Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Σωκράτης Σωκράτους, Aρ. Υπόθεσης 2223/18, 7/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B82 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 2223/18 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν - Σωκράτης Σωκράτους Ημερομηνία: 07.02.22 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Χρυσοστόμου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις κατηγορίες της απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (πρώτη κατηγορία), της δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (δεύτερη κατηγορία) και της άσεμνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 176 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε (τρίτη κατηγορία). Συγκεκριμένα κατηγορείται επί το ότι στις 3.12.17 στην Αναρίτα της Επαρχίας Πάφου απείλησε τον Emiljiano Rraxna από την Αλβανία με την φράση «εγιώ έννα σε καθαρίσω», όπως επίσης και ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο τον εξύβρισε σε δημόσιο μέρος με την φράση «πεζεβέγκη» κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. Τέλος ο Κατηγορούμενος κατηγορείται και επί το ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο διενήργησε άσεμνη πράξη δημόσια, δηλαδή καύλιασε τον Emiljiano Rxana από την Αλβανία. Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή στις εναντίον του κατηγορίες οπότε και διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Κλήθηκαν, έτσι, και έδωσαν μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή τρεις συνολικά μάρτυρες, ήτοι ο παραπονούμενος Εmiljiano Rraxna (ΜΚ1),η σύζυγος του παραπονούμενου Γιωργούλλα Ιωάννου η οποία ήταν και αυτόπτης μάρτυρας κατά την στιγμή εξελίχθηκε το κατ' ισχυρισμό επίδικο περιστατικό (ΜΚ2) και τέλος ο εξεταστής της υπόθεσης, Αστ. 1923 Γιαννάκης Ταμανής (ΜΚ3). Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής το Δικαστήριο έκρινε ότι η υπό της Κατηγορούσας Αρχής προσαχθείσα μαρτυρία κατέδειξε εκ πρώτης όψεως υπόθεση ενοχής εναντίον του Κατηγορούμενου σε όλες τις εναντίον του κατηγορίες. Ο Κατηγορούμενος αφού κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ενώ δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Πρώτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσε ο Emiljiano Rranxa δηλαδή ο παραπονούμενος. Κατά την κυρίως εξέταση του υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης Τεκμήριο
- Ανέφερε ότι κατάγεται από την Αλβανία αλλά ζει στην Κύπρο μαζί με την σύζυγο του, δηλαδή την ΜΚ2, και τα πέντε του παιδιά. Αναφορικά με το επίδικο συμβάν ο ΜΚ1 εξήγησε ότι αυτό έλαβε χώρα όταν ο Κατηγορούμενος την 3/12/17, οδηγώντας το γεωργικό του τρακτέρ χρώματος κόκκινου, εισήλθε χωρίς λόγο εντός χωραφιού ιδιοκτησίας άλλου προσώπου που βρίσκεται πλησίον της οικίας που κατοικούσε ο ίδιος κατά τον επίδικο χρόνο στο χωριό Αναρίτα. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 ο Κατηγορούμενος αφού μπήκε μέσα στο χωράφι έκανε τον κύκλο και έστριψε, στάθμευσε το γεωργικό του τρακτέρ ανάμεσα στα δύο οχήματα ιδιοκτησίας του ΜΚ1, και ενώ βρισκόταν από τον ίδιο περίπου σε απόσταση 3 μέτρων, τον απείλησε, τον εξύβρισε και διενήργησε εναντίον του την άσεμνη πράξη, δηλαδή τον καύλιασε επανειλημμένα. Τα πιο πάνω σύμφωνα με τον μάρτυρα έγιναν τόσο στην παρουσία της συζύγου του, ΜΚ2 όσο και των πέντε ανήλικων παιδιών του. Επειδή μάλιστα όπως ανέφερε από τα όσα ο Κατηγορούμενος εκστόμισε και διενήργησε εναντίον του αισθάνθηκε άσχημα, χωρίς να του δώσει καθόλου σημασία πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου του και μετέβηκε αμέσως στον αστυνομικό σταθμό Κουκλιών όπου και προέβηκε σε καταγγελία εις βάρος του. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι η σύζυγος του, δηλαδή η ΜΚ2 κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν στο μπαλκόνι του σπιτιού το οποίο βρίσκεται στον 1ο όροφο της κατοικίας τους και άπλωνε τα ρούχα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 επέμεινε κατηγορηματικά τις θέσεις του για τον τρόπο που εξελίχθηκε το επίδικο συμβάν. Εξήγησε ότι από την απειλή που εκστόμισε ο Κατηγορούμενος εις βάρος του φοβήθηκε αναφέροντας μάλιστα ότι δεν γνώριζε ποιες ήταν οι προθέσεις του. Επίσης επανέλαβε τον ισχυρισμό του ότι ένιωσε άσχημα από την απειλή, ήταν σε κατάσταση σοκ γι' αυτό και μετέβηκε αμέσως στην αστυνομία. Αντεξεζόμενος υποστήριξε ότι ο Κατηγορούμενος ενώ ο ίδιος βρισκόταν στην αυλή του σπιτιού του εισήλθε εντός του χωραφιού με το τρακτέρ του, το οποίο βρίσκεται αμέσως μετά τον δρόμο που χωρίζει την αυλή από το χωράφι και αφού έκανε τον κύκλο εντός του χωραφιού και έστριψε, πάρκαρε ανάμεσα στα δύο αυτοκίνητα που ήταν σταθμευμένα και άρχισε να τον καυλιάζει επανειλημμένα και να τον απειλεί με την φράση « εγώ θα σε καθαρίσω ρε πεζεβέγκη». Ο ΜΚ1 αμφισβητήθηκε για τις θέσεις του και του υποβλήθηκε από την υπεράσπιση η θέση ότι τα όσα ανέφερε δια ζώσης δεν υποστήριζονται επακριβώς από το Τεκμήριο
- Ο ΜΚ1 εξήγησε ότι όταν έδινε κατάθεση ήταν σοκαρισμένος, έτρεμε αφού προσβάλτηκε ένεκα του ότι το περιστατικό αυτό έλαβε χώρα και μπροστά στα μάτια των 5 ανήλικων παιδιών του. Έτσι η κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία ήταν σύντομη αφού δεν μπορούσε να σκεφτεί εκείνη την στιγμή όλα όσα είχαν συμβεί. Επίσης αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι το όλο περιστατικό κράτησε περί τα 15 λεπτά, από την στιγμή δηλαδή που αφίχθηκε ο Κατηγορούμενος στο μέρος μέχρι και την στιγμή που αυτό έληξε. Διευκρίνισε μάλιστα ότι εντός αυτών των 15 λεπτών έπρεπε συν τοις άλλοις να μαζέψει τα πέντε του παιδιά τα οποία ήταν στην αυλή και στην συνέχεια να πάρει το αυτοκίνητο του για να μεταβεί στην αστυνομία. Απαντώντας στις ερωτήσεις της υπεράσπισης διευκρίνισε επίσης ότι η διάπραξη των αδικημάτων εκ μέρους του Κατηγορούμενου δεν κράτησε στο σύνολο της 15 λεπτά επαναλαμβάνοντας πολλές φορές την θέση του ότι το όλο περιστατικό διήρκεσε περί τα 15 λεπτά. Μάλιστα εξήγησε ότι μέχρι να μαζέψει τα παιδιά του από την αυλή και να εισέλθει εντός του σπιτιού του πέρασε χρόνος 1-2 λεπτά. Ο ΜΚ1 ανέφερε επίσης αντεξεταζόμενος ότι η σύζυγος του που βρισκόταν στο μπαλκόνι του σπιτιού και άπλωνε ρούχα αμέσως κατέβηκε στον κάτω όροφο του σπιτιού και πιο συγκεκριμένα ότι βρέθηκαν όλοι εντός της κουζίνας. Υποστήριξε ακόμη ότι τον Κατηγορούμενο τον φοβάται γιατί στο παρελθόν τόσο ο ίδιος όσο ο γιος και η σύζυγος του, άσκησαν βία εναντίον του. Του υποβλήθηκε από την υπεράσπιση η θέση ότι η καταγγελία εις βάρος του Κατηγορούμενου είναι ψευδής και ότι αυτή έγινε εκδικητικά επειδή αυτός είχε εξυβρίσει τον Κατηγορούμενο με την φράση «πεζεβέγκη». Επίσης του υποβλήθηκε η θέση ότι απείλησε τον Κατηγορούμενο και μάλιστα ότι άρπαξε ένα ξύλο και τον κυνηγούσε πίσω από το τρακτέρ του. Ο ΜΚ1 απαντώντας δεν αποδέχτηκε τις πιο πάνω θέσεις ως αληθινές, υποστηρίζοντας ότι ο ίδιος μετέβηκε άμεσα στην αστυνομία κάτι που ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να πράξει. Τουναντίον, όπως εξήγησε, ο Κατηγορούμενος μετέβηκε στην αστυνομία ένα μήνα μετά το περιστατικό, σε αντίθεση με τον ίδιο που το έπραξε αμέσως. Μάλιστα όπως ανέφερε, όταν ο ίδιος μετέβηκε με την σύζυγο του στην αστυνομία, ο αστυνομικός στην παρουσία του καλούσε τηλεφωνικώς τον Κατηγορούμενο και ο ίδιος δεν ανταποκρινόταν. Μάλιστα ισχυρίστηκε ότι ο Κατηγορούμενος αρνείτο να μεταβεί στην αστυνομία για να δώσει κατάθεση, προφασιζόμενος ότι δεν γνώριζε τον λόγο της καταγγελίας. Ο ΜΚ1 αντεξεταζόμενος αμφισβητήθηκε για την θέση του ότι δεν μπορούσε να αναγνώσει την χειρόγραφη κατάθεση (Τεκμήριο 1) που έδωσε στην αστυνομία καθώς και για την θέση του ότι ο ίδιος μετά την πάροδο κάποιου χρονικού διαστήματος την πήρε σε μεταφραστή για να του την μεταφράσει. Ο ΜΚ1 απαντώντας, εξήγησε ότι παρόλο που κατάγεται από την Αλβανία, εντούτοις ξέρει να μιλά την Ελληνική γλώσσα και να διαβάζει, όμως όταν το έγγραφο που καλείται να διαβάσει, όπως εν προκειμένω το Τεκμήριο 1 είναι χειρόγραφο αντιμετωπίζει δυσκολία και δεν μπορεί να το αναγνώσει. Περαιτέρω ο ΜΚ1 ισχυρίστηκε ότι κατά την στιγμή που έδωσε την γραπτή του κατάθεση, επειδή ήταν ημέρα Κυριακή και η αστυνομία δεν έβρισκε μεταφραστή, όταν ολοκληρώθηκε η κατάθεση που έδωσε, του διαβάστηκε τόσο από τον αστυνομικό όσο και από την σύζυγο του. Στην συνέχεια και μετά την πάροδο 2-3 μηνών όπως υποστήριξε, μέσω του δικηγόρου του ζήτησε αντίγραφο της κατάθεσης του από την αστυνομία, το οποίο αφού του δόθηκε, ο ίδιος μετέβηκε μόνος του σε μεταφραστή στην Λευκωσία για να του διαβεβαιώσει ότι τα όσα καταγράφηκαν ήταν πράγματι όσα ανέφερε ο ίδιος στην αστυνομία. Ο ΜΚ1 αντεξεταζόμενος αποδέχτηκε την θέση της υπεράσπισης ότι μαζί με τον Κατηγορούμενο τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένεια της γυναίκας του έχουν προηγούμενες διαφορές, αναφέροντας μάλιστα ότι ο ίδιος τον έχει καταγγείλει δεκάδες φορές στην αστυνομία. Σε σχέση με το χωράφι στο οποίο βρισκόταν κατά τον επίδικο χρόνο Κατηγορούμενος με το τρακτέρ του, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι αυτό ανήκει σε κάποιο πρόσωπο ο οποίος δεν ζει στην Αναρίτα και ότι ουσιαστικά ο Κατηγορούμενος καμία δουλειά δεν είχε στο επίδικο μέρος αλλά αυτοσκοπός του ήταν να τον προκαλέσει για να τσακωθούν. Η υπεράσπιση αμφισβητώντας την θέση του ΜΚ1 του υπέβαλε ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο είχε ενοικιάσει το συγκεκριμένο χωράφι από τον ιδιοκτήτη του. Ο ΜΚ1 απαντώντας δεν αποδέχτηκε την θέση της υπεράσπισης καλώντας μάλιστα τον Κατηγορούμενο να παρουσιάσει σχετικό ενοικιαστήριο έγγραφο εάν αληθεύει ο ισχυρισμός του. Επίσης ο ΜΚ1 υποστήριξε ότι ουδέποτε στο παρελθόν είδε τον Κατηγορούμενο να βρίσκεται με το τρακτέρ του εντός του συγκεκριμένου χωραφιού. Δεύτερη μάρτυρας κατηγορίας κλήθηκε και προσήλθε η Γιωργούλλα Ιωάννου (ΜΚ2). Η γραπτή της κατάθεση αποτελεί το Τεκμήριο
- Πρόκειται για την σύζυγο του ΜΚ
- Κατά την κυρίως εξέταση υιοθέτησε την γραπτή της κατάθεση. Υποστήριξε ότι είδε τον Κατηγορούμενο να καυλιάζει τον ΜΚ1, υποδεικνύοντάς μάλιστα στο Δικαστήριο τον τρόπο που το έπραξε, αλλά και ότι ο Κατηγορούμενος εκστόμισε σε δυνατό τόνο την απειλή εναντίον του συζύγου της. Η μάρτυρας εξήγησε ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα που λάμβανε χώρα το επίδικο περιστατικό, η ίδια βρισκόταν κάτω από έντονο άγχος γιατί δεν ήθελε να συμβεί οτιδήποτε κακό μεταξύ του Κατηγορούμενου και του συζύγου της. Παρόντες όπως ανέφερε στο περιστατικό ήταν και τα πέντε της παιδιά. Ο Κατηγορούμενος σύμφωνα με την ίδια κατά την στιγμή του επεισοδίου βρισκόταν απέναντι στο χωράφι το οποίο ήταν ενωμένο με τον δρόμο αφού δεν υπήρχε μεταξύ τους πεζοδρόμιο να τα χωρίζει. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ2 ανέφερε ότι το επίδικο περιστατικό έλαβε χώρα στις 3.12.17 και περί ώρα 12:15 αφού όπως υποστήριξε υπολόγισε την ώρα καθότι είχε τηλεφωνήσει στην αστυνομία 20 περίπου λεπτά αργότερα. Συμφώνησε επίσης η μάρτυρας ότι ο πατέρας της με τον Κατηγορούμενο δεν έχουν καθόλου καλές σχέσεις λόγω του ότι ο Κατηγορούμενος ενοχλεί συνεχώς τον πατέρα της. Επίσης εξήγησε ότι ούτε και κατά τον επίδικο χρόνο είχαν καλές σχέσεις αφού είχε προηγηθεί ένα περιστατικό που αφορούσε ένα ατύχημα το οποίο επισυνέβη εξ υπαιτιότητας του Κατηγορούμενου. Αναφορικά με την καταγγελία που έγινε εκ μέρους του συζύγου της η ΜΚ2 εξήγησε ότι και αυτή μετέβηκε στην αστυνομία μαζί του. Διευκρίνισε ότι ο σύζυγος της ξέρει τόσο να μιλά όσο και να διαβάζει ελληνικά όταν τα γραφόμενα είναι ευανάγνωστα. Επίσης αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι μετά την μαρτυρία του συζύγου της είχαν κάποια συνομιλία μεταξύ τους και ότι ο ΜΚ1 την παρότρυνε να αναφέρει επακριβώς τι είχε συμβεί κατά την συγκεκριμένη ημερομηνία. Σε καμία περίπτωση όμως δεν της ανέφερε λεπτομερώς το τι είχε ερωτηθεί κατά την ακροαματική διαδικασία. Η ΜΚ2 αμφισβητήθηκε για την αλήθεια των ισχυρισμών της και της υποβλήθηκε η θέση ότι είχε συνομιλήσει προηγουμένως με τον σύζυγο της για το τί επακριβώς ο ίδιος ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση του γι' αυτό και ανέφερε την θέση ότι ο σύζυγος της δεν μπορεί να διαβάσει ελληνικά γράμματα όταν δεν είναι γραμμένα ευανάγνωστα. Η ΜΚ2 αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι έγινε κάτι τέτοιο. Η μάρτυρας ερωτήθηκε επίσης κατά πόσο την στιγμή που μετέβηκαν στην αστυνομία ζητήθηκε η βοήθεια διερμηνέα για να ληφθεί η κατάθεση από τον ΜΚ
- Απαντώντας ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τι συζητήθηκε αφού δεν ήταν παρών κατά την λήψη της κατάθεσης του. Εξήγησε όμως ότι αυτό που σίγουρα γνωρίζει είναι ότι ο σύζυγος της σε μετέπειτα χρόνο, μετέβηκε στον Λυθροδόντα σε συγγενικό του πρόσωπο για να μεταβούν σε κάποιο άλλο γνωστό τους να του μεταφράσει την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία. Εξήγησε μάλιστα ότι ο σύζυγος της μετέβηκε μόνος του και σε καμία περίπτωση η ίδια δεν πήγε μαζί του. Σε σχέση με το επίδικο περιστατικό, η ΜΚ2 ανέφερε ότι αυτό είχε συνολική διάρκεια περί τα 15 - 20 λεπτά. Μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα η μάρτυρας υποστήριξε ότι ο Κατηγορούμενος αφού εισήλθε πρώτα εντός του χωραφιού περνώντας εντελώς προκλητικά μέσα από τα δύο οχήματα τους που ήταν παρκαρισμένα γιατί μπορούσε να προκαλέσει σε αυτά οποιαδήποτε ζημιά, στην συνέχεια επέστρεψε πίσω και αφού σταμάτησε ακριβώς μπροστά από το σπίτι τους άρχισε να γελά ειρωνικά και προκλητικά ενώ όπως ανέφερε ο σύζυγος της στεκόταν σε απόσταση από τον Κατηγορούμενο 6-7 μέτρα χωρίς να δώσει οποιαδήποτε σημασία στο πώς ο Κατηγορούμενος ενεργούσε. Σύμφωνα με την μάρτυρα, ο ΜΚ1 ήταν απολύτως ψύχραιμος. Η ίδια κατά την στιγμή εκείνη, βρισκόταν στο μπαλκόνι ενώ ο σύζυγος της καθάριζε την αυλή. Επίσης στην αυλή βρίσκονταν και τα πέντε παιδιά της. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι μόλις αντιλήφθηκε ότι κάτι κακό θα συμβεί, κατέβηκε τις σκάλες και εισήλθε στην κουζίνα η οποία συνορεύει με την αυλή. Τότε είδε και τον Κατηγορούμενο να καυλιάζει τον ΜΚ1 με το δεξί του χέρι και συγκεκριμένα 2-3 φορές συνεχόμενα. Ακολούθως τον άκουσε να τον απειλεί μια φορά με την φράση «ένα σε καθαρίσω ρε πεζεβέγκη». Η ίδια η μάρτυρας ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος μετέβηκε στο συγκεκριμένο σημείο επί σκοπό για να τους προκαλέσει αφού εναντίον του εκκρεμούσε άλλη υπόθεση που τον είχαν καταγγείλει προηγουμένως. Αντεξεταζόμενη επίσης ανέφερε ότι αφού μάζεψε τα παιδιά της μετέβηκαν εντός της κουζίνας και αφού έκλεισαν την πόρτα ο Κατηγορούμενος αποχώρησε από το μέρος. Η υπεράσπιση αμφισβητώντας τις θέσεις της ΜΚ2, της υπέβαλε την θέση ότι ο ΜΚ1 κρατώντας μια βέργα πήγε πίσω από το τρακτέρ του Κατηγορούμενου ενώ η ίδια τον έτρεχε ξοπίσω. Επίσης αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος αφού πήγε στο χωράφι και είδε ότι σε αυτό είχαν βλαστήσει ψιλά χόρτα, θεώρησε σωστό να μην το καλλιεργήσει και να τα κόψει για σανό για τα ζώα του. Η ΜΚ2 απαντώντας υποστήριξε κατηγορηματικά ότι ο ΜΚ1 σε καμία περίπτωση δεν εξήλθε της αυλής του σπιτιού του και κυνήγησε τον Κατηγορούμενο με βέργα αλλά και ούτε ότι τον εξύβρισε. Υπέδειξε μάλιστα στην υπεράσπιση ότι αν συνέβαινε κάτι τέτοιο ο Κατηγορούμενος δεν θα εξαφανιζόταν όταν τον έψαχνε η αστυνομία.. Εξήγησε μάλιστα αντεξεταζόμενη ότι το συγκεκριμένο χωράφι δεν ήταν ενοικιασμένο από τον Κατηγορούμενο και ήταν γεμάτο χόρτα, δηλαδή ήταν ακαλλιέργητο. Μάλιστα όπως ανέφερε γνώριζε ότι ο ιδιοκτήτης του εν λόγω χωραφιού διαμένει μόνιμα στην Λευκωσία και λέγεται Στέλλα. Εξήγησε ότι το γεγονός αυτό το γνωρίζει καθότι μετά το περιστατικό ένας φίλος του πατέρα της, πήρε τον ιδιοκτήτη τηλέφωνο και του αναφέρθηκε ότι αυτό δεν ήταν ενοικιασμένο στον Κατηγορούμενο. Όσον αφορά κάποιες λεπτομέρειες σε σχέση με το επίδικο συμβάν οι οποίες δεν καταγράφονται στο Τεκμήριο 2, η ΜΚ2 υπέδειξε στην υπεράσπιση ότι κατά την στιγμή που μετέβηκε στην αστυνομία δεν πήγε προσχεδιασμένα για να δώσει την κατάθεση της. Υποστήριξε μάλιστα ότι στην παρουσία της ο αστυνομικός πριν της λάβει κατάθεση έπαιρνε τηλέφωνο τον Κατηγορούμενο ο οποίος προφασιζόταν ότι ήταν εκτός Πάφου, ενώ σε άλλη κλήση που του διενεργήθηκε δεν απαντούσε το τηλέφωνο αποφεύγοντας έτσι να συνεργαστεί. Η ΜΚ2 υποστήριξε ότι όταν αφίχθηκαν στην αστυνομία με τον ΜΚ1 είχαν συνομιλήσει με τους αστυνομικούς για το τί είχε προηγηθεί και αυτοί προσπάθησαν να βρουν τον Κατηγορούμενο για να προσέλθει στο μέρος για να μην προχωρήσει η υπόθεση. Οι ίδιοι όμως επέμειναν στην θέση τους και έτσι έδωσαν γραπτή κατάθεση. Υποστήριξε μάλιστα ότι κατά την παρουσία της στο μέρος ήταν αγχωμένη, νευριασμένη και βουρκωμένη αφού προηγουμένως έκλεγε κάτι βεβαίως που ισχυρίστηκε ότι δεν ανέφερε αυτολεξεί στον αστυνομικό αλλά σίγουρα αυτός θα το αντιλήφθηκε. Σε σχέση με το πώς ένιωσε ο σύζυγος για το συγκεκριμένο περιστατικό που επεσυνέβη, η ΜΚ2 ανέφερε ότι εξ όσων όσο η ίδια τον ξέρει φοβήθηκε στο να μην καταφέρει να ελέγξει τον εαυτό του και να επισυμβεί οτιδήποτε άλλο χειρότερο. Τρίτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή κλήθηκε και κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης , Αστ. 1923 Γ. Ταμάνης (ΜΚ3). Η κατάθεση του μάρτυρα αποτελεί το Τεκμήριο
- Σύμφωνα με την γραπτή του κατάθεση, την 03/12/17 και περί ώρα 1300 προσήλθε στον αστυνομικό σταθμό Κουκλιών, ο ΜΚ1 συνοδευόμενος από την σύζυγο του, δηλαδή την ΜΚ2, και υπέβαλε γραπτή καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου αφού λίγο προηγουμένως ο Κατηγορούμενος τον απείλησε με την φράση « εγιώ ένα σε καθαρίσω ρε πεζεβέγκη». Επίσης τον κατήγγειλε και επί το ότι διενήργησε άσεμνη πράξη εναντίον του. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, όλα τα πιο πάνω γεγονότα έλαβαν χώρα μπροστά στην γυναίκα του και τα ανήλικα παιδιά του. Σύμφωνα επίσης με την γραπτή του κατάθεση, την 15/12/17 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο (Τεκμήριο 4) και τον κατηγόρησε γραπτώς. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 ερωτήθηκε από την υπεράσπιση κατά πόσο την στιγμή που έλαβε την γραπτή κατάθεση (Τεκμήριο 1) από τον παραπονούμενο ζητήθηκε η βοήθεια διερμηνέα στην Αλβανική γλώσσα. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι ο ΜΚ1 του ανέφερε ότι ομιλεί και γνωρίζει πολύ καλά την Ελληνική γλώσσα και έτσι δεν τέθηκε κανένα ζήτημα κλήσης διερμηνέα κατά την στιγμή της λήψης της κατάθεσης του. Επίσης ανέφερε μετά από ερώτηση της υπεράσπισης ότι σε καμία περίπτωση δεν δόθηκε οποιοδήποτε αντίγραφο της κατάθεσης του, στον ΜΚ
- Τέλος , διευκρίνισε ότι κατά την στιγμή που λάμβανε την κατάθεση ότι γραφόταν από τον ίδιο διαβαζόταν ταυτοχρόνως στον ΜΚ1 ενώ παρούσα κατά την λήψη της κατάθεσης ήταν και η ΜΚ
- ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση ,την ακεραιότητα και την ειλικρίνεια τους, τους λόγους που είχαν για να πιστεύουν ή να θυμούνται αυτά για τα οποία κατέθεσαν την φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd 1998 1 Α.Α.Δ 820). Επίσης έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 243/12, ημερομηνίας 02.05.14). Για λόγους που θα διαφανούν στην συνέχεια, θα αρχίσω την αξιολόγηση των μαρτύρων που έχουν καταθέσει, από τον ΜΚ
- Ο μάρτυρας αυτός ήταν θετικός και σαφής. Απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν χωρίς κανένα δισταγμό. Μάλιστα κατά την παρουσία του ενώπιον μου, διαπίστωσα ότι ήταν αντικειμενικός ως εξεταστής της παρούσας υπόθεσης, γι' αυτό και κρίνεται από το Δικαστήριο, ως μάρτυρας της αλήθειας. H μαρτυρία του περιορίστηκε στις ενέργειες που προέβηκε κατά την διερύνηση της υπόθεσης, προσθέτοντας κατά την αντεξέταση του και κάποιες ουσιώδης λεπτομέρειες που έριξαν φώς στην υπόθεση σε σχέση με κάποιους από τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν απο τους παραπονούμενους κατά την μαρτυρία τους. Η μαρτυρία του ΜΚ3 γίνεται αποδεκτή και ο μάρτυρας κρίνεται αξιόπιστος. Πιο συγκεκριμένα, ο ΜΚ3 μέσα από την αντεξέταση του διευκρίνισε ότι κατά την στιγμή που λαμβανόταν κατάθεση από τον ΜΚ1, παρούσα στον ίδιο χώρο ήταν και η σύζυγος του, δηλαδή η ΜΚ2 η οποία άκουγε το τί ο σύζυγος της είχε αναφέρει στον αστυνομικό κατά την λήψης της γραπτής του κατάθεσης, δηλαδή το Τεκμήριο
- Η πιο πάνω εικόνα που δόθηκε από τον μάρτυρα προς το Δικαστήριο προκάλεσε μεγάλο δισταγμό για την αποδοχή της μαρτυρίας της αφού δημιουργήθηκε μεγάλη ανησυχία αναφορικά με το κατά πόσο η μαρτυρία της ΜΚ2 ήταν ειλικρινής και όχι προσχεδιασμένη, αφού όπως εξήγησε ο ΜΚ3 είχε ήδη ακούσει τα όσα ο ΜΚ1 είχε αναφέρει στην γραπτή του κατάθεση. Συγκεκριμένα ο ΜΚ3 ανέφερε «ναι ήταν πιο πίσω μαζί του, δεν ενοχλούσε, εντάξει» σελ. 5 των πρακτικών ημερ. 25/01.
- Πέραν όμως των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφέρω ότι από την μαρτυρία του ΜΚ3 η οποία έγινε αποδεκτή, αναιρείται ένας βασικός ισχυρισμός των παραπονουμένων. Όπως διαφάνηκε ήταν η θέση των ΜΚ1 και ΜΚ2 ότι ο Κατηγορούμενος μετέβηκε στο συγκεκριμένο χωράφι χωρίς κανένα απολύτως λόγο και μάλιστα επί σκοπώ για να τους προκαλέσει αφού όπως υποστήριξαν κατηγορηματικά ουδεμία σχέση είχε με το συγκεκριμένο χωράφι. Αποτέλεσε θέση των ΜΚ1 και ΜΚ2 ότι το χωράφι αυτό ανήκει σε κάποιο άλλο πρόσωπο που διαμένει στην Λευκωσία και σε καμία περίπτωση δεν ήταν ενοικιασμένο από τον Κατηγορούμενο κατά τον επίδικο χρόνο. Μέσα από την μαρτυρία του ο ΜΚ3 και κατόπιν ερωτήσεων που υποβλήθηκαν από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου ανέτρεψε τους πιο πάνω ισχυρισμούς τους. Πιο συγκεκριμένα στην σελ. 5 των πρακτικών ημερ. 25/01/22 γρ.22 ο συνήγορος ρώτησε τον ΜΚ3 κατά πόσο έκανε ως εξεταστής της υπόθεσης οποιαδήποτε έρευνα αν το χωράφι το είχε ενοικιάσει ο Κατηγορούμενος. Ο ΜΚ3 απαντώντας ανέφερε χαρακτηριστικά « Συγκεκριμένα τον χώρο τζιαμέ τον ξέρω και ξέρω το συγκεκριμένο χωράφι ότι το είχε ο κ. Σωκράτης και ξέρω τζαι το σπίτι των παραπονουμένων», επεξηγώντας μάλιστα στην συνέχεια, μετά που ερωτήθηκε ξανά από την υπεράσπιση αν το χωράφι ήταν δικό του, δηλαδή του Κατηγορούμενου ως εξής : « όχι το ενοικίαζε, τον έβλεπα συχνά σε αυτόν τον τόπο». Με βάση τα πιο πάνω προκύπτει, ότι η θέση των παραπονουμένων ότι ο Κατηγορούμενος μετέβηκε στο συγκεκριμένο σημείο άνευ λόγου και αιτίας απλά και μόνο για να προκαλέσει τον ΜΚ1 επειδή μεταξύ τους υπήρχαν προηγούμενες προστριβές, δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Πέραν των πιο πάνω εξετάζοντας την μαρτυρία του ΜΚ1 διαπίστωσα ότι σε αυτήν εντοπίζονται ουσιώδης αντιφάσεις ως προς τα γεγονότα που ο ίδιος υποστήριξε ότι εξελίχθηκαν κατά την παρουσία του Κατηγορούμενου στο μέρος. Ο ΜΚ1 αρχικά υποστήριξε κατηγορηματικά ότι καθ' όλη την διάρκεια που ο Κατηγορούμενος ήταν στο μέρος, τον καύλιαζε. Σε ερώτηση μάλιστα του συνηγόρου υπεράσπισης τι έκανε ο Κατηγορούμενος για 15 λεπτά μέσα στο χωράφι, ο μάρτυρας απάντησε συγκεκριμένα «με καύλιαζε. Ο ΜΚ1 υπέδειξε επίσης ότι ο Κατηγορούμενος βρισκόταν εκεί για 10 με 15 λεπτά. Στην συνέχεια και μετά από διευκρινιστικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου, ο ΜΚ1 διαφοροποίησε άρδην τον πιο πάνω ισχυρισμό του, υποστηρίζοντας ότι ο Κατηγορούμενος του έκανε αυτή την κίνηση μόνο 2 με 3 φορές. Σημειώνεται ότι η πιο πάνω θέση του μάρτυρα δεν συμβαδίζει ούτε και με το τί έχει αναφέρει στην γραπτή του κατάθεση. Στο Τεκμήριο 1, ο ΜΚ1 ανέφερε στην αστυνομία τα εξής « με καύλιαζε επανελλημένα». Περαιτέρω ενώ ο ΜΚ1 στο Τεκμήριο 1 ανέφερε ότι το περιστατικό έγινε ενώ τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του βρίσκονταν στην αυλή του σπιτιού τους μαζί με τα 4 ανήλικα τέκνα τους και δηλαδή στην παρουσία τους, δια ζώσης ο ΜΚ1 υποστήριξε κάτι διαφορετικό, ότι ενώ αυτός βρισκόταν στην αυλή του σπιτιού του η ΜΚ2 άπλωνε ρούχα στο μπαλκόνι του σπιτιού τους δηλαδή στον 1ο όροφο, θέση που υποστηρίχθηκε και από την ίδια, ενώ όταν εξελίχθηκε το περιστατικό κατέβηκε κάτω και εισήλθε εντός της κουζίνας του σπιτιού όπου και συναντήθηκε μαζί της. Κατά την αντεξέταση του επίσης υποστήριξε κατηγορηματικά ότι η αστυνομία κατά την λήψη της κατάθεσης του αναζητούσε διερμηνέα στην Αλβανική γλώσσα, κάτι που τελικά δεν κατέστη δυνατό γι' αυτό και η κατάθεση του λήφθηκε στην Ελληνική. Μάλιστα ο ΜΚ1 υποστήριξε ότι παρούσα κατά την λήψη της κατάθεσης ήταν και η σύζυγος του η οποία βοηθούσε στην ανάγνωση της κατάθεσης του αναφέροντας συγκεκριμένα «Ο αστυνομικός μαζί με την σύζυγο μου το διάβαζε, ξεχωριστά ο αστυνομικός πρώτος και μετά η γυναίκα μου και μου έγινε η ερώτηση υιοθετάς, ναι και υπέγραψα». Από την άλλη η ΜΚ2 κατά την αντεξέταση της υποστήριξε ότι δεν γνώριζε αν είχε ζητηθεί διερμηνέας από την αστυνομία αφού κατά την λήψη της κατάθεσης του συζύγου της δεν ήταν παρούσα. Όπως ανέφερε συγκεκριμένα « δεν άκουα τι έλεγε ο άντρας μου, αφού δεν ήμουν παρών, δεν ήμουν μπροστά ήμαστουν ξεχωριστά που δώσαμε τις καταθέσεις», θέση, που διαψεύδεται από την μαρτυρία του ΜΚ3 ο οποίος υποστήριξε ότι η ΜΚ2 ήταν παρούσα κατά την λήψη της κατάθεσης του ΜΚ
- Υπό το φως των πιο πάνω διαφορών που εντοπίζονται στην μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 αλλά και ένεκα του ότι η μαρτυρία τους διαψεύδεται σε ουσιαστικά σημεία από την μαρτυρία του ΜΚ3, αλλά και ένεκα του ότι η ΜΚ2 ήταν παρούσα κατά την λήψη της κατάθεσης του συζύγου της, γεγονός που δημιουργεί ερωτηματικά και αμφιβολίες στο Δικαστήριο κατά πόσο η μαρτυρία της δεν ήταν προσχεδιασμένη, απορρίπτεται και δεν μπορεί να γίνει σε καμία περίπτωση αποδεκτή από το Δικαστήριο. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Aπό την αντίπερα όχθη ο Κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση προβάλλοντας την θέση ότι είναι αθώος υιοθετώντας ουσιαστικά το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία (Τεκμήριο 4). Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη ο Κατηγορούμενος λαμβάνεται υπ' όψιν σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του Κατηγορούμενου δεν πρέπει να εξαχθούν οποιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Να σημειωθεί επίσης, ότι η ανώμοτη δήλωση δεν υπέχει θέση ένορκης μαρτυρίας και δεν μπορεί να αντικρούσει άλλη μαρτυρία η οποία δόθηκε ενόρκως και κρίθηκε αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση ενός Κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία. Όσον αφορά την γραπτή κατάθεση του Κατηγορούμενου στην οποία παρέπεμψε και υιοθέτησε κατά την ανώμοτη δήλωσή του, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία ένα Δικαστήριο μπορεί να προδώσει σ' αυτές. Στον γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον Κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης του Κατηγορουμένου και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή εμπεριέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του Κατηγορουμένου. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, θα προχωρήσω να εξετάσω το περιεχόμενο της κατάθεσης του Κατηγορούμενου για να διαπιστώσω κατά πόσο μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτό ή σε μέρος αυτού αν και παρόλο από τα όσα έχουν αναφερθεί κατά την παράθεση της μαρτυρίας θεωρώ ότι η τύχη της υπόθεσης της κατηγορούσα αρχής είναι προδιαγραμμένη. Εξετάζοντας λοιπόν την γραπτή κατάθεση του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 4) θα πρέπει να αναφέρω ότι η εκδοχή που προβάλλεται μέσα από αυτή, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή καθότι δεν υποστηρίχθηκε ενόρκως. Συνεπώς δεν θα προσδώσω ουδεμία βαρύτητα στην ανόμωτη του δήλωση. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση τα όσα έχουν εκτεθεί ανωτέρω, βρίσκω ότι την 3η Δεκεμβρίου του2017 στην Αναρίτα, και πιο συγκεκριμένα πλησίον της οικίας των ΜΚ1και ΜΚ2 δημιουργήθηκε ένα περιστατικό μεταξύ του Κατηγορούμενου και των πιο πάνω προσώπων μετά που ο Κατηγορούμενος είχε μεταβεί σε χωράφι που ενοικίαζε και το οποίο βρίσκεται απέναντι από την οικία των ΜΚ1 και ΜΚ2 με το τρακτέρ του. Αφού ο Κατηγορούμενος αποχώρησε από το μέρος, οι ΜΚ1 και ΜΚ2 μετέβηκαν στον αστυνομικό σταθμό Κουκλιών και προέβηκαν σε καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου για τα αδικήματα της απειλής , δημόσιας εξύβρισης αλλά και άσεμνης πράξης εναντίον του ΜΚ1. Σημειώνεται ότι μεταξύ των πιο πάνω προσώπων υπήρχαν προηγούμενες διαφορές μεταξύ τους. Κατά την ώρα που ο ΜΚ1 έδινε κατάθεση η ΜΚ2 βρισκόταν στον ίδιο χώρο μαζί του ενώ κατά την λήψη της κατάθεσης του ΜΚ1 από τον ΜΚ2, δεν χρειάστηκε η βοήθεια οποιουδήποτε διερμηνέα αφού ο ΜΚ1 αντιλαμβανόταν πλήρως την Ελληνική γλώσσα. Την 15/12/17 ο ΜΚ3 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο αφού προηγουμένως του επιστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο. Στην συνέχεια τον κατηγόρησε γραπτώς και αυτός απάντησε «δεν παραδέχομαι σε καμία από τις κατηγορίες». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το αδίκημα της 1ης κατηγορίας στηρίζεται στο άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόµο ή ανησυχία απειλώντας τον µε βία ή άλλη παράνοµη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκηµα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη». Ως προκύπτει από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Ο Κατηγορούμενος να απειλήσει άλλον µε βία ή άλλη παράνοµη πράξη ή παράλειψη.
- Με την εν λόγω απειλή να προκληθεί στο άλλο πρόσωπο τρόμος ή ανησυχία. Δεν είναι λοιπόν αρκετό για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, να αποδειχθεί η ύπαρξη απειλής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης. Θα πρέπει να αποδειχθεί περαιτέρω ότι η απειλή είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον παραπονούμενο. Το περιεχόμενο και η σημασία της απειλής για τον παραπονούμενο είναι συνεπώς βασικά για να διαπιστωθεί εάν πράγματι του προκλήθηκε τέτοιος τρόμος ή ανησυχία. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση ΚΟΥΣΟΥΛΟΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποιν. Έφ. 119/21 ημερ, 20.01.22 αναφέρθηκαν τα εξής : «το τι συνιστά απειλή είναι ζήτημα πραγματικό το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Ως προς την πρόκληση του τρόμου ή της ανησυχίας στον απειλούμενο, αυτό εξετάζεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να έχει πρόθεση εκφοβισμού του παραπονούμενου, έστω και αν δεν έχει σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Αυτή είναι η ένοχη διάνοια για την διάπραξη του αδικήματος. Το Δικαστήριο για να καταλήξει σε συμπέρασμα ύπαρξης πρόθεσης εκφοβισμού από τον Κατηγορούμενο, πρέπει να εξετάσει όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν το συμβάν. Τις περιστάσεις των εμπλεκομένων και την συμπεριφορά τους, τόσο πριν όσο και κατά την διάρκεια που εξελίσσεται το συμβάν, ακόμα και μετά από αυτό, καθώς και την φύση της απειλής». Το αδίκημα της 2ης κατηγορίας, δηλαδή αυτό της δημόσιας εξύβρισης ρυθμίζεται από το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, που έχει ως ακολούθως: «Όποιος σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουσθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει παρευρισκόμενο πρόσωπο σε επίθεση είναι ένοχος πλημμελήματος.». Προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δημόσιας εξύβρισης είναι: η εξύβριση άλλου προσώπου σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο μη δημόσιο με τρόπο ή κάτω από συνθήκες που είναι ενδεχόμενο να ακουσθεί σε δημόσιο χώρο και κατά τρόπο που είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως αναφέρεται στην Αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 ALL ER 1297: «An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it». Επίσης στην υπόθεση Bolster v. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 89 λέχθηκε ότι η εξύβριση στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατόν να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Επομένως, η ακριβής λεκτική απόδοση των εκφρασθέντων στερείται οιασδήποτε ουσιώδους σημασίας. Στις λέξεις που εκστομίζονται πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Δεν χρειάζεται απόδειξη στοιχείου πραγματικής πρόκλησης οποιουδήποτε παρευρισκομένου να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99 είναι ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Το κριτήριο είναι και πάλι αντικειμενικό, δηλαδή, κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί (Βλ. ΓΕ v. Ναταλία Καζίνα
(1999)2 ΑΑΔ 503 και Αχιλλέως v. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 98). Όσον αφορά στην έννοια του δημόσιου χώρου αυτή καθορίζεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε: «δημόσιος χώρος ή δημόσιο υποστατικό περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτήριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής καθώς και κτήριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση» Σε σχέση με την 3η κατηγορία, το άρθρο 176 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος διενεργεί δημόσια άσεμνη πράξη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων». Η διενέργεια άσεμνης πράξης δημοσίως είναι άμεσα συναρτημένη με την προσβολή της δημόσιας αιδούς. Διενεργεί κάποιος άσεμνη πράξη όταν με την πράξη του αυτή προσβάλει την δημόσια αιδώ (Βλ. Θάσος Θωμά ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Έπαρχου Λευκωσίας, Υπόθεση αρ. 948/96, Αναθεωρητική Δικαιοδοσία Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερομηνίας 4.12.98). Επίσης, δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος πρόθεση από μέρους του κατηγορούμενου να προσβάλει την δημόσια αιδώ ή τα αισθήματα της σεμνότητας (decency) ή της ηθικής (morality) (Βλ. Charles Mitchell Livingston v. The Police
(1972)2 CLR 93). Αρκεί η πράξη του να επιφέρει το πιο πάνω αποτέλεσμα. Η άσεμνη πράξη πρέπει να διενεργείται δημόσια. Διαφορετικά δεν συντρέχει προσβολή της δημόσιας αιδούς. Το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι: «δημόσια» αναφορικά με πράξεις που έχουν διενεργηθεί, σημαίνει είτε— (α) ότι οι πράξεις αυτές διενεργήθηκαν σε δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι ορατές από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται ή όχι σε δημόσιο χώρο· είτε (β) ότι αυτές διενεργήθηκαν σε μη δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι πιθανόν να καταστούν ορατές από πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο». ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στην παρούσα υπόθεση οι βασικοί μάρτυρες κατηγορίας είναι ο ΜΚ1 και η ΜΚ2 . Ως έχω ήδη εξηγήσει ανωτέρω η μαρτυρία τους δεν έχει γίνει αποδεχτή. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει τις κατηγορίες που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις εναντίον του κατηγορίες. (Υπ.) ........... Σ. Συμεού, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο