← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΓΚΕΛΑ ΣΑΦΑΡΙΑΝ, Aρ. Υπόθεσης 2652/18, 20/5/2022

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΓΚΕΛΑ ΣΑΦΑΡΙΑΝ, Aρ. Υπόθεσης 2652/18, 20/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B85 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. ΣΥΜΕΟΥ, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 2652/18 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν - ΓΚΕΛΑ ΣΑΦΑΡΙΑΝ Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 20.05.22 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ.Παπαλαζάρου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κ. Σιαηλής Κατηγορούμενος: παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε στο παρών κατηγορητήριο αρχικά 19 κατηγορίες εκ των οποίων η 1η κατηγορία διακόπηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Ο Κατηγορούμενος απαλλάγηκε, έτσι, στην 1η κατηγορία ενώ βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στις υπόλοιπες κατηγορίες και συγκεκριμένα στις ακόλουθες τα αδικήματα των οποίων διαπράχθηκαν στην Επαρχία Πάφου:

(1)Σε δύο κατηγορίες που αφορούν στο αδίκημα της διάρρηξης αποθήκης και σχολικού κτηρίου κατά παράβαση του άρθρου 294(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (3η και 4η κατηγορία) καθώς και στα αδικήματα της κλοπής που αφορούν τις πιο πάνω διαρρήξεις κατά παράβαση του άρθρου 262 και 255 και άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε (4η και 6η κατηγορία).
(2)Σε αδικήματα κλοπής από πρόσωπο που αφορούν 14 διαφορετικές περιπτώσεις κατά παράβαση των άρθρων 255 και 266(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, όπως τροποποιήθηκε (2η κατηγορία και 6η μέχρι 18η κατηγορία).
(3)Στο αδίκημα της κλοπής δια ευρέσεως κατά παράβαση του άρθρου 255, 262 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε ( 19η κατηγορία). Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν δοθεί στο Δικαστήριο υπό μορφή εγγράφων, τα έχω κατά νου για σκοπούς επιβολής της ποινής και δεν κρίνω σκόπιμο να τα παραθέσω. Σύμφωνα με την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Υπεράσπισης αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής μετέφερε στο Δικαστήριο την απολογία του Κατηγορούμενου αναγνωρίζοντας ότι για τις πράξεις του δεν υπάρχει καμία απολύτως δικαιολογία. Για σκοπούς δε μετριασμού της ποινής κάλεσε το Δικαστήριο όπως ληφθεί υπόψη η παραδοχή και η απολογία του, το λευκό του ποινικό μητρώο και ιδιαίτερα το νεαρό της ηλικίας του αφού κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ο Κατηγορούμενος ήταν ηλικίας μόλις 16 ετών. Υπέδειξε ο συνήγορος επίσης ότι τα πλείστα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται διαπράχθηκαν κατά το έτος 2008 ενώ το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή 14 έτη μετά. Ο συνήγορος υποστήριξε επιπλέον ότι οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου έχουν διαφοροποιηθεί ουσιαστικά γι' αυτό κάλεσε το Δικαστήριο σε περίπτωση που αποφασίσει ότι κατάλληλη ποινή για να επιβληθεί είναι αυτή της φυλάκισης ένεκα όλων των πιο πάνω μετριαστικών παραγόντων που συνθέτουν το πρόσωπο του Κατηγορούμενου, συντρέχουν ικανοί λόγοι, το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που τυχόν θα επιβληθεί. Αναφορικά με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου, ο κ. Σιαηλής υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου. Σύμφωνα με την έκθεση, ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 29 ετών, κατάγεται από την Γεωργία και βρίσκεται στην Κύπρο από το 2002. Οι γονείς του χώρισαν όταν αυτός ήταν σε ηλικία 3 μηνών. Σήμερα είναι πατέρας ενός ανήλικου τέκνου ηλικίας 2 ετών το οποίο απέκτησε από σχέση που είχε με Κύπρια. Ο Κατηγορούμενος είχε φοιτήσει μέχρι την Β Γυμνασίου όπου και διέκοψε αφού είχε δημιουργήσει μεγάλο αριθμό απουσιών. Παρουσίασε παραβατική και αντιδραστική συμπεριφορά ενώ στην συνέχεια υπηρέτησε την στρατιωτική του θητεία στην ΕΛΔΥΚ. Μετά την απόλυση του εργάστηκε στις οικοδομές ενώ σήμερα εργάζεται σε πλυντήριο αυτοκινήτων. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας τιμωρείται με μέγιστη ποινή φυλάκισης 7 ετών, το αδίκημα της κλοπής από πρόσωπο με μέγιστη ποινή φυλάκισης 5 ετών ενώ το αδίκημα της κλοπής με μέγιστη ποινή φυλάκισης 3 ετών. Τα πιο πάνω αδικήματα είναι κακουργήματα. Υπό το φως των πιο πάνω ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει αρκετά σοβαρές κατηγορίες. Η σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων υπογραμμίζεται και μέσα από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 565 το Εφετείο με παραπομπή σε παλαιότερη Νομολογία σημειώνει ότι τα αδικήματα των κλοπών και των διαρρήξεων είναι σε έξαρση γι' αυτό και επιβάλλεται η ανακοπή αυτού του είδους της εγκληματικότητας η οποία έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Η αυστηρότητα των ποινών είναι κατά την πιο πάνω απόφαση ένας τρόπος πάταξης του φαινομένου. Σχετική είναι, επίσης, η υπόθεση Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 47 όπου υπογραμμίστηκε ότι η διάπραξη διαρρήξεων έχει εξελιχθεί σε κοινωνική μάστιγα γι' αυτό και πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές. Στην υπόθεση David Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 587 λέχθηκαν τα εξής: «Τα αδικήματα των διαρρήξεων και κλοπών είναι αδικήματα τα οποία απασχολούν τα δικαστήρια σχεδόν καθημερινά. Αυτό επιβάλλει αντιμετώπιση των παραβατών κατά τρόπο που να συμβάλλει στην αποτροπή διάπραξης τέτοιων αδικημάτων. Η ανάγκη αυτή τονίστηκε κατ' επανάληψη». Στην υπόθεση Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 138 το θέμα της ποινής σε αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών προσεγγίσθηκε ως εξής: «Η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση των πιο πάνω αδικημάτων λόγω κυρίως της συχνότητας τους έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 ΑΑΔ 194, Dirazo v. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 113, Al-Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 160). Μάλιστα (βλ. Παναγίδης ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 6239/18.4.97), η απόφαση του Εφετείου αρχίζει με τη θλιβερή διαπίστωση πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Καταλήγει δε με τη διακήρυξη της υποστήριξης του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά. Στην ίδια απόφαση επισημαίνονται τα πιο κάτω: «οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη». Τέλος, κρίνω σκόπιμο να κάνω αναφορά στην υπόθεση Dos Santos v. Δημοκρατίας
(2005)2 ΑΑΔ
  1. Η εν λόγω υπόθεση παρόλο που αφορούσε σε προμήθεια ναρκωτικών είναι ενδεικτική καθότι σε αυτήν εκφράζεται η ανησυχία του Εφετείου για την ολοένα αυξανόμενη εγκληματικότητα και την ανάγκη όπως μη γίνεται ανεκτή από τα Δικαστήρια εγκληματική συμπεριφορά που αναγκάζει τους πολίτες αμυνόμενους να αλλάζουν συνήθειες που χαρίζουν καλή ποιότητα ζωής στον τόπο μας. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου: «Μας προκαλεί θλίψη και ανησυχία η συνεχής εκμετάλλευση από εγκληματίες των συνθηκών και συνηθειών ζωής που επικρατούν στη χώρα μας, όπου οι άνθρωποι επιθυμούν να ζουν μέσα σε συνθήκες ασφάλειας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Οι κάτοικοι θέλουν να έχουν τις πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών τους ανοιχτά, επιθυμούν να εισέρχονται στη χώρα μας εκατομμύρια τουρίστες, χωρίς να υποβάλλονται στις συνήθεις ταλαιπωρίες τελωνειακού ελέγχου. Οι άνθρωποι έμαθαν να αφήνουν ενίοτε εκτεθειμένη την περιουσία τους, πιστεύοντας πώς δεν θα κλαπεί ή καταστραφεί. Θέλουν να κινούνται ελεύθερα στους δρόμους χωρίς να φοβούνται πως θα ληστευθούν. Αυτές οι συνήθειες χαρίζουν την καλή ποιότητα ζωής στη χώρα μας. Δεν μπορεί, επομένως, να γίνει ανεχτή η εγκληματικότητα που αναγκάζει την Πολιτεία και τους πολίτες, αμυνόμενοι, να μεταβάλουν αυτές τις συνήθειες». Ο ρυθμός με τον οποίο τα υπό τιμωρία αδικήματα διαπράχθηκαν επιτείνει την σοβαρότητα τους και αποτελεί επιβαρυντικό στοιχείο. Ο Κατηγορούμενος διέπραξε δύο συνολικά διαρρήξεις συνοδευόμενες από κλοπές και ακόμη 14 κλοπές από διαφορετικά πρόσωπα καθώς και σε μια ακόμη περίπτωση έκλεψε ένα μοτοποδήλατο το οποίο είχε βρει, αξίας 300 Λ.Κ. Μάλιστα όλα τα αδικήματα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος έλαβαν χώρα μέσα σε ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, ήτοι στο πολύ σύντομο χρονικό διάστημα των 3 μηνών, ήτοι μεταξύ των μηνών Αυγούστου και Οκτωβρίου του έτους 2008 πλην των αδικημάτων που διέπραξε στην 5η και 6η κατηγορία τα οποία διαπράχθηκαν τον Μάρτιου του
  2. Οι πράξεις του Κατηγορούμενου καταδεικνύουν συμπεριφορά που στρέφεται όχι μόνο ενάντια στην ιδιωτική περιουσία αλλά και την ίδια την έννομη τάξη αφού διαβρώνουν το αίσθημα ασφάλειας του κοινού. Προκαλούν τον αποτροπιασμό και δίνουν λαβή για έντονη ανησυχία. Την ίδια στιγμή καθιστούν αναγκαία και προεξάρχουσας σημασίας την προστασία του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου. Οι ιδιοκτήτες και κάτοχοι υποστατικών, όπως κατοικιών και καταστημάτων, και, γενικότερα, οι ιδιοκτήτες και κάτοχοι περιουσίας πρέπει να διακατέχονται από το αίσθημα της ασφάλειας και της βεβαιότητας για την περιουσία τους και την πεποίθηση ότι αυτή θα παραμείνει άθικτη από εγκληματικές συμπεριφορές του είδους που επέδειξε ο Κατηγορούμενος οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να γίνουν ανεκτές. Επίσης, δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι ο Κατηγορούμενος ενήργησε χωρίς φραγμό. Ενδεικτικό τούτου είναι ο μεγάλος αριθμός κλοπών που διέπραξε από διαφορετικά πρόσωπα και μάλιστα από τουρίστριες οι οποίες περπατούσαν αμέριμνες κρατώντας τις τσάντες τους τις οποίες ο Κατηγορούμενος άρπαζε ενώ επέβαινε μοτοποδήλατο με άλλο πρόσωπο και στην συνέχεια εξαφανιζόταν. Δεν είναι, επίσης, υπερβολή να λεχθεί ότι τις πράξεις του Κατηγορούμενου χαρακτηρίζει πρωτίστως η αδιαφορία για τα δυσάρεστα αισθήματα που αυτές, προδήλως, προκάλεσαν στα θύματά του, κυρίως δε, της αγωνίας για την τύχη της περιουσίας τους. Επιβαρυντικό στην παρούσα υπόθεση είναι και η μεγάλη αξία της περιουσίας που ο Κατηγορούμενος έκλεψε. Τα Δικαστήρια έχουν ευθύνη μέσω των κατάλληλων ποινών να συμβάλουν στην εμπέδωση του αισθήματος της ασφάλειας των πολιτών προστατεύοντας τα δικαιώματα και την περιουσία τους με τρόπο αποτελεσματικό. Η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Αναμφίβολα, η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση. Αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να υποβαθμίσει την σοβαρότητα ενός αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αδικημάτων όπως είναι τα υπό τιμωρία αδικήματα. Ούτε και πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 CLR 248). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 CLR 194 η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας με το άτομο του παραβάτη. Όχι, όμως, την αποκλειστική συνάρτηση της με τις προσωπικές του συνθήκες. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου την παραδοχή του Κατηγορούμενου ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και το λευκό του ποινικό μητρώο. Επίσης την συνεργασία του με την Αστυνομία η οποία ήταν καθοριστική για την εξιχνίαση των αδικημάτων που διέπραξε. Η ομολογία του Κατηγορούμενου ενώπιον των αρχών και η υπόδειξη σκηνών ήταν καθοριστικής σημασίας στην εξιχνίασης όλων των αδικημάτων που διέπραξε . Έλαβα, επομένως, υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος συνέδραμε αποτελεσματικά στο να εξιχνιασθούν όλες οι εναντίον του υποθέσεις οι οποίες ομολογουμένως ήταν πολλές σε αριθμό. Συνακόλουθα η συνεργασία του Κατηγορούμενου με την Αστυνομία, η ομολογία του ενώπιον των Διωκτικών Αρχών και η παραδοχή του στο Δικαστήριο αναδεικνύουν μεταμέλεια από μέρους του Κατηγορούμενου, παράγοντας ελαφρυντικός για την επιμέτρηση της ποινής σύμφωνα με πάγια Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Λαμβάνω επίσης υπόψη το νεαρό της ηλικίας του. Ο Κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα ενόσω ήταν ακόμη ανήλικος. Σύμφωνα με την Νομολογία το νεαρό της ηλικίας αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα (Βλ. Βασίλης Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50). Στο σύγγραμμα «Sentencing in Cyprus», του Γ. Μ. Πική, 2η έκδοση, σελ. 88 αναφέρεται ότι η αντιμετώπιση νεαρών παραβατών αποτελεί ένα ευαίσθητο θέμα. Στις περιπτώσεις αυτές προέχει ισχυρή η ανάγκη για αναμόρφωση παρά η τιμωρία μιας και το ενδεχόμενο αναμόρφωσης νεαρών ατόμων είναι μεγαλύτερο από ότι σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας τα οποία είναι πλέον εξοικειωμένα με τις συνήθειες και συμπεριφορές τους. Δεν είναι επιθυμητό νεαρά άτομα να στερούνται της ευκαιρίας να ωριμάσουν για να κάνουν τις επιλογές τους στην ζωή. Έλαβα επίσης υπόψη μου τις οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου ως αυτές περιγράφονται μέσα από την έκθεση του Γρ. Ευημερίας. Έλαβα, επίσης, υπόψη μου ως μετριαστικό παράγοντα την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης. Ενώ τα υπό τιμωρία αδικήματα διαπράχθηκαν κατά το έτη 2008 - 2009 η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 19.96.18, δηλαδή 9 χρόνια μετά. Σύμφωνα όμως με τα όσα έχουν τεθεί όμως ενώπιον μου σημαντική ευθύνη ως προς την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης φέρει και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος ο οποίος ενώ γνώριζε για την ύπαρξη της υπόθεσης εναντίον του και ενώ του είχαν επιδοθεί σε διάφορες περιπτώσεις τα κατηγορητήρια που είχαν καταχωρηθεί εναντίον του, αυτός κρυβόταν με αποτέλεσμα οι υποθέσεις να απορρίπτονται λόγω αδυναμίας εκτέλεσης των ενταλμάτων σύλληψης που εκδίδονταν εναντίον του. Αναφορικά με τον χρόνο που παρήλθε από την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων μέχρι σήμερα αναφέρονται τα ακόλουθα. Τα υπό τιμωρία αδικήματα διαπράχθηκαν κατά το έτος 2008 και κάποιο από τα αδικήματα τον Μάρτιο του 2009. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623 υποδείχθηκε με αναφορά σε προγενέστερη Νομολογία ότι εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 ΑΑΔ 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 ΑΑΔ 77, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 ΑΑΔ 638 Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252, και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 ΑΑΔ 272). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355 υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Στην υπό εξέταση περίπτωση ο Κατηγορούμενος έχει μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την καθυστέρηση που παρατηρείται. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι όταν η πάροδος χρόνου μεταξύ της διάπραξης και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορούμενου οφείλεται αποκλειστικά στον ίδιο τον κατηγορούμενο ο χρόνος αυτός δεν λαμβάνεται υπόψη προς όφελός του. Από την άλλη, η Νομολογία αναγνωρίζει ότι όταν ο χρόνος αυτός είναι μεγάλος δεν μπορεί να παραγνωρισθεί, θα πρέπει δε σε αυτόν να προσδοθεί η δέουσα βαρύτητα. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267 λέχθηκε ότι: «Η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του». Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χρίστος Γενεθλίου, Ποινική Έφεση 5/16, ημερομηνίας 1.3.16 αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο ενδεικτικά τα ακόλουθα: «Από την πορεία της υπόθεσης διαφαίνεται ότι μεγάλη ευθύνη για την καθυστέρηση βαρύνει την πλευρά του εφεσίβλητου. Παραμένει, βέβαια, ως αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο χρόνος που διέρρευσε είναι, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, μεγάλος και αυτό έχει τη δική του επίπτωση στην ποινή που επιβάλλεται. Όμως, έχοντας υπόψη τη συμβολή του ίδιου του εφεσίβλητου στη μεγάλη αυτή καθυστέρηση που παρατηρήθηκε, δεν μπορεί αυτός ο παράγοντας να έχει καταλυτικές επιπτώσεις στην επιβαλλόμενη ποινή. Σίγουρα, η καθυστέρηση θα πρέπει να συνυπολογίζεται, ελαφρυντικά, στην επιμέτρηση της ποινής, όχι όμως σε βαθμό που να εξουδετερώνονται όλοι οι άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες, όπως έχει συμβεί στην παρούσα περίπτωση». Όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε ο χρόνος που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου είναι πολύ μεγάλος. Με δεδομένα, όμως, την υπαιτιότητα του Κατηγορούμενου στην καθυστέρηση που παρατηρείται στην διάγνωση της ποινικής του ευθύνης καθώς και την σοβαρότητα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει κρίνω ότι είναι αναγκαίο να παρεκκλίνω από την νομολογιακή αρχή που πιο πάνω αναφέρεται παρά και το ότι εντός του πιο πάνω διαρρεύσαντος χρονικού διαστήματος επήλθε διαφοροποίηση στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου η οποία όμως να σημειωθεί ότι δεν είναι τόσο δραματική η καταλυτική ώστε να είναι ικανή να μεταβάλει το είδος της αρμόζουσας για την περίπτωση ποινής. Ο χρόνος που διέρρευσε και η μεταβολή στις συνθήκες διαβίωσης του Κατηγορούμενου θα έχουν το αντίκρισμά τους στην επιβληθεισόμενη ποινή, όχι, όμως, σε βαθμό που να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση των υπό τιμωρία αδικημάτων. Οι πιο πάνω αναφερθέντες ελαφρυντικοί και μετριαστικοί παράγοντες δεν είναι τέτοιας έκτασης και φύσης που να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής εν' όψει της σοβαρότητας των αδικημάτων, η οποία υποδεικνύεται από τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν, και της ανάγκης για αποτροπή που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά τους καθώς επίσης οι συνέπειες που προκύπτουν από την διάπραξη τους σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος της ποινής που θα επιβληθεί όχι όμως και το είδος της. Αποτιμώντας, λοιπόν, από την μια, την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής και την ανάγκη η ποινή να προσλάβει αποτρεπτικό χαρακτήρα σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά και τους μετριαστικούς παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα για τον Κατηγορούμενο ποινή είναι η ποινή φυλάκισης. Εν' όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή και, τούτο, έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98). Συνακόλουθα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Σε έκαστη των κατηγοριών 2,6,7,8,9,10,11,12,13,14,15,16,17 και 18 ποινή φυλάκισης 12 μηνών Σε έκαστη των κατηγοριών 3 και 5 ποινή φυλάκισης 15 μηνών Σε έκαστη των κατηγοριών 4 και 6 ποινή φυλάκισης 9 μηνών Στην 19η κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 μηνών Οι πιο πάνω επιβληθείσες ποινές φυλάκισης θα συντρέχουν Τέλος, θα εξετάσω την δυνατότητα αναστολής των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο. Το Νομοθετικό πλαίσιο για την αναστολή της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε. Με τον τροποποιητικό Νόμο 186(I)/03 που δημοσιεύθηκε στις 19.12.03 καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα το θέμα της αναστολής σήμερα να μην διέπεται από ανελαστικά κριτήρια. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του πιο πάνω Νόμου το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Στην υπό εξέταση περίπτωση κρίνω ότι συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να ανασταλεί η έκτιση των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο. Αυτοί είναι οι ακόλουθοι: το άμεμπτό του παρελθόν την παραδοχή και απολογία του το λευκό του ποινικό μητρώο το νεαρό της ηλικίας του τις προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες την συνεργασία του με την αστυνομία το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως το Δικαστήριο θα μπορούσε να δώσει στον Κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία για να αποδείξει εκτός φυλακών ότι από τούδε και στο εξής θα διάγει μια νόμιμη ζωή. Από τον ίδιο εξαρτάται βέβαια να αρπάξει αυτή την ευκαιρία που σήμερα του δίδεται να μην διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα παρόμοιας ή άλλης φύσης. Συνακόλουθα η εκτέλεση των ποινών φυλάκισης που επέβαλα σήμερα στoν Κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Επεξηγούνται στoν Κατηγορούμενο το νόημα και οι συνέπειες της αναστολής εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης). (Υπ.) ............ Σ.Συμεού, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.