← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. GEORGIOS BAIMPOYRNTIDIS, Aρ. Υπόθεσης 5322/22, 15/12/2022

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. GEORGIOS BAIMPOYRNTIDIS, Aρ. Υπόθεσης 5322/22, 15/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B92 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 5322/22 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν - GEORGIOS BAIMPOYRNTIDIS Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 15.12.22 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Παπαλαζάρου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κ. Σιαηλής Κατηγορούμενος : παρόν Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος μετά από δική του παραδοχή στην κατηγορία της διάρρηξης κατοικίας κατά την διάρκεια της νύχτας κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 και 292 (α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (2η Κατηγορία),και στην κατηγορία της κλοπής από κατοικία κατά παράβαση των άρθρων 20, 255 και 266(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (3η κατηγορία). Όσον αφορά τις υπόλοιπες κατηγορίες που εκκρεμούσαν εναντίον του Κατηγορούμενου στο ίδιο κατηγορητήριο, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής της διέκοψε. Πιο συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος έχει παραδεχτεί ότι την 03/08/22 μαζί με άλλο άγνωστο πρόσωπο και κατά την διάρκεια της νύχτας, διέρρηξε και είσελθε στην κατοικία της OLYMPIAS ANANIKOVA που βρίσκεται στην οδό [ ]2, οικία Q1 στην Πάφο, και έκλεψε από την κατοικία αυτή, μια τσάντα μάρκας KENZO αξίας 300 ευρώ εντός της οποίας υπήρχε ένας φορητός υπολογιστής μάρκας APPLE MAC BOOK αξίας 1600 ευρώ, το χρηματικό ποσό των 500 ευρώ, τα κλειδιά της οικίας όπως επίσης και τα κλειδιά της μοτοσυκλέτας με αρ. εγγραφής [ ], όλα περιουσία της OLYMPIAS ANANIKOVA. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν εκτεθεί στο Δικαστήριο από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και με αυτά η Υπεράσπιση έχει συμφωνήσει. Τα λαμβάνω λοιπόν υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω αυτολεξεί. Αναφορά θα γίνει από το Δικαστήριο όταν και εφόσον κριθεί αυτό απαραίτητο. Σύμφωνα με την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο συνήγορος Υπεράσπισης του Κατηγορουμένου, αγόρευσε για σκοπούς μετριασμού της ποινής. Κατά την αγόρευση του εστίασε την προσοχή του Δικαστηρίου, στην άμεση παραδοχή του Κατηγορούμενου, στην συνεργασία του με τις ανακριτικές αρχές αλλά και στις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις υιοθετώντας προς υποστήριξη τους, την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που έχει ετοιμαστεί. Κάλεσε επίσης ο συνήγορος το Δικαστήριο όπως ληφθεί υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής και το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου. Σε σχέση με τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έχουν διαπραχθεί τα αδικήματα, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Υπεράσπισης εξήγησε στο Δικαστήριο ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών. Υπέδειξε μάλιστα, ότι η χρήση των ναρκωτικών ουσιών επηρέαζε δυσμενώς την κρίση του Κατηγορούμενου με αποτέλεσμα να είναι ευάλωτος και επιρρεπείς στις αποφάσεις που λάμβανε. Μάλιστα ο κ. Σιαηλής προς υποστήριξη των όσων ανέφερε, ζήτησε και κατέθεσε στο Δικαστήριο την Ιατρική Γνωμάτευση ημερ. 19.10.22 της ψυχιάτρου Δρ. Μαρίας Παλέξα, σύμφωνα με την οποία ο Κατηγορούμενος παρακολουθείτο από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας Πάφου περιστασιακά από τις 02/03/18 μέχρι και τις 19/11/21 λόγω ουσιοεπαγόμενης ψύχωσης. Επίσης ο Κατηγορούμενος από τις 08/08/17 μέχρι και τις 11/09/17 λάμβανε από το πρόγραμμα «ΣΤΡΟΦΗ» φαρμακευτικά υποβοηθούμενη θεραπεία εξάρτησης. Πέραν των πιο πάνω, ο συνήγορος του Κατηγορούμενου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη ότι τα υπό τιμωρία αδικήματα διαπράχθηκαν και από άλλο πρόσωπο το οποίο δεν έχει εντοπιστεί από την αστυνομία για να οδηγηθεί και αυτός, όπως εν προκειμένω ο Κατηγορούμενος, ενώπιον του Δικαστηρίου και να τιμωρηθεί. Τέλος, ο συνήγορος Υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να επιδείξει στον Κατηγορούμενο την μέγιστη δυνατή επιείκεια, μεταφέροντας την υπόσχεση του ότι στο μέλλον δεν πρόκειται να επιδείξει οποιαδήποτε άλλη παραβατική συμπεριφορά αφού ήδη έχει αναγνωρίσει το λάθος του και έχει μεταμεληθεί. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου

(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Τα αδικήματα που ο Κατηγορούμενος έχει παραδεχτεί ότι διέπραξε, είναι ιδιαίτερα σοβαρά αφού για το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας κατά την διάρκεια της νύχτας προνοείται ποινή φυλάκισης 10 ετών, ενώ για το αδίκημα της κλοπής από κατοικία ποινή φυλάκισης 5 ετών. Υπό το φως των πιο πάνω ο Κατηγορούμενος βρίσκεται αντιμέτωπος με πολύ σοβαρές κατηγορίες. Η σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων υπογραμμίζεται και μέσα από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Ahmed Saadi v. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 308/14 ημερ. 24/6/2016, ECLI:CY:AD:2016:B300 που αφορούσε επίσης σε κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, το Εφετείο τόνισε τα εξής: «Η νομολογία είναι αυστηρή στην αντιμετώπιση αυτού του είδους τις υποθέσεις. Η ανάγκη για αποτροπή είναι προεξάρχουσα, η προστασία της ζωής και της ασφάλειας των φιλήσυχων πολιτών αποτελεί προτεραιότητα και η έστω κατά κατασταλτικό τρόπο αντιμετώπιση της ανάκτησης της εμπιστοσύνης του κοινού στην εμπέδωση του δικαίου, αδήρητη αναγκαιότητα, (Φραντζίδης ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 77, Bezanidis κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 785 και Georghe κ.ά. ν. Δημοκρατίας .» Στην υπόθεση Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 138 το θέμα της ποινής σε αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών προσεγγίσθηκε ως εξής: «Η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση των πιο πάνω αδικημάτων λόγω κυρίως της συχνότητας τους έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 ΑΑΔ 194, Dirazo v. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 113, Al-Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 160). Μάλιστα (βλ. Παναγίδης ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 6239/18.4.97), η απόφαση του Εφετείου αρχίζει με τη θλιβερή διαπίστωση πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Καταλήγει δε με τη διακήρυξη της υποστήριξης του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά. Στην ίδια απόφαση επισημαίνονται τα πιο κάτω: «οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη». Η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους αδικήματα επαναλήφθηκε και στην πιο πρόσφατη υπόθεση Balampanidis v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 210/18 ημερ. 10/5/2019, ECLI:CY:AD:2019:B178. Επιβαρυντικό στοιχείο στην παρούσα υπόθεση κρίνω ότι αποτελεί ο οργανωμένος τρόπος δράσης του Κατηγορούμενου αφού μέσα από τα γεγονότα που έχουν εκτεθεί, έχει προκύψει ότι κατά την στιγμή της διάρρηξης της κατοικίας της παραπονούμενης, τόσο ο ίδιος όσο και ο συνεργός του εκτός ότι έφεραν κουκούλες και μάσκες στο πρόσωπο προφανώς για να μην μπορούν να αναγνωριστούν ο ίδιος μάλιστα κατά την στιγμή που ο συνεργός του βρισκόταν εντός της κατοικίας της παραπονουμένης για να κλέψει είχε παραμείνει εκτός της κατοικίας επιτελώντας ουσιαστικά χρέη φρουρού. Επιβαρυντικό σημείο επίσης αποτελεί και ο μη εντοπισμός της κλαπείσας περιουσίας κάτι που προφανώς καταδεικνύει ότι η παραπονούμενη έχει στερηθεί δια παντός την περιουσία της. Οι πιο πάνω ενέργειες και πράξεις του Κατηγορούμενου αναμφίβολα καταδεικνύουν συμπεριφορά που στρέφεται όχι μόνο ενάντια στην ιδιωτική περιουσία αλλά και την ίδια την έννομη τάξη αφού διαβρώνουν το αίσθημα ασφάλειας του κοινού. Προκαλούν τον αποτροπιασμό και δίνουν λαβή για έντονη ανησυχία. Την ίδια στιγμή καθιστούν αναγκαία και προεξάρχουσας σημασίας την προστασία του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου. Οι ιδιοκτήτες και κάτοχοι υποστατικών, όπως κατοικιών και καταστημάτων, και, γενικότερα, οι ιδιοκτήτες και κάτοχοι ακίνητης περιουσίας πρέπει να διακατέχονται από το αίσθημα της ασφάλειας και της βεβαιότητας για την περιουσία τους και την πεποίθηση ότι αυτή θα παραμείνει άθικτη από εγκληματικές συμπεριφορές του είδους που επέδειξε ο Κατηγορούμενος οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να γίνουν ανεκτές. Τέλος κρίνω σκόπιμο να τονίσω ότι τα αδικήματα που ο Κατηγορούμενος έχει παραδεχτεί ότι διέπραξε παρουσιάζουν συνεχώς όλο και περισσότερο ανησυχητική έξαρση, γεγονός για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση λόγω του μεγάλου αριθμού υποθέσεων αυτής της φύσης που επιλαμβάνομαι σχεδόν καθημερινά. Η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Αναμφίβολα, η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση. Αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να υποβαθμίσει την σοβαρότητα ενός αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αδικημάτων όπως είναι τα υπό τιμωρία αδικήματα. Ούτε και πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 CLR 248). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 CLR 194 η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας με το άτομο του παραβάτη. Όχι, όμως, την αποκλειστική συνάρτηση της με τις προσωπικές του συνθήκες. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου την άμεση παραδοχή του Κατηγορούμενου ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και την συνεργασία του με την Αστυνομία η οποία προκύπτει από την ομολογία του στην ανακριτική του κατάθεση. Η συνεργασία του Κατηγορούμενου με την Αστυνομία, η ομολογία του ενώπιον των Διωκτικών Αρχών και η παραδοχή του στο Δικαστήριο αναδεικνύουν μεταμέλεια από μέρους του, παράγοντας ελαφρυντικός για την επιμέτρηση της ποινής σύμφωνα με πάγια Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Έλαβα επίσης υπόψη μου ως σοβαρό ελαφρυντικό παράγοντα και το λευκό του ποινικό μητρώο. Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει επίσης, ούτε τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του Κατηγορουμένου ως αυτές έχουν εκτεθεί από τον συνήγορο Υπεράσπισης και περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας την οποία και λαμβάνω υπόψη στο σύνολο της, συμπεριλαμβανομένου και των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζουν οι γονείς του Κατηγορούμενου. Έλαβα κυρίως υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος κατάγεται από συγκροτημένη οικογένεια και ότι ο ίδιος αντιμετωπίζει τόσο προβλήματα ψυχικής υγείας όσο και πρόβλημα εξάρτησης τις ναρκωτικές ουσίες. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσω όμως βεβαίως, ότι ενώ το Δικαστήριο επανειλημμένα έχει προτρέψει τον Κατηγορούμενο να συναινέσει να ενταχθεί σε κλειστό πρόγραμμα απεξάρτησης με βάση τις πρόνοιες του Νόμου 41(Ι)/2016 ο ίδιος αρνήθηκε πεισματικά να το πράξει, αναφέροντας απλά ότι δεν επιθυμεί. Λαμβάνω λοιπόν υπόψη ότι κατά τον χρόνο που είχε διαπράξει τα αδικήματα ο Κατηγορούμενος ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών και ότι η επίδραση των ουσιών αυτών στον οργανισμό του είχε ως αποτέλεσμα και στον επηρεασμό της κρίσης του. Τονίζεται βεβαίως ότι σε καμία απολύτως περίπτωση η χρήση των ουσιών αυτών ως έχει συμφωνήσει και η Υπεράσπιση, δεν επηρέασε την ικανότητα του Κατηγορούμενου να αντιλαμβάνεται κατά τον ουσιώδη χρόνο τις πράξεις του. Στην υπόθεση ΧΧΧ HUSSEIN v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποιν. Έφεση 252/18 ημερ. 31.05.19 επαναλήφθηκε ότι ακριβώς είχε λεχθεί και στην Balampanidis v. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 210/18 ημερ. 10/05/19 ότι δηλαδή σε υποθέσεις διαρρήξεων και κλοπών ναι μεν λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη αλλά στον βαθμό και στην έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής. Έλαβα επίσης υπόψη μου για σκοπούς μετριασμού της ποινής ότι παρόλο που ο Κατηγορούμενος είχε διαπράξει τα αδικήματα με άλλο πρόσωπο, εντούτοις το πρόσωπο αυτό δεν έχει εντοπιστεί και συνεπώς δεν έχει διωχθεί από τις Αρχές όπως εν προκειμένω ο Κατηγορούμενος. Στην υπόθεση Χρύσανθος Αντωνίου Κάττου και άλλος v. Aστυνομίας Ποιν. Εφέσεις 5460 και 5461 ημερ. 22/10/91 λέχθηκαν τα εξής: «Η εφαρμογή της αρχής της ισότητας στη μεταχείριση των παραβατών δε διαγράφει το αδίκημα ούτε απαμβλύνει τις συνέπειες του εγκλήματος. Ότι αποφασίστηκε και επαναβεβαιώθηκε στην Παναγή είναι ότι η αρχή της ίσης μεταχείρισης των παραβατών δεν περιορίζεται μόνο στο μέτρο της τιμωρίας των καταδικασθέντων αλλά επεκτείνεται και στη μεταχείριση όλων που συνήργησαν στο έγκλημα, περιλαμβανομένης και της μη δίωξης ενός ή περισσοτέρων από αυτούς. Το γεγονός ότι δεν ελέγχεται δικαστικά η άσκηση των εξουσιών του Γενικού Εισαγγελέα βάσει του Άρθρου 113.2 δεν απαλλάττει τις δικαστικές αρχές από την υποχρέωση για αποτελεσματική εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο Μέρος ΙΙ του Συντάγματος, περιλαμβανόμενης και της ισότητας που κατοχυρώνει το Άρθρο 28. Η μη δίωξη ή αναστολή της δίωξης ενός των συνεργών δεν αναιρεί το έγκλημα ούτε απαλλάσσει το δικαστήριο από την υποχρέωση επιβολής της πρέπουσας ποινής στους συνεργούς που καταδικάζονται. Επενεργεί όμως (η μη δίωξη) ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής ώστε, με την απάμβλυνση της ανισοσκέλιας στη μεταχείριση των παραβατών, να μετριάζεται το αίσθημα αδικίας το οποίο αναπόφευκτα προκαλεί η άνιση μεταχείριση. Η ισότητα στη μεταχείριση έχει ως λόγο την προσαγωγή ενώπιον της δικαιοσύνης και την τιμωρία όλων που συνήργησαν στο έγκλημα. Εφόσον η δίωξη των παραβατών είναι εκτός του ελέγχου των δικαστικών αρχών, η παράλειψη δίωξης ενός από αυτούς λαμβάνεται υπόψη ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής των υπολοίπων προς απάμβλυνση του αισθήματος αδικίας που δημιουργεί η άνιση μεταχείριση και προστασία του κοινού περί δικαίου αισθήματος». Τέλος, έλαβα υπόψη την υπόσχεση που ο Κατηγορούμενος έχει δώσει δια μέσου του συνηγόρου του, ότι δηλαδή έχει αντιληφθεί πλήρως το σφάλμα του και ότι έχει μετανοήσει επιθυμώντας έτσι από τούδε και στο εξής να διάγει μια νόμιμη ζωή. Στην υπόθεση STEFAN ILIE v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ και άλλοι v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποιν. Εφέσεις 180/11,181/11 και 182/11 ημερ. 16/05/12, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε τις ποινές φυλάκισης των 2 ετών που είχαν επιβληθεί για το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας και τις ποινές των 18 μηνών για το αδίκημα της κλοπής από κατοικία στους Εφεσείοντες - Κατηγορούμενους μετά από την παραδοχή τους στις πιο πάνω κατηγορίες. Όλοι οι Εφεσείοντες - Κατηγορούμενοι ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Στην απόφαση του το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι οι ποινές που είχαν επιβληθεί από το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ήταν υπερβολικές υπό τις περιστάσεις τονίζοντας ιδιαίτερα την ανησυχητική έξαρση που παρατηρείται στην διάπραξη αυτού του είδους αδικημάτων. Στην συγκεκριμένη υπόθεση οι Εφεσείοντες είχαν δράσει υπό την επήρρεια οινοπνεύματος και επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό. Σε σχέση με τις προσωπικές τους περιστάσεις, ο 1ος Εφεσείοντας ήταν ηλικίας 54 ετών πατέρας δύο παιδιών και η σύζυγος του αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, ο 2ος Εφεσείοντας ήταν 21 ετών και διατηρούσε δεσμό με συμπατριώτισσα του, η οποία βρισκόταν σε ενδιαφέρουσα, ενώ ο 3ος Εφεσείοντας ήταν ηλικίας 33 ετών και είχε αποκτήσει 3 ανήλικα τέκνα. Επίσης αντιμετώπιζε και πρόβλημα υγείας. Το Ανώτατο Δικαστήριο περαιτέρω δεν αποδέχτηκε ως ορθή την εισήγηση της συνηγόρου του 3ου Εφεσείοντα ότι θα έπρεπε να διαφοροποιηθεί η ποινή από το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέρ του πελάτη της σε σχέση με την ποινή που επιβλήθηκε στους άλλους Εφεσείοντες, ένεκα του ότι, η συμμετοχή του σύμφωνα με την συνήγορο του είχε περιοριστεί στο να περιμένει έξω από την οικία χωρίς ουσιαστικά να εισέλθει ο ίδιος σε αυτή. Τονίζεται ότι οι Εφεσείοντες στην υπόθεση αυτή δεν αντιμετώπιζαν το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας εν καιρώ νυκτός όπως εν προκειμένω ο Κατηγορούμενος της παρούσας υπόθεσης για το οποίο προνοείται κατά πολύ αυστηρότερη ποινή. Τα ελαφρυντικά και οι μετριαστικοί παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν είναι τέτοιας έκτασης και βαθμού που να υπερακοντίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής εν' όψει της σοβαρότητας των υπό τιμωρία αδικημάτων η οποία υποδεικνύεται από τα όσα ενωρίτερα αναφέρθηκαν. Μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που μπορούν να επηρεάσουν το είδος της. Αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο Κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος κατόπιν δικής της παραδοχής και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα για τον Κατηγορούμενο ποινή είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Εν' όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή και, τούτο, έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98). Συνακόλουθα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 ετών Στην 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 μηνών Οι ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί θα συντρέχουν και μειώνονται από την 12.08.22, ημερομηνία κατά την οποία ο Κατηγορούμενος τελεί σε προφυλάκιση αναφορικά με την παρούσα υπόθεση. (Υπ.) ............ Σ. Συμεού, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.