← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 1311/18, 20/5/2022

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 1311/18, 20/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B86 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Σ. ΣΥΜΕΟΥ, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 1311/18 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΥ Κατηγορουμενος Ημερομηνία: 20.05.22 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Χρυσοστόμου Για Κατηγορούμενη: κ. Κώστας Σιαηλής Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετώπιζε αρχικά πέντε

(5)κατηγορίες και πιο συγκεκριμένα την κατηγορία της κοινής επίθεση κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, όπως τροποποιήθηκε (1η κατηγορία), την κατηγορία της κακόβουλης ζημιάς κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (2η κατηγορία), την κατηγορία της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Κεφ.154, όπως τροποποιήθηκε (3η κατηγορία), την κατηγορία της οπλοφορίας προς διέγερση τρόμου κατά παράβαση του άρθρου 80 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (4η κατηγορία) και τέλος την κατηγορία της δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (5η κατηγορία). Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε συνολικά δύο μάρτυρες κατηγορίες. Πρώτος μάρτυρας κλήθηκε και κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης Α/Αστ. Π. Χριστούδιας (ΜΚ1) και δεύτερος μάρτυρας κατέθεσε ο Σάββας Χαραλάμπους, από τώρα και στο εξής « ο παραπονούμενος» (ΜΚ2). Το Δικαστήριο αφού εξέτασε μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως εναντίον του Κατηγορούμενου, με ενδιάμεση απόφαση κάλεσε τον Κατηγορούμενο σε απολογία αναφορικά με τις πρώτες 3 κατηγορίες που αντιμετωπίζει ενώ τον απάλλαξε από αυτό το στάδιο στην 4η και 5η κατηγορία. Αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του ο Κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει μαρτυρία ενόρκως. Δεν κάλεσε μάρτυρες προς υπεράσπιση του. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι εναντίον του Κατηγορούμενου οι κατηγορίες προσάφθηκαν έπειτα από γραπτή καταγγελία που υπέβαλε ο παραπονούμενος στην αστυνομία.Τονίζεται επίσης ότι τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και ο παραπονούμενος κατάγονται από το χωρίο Ίνια της Επαρχίας Πάφου και είναι συγχωριανοί. Είναι και οι δύο κτηνοτρόφοι στο επάγγελμα και διατηρούν φάρμα με ζώα στην περιοχή του Ακάμα. Η μάντρα του Κατηγορούμενου από την μάντρα του παραπονούμενου απέχουν μεταξύ τους κάποια χιλιόμετρα. Μεταξύ τους υπάρχουν διαπροσωπικές διαφορές οι οποίες χρονολογούνται. Σημειώνεται επίσης ότι λίγες ημέρες πριν το επίδικο περιστατικό ο παραπονούμενος είχε καλέσει την αστυνομία λόγω διαφοράς άλλης που είχε προκύψει μεταξύ τους αλλά δεν είχε προβεί σε οποιοδήποτε γραπτό παράπονο. Μάλιστα η αστυνομία όταν αφίχθηκε στο μέρος τους μετά το παράπονο που υποβλήθηκε τους είχε συμβουλεύσει να μην τσακώνονται μεταξύ τους. Στο Δικαστήριο δεν κλήθηκε για να καταθέσει ο Αστ. 2588 Α. Παπακλεοβούλου. Πρόκειται για το αστυφύλακα που έλαβε τρείς φωτογραφίες από το όχημα του παραπονούμένου. Η κατάθεση του αποτελεί το Τεκμήριο 3 της οποίας το περιεχόμενο δηλώθηκε από κοινού ως παραδεκτό γεγονός ενώ οι φωτογραφίες για τις οποίες γίνεται αναφορά αποτελούν το Τεκμήριο
  1. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Ο ΜΚ1 είναι ο εξεταστής της υπόθεση. Κατά την κυρίως εξέταση του υιοθέτησε την γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 1) ως ορθή και αληθινή. Κατέθεσε επίσης την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 4) όπως και μια ξύλινη βέργα (Τεκμήριο 5). Σύμφωνα με τον ΜΚ1, το Τεκμήριο 5 εντοπίστηκε εντός του οχήματος του Κατηγορούμενου μετά από εκτέλεση εντάλματος έρευνας που είχε εκδοθεί. Ο ΜΚ1 κατά την κυρίως εξέταση του αναγνώρισε τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 2 αναφέροντας ότι σε αυτές απεικονίζεται το όχημα του παραπονουμένου. Αντεξεταζόμενος δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση για τις ενέργειες που είχε προβεί ως εξεταστής της υπόθεσης. Διευκρίνισε ότι λίγες ημέρες προηγουμένως μεταξύ των ιδίων προσώπων, δηλαδή Κατηγορούμενου και παραπονούμενου, υπήρξαν πάλι διαφορές και ότι μάλιστα μετέβηκε στο επίδικο μέρος και αφού συνάντησε τόσο τον Κατηγορούμενο όσο και τον παραπονούμενο τους κάλεσε να συμφιλιωθούν και να μην τσακώνονται μεταξύ τους. Επόμενος μάρτυρας κλήθηκε και κατέθεσε ο παραπονούμενος ο οποίος αφού υιοθέτησε την γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο το οποίο του επιτέθηκε κρατώντας μια ξύλινη βέργα, του προκάλεσε την ζημιά στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου τον απείλησε αλλά και τον εξύβρισε. Ο μάρτυρας αναγνώρισε επίσης από τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 2 το όχημα πάνω στο οποίο ο Κατηγορούμενος χτυπώντας με την ξύλινη βέργα που κρατούσε προκάλεσε ζημιά. Διευκρίνισε επίσης στο Δικαστήριο ποιος ήταν ο λόγος που προκλήθηκε το επίδικο περιστατικό αλλά και το πώς εξελίχθηκε. Υποστήριξε κατηγορηματικά ότι φοβήθηκε από την τον τρόπο που αντέδρασε ο Κατηγορούμενος καθότι κρατώντας την ξύλινη βέργα χτυπούσε παρατεταμένα σε διάφορα μέρη του οχήματος του μεταξύ των οποίων και στον ανεμοθώρακα. Ο ΜΚ2 ανέφερε βέβαια ότι ευτυχώς από τα θραύσματα του γυαλιού του ανεμοθώρακα που έσπασε δεν προκλήθηκε στον ίδιος οποιαδήποτε σωματική βλάβη. Πρόσθεσε μάλιστα ότι όταν προσπάθησε να απομακρυνθεί από το σημείο που βρισκόταν ,ο Κατηγορούμενος, προσπάθησε να του ξαναμιλήσει ρωτώντας τον γιατί συμπεριφέρεται κατ' αυτόν τον τρόπο αλλά ο ίδιος προσπάθησε να του επιτεθεί ξανά. Έτσι αφού αποχώρησε από το μέρος μετέβηκε στην μάντρα του όπου και ανέφερε τον συμβάν στην γυναίκα του και ξεκίνησε για να μεταβεί στην αστυνομία. Κατά την διαδρομή σύμφωνα με τον ίδιο συνάντησε κάποιον γνωστό του που του ανέφερε το είχε συμβεί. Σημειώνεται ότι ο ΜΚ2 δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει με ακρίβεια την βέργα που του επιτέθηκε ο παραπονούμενος αφού όπως εξήγησε κατά τον χρόνο που δεχόταν την επίθεση αυτός βρισκόταν εντός του αυτοκινήτου του και προσπαθούσε να προστατευθεί. Το μόνο που μπορούσε να αναφέρει σε σχέση με την βέργα ήταν ότι είχε χρώμα καφέ και ήταν παρόμοια με το Τεκμήριο
  2. Την ίδια θέση ο παραπονούμενος την υποστήριξε και κατά την αντεξέταση του από την υπεράσπιση. Ο μάρτυρας επέμεινε κατηγορηματικά στις θέσεις του εξηγώντας ότι οι πράξεις του Κατηγορούμενου του προκάλεσαν φόβο γι' αυτό και μετέβηκε στην αστυνομία για να προβεί σε καταγγελία. Επανέλαβε επίσης πολλές φορές αντεξεταζόμενος την σειρά με την οποία εξελίχθηκαν τα επίδικα γεγονότα συμφωνώντας μάλιστα ότι μεταξύ του ιδίου και του Κατηγορούμενου υπήρχαν από παλαιότερα διαφορές. Σύμφωνα με τον ίδιο βέβαια αυτός δεν έχει οποιαδήποτε διαφορά με τον Κατηγορούμενο. Αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος ουδέποτε προκάλεσε ζημιά στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου του και ότι ουσιαστικά η ζημιά είχε προκληθεί από προηγουμένως. Ο ΜΚ2 διαφώνησε κατηγορηματικά. Το ίδιο έπραξε και όταν του υποβλήθηκε η θέση της υπεράσπισης ότι η καταγγελία του έγινε ψευδώς λόγω των πολλών διαφορών που υπάρχουν μεταξύ τους. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση ,την ακεραιότητα και την ειλικρίνεια τους, τους λόγους που είχαν για να πιστεύουν ή να θυμούνται αυτά για τα οποία κατέθεσαν την φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd 1998 1 Α.Α.Δ 820). Επίσης έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 243/12, ημερομηνίας 02.05.14). Η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου βασίζεται σε δύο εντελώς διαφορετικές εκδοχές. Από την μια πλευρά ο παραπονούμενος κατέθεσε με πλήρη λεπτομέρεια τα όσα ισχυρίζεται ότι είχαν συμβεί κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο, δηλαδή τον λόγο αλλά και τον τρόπο που εξελίχθηκε το επίδικο περιστατικό, ενώ από την άλλη η εκδοχή του Κατηγορουμένου είναι ότι τίποτα από τα όσο ο παραπονούμενος ανέφερε δεν συνέβηκε προβάλλοντας μάλιστα τον ισχυρισμό ότι την συγκεκριμένη ημερομηνία δεν είχε συναντηθεί καθόλου με τον παραπονούμενο. Ο παραπονούμενος κατά την μαρτυρία του άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν κατηγορηματικός στις θέσεις του, παρέμεινε σταθερός και συνακόλουθα κρίνεται ως μάρτυρας της αλήθειας. Η υπεράσπιση κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την εκδοχή του ως μη αληθινή αναφέροντας διάφορες αντιφάσεις που εντοπίζονται στην μαρτυρία του. Με όλο τον σεβασμό προς την υπεράσπιση δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε διαφορά ουσιαστικής φύσεως η οποία να έχει κλονίσει την αξιοπιστία του μάρτυρα. Τουναντίον αυτό που διαπίστωσα ήταν ότι ο μάρτυρας ήταν αυθεντικός και η ειλικρίνεια που τον διακατείχε προκύπτει και μέσα από την θέση του ότι ο ίδιος όταν κλήθηκε να αναγνωρίσει το Τεκμήριο 5 ως το όργανο που ο Κατηγορούμενος χρησιμοποίησε για να του προκαλέσει την ζημιά στο αυτοκίνητο που οδηγούσε, αυτός δεν το έπραξε. Συγκεκριμένα ο μάρτυρας εξήγησε ότι πολύ πιθανόν να είναι αυτή η βέργα που είχε χρησιμοποιηθεί εναντίον του γιατί είχε το ίδιο καφέ χρώμα αλλά πάλι όπως εξήγησε δεν μπορούσε να είναι βέβαιος γιατί κατά την στιγμή που ο Κατηγορούμενος άρχισε να χτυπά με αυτή πάνω στο αυτοκίνητο του αυτός προσπαθούσε να καλυφθεί για να μην τραυματιστεί. Κάποιες αντιφάσεις στην μαρτυρία του που αφορούν τις αποστάσεις που υπήρχαν μεταξύ τους ή και την απόσταση που για πρώτη φορά εντόπισε τα ζώα του Κατηγορούμενου να βρίσκονται στο σιφονάρι του δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αντιφάσεις ουσίας για να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Οι θέσεις που προβλήθηκαν από τον μάρτυρα είχαν συνοχή αλλά και λογική. Όπως και οι αντιδράσεις που είχε όπως εξήγησε κατά την εξέλιξη του επίδικου περιστατικού. Το γεγονός ότι στην κατάθεση του ο παραπονούμενος δεν ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να του ανοίξει την πόρτα ουδόλως επηρεάζει την αξιοπιστία του. Είναι λογικά αναμενόμενο κάτω από την αγωνία της στιγμής σε κάποια γεγονότα που είχαν επισυμβεί να μην είχαν αναφερθεί επακριβώς στην γραπτή του κατάθεση. Αυτό δεν του στερεί αυτομάτως και το δικαίωμα να τα αναφέρει ενόρκως. Ούτε και σημαίνει ότι επειδή δεν τα ανάφερε δεν είναι και η αλήθεια αφού όταν προέβαλε τον πιο πάνω ισχυρισμό ήταν σταθερός χωρίς κλονιστεί η θέση του κατά την αντεξέταση του. Όσον αφορά τον αριθμό των χτυπημάτων που ο μάρτυρας δέχτηκε επί του αυτοκινήτου του, το σημείο που δέχτηκε το κάθε χτύπημα αλλά και το γιατί δεν είχε επέλθει ζημιά στα άλλα σημεία του οχήματος του πλην του ανεμοθώρακα ο μάρτυρας έδωσε πειστικές εξηγήσεις αφού αιτιολόγησε με πλήρη σαφήνεια πως είχε εξελιχθεί το επίδικο περιστατικό. Ούτε και θεωρώ παράλογο το γεγονός ότι ο μάρτυρας αφού απομακρύνθηκε σταμάτησε και προσπάθησε να συνομιλήσει ξανά με τον Κατηγορούμενο για να τα βρούν. Ο μάρτυρας την στιγμή εκείνη αυτό σκέφτηκε και αυτό έπραξε. Μάλιστα εξήγησε ότι ο λόγος που μετέβηκε στην αστυνομία ήταν γενικά η αδιάλλακτη και επιθετική στάση που είχε ο Κατηγορούμενος απέναντι στον ίδιο και η ζημιά που του προκάλεσε. Έχοντας λοιπόν το σύνολο της μαρτυρίας του παραπονουμένου κρίνω ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Από την άλλη ο Κατηγορούμενος επέλεξε να μην δώσει καμία απολύτως εξήγηση για το συγκεκριμένο περιστατικό υιοθετώντας την θέση ότι επειδή μεταξύ τους χρονολογούνται διαφορές, ο παραπονούμενος τον κατήγγειλε χωρίς πραγματικά να γνωρίζει τον λόγο. Οι θέσεις που προβλήθηκαν από τον Κατηγορούμενο δεν ήταν πειστικές. Ο Κατηγορούμενος δεν έδωσε στο Δικαστήριο καμία απολύτως λογική εξήγηση γιατί ο παραπονούμενος να επινοήσει κάτι τόσο σοβαρό για να μεταβεί στην αστυνομία την συγκεκριμένη ημέρα άνευ λόγου και αιτίας και να τον καταγγείλει. Ούτε και η θέση του ότι λίγες μέρες προηγουμένως ο παραπονούμενος είχε επινοήσει μια ψευδή καταγγελία εναντίον του με έχει πείσει. Εξάλλου η πιο πάνω θέση του Κατηγορούμενου προβάλλεται για πρώτη φορά χωρίς ο μάρτυρας να αντεξεταστεί επί τούτου για να κληθεί να απαντήσει. Σύμφωνα με την νομολογία η αρχή ότι κατά την αντεξέταση πρέπει να τίθεται στους μάρτυρες η υπόθεση που θα προωθηθεί από τον αντίδικο και ότι παράλειψη τέτοιας υποβολής εξουδετερώνει τις θέσεις που θα προβληθούν για πρώτη φορά κατά τη μαρτυρία του αντιδίκου, έχει υιοθετηθεί κατ' επανάληψη στη νομολογία. Η προαναφερόμενη αρχή επαναλήφθηκε στην απόφαση (Πέτρου ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 41/2015 ημερ. 25.10.16.) Υπό το φως των πιο πάνω δεν μπορώ να δεχτώ την εκδοχή του Κατηγορούμενου ως αληθινή και συνακόλουθα η μαρτυρία του απορρίπτεται. Σε σχέση με τον ΜΚ1 ως έχει ήδη αναφερθεί, η μαρτυρία του ως προς τις ενέργειες του δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Ο ΜΚ1 ήταν σταθερός στις θέσεις του. Σημειώνεται βέβαια ότι η μαρτυρία του ήταν τυπικής φύσεως. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Ο Κατηγορούμενος και ο παραπονούμενος είναι συγχωριανοί αφού και οι δύο κατάγονται από το χωρίο Ίνια της Επαρχίας Πάφου. Και οι δύο διατηρούν μάντρες με ζώα στην περιοχή του Ακάμα - έδαφος του Χωριού Ίνιας και μεταξύ τους υπάρχουν διαπροσωπικές διαφορές. Την 4η Οκτωβρίου του 2017 ο παραπονούμενος ενώ βρισκόταν στην μάντρα του άκουσε ήχους από κουδουνίσματα ζώων τα οποία βρίσκονταν σε κοντινή απόσταση από την μάντρα του. Αφού εισήλθε εντός του οχήματος του κατευθύνθηκε προς το σημείο που ήταν τα ζώα και αντιλήφθηκε ότι αυτά βοσκούσαν στο συφονάρι που είχε φυτέψει για να ταΐζει τα ζώα του. Κοντά στο σημείο αντιλήφθηκε ότι βρισκόταν και ο Κατηγορούμενος, ιδιοκτήτης του πιο πάνω κοπαδιού, ο οποίος καθόταν επίσης εντός του αυτοκινήτου του. Τότε ο παραπανούμενος κατευθύνθηκε με το αυτοκίνητο του προς το σημείο που ήταν το όχημα του Κατηγορούμενου ζητώντας του να φύγει τα ζώα του από το συγκεκριμένο σιφονάρι και εξηγώντας του ότι αυτό το είχε φυτέψει για να ταΐζει τα δικά του ζώα. Τονίζεται ότι κάποιες ημέρες προηγουμένως ο παραπονούμενος είχε καλέσει την αστυνομία για παρόμοιο περιστατικό που αφορούσε τα ζώα του Κατηγορούμενου αλλά δεν προχώρησε σε καταγγελία αφού και ο αστυνομικός ου τους επισκέφθηκε τους είχε συμβουλεύσει να συμφιλιωθούν. Τότε ο Κατηγορούμενος χωρίς κανένα λόγο κατέβηκε από το αυτοκίνητο του και άρχισε να μιλά άσχημα στον παραπονούμενο εξυβρίζοντας τον. Μάλιστα άρπαξε μια ξύλινη βέργα χοντρή από το αυτοκίνητο και κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο του παραπονούμενου. Όταν ο Κατηγορούμενος πλησίασε κοντά στο αυτοκίνητο του παραπονούμενου άρπαξε το πόμολο της πόρτας του αυτοκινήτου του για να την ανοίξει και απείλησε τον παραπονούμενο με την φράση «έφκα έξω ρε μαιμούνα να σε καθαρίσω να τελειώνουμε». Η πόρτα όμως ήταν ήδη κλειδωμένη γιατί ο παραπονούμενος όταν αντιλήφθηκε τον Κατηγορούμενο να τον πλησιάζει με την βέργα φοβήθηκε και ασφάλισε τις πόρτες του αυτοκινήτου του με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος να μην καταφέρει να την ανοίξει. Τότε ο Κατηγορούμενος ο οποίος ήταν οργισμένος άρχισε να χτυπά με την βέργα που κρατούσε σε διάφορα σημεία του αυτοκινήτου του. Ο παραπονούμενος επίσης επειδή είχε φοβηθεί έκλεισε και το παράθυρο του αυτοκινήτου του. Κατά την στιγμή μάλιστα που ο Κατηγορούμενος χτυπούσε πάνω στο αυτοκίνητο του παραπονούμενου με την βέργα που κρατούσε, χτύπησε μια φορά και πάνω στο μπροστινό γυαλί με αποτέλεσμα αυτό να σπάσει και έτσι να προκληθεί ζημιά. Ο παραπονούμενος την ώρα που ο Κατηγορούμενος χτυπούσε πάνω στο αυτοκίνητο του προσπαθούσε να καλυφθεί. Στην συνέχεια και ενώ ξεκίνησε το όχημα του για να φύγει από το σημείο που βρισκόταν ο Κατηγορούμενος, διανύοντας απόσταση περί τα 15 - 20 μέτρα άνοιξε και πάλι το παράθυρο του αυτοκινήτου του προσπαθώντας να συνομιλήσει μαζί του αλλά ο Κατηγορούμενος του επιτέθηκε ξανά. Έτσι ο παραπονούμενος έφυγε από το μέρος για να μην συμβεί οτιδήποτε άλλο πιο σοβαρό. Την 04 Οκτωβρίου 2017 και περί ώρα 1200 το μεσημέρι, ο παραπονούμενος έδωσε γραπτή κατάθεση, δηλαδή το Τεκμήριο 6 ενώ ο Αστ. 2588 Α. Παπακλεοβούλου την ίδια ημέρα και περί ώρα 1646 φωτογράφησε το όχημα του παραπονουμένου. Οι φωτογραφίες που έλαβε απεικονίζονται στο Τεκμήριο 2. Τέλος την ίδια ημέρα λήφθηκε και ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο στην οποία και αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι είχε επισυμβεί οποιοδήποτε περιστατικό. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το αδίκημα της κοινής επίθεσης ρυθμίζεται από το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, το οποίο προνοεί ως ακολούθως: «Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές». Επίθεση αποτελεί οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση να προκαλέσει ή με αδιαφορία (recklessly) αν θα προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο τον φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (Βλ. R v. Vienna
(1975)3 All E R 788). Ο όρος χρησιμοποιείται και με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο πρόσωπο χωρίς την συναίνεσή του. Έτσι, περιλαμβάνει την επιβολή ή χρήση παράνομης βίας στο πρόσωπο άλλου χωρίς την συγκατάθεσή του. Η ένοχη διάνοια (mens rea) που πρέπει να υπάρχει για να στοιχειοθετήσει το αδίκημα είναι πρόθεση (intention) για επιβολή βίας στο πρόσωπο άλλου ή απερισκεψία (recklessness) ως προς το κατά πόσο θα επιβληθεί βία. Στην υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 574 λέχθηκε ότι ο Νόμος δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση χρήσης βίας. Απαγορεύει την χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα, παρανόμως (unlawfully). Με αυτή την έννοια η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο Κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Σύμφωνα με τα ευρήματά μου ο Κατηγορούμενος άρπαξε μια βέργα από το αυτοκίνητο του και κινήθηκε επιθετικά προς το αυτοκίνητο που βρισκόταν ο Κατηγορούμενος. Την ίδια τακτική μάλιστα ακολούθησε και αργότερα όταν ο παραπονούμενος είχε απομακρυνθεί από το σημείο που είχε εξελιχθεί το επίδικο περιστατικό, αφού σύμφωνα με τα ευρήματα μου, όταν ο παραπονούμενος επιχείρησε να συνομιλήσει ξανά μαζί του αυτός κινήθηκε και πάλι επιθετικά προς το μέρος του. Συνακόλουθα η πιο πάνω συμπεριφορά που επιδείχθηκε από τον Κατηγορούμενο προς τον παραπονούμενο ήταν επιθετική. Τα όσα ο Κατηγορούμενος ενήργησε αποτελούν μορφή βίας η οποία ασκήθηκε από τον Κατηγορούμενο εναντίον του παραπονούμενου χωρίς την συγκατάθεσή του και, επομένως, παράνομα. Υπό το φως των πιο πάνω ο Κατηγορούμενος άσκησε πραγματική και παράνομη βία στο πρόσωπο του παραπονουμένου χωρίς την συγκατάθεσή του. Και με πρόθεση ως προκύπτει από τις πιο πάνω περιγραφείσες συνθήκες υπό τις οποίες η πιο πάνω πράξη τελέσθηκε. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει το αδίκημα της 1ης κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αναφορικά με την 2η κατηγορία, το άρθρο 324
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, επί του οποίου εδράζεται η δεύτερη κατηγορία προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος εσκεμμένα και παράνομα καταστρέφει ή προξενεί ζημιά σε περιουσία είναι ένοχος ποινικού αδικήματος το οποίο εκτός αν προνοείται διαφορετικά είναι πλημμέλημα, αυτός αν δεν προβλέπεται κάποια άλλη ποινή υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσεις λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές». Από την διατύπωση του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι για την απόδειξη του αδικήματος δεν απαιτείται η ύπαρξη ειδικής πρόθεσης (specific intent). Η θέση αυτή επιβεβαιώνεται και από την Νομολογία. Στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 168 λέχθηκαν τα εξής στην σελίδα 176: «Το έγκλημα της κακόβουλης ζημίας, όπως διατυπώνεται στο άρθρο 324
(1)του Ποινικού Κώδικα, δεν απαιτεί την ύπαρξη ειδικής πρόθεσης (specific intent). Η απόδειξή του συναρτάται με τη θεληματική και παράνομη πρόκληση ζημιάς». Επιπλέον, η απόδειξη της ιδιοκτησίας της περιουσίας που υφίσταται την ζημία δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος (Βλ. Θωμά ν. Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 255). Το άρθρο 324
(1)είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 50
(1)του Αγγλικού Malicious Damage Act 1861 που αναλύεται στο σύγγραμμα Russel on Crime, 2ος τόμος, 12η έκδοση, σελ. 1326-1327. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: η εσκεμμένη και παράνομη καταστροφή ή πρόκληση ζημίας σε περιουσία. Με τον όρο «εσκεμμένη» εννοείται η εκούσια και εκ προθέσεως (deliberately and intentionally) πρόκληση ζημίας (Βλ. R v. Senior
(1899)1 Q.B. 283 και Stroud's Judicial Dictionary, 5ος τόμος, 4η έκδοση, σελ. 3022 και 3023). Η λέξη εκούσια προϋποθέτει ότι ο κατηγορούμενος ενεργεί με επίγνωση του τι διαπράττει, δηλαδή, πρέπει να έχει την πρόθεση να διαπράξει το συγκεκριμένο αδίκημα για το οποίο κατηγορείται (Βλ. R v. Piche
(1967)10 Crim. L Q 107 και Hull v. Jordan
(1947)1 All E R 826). Με την πιο πάνω έννοια το εκούσιο της πράξης εξυπακούεται αν αυτή γίνεται με αδιαφορία ως προς τις συνέπειες της (recklessly) και η ζημιά είναι η φυσική της συνέπεια (Βλ. R v. Welch 1 Q.B. 23 και Stroud's ανωτέρω στην σελίδα 2877). Όσον αφορά την έννοια της ζημιάς, αυτή αναλύεται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003, στην σελίδα 431, όπου αναφέρονται τα συστατικά στοιχεία παρόμοιου αδικήματος που καθορίζει το άρθρο 1 του Αγγλικού Malicious Damage Act
  1. Σύμφωνα με το πιο πάνω σύγγραμμα τα Αγγλικά Δικαστήρια έχουν ερμηνεύσει την έννοια της ζημίας με ευρύτητα ούτως ώστε η ζημία να μην περιορίζεται σε ζημία μόνιμης φύσης. Παραθέτω την σχετική παράγραφο Β 8.1 του πιο πάνω συγγράμματος: «Damage is left undefined in the Criminal Damage Act
  2. The courts have construed the term liberally. Criminal damage is not limited to permanent damage, so smearing mud on the walls of a police cell may be criminal damage. See Roe v. Kingerlee
(1986)Crim L R 735, where it was also said that: ¨What constitutes criminal damage is a matter of fact and degree and it is for the justices, applying their common sense, to decide whether what occurred was damage or not'». Σε ελεύθερη μετάφραση: Η ζημία δεν ορίζεται στο Criminal Damage Act 1971. Τα Δικαστήρια έχουν ερμηνεύσει τον όρο ελεύθερα. Η κακόβουλη ζημία δεν περιορίζεται σε μόνιμη ζημία. Έτσι η επάλειψη των τοίχων ενός αστυνομικού κρατητηρίου με λάσπη δύναται να αποτελεί κακόβουλη ζημία. Βλέπε Roe v. Kingerlee
(1986)Crim LR 735, όπου λέχθηκε ότι: «τι αποτελεί κακόβουλη ζημία είναι ζήτημα πραγματικό και ζήτημα βαθμού και εναπόκειται στους δικαστές εφαρμόζοντας την κοινή λογική να αποφασίσουν κατά πόσο αυτό που επισυνέβη ήταν ζημία ή όχι». Από την μαρτυρία που έχω αποδεχθεί προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος είχε πρόθεση να επιφέρει και εσκεμμένα επέφερε ζημία στο αυτοκίνητο του παραπονούμενου. Ο Κατηγορούμενος ενώ πλησίασε με άγριες διαθέσεις τον παραπονούμενο ο οποίος βρισκόταν εντός του οχήματος του άρχισε να χτυπά το αυτοκίνητο του σε διάφορα σημεία με αποτέλεσμα να του προκαλέσει την ζημιά από το χτύπημα που επέφερε στο μπροστινό γυαλί του αυτοκινήτου του. Συνακόλουθα κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση η ζημία δεν μπορεί παρά να έγινε με πρόθεση, εκούσια και εσκεμμένα. Κρίνω, επίσης, ότι το σπάσιμο του γυαλιού αυτοκινήτου ως αυτό προκύπτει μέσα από τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 2, αποτελεί ζημία εντός της έννοιας του όρου. Υπό το φως των πιο πάνω η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει και την 2η κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Τέλος σε σχέση με την 3η κατηγορία, το άρθρο 91(γ) του Ποινικού Κώδικα έχει ως εξής: "91. Όποιος- (α) . . . . . . . . . . . . . . . . (β) . . . . . . . . . . . . . . . . (γ) με σκοπό την υποκίνηση οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία αυτό έχει δικαίωμα να διενεργήσει, απειλεί άλλον ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται ο εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές, είναι ένοχος πλημμελήματος, και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων." Στην υπόθεση Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 1,6 λέχθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απειλής βιαιοπραγίας: «Υποδεικνύουμε μόνο ότι προκύπτει από το κείμενο του άρθρου 91(γ) ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ' αντικειμένου την δυνατότητα εκφοβισμού προς τον σκοπό αποφυγής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού..» Επίσης στην υπόθεση Βοσκού ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 510, λέχθηκε ότι πέρα από τα απειλητικά λόγια, συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η απειλή να αποσκοπεί στο να εκφοβίσει κάποιον από το να διενεργήσει πράξη την οποία δικαιούται νόμιμα να διενεργήσει. Αν λείπει το τελευταίο αυτό στοιχείο, τα απειλητικά λόγια δεν στοιχειοθετούν το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας αλλά αυτό της εξύβρισης (Βλ. Kallenos v. The Police
(1969)2 C.L.R 210). Η πρόθεση εκφοβισμού που απαιτείται από το άρθρο 91(γ), προκύπτει αντικειμενικά από τα λόγια που εκστόμισε ο Κατηγορούμενος στον παραπονούμενο. Τα πιο πάνω λόγια του Κατηγορούμενου είχαν ως σκοπό να υποκινήσουν τον παραπονούμενο να εξέλθει από το αυτοκίνητο του και να διενεργήσει πράξη την οποία δεν έχει νομική υποχρέωση για να διενεργήσει. Η απειλή αυτή υπό τις περιστάσεις που ο Κατηγορούμενος την εκστόμισε είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση εύλογου φόβου στον παραπονούμενο εξαιτίας και των προηγούμενων ενεργειών που είχε προβεί ο Κατηγορούμενος εις βάρος του παραπονούμενου και οι οποίες τον είχαν αναγκάσει άλλωστε να παραμείνει εντός του οχήματος του με κλειδωμένη την πόρτα και το παράθυρο. Ανεξαρτήτως τούτου όπως αναφέρεται στην υπόθεση Νετζιήπ (ανωτέρω), το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό. Δεν απαιτείται δηλαδή να προκληθεί στην πραγματικότητα φόβος στον παραπονούμενο ότι οι απειλές θα πραγματοποιηθούν. Αρκεί η απειλή να δημιουργεί εξ' αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος Στην παρούσα περίπτωση η απειλή του Κατηγορούμενου κρινόμενη αντικειμενικά ενείχε αυτή την δυνατότητα εκφοβισμού. Ως εκ τούτου κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία και της 3ης κατηγορίας που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Συνακόλουθα κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει τις κατηγορίες 1 μέχρι 3 εναντίον του Κατηγορούμενου. Ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις πιο πάνω κατηγορίες. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.) ........... Σ. Συμεού, Ε.Δ Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.