← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. STEPHANOS OUZMPEKOPOULOS, Αρ. Υπόθεσης: 6180/22, 26/10/2022

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. STEPHANOS OUZMPEKOPOULOS, Αρ. Υπόθεσης: 6180/22, 26/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B68 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Μ. Παπαλλά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6180/22 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. STEPHANOS OUZMPEKOPOULOS Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 26/10/2022 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Περγαντή Για Κατηγορούμενο: κα. Π. Σιαηλή Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος μετά από ακροαματική διαδικασία στην κατηγορία της κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων εν καιρώ ημέρας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του Άρθρου 296(δ) του Κεφ.154. Οι λεπτομέρειες του αδικήματος εκτίθενται μέσα από το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου, αλλά και μέσα από την απόφαση του Δικαστηρίου. Η ευπαίδευτη συνήγορος Υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει τα πιο κάτω ως ελαφρυντικούς παράγοντες: 1) Δεν έχει διαπραχθεί αδίκημα και δεν έχει προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά ή φθορά σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. 2) Το λευκό του ποινικό μητρώο. 3) Τις προσωπικές περιστάσεις, το γεγονός ότι είναι πατέρας ενός ανήλικου παιδιού 16 ετών και βρίσκεται σε διάσταση με τη σύζυγό του. 4) Το γεγονός ότι, ως αναφέρει, διετέλεσε ως κάποιο διάστημα άνεργος και άστεγος και 5) Τόνισε τη συνεργασία του στη διεκπεραίωση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αδίκημα που ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος ότι διέπραξε είναι πολύ σοβαρό, γεγονός που αναγνώρισε ευθέως και αμέσως η ευπαίδευτη συνήγορος Υπεράσπισης. Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στον Νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητάς του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπ' όψιν στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας

(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Το αδίκημα της κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων εν καιρώ ημέρας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, η διάπραξή του επισύρει, σύμφωνα με το Άρθρο 296(δ) του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης τρία έτη. Ειδικότερα με το αδίκημα της κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων εν καιρώ ημέρας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, οδηγεί επίσης στην επιβολή ποινής φυλάκισης. Στην υπόθεση Μιχαήλ κ.α. v. Αστυνομία Ποινικές Εφέσεις Αρ. 145/2014 και 146/2014 ημερ. 15.04.2016, ποινή φυλάκισης τριών μηνών που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο επικυρώθηκε από το Εφετείο. Παρόλο ότι το αδίκημα αφορούσε κατοχή εργαλείων εν καιρώ νύχτας, εντούτοις το σκεπτικό που διέπει τη διάπραξή του ταυτίζεται με το αδίκημα της δικής μας περίπτωσης. Ομοίως στην υπόθεση Petrica v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 278, όπου επικυρώθηκε ποινή φυλάκιση 12 μηνών σε άτομο που μαζί με την κατοχή διαρρηκτικών εργαλείων κρίθηκε ένοχος στη διάπραξη των αδικημάτων της διάρρηξης και κλοπής. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με τη Νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά, ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευσή της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση, σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την Υπεράσπιση, καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη, όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, τόσο για τον ίδιο τον Κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.2009). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι τα γεγονότα που την περιβάλλουν καθώς και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχτηκε το αδίκημα την καθιστούν σοβαρή. Αυτά είναι στοιχεία που προσμετρούν εις βάρος του Κατηγορουμένου. Από τα ενώπιόν μου γεγονότα και τα όσα έχει αναφέρει η ευπαίδευτη συνήγορός του λαμβάνω υπ' όψιν: 1) Το λευκό του ποινικό μητρώο. 2) Την απολογία του ουσιαστικά προς το Δικαστήριο. 3) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις, ως αυτές έχουν εκτεθεί από την ευπαίδευτη συνήγορό του. 4) Το γεγονός ότι είναι πατέρας ενός ανήλικου παιδιού. 5) Το ότι δεν διαπράχθηκε οποιοδήποτε άλλο αδίκημα και οποιαδήποτε ζημιά σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Συνεπώς κρίνω υπό τις περιστάσεις ότι κατάλληλη υπό τις περιστάσεις ποινή είναι αυτή της φυλάκισης και επιβάλλω ποινή φυλάκισης 3 μήνες και η έκτιση της ποινής να ξεκινά από την ημέρα που αυτός τελεί υπό κράτηση. Όσον αφορά ζητήματα αναστολής δεν έγινε η οποιαδήποτε εισήγηση. Σε κάθε περίπτωση όμως, ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου, θα εξετάσω τώρα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκισή του ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Με τον Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το Άρθρο 3
(2), το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.2009). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτήν είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του Δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπ' όψιν το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (Α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξής του (β) το ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου, δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας Κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11‑13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης, καθώς και των προσωπικών συνθηκών του Κατηγορουμένου, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Η ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου, όπως αυτή αναδύεται από τον βαθμό και έκταση της ποικιλόμορφης παράνομης δράσης του Κατηγορουμένου μέσα από τη διάπραξη αδικημάτων που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας, επιτάσσει την επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης, χωρίς έτσι να παρέχεται περιθώριο στο Δικαστήριο για κάτι διαφορετικό. Ωστόσο όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες λήφθηκαν υπ' όψιν για τη δραστική μείωση των ποινών που του επιβλήθηκαν (βλέπε Άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.2009, Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663). (Υπ.) ................................. Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.