρθει στη Κύπρο εργαζόταν ως οικοδόμος σε εργοληπτική εταιρεία. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην Έκθεση, ο κατηγορούμενος ήταν ευγενικός , εντούτοις διακατέχετε από ανωριμότητα που δεν συνάδει με την ηλικία του, χωρίς πλήρη αντίληψη της σοβαρότητας των πράξεων του. Με βάση όμως τα ανωτέρω, δεν φαίνεται να αποτάθηκε σε ειδικούς είτε για να διαχειριστεί το συναισθηματικό του κόσμο μετά από το συμβάν του χωρισμού των γονέων του, το οποίο όπως ανέφερε τον επηρέασε τόσο, είτε να συμμετέχει σε οποιοδήποτε θεραπευτικό πρόγραμμα απεξάρτησης, παρά μόνο επέλεξε να καταφύγει στην παράνομη χρήση ουσιών και στο εμπόριο αυτών για τόσα πολλά χρόνια, χωρίς αυτό να αποτελούσε τη μόνη επιλογή του. Ο τρόπος όμως με τον οποίο επέλεξε να διαχειριστεί για τόσα χρόνια τα προβλήματα του, δεν μπορεί να αποτελέσει ουσιαστικό ελαφρυντικό παράγοντα κατά τρόπο που θα καθόριζε το είδος της αρμόζουσας ποινής για τα σοβαρά αδικήματα τα οποία διέπραξε. Σημειώνω την αναφορά της υπεράσπισης ότι τουλάχιστον κατά την περίοδο που τελεί υπό κράτηση στις φυλακές προσπάθησε να μπει σε πρόγραμμα απεξάρτησης. Όσον αφορά το ισχυριζόμενο πρόβλημα υγείας το οποίο αντιμετωπίζει και από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, δεν φαίνεται ότι το εν λόγω πρόβλημα χρήζει αντιμετώπισης κατά τρόπο που τυχόν εγκλεισμός του στη φυλακή θα έθετε σε κίνδυνο τη ζωή του ή θα επιδείνωνε την κατάσταση στην οποία βρίσκεται. Τίποτε δεν έχει ειδικά αναφερθεί, ούτε κάποιο ιατρικό πιστοποιητικό παρουσιάστηκε στο οποίο να φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τόσο σοβαρό πρόβλημα υγείας. Αναφορικά με τα πιο πάνω, σχετική είναι η απόφαση Κhalife v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 315, σύμφωνα με την οποία, όταν λόγω σωματικής ανικανότητας ή ασθένειας, η φυλάκισης θα προκαλέσει σ' ένα αδικοπραγούντα ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού, αυτό επενεργεί ως ελαφρυντικός παράγοντας. Όπως επίσης έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Μαληκκίδης ν. Δημοκρατίας , Ποιν. Έφεσγ 40/2015, ημερομηνίας 25/11/2016, ECLI:CY:AD:2016:B534, τα προβλήματα υγείας των κατηγορουμένων μπορούν να αντιμετωπιστούν από το προσωπικό του σωφρονιστικού ιδρύματος, το οποίο παρέχει τέτοια δυνατότητα. Επαναλαμβάνω, ότι τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο για αποφυγή επιβολής ποινής φυλάκισης , όταν ο Νόμος και οι περιστάσεις διάπραξης ενός αδικήματος καθιστούν επιβεβλημένη την επιλογή αυτή. (βλ. Attorney - General v. Mavrokefalos
(1966)2 C.L.R. 93, Asoltanei v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ 742, Κυπριανού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 28/2014, ημερομηνίας 24/02/2014. Συνεπώς , αν και η υγεία του Κατηγορούμενου αλλά και το γεγονός ότι ο χωρισμός των γονιών του επηρέασε αρνητικά την ψυχοσυναισθηματική του κατάσταση, λαμβάνονται υπόψη, όμως η φύση των αδικημάτων είναι τέτοια που δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να επιβάλλει ποινή άλλη από αυτή της φυλάκισης. Τα ως άνω ελαφρυντικά στοιχεία θα ληφθούν υπόψη εις το εύρος της ποινής. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένων των δεδομένων που αφορούν την παρούσα περίπτωση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων, με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται από τη μία οι επιβαρυντικές παράμετροι και από την άλλη οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, αλλά και τα όσα επικαλέστηκε η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης προς μετριασμό της ποινής του τα οποία λαμβάνω υπόψη, όσο και τα όσα αναφέρονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, η σχετικά μεγάλη ποσότητα που κατείχε και οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, καθιστούν αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Ως προς το είδος και ύψος της αρμόζουσας ποινής, πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταπιάνεται με την επιβολή ποινών για αδικήματα της φύσης που διέπραξε ο κατηγορούμενος. Θα αναφερθώ σε ορισμένες από αυτές, γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, παρότι δεν έχουν το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν καθώς και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123. Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει - όσο είναι δυνατό -, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217). Η παραπομπή σε δικαστικά προηγούμενα, θωρακίζει τη δικαστική κρίση με την απαραίτητη πειστικότητα, αλλά δεν προοιωνίζει ότι θα πρέπει να ακολουθηθεί η ίδια ποινή (βλ. Προεστού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 17/2016, ημερ. 22.5.2017), ECLI:CY:AD:2017:D183, ECLI:CY:AD:2017:D183. Καμιά υπόθεση δεν είναι ακριβώς όμοια με άλλη, οπότε, κατ' ακολουθία της νομολογίας δεν είναι απόλυτα σχετικές οι ποινές που επιβάλλονται σε άλλες υποθέσεις (βλ. Ιορδάνους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 152/2014, ημερ. 19.4.2016). Στην υπόθεση Ghassem ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 196, στον εφεσείοντα, μετά από παραδοχή, επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 μηνών στις κατηγορίες της εισαγωγής, χρήσης και κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, δηλαδή 0,84 γραμμαρίων οπίου. Ο εφεσείων, ηλικίας 32 ετών, κατείχε τα ναρκωτικά για δική του χρήση. Κατ' έφεση, η ποινή αυτή μειώθηκε σε 6 μήνες, λόγω της διαπιστωθείσας πλάνης του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την ποσότητα του εν λόγω ναρκωτικού που κατείχε ο εφεσείοντας - 84 γραμμάρια αντί 0,84 γραμμάρια. Στην υπόθεση Afroughi v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 174 το Εφετείο μείωσε την ποινή φυλάκισης 3 ετών που είχε επιβληθεί για κατοχή ναρκωτικών τάξεως Α, δηλαδή 22.243 γραμμαρίων οπίου, σε φυλάκιση 18 μηνών. Ο εφεσείων ήταν επίσης Ιρανός, ηλικίας 24 ετών, με λευκό ποινικό μητρώο, χρήστης ναρκωτικών ο ίδιος, ο οποίος παραδέχθηκε ενοχή και βοήθησε στη διερεύνηση των εγκλημάτων. Στην υπόθεση εκείνη το Εφετείο έκαμε αναφορά και στην προηγούμενη απόφαση Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240, στην οποίαν υπογραμμίστηκε η διάκριση μεταξύ της σοβαρότητας των εγκλημάτων κατοχής και χρήσης ναρκωτικών, από τη μια, και εμπορίας ναρκωτικών, από την άλλη, χωρίς βέβαια να παραγνωρίζεται ότι είναι οι χρήστες που συντηρούν την εμπορία ναρκωτικών. Στην Beyki ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 60, επιβλήθηκε στον Εφεσείοντα, ηλικίας 41 ετών, λευκού ποινικού μητρώου ο οποίος ήταν νυμφευμένος και πατέρας ενός ανήλικου παιδιού 6 ½ χρόνων και χρήστης ναρκωτικών ο οποίος δεχόταν ψυχιατρική και ψυχολογική στήριξη για να ξεπεράσει το στερητικό σύνδρομο που αντιμετώπιζε στη φυλακή, μετά από παραδοχή, ποινή φυλάκισης 3 χρόνων σε κατηγορία παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α' , δηλαδή 12,1311 γραμμαρίων οπίου και ποινή φυλάκισης 9 μηνών στη δεύτερη κατηγορία της παράνομης κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου, τάξεως Β 2.0659 γραμμάρια ρητίνης κάνναβης. Μειώνοντας την ποινή στα δύο χρόνια αναφέρθηκαν στην απόφαση τα πιο κάτω: «Η τριετής ποινή φυλάκισης στην πρώτη κατηγορία κρίθηκε έκδηλα υπερβολική και μειώθηκε κατ' έφεση σε ποινή φυλάκισης 2 ετών, ενόψει του είδους και της μικρής ποσότητας των ναρκωτικών, του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος είναι χρήστης υποβαλλόμενος σε ψυχιατρική και ψυχολογική στήριξη για να ξεπεράσει το στερητικό σύνδρομο που αντιμετωπίζει στη Φυλακή, της άμεσης παραδοχής και της συνεργασίας του με τις Αστυνομικές αρχές και του λευκού του μητρώου». Στην υπόθεση Hijazi v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 99, ο εφεσείων, ηλικίας 33 ετών παντρεμένος με τέσσερα παιδιά, βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε κατηγορία που αφορούσε σε κατοχή σκευασμάτων βάρους 9,9 γραμμαρίων που περιείχαν 98% κοκαΐνη με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλο πρόσωπο το οποίο θα του εξασφάλιζε βίζα για να μεταφέρει το παιδί του για σκοπούς θεραπείας στη Σουηδία. Το Κακουργιοδικείο του επέβαλε ποινή φυλάκισης 4 ετών. Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση τόνισε, μεταξύ άλλων, ότι οποιοσδήποτε και αν είναι ο σκοπός της εμπορίας ναρκωτικών, ο σκοπός αυτός δεν αγιάζει τα μέσα και οποιοσδήποτε ανθρωπιστικός λόγος δε δικαιολογεί την εμπορία ναρκωτικών. Στην Θεμιστοκλέους ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 96/2015, ημερ.19.2.2016, ECLI:CY:AD:2016:B102, ECLI:CY:AD:2016:B102, ο εφεσείοντας, μετά από δική του παραδοχή κρίθηκε ένοχος σε κατηγορίες κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, δηλαδή 10,7921 γραμμαρίων κοκαΐνης (1η κατηγορία) και χρήσης κοκαΐνης (3η κατηγορία), ενώ μετά από ακροαματική διαδικασία κρίθηκε ένοχος στην κατηγορία της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, δηλαδή 10,7741 γραμμαρίων κοκαΐνης, με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα (2η κατηγορία). Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε σ' αυτόν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 18 μηνών στην 1η κατηγορία, 2½ χρόνων στην 2η κατηγορία και 9 μηνών στην 3η κατηγορία. Η έφεση κατά της ποινής απορρίφθηκε. Τέλος στην υπόθεση Ηλιάδη Μαρία ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 412, στην οποία η Εφεσείουσα παραδέχθηκε ενοχή σε 4 κατηγορίες που αφορούσαν εισαγωγή και κατοχή 72 γραμμαρίων Κάνναβης , ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β', επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 5 μηνών. Καθίσταται σαφές ότι εδώ αντιμετωπίζουμε τον κατηγορούμενο ως χρήστη ναρκωτικών και όχι ως έμπορο, παρόλο που γνωρίζουμε ότι είναι οι χρήστες που συντηρούν την εμπορία των ναρκωτικών (Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240. Τέλος όσο αφορά τις κατηγορίες 9, 10, 11 και 12 αναφέρω ότι σχετικά με την διάπραξη του αδικήματος της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (Κατηγορία 9) τιμωρείται, με βάση το άρθρο 280 του Κεφ.154, με ποινή φυλάκισης 2 ετών .Όσον αφορά το αδίκημα της παράνομης εισόδου στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ 71 λέχθηκε για τέτοιου είδους αδικήματα ότι είναι καθήκον των Δικαστηρίων να προστατεύσουν αποτελεσματικά το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής των πολιτών και το απαραβίαστο της κατοικίας τους. Από δε την Theodoulou v. The Police
(1968)2 C.L.R. 159, προκύπτει ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης σε σοβαρές περιπτώσεις διάπραξης τέτοιων αδικημάτων είναι η ενδεδειγμένη και ότι οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου δεν πρέπει να συνιστούν εμπόδιο στην δέουσα εφαρμογή του νόμου για την προστασία των ανθρώπων όταν βρίσκονται στην κατοικία τους. Μάλιστα στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι η ενδεδειγμένη ποινή ήταν αυτή της φυλάκισης για χρονικό διάστημα που να είναι αποτρεπτικό τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και ως προειδοποίηση για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την φυσική τους δύναμη για να τρομοκρατήσουν άλλους ανθρώπους. Το αδίκημα της πρόκλησης ανησυχίας (Κατηγορία 11) είναι ένα αδίκημα που δεν πρέπει να υποτιμάται. Μπορεί αριθμητικά το μέγιστο ύψος ποινής που ο Κυπριακός Ποινικός Κώδικας προνοεί για τη διάπραξη του αδικήματος αυτού να είναι χαμηλότερο σε σχέση με προβλεπόμενες ποινές άλλων αδικημάτων του Κεφ.154 κατατάσσοντας το ως πλημμέλημα, εντούτοις δεν παύει από του να ενέχει βαθμό σοβαρότητας, η διάπραξη του οποίου σε καμία περίπτωση πρέπει να παραγνωρίζεται αφού επισύρει, με βάση το άρθρο 95 της κείμενης νομοθεσίας, ποινή φυλάκισης μέχρι τρεις μήνες. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Η ευκολία και η μεγάλη συχνότητα με την οποίαν το αδίκημα αυτό διαπράττεται, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις διάφορες υποθέσεις που καταχωρούνται ενώπιον μου, είναι στοιχεία που ενισχύουν τη σοβαρότητα του. Τα ίδια ισχύουν και για τα αδικήματα της μέθης (κατηγορία 10) και το αδίκημα Αλήτες και περιπλανόμενοι (κατηγορία 12). Τέτοιου είδους αδικήματα στρέφονται κατά της έννομης τάξης και κοινωνικής ηρεμίας και ταυτόχρονα προκαλούν αισθήματα ανησυχίας και αναστάτωσης στην κοινωνία. Ασφαλώς η διάπραξη τέτοιων αδικημάτων δεν προάγει επίπεδο ευγένειας, ηθικής και ευπρέπειας που πρέπει να χαρακτηρίζει τον κάθε πολίτη ή τουρίστα ή επισκέπτη στο νησί αλλά αντίθετα προκαλεί το αίσθημα της ντροπής και της προσβολής τόσο προς το θύμα όσο και προς τη χώρα στην οποία κάποιος κατοικεί ή επισκέπτεται. Σχετική είναι η υπόθεση Yeates και άλλος v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 320. Τέλος πριν επιβάλω ποινές να αναφέρω ότι δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση της συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής η επιφύλαξη του άρθρου 30
(2)του Νόμο 29/77 όσον αφορά τουλάχιστον τα αδικήματα των κατηγοριών 1, 2 και 3 που αφορούν τον αδίκημα της Παράνομης Εισαγωγής. Αρχικά γιατί το εν λόγω άρθρο, αναφέρεται σε χρήση, κατοχή ή μεταφορά ελεγχόμενου φαρμάκου για προσωπική χρήση και δεν κάνει αναφορά σε Εισαγωγή ελεγχόμενου φαρμάκου, κατηγορία που περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης την οποία παραδέχτηκε ο κατηγορούμενος. Σε σχέση με τις κατηγορίες 4, 5 και 6 που αφορούν αποκλειστικά κατηγορίες παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου, κρίνω ότι γι' αυτές μπορούν να γίνουν αποδεκτές οι εισηγήσεις της υπεράσπισης αφού ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος για αδίκημα που αφορά, κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου για προσωπική χρήση . Σε αυτές τις κατηγορίες επιβάλλεται ποινή φυλάκισης που δε θα υπερβαίνει τα δύο έτη, αφού αυτός δεν είχε συμπληρώσει, κατά το χρόνο της διάπραξης του αδικήματος, το εικοστοπέμπτο (25ο) έτος της ηλικίας του, και δεν έχει οποιαδήποτε προηγούμενη καταδίκη για αδίκημα κατά παράβαση του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 20 μηνών 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 22 μηνών 3η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 μηνών 4η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 14 μηνών 5η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 18 μηνών 6η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 μηνών 9η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 1 μήνα 10η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 15 ημέρων 11η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 15 ημερών 12η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 15 ημερών. Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο να συντρέχουν. Όσον αφορά την εισήγηση για αναστολή των ποινών φυλάκισης, στην περίπτωσή του Κατηγορουμένου, δεν συντρέχουν, κρίνω, παράγοντες, οι οποίοι μπορούν να ληφθούν υπόψη, ως συνηγορούντες υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Απόφαση στην οποία καταλήγω, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων τέλεσης των αδικημάτων, της ποσότητας η οποία εντοπίστηκε και τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, οι οποίες, θεωρώ, ότι δεν είναι ικανές να δικαιολογήσουν μία τέτοια απόφαση, επειδή, τέτοια απόφασης, δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής για αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως, ιδιαιτέρως αφής στιγμής βρίσκονται σε έξαρση και θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα σε ότι αφορά τις συνέπειες από τη διάπραξη τους. Το Ανώτατο Δικαστήριο, έχει σε πάρα πολλές αποφάσεις του, τονίσει ότι, δεν ενδείκνυται η αναστολή της ποινής φυλάκισης, όταν το αδίκημα ή τα αδικήματα που αφορά ή αφορούν την υπόθεση, βρίσκεται ή βρίσκονται σε έξαρση και η τιμωρία ενός συγκεκριμένου παραβάτη, είναι επιπρόσθετα το μέσο, να αποτραπούν άλλοι πιθανοί παραβάτες από τη διάπραξη του/τους, διότι, η προστασία του δημοσίου συμφέροντος είναι υπεράνω των οποιονδήποτε προσωπικών περιστάσεων του (βλ. Σ. Π. Ε. Λακατάμιας-Δευτερας Λτδ. ν Δράκου, Πoινική Έφεση Αρ.129/2015, 15/11/2017). Η προκείμενη, είναι μια τέτοια περίπτωση. Οι παράγοντες που προαναφέρθηκαν κατά την επιλογή του είδους της ποινής του Κατηγορουμένου και την επιμέτρηση της, επανεξεταζόμενοι για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που του έχουν μόλις επιβληθεί, ήτοι, μέσα από το σύνολο των περιστάσεων αυτής της υπόθεσης και τις προσωπικές του περιστάσεις, δικαιολογούν, κατά την κρίση μου, την προαναφερόμενη απόφαση μου. Η ποινή φυλάκισης που ο Κατηγορούμενος συνολικά θα εκτίσει, θεωρώ ότι αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε και εξυπηρετεί ταυτοχρόνως και τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Αυτό δεν θα εξυπηρετείτο, αν αυτή η ποινή του Κατηγορουμένου, αναστελλόταν. Ο χρόνος που ο κατηγορούμενος τέλεσε σε προφυλάκιση στην παρούσα υπόθεση - δηλαδή από την 30/06/2022 - να συνυπολογιστεί βάσει του άρθρου 117
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155. (Υπ.) ...................................... Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο