← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΒΡΑΑΜ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6310/17, 16/12/2022

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΒΡΑΑΜ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6310/17, 16/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B80 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. ΣΥΜΕΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6310/17 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Και ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΒΡΑΑΜ MILENA NESTOROVA Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 16.12.22 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Σ. Χρυσοστόμου Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2 : κ. Α. Χρίστου με κ.Α. Ανδρέου και κ. Ν. Ζένιου Κατηγορούμενοι παρόντες. Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην παρούσα υπόθεση και οι δύο Κατηγορούμενοι αρχικά αντιμετώπιζαν στο κατηγορητήριο την κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε (1η κατηγορία) και ακόμη 447 στον αριθμό κατηγορίες που αφορούν στο αδίκημα της κλοπής από υπηρέτη κατά παράβαση των άρθρων 20,21 και 268 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 όπως έχει τροποποιηθεί. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που στο κατηγορητήριο φαινόταν βάση της αρίθμησης που υπήρχε, ότι εναντίον των Κατηγορουμένων εκκρεμούσαν προς εκδίκαση 447 συνολικά κατηγορίες εντούτοις διαπιστώθηκε ότι δυο διαφορετικές κατηγορίες έφεραν τον ίδιο αριθμό - δηλαδή αναγραφόταν ο αριθμός 439 και στις δύο - και επομένως το σύνολο των κατηγοριών που αντιμετώπιζαν οι Κατηγορούμενοι ήταν 448 και όχι 447 συμπεριλαμβανομένου και της 1ης κατηγορίας που αφορούσε στο αδίκημα της συνωμοσίας. Κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας και μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του ΜΚ2, ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατόπιν αιτήματος που υπέβαλε στο Δικαστήριο, ζήτησε, την τροποποίηση του κατηγορητηρίου δια της προσθήκης άλλων οκτώ κατηγοριών εκ των οποίων οι πέντε από αυτές αφορούσαν από κοινού και τους δύο Κατηγορούμενους ενώ οι υπόλοιπες τρείς κατηγορίες μόνο την 2η Κατηγορούμενη. Το αίτημα της τροποποίησης προσέκρουσε στην ένσταση της Υπεράσπισης. Το Δικαστήριο αφού άκουσε και έλαβε υπόψη την εμπεριστατωμένη επιχειρηματολογία και των δύο πλευρών, με ενδιάμεση απόφαση η οποία εκδόθηκε την 15.06.22, ενέκρινε τα αιτήματα της Κατηγορούσας Αρχής αποφασίζοντας έτσι υπέρ της αιτούμενης τροποποίησης. Στην συνέχεια δόθηκε το δικαίωμα στην Υπεράσπιση να επανακλητευθούν οι ΜΚ1 και ΜΚ2 και να αντεξεταστούν, ως ήταν άλλωστε δικαίωμα της. Συνακόλουθα, το κατηγορητήριο σήμερα αποτελείται από 456 συνολικά κατηγορίες παρά το ότι η αρίθμηση των κατηγοριών φτάνει μέχρι τον αριθμό 455, λόγω της λανθασμένης αρίθμησης που έχει υποδειχθεί ανωτέρω, εκ των οποίων η 1η κατηγορία αφορά στο αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 όπως έχει τροποποιηθεί, ενώ οι υπόλοιπες κατηγορίες αφορούν στο αδίκημα της κλοπής από γραμματείς και υπηρέτες κατά παράβαση των άρθρων 268, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 όπως έχει τροποποιηθεί (κατηγορία υπ. αρ. 2η - 452η), συμπεριλαμβανομένου και των τριών κατηγοριών που αφορούν μόνο στην 2η Κατηγορούμενη (κατηγορίες υπ. αρ. 453η - 455η κατηγορία). Σύντομο ιστορικό της υπόθεσης Σύμφωνα με την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής, η εταιρεία PARK AND DEPART ECONOMIC AIRPORT PARKING LTD της οποίας ο διευθυντής και αποκλειστικός μέτοχος ήταν ο ΜΚ2, είχε ως έδρα την περιοχή του Αεροδρομίου Πάφου στην Τίμη της Επαρχίας Πάφου, όπου και στεγάζονταν οι εγκαταστάσεις της. Η παραπονούμενη εταιρεία είχε ως κύρια δραστηριότητα της, την παροχή χώρων στάθμευσης οχημάτων στις εγκαταστάσεις της - στεγασμένων και μη- με σκοπό να διευκολύνονται οι πελάτες που ήθελαν να σταθμεύσουν τα οχήματα τους με σκοπό να ταξιδεύσουν προς το εξωτερικό δια μέσω του Διεθνή Αερολιμένα της Πάφου μέχρι και να επιστρέψουν. Η στάθμευση των οχημάτων επιτρεπόταν στις εγκαταστάσεις της εταιρείας με την καταβολή χρηματικού ποσού. Πέραν από τους καθημερινούς της πελάτες, η εταιρεία, είχε και συνεργασία τόσο με ετήσιους συνδρομητές όσο και με την διαφημιστική εταιρεία DAILY DEALS η οποία είχε ως έδρα της το εξωτερικό. Ο ΜΚ2 απασχολείτο κυρίως στην εταιρεία του με τις γραφειακές εργασίες ενώ όσον αφορά την έκδοση και είσπραξη των τιμολογίων αποκλειστική ευθύνη είχαν, τόσο ο 1ος Κατηγορούμενος όσο και η 2η Κατηγορούμενη η οποία να σημειωθεί ότι είχε και καθήκοντα ταμία. Συνεπώς όταν ένα πελάτης έφθανε στις εγκαταστάσεις της εν λόγω εταιρείας, οι Κατηγορούμενοι εκδίδαν το απαραίτητο τιμολόγιο το οποίο είτε πληρωνόταν κατά την είσοδο του οχήματος στον χώρο στάθμευσης, είτε κάποιες φορές κατά την έξοδο του, δηλαδή όταν θα επέστρεφε ο πελάτης από το εξωτερικό. Το ίδιο συνέβαινε και με τους ετήσιους συνδρομητές. Οι Κατηγορούμενοι επομένως είχαν την ευθύνη τα εν λόγω τιμολόγια τα οποία εισπράττονταν από τους ίδιους, να παραδίδονται στον ΜΚ2 μαζί με τα χρηματικά ποσά που τους αναλογούσαν. Στην συνέχεια ο ΜΚ2 τα παρέδιδε για μηνιαίο λογιστικό έλεγχο στο λογιστικό γραφείο του ΜΚ3 με το οποίο διατηρούσε συνεργασία. Στην προκειμένη περίπτωση, αποτελεί εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ότι και οι δύο Κατηγορούμενοι κατά τον επίδικο χρόνο, ενώ εργάζονταν ως υπαλλήλοι της παραπονούμενης εταιρείας εισέπρατταν χρηματικά ποσά από την πληρωμή των τιμολογίων που εκδίδονταν, τα οποία και έκλεβαν αφού δεν τα παρέδιδαν ως έπρεπε στον ΜΚ

  1. Επίσης τους αποδίδεται ότι απέκρυπταν και τα αντίστοιχα τιμολόγια που είχαν εκδοθεί και εισπραχθεί, με αποτέλεσμα ούτε αυτά να παραδίδονται στον ΜΚ2 ούτως ώστε ο τελευταίος να μην μπορεί να αντιληφθεί ποιο τιμολόγιο έχει εισπραχθεί από τους Κατηγορούμενους και ποιο όχι. Το γεγονός αυτό, σύμφωνα με την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής, είχε ως αποτέλεσμα, εφόσον ο ΜΚ2 δεν είχε στην κατοχή τα επίδικα τιμολόγια που είχαν εισπραχθεί από τους Κατηγορούμενους, να μην έχει ούτε και την δυνατότητα να τα παραδώσει στο λογιστικό γραφείο του ΜΚ3 ούτως ώστε να μπορέσει να διενεργήσει και τον απαραίτητο μηναίο λογιστικό έλεγχο αναφορικά με τα τιμολόγια αυτά. Έτσι, ο ΜΚ2 δεν είχε καν την δυνατότητα, να διαπιστώσει άμεσα, αν οι Κατηγορούμενοι απέκρυπταν τιμολόγια και συνακόλουθα χρηματικά ποσά, αφού μάλιστα και ο ίδιος λόγω του μεγάλου αριθμού των οχημάτων που στάθμευαν στις εγκαταστάσεις της εταιρείας του, δεν έλεγχε σχολαστικά τα τιμολόγια που εισπράττονταν καθημερινά από τους Κατηγορούμενους αλλά διενεργούσε μόνο οπτικό έλεγχο επί των αποκομμάτων των τιμολογίων που τοποθετούνταν πάνω στα οχήματα που είχαν σταθμεύσει στις εγκαταστάσεις της εταιρείας του. Επίσης σύμφωνα με την εκδοχή του ΜΚ2, ο ίδιος είχε δείξει ιδιαίτερη εμπιστοσύνη και στους δύο Κατηγορούμενους οι οποίοι ήταν πολύ εργατικοί. Από την αντίπερα όχθη, η πλευρά της Υπεράσπισης αμφισβητώντας κατηγορηματικά την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής και ιδιαίτερα το όσα υποστηρίχθηκαν από τον ΜΚ2, προέβαλε ως βασικό της ισχυρισμό ότι ο ΜΚ2 προέβηκε εκδικητικά σε ψευδή και ανυπόστατη καταγγελία στην αστυνομία εναντίον και των δύο Κατηγορουμένων, λόγω του ότι ο 1ος Κατηγορούμενος ο οποίος ήταν ο συνέταιρος στην εταιρεία του, τον πληροφόρησε ότι θα ανοίξει άλλη δική του εταιρεία ανταγωνιστικών συμφερόντων που θα απασχολείται δηλαδή με της ίδιας ακριβώς φύσεως αντικείμενο με την δική του εταιρεία. Συνακόλουθα ήταν η θέση της Υπεράσπισης ότι όλες οι κατηγορίες εναντίον και των δύο Κατηγορουμένων είναι ανυπόστατες και ψευδείς καθότι και οι δύο Κατηγορούμενοι είχαν παραδώσει στον ΜΚ2 όλα τα επίδικα τιμολόγια και συνακόλουθα τα χρηματικά ποσά που τους αναλογούσαν και ότι δηλαδή σε καμία περίπτωση δεν τα έκλεψαν. Επίσης αποτέλεσε βασική θέση της Υπεράσπισης σε ότι αφορά τις 3 κατηγορίες που προστέθηκαν εναντίον της 2ης Κατηγορούμενης αναφορικά με τα εμβάσματα της εταιρείας DAILY DEALS στο προσωπικό της λογαριασμό, αυτό έγινε κατόπιν προφορικής συμφωνίας που είχε συναφθεί μεταξύ της 2ης Κατηγορουμένης και του ΜΚ
  2. Επίσης υποστηρίχθηκε ότι ναι μεν τα ποσά αυτά είχαν κατατεθεί στον προσωπικό λογαριασμό της 2ης Κατηγορουμένης αλλά αμέσως μετά παραδόθηκαν στον ΜΚ2 και έτσι σε καμία απολύτως περίπτωση δεν διαπράχθηκε η ισχυριζόμενη κλοπή τους. Η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τρείς μάρτυρες κατηγορίας, δηλαδή τον εξεταστή της υπόθεσης (ΜΚ1), τον διευθυντή και αποκλειστικό μέτοχο της παραπονούμενης εταιρείας (ΜΚ2) και τον λογιστή της (ΜΚ3). Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής και αφού το Δικαστήριο αποφάσισε ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε όλες τις κατηγορίες και για τους δύο Κατηγορούμενους, τους επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους. Τόσο ο 1ος Κατηγορούμενος όσο και η 2η Κατηγορούμενη επέλεξαν να τηρήσουν το δικαίωμα της σιωπής. Κάλεσαν δε προς Υπεράσπιση τους μόνο ένα μάρτυρα Υπεράσπισης (ΜΥ1). Παραδεκτά Γεγονότα Με την σύμφωνη γνώμη και των δύο πλευρών δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα: · Η κατάθεση του Α/Αστ. 857 Γ. Γεωργίου (Τεκμήριο 1) σύμφωνα με την οποία κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του Κατηγορούμενου 1, την 25/03/16 ερευνήθηκε η κατοικία του στην Τίμη καθώς και η κατοικία του στην Έμπα χωρίς να εντοπιστεί οτιδήποτε το επιλήψιμο. · Η κατάθεση του Αστ. 3275 Γ. Κωμοδρόμου (Τεκμήριο 2) σύμφωνα με την οποία ο ίδιος είχε παράσχει βοήθεια αναφορικά με την έρευνα που διενεργήθηκε στην στις κατοικίες του Κατηγορούμενου 1, από τον Αστ.
  3. Γ. Γεωργίου. · Η κατάθεση του Αστ. 3731 Η. Μιχαήλ (Τεκμήριο 3), σύμφωνα με την οποία την 24/03/16 κατέγραψε την ανακριτική κατάθεση του 1ου Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 4) καθώς και την ανακριτική κατάθεση της 2ης Κατηγορούμενης με την βοήθεια διερμηνέα στην Βουλγαρική γλώσσα (Τεκμήριο 5Β). · Δηλώθηκε επίσης ότι το Τεκμήριο 5Α αποτελεί πιστή μετάφραση του Τεκμηρίου 5Β. · Η κατάθεση της Ειρήνης Τοφίδου η οποία εργάζεται ως γραμματέας του περιφερειακού Διευθυντή του καταστήματος στην περιφερειακή διεύθυνση της Τράπεζας Κύπρου (Τεκμήριο 6). Σύμφωνα με την γραπτή της κατάθεση, την 08/06/16 παρέδωσε στον Αστ. 739 του Αστυνομικού Σταθμού Κουκλιών, δύο καταστάσεις λογαριασμού. Η μια κατάσταση λογαριασμού αφορά τον λογαριασμό υπ. αρ. [ ] στο όνομα της Κατηγορούμενης 2 όπου φαίνονται συναλλαγές για την περίοδο 19/08/15 - 24/02/
  4. Η άλλη κατάσταση αφορά τον λογαριασμό υπ. αρ. [ ] στο όνομα της εταιρείας PARK AN DEPART ECONOMIC AIRPORT PARKING LTD και φαίνονται οι συναλλαγές για την περίοδο από 19/08/15 - 02/03/
  5. · Οι καταστάσεις λογαριασμών της εταιρείας PARK AND DEPART ECONOMIC AIRPORT PARKING LTD (Τεκμήρια 5Α,5Β,5Γ,5Δ,5Ε,5Ζ,5Η,5Θ) και η κατάσταση λογαριασμού της Κατηγορούμενης 2 (Τεκμήριο 5ΣΤ). Μαρτυρία Κατηγορούσας Αρχής Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης Αστ.739 Θ. Κωνσταντινίδης του Αστ. Σταθμού Κουκλιών της Επαρχίας Πάφου. Η κατάθεση του αποτελεί το Τεκμήριο
  6. Κατά την κυρίως εξέταση, ο ΜΚ1 κατέθεσε σειρά τεκμηρίων μεταξύ των οποίων ένα σκληρό φάκελο - τύπου box file (Τεκμήριο 8) ο οποίος όπως εξήγησε, του παραδόθηκε από τον ΜΚ2 και περιέχει τα επίδικα τιμολόγια που αφορούν την καταγγελία στην οποία προέβηκε εναντίον των Κατηγορουμένων για τα ποσά τα οποία εισέπραξαν χωρίς την συγκατάθεση του. Κατέθεσε επίσης την ανακριτική κατάθεση του 1ου Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 9), δέσμη από ημερολόγια ενεργείας που αφορούν τις ενέργειες της αστυνομίας κατά την διερεύνηση της υπόθεσης (Τεκμήριο 10), την συμπληρωματική κατάθεση του ΜΚ2 ημερ. 29.04.16 (Τεκμήριο 11), καθώς και αντίγραφα ηλεκτρονικών μηνυμάτων (Τεκμήρια 12 και 13) που του παρέδωσε ο ΜΚ2 σε σχέση με συνομιλία που είχε τόσο ο τελευταίος με την διαφημιστική εταιρεία DAILY DEALS όσο και την συνομιλία που είχε η 2η Κατηγορούμενη με εκπρόσωπο της ίδιας εταιρείας και αφορούσε έμβασμα χρημάτων της εταιρείας του, στον προσωπικό της λογαριασμό και χωρίς την συγκατάθεση του. Κατατέθηκε επίσης ως Τεκμήριο 15 μια λίστα των τιμολογίων που αφορούσε του ετήσιους - συνδρομητές - πελάτες της εταιρείας του ΜΚ
  7. Κατά την αντεξέταση του πιο πάνω μάρτυρα, η υπεράσπιση μέσω των ερωτήσεων που του υπέβαλε, επιχείρησε να καταδείξει ότι οι ενέργειες της αστυνομίας κατά την διερεύνηση της υπόθεσης δεν ήταν αντικειμενικές αλλά ήταν ελλειπείς και βασίστηκαν ουσιαστικά στους ισχυρισμούς και μόνο του ΜΚ2, χωρίς να διερευνηθούν άλλα ουσιώδη ζητήματα, όπως για παράδειγμα μεταξύ άλλων, κατά πόσο έγινε οποιοσδήποτε έλεγχος αν ο ΜΚ2 ήταν ο διευθυντής ή ο μέτοχος της εταιρείας, αν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 ήταν τελικά υπάλληλοι ή συνέταιροι του ΜΚ2 και κατά πόσο έγιναν οποιεσδήποτε επιστημονικές εξετάσεις για να διακριβωθεί αν τα επίδικα τιμολόγια ήταν υπογεγραμμένα από τους ίδιους Κατηγορούμενους. Ο ΜΚ1 απαντώντας εξήγησε ότι δεν διερευνούσε οποιοδήποτε αδίκημα για πλαστογραφία αλλά αδικήματα κλοπής. Ήταν επίσης η θέση της υπεράσπισης ότι η καταγγελία έγινε εκδικητικά από τον ΜΚ2 εναντίον των Κατηγορουμένων, λόγω του ότι στην εταιρεία του ήταν συνέταιροι και τον είχαν ενημερώσει ότι θα αποχωρήσουν από την εταιρεία καθότι θα δημιουργήσουν άλλη δική τους επιχείρηση η οποία θα ασχολείται με το ίδιο αντικείμενο. Ο ΜΚ1 απαντώντας ανέφερε ότι οι Κατηγορούμενοι ουδέποτε υποστήριξαν ότι ήταν συνέταιροι με τον ΜΚ2 και ούτε επίσης αρνήθηκαν ότι ήταν υπάλληλοι του. Μέσα από τις θέσεις της η υπεράσπιση υπέβαλε στον ΜΚ1, ότι οι Κατηγορούμενοι δεν ανέφεραν στην αστυνομία κάτι τέτοιο γιατί είχαν λάβει νομική συμβουλή να μην το αναφέρουν. Ο ΜΚ1 διαφωνώντας με την βασική θέση της υπεράσπισης, ότι η διερεύνηση δεν ήταν αντικειμενική από μέρους της αστυνομίας, ισχυρίστηκε, ότι δεν μπορεί να γνωρίζει κατά πόσο ο ΜΚ2 είχε δώσει για έλεγχο στον λογιστή τα τιμολόγια που του παρέδωσε, αφού το κάθε τιμολόγιο αποτελείται από 4 αντίγραφα και πιθανόν κάποιο από αυτά να είχε δοθεί. Αποτέλεσε επίσης θέση της υπεράσπισης ότι ο ΜΚ2 επέμβηκε και διαμόρφωσε τις λίστες των τιμολογίων (Τεκμήρια 14 και 15) διαφοροποιώντας το περιεχόμενο τους μέσα από το σύστημα του ηλεκτρονικού του υπολογιστή αλλά η αστυνομία ουδέποτε προέβηκε σε οποιοδήποτε έλεγχο για να διακριβώσει κάτι τέτοιο. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι οι λίστες με τα τιμολόγια του παραδόθηκαν και ήταν υπογεγραμμένες από τον ΜΚ2, ενώ εξήγησε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει τον τρόπο που ο παραπονούμενος τις συνέταξε πριν του τις παραδώσει. Αναφορικά με την θέση της υπεράσπισης ότι τα τιμολόγια δεν ετέθηκαν σε οιονδήποτε γραφολογικό έλεγχο, ο ΜΚ1 επανέλαβε ότι δεν διερευνούσε αδίκημα πλαστογραφίας αλλά κλοπής. Σε σχέση με το συνολικό ποσό ελλείματος για το οποίο έγινε η καταγγελία εναντίον των Κατηγορουμένων, αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης ότι το συνολικό ποσό που προκύπτει από την λίστα των τιμολογίων (Τεκμήριο 14) είναι διαφορετικό από το συνολικό ποσό που προκύπτει από το κατηγορητήριο. Ο ΜΚ1 διευκρίνισε ότι πέραν των τιμολογίων που περιγράφονται στο Τεκμήριο 14 προέκυψαν και άλλα ελλειμματικά ποσά κατά την διερεύνηση, τα οποία όταν προστεθούν προκύπτει το συνολικό ποσό του ελλείματος. Αναφορικά με την θέση της υπεράσπισης ότι η 2η Κατηγορούμενη όταν ανακρίθηκε της είχε επιστηθεί η προσοχή της στον νόμο για μικρότερο ποσό από αυτό από το οποίο τελικά κατηγορείται, ο ΜΚ1 απαντώντας ανέφερε ότι κατάλληλος για να ξεκαθαρίσει το συνολικό ποσό που του οφείλεται είναι ο ΜΚ
  8. Σε σχέση με τα επίδικα τιμολόγια που περιλαμβάνονται στις λίστες των Τεκμηρίων 14 και 15, η υπεράσπιση έθεσε στον ΜΚ1 διάφορες διευκρινιστικές ερωτήσεις για το κατά πόσο ο παραπονούμενος τους είχε ενημερώσει για τον τρόπο που είσπραττε τα εν λόγω τιμολόγια. Ο ΜΚ1 δεν θυμόταν επί τούτου οτιδήποτε για να αναφέρει. Ερωτώμενος ο ΜΚ1 κατά πόσο επικοινώνησε με τους πελάτες που σχετίζονταν με τα επίδικα τιμολόγια, ανέφερε ότι προσπάθησε να επικοινωνήσει με αρκετούς από τους πελάτες αλλά δεν επιθυμούσαν την εμπλοκή τους στην υπόθεση και έτσι δεν συνεργάστηκαν με την αστυνομία. Όσον αφορά τα ποσά που εμβάστηκαν από την εταιρεία Daily Deals στον λογαριασμό της 2ης Κατηγορούμενης, αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης ότι η αστυνομία δεν διερεύνησε κατά πόσο υπήρχε οποιαδήποτε προφορική συμφωνία μεταξύ του ΜΚ2 και της 2ης Κατηγορούμενης για να εμβάζονται χρηματικά ποσά στον προσωπικό της λογαριασμό, αλλά ούτε και κλήθηκε οποιοδήποτε πρόσωπο από την DAILY DEALS για να επιβεβαιώσει ή αμφισβητήσει οτιδήποτε σχετικό με την κατάθεση των χρημάτων στον λογαριασμό της. Ο ΜΚ1 απάντησε ότι ήταν δύσκολο να κληθούν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα αφού αυτά διέμεναν στο εξωτερικό. Η υπεράσπιση μάλιστα χωρίς να αμφισβητήσει ότι όντως κατατέθηκαν αυτά τα ποσά από την Daily Deals στον λογαριασμό της 2ης Κατηγορούμενης, υπέβαλε στον ΜΚ1 την θέση ότι υπάρχει η πιθανότητα να γινόταν ναι μεν η κατάθεση των ποσών στον λογαριασμό της 2ης Κατηγορουμένης (Τεκμήριο 6 ΣΤ) αλλά την ίδια στιγμή να γινόταν η ανάληψη του ποσού αυτού και η κατάθεση του στον λογαριασμό της εταιρείας του ΜΚ
  9. Ο ΜΚ1 απαντώντας στην πιο πάνω θέση, υποστήριξε ότι ο ΜΚ2 δεν γνώριζε ότι κατατέθηκαν χρήματα από πλευράς της DAILY DEALS στον λογαριασμό της 2ης Κατηγορούμενης . Εν κατακλείδι η υπεράσπιση υπέβαλε στον ΜΚ1 ότι η διερεύνηση ήταν ελλιπής και μεροληπτική υπέρ του ΜΚ2 λόγω του ότι η αστυνομία δέχτηκε ως αληθινή εξ αρχής την εκδοχή του. Ο ΜΚ1 διαφωνώντας εξήγησε, ότι η μόνη εκδοχή που υπήρχε για να διερευνηθεί ήταν αυτή του ΜΚ2, αφού οι Κατηγορούμενοι αρνήθηκαν να αναφέρουν οτιδήποτε και ούτε προέβαλαν από πλευράς τους οποιοδήποτε ισχυρισμό για να τύχει διερεύνησης. Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή είναι ο Πέτρος Βαρνάβα, δηλαδή ο διευθυντής και αποκλειστικός μέτοχος της εταιρίας Park and Depart Economic Airport Parking Ltd (ΜΚ2). Οι καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία σχετικά με την παρούσα υπόθεση υιοθετήθηκαν από τον ίδιο ως μέρος της κυρίως εξέτασης του αφού πρώτα τις αναγνώρισε (Τεκμήρια 11,16 και 17). Παρουσίασε επίσης ενώπιον του Δικαστηρίου τα καταστατικά της εταιρείας Park and Depart Economic Airport Parking Ltd (Tεκμήρια 18 και 19) αναφέροντας ότι ο ίδιος είναι, ο Διευθυντής και Γραμματέας της παραπονούμενης εταιρίας και ότι είναι επίσης, ο αποκλειστικός της μέτοχος. Ο ΜΚ2 αναγνώρισε επίσης την δέσμη τιμολογίων που του υποδείχθηκε και περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 8 ως τα τιμολόγια της εταιρείας τα οποία όπως ισχυρίστηκε δεν είχαν πληρωθεί στην εταιρεία αλλά παρόλο του ότι είχαν εισπραχθεί από τους Κατηγορούμενους τα χρηματικά ποσά δεν του είχαν παραδοθεί. Εξετάζοντας διεξοδικά το καθένα από τα τιμολόγια που βρίσκονται εντός του Τεκμηρίου 8, ο ΜΚ2 υποδεικνύοντας τον αριθμό του κάθε τιμολογίου καθώς και το ποσό που δεν του παραδόθηκε, αναγνώρισε σε πολλά από αυτά τόσο την υπογραφή του 1ου Κατηγορούμενου όσο και την υπογραφή της 2ης Κατηγορούμενης. Σημειώνεται ότι ο ΜΚ2 σε κάποια από τα τιμολόγια που βρίσκονται στο Τεκμήριο 8, όπως ανέφερε, δεν μπορούσε να αναγνωρίσει την υπογραφή ενώ κάποια άλλα ήταν ανυπόγραφα ενώ σε κάποια τιμολόγια ανέφερε ότι η υπογραφή ομοίαζε χωρίς να είναι απόλυτα σίγουρος με την υπογραφή της 2ης Κατηγορούμενης . Εξήγησε επίσης ότι μεταξύ των τιμολογίων υπάρχουν κάποιες χειρόγραφες σημειώσεις οι οποίες καταγράφηκαν από την 2η Κατηγορούμενη . Οι σημειώσεις αυτές σύμφωνα με τον μάρτυρα, αφορούν τους υπολογισμούς των ποσών της κάθε δέσμης που είναι χωρισμένα τα τιμολόγια εντός του Τεκμηρίου 8, αναφέροντας μάλιστα ότι αυτά του τα είχε παραδώσει η 2η Κατηγορούμενη επισυνημμένα σε δέσμες, ενώ στην συνέχεια ο ίδιος τα παρέδωσε στην αστυνομία. Αποτέλεσε θέση του ΜΚ2 ότι η 2η Κατηγορούμενη του παρέδωσε όλα τα τιμολόγια που εντοπίζονται στο Τεκμήριο 8 σταδιακά αφού τα αρχικά του τα παρέδωσε με την επιστροφή της από την Βουλγαρία ενώ στην συνέχεια του παρέδωσε και τα υπόλοιπα τιμολόγια που είχαν εισπραχθεί και δεν του είχαν δοθεί. Υποστήριξε μάλιστα ότι αυτά τα τιμολόγια η 2η Κατηγορουμένη τα είχε κρυμμένα στα συρτάρια του γραφείου της αφού η ίδια γνώριζε ότι ο ίδιος δεν υπήρχε περίπτωση να εισέλθει στο γραφείο της και να ελέγξει. Σύμφωνα μάλιστα με τον ΜΚ2 η παράδοση των πιο πάνω τιμολογίων έλαβε χώρα και στην παρουσία του 1ου Κατηγορούμενου. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του ο ΜΚ2 κατέθεσε δύο έγγραφα ημερομηνίας 03.11.14 τα οποία φέρουν τίτλο « Θέμα : Έλλειμα Ταμείου Εταιρείας Park and Depart Economic Airport Parking Ltd». Σύμφωνα με τον ίδιο, τόσο το Τεκμήριο 20 όσο και το Τεκμήριο 21, αφορούν επίσης έλλειμα του ταμείου της εταιρείας του για χρήματα που κλάπηκαν από τους Κατηγορούμενου σε χρόνο προγενέστερο της επίδικης περιόδου που αφορά την παρούσα υπόθεση. Έτσι, όπως εξήγησε, ετοίμασε συμφωνίες αποπληρωμής του ελλείματος οι οποίες υπογράφηκαν στην παρουσία του τόσο από τον 1ο Κατηγορούμενο ( Τεκμήριο 20) όσο και από την 2η Κατηγορούμενη (Τεκμήριο 21). Σε σχέση με την επίδικη περίοδο, ο ΜΚ2 κατέθεσε δύο έγγραφα, ημερ. 02.03.16 (Τεκμήρια 22 και 23) τα οποία όπως ανέφερε είχε παραδώσει στους Κατηγορούμενους 1 και 2 με τις οποίες τους προειδοποιούσε ότι αν δεν επιστρέψουν τα εισπραχθέντα χρηματικά ποσά από τα τιμολόγια που έκλεψαν κατά την επίδικη περίοδο μέχρι και την 15.03.16, θα προχωρήσει σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία καθώς και ότι η συνεργασία τους ένεκα της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί παύει να ισχύει, δηλαδή τους απέλυσε. Πέραν των πιο πάνω ο ΜΚ2 αναγνώρισε τις λίστες με τα τιμολόγια που είχε παραδώσει στην αστυνομία καθώς και την λίστα με τους ετήσιους συνδρομητές. Αναγνώρισε επίσης και εξήγησε στο Δικαστήριο την συνομιλία που είχε τόσο ο ίδιος με τον συνεργάτη του από την εταιρεια Daily Deals, Jen Phillips, όσο και η 2η Κατηγορούμενη (Τεκμήριο 12 και 13). Επεξηγώντας ο ΜΚ2 τα Τεκμήρια 12Α -12Δ και Τεκμήρια 13Α - Β, ανέφερε ότι μετά από επικοινωνία που είχε με τον Jen Phillips διαπιστώθηκε ότι τα τιμολόγια τα οποία δεν είχαν εισπραχθεί από την εταιρεία του είχαν τελικά πληρωθεί στον λογαριασμό της 2ης Κατηγορούμενης η οποία ουδέποτε του τα παρέδωσε. Ο ΜΚ2 παρουσίασε μάλιστα τα τιμολόγια για τα οποία γίνεται αναφορά στο Τεκμήριο 13Α, τα οποία αποτελούν τα Τεκμήρια 24,25 και
  10. Επίσης κατά την κυρίως εξέταση του, κατέθεσε τα έγγραφα που αφορούν τους όρους απασχόλησης με την εταιρεία του και τους Κατηγορούμενους 1 και 2 (Τεκμήρια 27 και 28) καθώς και αναλυτικές καταστάσεις αποδοχών ασφαλισμένων κατά εργοδότη για έκαστο των Κατηγορουμένων αναφορικά με τα έτη 2014,2015 και
  11. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση για την θέση του ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 του οφείλουν οποιοδήποτε ποσό. Αποτέλεσε βασική θέση της υπεράσπισης ότι η καταγγελία του ΜΚ2 εις βάρος των Κατηγορουμένων έγινε κακόβουλα και εκδικητικά επειδή ο 1ος Κατηγορούμενος τον ενημέρωσε ότι θα αποχωρούσε από την εταιρεία του του λόγω του ότι θα δημιουργούσε άλλη δική του εταιρεία η οποία θα ασχολείτο με το ίδιο αντικείμενο. Ο ΜΚ2 αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι ο 1ος Κατηγορούμενος ήταν συνέταιρος στην εταιρεία του. Ούτε και αποδέχτηκε την θέση της υπεράσπισης ότι του ανέφερε σε οποιοδήποτε στάδιο ότι θα αποχωρήσει από την εταιρεία του για να ανοίξει άλλη δική του εταιρεία διευκρινίζοντας μάλιστα στο Δικαστήριο, ότι γνωρίζοντας τις οικονομικές περιστάσεις του 1ου Κατηγορούμενου, αυτό δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί αφού τελευταίος δεν είχε καθόλου, την οικονομική δυνατότητα για την δημιουργία και την λειτουργία μιας τέτοιας εταιρείας σαν την δική του. Σύμφωνα με τον ΜΚ2 η δημιουργία τέτοιου είδους επιχείρησης χρειάζεται μεγάλο κεφάλαιο το οποίο και ο 1ος Κατηγορούμενος δεν διέθετε. Εξάλλου όπως ανέφερε, η εταιρεία του είχε τόσο μεγάλο πελατολόγιο που ακόμη και αν ο 1ος Κατηγορούμενος όντως θα δημιουργούσε την δική του εταιρεία, ο κύκλος του δεν μπορούσε θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να μειωθεί αφού οι πελάτες που είχε αποκτήσει η εταιρεία του ήταν λόγω των δικών του διασυνδέσεων και γνωριμιών. Ο ΜΚ2 αντεξετάστηκε επίσης και για το έλλειμα που κατ' ισχυρισμό του διαπίστωσε στην εταιρεία του από τους Κατηγορούμενους κατά το έτος
  12. Ο ΜΚ2 εξήγησε πως όταν διαπίστωσε αυτό το έλλειμα προέβηκε σε συμφωνία μεταξύ τους, με αποτέλεσμα την υπογραφή από μέρους τους των Τεκμηρίων 20 και 21 για πλήρη αποπληρωμή του ποσού που είχαν κλέψει. Εξήγησε μάλιστα ότι επειδή κατά την τότε χρονική στιγμή η εταιρεία του άνηκε στην κόρη του η οποία και ασθενούσε με καρκίνο, οι πιο πάνω συμφωνίες υπογράφηκαν και από τους Κατηγορούμενους στην παρουσία του αλλά όχι στην παρουσία της θυγατέρας του. Εξήγησε επίσης ότι ο ίδιος αργότερα έδωσε τις πιο πάνω συμφωνίες στην θυγατέρα του η οποία και υπέγραψε ως μάρτυρας. Η υπεράσπιση αντεξετάζοντας τον ΜΚ2 αμφισβήτησε την αυθεντικότητα των υπογραφών επί των Τεκμηρίων 20 και 21 υποστηρίζοντας ότι τα έγγραφα αυτά κατασκευάστηκαν από τον ίδιο τον ΜΚ
  13. Ο ΜΚ2 αρνήθηκε κατηγορηματικά τον πιο πάνω ισχυρισμό. Υπέδειξε μάλιστα ότι για την κλοπή που αφορούσε τα χρηματικά ποσά που είχαν διαπιστωθεί κατά το έτος 2014 είχε μεταβεί στην αστυνομία αλλά του είχε εξηγηθεί από τον αστυνομικό ότι επρόκειτο για αστικής φύσεως υπόθεση και δεν υπήρχε οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα. Αυτός ήταν και ο λόγος σύμφωνα με τον ΜΚ2 που τότε δεν προέβηκε σε καταγγελία εναντίον τους. Σε σχέση με την επίδικη καταγγελία, ο ΜΚ2 αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι τον περί τον Αύγουστο του 2015 αντιλήφθηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά στα έσοδα της εταιρείας του και έτσι αποφάσισε να προβεί σε ενδελεχή έλεγχο των τιμολογίων, καθότι γνωρίζει από λογιστικά ένεκα και της προηγούμενης ιδιότητας που είχε αφού εργαζόταν ως Διευθυντής της Τράπεζας Κύπρου στην Λεμεσό. Ο έλεγχος σύμφωνα με τον μάρτυρα έγινε δια μέσω του φορητού του ηλεκτρονικού υπολογιστή στον οποίο υπήρχε εγκατεστημένο πρόγραμμα στο οποίο καταγράφονταν οι λίστες με τα τιμολόγια της εταιρείας, αριθμημένες. Εξήγησε επίσης ότι ο έλεγχος στα έσοδα της εταιρείας του γινόταν κάθε τέλος του χρόνου από τον λογιστή του, με αποτέλεσμα ο ίδιος να μην μπορεί να γνωρίζει λόγω του μεγάλου αριθμού των πελατών που είχε καθημερινά, ποια από τα τιμολόγια είχαν εισπραχθεί από τους Κατηγορούμενους και ποια όχι. Επίσης διευκρίνισε ότι καθημερινά παρόλο που προέβαινε σε τυπικό οπτικό έλεγχο για να διαπιστώσει κατά πόσο υπήρχε το απόκομμα του τιμολογίου πάνω σε κάθε αυτοκίνητο που ήταν σταθμευμένο στις εγκαταστάσεις της εταιρείας του εντούτοις δεν μπορούσε να γνωρίζει κατά πόσο τα τιμολόγια αυτά είχαν εισπραχθεί από τους Κατηγορούμενους ενόψει και του μεγάλου αριθμού πελατών που είχε η εταιρεία του. Σύμφωνα με τον ΜΚ2 από τον αρχικό έλεγχο που άρχισε να διενεργεί διαφάνηκε ότι πράγματι υπήρχε κλοπή χρηματικών ποσών από μέρους των Κατηγορουμένων αφού απουσίαζαν τα τιμολόγια, και έτσι περί τον Νοέμβριο του 2015 τους ενημέρωσε σχετικά. Τότε όπως ανέφερε ο ΜΚ2 και οι δύο Κατηγορούμενοι του ομολόγησαν προφορικά ότι αυτοί είχαν πάρει τα χρήματα ενώ ο ίδιος αποδέχτηκε να τους δώσει πίστωση χρόνου για να τον εξοφλήσουν. Μάλιστα σύμφωνα με τον ΜΚ2, η 2η Κατηγορούμενη υποσχόμενη ότι θα τον αποπληρώσει, μετέβηκε στην Βουλγαρία για να εισπράξει χρήματα από την πώληση ενός διαμερίσματος και να του τα επιστρέψει. Ο ΜΚ2 υποστήριξε μάλιστα ότι ενόσω αυτή απουσίαζε στην Βουλγαρία είχε μαζί της τηλεφωνικές επικοινωνίες και συνεχώς του υποσχόταν ότι θα του δώσει τα χρήματα. Ο ΜΚ2 εξήγησε περαιτέρω ότι παρά το έλλειμα που είχε διαπιστωθεί κατά το έτος 2014 και το οποίο επίσης δεν του επιστράφηκε αφού οι Κατηγορούμενοι του κατέβαλαν μόνο ένα μικρό μέρος χρημάτων από αυτά που του είχαν κλέψει, εντούτοις, λόγω τόσο λόγω της σοβαρής ασθένειας που αντιμετώπιζε η κόρη του όσο και της εμπιστοσύνης που είχε δείξει στους Κατηγορούμενους καθότι ήταν πολύ εργατικοί, συνέχισε να συνεργάζεται μαζί τους πράγμα που τελικά αποδείχτηκε ότι είχε κάνει λάθος. Σε σχέση με την επίδικη καταγγελία μάλιστα, ο ΜΚ2 υποστήριξε ότι δεν δέχτηκε να του καταβληθεί από τους Κατηγορούμενους οποιοδήποτε ποσό με δόσεις όπως είχε γίνει και την προηγούμενη φορά, λόγω του ότι, για το προηγούμενο έλλειμα που υπήρχε στην εταιρεία του οι Κατηγορούμενοι δεν είχαν τηρήσει την συμφωνία που υπέγραψαν. Έτσι σε σχέση με το νέο έλλειμα που διαπιστώθηκε και αφού τελείωσε η πίστωση χρόνου που τους έδωσε, απαίτησε την επιστροφή όλου του ποσού σε μετρητά. Ο ΜΚ2 αντεξεταζόμενος επίσης υποστήριξε ότι τα τιμολόγια που βρίσκονται εντός του Τεκμηρίου 8 παραδόθηκαν στον ίδιο από την 2η Κατηγορούμενη και ότι μέρος από αυτά τα τιμολόγια τα είχε στην κατοχή της και δη εντός του γραφείου της κρυμμένα. Ο ΜΚ2 αμφισβητήθηκε για την πιο πάνω θέση του αλλά απαντώντας εξήγησε ότι δεν συνήθιζε να μπαίνει στο γραφείο της Κατηγορουμένης και να την ελέγχει, παρά το γεγονός ότι αυτή ήταν ταμίας, γιατί δεν το θεωρούσε σωστό. Εξήγησε επίσης ότι από τον μετέπειτα έλεγχο που συνέχισε να διενεργεί, διαπίστωσε ότι και για 3 συγκεκριμένους πελάτες ενώ εισπράχθηκαν τα χρηματικά ποσά στον προσωπικό της λογαριασμό στην Τράπεζα δεν εντοπίστηκε οποιοδήποτε τιμολόγιο, ενώ αναφορικά με τους χρονιαίους συνδρομητές υπήρχε επίσης έλλειμα αφού κάποιοι πελάτες ενώ εισπράχθηκαν δεν παραδόθηκαν τα χρήματα. Μάλιστα όσον αφορά του ετήσιους συνδρομητές αποτέλεσε θέση του ΜΚ2 ότι οι Κατηγορούμενοι του είχαν παραδεχτεί προφορικά ότι εισέπραξαν και από αυτούς χρηματικά ποσά χωρίς να του τα παραδώσουν. Σε ότι αφορά του ετήσιους συνδρομητές της εταιρείας του, αυτοί σύμφωνα με τον ίδιο, σημειώθηκαν επί του Τεκμηρίου 15 με μαρκαδόρο. Σε ότι αφορά τους πελάτες της εταιρείας που ήταν οι ετήσιοι συνδρομητές (members), ο ΜΚ2 αντεξεταζόμενος, υποστήριξε ότι όταν ένας πελάτης στάθμευε το αυτοκίνητο του στον χώρο στάθμευσης της εταιρείας του για να πάει ταξίδι, οι Κατηγορούμενοι παρόλο που εισέπρατταν τα χρήματα από τον πελάτη, στην συνέχεια όταν αυτός επέστρεφε από το ταξίδι του και έφευγε με το αυτοκίνητο του από τον χώρο που είχε σταθμεύσει, οι Κατηγορούμενοι απέδιδαν την μη παράδοση των χρημάτων από μέρους τους στον ΜΚ2, σε παράλειψη του πελάτη, ότι δηλαδή ο πελάτης έφευγε χωρίς να πληρώσει το κόστος. Επίσης ισχυρίστηκε ότι το βιβλίο με τα τιμολόγια των συνδρομητών βρισκόταν στην κατοχή της 2ης Κατηγορούμενης και ότι ο ίδιος δεν το έλεγχε καθότι αφορούσε μικρό αριθμό αυτοκινήτων. Υπήρχαν σύμφωνα με τον ίδιο οχήματα που ήταν σταθμευμένα πέραν του ενός έτους και έτσι ο ίδιος όπως ισχυρίστηκε, δεν είχε την έγνοια πότε θα επιστρέψει ο πελάτης για να παραλάβει το αυτοκίνητο του αφού οι χρονιαίοι συνδρομητές ήταν λίγοι στον αριθμό και άρα το ζήτημα αφορούσε περιορισμένο αριθμό αυτοκινήτων. Όσον αφορά τα τιμολόγια του Τεκμηρίου 8 τα οποία κατά την κυρίως εξέταση του σε κάποια από αυτά δεν μπορούσε να αναγνωρίσει τις υπογραφές που υπήρχαν σε αυτά, ο ΜΚ2 υποστήριξε, ότι όταν η 2η Κατηγορούμενη επέστρεψε από την χώρα της πήρε τα τιμολόγια και τα υπέγραφε χωρίς ο ίδιος να μπορεί να αναγνωρίσει κάποιες από τις υπογραφές που είχε θέσει. Επίσης ισχυρίστηκε ότι τα τιμολόγια αυτά του τα παρέδωσε σε δέσμες. Υποστήριξε όμως ότι επειδή τα τιμολόγια αυτά ήταν υπό τον έλεγχο και την αρμοδιότητα και των δύο Κατηγορουμένων αφού αυτοί τα χειρίζονταν και εισέπρατταν τα χρηματικά ποσά από αυτά, έχει παράπονο και από τους δύο εφόσον δεν του τα είχαν παραδώσει. Από την άλλη η υπεράσπιση υπέβαλε στον ΜΚ2 την θέση ότι αυτός υπέγραψε τόσο αυτά τα τιμολόγια αυτά όσο και αλλά τα οποία βρίσκονται στο Τεκμήριο 8 με σκοπό να κατασκευάσει το παράπονο του εναντίον των Κατηγορουμένων και να προβεί σε καταγγελία στην αστυνομία εναντίον τους. Ο ΜΚ2 απαντώντας διαφώνησε με την πιο πάνω θέση της Υπεράσπισης. Σε ότι αφορά το έμβασμα των χρημάτων της εταιρία Daily Deals στον λογαριασμό της 2ης Κατηγορούμενης, ο ΜΚ2 αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι είχε οποιαδήποτε προφορική συμφωνία μαζί της για να κατατίθενται τα χρήματα σε δικό της λογαριασμό και στην συνέχεια να του παραδίδονται. Ο ΜΚ2, ανέφερε ότι δεν καμία απολύτως λογική να γίνεται μια τέτοια διαδικασία αφού τα λεφτά αυτά ανήκαν στην εταιρεία του και άρα ουδεμία σχέση είχε η 2η Κατηγορούμενη με τα χρήματα αυτά. Σε σχέση με τον ηλεκτρονικό λογαριασμό που η 2η Κατηγορούμενη χρησιμοποίησε για να επικοινωνήσει με την εταιρία Daily Deals, η Υπεράσπιση υπέβαλε στον ΜΚ2 ότι αν η Κατηγορούμενη ήθελε να πράξει οτιδήποτε το μεμπτό δεν θα επικοινωνούσε από ηλεκτρονικό λογαριασμό στον οποίο είχε πρόσβαση και ο ίδιος. Ο ΜΚ2 απαντώντας στην πιο πάνω θέση υποστήριξε ότι η 2η Κατηγορούμενη γνώριζε πολύ καλά ότι ο ίδιος δεν είχε όλη την προσοχή του στραμμένη στην επιχείρηση του, αλλά ούτε και στα ηλεκτρονικά μηνύματα που αποστέλλονταν στον λογαριασμό της εταιρείας του. Έτσι η 2η Κατηγορούμενη σύμφωνα με τον ΜΚ2, εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι ο ίδιος διέμενε στην Λεμεσό και έφευγε νωρίς από την επιχείρηση του για να επιστρέψει στο σπίτι του, δεν είχε κανένα λόγο να μην διστάσει να χρησιμοποιήσει και τον ηλεκτρονικό λογαριασμό στον οποίο και ο ίδιος είχε πράγματι πρόσβαση. Σε σχέση με την υπάλληλο του Παναγιώτα Νικολάου, η υπεράσπιση υπέβαλε στον ΜΚ2 ότι ο ίδιος διατηρούσε μαζί της φιλικές σχέσεις και γι' αυτό συνεννοήθηκαν μεταξύ τους να εμπλέξουν τους Κατηγορούμενους στην υπόθεση και να προβούν σε καταγγελία εναντίον τους. Ο ΜΚ2 αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι συνέβηκε κάτι τέτοιο, υποστηρίζοντας ότι η Νικολάου ήταν μια απλή υπάλληλος που εργαζόταν στην εταιρεία του, όπως ήταν και οι Κατηγορούμενοι. Επίσης υποβλήθηκε στον ΜΚ2 ότι έδωσε εντολή στην Νικολάου να τηλεφωνεί σε πελάτες της εταιρείας και να τους αναφέρει ότι οι Κατηγορούμενοι τον έκλεψαν. Ο ΜΚ2 δεν αποδέχτηκε την πιο πάνω θέση. Αναφορικά με την σχέση που είχαν οι δύο Κατηγορούμενοι μεταξύ τους, ο ΜΚ2 μετά από ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν εξήγησε ότι αυτοί είχαν ερωτικό δεσμό αφού μάλιστα η 2η Κατηγορούμενη του ανέφερε ότι είχε μείνει έγκυος και ήθελε από τον ίδιο χρήματα για να κάνει άμβλωση. Όσον αφορά τον 1ο Κατηγορούμενο, ο ΜΚ2 συμφώνησε ότι αυτός δεν είχε λογαριασμό στην τράπεζα και έτσι ο μισθός του κατατίθετο στον λογαριασμό της 2ης Κατηγορούμενης. Ισχυρίστηκε επίσης ότι λόγω των οικονομικών προβλημάτων που ο 1ος Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε, του ζήτησε να εμβάζεται ο μισθός του στον λογαριασμό της 1ης Κατηγορουμένης και όχι στην τράπεζα γιατί εκεί δεν είχε καλούς λογαριασμούς. Ο ΜΚ2 συμφώνησε επίσης ότι ο 1ος Κατηγορούμενος ήταν πράγματι πολύ εργατικός, υποστηρίζοντας ότι αυτός ήταν και ο λόγος που είχε εμπιστοσύνη τόσο σε αυτόν όσο και στην 2η Κατηγορούμενη. Αναφορικά με την θέση που υποβλήθηκε στον ΜΚ2, ότι η 2η Κατηγορούμενη πλήρωνε με την πιστωτική της κάρτα έξοδα της εταιρείας για διάφορες διαφημίσεις, ο ΜΚ2 δεν δέχτηκε την πιο πάνω θέση υποστηρίζοντας ότι ο ίδιος της έδωσε μόνο μια φορά χρήματα για να πληρώσει για κάποιο προγραμματιστή ο οποίος ήταν γνωστός της. Υποστήριξε όμως, ότι σε καμία άλλη περίπτωση δεν δέχτηκε ότι η 2η Κατηγορούμενη πλήρωνε από την τσέπη της δουλείες που αφορούσαν έξοδα της εταιρίας. Ούτε και συμφώνησε ότι έδινε μαύρα χρήματα στους Κατηγορούμενους, πέραν από το μισθό που είχε δηλωθεί ότι έπαιρναν αλλά ούτε και ότι οι Κατηγορούμενοι ήταν συνέταιροι στην εταιρεία του. Ο ΜΚ2 μάλιστα ανέφερε χαρακτηριστικά αντεξεταζόμενος « μακάρι να ήταν συνέταιροι γιατί η εταιρία είχε 55.000 ευρώ ζημιά και άρα αυτοί θα πλήρωναν τα μισά». Η υπεράσπιση από την άλλη, υπέβαλε στον ΜΚ2 την θέση ότι οι Κατηγορούμενοι ήταν οι συνέταιροι στην εταιρεία του λόγω του ότι αυτοί γνώριζαν τους περισσότερους πελάτες και ότι ήταν μάλιστα εξαιτίας τους που είχε έσοδα η εταιρεία του. Ο ΜΚ2 διαφώνησε και εξήγησε ότι το πελατολόγιο ήταν δικό του λόγω των δικών του γνωριμιών και σε καμία περίπτωση λόγω των Κατηγορουμένων. Ούτε και συμφώνησε με την θέση της υπεράσπισης ότι η καταγγελία του έγινε για αλλότρια κίνητρα επειδή οι Κατηγορούμενοι θέλησαν να σταματήσουν την συνεργασία τους μαζί του και να ανοίξει ο 1ος Κατηγορούμενος εταιρεία ιδίων συμφερόντων αφού όπως ισχυρίστηκε ουδέποτε του λέχθηκε οτιδήποτε τέτοιο. Επόμενος και τελευταίος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή κλήθηκε και κατέθεσε ο λογιστής της εταιρείας του παραπονούμενου, Κυριάκος Παναγιώτου (ΜΚ3). Η κατάθεση του την οποία και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, αποτελεί το Τεκμήριο 31, σύμφωνα με την οποία, την 30.03.16 ο ΜΚ2 του είχε δώσει μια κατάσταση με τιμολόγια ζητώντας του να ελέγξει κατά πόσο αυτά ήταν καταχωρημένα στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της εταιρείας του. Μετά από έλεγχο στον οποίο προέβηκε ο ΜΚ3, διαπίστωσε ότι κανένα από αυτά τα τιμολόγια δεν ήταν καταχωρημένα και ως εκ τούτου δεν ανέφερε ότι δεν του είχαν παραδοθεί από τον ΜΚ
  14. Ο ΜΚ3 περαιτέρω κατά την κυρίως εξέταση του, αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο γινόταν τόσο ο μηνιαίος όσο και ο ετήσιος έλεγχος των οικονομικών της εταιρείας του ΜΚ
  15. Εξήγησε μάλιστα ότι στο γραφείο του, κάθε μήνα του παραδίδονταν από την εταιρεία του ΜΚ2 τα αριθμημένα τιμολόγια που είχαν εισπραχθεί και τα οποία αφού ελέγχονταν από τον λογιστή καταχωρούνταν αριθμημένα στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Περαιτέρω ελεγχόταν και κατά πόσο το ποσό που είχε κατατεθεί στην τράπεζα από την εταιρεία ως έσοδα, αντιστοιχούσε στα ποσά που αναγράφονταν στα τιμολόγια που του είχαν παραδοθεί. Γινόταν δηλαδή κάθε μήνα η αντιστοιχία των τιμολογίων και των χρηματικών ποσών. Ο ΜΚ3 αναγνώρισε επίσης την κατάσταση των τιμολογίων που του είχε παραδώσει ο παραπονούμενος την 30.03.16 και στην οποία καταγράφονταν όλα τα τιμολόγια τα οποία περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 14, για να τα ελέγξει κατά πόσο αυτά είχαν εισπραχθεί. Ο ΜΚ3 εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο προέβηκε σε έλεγχο για να διαπιστώσει ότι τελικά τα τιμολόγια που αναγράφονται στην συγκεκριμένη λίστα, δεν είχαν εισπραχθεί και έτσι ενημέρωσε τον παραπονούμενο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση για τις θέσεις του σε σχέση με τον τρόπο που γινόταν ο έλεγχος των τιμολογίων από τους λογιστές της εταιρείας του. Υποβλήθηκε μάλιστα η θέση στον ΜΚ3 ότι επειδή με τον παραπονούμενο διατηρεί στενή επαγγελματική σχέση και έχει από τον ίδιο οικονομικό όφελος, η μαρτυρία του δεν ήταν ειλικρινής αλλά ότι έχει επιμολυνθεί. Ο ΜΚ3 αρνήθηκε κατηγορηματικά την πιο πάνω θέση, αναφέροντας μάλιστα ότι δεν γνώριζε τον τρόπο που εργαζόταν τόσο ο παραπονούμενος όσο και οι Κατηγορούμενοι στην εταιρεία του. Επέμεινε όμως στην θέση του ότι ο έλεγχος που γινόταν από την εταιρεία του ΜΚ2 ήταν ο σωστός, και ότι τα τιμολόγια αυτά σε καμία περίπτωση δεν έχουν εισπραχθεί αφού δεν συνοδεύονταν από την αντίστοιχη κατάθεση. Όσον αφορά τον ετήσιο έλεγχο της εταιρείας, ο ΜΚ3 εξήγησε ότι αυτός γινόταν στην βάση δειγματοληψίας. Κατά την αντεξέταση του επανέλαβε μάλιστα τον τρόπο με τον οποίο γινόταν ο μηνιαίος έλεγχος, εξηγώντας περαιτέρω ότι το γεγονός ότι παρόλο που τα τιμολόγια αυτά είχαν αύξων αριθμό και το ένα ακολουθούσε αριθμητικά το άλλο, αυτό που ελεγχόταν ήταν μόνο, το κατά πόσο τα εισπραχθέντα τιμολόγια αντιστοιχούσαν στο ποσό που έχει κατατεθεί στην τράπεζα και όχι στο κατά πόσο έλειπε κάποιος αριθμός τιμολογίου. Μάλιστα ο μάρτυρας εξήγησε ότι εφόσον ένα τιμολόγιο δεν είχε παραδοθεί στην εταιρεία του, αυτό ισοδυναμούσε ότι δεν είχε εισπραχθεί. Ερωτώμενος ο ΜΚ3 κατά πόσο είχε υποδείξει στην αστυνομία ότι οι εισπράξεις της επίδικης εταιρείας αντιστοιχούσαν και στις καταθέσεις των χρημάτων που υπήρχαν κατατεθειμένοι στους τραπεζικούς της λογαριασμούς, ο μάρτυρας εξήγησε ότι κάτι τέτοιο δεν του είχε ζητηθεί από τον αστυνομικό που του έλαβε κατάθεση γι' αυτό και δεν το θεώρησε σκόπιμο για να το αναφέρει. Περαιτέρω η πλευρά της Υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του ΜΚ3, του ζήτησε όπως επιβεβαιώσει τους πιο ισχυρισμούς του και στο Δικαστήριο, παρουσιάζοντας δηλαδή τις σχετικές καταστάσεις των λογαριασμών της εταιρείας του παραπονουμένου με σκοπό να διαπιστωθεί κατά πόσο υπήρχε η απαιτούμενη αντιστοιχία μεταξύ εισπράξεων και καταθέσεων. Ο ΜΚ3 απαντώντας ανέφερε ότι κάτι τέτοιο δεν του ζητήθηκε να παρουσιάσει κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο και έτσι η πλευρά της υπεράσπισης του υπέβαλε την θέση ότι δεν το έπραξε εσκεμμένα διότι δεν προσήλθε με καθαρά χέρια. Ο ΜΚ3 ανέφερε ότι το λογιστικό του γραφείο λειτουργεί σωστά και ότι ο ίδιος παρά το ότι γνώριζε τον παραπονούμενο από τον καιρό που εργαζόταν ως Διευθυντής στην Τράπεζα Κύπρου, δεν είναι ο αρμόδιος για να αναφέρει κατά πόσο οι Κατηγορούμενοι πράγματι έκλεβαν την εταιρεία του παραπονούμενου αφού αρμόδιο για να αποφασίσει για το ζήτημα αυτό είναι μόνο το Δικαστήριο. Αυτό όπως που επανέλαβε και διαβεβαίωσε ήταν ότι τα τιμολόγια δεν είχαν εισπραχθεί ή αν είχαν εισπραχθεί δεν παρουσιάστηκαν στο λογιστικό του γραφείο οι καταθέσεις τους. Εξήγησε περαιτέρω σε ερώτηση της υπεράσπισης ότι για την συγκεκριμένη εταιρεία χρησιμοποιείτο η μέθοδος «cash basis» δηλαδή η μέθοδος των μετρητών. Σύμφωνα με τον ΜΚ3 αν υπήρχαν τιμολόγια που ήταν ανείσπρακτα δεν πήγαιναν στη εταιρεία του μέχρι και να εισπραχθούν συνεπώς και δεν υπολείπονταν χρήματα. Τέλος η πλευρά της υπεράσπισης υπέβαλε στον μάρτυρα ότι η μαρτυρία του δεν ήταν ειλικρινής καθότι τον συνδέει ισχυρή οικονομική σχέση με τον παραπονούμενο. Ο ΜΚ3 εξήγησε ότι με τον ΜΚ2 είχε αυστηρά επαγγελματική σχέση και ότι τίποτε από τα όσα του υποβλήθηκαν δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Μαρτυρία Υπεράσπισης Όπως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω, οι Κατηγορούμενοι δεν έχουν προσφέρει μαρτυρία στο Δικαστήριο αφού ως άλλωστε ήταν και δικαίωμα τους, τήρησαν το δικαίωμα της σιωπής. Παρουσιάστηκε όμως και κατέθεσε στο Δικαστήριο ένας μάρτυρας Υπεράσπισης, δηλαδή ο Ανδρέας Σαββίδης (ΜΥ1). Ο μάρτυρας κατά την παρουσία του στο Δικαστήριο κατέθεσε γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 32), την οποία και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σύμφωνα με την γραπτή του δήλωση, είναι και ο ίδιος ιδιοκτήτης δύο χώρων στάθμευσης το ένα εκ των οποίων βρίσκεται στην Επαρχία της Λάρνακας ενώ το δεύτερο στην Πάφο και γνωρίζεται τόσο τον 1ο Κατηγορούμενο όσο και τον παραπονούμενο. Αναφορικά με τον 1ο Κατηγορούμενο, ο ΜΥ1 δια μέσω της γραπτής του δήλωσης ανέφερε ότι γνωρίζει, ότι αυτός, αρχικά ήταν συνέταιρος με τον Λούκα Παναγή ο οποίος είχε πωλήσει την επιχείρηση του στον ΜΚ
  16. Μέσα από την γραπτή του δήλωση μάλιστα ο ΜΥ1 εξηγεί ότι ο 1ος Κατηγορούμενος ήταν πολύ εργατικός και ότι μάλιστα είχε αντιληφθεί ότι εργαζόταν ως συνεταίρος στην εταιρεία του ΜΚ2 αφού τους είδε αρκετές φορές να συζητούν, ενώ ο 1ος Κατηγορούμενος σύμφωνα με τον ΜΥ1 λάμβανε και αποφάσεις για την εταιρεία. Σε ότι αφορά τον ΜΚ2, ο ΜΥ1 υποστήριξε ότι δεν ήταν ιδιαίτερα ενεργός στην εταιρεία του αλλά ούτε και στις αποφάσεις της αφού τον έβλεπε συνέχεια να βρίσκεται στο γραφείο του και πίσω από ένα ηλεκτρονικό υπολογιστή. Σε σχέση με την 2η Κατηγορούμενη ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι δούλευε ασταμάτητα και από ότι είχε αντιληφθεί, έλεγχε τα τιμολόγια της εταιρείας δύο και τρείς φορές. Σύμφωνα με τον ΜΥ1, η 2η Κατηγορουμένη ήταν ιδιαίτερα σχολαστική στην εργασία της. Ο ΜΥ1 αναφέρθηκε επιπλέον σε ένα περιστατικό όπου ο ΜΚ2 σε ανύποπτο χρόνο του τηλεφώνησε και προσπαθούσε με επιμονή να τον πείσει να συναντηθούν για να μιλήσουν . Όταν τελικά συναντήθηκαν σύμφωνα με τον ΜΥ1, ο ΜΚ2 άρχισε να του κατηγορεί τον 1ο Κατηγορούμενο και να του λέει ότι τον έκλεψε και ότι θα τον καταγγείλει στην αστυνομία αλλά και ότι ακόμη δεν είναι άξιος εμπιστοσύνης και ότι δεν πρέπει κανένας άλλος να του επιτρέψει να εργάζεται σε τέτοιους είδους εργασίες καθότι είναι κλέφτης. Έτσι όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, επειδή δεν του άρεσε η πιο πάνω συνάντηση έφυγε από το μέρος. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 αμφισβητήθηκε για την γνησιότητα των όσων έχει αναφέρει αφού του υποβλήθηκε η θέση ότι και με τους δύο Κατηγορούμενους εκτός του ότι είναι φίλοι, σήμερα εργάζονται και στην εταιρεία του. Ο ΜΥ1 αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι οι Κατηγορούμενοι εργάζονται στην εταιρεία του. Από την άλλη όμως αποδέχθηκε ότι τα όσα γνώριζε αναφορικά με την εταιρεία του ΜΚ2 και το ποιος του την είχε πωλήσει ήταν μέσω των συζητήσεων που είχε τόσο μέσα από τον κύκλο της δουλειάς του, όσο και λόγω της σχέσης που διατηρούσε με τους Κατηγορούμενους αφού δέχτηκε ότι πράγματι κάποιες φορές πήγαινε στις εγκαταστάσεις της εταιρείας του ΜΚ2 και έπλενε κάποια από τα αυτοκίνητα του, αφού το πλυντήριο της εταιρείας του είχε χαλάσει. Αντεξεταζόμενος επέμεινε επίσης στην θέση του ότι ο ΜΚ2 και ο 1ος Κατηγορούμενος του συστήθηκαν ως συνέταιροι. Από την άλλη ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής αμφισβήτησε έντονα την πιο πάνω θέση του. Του υποβλήθηκε μάλιστα η θέση ότι κάτι τέτοιο δεν αναφέρθηκε από τον ίδιο στην γραπτή του δήλωση. Ο ΜΥ1 απαντώντας ανέφερε ότι τώρα το θυμήθηκε γι' αυτό και το ανέφερε, συγκεκριμένα είπε «δεν είμαστε κομπιούτερ να τα καταχωρούμε και να τα αποθηκεύουμε και να λέμε ακριβώς τα ιδιά». Αποδέχθηκε όμως την θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι δεν γνωρίζει αν πράγματι οι Κατηγορούμενοι έκλεβαν την εταιρεία του ΜΚ
  17. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Θα αναφερθώ εκτενέστερα στις τοποθετήσεις των μερών εκεί που θα εκτιμήσω ότι τούτο είναι αναγκαίο, χωρίς ασφαλώς να θεωρώ ότι υπάρχει υποχρέωση απάντησης σε κάθε επουσιώδες, εγειρόμενο επιχείρημα (βλ. κατ' αναλογία, Οδυσσέα ν. Αστυνομίας

(1999)2 Α.Α.Δ. 490, 495) ή καθήκον ενασχόλησης με κάθε στοιχείο μαρτυρίας ή διαζευκτικής εκδοχής ή πιθανότητας που προβάλλεται και κρίνεται στην ολότητα της μαρτυρίας, ως αντικειμενικά απίθανη ή παράλογη (βλ. κατ' αναλογία, Τιμοθέου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 671, 686). Τονίζεται ότι έχω εντάξει και αναλύσει τα παραδεκτά γεγονότα στο σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, θεωρώντας τα ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Αντρέα κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) και κρίνοντάς τα, ως περιέχοντα παραδεκτή μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Επισημαίνω επίσης ότι κάθε αποδεκτή μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας, όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων και των παραδεκτών γεγονότων, αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό, έστω και αν δεν διατυπώνονται γλωσσικώς στο σκεπτικό μου. Όπως δε έχει υποδειχθεί στην πρόσφατη απόφαση Guruli v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 263/17, ημερ. 22.5.2020, ECLI:CY:AD:2020:B160, ένα Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει τις μαρτυρίες στην ολότητά τους και να τις αξιολογεί με λογική προσέγγιση και στα πλαίσια της κοινής, ανθρώπινης εμπειρίας. Δεν ασχολείται με απομακρυσμένες πιθανότητες, ούτε με θεωρίες που ευφάνταστα μπορεί να προωθήσει η υπεράσπιση σε μια υπόθεση. Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα έχει δύο επάλληλα στοιχεία (Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661) .Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν, υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Αξιολογώντας τη μαρτυρία δεν έχω περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα (Rana κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489, 500), αλλά την έχω αντιπαραβάλει και διερευνήσει στο σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας, είτε αυτή προερχόταν από την Κατηγορούσα αρχή είτε από την υπεράσπιση (βλ. κατ' αναλογία, Βασιλείου ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 254, 260 και Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1172, 1175). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η δικαστική μου τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία, αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογία, C & A Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273, 1280-1281). Το Δικαστήριο ασφαλώς διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητά της (βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301). Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεταν ενώπιον μου. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης, έθεσα ως δείκτη, ανάμεσα σε άλλα, την πηγή και εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, στο βαθμό που τούτες αφορούσαν εκείνα περί των οποίων κατέθεταν, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεών τους, την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική εξέταση με τις μικροαντιφάσεις), την ύπαρξη προηγούμενων γραπτών ή προφορικών ασυνεπών ή αντιφατικών δηλώσεων, την ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεών τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ύπαρξη νευρικότητας ή επιφυλακτικότητας, και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2Α Α.Α.Δ. 612 και τις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Έδειξα ιδιαίτερη προσοχή στο να μην αποδώσω υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς τους, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως, να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογία, Νικολάου ν. Παπαϊωάννου, ΠΕ 250/08, ημερ. 20.10.11), επειδή δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 401, 406), αλλά και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών, χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογία, Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 676, 685). Εκτίμησα επίσης, με ιδιαίτερη προσοχή την τυχόν παράλειψη αναφοράς των μαρτύρων σε γεγονότα και στοιχεία στις γραπτές τους καταθέσεις προς την Αστυνομία, τα οποία παρέθεσαν κατά τη μαρτυρία τους στο Δικαστήριο για πρώτη φορά. Τονίζω ότι έχω προσεγγίσει το σύνολο της μαρτυρίας με ιδιαίτερη προσοχή. Έχοντας λοιπόν μου, τις πιο πάνω καλά καθιερωμένες νομολογιακές αρχές, θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα που έχει καταθέσει ενώπιον μου, ακολουθώντας ακριβώς την ίδια σειρά με την οποία έχουν καταθέσει στο Δικαστήριο. Αρχίζοντας την αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας από τον εξεταστή της υπόθεσης, δηλαδή τον ΜΚ1, κρίνω σκόπιμο καταρχήν να αναφέρω ότι η μαρτυρία του περιορίζεται στο σύνολο της, στις ενέργειες που προέβηκε κατά την διερεύνηση της υπόθεσης ως εξεταστής και σε τίποτα περισσότερο. Ο ΜΚ1 μου άφησε θετική εντύπωση καθότι απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν με αμεσότητα και χωρίς κανένα δισταγμό. O MK1 δεν μου έδωσε καθόλου την εντύπωση ότι ενήργησε μεροληπτικά είτε υπέρ της μίας πλευράς είτε υπέρ της άλλης. Ο ΜΚ1 έδινε σαφείς απαντήσεις χωρίς να υπεκφυγές και απαντούσε μόνο σε ότι θυμόταν και ότι γνώριζε. Μάλιστα για ότι δεν θυμόταν να τοποθετηθεί δεν δίστασε να απαντήσει με την φράση «δεν θυμάμαι». Επίσης, δείγμα της ειλικρίνειας του ΜΚ1, αποτελεί και το γεγονός ότι πράγματι κατά την αντεξέταση του, σε ερωτήσεις που του τέθηκαν από την υπεράσπιση για το κατά πόσο είχε προβεί σε συγκεκριμένες ενέργειες που του υποβλήθηκαν ότι έπρεπε να πράξει, ο ίδιος δεν δίστασε να τοποθετηθεί και να αναφέρει στο Δικαστήριο ότι πράγματι δεν τις έπραξε γιατί δεν το θεώρησε σκόπιμο, όπως για παράδειγμα να λάβει συμπληρωματική κατάθεση από την 2η Κατηγορούμενη μετά την παράδοση των ηλεκτρονικών μνημάτων από τον ΜΚ2 (Τεκμήρια 12Α - 12Δ) που αφορούσαν το έμβασμα της εταιρείας DAILY DEALS στον λογαριασμό της. Ο ΜΚ1 επί τούτου ανέφερε ότι αφής στιγμής η 2η Κατηγορούμενη αρνείτο οποιαδήποτε εμπλοκή ή ανάμιξη στην υπόθεση, ο ίδιος θεώρησε ότι δεν ήταν απαραίτητο να την καλέσει εκ νέου για να τοποθετηθεί καθότι είχε ήδη κατηγορηθεί. Επίσης ο ΜΚ1 δεν δίστασε να αναφέρει ότι ο ίδιος δεν ζήτησε είτε από τον από τον ΜΚ2 είτε από τον υπάλληλο της DAILY DEALS οποιεσδήποτε άλλες λεπτομέρειες σε σχέση με τα συγκεκριμένα ηλεκτρονικά μηνύματα που είχαν ανταλλάξει μεταξύ τους. Εξήγησε όμως ότι ο Jen Philips, υπάλληλος της εταιρείας DAILY DEALS, βρισκόταν στο εξωτερικό και ήταν ασύμφορο να κληθεί για να δώσει απλά κατάθεση για την υπόθεση. Ο ΜΚ1 συμφώνησε επίσης με την θέση της υπεράσπισης, ότι σε καμία περίπτωση δεν είχε υποδείξει στους Κατηγορούμενους κατά την διερεύνηση της υπόθεσης ούτε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 8, δηλαδή τα επίδικα τιμολόγια, αλλά ούτε και την λίστα με τους ετήσιους συνδρομητές που περιλαμβάνονται επί του Τεκμηρίου 14, ένεκα του ότι και οι δύο Κατηγορούμενοι όταν ανακρίθηκαν αρνούνταν οποιαδήποτε ανάμιξη ή εμπλοκή στα αδικήματα και συνεπώς δεν υπήρχε και οποιοσδήποτε ουσιαστικός λόγος για να τους τα υποδείξει. Περαιτέρω συμφώνησε με την θέση της υπεράσπισης ότι δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε γραφολογική εξέταση των συγκεκριμένων υπογραφών αναφορικά με τα επίδικα τιμολόγια, τονίζοντας βεβαίως ότι η αστυνομία δεν διερευνούσε οποιαδήποτε αδικήματα πλαστογραφίας αλλά αδικήματα κλοπής. Συνακόλουθα σύμφωνα με τον ΜΚ1 και δεν ετίθετο οποιοδήποτε αμφισβητούμενο ζήτημα αναφορικά με την γνησιότητα των υπογραφών τους. Σε σχέση με την θέση της υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενοι ήταν συνέταιροι με τον παραπονούμενο, ο ΜΚ1 απαντώντας, διευκρίνισε ότι σε καμία περίπτωση δεν είχε αναφερθεί ένας τέτοιος ισχυρισμός από τους ίδιους Κατηγορούμενους στις ανακριτικές τους καταθέσεις. Τέλος, σε ότι αφορά την θέση της υπεράσπισης ότι ο ΜΚ1 υιοθέτησε την θέση του παραπονούμενου ως αληθινή ευθύς εξ ' αρχής επειδή ανέφερε στο Δικαστήριο ότι έπρεπε να υιοθετήσει κάποια θέση για να προχωρήσει στην διερεύνηση της υπόθεσης και συνεπώς ενήργησε μεροληπτικά υπέρ του παραπονούμενου, παραπέμπω στα πρακτικά του Δικαστηρίου ημερ. 10/02/22 σελ.8 σύμφωνα με οποία ο ΜΚ1 (γρ.25 -30) εξήγησε αναφορικά με την πιο πάνω θέση του ότι ο ίδιος δεν ήταν ο αρμόδιος για να κρίνει αν ο παραπονούμενος έλεγε την αλήθεια ή ψέματα και ότι αρμόδιο να διαπιστώσει την αλήθεια των ισχυρισμών του είναι το Δικαστήριο. Υπό το φως των πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία του μάρτυρα ως ορθή και αληθινή και ο ΜΚ1 κρίνεται αξιόπιστος. Ο βασικότερος μάρτυρας της Κατηγορούσας Αρχής είναι αδιαμφισβήτητα ο ΜΚ
  1. Ο ΜΚ2 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Τον έχω παρατηρήσει με ιδιαίτερη προσοχή και έχω αντιπαραβάλει το περιεχόμενο της δια ζώσης μαρτυρίας του με το περιεχόμενο των γραπτών καταθέσεων που έδωσε στην αστυνομία, καθώς και με την υπόλοιπή μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, και δεν έχω εντοπίσει ουδεμία ουσιώδη αντίφαση στην μαρτυρία του, ικανή, να κλονίσει την αξιοπιστία του. Μάλιστα η μαρτυρία του ΜΚ2 ως προς το σημείο που αφορά τον τρόπο που έχει εντοπιστεί το έλλειμα των χρηματικών ποσών που αντιστοιχούσαν στα επίδικα τιμολόγια υποστηρίζεται και από την μαρτυρία του ΜΚ3, στον οποίο ουδέποτε είχαν παραδοθεί για έλεγχο από τον ΜΚ2, αφού όπως είχε διαφανεί αυτά δεν βρισκόντουσαν στην κατοχή του αλλά είχαν κατακρατηθεί από τους Κατηγορούμενους και δεν του τα είχαν παραδώσει. Παρατήρησα τον ΜΚ2 μέσα από τον τρόπο που απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του τέθηκαν, το ύφος του, καθ' όλη την διάρκεια τόσο της κυρίως εξέτασης όσο και της αντεξέτασης του, την αμεσότητα των απαντήσεων του, την ευκολία που τον διέκρινε στο να απαντά εμπεριστατωμένα και τεκμηριώνοντας οτιδήποτε και αν είχε ερωτηθεί, και δεν έχω ουδεμία αμφιβολία ότι ήταν ειλικρινής και μάρτυρας της αλήθειας. Σε σχέση με την θέση της Υπεράσπισης ότι ο ΜΚ2 κατά την αντεξέταση του και όταν του τέθηκαν συγκεκριμένες ερωτήσεις γελούσε, θα πρέπει να αναφέρω ότι δεν διέκρινα στις πιο πάνω αντιδράσεις του, οτιδήποτε το μεμπτό ή το εσκεμμένο. Ο ΜΚ2 ήταν κατηγορηματικός στις θέσεις του, και σε καμία απολύτως περίπτωση οι θέσεις του δεν κλονίστηκαν κατά την αντεξέταση του. Επίσης δεν διέκρινα ότι ο μάρτυρας διακατεχόταν από εκδικητική διάθεση ή κακόβουλο κίνητρο εναντίον των Κατηγορουμένων. Ούτε και ότι η μαρτυρία του ήταν κατασκευασμένη και είχε ως απώτερο του σκοπό, να εκδικηθεί τους Κατηγορούμενους. Τουναντίον αυτό που διαφάνηκε μέσα από το σύνολο της μαρτυρία του, ήταν ότι ο ίδιος ένιωθε μεγάλη στεναχώρια και απογοήτευση από τον τρόπο που του είχαν συμπεριφερθεί οι Κατηγορούμενοι, στους οποίους είχε δείξει την απόλυτη εμπιστοσύνη του. Προς τεκμηρίωση των θέσεων που είχε προβάλει κατά την μαρτυρία του, ο ΜΚ2 παρουσίασε στο Δικαστήριο έγγραφα τα οποία και κατέθεσε. Μέσα από το περιεχόμενο της μαρτυρίας του αλλά και των εγγράφων αυτών, προκύπτει ότι διαψεύδονται και οι βασικές θέσεις υπεράσπισης των Κατηγορουμένων. Σε σχέση με την θέση της υπεράσπισης ότι οι Κατηγορούμενοι ήταν συνεταίροι του ΜΚ2 και σε καμία απολύτως περίπτωση οι υπαλλήλοι του, ο ΜΚ2 έχει διαψεύσει τον πιο πάνω ισχυρισμό, παρουσιάζοντας στο Δικαστήριο τα Τεκμήρια 18 και 19, μέσα από το περιεχόμενο των οποίων προκύπτει ξεκάθαρα, ότι ο μοναδικός μέτοχος και διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας από την 18.08.15, ήταν μόνο ο ίδιος. Επίσης παρουσίασε και τις συμφωνίες εργοδότησης που είχαν συναφθεί από την εταιρεία του και με τους δύο Κατηγορούμενους, με τίτλο «όροι απασχόλησης υπαλλήλων» ημερ. 01.07.14 (Τεκμήρια 27 και 28), μέσα από το περιεχόμενο των οποίων επίσης διασαφηνίζεται ότι ο 1ος Κατηγορούμενος είχε εργοδοτηθεί ως οδηγός για την μεταφορά επιβατών στο αεροδρόμιο Πάφου ενώ η 2η Κατηγορούμενη ως υπάλληλος γραφείου. Τονίζεται επίσης, ότι η θέση του ΜΚ2 ότι και οι δύο Κατηγορούμενοι ήταν τα μοναδικά πρόσωπα που ασχολούνταν με την έκδοση και είσπραξη των επίδικων τιμολογίων στην εταιρεία του αλλά και ότι η 2η Κατηγορουμένη είχε και καθήκοντα ταμία, δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Ο ΜΚ2 υπέδειξε επίσης κατά την μαρτυρία του, ότι μετά που ανακάλυψε ότι οι Κατηγορούμενοι τον είχαν κλέψει και μάλιστα του το είχαν παραδεχτεί, τους έδωσε πίστωση χρόνου για να τον αποζημιώσουν χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε άμεση καταγγελία εναντίον τους. Τεκμηριώνοντας την πιο πάνω θέση του στο Δικαστήριο, παρουσίασε τα Τεκμήρια 22 και 23, μέσα από τα οποία προκύπτει ότι πράγματι είχε προειδοποιήσει και τους δύο Κατηγορούμενους την 02.03.16 ότι αν μέχρι την 15.03.16 δεν του επιστραφούν τα κλοπιμαία χρήματα, θα προχωρήσει σε καταγγελία εναντίον τους στην αστυνομία, πράγμα που τελικά και έπραξε την 21.03.16 ήτοι 19 ημέρες μετά την προειδοποίηση που τους είχε δοθεί την οποία όπως εξήγησε αρνήθηκαν να την παραλάβουν. Σημειώνεται ότι ο ΜΚ2 ανακάλυψε ότι οι Κατηγορούμενοι τον έκλεψαν για πρώτη φορά, περί τον Νοέμβριο του 2015 ενώ η καταγγελία εναντίον τους έλαβε χώρα περί τα τέλη Μαρτίου του
  2. Πέραν των πιο πάνω, προκύπτει επίσης μέσα από τα πιο πάνω έγγραφα ότι ο o MK2 απέλυσε τους Κατηγορούμενους από την εταιρεία του, την 02.03.16, γεγονός που διαψεύδει για ακόμη μια φορά και τον βασικό ισχυρισμό της υπεράσπισης ότι οι Κατηγορούμενοι δεν εργοδοτούνταν ως υπάλληλοι της εν λόγω εταιρείας αλλά ως συνεταίροι του ΜΚ
  3. Περαιτέρω ο ΜΚ2 παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του, και έγγραφα από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων με τίτλο «αναλυτική κατάσταση αποδοχών ασφαλισμένου κατά εργοδότη» (Τεκμήρια 29Α - Γ) και (Τεκμήρια 30Α - Γ) σε ότι αφορά και τους δύο Κατηγορούμενους. Μέσα από περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων επιβεβαιώνεται ότι και οι δύο Κατηγορούμενοι ήταν υπάλληλοι της εταιρείας του, αφού η τελευταία κατέβαλλε ως εργοδότης τους τις κοινωνικές τους ασφαλίσεις από τον Ιούλιο του 2014 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2016 που είχαν απολυθεί. Συνακόλουθα μέσα από τα πιο πάνω έγγραφα επιβεβαιώνεται συν τοις άλλοις, και ο ισχυρισμός του ΜΚ2 ότι απέλυσε τους Κατηγορούμενους την 02.03.16 από την εταιρεία του, γεγονός που διαψεύδει και τους βασικούς ισχυρισμούς τους, ότι δήθεν έφυγαν από την εταιρεία του επειδή ο 1ος Κατηγορούμενος θα δημιουργούσε την δική του επιχείρηση με το ίδιο αντικείμενο ως δήθεν είχε αναφέρει ο 1ος Κατηγορούμενος στον ΜΚ
  4. Συνακόλουθα, καταρρίπτεται και ο βασικός ισχυρισμός της υπεράσπισης ότι ο ΜΚ2 κατασκεύασε εκδικητικά ψευδές παράπονο εναντίον τους για τους λόγους που του είχαν υποβληθεί οι οποίοι βεβαίως και είχαν παραμείνει σε επίπεδο απλών υποβολών. Η ειλικρίνεια του ΜΚ2 και η έλλειψη οποιουδήποτε υστερόβουλου κινήτρου εναντίον των Κατηγορουμένων διαφαίνεται και μέσα από το γεγονός, ότι κατά την μαρτυρία του δεν δίστασε σε καμία περίπτωση να αποδεχτεί την θέση της Υπεράσπισης, ότι οι Κατηγορούμενοι ήταν ιδιαίτερα εργατικοί. Όπως όμως υπέδειξε ο ΜΚ2 κατά την μαρτυρία του, θέση την οποία και αποδέχομαι, ο 1ος Κατηγορούμενος κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα που εργαζόταν στην εταιρεία του, αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα εξ' ου και ο μισθός του κατατίθετο στον λογαριασμό της 2ης Κατηγορουμένης. Επίσης η ειλικρίνεια και η αντικειμενικότητα του ΜΚ2, διαφάνηκε και κατά την στιγμή που επιθεωρούσε τα επίδικα τιμολόγια που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 8 αφού σε καμία περίπτωση δεν δίστασε να αναφέρει στο Δικαστήριο ότι σε κάποια από αυτά τα τιμολόγια δεν μπορούσε να αναγνωρίσει την υπογραφή των Κατηγορουμένων την οποία και γνώριζε καθότι ήταν υπαλλήλοι του, ενώ σε σωρεία άλλων τιμολογίων αναγνώρισε τόσο την υπογραφή του 1ου Κατηγορουμένου όσο και της 2ης Κατηγορούμενης (πρακτικά ημερ. 2/03/22 σελ.7). Σημειώνεται ότι ο ΜΚ2 ανέφερε επίσης ότι όταν η 2η Κατηγορούμενη του παρέδωσε μέρος των επίδικων τιμολογίων τα οποία είχε βγάλει από το συρτάρι του γραφείου της, άρχισε να βάζει σε κάποια από αυτά τις υπογραφές της, στην παρουσία του. Σε σχέση με την αναγνώριση υπογραφής από μη πραγματογνώμονες, παραπέμπω στις υποθέσεις Αναστασίου v. Tιμοθέου Ποιν. Έφεση 05/14 ημερ.24/03/17 και VBH(Cyprus) Ltd v. Windoors UPVC Systems Ltd κ.α Ποιν. Έφεση 204/14 ημερ. 28/11/
  5. Βεβαίως τονίζεται ότι στην παρούσα υπόθεση αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι τον έλεγχο, τον χειρισμό και την αρμοδιότητα για την έκδοση και είσπραξη των χρημάτων των επίδικων τιμολογίων τον είχαν και οι δύο Κατηγορούμενοι και κανένα άλλο πρόσωπο στην εταιρεία. Αυτό που ουσιαστικά η υπεράσπιση αμφισβητεί είναι ότι τα ποσά των επίδικων τιμολογίων δεν έχουν κλαπεί από τους Κατηγορούμενους αλλά ότι αυτά έχουν εισπραχθεί και παραδοθεί στον ΜΚ2 ο οποίος κατά την θέση τους ψεύδεται και εκδικητικά κατασκεύασε αυτή την υπόθεση εναντίον τους. Τονίζεται μάλιστα ότι και οι δύο Κατηγορούμενοι μέσα από τις ανακριτικές καταθέσεις που έδωσαν στην αστυνομία, για τις οποίες λόγος θα γίνει κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της υπεράσπισης, ουδέποτε αρνήθηκαν ότι αυτοί είχαν την ευθύνη των τιμολογίων και συνεπακόλουθα την είσπραξη των χρημάτων που τα αφορούσαν. Σε ότι αφορά τον τρόπο πως εκδίδονταν τα συγκεκριμένα τιμολόγια και τον έλεγχο που διενεργείτο σε αυτά από τον ίδιο τον ΜΚ2 και κατά πόσο αυτά είχαν εισπραχθεί, ο ΜΚ2 εξήγησε με πλήρη περιγραφικότητα και ειλικρίνεια τον τρόπο που γινόταν ο συγκεκριμένος έλεγχος από τον ίδιο, επαναλαμβάνοντας αρκετές φορές κατά την μαρτυρία του, ότι πράγματι δεν είχε την πλήρη επίβλεψη και τον απαιτούμενο έλεγχο της λειτουργίας της εταιρείας του καθότι μετά το μεσημέρι πήγαινε στην Λεμεσό όπου και διατηρούσε την διαμονή του, αλλά και επειδή έδειχνε εμπιστοσύνη και στους δύο Κατηγορούμενους. Όπως εξήγησε επανειλημμένα, ο έλεγχος που γινόταν από τον ίδιο στα αποκόμματα των τιμολογίων πάνω στα οχήματα των πελατών της εταιρείας του ήταν απλά οπτικός. Όπως επανέλαβε αρκετές φορές στο Δικαστήριο ο ίδιος δεν είχε την ευχέρεια λόγω του μεγάλου αριθμού πελατών που είχε η εταιρεία του να επιβλέπει αν τα χρήματα που αντιστοιχούσαν στα τιμολόγια που είχαν εκδοθεί από τους Κατηγορούμενους είχαν εισπραχθεί και παραδοθεί στον ίδιο. Όσον αφορά τον τρόπο που ο ΜΚ2 εξακρίβωσε ότι αρκετά τιμολόγια δεν του είχαν παραδοθεί από τους Κατηγορούμενους, κατά την αντεξέταση του, επανέλαβε επίσης αρκετές φορές χωρίς να κλονιστεί, τον λόγο που δεν ήταν δυνατόν να εντοπίσει αμέσως το τυχόν έλλειμα. Επίσης, έδωσε σαφείς και εμπεριστατωμένες εξηγήσεις για τον τρόπο που έλεγξε και διαπίστωσε την μη παράδοση των χρημάτων στον ίδιο από την είσπραξη των επίδικων τιμολογίων συμπεριλαμβανομένου και των ετήσιων συνδρομητών καθώς και τον χρόνο που γινόταν ο ετήσιος αλλά και ο μηνιαίος έλεγχος της εταιρείας του από τους λογιστές του, θέσεις οι οποίες επισημαίνω ότι επιβεβαιώνονται και από την μαρτυρία του ΜΚ
  6. Ο ΜΚ2 ήταν επίσης κατηγορηματικός στην θέση του ότι τον έλεγχο αναφορικά με τιμολόγια τον διενήργησε μέσω του προσωπικού του ηλεκτρονικού υπολογιστή, από τον οποίο ετοίμασε και την λίστα (Τεκμήριο 14) την οποία δημιούργησε μέσω του προγράμματος Access που είχε στον υπολογιστή του, θέση την οποία και αποδέχομαι. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνω ότι εξετάζοντας διεξοδικά αυτούσια τα τιμολόγια που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 8 και είχαν παραδοθεί από την 2η Κατηγορουμένη στον ΜΚ2 όταν του ομολόγησε ότι τα είχε στην κατοχή της επειδή έπαιρναν τα χρήματα, έχω εντοπίσει ότι εντοπίζονται ορισμένες διαφορές στα στοιχεία κάποιου σχετικά μικρού αριθμού τιμολογίων που έχουν καταγραφεί στην λίστα του Τεκμηρίου 14 σε σχέση με τα αντίστοιχα τιμολόγια που εμπεριέχονται στο Τεκμήριο
  7. Πιο συγκεκριμένα οι διαφορές αυτές εντοπίζονται σε αριθμούς εγγραφής οχημάτων ή σε κάποια από τα ποσά των τιμολογίων. Βεβαίως θα πρέπει να επισημάνω ότι όσον αφορά τα ποσά, έχω αντιπαραβάλει έκαστο τιμολόγιο που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 8 με την αντίστοιχη κατηγορία που οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν και έχω διαπιστώσει ότι κανένα ποσό τιμολογίου που έχει αναγραφεί στις κατηγορίες που έχουν προσαφθεί στους Κατηγορούμενους δεν διαφέρει από το ποσό που αναγράφεται στο αντίστοιχο τιμολόγιο εξαιρουμένου μόνο μιας κατηγορίας, στην οποία αντί να αναγραφεί το ποσό των 15 ευρώ είχε αναγραφεί εκ παραδρομής το ποσό των 25 ευρώ (κατηγορία υπ. αρ. 227). Έχει προκύψει λοιπόν το ερώτημα στο Δικαστήριο κατά πόσο οι πιο πάνω διαφορές που έχουν εντοπιστεί, είναι τόσο ουσιαστικές ούτως ώστε να μπορούν να κλονίσουν την αξιοπιστία του ΜΚ2 για να του αποδοθεί ως ήταν άλλωστε και η θέση της Υπεράσπισης οποιοδήποτε κακόβουλο κίνητρο κατά την ετοιμασία της λίστας του Τεκμηρίου 14 ή πρόκειται για μη ουσιαστικής σημασίας σφάλμα. Με όλο τον σεβασμό προς την Υπεράσπιση, δεν θα συμμεριστώ την θέση της ότι ο ΜΚ2 ενήργησε κακόβουλα και με αλλότριο κίνητρο εναντίον των Κατηγορουμένων, κατά την ετοιμασία αυτής της λίστας. Και αυτό γιατί, αν πράγματι ο ΜΚ2 ενεργούσε με κακοπιστία δεν θα ήταν καθόλου λογικό, να παραδώσει στις ανακριτικές αρχές τόσο την λίστα του Τεκμηρίου 14 όσο και αυτούσια τα τιμολόγια του Τεκμηρίου 8 για να διερευνηθεί η υπόθεση. Από την άλλη θεωρώ ότι ήταν λογικά αναμενόμενο, ένεκα του μεγάλου αριθμού διαφορετικών τιμολογίων τα οποία φέρουν διαφορετικό αριθμό, διαφορετική ημερομηνία, διαφορετικό ποσό και διαφορετικό αριθμό οχήματος, ο ΜΚ2 κατά την ετοιμασία του Τεκμηρίου 14 να έχει υποπέσει σε λάθη υπό την μορφή απροσεξίας. Αφής στιγμής λοιπόν έχω εξετάσει αυτούσια τα τιμολόγια του Τεκμηρίου 8 τα οποία και έχουν κατατεθεί και βρίσκονται ενώπιον μου, και για τα οποία έχω αποδεχτεί την θέση του ΜΚ2 ότι ήταν αυτά που έχουν παραδοθεί από την 2η Κατηγορουμένη στον ίδιο κατά τον έλεγχο που διενεργούσε, δεν θα προσδώσω συνεπώς οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο της λίστας του Τεκμηρίου 14 εφόσον σε αυτήν εντοπίζονται τα λάθη που έχω διαπιστώσει στο περιεχόμενο της, χωρίς βεβαίως αυτό όπως εξηγήσει να επηρεάζει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του ΜΚ
  8. Εξετάζοντας τώρα στην θέση που έχει προβληθεί από την υπεράσπιση σε σχέση με τις κατηγορίες που αφορούν τις καταθέσεις των χρηματικών ποσών από την εταιρεία DAILY DEALS στον προσωπικό λογαριασμό της 2ης Κατηγορουμένης αφού όπως υποστηρίχθηκε σε καμία περίπτωση η 2η Κατηγορούμενη δεν θα χρησιμοποιούσε το συγκεκριμένο ηλεκτρονικό λογαριασμό για να αποστείλει τα μηνύματα στην DAILY DEALS, ο ΜΚ2 έδωσε σαφείς και πειστικές εξηγήσεις για τους λόγους που η τελευταία δεν δίστασε να ενεργήσει κατ' αυτόν τον τρόπο. Όπως εξήγησε ο ΜΚ2, η 2η Κατηγορούμενη γνώριζε πολύ καλά ότι ο ίδιος δεν ασκούσε τον απαιτούμενο έλεγχο στην εταιρεία του, καθώς και ότι, δεν του άρεσε να μπαίνει στο γραφείο της και να την ελέγχει. Όπως μάλιστα εξήγησε η 2η Κατηγορουμένη γνώριζε ότι ο ίδιος ουδέποτε δεν θα έλεγχε, ούτε τα συρτάρια του γραφείου της αλλά ούτε και την αλληλογραφία της αφού κάτι τέτοιο δεν ήταν και του χαρακτήρα του. Σε ότι αφορά τα εμβάσματα της εταιρείας DAILY DEALS προς τον λογαριασμό της 2ης Κατηγορουμένης και την συνομιλία που η τελευταία είχε με τον υπάλληλο της πιο πάνω εταιρείας, αυτά τεκμηριώνονται μέσα από τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν από τον ΜΚ2 (Τεκμήρια 6ΣΤ, Τεκμήρια 12Α - 12Δ, Τεκμήρια 13Α -Β) όπως και από τα τιμολόγια που έχει καταθέσει και αφορούν τα ποσά για τα οποία έγιναν τα εμβάσματα στον λογαριασμό της ιδίας (Τεκμήρια 24 - 26). Ο ΜΚ2 απέρριψε κατηγορηματικά την θέση της Υπεράσπισης ότι υπήρχε οποιαδήποτε προφορική συμφωνία μαζί με την 2η Κατηγορουμένη για κατάθεση των χρημάτων αρχικά στον λογαριασμό της με ταυτόχρονη ανάληψη και παράδοση στον ίδιο, θέση η οποία γίνεται αποδεχτή. Η δε θέση της υπεράσπισης της Κατηγορουμένης σε σχέση με το πιο πάνω γεγονός τονίζω ότι έχει παραμείνει σε επίπεδο απλών υποβολών αφού δεν έχει υποστηριχθεί με μαρτυρία. Τέλος δεν έχω απολύτως καμία αμφιβολία ότι ο ΜΚ2 ήταν ειλικρινής στο Δικαστήριο αναφέροντας την αλήθεια και σε σχέση με το ότι, τόσο ο 1ος Κατηγορούμενος όσο και η 2η Κατηγορούμενη του ομολόγησαν προφορικά και εθελούσια στις συναντήσεις που είχαν στις εγκαταστάσεις της εταιρείας του, ότι αυτοί του είχαν κλέψει τα χρηματικά ποσά που αντιστοιχούσαν στα επίδικα τιμολόγια των πελατών της εταιρείας του, τα οποία είχε διαπιστώσει ότι έλειπαν και του ανέφεραν μάλιστα ότι φταίνε και οι δύο υποσχόμενοι ότι θα του τα επιστρέψουν. Επίσης αποδέχομαι την θέση του ΜΚ2 ότι και οι δύο Κατηγορούμενοι του παραδέχθηκαν προφορικά ότι εισέπραξαν και τα χρηματικά ποσά που αντιστοιχούσαν σε ετήσιους συνδρομητές πελατών καθώς και ότι σε μια περίπτωση που αφορούσε ετήσιο συνδρομητή, ήτοι για τον ιδιοκτήτη του οχήματος με αρ. εγγραφής [ ], η 2η Κατηγορούμενη του παραδέχθηκε ότι εισέπραξε το χρηματικό ποσό των 200 ευρώ χωρίς να εκδώσει οποιοδήποτε τιμολόγιο ενώ σε 9 άλλες περιπτώσεις κράτησε τα χρήματα από ετήσιους συνδρομητές που είχαν πληρώσει χρήματα μετά την έκδοση τιμολογίου. Αποδέχομαι επίσης την θέση του ΜΚ2 ότι η 2η Κατηγορούμενη τον ενημέρωσε ότι θα μετέβαινε στην χώρα καταγωγής της, δηλαδή στην Βουλγαρία για να εισπράξει χρήματα από την πώληση ενός διαμερίσματος που είχε ήδη πωλήσει και να τον εξοφλήσει για τα χρήματα που του χρωστούσαν. Περαιτέρω αποδέχομαι την θέση του ότι όταν η 2η Κατηγορούμενη επέστρεψε από την Βουλγαρία, τον ενημέρωσε ότι η πράξη της πώλησης του διαμερίσματος δεν τελείωσε ζητώντας του περισσότερο χρόνο ήτοι μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου του 2016 ενώ στην συνέχεια του ζήτησε περαιτέρω χρόνο για να εξοφλήσει μέχρι και την 29 Φεβρουαρίου του
  9. Επίσης αποδέχομαι την θέση του ΜΚ2 ότι η 2η Κατηγορούμενη του παρέδωσε σταδιακά όλα τα τιμολόγια που έλειπαν και τα οποία βρισκόντουσαν στην κατοχή της, μέρος των οποίων μάλιστα σε συρτάρι του γραφείου της κρυμμένα. Περαιτέρω αποδέχομαι ότι την 02.03.16 με επιστολές που ετοίμασε ο ΜΚ2 και προς τους δύο Κατηγορούμενους, στις οποίες αναφέρονταν τα όσα είχαν προηγηθεί αναφορικά με την κλοπή των χρηματικών ποσών που είχαν διαπιστωθεί και την απουσία των αντίστοιχων τιμολογίων, συμπεριλαμβανομένου και των παραδοχών τους ότι έκλεψαν τα χρήματα, τους κάλεσε να του παραδώσουν άμεσα όλα τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας του τα οποία βρισκόντουσαν στην κατοχή τους και ότι εάν δεν του επιστραφούν τα κλοπιμαία χρήματα μέχρι και την 15/03/16, θα προχωρήσει σε καταγγελία στην αστυνομία και σε άλλα δικαστικά μέτρα εναντίον τους. Επίσης αποδέχομαι ότι στις συγκεκριμένες επιστολές που τους παρέδωσε Τεκμήρια 22 και 23 τους είχε ενημερώσει και για την άμεση απόλυση τους η οποία και έλαβε χώρα την ίδια ημέρα, δηλαδή την 02.03.
  10. Από την μαρτυρία του ΜΚ2 δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στον ισχυρισμό του, ότι η υπάλληλος του Παναγιώτα Νικολάου, διαπίστωσε ότι 3 από τους πελάτες που πλήρωσαν την ετήσια συνδρομή δεν τους είχε εκδοθεί τιμολόγιο ενώ είχαν εισπραχθεί τα χρήματα από τους Κατηγορούμενους. Και αυτό γιατί η Παναγιώτα Νικολάου η οποία είχε προβεί στην πιο πάνω αρχική δήλωση προς τον ΜΚ2, δεν παρουσιάστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή στο Δικαστήριο για να αντεξεταστεί, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε επαρκής δικαιολογία για την μη παρουσία της από την Κατηγορούσα Αρχή. Τέλος, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω, ότι όλες οι θέσεις που έχουν υποβληθεί από την υπεράσπιση προς τον παραπονούμενο δεν έχουν τεκμηριωθεί. Η μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου τίθεται με αποδεχτή μαρτυρία και όχι με υποβολές κατά την αντεξέταση. Οι υποβολές είναι αναγκαίες ώστε να δοθεί η ευκαιρία στο μάρτυρα να απαντήσει και, περαιτέρω, να τεθεί η υπόθεση της άλλης πλευράς. Όμως χωρίς να ακολουθήσει αποδεκτή μαρτυρία που να αποδεικνύει του λόγου το αληθές, οι υποβολές μένουν μετέωρες (βλ. RABIUL HOSSAIN v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποιν. Έφεση ημερ. 17.12.15 Ποιν. Έφεση 71/15). Στην προκείμενη περίπτωση, η υπεράσπιση δεν υποστήριξε τις πιο πάνω υποβολές με αποδεχτή μαρτυρία που να αποδεικνύεται του λόγου το αληθές. Συνακόλουθα ο ΜΚ2 κρίνεται αξιόπιστος και η μαρτυρία του γίνεται αποδεχτή πλην των σημείων που έχω υποδείξει ανωτέρω. Επόμενος και τελευταίος μάρτυρας κατέθεσε ο λογιστής της εταιρείας του παραπονούμενου, δηλαδή ο ΜΚ
  11. Καταρχήν κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι ούτε τα προσόντα αλλά ούτε και εμπειρία του του έχουν αμφισβητηθεί από την πλευρά της υπεράσπισης. Το ότι ερωτήθηκε ο ΜΚ3 κατά την αντεξέταση του, αφορούσε σε διευκρινιστικού τύπου ερωτήσεις που έτειναν να καταδείξουν τον τρόπο που διαπίστωσε την έλλειψη τον επίδικων χρηματικών ποσών που αφορούσαν τα επίδικα τιμολόγια, το πως λειτουργούσε η εταιρεία του παραπονούμενου και τον τρόπο που γινόταν ο έλεγχος από το γραφείο του, αναφορικά με τις εισπράξεις της συγκεκριμένης εταιρείας και την αντιστοιχία τους με τα επίδικα τιμολόγια. Παρακολουθώντας τον εν λόγω μάρτυρα κατά την στιγμή που κατέθετε ενώπιον μου και πιο συγκεκριμένα τον τρόπο με τον οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του είχαν τεθεί, αλλά και τις εμπεριστατωμένες απαντήσεις που έδινε, έχω ικανοποιηθεί ότι είναι κάτοχος τόσο των προσόντων όσο και της εμπειρίας του αναφορικά με το επάγγελμα που ασκεί, δηλαδή αυτό του ελεγκτή και του λογιστή και συνεπώς τον αποδέχομαι ως ειδικό πραγματογνώμονα σε σχέση με την πιο πάνω ιδιότητα την οποία κατέχει. Επομένως και την μαρτυρία του την προσεγγίζω ως η νομολογία επιτάσσει (βλ. Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, 62-65, Star Fiber-Glass v. Elneda Trading Ltd
(1992)1(B) A.A.Δ. 875). Αξίζει επίσης να αναφέρω ότι ο ΜΚ3 μου άφησε θετική εντύπωση αφού η μαρτυρία του περιορίστηκε μόνο στα όσα έπραξε σε σχέση με την διαπιστώσεις στις οποίες προέβηκε. Έχω επίσης εξετάσει την γραπτή του κατάθεση και την έχω αντιπαραβάλει με την δια ζώσης μαρτυρία του. Δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση. Τουναντίον ο ΜΚ3 ήταν κατηγορηματικός στις θέσεις του και εξήγησε με πλήρη πειστικότητα και τεκμηριωμένα την μέθοδο που γινόταν ο έλεγχος των τιμολογίων - εισπράξεων στην εταιρεία του παραπονούμενου. Η μαρτυρία του ΜΚ3 επιβεβαιώνει την μαρτυρία του ΜΚ2 για το κάθε πότε γινόταν ο ετήσιος έλεγχος της εταιρείας του αλλά και το πως παραδίδονταν από τον τελευταίο τα τιμολόγια που είχαν εισπραχθεί στο λογιστικό του γραφείο. Θα διαφωνήσω επίσης με την υπεράσπιση ότι ο ΜΚ3 κατέθεσε στο Δικαστήριο επιτηδευμένα ένεκα της οικονομικής σχέσης που τον συνδέει με τον παραπονούμενο. Καμία τέτοια εντύπωση δεν έχει αποκομίσει το Δικαστήριο από τον συγκεκριμένο μάρτυρα. Τουναντίον ο ΜΚ3 ερωτώμενος για τον τρόπο που εργαζόταν η εταιρεία του ΜΚ2 σε σχέση με την είσπραξη των συγκεκριμένων ποσών, αρνήθηκε να τοποθετηθεί αναφέροντας μάλιστα ότι δεν μπορεί να γνωρίζει. Επίσης στην υποβολή της υπεράσπισης ότι με βάση την κατάθεση του και το Τεκμήριο 14 δεν μπορεί να αποδειχθεί κλοπή από τους Κατηγορούμενους, ο ΜΚ3 απάντησε ότι δεν είναι ο αρμόδιος για να κρίνει κατά πόσο υπάρχει κλοπή αφού αρμόδιο είναι μόνο το Δικαστήριο τονίζοντας ότι το μόνο σίγουρο που έχει διαπιστώσει μέσα από τους ελέγχους που διενήργησε ήταν ότι τα επίδικα τιμολόγια δεν έχουν εισπραχθεί ή αν εισπράχθηκαν δεν του προσκομίστηκαν οι καταθέσεις των χρημάτων που τα αφορούσαν, θέση που υποστηρίζει και την θέση του ΜΚ2 ότι τα επίδικα τιμολόγια είχαν εισπραχθεί αλλά δεν του είχαν παραδοθεί. Συνακόλουθα ο ΜΚ3 ήταν αντικειμενικός ενώ οι θέσεις της υπεράσπισης περί έλλειψης αντικειμενικότητας από μέρους του έχει παραμείνει σε επίπεδο απλών υποβολών. Ο ΜΚ3 κρίνεται αξιόπιστος και η μαρτυρία του γίνεται αποδεχτή στην ολότητα της. Γραπτές Καταθέσεις Κατηγορουμένων Τόσο ο 1ος Κατηγορούμενος όσο και η 2η Κατηγορούμενη έχουν τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής ως άλλωστε ήταν και δικαίωμα τους. Η επιλογή ενός Κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να παραμείνει σιωπηλός όπως και εν προκειμένω δεν δύναται να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (Βλ. Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129). Τώρα, σε ότι αφορά τις γραπτές καταθέσεις των Κατηγορουμένων οι οποίες έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία ένα Δικαστήριο μπορεί να προδώσει σ' αυτές. Στον γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον Κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης του Κατηγορουμένου και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή εμπεριέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του Κατηγορουμένου. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, θα προχωρήσω να εξετάσω το περιεχόμενο των καταθέσεων του 1ου Κατηγορούμενου για να διαπιστώσω κατά πόσο μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτό ή σε μέρος αυτού. Εξετάζοντας λοιπόν αρχικά την γραπτή κατάθεση του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 4) αποδέχομαι την θέση του ότι η 2η Κατηγορούμενη ήταν η φιλενάδα του και ότι ο ίδιος εργαζόταν στην εταιρεία του παραπονούμενου. Επίσης ότι μεταξύ των καθηκόντων που είχε ήταν να εκδίδει τιμολόγια στους πελάτες και να εισπράττει τα χρήματα που αναλογούσαν στο κάθε τιμολόγιο είτε αυτό γινόταν κατά την παραλαβή των οχημάτων τους, δηλαδή πριν πάνε στο εξωτερικό ή κατά την επιστροφή τους. Οι πιο πάνω θέσεις του Κατηγορούμενου γίνονται αποδεκτές καθότι δεν συγκρούονται με οποιαδήποτε αποδεκτή μαρτυρία και πρόκειται επίσης για θέσεις που και ο ΜΚ2 έχει στην ουσία συμφωνήσει. Οι υπόλοιπες θέσεις που προβλήθηκαν από τον Κατηγορούμενο στην κατάθεση του δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές καθότι αποτελούν εξηγήσεις και δικαιολογίες για απαλλαγή του από οποιαδήποτε ευθύνη και οι οποίες δεν έχουν προωθηθεί με ένορκη μαρτυρία. Στρεφόμενος τώρα στην κατάθεση που έχει δοθεί από την 2η Κατηγορούμενη (Τεκμήριο 5Α και 5Β) αποδέχομαι την θέση της ότι εργαζόταν στην εταιρεία του ΜΚ2 της οποίας ιδιοκτήτης της ήταν ο Πέτρος Βαρνάβα και ότι όταν άρχισε δουλειά στην συγκεκριμένη εταιρεία εργαζόταν και ο 1ος Κατηγορούμενος ως υπάλληλος. Επίσης αποδέχομαι την θέση της ότι οι αρμοδιότητες της ήταν να συμπληρώνει τα τιμολόγια των πελατών και να τα παραδίδει στην συνέχεια στον παραπονούμενο. Επίσης ότι εντός των αρμοδιοτήτων της ήταν να συμπληρώνει και να υπογράφει τα τιμολόγια τα οποία αποτελούνταν από 4 αντίτυπα το κάθε μπλοκ από τα οποία έδινε το ένα αντίτυπο στον πελάτη, το άλλο το άφηνε στο όχημα του πελάτη και τα υπόλοιπα 2 έπρεπε να τα δίνει στον ΜΚ
  1. Οι πιο πάνω θέσεις της 2ης Κατηγορούμενης γίνονται αποδεκτές καθότι δεν συγκρούονται με οποιαδήποτε αποδεκτή μαρτυρία και πρόκειται επίσης για θέσεις που και ο ΜΚ2 έχει στην ουσία συμφωνήσει. Οι υπόλοιπες θέσεις που προβλήθηκαν από τον Κατηγορούμενη στην ανακριτική της κατάθεση της δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές καθότι αποτελούν εξηγήσεις και δικαιολογίες για απαλλαγή της από οποιαδήποτε ευθύνη αλλά και διότι δεν έχουν προωθεί ενόρκως για να αξιολογηθούν. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Μάρτυρα Υπεράσπισης Εξετάζοντας τώρα την μαρτυρία που προσφέρθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης των Κατηγορουμένων και δη από τον ΜΥ1, θα πρέπει να αναφέρω ότι ο μάρτυρας δεν μου έχει αφήσει καθόλου θετική εντύπωση. Και αυτό γιατί εξετάζοντας το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης, διαπίστωσα ότι δεν ήταν καθόλου αντικειμενικός αφού ήταν φανερό ότι επιδίωξε να υποστηρίξει τους Κατηγορούμενους με τους οποίους γνωρίζεται, και ιδιαίτερα τον 1ο Κατηγορούμενο, προβάλλοντας την θέση ότι ο 1ος Κατηγορούμενος ήταν συνεταίρος στην εταιρεία του ΜΚ
  2. Επίσης επιχείρησε να πείσει το Δικαστήριο ότι η 2η Κατηγορούμενη ήταν πολύ σχολαστική στην δουλειά της αναφερόμενος συγκεκριμένα ότι έλεγχε τα τιμολόγια αρκετές φορές για να είναι δήθεν σωστή. Ερωτώμενος κατά την αντεξέταση του από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής για το πως γνωρίζει ότι ο ΜΚ2 ήταν συνέταιρος με τον 1ο Κατηγορούμενο, ο ΜΥ1 απαντώντας. αρχικά υποστήριξε ότι ο ΜΚ2 του είχε συστήσει τον 1ο Κατηγορούμενο ως συνέταιρο του, ενώ στην συνέχεια όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στην γραπτή δήλωση που κατέθεσε στο Δικαστήριο, ο ΜΥ1 δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του επικαλούμενος το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει, και ότι ουσιαστικά δεν το είχε αναφέρει στην γραπτή του δήλωση επειδή μιλώντας θυμήθηκε κάποια πράγματα. Από την άλλη όμως ο ΜΥ1 στην γραπτή του δήλωση σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα είχε υποστηρίξει κάτι εντελώς διαφορετικό. Πιο συγκεκριμένα ανέφερε ότι ο ίδιος «κατάλαβε» ότι ο 1ος Κατηγορούμενος ήταν συνεταίρος με τον ΜΚ2 επειδή τους είχε δει να συζητούν και επειδή έβλεπε τον 1ο Κατηγορούμενο να λαμβάνει αποφάσεις και να τις υλοποιεί χωρίς να λάβει οποιαδήποτε εντολή. Υποστήριξε μάλιστα ότι αυτό ήταν φυσιολογικό καθότι ήταν συνέταιρος και ήθελε το καλό και την ανάπτυξη της δουλειάς του. Με όλο τον σεβασμό προς την υπεράσπιση, η πιο πάνω θέση του ΜΥ1 ενόψει των διαφορετικών θέσεων που έχουν προβληθεί από τον ίδιο τον μάρτυρα σε σχέση με το πως τελικά γνώριζε ότι ο 1ος Κατηγορούμενος ήταν συνεταίρος με τον ΜΚ2 δεν είναι πειστική και συνεπώς δεν την αποδέχομαι. Η θέση του ΜΚ2 δεν χαρακτηρίζεται από σταθερότητα και συνεπώς η μαρτυρία του αναφορικά με το πιο πάνω σημείο έχει κλονιστεί. Τονίζεται επίσης ότι η θέση που προβλήθηκε από τον μάρτυρα, ότι δηλαδή στην παρουσία του, ο ΜΚ2 του σύστησε τον 1ο Κατηγορούμενο ως συνέταιρο του, ουδέποτε έχει υποβληθεί από την υπεράσπιση προς τον ΜΚ2 κατά την αντεξέταση του, για να μπορέσει να τοποθετηθεί και να δώσει με την σειρά του την δική του απάντηση. Ούτε και η θέση του ΜΥ1 για την συνάντηση που είχαν ως ισχυρίστηκε στο BONAMARE υποβλήθηκε προς τον ΜΚ
  3. Η αρχή ότι κατά την αντεξέταση πρέπει να τίθεται στους μάρτυρες η υπόθεση που θα προωθηθεί από τον αντίδικο και ότι παράλειψη τέτοιας υποβολής εξουδετερώνει τις θέσεις που θα προβληθούν για πρώτη φορά κατά τη μαρτυρία του αντιδίκου, έχει υιοθετηθεί κατ' επανάληψη στη νομολογία. Η προαναφερόμενη αρχή επαναλήφθηκε στην απόφαση (Πέτρου ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 41/2015 ημερ. 25.10.16.). Υπό το φως των πιο πάνω η μαρτυρία του ΜΥ1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται πλην την θέσης του ΜΥ1 ότι ο 1ος Κατηγορούμενος ήταν εργατικός, θέση η οποία και δεν αντικρούεται από την μαρτυρία που έχω ήδη αποδεχτεί. Ευρήματα Με βάση τη μαρτυρία που έχω κάνει δεκτή στην παρούσα, πέραν των παραδεκτών γεγονότων, καταλήγω στα ακόλουθα: Η εταιρεία PARK AND DEPART ECONOMIC AIRPORT PARKING LIMITED, από τώρα και στο εξής «η παραπονούμενη εταιρεία», δημιουργήθηκε και άρχισε την λειτουργία της κατά τον μήνα Οκτώβριο του 2013 με μέτοχο την θυγατέρα του ΜΚ2, Ιωάννα Βαρνάβα. Από την 18/08/15 όλες οι μετοχές της παραπονούμενης εταιρείας μεταβιβάστηκαν στον ΜΚ2 ο οποίος ήταν τόσο ο διευθυντής και γραμματέας όσο και ο αποκλειστικός της μέτοχος. Η παραπονούμενη εταιρεία δραστηριοποιείτο με υπηρεσίες φύλαξης αυτοκινήτων των προσώπων που επιθυμούσαν να σταθμεύσουν τα οχήματα τους στις εγκαταστάσεις της, οι οποίες βρισκόντουσαν στην Λεωφ. Μακαρίου Γ στην Τίμη, για το χρονικό διάστημα που θα ταξίδευαν από τον Διεθνή Αερολιμένα της Πάφου προς το εξωτερικό μέχρι και να επιστρέψουν από το ταξίδι τους. Επίσης ανάμεσα στο πελατολόγιο της εταιρείας υπήρχαν και οι ετήσιοι συνδρομητές. Η εταιρεία επίσης συνεργαζόταν και με την διαφημιστική εταιρεία DAILY DEALS η οποία είχε έδρα το εξωτερικό. Τον λογιστικό έλεγχο της παραπονούμενης εταιρείας κατά τον επίδικο χρόνο τον είχε αναλάβει ο ΜΚ3 ο οποίος είναι ο διευθυντής του ελεγκτικού οίκου με την ονομασία Κ.Ρ MASTERCHART LDT με έδρα την Λεμεσό και ο οποίος γνωριζόταν με τον ΜΚ2 λόγω της προηγούμενης ιδιότητας που είχε ο τελευταίος ως διευθυντής της Τράπεζας Κύπρου. Στην παραπονούμενη εταιρεία εργοδοτήθηκαν ως υπάλληλοι της τόσο ο 1ος Κατηγορούμενος όσο και η 2η Κατηγορούμενη και είχαν υπογράψει μεταξύ τους συμφωνητικό έγγραφο για την εργοδότηση τους από την 01.07.
  4. Οι Κατηγορούμενοι κατά την διάρκεια που εργοδοτούνταν από την παραπονούμενη εταιρεία είχαν συνάψει μεταξύ τους ερωτικό δεσμό και συνεπώς ήταν ζευγάρι. Μάλιστα ο μισθός του 1ου Κατηγορουμένου ένεκα του ότι κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα κατατίθετο μετά από παράκληση του, στον προσωπικό λογαριασμό της 2ης Κατηγορουμένης επειδή αντιμετώπιζε και προβλήματα με τις τράπεζες. Η παραπονούμενη εταιρεία κατά τον χρόνο που εργοδοτούνταν στις εγκαταστάσεις της κατέβαλλε ανελλιπώς μέχρι και την στιγμή που απολύθηκαν από τον ΜΚ2, τις κοινωνικές τους ασφαλίσεις. Ανάμεσα στα βασικά καθήκοντα που τους είχαν ανατεθεί από τον ΜΚ2, ήταν η έκδοση των τιμολογίων των πελατών της εταιρείας καθώς και η είσπραξη των χρηματικών ποσών που αντιστοιχούσαν στο κάθε τιμολόγιο που εκδιδόταν από αυτούς. Σε κάποιες περιπτώσεις οι πελάτες της εταιρείας κατέβαλαν το κόμιστρο για την παραμονή του αυτοκινήτου τους στις εγκαταστάσεις της εταιρείας, είτε κατά την πρώτη ημέρα που άφηναν το όχημα του για να ταξιδεύσουν, είτε όταν θα το παραλάμβαναν με την επιστροφή τους από το ταξίδι τους. Τα μπλοκ των τιμολογίων τα οποία διαχειρίζονταν αποκλειστικά οι Κατηγορούμενοι περιλάμβαναν 4 αντίτυπα τα οποία αφού συμπληρώνονταν και υπογράφονταν είτε από τον 1ο Κατηγορούμενο είτε από την 2η Κατηγορούμενη, το ένα εξ' αυτών δινόταν στον πελάτη, το άλλο αντίτυπο το άφηναν πάνω στο όχημα του πελάτη, ενώ τα άλλα δύο αποκόμματα έπρεπε να δίνονται στον ΜΚ
  5. Το αντίτυπο που είχε χρώμα ροζ η μπλε παρέμεινε στέλεχος στα μπλοκ αποδείξεων ή δινόταν ως απόδειξη στον πελάτη. Επίσης κάθε μπλοκ αποδείξεων είχε 50 αριθμούς τιμολογίων. Τα δε χρήματα που εισπράττονταν από τους Κατηγορούμενους στην συνέχεια θα έπρεπε να παραδίνονται στον ΜΚ2 για να προβαίνει στον αναγκαίο μηνιαίο έλεγχο. Ο ΜΚ2 λόγω του ότι διέμενε στην Λεμεσό και το μεσημέρι επέστρεφε στο σπίτι του δεν ασκούσε οποιοδήποτε έλεγχο στα τιμολόγια που είχαν εισπραχθεί κατά την διάρκεια της ημέρας, παρά μόνο οπτικό έλεγχο στα τιμολόγια που παρέμεναν στα αυτοκίνητα των πελατών. Ο ΜΚ2 αδυνατούσε να προβεί επίσης σε καθημερινό έλεγχο για το αν είχε εισπραχθεί ή όχι ένα τιμολόγιο ενόψει και του μεγάλου αριθμού αυτοκινήτων - πελατών, που στάθμευαν στους χώρους στάθμευσης των εγκαταστάσεων της εταιρείας τους. Σε ότι αφορά τους ετήσιους συνδρομητές, ο ΜΚ2 δεν ασκούσε επίσης ιδιαίτερο έλεγχο αφού ήταν ένας μικρός αριθμός αυτοκινήτων ενώ το βιβλίο που αφορούσε τα τιμολόγια αυτών των πελατών το κατείχε η 2η Κατηγορουμένη στο γραφείο της και βρισκόταν υπό τον έλεγχο της. Σημειώνεται ότι ο ΜΚ2 έδειχνε εμπιστοσύνη στους Κατηγορούμενους καθότι ήταν πολύ εργατικοί και λόγω του ότι ο ίδιος δεν είχε πολύ χρόνο για να ασχοληθεί με την εταιρεία του. Ο ΜΚ2 κάθε τέλος του μήνα παρέδιδε στο λογιστικό γραφείο του ΜΚ3 όλες τις πληροφορίες για τις εισπράξεις της παραπονουμένης εταιρείας, τα έξοδα, τις καταθέσεις και τις διάφορες πληρωμές που πραγματοποιούνταν. Οι εισπράξεις της παραπονουμένης εταιρείας αποδεικνύονταν από τα αριθμημένα τιμολόγια που παραδίδονταν στο λογιστικό γραφείο για τα οποία τηρείτο αναλυτική κατάσταση με την ημερήσια οικονομική συναλλαγή της εταιρείας, και στην συνέχεια ελέγχονταν από τον λογιστή και καταχωρούνταν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του λογιστικού γραφείου. Το λογιστικό γραφείο του ΜΚ3 κάθε μήνα διενεργούσε λογιστικό έλεγχο αντιστοιχώντας τα τιμολόγια που του παραδίδονταν από τον ΜΚ2 με τις αντίστοιχες καταθέσεις των χρημάτων που παρουσιάζονταν στην τράπεζα για να διαπιστωθεί κατά πόσο τα ποσά των τιμολογίων που του είχαν παραδοθεί αντιστοιχούσαν με τα ανάλογα χρήματα που έχουν κατατεθεί στην τράπεζα. Το λογιστικό γραφείο του ΜΚ3 δεν διενεργούσε οποιοσδήποτε μηνιαίο έλεγχο για το κατά πόσο απουσίαζαν κάποιοι αριθμοί τιμολογίων, αφού αυτό σήμαινε ότι είτε δεν είχαν εισπραχθεί είτε ότι δεν τους είχαν παραδοθεί. Όσον αφορά τον ετήσιο έλεγχο της παραπονούμενης εταιρείας αυτός γινόταν στην βάση δειγματοληψίας. Περί τον μήνα Αύγουστο του έτους 2015 εγέρθηκαν στον ΜΚ2 υποψίες ότι οι Κατηγορούμενοι τον έκλεβαν αφού το ταμείο της παραπονούμενης εταιρείας παρουσίαζε ποσοτικό έλλειμα και έτσι αποφάσισε να διενεργήσει σχετικό έλεγχο στην εταιρεία του. Ο πρώτος έλεγχος που διενήργησε άρχισε τον Σεπτέμβριο του 2015 και ολοκληρώθηκε περί τον Νοέμβριο του 2015 όπου και διαπίστωσε ότι έλειπε αριθμός τιμολογίων τα οποία αφορούσαν τους μήνες Αύγουστο του 2015 μέχρι τον Νοέμβριο του
  6. Έτσι αφού ο ΜΚ2 ενημέρωσε τους Κατηγορούμενους για το έλλειμα που υπήρχε και ότι απουσίαζαν τιμολόγια, οι Κατηγορούμενοι ευθύς αμέσως, εθελούσια και ρητά του παραδέχθηκαν προφορικά ότι αυτοί είχαν πάρει τα χρήματα ενώ η 2η Κατηγορούμενη του είχε παραδώσει και κάποια από τα τιμολόγια που είχε κρατήσει κοντά της. Του ομολόγησαν επίσης και οι δύο ότι είχαν πάρει χρήματα και από ετήσιους συνδρομητές. Επίσης η 2η Κατηγορούμενη ανέφερε στον ΜΚ2 ότι θα μεταβεί στην χώρα καταγωγής της, δηλαδή στην Βουλγαρία και αφού εισπράξει χρήματα από την πώληση ενός διαμερίσματος που είχε πωλήσει, θα του εξοφλούσε το χρηματικό ποσό για το οποίο είχε διαπιστωθεί μέχρι σε εκείνο το σημείο το έλλειμα. Η 2η Κατηγορούμενη αφού μετέβηκε στην Βουλγαρία και ενώ υποσχόταν συνεχώς στον ΜΚ2 τηλεφωνικώς ότι θα τον εξοφλήσουν, επέστρεψε χωρίς να του δώσει τα χρήματα που του είχε υποσχεθεί. Με την επιστροφή της στην Κύπρο περί τα τέλη Ιανουαρίου του 2016 με αρχές Φεβρουαρίου του 2016, και ενώ ο ΜΚ2 καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα εξακολουθούσε να διενεργεί τον έλεγχο για να διαπιστώσει κατά πόσο έλειπαν και άλλα τιμολόγια που είχαν εισπραχθεί, σε συζήτηση που είχε και με τους δύο Κατηγορούμενους στις εγκαταστάσεις της παραπονούμενης εταιρείας η 2η Κατηγορούμενη του παρέδωσε και άλλα τιμολόγια τα οποία επίσης είχαν εισπραχθεί και από τους δύο Κατηγορούμενους χωρίς να του δοθούν τα χρήματα. Τα τιμολόγια που έδωσε στον ΜΚ2 η 2η Κατηγορούμενη τα είχε κρυμμένα στο συρτάρι του γραφείου της και προτού του τα δώσει σε δέσμες άρχισε να βάζει σε αυτά υπογραφές. Επίσης η 2η Κατηγορούμενη στην παρουσία του 1ου Κατηγορούμενου ομολόγησε στον ΜΚ2 ότι έκρυβε τα τιμολόγια που εισέπραττε και τα λεφτά τα έπαιρνε η ίδια ενώ ο 1ος Κατηγορούμενος παραδέχτηκε στον ΜΚ2 ότι εκείνος φταίει για όλα και γενικά επέμεναν και οι δύο ότι φταίνε. Επίσης η 2η Κατηγορούμενη του παραδέχθηκε ότι είχε εισπράξει χρήματα και από τους ετήσιους συνδρομητές χωρίς να τα παραδώσει. Η 2η Κατηγορουμένη ομολόγησε μάλιστα στον ΜΚ2 συγκεκριμένα ότι εισέπραξε χρηματικά ποσά από συγκεκριμένα 10 ετήσιες συνδρομές που αφορούσαν το ποσό των 2.790 ευρώ εκ των οποίων το ποσό των 2590 ευρώ αφορά 9 τιμολόγια που εκδοθήκαν αλλά τα απέκρυψε και περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 15, ενώ το ποσό των 200 ευρώ αφορά χρηματικό ποσό που εισπράχθηκε χωρίς να εκδώσει σχετικό τιμολόγιο και αφορά τον ιδιοκτήτη του οχήματος [ ]. Οι Κατηγορούμενοι στο μεταξύ συνέχισαν να υπόσχονται στον ΜΚ2 ότι θα του επιστρέψουν τα χρήματα που είχαν πάρει ζητώντας του πίστωση χρόνου. Ο ΜΚ2 ενημέρωσε γραπτώς τους Κατηγορούμενους ότι εάν μέχρι την 15/03/16 δεν του επέστρεφαν τα λεφτά, θα προέβαινε σε σχετική καταγγελία στην αστυνομία. Ο ΜΚ2 με τις σχετικές επιστολές που ετοίμασε στις 02/03/16 με αποδέκτες τους Κατηγορούμενους (Τεκμήρια 22 και 23) τους πληροφόρησε ότι και οι δύο απολύονται άμεσα από την εργασία τους και ότι θα πρέπει να του παραδοθεί άμεσα οποιαδήποτε περιουσία της παραπονουμένης εταιρείας βρίσκεται στην κατοχή τους. Μάλιστα τους ενημέρωσε ότι εάν μέχρι την 15/03/22 δεν του παραδοθούν τα κλοπιμαία χρήματα, θα προχωρήσει και με καταγγελία στην αστυνομία καθώς και με άλλα νομικά μέτρα εναντίον τους. Οι Κατηγορούμενοι αρνήθηκαν να παραλάβουν τις πιο πάνω επιστολές. Όσον αφορά τον αριθμό τιμολογίων τα οποία παραδόθηκαν στον ΜΚ2 από την 2η Κατηγορούμενη είναι αυτά που συμπεριλαμβάνονται στο Τεκμήριο
  7. Ο ΜΚ2 ετοίμασε επίσης μέσω του προσωπικού ηλεκτρονικού του υπολογιστή χρησιμοποιώντας το πρόγραμμα ACCESS και την λίστα του Τεκμηρίου 14 στην οποία δεν είχε καταγράψει όμως ορθά ορισμένους αριθμούς εγγραφής οχημάτων ως αναγράφονταν στα τιμολόγια που του είχαν παραδοθεί από την 2η Κατηγορουμένη και σε μία περίπτωση το ποσό που είχε κλαπεί, την οποία και παρέδωσε στην αστυνομία μαζί με τα τιμολόγια του Τεκμηρίου
  8. Όλα τα τιμολόγια που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 8 ουδέποτε είχαν παραδοθεί από τους Κατηγορούμενους στον ΜΚ2 με αποτέλεσμα και ο τελευταίος να μην τα είχε παραδώσει στον ΜΚ3 για έλεγχο. Μετά τον έλεγχο όμως που διενήργησε ο ΜΚ2 και διαπίστωσε την απουσία των πιο πάνω τιμολογίων ο ΜΚ3 διενήργησε και αυτός έλεγχο στο λογιστικό του γραφείο, όπου και διαπίστωσε ότι πράγματι αυτά δεν του είχαν παραδοθεί από την παραπονούμενη εταιρεία για να μπορεί να ελέγξει κατά τον μηναίο έλεγχο που διενεργούσε αν τα τιμολόγια αυτά είχαν εισπραχθεί αφού η διαδικασία του ελέγχου που γινόταν κάθε μήνα ήταν για να διαπιστωθεί κατά πόσο τα τιμολόγια που του παραδίδονταν αντιστοιχούσαν με τις καταθέσεις που είχαν γίνει στον λογαριασμό της παραπονούμενης εταιρείας στην τράπεζα. Ο ΜΚ2 περί τον μήνα Απρίλιο του 2016 προέβηκε και σε έλεγχο στου ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της παραπονούμενης εταιρείας «info@ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ.com», και διαπίστωσε ότι η 2η Κατηγορούμενη σε συνομιλίες που είχε με τον υπάλληλο της εταιρείας DAILY DEALS, Jen Phillips (Τεκμήρια 12Α - 12Δ) του ζητούσε την πληρωμή τιμολογίου από τις πωλήσεις κουπονιών καθότι η παραπονούμενη εταιρεία συνεργαζόταν με την εταιρεία DAILY DEALS η οποία είναι διαφημιστική ιστοσελίδα και έβαζε προσφορές με κουπόνια με σκοπό όταν ο πελάτης μπει στην ιστοσελίδα της, να μπορεί να αγοράσει ένα κουπόνι για μια εβδομάδα στάθμευσης σε καλυμμένο χώρο στάθμευσης της παραπονούμενης για το ποσό των 25 ευρώ ενώ για ακάλυπτο χώρο στάθμευσης για το ποσό των 20 ευρώ. Στην συνέχεια ο ΜΚ2 επικοινώνησε μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της εταιρείας με τον υπάλληλο της εταιρείας DAILY DEALS και του ζήτησε όπως τον ενημερώσει σε ποιο λογαριασμό κατατέθηκαν τα χρήματα που αφορούσαν τα εμβάσματα για τα ποσά των 171,45 ευρώ την 10/12/15, 64,77 ευρώ για την 13/01/16 και 23/02/16 για το ποσό των 30,48 ευρώ (Τεκμήρια 13Α και 13Β). Τότε o Jen Phillips ενημέρωσε τον ΜΚ2 ότι τα πιο πάνω χρηματικά ποσά κατατέθηκαν στον λογαριασμό της 2ης Κατηγορουμένης με αρ. ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ της Τράπεζας Κύπρου. Ο ΜΚ2 ουδέποτε είχε δώσει εξουσιοδότηση στην εταιρεία DAILY DEALS να καταθέτει τα χρήματα της εταιρείας του στον προσωπικό λογαριασμό της 2ης Κατηγορουμένης αλλά ούτε και ο ίδιος είχε συμφωνήσει με την 2η Κατηγορουμένη είτε προφορικά είτε γραπτώς κάτι τέτοιο. Ο ΜΚ2 να σημειωθεί ότι λόγω του ότι οι Κατηγορούμενοι παρά τις υποσχέσεις τους να τον εξοφλήσουν δεν το έπραξαν αναγκάστηκε και προέβηκε σε σχετική καταγγελία στην αστυνομία την 21/03/16 εφόσον μέχρι και την 15/03/16 δεν του είχαν παραδώσει τα χρήματα. Ο ΜΚ2 μετά την καταγγελία του παρέδωσε στην αστυνομία το Τεκμήριο 8 το οποίο περιλαμβάνει αυτούσια τα τιμολόγια που του παρέδωσε η 2η Κατηγορούμενη και σε πολλά από αυτά φέρουν τόσο την υπογραφή της ίδιας, όσο και την υπογραφή του 1ου Κατηγορούμενου. Επίσης παρέδωσε και μια λίστα που ετοίμασε (Τεκμήριο 14). Επίσης παρέδωσε στον ΜΚ1 και την λίστα με τους ετήσιους συνδρομητές από τους οποίους η 2η Κατηγορούμενη είχε παραδεχτεί ότι εισέπραξε τα χρήματα σε 9 διαφορετικές περιπτώσεις (Τεκμήριο 15). Όλα τα πιο πάνω τεκμήρια παραδόθηκαν από τον ΜΚ2 την 24/03/16 στον ΜΚ1 ο οποίος είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Σε σχέση με τα εμβάσματα που έγιναν από την εταιρεία DAILY DEALS στον προσωπικό λογαριασμό της 2ης Κατηγορούμενης, ο ΜΚ1 στα πλαίσια των εξετάσεων που διενεργούσε μετέβηκε την 08/06/16 στην Τράπεζα Κύπρου στην Πάφο και παρέλαβε από την γραμματέα του περιφερειακού Διευθυντή Ειρήνη Τοφίδου την κατάσταση που αφορά τον λογαριασμό της 2ης Κατηγορουμένης υπ. αρ. ΧΧΧΧΧΧΧΧ (Τεκμήριο 6ΣΤ) στην οποία διαπιστώνονται οι καταθέσεις των χρηματικών ποσών που εμβάστηκαν από την εταιρεία DAILY DEALS προς τον προσωπικό της για τα ποσό των 171,45 ευρώ την 10/12/15, το ποσό των 64,77 ευρώ την 13/01/16 και το ποσό των 30,48 ευρώ την 23/02/16 τα οποία αποτελούσαν πληρωμές που έπρεπε να παραδοθούν στον ΜΚ
  9. Η Ειρήνη Τοφίδου η οποία είναι η υπάλληλος της Τράπεζας παρέδωσε στον ΜΚ1 και την κατάσταση του λογαριασμού της παραπονούμενης εταιρείας από την οποία προκύπτει ότι κανένα από τα πιο πάνω χρηματικά ποσά δεν μεταφέρθηκε από την 2η Κατηγορούμενη στον λογαριασμό της (Τεκμήρια 6Α - 6Ε και Τεκμήρια 6Ζ - 6Θ). Τα τιμολόγια που αφορούν τα εμβάσματα των ποσών που έγιναν στον λογαριασμό της 2ης Κατηγορούμενης αποτελούν τα Τεκμήρια 24 -
  10. Μετά την καταγγελία στην οποία προέβηκε ο ΜΚ2 την 21/03/16, ο ΜΚ1 την 24/03/16 συνέλαβε τόσο τον 1ο Κατηγορούμενο όσο και την 2η Κατηγορούμενη δυνάμει δικαστικών ενταλμάτων σύλληψης αναφορικά με την παρούσα υπόθεση. Στις 30/03/16 λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον 1ο Κατηγορούμενο και αφού του υποβλήθηκαν 5 ερωτήσεις ο ίδιος δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση. Την ίδια ημέρα την βοήθεια διερμηνέα κατηγορήθηκε γραπτώς η 2η Κατηγορουμένη. Επίσης κατηγορήθηκε και ο 1ος Κατηγορούμενος. Στις γραπτές τους κατηγορίες δεν παραδέχθηκαν ενοχή. Την 24/03/16 λήφθηκαν επίσης ανακριτικές καταθέσεις από τους δύο Κατηγορούμενους από τον Αστ.3731 Η. Μιχαήλ ο οποίος υπηρετούσε στον αστυνομικό σταθμό Κουκλιών, στις οποίες οι Κατηγορούμενοι προέβαλαν διάφορους ισχυρισμούς αρνούμενοι οποιαδήποτε ανάμιξη για την κλοπή των χρημάτων που αφορούσαν τα επίδικα τιμολόγια. Την 25/03/16 ο Α/Αστ. 857 του Αστυνομικού Σταθμού Κουκλιών διενήργησε έρευνα κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του 1ου Κατηγορουμένου και με την βοήθεια του Αστ. 3275 τόσο στην οικία του στην Τίμη, όσο και στην οικία που διαμένει στο χωριό Έμπα στην Πάφο, χωρίς να εντοπιστεί οτιδήποτε το επιλήψιμο. Εξέταση της εισήγησης της Υπεράσπισης για το κατά πόσο έχει παραβιαστεί το δικαίωμα των Κατηγορουμένων για Δίκαιη Δίκη Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορουμένων τόσο κατά την τελική του αγόρευση όσο και κατά την διάρκεια της δίκης δια μέσω των υποβολών που έθεσε στον ΜΚ1, υποστήριξε ότι έχει παραβιαστεί το ύψιστο δικονομικό δικαίωμα των πελατών του για να τύχουν δίκαιης δίκης. Η παραβίαση σύμφωνα με τον κ. Χρίστου επιτελέστηκε κυρίως κατά το στάδιο της διερεύνησης της υπόθεσης λόγω της παράλειψης των ανακριτικών αρχών να προβούν σε πλήρη και αντικειμενική διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται αναφορικά με το πιο πάνω θέμα περιγράφονται αναλυτικά στην γραπτή αγόρευση των συνηγόρων Υπεράσπισης και τα έχω μελετήσει, συνεπώς και δεν κρίνω σκόπιμο να τα παραθέσω αυτολεξεί. Τα έχω όμως κατά νου και τα λαμβάνω υπόψη για να εξετάσω το συγκεκριμένο ζήτημα που έχει εγερθεί. Καταρχάς παρατηρώ ότι η θέση της υπεράσπισης ότι το δικαίωμα της δίκαιης δίκης επεκτείνεται και κατά το στάδιο των ανακρίσεων είναι ορθή (βλ. απόφαση Ε.Δ.Α.Δ στην αίτηση 4268/04 Panovits v. Cyprus ημερ.22.05.14). Στην υπόθεση Νικολάου v. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 23/13 ημερ. 22.05.14 λέχθηκαν τα ακόλουθα : «...στην κατάλληλη περίπτωση σοβαρές παραλείψεις των Ανακριτικών Αρχών δυνατόν να οδηγήσουν σε απαλλαγή ενός Κατηγορούμενο. Όμως για να οδηγηθούν τα πράγματα σε μια τέτοια εξέλιξη, οι παραλείψεις πρέπει να θέτουν τον Κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι της Κατηγορούσας Αρχής (Sofri and Others v. Italy
(2004)Crim. L.R 846) και, το βάρος απόδειξης, ότι όντως ο Κατηγορούμενος έχει τεθεί σε μειονεκτική θέση, το φέρει η Υπεράσπιση και αποσείεται στην βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (Monat v. DPP
(2001)2 CR. App.R.23)». Υπό το φως των πιο πάνω, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο υπήρξε πράγματι παραβίαση του δικαιώματος των Κατηγορουμένων για να τύχουν δίκαιης δίκης. Καταρχήν θα πρέπει να επισημάνω, ότι από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας δεν έχω διαπιστώσει οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων των Κατηγορουμένων. Ακόμη και στην περίπτωση που θα δεχόμουν ότι εκ μέρους των ανακριτικών αρχών θα μπορούσαν να υπάρξουν και κάποιες επιπλέον ενέργειες κατά το στάδιο της διερεύνησης της υπόθεσης, όπως για παράδειγμα η λήψη συμπληρωματικής κατάθεσης από την 2η Κατηγορουμένη μετά την τελευταία συμπληρωματική κατάθεση που δόθηκε από τον ΜΚ2 και στην οποία προβλήθηκαν συγκεκριμένοι ισχυρισμοί για την κλοπή από πλευράς της των χρηματικών ποσών που εμβάστηκαν στον προσωπικό της λογαριασμό από την εταιρεία DAILY DEALS, εντούτοις σε καμία περίπτωση δεν θεωρώ ότι η υπεράσπιση κατά το στάδιο της δίκης βρέθηκε σε μειονεκτική θέση έναντι της Κατηγορούσας Αρχής λόγω της μη λήψης αυτής της επιπλέον κατάθεσης. Όλο το μαρτυρικό υλικό συμπεριλαμβανομένου και συνομιλιών που είχε η 2η Κατηγορούμενη με τον υπάλληλο της εταιρείας DAILY DEALS όπως και η μετέπειτα συνομιλία που είχε ο ΜΚ2 μαζί τους, με σκοπό να διαπιστωθεί που και πότε είχε γίνει η κατάθεση των επίδικων χρηματικών ποσών παρουσιάστηκαν κατά την δίκη και ήταν στην διάθεση της υπεράσπισης για να προβάλει τους ισχυρισμού της, πράγμα το οποίο και έπραξε. Οι Κατηγορούμενοι δια μέσω των συνηγόρων τους αντεξέτασαν επισταμένα τους μάρτυρες κατηγορίες επί των εν λόγω επίδικων ζητημάτων χωρίς να προβληθεί οποιοδήποτε εμπόδιο. Μάλιστα η υπεράσπιση προέβαλε συγκεκριμένη θέση προς τον ΜΚ2 αναφορικά με τα συγκεκριμένα εμβάσματα στον λογαριασμό της 2ης Κατηγορουμένης την οποία και ο ίδιος δεν αποδέχτηκε. Μάλιστα μετά την τροποποίηση του κατηγορητηρίου, δόθηκε το δικαίωμα στην υπεράσπιση να επανακλητεύσει τους μάρτυρες και να τους αντεξετάσει επί των τροποποιήσεων που είχαν λάβει χώρα και να προβάλει τις όποιες θέσεις της. Υπό το φως των πιο πάνω, προκύπτει ότι δεν υπήρξε οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός της υπεράσπισης της 2ης Κατηγορουμένης παρά την μη λήψη νέας συμπληρωματικής κατάθεσης. Ούτε και θα συμφωνήσω με την θέση της υπεράσπισης ότι ο μη εντοπισμός περισσότερων προσώπων από την αστυνομία αναφορικά με τους πελάτες της παραπονούμενης εταιρείας που αντιστοιχούσαν τα οχήματα τους στα επίδικα τιμολόγια και η μη λήψη από αυτούς γραπτής κατάθεσης για να αναφέρουν τους τυχόν ισχυρισμούς τους, έχει επηρεάσει δυσμενώς την υπεράσπιση καθ' οιονδήποτε τρόπο. Οι γενικές και μόνο υποβολές που έχουν προβληθεί από την υπεράσπιση αναφορικά με τον δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων των Κατηγορουμένων και ιδιαίτερα του δικαιώματος τους για παραβίαση της δίκαιης δίκης τους, κρίνονται ως αβάσιμες και ανυπόστατες καθότι κατά την διάρκεια της δίκης σε καμία περίπτωση δεν έχει διαπιστωθεί ότι οι Κατηγορούμενοι έχουν στερηθεί οποιουδήποτε δικαιώματος είχαν. Εξάλλου η υπερασπιστική γραμμή των Κατηγορουμένων ήταν ότι, σε καμία απολύτως περίπτωση δεν είχαν αποσπάσει χρηματικά ποσά από τα αντίστοιχα τιμολόγια που τους καταλογίζονται ότι διαχειρίζονταν αλλά ότι αυτά τα χρηματικά ποσά παραδόθηκαν στον ΜΚ2 μαζί με τα αντίστοιχα τιμολόγια που τους αναλογούσαν. Η υπεράσπιση χωρίς κανένα απολύτως εμπόδιο προέβαλε με σθεναρότητα την πιο πάνω υπερασπιστική γραμμή αντεξετάζοντας διεξοδικά όλους τους μάρτυρες κατηγορίας που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο. Επίσης ως είχε δικαίωμα επέλεξε να καλέσει μόνο ένα μάρτυρα κατηγορίας ο οποίος έδωσε τους δικούς του ισχυρισμούς τους οποίους και το Δικαστήριο δεν αποδέχτηκε. Καταληκτικά και υπό το φως των πιο πάνω λεχθέντων, σημειώνω, ότι μέσα από την ακροαματική διαδικασία προκύπτει ξεκάθαρα ότι δεν υπήρξε οποιοσδήποτε επηρεασμός της υπεράσπισης των Κατηγορουμένων και το αίτημα της υπεράσπισης δεν γίνεται αποδεκτό. Εξάλλου, στην Αθανάση v. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 45/14, ημερ. 05/10/16, τονίσθηκε ότι το ερώτημα κατά πόσο μια δίκη είναι δίκαιη απαντάται με βάση την αξιολόγηση της στο σύνολο, διότι μόνο σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να διαπιστωθεί αν η δίκη υπήρξε δίκαιη. Επίσης λέχθηκε ότι ο κάθε ισχυρισμός που προβάλλεται για παραβίαση του δικαιώματος της δίκαιης δίκης, δεν εξετάζεται μεμονωμένα ή αποσπασματικά, ούτε και κατ' αφηρημένο τρόπο (inabstracto) αλλά συγκεκριμένα και υπό το φως της κάθε δεδομένης υπόθεσης (inconcreto) κάτι το οποίο το παρών Δικαστήριο έπραξε για να καταλήξει στο πιο πάνω συμπέρασμα. Συνακόλουθα η εισήγηση της Υπεράσπισης περί παραβίασης των δικαιωμάτων των Κατηγορουμένων και συνεπακόλουθα της δίκαιης δίκης τους κρίνεται ως αβάσιμη και απορρίπτεται. Νομική Πτυχή Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος που είναι η 1η κατηγορία του κατηγορητηρίου διέπετε από το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, το περιεχόμενο του οποίου εκτίθεται πιο κάτω: "Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή." Με βάση τα όσα έχουν λεχθεί σχετικά στην υπόθεση Giani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134: "... το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Μulcany v. R.
(1868)L.R.34 H.L.328, O/Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σλ. 2035, παράγρ. 28-4.) Τα άρθρα 371 και 372 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ενσωματώνοντας την πιο πάνω κατά το κοινοδίκαιο έννοια του αδικήματος της συνωμοσίας, κατατάσσουν το αδίκημα στην κατηγορία του κακουργήματος ή του πλημμελήματος ανάλογα με το κατά πόσον αντικείμενο της συνωμοσίας είναι η διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος ή η πραγματοποίηση των σκοπών που εξειδικεύονται στο άρθρο 373." Συνεπώς, η ουσία του αδικήματος της συνωμοσίας δεν συνίσταται στην εκτέλεση της παράνομης πράξης ή στην πραγματοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας. H εκδήλωση (actus reus) του αδικήματος της συνωμοσίας έγκειται στη συμφωνία δύο ή περισσοτέρων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (the plot) να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια και με τη συμφωνία το αδίκημα της συνομωσίας έχει πλέον συντελεστεί (βλέπε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice 2004, παρ. 34-4). Η βάση της κατηγορίας της συνομωσίας είναι η συμφωνημένη συμπεριφορά. Είναι λοιπόν άνευ σημασίας το κατά πόσον αυτό που τελικώς πραγματοποιείται διαφέρει από τα συμφωνηθέντα. Επίσης, ενόσω ο σχεδιασμός παραμένει στο στάδιο της πρόθεσης μόνον δεν υπάρχει αδίκημα. Ακόμη δεν υπάρχει συνωμοσία όταν οι διαπραγματεύσεις για οποιοδήποτε λόγο δεν επιφέρουν στέρεα συμφωνία μεταξύ των μερών (βλέπε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2003 παρ. Α6.14, σελ.90). Από την άλλη είναι δυνατό να υπάρξει συνωμοσία ακόμα και σε περιπτώσεις όπου κάποιοι εκ των συνωμοτών δεν έχουν ποτέ συναντηθεί φτάνει να καταδειχθεί ότι συμμετείχαν σε κάποιον κοινό σχεδιασμό, γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο, στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (βλέπε Barratt
(1996)Crim. L.R. 495). Η συμφωνία των συνωμοτών είναι η προώθηση της πρόθεσης την οποία ο καθένας είχε συλλάβει στο μυαλό του και η οποία μετατρέπεται από κρυφή πρόθεση σε ανοικτή ενέργεια αμοιβαίων διαβουλεύσεων και τελικώς σε συμφωνία. Δεν είναι επομένως αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο στόχο στον ίδιο χρόνο ή στο ίδιο μέρος, αλλά θα πρέπει ν' αποδειχθεί και σύμπτωση στο μυαλό τους για τον επιδιωκόμενο παράνομο σκοπό. Η συμφωνία κανονικά αποδεικνύεται με την προσκόμιση μαρτυρίας, η οποία να δείχνει είτε άμεσα την ύπαρξη της είτε ότι αυτή τίθεται σ' εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή δράση. Χρειάζεται λοιπόν απαραίτητα συμφωνία και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή προϋπόθετε τη διάπραξη από ένα ή περισσότερα των μερών της συμφωνίας, κάποιου αδικήματος ή κάποιων αδικημάτων. Απλή γνώση ή και πρόθεση δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος (βλ. R v. Anderson
(1986)A.C. 27, H.L). Τα αδικήματα της κλοπής υπό υπηρέτη που αφορά στις υπόλοιπες κατηγορίες προκύπτει από τον συνδυασμό των άρθρων 255 και 268 του Ποινικού κώδικα. Τα συστατικά στοιχεία λοιπόν του εν λόγω αδικήματος, ως συνάγονται από το λεκτικό των πιο πάνω άρθρων, είναι τα εξής:
  1. Ο κατηγορούμενος να είναι γραµµατέας ή υπηρέτης,
  2. Ο κατηγορούμενος να απέκτησε κατοχή και να αποκόμισε περιουσία του εργοδότη του ή πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του για λογαριασμό του εργοδότη του,
  3. Αυτό να έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του εργοδότη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου με τη συγκατάθεση του εργοδότη, ο κατηγορούμενος στη συνέχεια να την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση.
  4. Ο κατηγορούμενος να ενήργησε με δόλιο τρόπο,
  5. Η περιουσία να είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και
  6. Ο κατηγορούμενος να είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον εργοδότη του μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, να προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. Η σχετική με το προαναφερόμενο αδίκημα νομολογία έχει πρόσφατα συνοψισθεί με αναφορά και σε αγγλική νομολογία και συγγράμματα στην Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 486, από την οποία προκύπτουν τα ακόλουθα: · Η φράση «με δόλιο τρόπο» («fraudulently») σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως. Η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα βρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. · Αναφορικά δε με την έννοια του ιδιοκτήτη («owner»), αυτή περιλαμβάνει, σύμφωνα με το εδάφιο 2(γ) του άρθρου 255 και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ιδιοκτησία οποιουδήποτε πράγματος δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. · Αντικείμενο κλοπής μπορεί να αποτελέσει οποιοδήποτε πράγμα που έχει αξία και ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο (βλ. άρθρο 255
(3). Η έννοια της λέξης «περιουσία» («property») είναι πολύ ευρεία και περιλαμβάνει σχεδόν οποιαδήποτε μορφή περιουσίας, κάθε έμψυχο ή άψυχο, δυνάμενο να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας (βλ. και άρθρο 4 του Κεφ. 154). · Δεν είναι αναγκαία δε η φυσική αποκόμιση της περιουσίας. Περαιτέρω στην Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 14 λέχθηκε ότι η πρόθεση μόνιμης αποστέρησης του ιδιοκτήτη από το αντικείμενο της κλοπής, ενδιαφέρει ως συστατικό του αδικήματος εφόσον υπήρχε κατά το χρόνο λήψης του αντικειμένου ή όταν η περίπτωση εμπίπτει στην επιφύλαξη στο άρθρο 255 του Κεφ. 154, εφόσον συνοδεύει την "ιδιοποίησή" του. Όσον αφορά την έννοια του υπηρέτη στο σύγγραμμα Archbold 33η έκδοση σελ. 636 η ερώτηση που χρήζει απάντησης είναι: «Was he under the control of and bound to obey his alleged master?». Η ερώτηση απαντάται ως εξής: «Prove, therefore, that the prisoner, at the time when he receive the chattel money of valuable security, was clerk or servant to JN, or employed for the purpose or in the capacity of a clerk or servant as stated in the indictment, acting under and bound to obey the orders of his master, or employer. This may be proved by evidence that he acted as such.» Συμπεράσματα αναφορικά με τις κατηγορίες που αφορούν στο αδίκημα της κλοπής από γραμματείς και υπηρέτες κατά παράβαση των άρθρων 20,21 και 268 του Κεφ.154 Από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου έχουν κατά την κρίση μου αποδειχθεί τα ακόλουθα:
  1. Και οι δύο Κατηγορούμενοι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν υπάλληλοι της παραπονούμενης εταιρείας αφού εργάζονταν μέχρι και την 02.03.16, ημερομηνία κατά την οποία και απολύθηκαν με γραπτή επιστολή από τον ΜΚ2 και την οποία και αρνήθηκαν να παραλάβουν.
  2. Η περιουσία που διαπιστώθηκε από τον ΜΚ2 ότι κλάπηκε από την εταιρεία του, ήταν χρήματα και συνακόλουθα πρόκειται για περιουσία η οποία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και είχε επίσης αξία.
  3. Ο ΜΚ2 ο οποίος ήταν ο διευθυντής, γραμματέας και αποκλειστικός μέτοχος της παραπονούμενης εταιρείας δεν συγκατατέθηκε με οποιοδήποτε τρόπο στην απόκτηση κατοχής και αποκόμιση της εν λόγω περιουσίας. Αυτό λοιπόν που απομένει προς εξέταση, είναι το κατά πόσο έχει αποδειχθεί και ότι ήταν οι Κατηγορούμενοι που απέκτησαν κατοχή και αποκόμισαν την εν λόγω περιουσία, σκόπιμα και χωρίς λάθος εκ μέρους τους, και ότι αυτή ανήκε σε άλλο πρόσωπο, χωρίς αξίωση δικαιώματος καθώς και ότι κατά τον χρόνο της εν λόγω απόκτησης υπήρχε από μέρους τους πρόθεση να αποστερήσουν την περιουσία από τον ιδιοκτήτη της μόνιμα. Όσον αφορά τα πιο πάνω η μαρτυρία που υπάρχει είναι περιστατική. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία η περιστατική μαρτυρία παρομοιάζεται με τους κρίκους αλυσίδας. Όπως οι κρίκοι της αλυσίδας πρέπει να είναι συνεκτικοί και αλληλένδετοι με τους υπόλοιπους κρίκους έτσι και τα ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σώμα (βλ. Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 C.L.R. 172). Η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συμβιβάζεται μόνο με την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά περιπλέον πρέπει τα γεγονότα να μην συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα εκτός από το συμπέρασμα ενοχής του κατηγορουμένου (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Vouniotis v. Republic
(1975)2 CLR 34, Anastasiadis v. Republic
(1977)2 CLR 97 και Γεωργίου v. Aστυνoµίας
(2010)2 Α.Α.Δ 485). Όταν όλες οι σημαντικές πτυχές της περιστατικής μαρτυρίας δεν συμβιβάζονται με οτιδήποτε άλλο παρά με συμπέρασμα ενοχής η περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Όταν όμως βασικά σημεία της περιστατικής μαρτυρίας συμβιβάζονται όχι μόνο με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά και με μια άλλη λογική εξήγηση που προκύπτει από τη μαρτυρία, τότε η περιστατική μαρτυρία από μόνη της δεν μπορεί να θεμελιώσει την ενοχή του κατηγορούμενου (βλ. επίσης το σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 26-36). Στην Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41 αναφέρθηκε ότι οι διαζευκτικές πιθανότητες πρέπει να είναι τέτοιες που να εξάγονται από την ολότητα της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, άλλως πως τα Δικαστήρια θα καλούνται να εξετάζουν πιθανότητες ή θεωρίες, ως προς συμβάντα τα οποία δεν μπορούν εύλογα να εξαχθούν από το υλικό ενώπιον τους και αυτό δεν είναι έργο του Δικαστηρίου. Εκεί δε όπου χρειάζεται κάποια εξήγηση αυτή επίσης πρέπει να προκύπτει από τη μαρτυρία και όχι από απλές υποθέσεις (βλ. R. v. Mary Ann Ash
(1911)6 Cr.App.Rep. 225). Η περιστατική μαρτυρία αναφέρεται ανωτέρω στα ευρήματα του Δικαστηρίου και δεν χρήζει επανάληψης. Από αυτήν προκύπτουν τα ακόλουθα:
  1. Οι Κατηγορούμενοι ως υπαλλήλοι της παραπονούμενης εταιρείας ήταν τα μοναδικά πρόσωπα που είχαν την ευθύνη για την έκδοση και την είσπραξη των επίδικων τιμολογίων της εταιρείας, τα οποία και θα έπρεπε να παραδίδουν μαζί με τα χρηματικά ποσά που τους αντιστοιχούσαν στον ΜΚ2 ο οποίος ήταν ο διευθυντής της εταιρείας, αφού τα χρήματα αυτά αποτελούσαν την περιουσία της εταιρείας του.
  2. Μεταξύ τους οι Κατηγορούμενοι πέραν από επαγγελματική σχέση είχαν συνάψει και ερωτικό δεσμό ενώ ό 1ος Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και έτσι ο μισθός του κατατίθετο στον λογαριασμό της 2ης Κατηγορουμένης καθότι αντιμετώπιζε προβλήματα και με τις τράπεζες.
  3. Επιπλέον οι Κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι ο ΜΚ2 δεν ασκούσε τον ενδεδειγμένο έλεγχο στην εταιρεία του, αφού τους είχε δείξει πλήρη εμπιστοσύνη λόγω του ότι και οι δύο Κατηγορούμενοι ήταν ιδιαίτερα εργατικοί. Επίσης λόγο του ότι ο ΜΚ2 διέμενε στην Λεμεσό και δεν βρισκόταν συνεχώς στις εγκαταστάσεις της εταιρείας του, καθότι έφευγε το μεσημέρι από την εργασία του για να μεταβεί στην οικία του, και έτσι οι Κατηγορούμενοι για αρκετές ώρες της ημέρας εργάζονταν χωρίς την φυσική του παρουσία.
  4. O MK2 διενεργούσε μόνο οπτικό έλεγχο στα τιμολόγια που εκδίδονταν και εισπράττονταν από τους Κατηγορούμενους στα πλαίσια της εργασίας τους, δηλαδή έλεγχε μόνο κατά πόσο στα οχήματα των πελατών που είχαν σταθμεύσει στις εγκαταστάσεις της εταιρείας του, υπήρχαν τοποθετημένα τα αποκόμματα των τιμολογίων. Επίσης στην εταιρεία του ασχολείτο κυρίως με τις γραφειακές δουλειές.
  5. Ο ΜΚ2 βεβαίως ήταν αδύνατο να προβαίνει καθημερινά σε έλεγχο για να διαπιστώνει κατά πόσο τα τιμολόγια είχαν εισπραχθεί λόγω του αυξημένου αριθμού αυτοκινήτων - πελατών που είχε η εταιρεία του και συνακόλουθα δεν καθίστατο εφικτό να διαπιστώσει απευθείας τυχόν έλλειμα που υπήρχε.
  6. Ούτε και το λογιστικό γραφείο του ΜΚ3

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.