Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΕΚΤΩΡΑΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 6447/18, 24/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B66 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Μ. Παπαλλά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6447/18 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΕΚΤΩΡΑΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 24/10/2022 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Μ. Παπαγεωργίου Για Κατηγορούμενο: κος Ν. Μάντης Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος κατά παράβαση του άρθρου 280 του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα (πρώτη κατηγορία) της απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα (δεύτερης κατηγορία) , της οπλοφορίας για διέγερση τρόμου κατά παράβαση του άρθρου 80 του Κεφ.154 (τρίτη κατηγορία) και της ανησυχίας κατά παράβαση του άρθρου 95 του Κεφ.154 (τέταρτη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 26/09/2018 στην Πάφο, αφού εισήλθε παράνομα σε αρτοποιείο, που βρίσκεται στην Λεωφόρο Ελευθερίου Βενιζέλου 72 στην Πάφο με σκοπό τον εκφοβισμό, εξύβριση ή όχληση του κατόχου αυτής, ενώ ταυτόχρονα απείλησε την παραπονούμενη (ΜΚ2) να του κάνει σάντουιτς αλλιώς θα της κόψει τα μαλλιά της . Επίσης κατά τον χρόνο και τόπο της πρώτης κατηγορίας μετέφερε χωρίς νόμιμη αιτία ένα ψαλίδι με μαύρη χειρολαβή μήκους 20 εκατοστών . Επίσης προκάλεσε θόρυβο κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε δυο μάρτυρες. Με ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 03/10/2022 το Δικαστήριο αποφάσισε ότι έχει αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση αναφορικά με τις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ένορκη κατάθεση δίχως να καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Επιπλέον, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν επτά
(7)τεκμήρια. Ως Τεκμήριο 1 από κοινού και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της κατατέθηκε η κατάθεση του Αστ. 1299, Σ. Γιούπη. Σε αυτήν αναφέρεται ότι στις 27/09/2018 και μεταξύ των ωρών 19:37 - 19:50 στο τμήμα μικροπαραβάσεων Πάφου κατά τη διερεύνηση υπόθεσης, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο αφού προηγουμένως τον πληροφόρησε γραπτώς για το αδίκημα το οποίο διερευνούσε και του επέστησε γραπτώς την προσοχή του στο Νόμο. Ακολούθως του έθεσε κάποιες ερωτήσεις στις οποίες δεν απάντησε και δεν τις υπόγραψε. Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 19:55 - 20:00 στο τμήμα μικροπαραβάσεων τον κατηγόρησε γραπτώς και απάντησε ΔΕΝ ΠΑΡΑΔΕΧΟΜΑΙ. Αρνήθηκε περαιτέρω να υπογράψει την απάντηση του. Περαιτέρω κατατέθηκε από κοινού ως προς την λήψη της ως Τεκμήριο 2, η κατάθεση του κατηγορουμένου και περαιτέρω από κοινού το έντυπο με τις γραπτές κατηγορίες προς τον Κατηγορούμενο το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Επίσης αναφορικά με το τεκμήριο 5 δεν αμφισβητήθηκε ότι ήταν το ψαλίδι που χρησιμοποιήθηκε από τον κατηγορούμενο κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο στο εν λόγω κατάστημα. Ο ΜΚ1 ήταν ο αστυφύλακας 2952, Νικόλας Χειμώνας, μέρος της μαρτυρίας του οποίου ήταν η γραπτή κατάθεση του που κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Συνοψίζοντας τη μαρτυρία του μπορεί να λεχθεί ότι στις 27/09/2018 και περί ώρα 00:25 έλαβε μήνυμα από τον Αξιωματικό Υπηρεσίας ότι σε συγκεκριμένο φούρνο στην Λεωφόρο Ελευθερίου Βενιζέλου στην Πάφο, είχε εισέλθει προηγουμένως κάποιο άγνωστο πρόσωπο το οποίο κρατούσε ψαλίδι και έλεγε στην υπάλληλο ότι θα της έκοβε τα μαλλιά. Την ίδια ημέρα και ώρα 00:35 μετέβη στον εν λόγω φούρνο όπου διενήργησε επιτόπιες εξετάσεις από τις οποίες διαπιστώθηκε ότι περί ώρα 23:45 την 26/09/18 άγνωστο πρόσωπο αφού εισήλθε στο φούρνο κατευθύνθηκε προς το ταμείο και πήρε από τον πάγκο του ταμείου ένα ψαλίδι με μαύρη χειρολαβή. Ακολούθως το πρόσωπο αυτό απευθύνθηκε στην υπάλληλο λέγοντας της πώς θα της κόψει τα μαλλιά ενώ την ίδια στιγμή κρατώντας το ψαλίδι πλησίασε πελάτη του αρτοποιείου, λέγοντας του πως θα του κόψει επίσης τα μαλλιά. Στη συνέχεια απευθύνθηκε πάλι στην υπάλληλο λέγοντας της πως θέλει να του κάνει ένα σάντουιτς διαφορετικά θα της κόψει τα μαλλιά. Αφού η υπάλληλος φοβήθηκε , αυτή βγήκε από το αρτοποιείο και το εν λόγω πρόσωπο στην παρουσία του πελάτη, κρατώντας το ψαλίδι έσπασε μπαλόνια που βρίσκονταν εντός του φούρνου και αφού πήγε σε πάγκο με σοκολάτες, έπιασε δέσμες από μεγάλες σοκολάτες και τις μετακίνησε σε διπλανό πάγκο. Ακολούθως αφού υποψιάστηκε ότι θα ενημερωνόταν η Αστυνομία για το πιο πάνω συμβάν, άφησε το ψαλίδι πάνω στον πάγκο του ταμείου και έφυγε οδηγώντας το αυτοκίνητο του συγκεκριμένης μάρκας, χωρίς να πάρει οτιδήποτε από το αρτοποιείο. Στη συνέχεια και κατά τη διάρκεια που ο ΜΚ1 βρισκόταν στο αρτοποιείο , περί ώρα 00:45, εισήλθε εκ νέου σε αυτό ο Κατηγορούμενος, τον οποίο ο ΜΚ1 γνωρίζει προσωπικά στα πλαίσια διερεύνησης προηγούμενων υποθέσεων του τμήματος . Εκείνη την στιγμή η υπάλληλος του αρτοποιείου, του υπέδειξε τον κατηγορούμενο και του ανέφερε ότι είναι το πρόσωπο που είχε εισέλθει προηγουμένως στο αρτοποιείο και είχε πάρει το ψαλίδι από το ταμείο. Αυτός ζήτησε από την υπάλληλο να του κάνει ένα σάντουιτς και αφού ο ΜΚ1 τον πλησίασε, τον ρώτησε να του αναφέρει κατά πόσο είχε προσέλθει προηγουμένως στο φούρνο και αυτός του απάντησε, όχι. Ακολούθως βγήκε από το φούρνο και επιβιβάστηκε σε αυτοκίνητο με αριθμούς εγραφής ΧΧΧ029, μάρκας Suzuki ΧΧΧΧΧ χρώματος αργυρού και έφυγε προς άγνωστη κατεύθυνση. Στα πλαίσια εξετάσεων, την ίδια ημέρα 27/09/2018 και ώρα 01:40, ο ΜΚ1, παρέλαβε από την παραπονούμενη, ένα ψαλίδι με μαύρη χειρολαβή, μήκους 20 εκατοστών το οποίο του υπέδειξε ότι επρόκειτο για το ψαλίδι που είχε πάρει ο κατηγορούμενος από τον πάγκο του ταμείου του καταστήματος (Τεκμήριο 5) . Αντεξεταζόμενος, επιβεβαίωσε ότι όσα έχει αναφέρει του τα είχε πει η παραπονούμενη όσο αφορά το χρονικό σημείο πριν ο ίδιος φτάσει στο φούρνο. Υποβλήθηκε περαιτέρω στο μάρτυρα ότι ο κατηγορούμενος δεν απείλησε κανένα άτομο και ότι ο κατηγορούμενος τους ρώτησε εάν μπορεί να τους κόψει τα μαλλιά, υπό μορφή αστείου, θέση με την οποία ουσιαστικά ο ΜΚ1 διαφώνησε αφού ανέφερε ότι απλά αυτό αποτελεί τη θέση της υπεράσπισης. ΜΚ2 ήταν η παραπονούμενη (Natela Chikvaidze), μέρος της μαρτυρίας της οποίας ήταν η γραπτή κατάθεση της στην αστυνομία ημερομηνίας 27/09/2018, Τεκμήριο
- Σ' αυτήν αναφέρει ότι κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν ως νυχτερινή υπάλληλος μόνης της στο συγκεκριμένο φούρνο. Η ώρα 23:45 την 26/09/2018 ενώ βρισκόταν στο ταμείο διότι είχε πελάτη, μπήκε μέσα στο φούρνο ο Κατηγορούμενος. Αυτός ήρθε κοντά στο ταμείο και μίλησε στον πελάτη που ήταν ήδη στο χώρο στα αγγλικά και ο πελάτης κατάλαβε ότι αυτός δεν πάει καλά και έφυγε. Μετά μπήκε κάποιος άλλος πελάτης που πήγε να αγοράσει αλμυρά και αυτός έπιασε ένα μαύρο ψαλίδι που είχε η ΜΚ2 πάνω στο ταμείο, μέσα σε ένα ποτήρι και πλησίασε τον πελάτη. Αφού πήγε κοντά του, κρατώντας το ψαλίδι στο χέρι του, τον πλησίασε στην κεφαλή του και του είπε έλα να σου κόψω τα μαλλιά σου. Η ΜΚ2 φοβήθηκε βλέποντας αυτό το πράγμα το οποίο έκανε και πήγε κοντά στον πελάτη και του είπε να μην φύγει μέχρι να φύγει ο κατηγορούμενος από το κατάστημα. Μετά ήρθε κοντά στο ταμείο που στεκόταν η ΜΚ2, στη μέσα πλευρά του πάγκου δείχνοντας της το ψαλίδι, και της είπε «κάνε μου ένα σάντουιτς γιατί αν δεν μου κάνεις θα σου κόψω τα μαλλιά σου». Ακολούθως πήγε πίσω στο ψυγείο που είναι τα γλυκίσματα και η ΜΚ2 βγήκε σιγά σιγά έξω από το κατάστημα. Ο πελάτης έμεινε μέσα και η ΜΚ2 βλέποντας μέσα στο φούρνο από την βιτρίνα, τον είδε να σπάζει μπαλόνια που ήταν μέσα στο φούρνο με το ψαλίδι. Την ίδια ώρα πήγε στον πάγκο με τις σοκολάτες, έκανε δέσμες από σοκολάτες και τις μετακινούσε σε διπλανό πάγκο. Ο πελάτης που ήταν μέσα στο φούρνο προσπάθησε να τον ηρεμήσει και μάλλον του είπε ότι θα καλέσει την αστυνομία και τότε όπως εικάζει η ΜΚ2 πρέπει να φοβήθηκε, πέταξε το ψαλίδι πάνω στον πάγκο του ταμείου , βγήκε από το κατάστημα χωρίς να πάρει οτιδήποτε μπήκε στο αυτοκίνητο του με αριθμούς εγγραφής ΧΧΧ029 , μάρκας Suzuki, χρώματος αργυρό και έφυγε. Τηλεφώνησε όπως αναφέρει στον υπεύθυνο της ο οποίος πρέπει να ενημέρωσε την αστυνομία, όπου λίγο αργότερα κατέφθασε στην σκηνή. Καθώς η αστυνομία ήταν στο φούρνο, λίγο αργότερα ήρθε στο φούρνο πάλι ο κατηγορούμενος και ζήτησε ξανά να του κάνει σάντουιτς. Όταν η ΜΚ2 ανέφερε στην αστυνομία ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο που ήρθε προηγουμένως οι Αστυνομικοί τον πλησίασαν για να του μιλήσουν, αυτός βγήκε από το φούρνο και μπήκε ξανά μέσα στο αυτοκίνητο του και έφυγε. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης της ανέφερε ότι φοβήθηκε από τη συμπεριφορά αυτή του Κατηγορούμενου διότι ήταν νύχτα και ήταν μόνη της, χωρίς να αποκλείει ότι η συμπεριφορά του αυτή ήταν είτε λόγω αστείου ή διότι ήταν νευριασμένος. Αντεξεταζόμενη συμφώνησε με τη θέση της υπεράσπισης ότι ο φούρνος ήταν ανοικτός στο κοινό και ότι ο κατηγορούμενος δεν έφερε μαζί του ψαλίδι και ότι το βρήκε στο φούρνο. Ανέφερε ότι κατηγορούμενος της είπε «Θα σου κόψω τα μαλλιά εάν δεν μου κάνει σάντουιτς». Συμφώνησε ότι ήταν υποχρέωση της να κάνει σάντουιτς στον κατηγορούμενο και διερωτήθηκε κατά πόσο αυτός έκανε αστείο ή ήταν νευριασμένος. Σε υπόδειξη ότι δεν αντιλήφθηκε το αστείο απάντησε ότι η ίδια φοβήθηκε αφού ήταν μόνη της και ήταν νύχτα. Ως πωλήτρια που ήταν και ως γυναίκα φοβήθηκε και γι' αυτό το λόγο βγήκε έξω και πήρε τηλέφωνο τον υπεύθυνο της. Όπως ήδη λέχθηκε, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Μέρος της μαρτυρίας του υπήρξε γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 10/10/2022 (Τεκμήριο 7). Συνοπτική καταγραφή της μαρτυρίας του κατηγορουμένου αναφέρει ότι αρνείται ότι διέπραξε τα αδικήματα τα οποία κατηγορείται και αναφέρει ότι επισκέφθηκε το συγκεκριμένο φούρνο χωρίς να έχει πρόθεση να προκαλέσει οχληρία, εκφοβισμό, εξύβριση ή όχληση οποιασδήποτε μορφής. Εισήλθε όπως αναφέρει στο φούρνο και είδε πάνω στο ταμείο να βρίσκεται ένα ψαλίδι. Σε μια προσπάθεια του να κάνει αστείο με τον πελάτη που υπήρχε εκεί, τον ρώτησε εάν μπορεί να του κόψει λίγο από τα μαλλιά του. Αυτό όπως υποστηρίζει έγινε με χαμόγελο και ήταν ξεκάθαρο ότι το εννοούσε ως αστείο. Δεν τον απείλησε ή φώναξε με οποιοδήποτε τρόπο. Σε καμιά περίπτωση δεν του είπε όπως ισχυρίζεται, ότι θα του κόψει τα μαλλιά χωρίς να τον ρωτήσει. Επίσης ζήτησε από την υπάλληλο του καταστήματος να του κάνει σάντουιτς . Απέρριψε τον ισχυρισμό της ΜΚ2 ότι της είπε να του κάνει σάντουιτς αλλιώς θα της κόψει τα μαλλιά, χαρακτηρίζοντας το ως θρασύτατο ψέμα. Παραδέχθηκε ότι όντως τη ρώτησε «αν μπορεί να της κόψει λίγο μαλλί», υπό μορφή αστείου, χαμογελώντας. Τόνισε ότι ο φούρνος προσφέρει υπηρεσίες ετοιμασίας σάντουιτς και δεν χρειαζόταν να την απειλήσει για να του ετοιμάσει σάντουιτς αφού ήταν μέρος των επαγγελματικών της καθηκόντων. Αυτό και μόνο σύμφωνα με τον κατηγορούμενο καταδεικνύει ότι ο ισχυρισμός ότι αν δεν του κάνει σάντουιτς θα της έκοβε τα μαλλιά είναι ψευδής αφού ήταν «σίγουρο» ότι θα του έκανε σάντουιτς και δεν χρειαζόταν να την απειλήσει. Απέδωσε όλα όσα έγινε σε αστείο δεν απείλησε όπως ανέφερε οποιοδήποτε ότι θα του κόψει τα μαλλιά. Διευκρίνισε διαβάζοντας την γραπτή του δήλωση, ότι η αναφορά στην λέξη «χαμογελώντας» που αναγράφει η δήλωση του, δεν ήταν όπως αναφέρει χαμογελώντας το ύφος του, ήταν «κανονικό τέλος πάντων», διερωτώμενος τι ανάγκη είχε να την απειλήσει για να του κάνει σάντουιτς. Ανέφερε περαιτέρω ότι « είδα το ψαλίδι τζιαμέ τζιαί είπα να το πιάσω για να κάμω ένα αστείο με τζιείνην την υπάλληλο, γιατί εφαίνετουν έτσι λίο αστείο το πρόσωπο της τζιαί είπα, είδα το ψαλίδι τζιαμέ τζιαί είπα να κάμω ένα αστείο μαζί της να γελάσω λίο και έπιασα το ψαλίδι και είπα της , μπορώ να σου κόψω λίο μαλλί και πήγα προς το μέρος της και εκείνη εφοάτουν και πήγαινε πίσω - πίσω». Υιοθέτησε παράλληλα την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία τεκμήριο 2, στην οποία ουσιαστικά δεν απαντά σε καμιά ερώτηση και αναφέρει ότι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι στους πελάτες τους ρώτησε «εάν μπορεί να τους κόψει λίο μαλλί» με το ψαλίδι που βρήκε δίπλα από το ταμείο, υποστηρίζοντας ότι συνήθως κάνει τέτοια αστεία. Στην παραπονούμενη - ΜΚ2 υποστήριξε ότι ανέφερε «έλα να σου κόψω λλίο μαλλί, μην φοβάσαι» και αυτή φοβόταν και κινείτο στο χώρο λίγο φοβισμένη. Υποστήριξε ότι κάποιος που τον γνωρίζει θα καταλάβει ότι κάνει αστείο ενώ κάποιος που δεν τον ξέρει μπορεί να φοβηθεί, ισχυριζόμενος ότι τώρα έχει σταματήσει να προβαίνει σε τέτοιες πράξεις ένεκα θεμάτων με το Νόμο. Παραδέχθηκε περαιτέρω ότι η κατηγορούμενη φοβήθηκε και βγήκε έξω από το φούρνο. Επίσης ανέφερε ότι με το ψαλίδι πήγε και σε άλλους πελάτες και τους ρώτησε αν θέλουν να τους κόψει λίγα μαλλιά και στη συνέχεια με το συγκεκριμένο ψαλίδι έσπασε και μπαλόνια, παραδεχόμενος ότι όπως χαρακτηριστικά ανέφερε «έκανα λίγες αταξίες η αλήθεια», αποδίδοντας την ενέργεια του αυτή σε αστείο. Απάντησε περαιτέρω ότι πιθανόν ο λόγος που πήρε το αυτοκίνητο του και έφυγε ήταν διότι είχε ειδοποιηθεί η αστυνομία, αναφέροντας παράλληλα ότι τα νούμερα του αυτοκινήτου του ήταν XXXO29, μάρκας Suzuki. Παραδέχθηκε επίσης ότι επέστρεψε πίσω στο φούρνο μετά που έφυγε διότι πιθανόν να ήθελε να αγοράσει κάτι και αφού τον ρώτησε ο αστυνομικός εάν ήταν ο ίδιος που ήταν στο φούρνο προηγουμένως, του απάντησε αρνητικά διότι όπως ανέφερε δεν ήθελε να τον συλλάβει. Σε υπόδειξη ότι είπε ότι αστειευόταν και τότε ποιος ήταν ο λόγος που φοβόταν την σύλληψη, απάντησε «δεν ξέρω γιατί», αναφέροντας περαιτέρω ότι όταν έσπασε τα μπαλόνια ένιωσε ότι έκανε ανησυχία. Σε υποβολή ότι προκάλεσε φόβο προς την παραπονούμενη, το παραδέχθηκε και ότι της διέγειρε τρόμο. Περαιτέρω σε υποβολή ότι προκάλεσε θόρυβο με τέτοιο τρόπο ώστε να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης μέσα στο φούρνο με τη συμπεριφορά του, παραδέχθηκε ότι έσπασε μπαλόνια και τα όποια έκαναν θόρυβο. Επίσης παραδέχθηκε ότι με το να σπάσει μπαλόνια προκάλεσε θόρυβο με τρόπο που διασάλευσε την ειρήνη μέσα στο φούρνο με την συμπεριφορά του, απέρριψε όμως ότι εισήλθε μέσα στο φούρνο με σκοπό να εκφοβίσει, εξυβρίσει και ενοχλήσει την παραπονούμενη. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα Δικαστηρίου: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που καθορίστηκαν μέσα από τη νομολογία (Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13). Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Ο ΜΚ1 ήταν ο αστυφύλακας που ανέλαβε τη διερεύνηση του επιδίκου περιστατικού μέσα από το οποίο προέκυψε καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου της παρούσας ποινικής υπόθεσης. Ο εν λόγω μάρτυρας προέβηκε σε συγκεκριμένες ενέργειες, οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο. Η μαρτυρία του ΜΚ1 παρέμεινε αναντίλεκτη και ως εκ τούτου χωρίς δεύτερη σκέψη γίνεται αποδεκτή ως αληθή και αξιόπιστη, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 4 που αποτελεί μέρος αυτής. Βέβαια το κομμάτι της μαρτυρίας του ΜΚ1 που περιέχει αναφορά του, για την οποίαν αποκλειστική πηγή γνώσης του είναι η ενημέρωση που έλαβε από την παραπονούμενη ΜΚ2 πριν αυτός μεταβεί στο χώρο του φούρνου, δεν λαμβάνεται υπόψη, όχι επειδή είναι εξ' ακοής μαρτυρία που σαφώς δεν αποκλείεται από αξιολόγηση ως τέτοια που είναι αφού αξιολογείται στη βάση παραμέτρων που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου όταν αξιολογεί τέτοια μαρτυρία και παρέχονται κατά τρόπο μη εξαντλητικό από το άρθρο 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου μετά των συναφών τροποποιήσεων (Κεφ.9), αλλά επειδή το άτομο αυτό προσήλθε στο Δικαστήριο όπου κατέθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας (ΜΚ2) και έτσι το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ακούσει τις αναφορές του από την ίδια και έτσι να αξιολογήσει το σύνολο της δικής της μαρτυρίας. Ειδικότερα από τη μαρτυρία του ΜΚ1 αποδέχομαι τα πιο κάτω, τα οποία αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: (α) Την 27/09/2018 έλαβε μήνυμα από τον Αξιωματικό Υπηρεσίας ότι σε συγκεκριμένο φούρνο που βρίσκεται σε συγκεκριμένη οδό είχε εισέλθει προηγουμένως κάποιο πρόσωπο το οποίο κρατούσε ψαλίδι και έλεγε στην υπάλληλο και σε πελάτη ότι θα τους έκοβε τα μαλλιά. (β) Την ίδια ημέρα και ώρα 00:35 μετέβηκε στο συγκεκριμένο φούρνο όπου διενέργησε επιτόπιες εξετάσεις από τις οποίες έλαβε ουσιαστικά πληροφορίες για το τι έγινε πριν αυτός προσέλθει στο συγκεκριμένο χώρο. (γ) Ακολούθως και περί ώρα 00:45 και ενώ βρισκόταν στο φούρνο, εισήλθε ο Κατηγορούμενος, τον οποίο γνωρίζει από προηγούμενες υποθέσεις. Μόλις ο Κατηγορούμενος εισήλθε εντός του αρτοποιείου, η παραπονούμενη ΜΚ2 τον υπέδειξε ως το πρόσωπο που είχε εισέλθει προηγουμένως και είχε πάρει το ψαλίδι. (δ) Ο κατηγορούμενος ζήτησε από τη ΜΚ2 να του κάνει σάντουιτς. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι είχε προσέλθει προηγουμένως στο φούρνο και ακολούθως επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο του με αριθμό εγγραφής [ ] μάρκας Suzuki Jimny χρώματος αργυρού και έφυγε προς άγνωστη κατεύθυνση. Παρέλαβε από τη ΜΚ2 το ψαλίδι που χρησιμοποίησε ο Κατηγορούμενος το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Η παραπονούμενη (ΜΚ2) έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο αφού στις τοποθετήσεις της που αφορούσαν την εκδοχή της ήταν σταθερή και συνεπής. Σε καμία περίπτωση αντιλήφθηκα ότι προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο κατασκευάζοντας μαρτυρία. Αντίθετα αυτό που αβίαστα εισέπραξα ήταν ότι επρόκειτο για ειλικρινή μάρτυρα που απαντούσε με αυθορμητισμό, θετικότητα και χωρίς τάση υπεκφυγής. Με σεβασμό στην αλήθεια η παραπονούμενη ήλθε και κατέθεσε τα γεγονότα εκείνα που είχε βιώσει και που πραγματικά διαδραματίστηκαν. Η δε μαρτυρία της είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις που θα έπλητταν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία της ως μάρτυρα, το επίπεδο της οποίας παρέμεινε ακλόνητο μέχρι το τέλος, με αποτέλεσμα να καθίσταται πειστική απέναντι στο Δικαστήριο. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι την μαρτυρία της παραπονούμενης, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 6 που αποτελεί μέρος της, ως αληθή και αξιόπιστη και ότι εκφράζει την αληθινή όψη των γεγονότων. Δείγμα παράλληλα της ειλικρίνειας της ΜΚ2 αποτελεί και το γεγονός ότι δεν απέκλεισε ο κατηγορούμενος να είχε πρόθεση να κάνει αστείο, όμως σε κάθε περίπτωση εξήγησε ξεκάθαρα ότι η ίδια φοβήθηκε από την εν λόγω συμπεριφορά του ένεκα του ότι το επίδικο περιστατικό έγινε νύχτα στο χώρο που εργαζόταν ως πωλήτρια. Το γεγονός ότι φοβήθηκε το επιβεβαιώνει και το γεγονός ότι ειδοποίησε τον υπεύθυνο του καταστήματος. Εν προκειμένω κρίνω ότι η ΜΚ2 έχει παραθέσει στο Δικαστήριο μια άκρως ικανοποιητική εξήγηση για τους λόγους που αυτή φοβήθηκε τη δεδομένη χρονική στιγμή. Εν κατακλείδι, παρατηρώντας τη ΜΚ2 την στιγμή που κατέθετε από το ειδώλιο του μάρτυρα, έχω πειστεί ότι οι θέσεις που προέβαλε ήταν ειλικρινείς γι' αυτό και αποδέχομαι την μαρτυρία της στο σύνολο της. Για όλους λοιπόν τους πιο πάνω λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω, η ΜΚ2 κρίνεται αξιόπιστη. Ειδικότερα από την μαρτυρία της ΜΚ2 αποδέχομαι τα πιο κάτω, τα οποία αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: (α) Ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν και εργαζόταν μόνη ως πωλήτρια εντός του φούρνου στον οποίο εργάζετο εισήλθε εντός του χώρου ο Κατηγορούμενος ο οποίος πήρε από το χώρο του ταμείου του φούρνου το ψαλίδι Τεκμήριο 5 και πλησίασε αρχικά ένα πελάτη, τον πλησίασε στο κεφάλι και του είπε έλα να σου κόψω τα μαλλιά. Η Παραπονούμενη φοβήθηκε βλέποντας αυτή τη συμπεριφορά και ζήτησε από τον πελάτη να μην φύγει από τον φούρνο. Ακολούθως ο κατηγορούμενος ήρθε κοντά στην Παραπονούμενη και δείχνοντας της το ψαλίδι της είπε να του κάνει ένα σάντουιτς γιατί εάν δεν του κάνει θα της κόψει τα μαλλιά της. Η Παραπονούμενη φοβήθηκε διότι ήταν μόνη της , ήταν βράδυ και ως πωλήτρια και ως γυναίκα φοβήθηκε βγήκε έξω από το κατάστημα. Το ότι η ΜΚ2 ήταν κάτοχος τη δεδομένη στιγμή της περιουσίας εντός της οποίας εισήλθε ο κατηγορούμενος, δεν αμφισβητήθηκε. (β) Η ΜΚ2 είδε τον Κατηγορούμενο να σπάζει τα μπαλόνια που ήταν μέσα στο φούρνο με το ψαλίδι που κρατούσε ενώ στη συνέχεια πήγε στον πάγκο με τις σοκολάτες και έπιανε δέσμες από αυτές και τις μετακινούσε στον διπλανό πάγκο. (γ) στη συνέχεια πέταξε το ψαλίδι στον πάγκο του ταμείου, βγήκε από το κατάστημα χωρίς να πάρει οτιδήποτε και έφυγε με το αυτοκίνητο του μάρκας Suzuki με αριθμούς εγγραφής ΧΧΧ
- (δ) Ενημερώθηκε η αστυνομία και ήρθε στο χώρο και καθώς η αστυνομία ήταν στο χώρο, επανήλθε ο Κατηγορούμενος στο φούρνο ζητώντας ξανά να του κάνει σάντουιτς. Η αστυνομία που ήταν εκεί τον πλησίασε για να του μιλήσουν και αυτός έφυγε. Ο Kατηγορούμενος, όπως ήδη λέχθηκε, προέβηκε σε ένορκη μαρτυρία. Ως μάρτυρας έκανε φτωχή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν έκδηλο ότι δεν ενδιαφερόταν να εξιστορήσει τα γεγονότα όπως πραγματικά εκτυλίχτηκαν αλλά να παρουσιάσει μία εικόνα ευνοϊκή για την υπόθεση του. Δεν απαντούσε ευθέως αλλά ούτε και με σαφήνεια. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από παλινδρομήσεις και ουσιώδεις αντιφάσεις με αποτέλεσμα να προβάλλονται διαφοροποιημένες εκδοχές από μέρους του. Προς τεκμηρίωση των πιο πάνω αναφέρω τα εξής: Ενώ υιοθέτησε την γραπτή του δήλωση μετά που του την υπέδειξε ο δικηγόρος του όπου σε αυτήν αναφέρεται ότι έκανε συγκεκριμένη ενέργεια χαμογελώντας , κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι «δεν ήταν χαμογελώντας το ύφος μου, ήταν κανονικό τέλος πάντων». Ενώ ειδικότερα με την γραπτή του κατάθεση ουσιαστικά απορρίπτει τα όσα ανέφερε η παραπονούμενη κατά το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του και κατά την αντεξέταση του προβαίνει σε αναφορές προς το πρόσωπο της παραπονούμενης , ότι προέβη στις ενέργειες τις οποίες προέβη καθώς του φάνηκε λίγο αστείο το πρόσωπο της, πράγμα απαράδεκτο, αναγνωρίζοντας εν τέλει ότι η παραπονούμενη φοβήθηκε από την επίδικη συμπεριφορά του. Αναγνώρισε ο ίδιος ο κατηγορούμενος ότι η παραπονούμενη φοβήθηκε και πήγαινε, όπως ο ίδιος αναφέρει, πίσω - πίσω καθώς πήγαινε προς το μέρος της. Περαιτέρω ενώ παραδέχεται ότι χρησιμοποίησε το συγκεκριμένο ψαλίδι ρωτώντας πελάτες του καταστήματος και την πωλήτρια αν θέλουν να τους κόψει λίγο μαλλί, αναγνώρισε ότι η παραπονούμενη φοβήθηκε ισχυριζόμενος ταυτόχρονα ότι κάποιος που δεν τον ξέρει μπορεί να φοβηθεί με τα ισχυριζόμενα αστεία του. Παραδέχθηκε περαιτέρω ότι έσπασε τα μπαλόνια που υπήρχαν στο χώρο απαντώντας ειρωνικά ότι «έκαμα λίγες αταξίες η αλήθεια» ενώ ταυτόχρονα αναγνώρισε ότι πιθανόν ο λόγος που έπιασε το αυτοκίνητο του και έφυγε, ήταν διότι πελάτης από το φούρνο του είπε ότι θα έρθει η αστυνομία. Εφόσον ο κατηγορούμενος δεν είχε πρόθεση να διαπράξει τα αδικήματα και πρόθεση του ήταν να κάνει αστείο όπως ο ίδιος κατέθεσε, για ποιο λόγο εγκατέλειψε το χώρο με το αυτοκίνητο του. Άλλωστε και ο ίδιος παραδέχεται ότι αρνήθηκε στον αστυνομικό που βρισκόταν στο φούρνο κατά την επιστροφή του σε αυτόν, ότι ήταν το πρόσωπο που ήταν εκεί προηγουμένως διότι δεν ήθελε να τον συλλάβει, αναγνωρίζοντας ουσιαστικά ότι οι πράξεις του ήταν έκνομες αναγνωρίζοντας ότι προκάλεσε ανησυχία. Περαιτέρω στη συνέχεια και παρά τα όσα ανέφερε στην γραπτή του κατάθεση, παραδέχθηκε ότι διέγειρε φόβο στην ΜΚ2 και ότι με το που έσπασε τα μπαλόνια προκάλεσε θόρυβο. Στη βάση των πιο πάνω θεωρώ ότι δεν μπορώ να βασιστώ στα όσα ανέφερε ο Κατηγορούμενος ως προς το ότι ουσιαστικά πρόθεση του ήταν να κάνει αστείο στην παραπονούμενη . Η όλη του συμπεριφορά και στάση ήταν απαράδεκτη, και σε καμιά των περιπτώσεων δεν μπορεί να γίνει ανεκτή. Συνεπώς αυτό το μέρος της μαρτυρίας του απορρίπτεται. Ταυτόχρονα όμως με τα όσα κατέθεσε ο Κατηγορούμενος στη συνέχεια της μαρτυρίας του, φαίνεται ότι αναγνώρισε ότι προκάλεσε θόρυβο με τρόπο που διασάλευσε την ειρήνη μέσα στο φούρνο με τη συμπεριφορά του, ισχυρισμούς τους οποίους εν τέλη αποδέχομαι ένεκα και της αποδεκτής μαρτυρίας που αναλύθηκε ανωτέρω. Ως εκ τούτου, αποδίδω μηδενική βαρύτητα μαρτυρία στο σύνολο της μαρτυρίας του κατηγορουμένου, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 7 εκτός από τις παραδοχές στις οποίες προέβη. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Όπως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος που πραγματεύεται το άρθρο 280 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, οι πρόνοιες του οποίου, όπως ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο, αναφέρουν τα εξής: "Όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου, με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία ή με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας· ή όποιος, αφού εισέρθει νόμιμα σε τέτοια περιουσία, παραμένει σε αυτή παράνομα, με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: Ø η είσοδος σε περιουσία Ø η περιουσία δεν είναι στην κατοχή του αδικοπραγούντα Ø ο αδικοπραγών έχει σκοπό (πρόθεση) Ø να διαπράξει ποινικό αδίκημα ή Ø να εκφοβίσει, εξυβρίσει ή ενοχλήσει το νόμιμο κάτοχο της περιουσίας. Από τη μελέτη του άρθρου 280 του Κεφ. 154, είναι εμφανές ότι το υπό κρίση αδίκημα, μπορεί να συντελεστεί με διάφορους τρόπους. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Andreas Elia Lambides v. The Police
(1967)2 C.L.R. 142, το άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα, καλύπτει ένα ευρύ φάσμα συμπεριφοράς που συνιστά εγκληματική επέμβαση γι' αυτό θα πρέπει στο κατηγορητήριο να αναφέρεται η συγκεκριμένη συμπεριφορά, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της κάθε κατηγορίας. Περαιτέρω στην πιο πάνω υπόθεση, έγινε αναφορά σε μια απόφαση του Ανακτοσυμβουλίου σε υπόθεση της Κεϋλάνης που αναφέρεται στην παράγραφο 10488 του Current Law Consolidation 1947-1951. Στην υπόθεση αυτή λέχθηκε ότι όταν ο πραγματικός ή βασικός σκοπός της εισόδου του κατηγορούμενου σε περιουσία είναι για να διαπράξει αδίκημα ή να υβρίσει ή ενοχλήσει τον κάτοχο και ότι η επίκληση δικαιώματος ήταν μια απλή δικαιολογία για να καλύψει τον πραγματικό λόγο τότε το αδίκημα της εγκληματικής επέμβασης θεωρείται ότι έχει πραγματοποιηθεί (βλ. Sinnasamy Selvanayaqam v. R.
(1951)A.C. 83, P.C. Στην Νεόφυτος Ιωάννου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 493 λέχθηκε ότι το άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 δημιουργεί ένα αδίκημα το οποίο συνίσταται ουσιαστικά στην παράνομη παρουσία προσώπου με σκοπό τον εκφοβισμό, την εξύβριση ή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Ο Νόμος ήθελε να καταστήσει σαφές ότι το αδίκημα της παράνομης επέμβασης διαπράττεται ανεξαρτήτως του αν ο κατηγορούμενος εισήλθε μεν νομίμως, αλλά στη συνέχεια εξετράπη ή αν εισήλθε στη συγκεκριμένη περιουσία με πρόθεση εξ' αρχής να διαπράξει τα αδικήματα που αναφέρονται στο Άρθρο 280. Πέραν των πιο πάνω, για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος του άρθρου 280 απαιτείται πρόθεση. Στην Χριστάκης Ανδρέου Ανθία v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 404 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η πρόθεση όχλησης αποτελεί απαραίτητο στοιχείο του αδικήματος (Protopapas, πιο πάνω). Σύμφωνα με καλώς θεμελιωμένη νομολογιακή αρχή η πρόθεση μπορεί να συναχθεί ως πραγματικό γεγονός από τις περιστάσεις που περιβάλλουν την συγκεκριμένη υπόθεση. Δεν είναι αρκετό ότι το συμπέρασμα για ύπαρξη πρόθεσης είναι εύλογο, πρέπει να είναι το μόνο εύλογο συμπέρασμα το οποίο μπορεί να συναχθεί από τα γεγονότα. Το βάρος απόδειξης της πρόθεσης το φέρει η κατηγορούσα αρχή σε όλα τα στάδια της δίκης (Βλ. Stavrinou v. Republic
(1969)2 C.L.R. 97,104, Pefkos ν. Police
(1961)C.L.R. 340, Katelaris ν. Police
(1980)2 C.L.R. 230, Eracleous v. Police
(1972)2 C.L.R. 102, R. v. Georghiades (No. 2) 22 C.L.R. 128 και Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258,262). Η πρόθεση δεν μπορεί να αποδειχθεί με θετική άμεση απόδειξη. Ωστόσο τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του. (Georghiades, πιο πάνω, σελ. 133). Την ίδια προσέγγιση βρίσκουμε και στο 'The Penal Law of India" by Dr. Sir Harri Singh Gour 9th ed., Vol. IV, σελ. 3576-113 σε σχέση με την έννοια του όρου "intent to annoy" στο άρθρο 441 του Ινδικού Ποινικού Κώδικα, το λεκτικό του οποίου είναι ταυτόσημο με το δικό μας άρθρο 280. Την παραθέτουμε: "... direct evidence of intention can hardly ever be produced and the intention has in most cases to be inferred from the circumstances. There is a well-known presumption that every man intends the probable consequence of his act. The presumption is rebuttable, but if it is not rebutted it will stand. The annoyance which is spoken of in Sec. 41, I.P.C., is not intended to be instantaneous. It may happen subsequently." Σε μετάφραση: " ... άμεση μαρτυρία της πρόθεσης δύσκολα μπορεί ποτέ να παρουσιασθεί και η πρόθεση πρέπει στις περισσότερες υποθέσεις να συναχθεί από τις περιστάσεις. Υπάρχει ένα καλώς γνωστό τεκμήριο ότι ο κάθε άνθρωπος έχει πρόθεση να επιφέρει τις πιθανές συνέπειες των πράξεων του. Το τεκμήριο είναι μαχητό, αλλά εάν δεν ανατραπεί θα ισχύσει. Η ενόχληση στην οποία γίνεται αναφορά στο άρθρο 441 του Ινδικού Ποινικού Κώδικα δεν σκοπείται να είναι ακαριαία. Μπορεί να επισυμβεί σε μεταγενέστερο στάδιο."» Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως ορθά έχει επισημανθεί από το Κακουργιοδικείο, ο εφεσείων γνώριζε ότι στο διαμέρισμα κατοικούσαν κάποια πρόσωπα. Ωστόσο εισήλθε στο διαμέρισμα από την «μπαλκονόπορτα» κατά την διάρκεια της νύχτας και επεδίωξε να το ερευνήσει. Θεωρούμε ότι η πρόκληση όχλησης στους ενοίκους του διαμερίσματος λόγω της παρουσίας του, υπό τις συνθήκες που έχουν προαναφερθεί , αποτελεί φυσική συνέπεια της εισόδου του εφεσείοντα. Η πρόκληση ενόχλησης είναι αυτονόητη και αυταπόδεικτη. Ακολουθεί πως το πιο πάνω τεκμήριο δεν έχει ανατραπεί και ορθά το Κακουργιοδικείο διαπίστωσε την ύπαρξη του στοιχείου της πρόθεσης όχλησης. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε εντός της επίμαχης ακίνητης περιουσίας της οποίας δεν είναι κάτοχος . Το επόμενο ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι αν η ενέργεια του κατηγορουμένου να εισέλθει στην επίμαχη ακίνητη περιουσία που δεν τελούσε υπό την κατοχή του Κατηγορουμένου έγινε για να φοβηθεί και/ή ενοχληθεί η Παραπονούμενη. Από τα ευρήματα του δικαστηρίου προκύπτει ότι ενώ ο κατηγορούμενος εισήλθε εντός του φούρνου και προέβη στις ενέργειες τις οποίες προέβη. Γνωρίζοντας ότι η παραπονούμενη φοβήθηκε και ενοχλήθηκε από την επίδικη συμπεριφορά του και τα όσα της ανέφερε ότι θα της κόψει τα μαλλιά της, ο κατηγορούμενος συνέχισε να περιφέρεται εντός της επίμαχης ακίνητης περιουσίας σπάζοντας μπαλόνια και μετακινώντας σοκολάτες. Τα προαναφερόμενα αποτελούν δεδομένα που αναπόδραστα με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος όταν μετέβηκε στο φούρνο που ήταν πωλήτρια η παραπονούμενη και προφανώς κάτοχος αυτής και εισερχόμενος σε αυτό, παίρνοντας το ψαλίδι που βρήκε εκεί και συμπεριφερόμενος με τον τρόπο που συμπεριφέρθηκε προς τους πελάτες και την παραπονούμενη και προκαλώντας θόρυβο και με το σπάσιμο των μπαλονιών γνώριζε ότι η παρουσία του και η συμπεριφορά του θα ενοχλούσε την παραπονούμενη και τους πελάτες και θα προκαλούσε φόβο. Ο τρόπος που ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε ως και η δική του παραδοχή με τη συμπεριφορά του εντός του φούρνου μόνο ενόχληση και εκφοβισμό στην παραπονούμενη μπορούσε να επιφέρει. Αυτό ήταν στην αντίληψη του κατηγορουμένου επειδή όπως και ο ίδιος παραδέχθηκε προκάλεσε φόβο στην παραπονούμενη ενώ ταυτόχρονα αναγνώρισε ότι όποιος δεν τον ξέρει μπορεί να φοβηθεί από τις ενέργειες του. Από το σύνολο της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, διαπιστώνεται ότι ο τελευταίος εισήλθε στην επίμαχη ακίνητη περιουσία με πρόθεση να ενοχλήσει την παραπονούμενη με την παρουσία του και γενικά τις ενέργειες του. Δεν είναι λογικό κάποιος να έχει τέτοια συμπεριφορά , κρατώντας μάλιστα ένα ψαλίδι και να συμπεριφέρεται με τέτοιο τρόπο προς μια υπάλληλο του καταστήματος στον οποίο πήγε. Μόνο ενόχληση προκαλεί μια τέτοια συμπεριφορά και αναμφίβολα και φόβο στην πωλήτρια που εργαζόταν τις συγκεκριμένες ώρες εκεί, η οποία βρέθηκε αντιμέτωπη με τον κίνδυνο μπροστά σε μια τέτοια απαράδεκτη, κατακριτέα και καταδικαστέα συμπεριφορά. Σε κάθε περίπτωση φαίνεται ότι το άρθρο 280 του Κεφ.154, δεν προστατεύει τον ιδιοκτήτη αλλά τον κάτοχο της περιουσίας. (Μάριος Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Δ.Δ 354). Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται σωρευτική ικανοποίηση όλων των απαιτουμένων συστατικών στοιχείων του εν λόγω αδικήματος της πρώτης κατηγορίας. Το αδίκημα της Απειλής, της 2ης κατηγορίας στηρίζεται στο άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόµο ή ανησυχία απειλώντας τον µε βία ή άλλη παράνοµη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκηµα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη». Ως προκύπτει από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Ο Κατηγορούμενος να απειλήσει άλλον µε βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη.
- Με την εν λόγω απειλή να προκληθεί στο άλλο πρόσωπο τρόμος ή ανησυχία. Θα πρέπει δηλαδή να υπάρχει απειλή για βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη και η οποία να προκαλεί στον άλλον τρόμο ή ανησυχία. Στην Ντζιαν Νετζιήπ v. Της Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 1 η οποία αφορούσε συναφές αδίκημα, αυτό της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, λέχθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ' αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού προς τον σκοπό αποφυγής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού. Στην εν λόγω απόφαση επίσης, αναφέρθηκε ότι το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό. Δεν απαιτείται δηλαδή να προκληθεί στην πραγματικότητα φόβος στον παραπονούμενο ότι οι απειλές θα πραγματοποιηθούν. Αρκεί η απειλή να δημιουργεί εξ' αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. (βλ. επίσης Χρίστου Βοσκού v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 510 και Kallenos v. Police
(1969)2 C.L.R. 210). Mε βάση το λεκτικό του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα όμως, θεωρώ ότι εκείνο το οποίο αναζητείται είναι το αποτέλεσμα της απειλής το οποίο θα πρέπει να είναι η πρόκληση στον άλλο τρόμου ή ανησυχίας και αυτό θα πρέπει να εξαρτάται από τις περιστάσεις και τα γεγονότα της κάθε περίπτωσης και το πώς αντιδρά και εκλαμβάνει μια τέτοια απειλή το θύμα. Δεν είναι λοιπόν αρκετό για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, να αποδειχθεί η ύπαρξη απειλής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης. Θα πρέπει να αποδειχθεί περαιτέρω ότι η απειλή είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον παραπονούμενο. Το περιεχόμενο και η σημασία της απειλής για τον παραπονούμενο είναι συνεπώς βασικά για να διαπιστωθεί εάν πράγματι του προκλήθηκε τέτοιος τρόμος ή ανησυχία. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση ΚΟΥΣΟΥΛΟΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποιν. Έφ. 119/21 ημερ, 20.01.22 αναφέρθηκαν τα εξής : «το τι συνιστά απειλή είναι ζήτημα πραγματικό το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Ως προς την πρόκληση του τρόμου ή της ανησυχίας στον απειλούμενο, αυτό εξετάζεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να έχει πρόθεση εκφοβισμού του παραπονούμενου, έστω και αν δεν έχει σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Αυτή είναι η ένοχη διάνοια για την διάπραξη του αδικήματος. Το Δικαστήριο για να καταλήξει σε συμπέρασμα ύπαρξης πρόθεσης εκφοβισμού από τον Κατηγορούμενο, πρέπει να εξετάσει όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν το συμβάν. Τις περιστάσεις των εμπλεκομένων και την συμπεριφορά τους, τόσο πριν όσο και κατά την διάρκεια που εξελίσσεται το συμβάν, ακόμα και μετά από αυτό, καθώς και την φύση της απειλής». Στρεφόμενος στη συγκεκριμένη περίπτωση από την μαρτυρία που έχω ήδη αποδεχτεί προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος απείλησε την παραπονούμενη ότι αν δεν του κάνει σάντουιτς θα της κόψει τα μαλλιά, προκαλώντας της φόβο όπως τελικώς και ο ίδιος παραδέχθηκε. Με βάση την όλη συμπεριφορά που επέδειξε είχε δίχως άλλο πρόθεση να εκφοβίσει την ΜΚ
- Δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι η φράση την οποία αποδέχομαι ότι της είπε, ότι δηλαδή αν δεν του κάνει σάντουιτς θα της κόψει τα μαλλιά, αυτή εμπεριέχει παράνομη πράξη και συνεπώς συνιστά απειλή. Μάλιστα από τη μαρτυρία που έχω αποδεχτεί προκύπτει ότι η ΜΚ2 από την απειλή που ο Κατηγορούμενος εκστόμισε φοβήθηκε γι' αυτό και μετέβηκε έξω από το φούρνο ειδοποιώντας τον υπεύθυνο της. Υπό το φως των πιο πάνω δοσμένων περιστάσεων προκύπτει ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει και την 2η κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Όσο αφορά την 3η κατηγορία της οπλοφορίας προς διέγερση τρόμου, κατά παράβαση του άρθρου 80 Κεφ.154, ως έχει τροποποιηθεί. Σύμφωνα με το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου : «όποιος δημόσια και χωρίς νόμιμη αιτία μεταφέρει επιθετικό όπλο ή όργανο με τέτοιο τρόπο που διεγείρει τρόμο σε άλλο, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων» Από τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής :
- Όποιος δημόσια και χωρίς νόμιμη αιτία
- Μεταφέρει επιθετικό όπλο ή όργανο
- Με τέτοιο τρόπο που διεγείρει τρόμο σε άλλο Όσον αφορά το αδίκημα της οπλοφορίας προς διέγερση τρόμου, από την τεθείσα ενώπιον μου μαρτυρία προκύπτει ότι ο Κατηγορουμένος παίρνοντας το ψαλίδι από το χώρο που βρισκόταν εντός του καταστήματος, το οποίο κρατούσε στα χέρια τού προτάσσοντας το προς τα πάνω της ΜΚ2 ενώ και οι δύο βρίσκονταν τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή εντός του φούρνου στον οποίο υπήρχαν και πελάτες. Το μέρος που περιγράφεται πιο πάνω, όπου ο κατηγορούμενο χρησιμοποίησε το ψαλίδι, είναι δημόσιος χώρος με την έννοια που αποδίδεται στην λέξη «δημόσια» στο άρθρο 4 του Κεφ.
- Περαιτέρω κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις το συγκεκριμένο ψαλίδι το είχε στην κατοχή του χωρίς νόμιμη αιτία αφού το άρπαξε ουσιαστικά από σημείο που βρισκόταν δίπλα από το ταμείο. Αυτό που παραμένει να εξετασθεί είναι το κατά πόσο το συγκεκριμένο αντικείμενο αποτελεί επιθετικό όργανο. Το ψαλίδι εκ των πραγμάτων δεν είναι αντικείμενο που κατασκευάστηκε ούτως ώστε να προκαλεί βλάβη σε πρόσωπο ή ζημιά σε περιουσία. Κρίνω όμως ότι υπό τις περιστάσεις που αυτό χρησιμοποιήθηκε από τον Κατηγορούμενο συνιστούσε επιθετικό όργανο και αυτό γιατί το αντικείμενο αυτό εκ της φύσεως του δυνητικά, μπορούσε να προκαλέσει βλάβη. Επίσης ο τρόπος που ενήργησε ο Κατηγορούμενος κρατώντας στα χέρια του το συγκεκριμένο ψαλίδι προτάσσοντας το επιθετικά προς την ΜΚ2 με σκοπό να της κόψει τα μαλλιά, την τρόμαξε με αποτέλεσμα το αδίκημα να έχει συντελεστεί. Τέλος όπως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία πρόκλησης ανησυχίας. Το αδίκημα αυτό πραγματεύεται το άρθρο 95 του Κεφ.154, οι πρόνοιες του οποίου αυτούσια σημειώνουν τα εξής: "Όποιος χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περίοικους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών μηνών." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου καθίσταται σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής: (α) ο κατηγορούμενος προκαλεί θόρυβο ή ταραχή, (β) χωρίς εύλογη αιτία, (γ) σε δημόσιο χώρο, (δ) που ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περίοικους ή (ε) να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Ένα από τα συστατικά στοιχεία είναι το επίδικο περιστατικό να διαδραματιστεί σε δημόσιο χώρο. Η έννοια του 'δημόσιου χώρου', όπως αυτή παρέχεται από το άρθρο 4 του Κεφ.154 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο του κυπριακού ποινικού κώδικα, είναι μέρος στο οποίο πρόσβαση έχει το κοινό. Στην προκειμένη περίπτωση το επεισόδιο εκτυλίχτηκε εντός του καταστήματος - φούρνου που εργαζόταν η Παραπονούμενη ΜΚ
- Στην υπόθεση ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ v. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 493 λέχθηκε ότι το υποστατικό της παραπονούμενης ως επαγγελματικός χώρος ήταν ανοικτό για το γενικό κοινό και συνεπώς μπορεί να χαρακτηριστεί ως δημόσιος χώρος , το κοινό είχε πρόσβαση στο κατάστημα και συνεπώς μπορούσε να θεωρηθεί, σύμφωνα με το Άρθρο 4 και ως δημόσιος χώρος. Παραπέμπω επίσης και στην ΝΙΚΗ ΜΙΧΑΗΛ KAI AΛΛH v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
(1997)2 ΑΑΔ 362 , λέχθηκε ότι ορθά ήταν που το πρωτόδικο δικαστήριο διέγνωσε ότι το κατάστημα πώλησης σκουλαρικιών αποτελούσε δημόσιο χώρο. Χωρίς δεύτερη σκέψη το μέρος στο οποίο συνέβηκε το επίδικο περιστατικό κρίνω ότι εμπίπτει στον ορισμό του 'δημόσιου χώρου' που παρέχεται από το Κεφ.154. Σε ότι αφορά το τι έγινε αποτελούν ευρήματα του δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος έσπαζε τα μπαλόνια που υπήρχαν εντός του καταστήματος με το ψαλίδι που είχε πάρει προηγουμένως από το ταμείο του καταστήματος. Αυτό σίγουρα είναι συμπεριφορά από μέρους του κατηγορουμένου που προκαλεί θόρυβο και ταραχή. Ένα άλλο ζήτημα που καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει είναι αν ο κατηγορούμενος προκάλεσε το θόρυβο και την ταραχή κάτω από εύλογη αιτία. Η μη ύπαρξη εύλογης αιτίας για την πρόκληση του θορύβου και της ταραχής σε δημόσιο χώρο αποτελεί προϋπόθεση για την τέλεση του αδικήματος (Κυριάκου v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 499). Από τα όσα το Δικαστήριο έχει ενώπιον του, δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε κάποια εύλογη αιτία η οποία τον οδήγησε στην αναφερόμενη ενέργεια του να σπάζει μπαλόνια προκαλώντας θόρυβο. Άλλωστε και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος κατά την ένορκη του κατάθεση, σε υποβολή ότι προκάλεσε θόρυβο με τέτοιο τρόπο που να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης μέσα στο φούρνο με την συμπεριφορά του, απάντησε «εντάξει, έσπασα δυο μπαλόνια, έκαμα θόρυβο η αλήθεια». Οι όλες ενέργειες του Κατηγορούμενου εντός του φούρνου, δεν αποτελούν κατά την κρίση μου ενέργειες στις οποίες μπορεί να προβαίνει ο μέσος άνθρωπος που εισέρχεται εντός ενός καταστήματος. Με όλο το σεβασμό προς το μάρτυρα, η συμπεριφορά του τόσο προς τους πελάτες αλλά και προς την παραπονούμενη , η οποία εργαζόταν μόνη στον εν λόγω φούρνο απειλώντας την με ψαλίδι αλλά ταυτόχρονα και το γεγονός ότι συνέχισε να σπάζει μπαλόνια και να μετακινεί προϊόντα στους πάγκους του καταστήματος, κρίνω ότι είναι ενέργειες που δεν δικαιολογούνται. Άλλο θέμα που εξετάζεται είναι αν η πρόκληση θορύβου ή ταραχής ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Hροδότου v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 373 το κριτήριο ως προς το κατά πόσο δημιουργήθηκε ανησυχία, είναι αντικειμενικό. Ένεκα του σπασίματος ο οποίος έγινε σε μπαλόνια του καταστήματος με το ψαλίδι που χρησιμοποιήθηκε και για την διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων, προκάλεσε θόρυβο και προφανώς ανησυχία στα πρόσωπα που βρίσκονταν στο χώρο. Σαφώς ο τρόπος αντίδρασης του κατηγορουμένου σε συνδυασμό με την όλη του συμπεριφορά, προκάλεσε αντικειμενικά ανησυχία στην παραπονούμενη και στους πελάτες. Ταυτόχρονα προκάλεσε φόβο στην παραπονούμενη ΜΚ2 η οποία λόγω της κατάστασης αυτής και του φόβου που της προκλήθηκε αναγκάστηκε να εξέλθει του καταστήματος έτσι ώστε να ειδοποιήσει τον εργοδότη της. Σε τελευταία ανάλυση πηγή της δημιουργίας της ανησυχίας και του θορύβου ήταν ο ίδιος ο Κατηγορούμενος με τις πράξεις του. Από τα πιο πάνω πληρούνται σωρευτικά τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της ανησυχίας. Υπό το φως των πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του κατηγορουμένου αναφορικά με όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, στις οποίες ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ................................. Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο