Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 2820/18, 2/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B87 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Σ. ΣΥΜΕΟΥ, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 2820/18 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 02.06.22 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενο: κ. Ε. Κορακίδης Κατηγορούμενος: παρόν Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει την κατηγορία της κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως έχει τροποποιηθεί (1η κατηγορία) Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο Κατηγορούμενος την 24η Μαρτίου του 2017 στην Πάφο, επιτέθηκε εναντίον του ανήλικου Σ. Η από την Πάφο, ηλικίας τότε 13 ετών. Προς απόδειξη της υπόθεσης της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας, δηλαδή τον παραπονούμενο Σ. Η (ΜΚ1) και την μητέρα του Δ. Μ (ΜΚ2). Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενο, έκρινε ότι αυτός θα πρέπει να κληθεί σε απολογία και έτσι του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία και κάλεσε προς υποστήριξη της υπόθεσης του μάρτυρα υπεράσπισης, δηλαδή τον ανήλικο γιό του Γ. Χ. (ΜΥ1). ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Ο ΜΚ1 είναι ο παραπονούμενος. Κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ηλικίας 13 ετών ενώ σήμερα όπως ανέφερε στο Δικαστήριο κατά την κυρίως εξέταση του είναι ήδη 18 ετών. Ο Κατηγορούμενος και ο παραπονούμενος διαμένουν στην ίδια γειτονιά και γνωρίζονται μεταξύ τους, αφού μάλιστα κατά τον επίδικο χρόνο ο παραπονούμενος έπαιζε σε παρακείμενο χωράφι μαζί μαζί με τον ανήλικο γιο του Κατηγορούμενου (ΜΥ1) ποδόσφαιρο, ενώ στο ίδιο σημείο βρισκόντουσαν και οι δύο κόρες του Κατηγορούμενου αλλά και κάποια άλλα παιδιά της γειτονίας. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι κατά την διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης, η αστυνομία επειδή ο παραπονούμενος ήταν ανήλικος του έλαβε οπτικογραφημένη κατάθεση η οποία και καταγράφηκε σε βιντεοταινία όπως άλλωστε προνοείτο από τον Νόμο 95(Ι)/
- Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας την 20.05.22, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι λόγω της εξέλιξης της τεχνολογίας και συνακόλουθα της μη ύπαρξης κατάλληλης συσκευής βίντεο στην οποία θα μπορούσε να προβληθεί η οπτικογραφημένη κατάθεση του ΜΚ1 η οποία καταγράφηκε σε βιντεοκασέτα, θα κατατεθεί ως η κυρίως εξέταση του παραπονούμενου η απομαγνητοφωνημένη κατάθεση η οποία αποτελεί ουσιαστικά και το γραπτό κείμενο που αποτυπώνει εγγράφως αυτούσια την κατάθεση που δόθηκε από τον παραπονούμενο στην αστυνομία. Η Υπεράσπιση δεν έφερε οποιαδήποτε ένσταση και έτσι η απομαγνητοφωνημένη κατάθεση του παραπονούμενου κατατέθηκε ως η κυρίως εξέταση του και συνακόλουθα αποτελεί το Τεκμήριο
- Ο ΜΚ1, από τώρα και στο εξής «ο παραπονούμενος» υιοθέτησε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 και αντεξετάστηκε από την Υπεράσπιση. Η εκδοχή του παραπονούμενου με βάση το Τεκμήριο 5 στηρίζεται στην θέση του ότι κατά τον επίδικο χρόνο και ενώ βρισκόταν σε χωράφι και έπαιζε ποδόσφαιρο μαζί με τον ΜΥ1, δηλαδή τον γιο του Κατηγορούμενου, κλώτσησε κατά λάθος την μπάλα και χτύπησε την αδερφή του ΜΥ
- Σύμφωνα με τον παραπονούμενο η άλλη θυγατέρα του Κατηγορούμενου που είναι μεγαλύτερη σε ηλικία από αυτήν που χτυπήθηκε από την μπάλα, επέμβηκε και ζήτησε τον λόγο γιατί ο παραπονούμενος να κλωτσήσει την μπάλα κατά πάνω στην αδερφή της. Ξαφνικά και ενώ ο παραπονούμενος συνομιλούσε μαζί της, επέμβηκε ο ΜΥ1 και τον κλώτσησε στα γεννητικά του όργανα. Τότε σύμφωνα με τον παραπονούμενο, ο ΜΥ1 έτρεξε για να φύγει και εισήλθε σε γειτονικό σπίτι άρπαξε ένα «σκουπόξιλο» για να του επιτεθεί, ενώ κάποιος άλλος εξάδελφος του που ήταν παρών στην σκηνή, απώθησε τόσο τον ίδιο τον παραπονούμενο από του να πλησιάσει τον ΜΥ1 όσο και τον τελευταίο πιάνοντας του ουσιαστικά το αντικείμενο που κρατούσε στα χέρια του. Στην συνέχεια και σύμφωνα με τον παραπονούμενο, ο ΜΥ1 έτρεξε προς το σπίτι του ενώ αυτός τον έφτασε έξω από αυτό . Αφού τον έπιασε για να τον βάλει στο έδαφος ο ΜΥ1 τον έπιασε από τα μαλλιά. Επειδή όπως ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε δεν του άρεσε που τον έπιασε από τα μαλλιά του, έβαλε στο έδαφος τον ΜΥ1 και προσπαθούσε να ανέβει από πάνω του. Κατά την στιγμή εκείνη, εμφανίστηκε ο Κατηγορούμενος από πίσω του και αφού τον σήκωσε προς τα πάνω, άρχισε να του δίνει «πάτσους» στο πρόσωπο ενώ τον κρατούσε ταυτόχρονα από τον αριστερό του ώμο. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο το περιστατικό το είδε ακόμη ένα παιδί, ο Χ., ο οποίος περνούσε τυχαία από το σημείο. Ο παραπονούμενος υποστήριξε επίσης στο Τεκμήριο 5 ότι αμέσως μετά το περιστατικό, έτρεξε προς το σπίτι του και ενημέρωσε τους γονείς του οι οποίοι μετέβηκαν στο σπίτι του Κατηγορούμενου για να του ζητήσουν τον λόγο ενώ αμέσως μετά μετέβηκε στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός για να εξεταστεί από τον γιατρό. Αντεξεταζόμενος ο παραπονούμενος από την υπεράσπιση κλήθηκε να απαντήσει σε διάφορες ερωτήσεις που επικεντρώθηκαν τόσο τον λόγο που προκλήθηκε το επίδικο περιστατικό όσο και τον τρόπο που επεσυνέβη. Η Υπεράσπιση αμφισβητώντας ουσιαστικά τις θέσεις του παραπονούμενου, του υπέβαλε την θέση ότι τα όσα έχει περιγράψει τόσο στους γονείς του όσο και στο Τεκμήριο 5 αναφορικά με την επίθεση που δέχτηκε από τον Κατηγορούμενο είναι όλα ψέματα και ότι ο ίδιος ήταν ένα άτακτο παιδί που δημιουργούσε προβλήματα. Ο παραπονούμενος από την άλλη, επέμεινε κατηγορηματικά ότι ο Κατηγορούμενος τον χτύπησε στο πρόσωπο με χαστούκια, αφού προηγουμένως τον έπιασε και τον σήκωσε προς τα πάνω. Υποστήριξε μάλιστα αντεξεταζόμενος ότι ο Κατηγορούμενος όταν τον σήκωνε προς τα πάνω τον έπιασε είτε από τον αυχένα σηκώνοντας έτσι την μπλούζα του προς τα πάνω είτε από τον ώμο του χωρίς όμως να μπορεί να συγκεκριμενοποιήσει όμως με βεβαιότητα το σημείο που τον τράβηξε. Ισχυρίστηκε επίσης κατά την αντεξέταση του, ότι το πιο πάνω περιστατικό έλαβε χώρα πάνω στο πεζοδρόμιο του σπιτιού της οικίας του Κατηγορούμενου ενώ δεν αποδέχτηκε την θέση της υπεράσπισης ότι αυτό επεσυνέβη πάνω στην βεράντα του σπιτιού. Επίσης ανέφερε ότι τα χαστούκια που του έδωσε ο Κατηγορούμενος ήταν δυνατά και δόθηκαν και με τα δύο του τα χέρια αφού κατά την στιγμή που τον χτυπούσε δεν τον κρατούσε με οποιοδήποτε τρόπο. Ο ΜΚ1 αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση για την πιο πάνω θέση του. Η Υπεράσπιση συγκεκριμένα υπέβαλε στον παραπονούμενο ότι ουδέποτε κατά την λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος τον χτύπησε στο πρόσωπο και με τα δύο του τα χέρια αλλά αυτό που υποστήριξε ήταν ότι κατά την στιγμή που τον χτυπούσε ο Κατηγορούμενος στο πρόσωπο τον κρατούσε από τον αριστερό του ώμο. Αποτέλεσε βασική θέση της Υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος το μόνο που έπραξε κατά την στιγμή εκείνη, ήταν να εμποδίσει τον παραπονούμενο να χτυπήσει τον γιό του για να μην συνεχίσει να τον έχει κάτω στο έδαφος και αυτός να βρίσκεται από πάνω του. Ο παραπνούμενος διαφώνησε και επέμεινε στην θέση του ότι ο Κατηγορούμενος τον σήκωσε και άρχισε να τον χτυπά δυνατά στο πρόσωπο. Επόμενη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή, κλήθηκε και κατέθεσε η μητέρα του παραπονούμενου, Δ. Μ, ΜΚ
- Η κατάθεση της αποτελεί το Τεκμήριο
- Κατά την κυρίως εξέταση, η μάρτυρας υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης και αναφέρθηκε στην χρονική σειρά των γεγονότων που βίωσε κατά την συγκεκριμένη ημέρα σε σχέση με το επίδικο περιστατικό. Όπως εξήγησε στο Δικαστήριο, ενώ είχε σχολάσει από την δουλειά και βρισκόταν στο σπίτι της, χτύπησε η πόρτα και τότε είδε τον γιό της, δηλαδή τον ΜΚ1, να είναι κοκκινισμένα τα μάγουλα του καθώς και τα αυτιά του. Τότε σύμφωνα με την ίδια ο ΜΚ1 την ενημέρωσε ότι τσακώθηκε με τον Γιάννη δηλαδή τον ΜΥ1 και ότι ο Κατηγορούμενος τον χτύπησε. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ2 από την Υπεράσπιση, της υποβλήθηκε η θέση ότι ο γιός της δεν της ανέφερε την αλήθεια σε σχέση με το τι πραγματικά είχε συμβεί. Η ΜΚ2 διαφώνησε και εξήγησε ότι πίστεψε το παιδί της ότι έλεγε την αλήθεια γιατί γνωρίζει τον χαρακτήρα του αλλά και γιατί είχε σημάδια στο πρόσωπο του. Εξήγησε μάλιστα ότι αμέσως μετά την αναφορά του γιού της για το περιστατικό, η ίδια μετέβηκε στο σπίτι του Κατηγορουμένου ζητώντας του τον λόγο γιατί αυτός να χτυπήσει το παιδί της. Επίσης ισχυρίστηκε ότι και ο σύζυγος της ήρθε στο σπίτι του Κατηγορούμενου. Η ΜΚ2 αρνήθηκε ότι χτυπούσε πάνω στο αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου κατά την στιγμή που πήγε στο σπίτι του αλλά και ότι τον εξύβρισε. Αποτέλεσε επίσης θέση της ΜΚ2 ότι ο γιος της από το συγκεκριμένο περιστατικό επηρεάστηκε ψυχολογικά και ότι δεν κοιμόταν τα βράδια ενώ μάλιστα ανέφερε ότι λόγω του επίδικου περιστατικού έτυχε παρακολούθησης και από ψυχολόγο. Επίσης η ΜΚ2 ισχυρίστηκε κατά την αντεξέταση της ότι δεν ζήτησε και ούτε θέλει χρήματα από τον Κατηγορούμενο για την πράξη του αλλά το μόνο που επιζητεί είναι την τιμωρία του για να μην ενεργήσει ξανά με τέτοιο τρόπο σε κανένα άλλο παιδί. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Από την αντίπερα όχθη ο Κατηγορούμενος υποστήριξε μια εντελώς διαφορετική εκδοχή από τα όσα υποστήριξαν με την μαρτυρία τους οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής. Αφού υιοθέτησε την γραπτή του κατάθεση ,Τεκμήριο 9, πρόσθεσε προφορικά ότι την συγκεκριμένη ημέρα και περί η ώρα 18:30 - 19:00 ενώ βρισκόταν στο σπίτι του και έβλεπε τηλεόραση, άκουσε ξαφνικά χτυπήματα στο κάγκελο του σπιτιού του και έτσι βγήκε έξω για να δει τι συμβαίνει. Τότε αντιλήφθηκε τον γιό του, δηλαδή τον ΜΥ1 μαζί με τον ΜΚ1 να τσακώνονται και να αλληλοχτυπιουνται. Τότε τους πλησίασε για να επέμβει και έτσι για τους χωρίσει τοποθέτησε τα χέρια του ανάμεσα τους και αφού τους ύψωσε προς τα πάνω τους είπε χαρακτηριστικά « ρε τι πάθατε, γιατί μαλώνετε». Την ίδια στιγμή σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο, ο παραπονούμενος απομακρύνθηκε σε απόσταση 2 με 3 μέτρα για να φύγει και αφού γύρισε προς το μέρος του, τον εξύβρισε με την φράση «ρε μπαστάρτε με έδερες» ενώ ο ίδιος του απάντησε ρωτώντας τον «σε έδερα εγώ ;» και ακολούθως προχώρησε προς το σπίτι του. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο μετά από πάροδο 15 - 20 λεπτών έφτασε στο σπίτι του η ΜΚ2 η οποία ήταν φανερά εκνευρισμένη και άρχισε να χτυπά πάνω στο αυτοκίνητο του και ταυτόχρονα να τον εξυβρίζει με διάφορες φράσεις ενώ ο πατέρας του παραπονούμενου είχε μείνει πιο πίσω. Κατά την αντεξέταση του ο Κατηγορούμενος επέμεινε κατηγορηματικά στον ισχυρισμό του ότι όταν βγήκε έξω για να χωρίσει τον γιο του με τον ΜΚ1 αυτοί χτυπιούνταν αναμεταξύ τους διευκρινίζοντας μάλιστα τον τρόπο με τον οποίο τοποθέτησε τα χέρια του ανάμεσα στο σώμα τους για να τους σηκώσει προς τα πάνω και να τους χωρίσει. Επέμεινε επίσης κατηγορηματικά και στην θέση του ότι σε καμία περίπτωση δεν χτύπησε τον ΜΚ1 προσθέτοντας μάλιστα ότι δεν γνωρίζει τον λόγο που έγινε η συγκεκριμένη καταγγελία εναντίον του. Προς υποστήριξη των θέσεων του Κατηγορουμένου παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο δίνοντας μαρτυρία ενόρκως και ο ανήλικος γιος του ο οποίος σήμερα έχει ηλικία 16 ετών. Ο Γ. Χ είναι ο ΜΥ
- Κατά την κυρίως εξέταση του αναφέρθηκε στο επεισόδιο που είχε επισυμβεί την 24.07.
- Σύμφωνα με την εκδοχή του, ενώ βρισκόντουσαν σε παρακείμενο χωράφι της γειτονιάς στην οποία διαμένουν και έπαιζαν ποδόσφαιρο, ο παραπονούμενος κλωτσούσε την μπάλα επιτηδευμένα προς το μέρος του για να τον χτυπήσει. Όπως ο ΜΥ1 ανάφερε αρχικά το πήρε για αστείο ενώ στην συνέχεια κλώτσησε την μπάλα προς την αδερφή του με αποτέλεσμα να την χτυπήσει. Τότε ο ίδιος εκνευρίστηκε και αφού τον πλησίασε του έδωσε μια κλοτσιά πάνω στο πόδι του και ο ΜΚ1 έπεσε κάτω στο έδαφος. Επειδή όπως υποστήριξε φοβήθηκε έτρεξε προς το σπίτι του και αφού εισήλθε στην βεράντα του σπιτιού του και κρατούσε το κάγκελο για να μην εισέλθει ο παραπονούμενος, ο τελευταίος ανέβηκε πάνω στην βεράντα και τότε αρπάχτηκαν από τους ώμους τους. Επίσης ισχυρίστηκε ότι ο παραπονούμενος την στιγμή εκείνη έσπρωχνε το κάγκελο για να το ανοίξει ενώ ο ΜΥ1 το κρατούσε για να τον απωθήσει. Τότε σύμφωνα με τον ΜΥ1 επενέβηκε ο πατέρας του ο οποίος αφού τους «άνοιξε» χώρισαν ενώ ο παραπονούμενος εξύβρισε τον Κατηγορούμενο με την φράση «εχτύπησες με ρε μπαστάρτε». Κατά την αντεξέταση του ΜΥ1 από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, του υποβλήθηκε η θέση ότι δεν ανέφερε την αλήθεια στο Δικαστήριο για τα όσα είχα επισυμβεί αφού ο Κατηγορούμενος είναι ο πατέρας του και γι' αυτό δεν θέλει να καταδικαστεί γιατί θα υποστεί και τις συνέπειες του νόμου. Ο ΜΥ1 επέμεινε ότι τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο είναι η αλήθεια και ότι ο Κατηγορούμενος δεν χτύπησε τον παραπονούμενο γιατί ο ίδιος που ήταν παρόν, δεν αντιλήφθηκε κάτι τέτοιο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση ,την ακεραιότητα και την ειλικρίνεια τους, τους λόγους που είχαν για να πιστεύουν ή να θυμούνται αυτά για τα οποία κατέθεσαν την φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd 1998 1 Α.Α.Δ 820). Επίσης έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 243/12, ημερομηνίας 02.05.14). Σε σχέση με την μαρτυρία του παραπονούμενου, κρίνω καταρχήν σκόπιμο να αναφέρω ότι η εκδοχή που υποστήριξε τόσο ενόρκως όσο και στην απομαγνητοφώνηση της οπτικογραφημένης κατάθεσης που του είχε ληφθεί για το τρόπο που εξελίχθηκε ο καυγάς με τον ΜΥ1 μέχρι και να επέμβει ο Κατηγορούμενος, δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Υπεράσπισης. Ούτε και αμφισβητήθηκε η θέση του παραπονούμενου ότι κατά την στιγμή που ο Κατηγορούμενος είχε αφιχθεί στο σημείο που βρισκόντουσαν τα δύο παιδιά, ο παραπνούμενος βρισκόταν πάνω από το σώμα του ΜΥ1 τον οποίο και είχε τοποθετήσει στο έδαφος για να τον χτυπήσει. Το μόνο που αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση και έχει υποβληθεί στον παραπονούμενο κατά την αντεξέταση του είναι το ότι ο Κατηγορούμενος σε καμία περίπτωση δεν τον χτύπησε χαστουκίζοντας τον στο πρόσωπο. Συγκεκριμένα του υποβλήθηκε ότι είπε ψέματα για το περιστατικό αυτό και ότι ουσιαστικά το ψέμα του το επανέλαβε και στην μητέρα του αλλά και στον πατέρα του. Όπως έχω εξηγήσει ανωτέρω ο παραπονούμενος κατά τον χρόνο που επεσυνέβη το περιστατικό αυτό ήταν ηλικίας μόνο 13 ετών ενώ σήμερα αφού έχουν παρέλθει 5 χρόνια έχει κλείσει τα 18. Ο παραπονούμενος παρά το νεαρό της ηλικίας του άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν κατηγορηματικός στις θέσεις του και η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. Επέμεινε στις ίδιες θέσεις τόσο για τον τρόπο που εξελίχθηκε το περιστατικό μέχρι να δεχτεί να χτυπήματα στο πρόσωπο από τον Κατηγορούμενο όσο και στον τρόπο που ο Κατηγορούμενος τον χαστούκισε. Μάλιστα ήταν κατηγορηματικός στην θέση του ότι ο Κατηγορούμενος τον χαστούκισε και με τα δύο του χέρια και στις δύο πλευρές του προσώπου του 2 με 3 φορές χωρίς να μπορεί να καθορίσει τις φορές με ακρίβεια. Επίσης εξήγησε ότι τα χαστουκίσματα που δέχτηκε ήταν δυνατά. Ο μάρτυρας επέμεινε επίσης σταθερά στην θέση του, ότι από τα χαστούκια που δέχτηκε στο πρόσωπο είχε σημάδια τόσο κατά την στιγμή που επισυνέβηκε το περιστατικό όσο και μετέπειτα όταν αφίχθηκε στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός για να εξεταστεί από τους γιατρούς. Ο παραπονούμενος ήταν ειλικρινείς και αυθόρμητος. Η ειλικρίνεια και ο αυθορμητισμός του προκύπτουν μάλιστα και από το γεγονός ότι δεν δίστασε σε καμία περίπτωση να αναφέρει ότι η μητέρα του όταν αφίχθηκε στο σπίτι του Κατηγορούμενου για να ζητήσει τον λόγο γιατί τον χτύπησε ήταν έντονη φωνάζοντας στον Κατηγορούμενο. Μάλιστα αποδέχτηκε χωρίς κανένα δισταγμό ότι τον εξύβρισε. Ούτε επίσης αρνήθηκε ότι είχε σκοπό να χτυπήσει τον ΜΥ1 όταν τον είχε τοποθετήσει στο έδαφος ενώ αυτός κατά την στιγμή εκείνη βρισκόταν από πάνω του. Τα πιο πάνω σημεία της μαρτυρίας του αποτελούν και δείγμα της ειλικρίνειας του . Σε σχέση με την θέση της Υπεράσπισης, ότι ο παραπονούμενος δεν ανέφερε την αλήθεια στο Δικαστήριο επειδή στο Τεκμήριο 5 ισχυρίστηκε ότι ο Κατηγορούμενος την ώρα που τον χτυπούσε τον κρατούσε από τον αριστερό του ώμο ενώ καταθέτοντας ενόρκως υποστήριξε κάτι εντελώς διαφορετικό, ότι δηλαδή δεν τον κρατούσε από τον ώμο αλλά τον χτυπούσε και με τα δύο του χέρια στα μάγουλα, κρίνω ότι αυτή η διαφοροποίηση στην θέση του δεν είναι τόσο καθοριστική ούτως ώστε να μπορεί να κλονιστεί η αξιοπιστία του. Ο παραπονούμενος εξήγησε με πλήρη σαφήνεια ενόρκως για το πως εξελίχθηκε το επίδικο περιστατικό. Μάλιστα για ζητήματα που δεν θυμόταν να αναφέρει όπως για παράδειγμα από ποιο σημείο του σώματος του τον τράβηξε ο Κατηγορούμενος για να τον σηκώσει προς τα πάνω, απαντούσε με ειλικρίνεια ότι δεν ήταν σίγουρος γιατί δεν θυμόταν. Τονίζεται ότι η βασική θέση του μάρτυρα ότι πρώτα ο Κατηγορούμενος τον τράβηξε και τον σήκωσε προς τα πάνω ενώ στην συνέχεια τον χαστούκισε 2 με 3 φορές στο πρόσωπο και με τα δυο του τα χέρια, δεν διαφοροποιήθηκε σε καμία στιγμή κατά την αντεξέταση του και συνακόλουθα δεν έχει κλονιστεί. Ως είναι όμως νομολογημένο, δεν είναι κάθε αντίφαση που οδηγεί στην απόρριψη μαρτυρίας (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316). Για να κριθεί μια μαρτυρία ως αναξιόπιστη θα πρέπει να δημιουργούνται ρήγματα στην υπόθεση και οι αντιφάσεις να είναι ουσιαστικής μορφής σε σημείο που να πλήττεται καίρια η αξιοπιστία των μαρτύρων ή να φανερώνεται η διάθεσή τους να πουν ψέματα (βλ. Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390). Αντιφάσεις σε λεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μία μαρτυρία, η οποία κατά τα άλλα είναι πειστική. Αντίθετα τέτοιες αντιφάσεις δείχνουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τί θα κατέθεταν (βλ. Γιαννίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ 143). Οι αντιφάσεις θα πρέπει δε να αξιολογούνται μέσα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας (βλ. Νικολαΐδης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 645). Ερχόμενος τώρα στην θέση του παραπονούμενου ότι από το χαστούκισμα που δέχτηκε από τον Κατηγορούμενο στο πρόσωπο του προκλήθηκαν σημάδια τα οποία και υπήρχαν τόσο κατά την στιγμή που δέχτηκε τα χτυπήματα όσο και αργότερα κατά την μετάβαση του στο Νοσοκομείο Ευαγγελισμός, κρίνω ότι μπορώ να αποδεχτώ την μαρτυρία του ως προς το σημείο αυτό και την αποδέχομαι την για τους λόγους που θα εξηγήσω αμέσως πιο κάτω. Η Υπεράσπιση κάλεσε το Δικαστήριο να μην αποδεχτεί την θέση του παραπονούμενου αφού όπως εισηγήθηκε, κάτι τέτοιο δεν υποστηρίζεται από τα ιατρικά πιστοποιητικά που έχουν κατατεθεί (Τεκμήρια 6 και 7) αφού σε αυτά δεν καταγράφεται οποιοδήποτε εύρημα που να καταδεικνύει κάτι τέτοιο. Καταρχήν σημειώνεται ότι η πιο πάνω θέση του παραπονούμενου ότι αυτός έφερε σημάδια στο πρόσωπο υποστηρίζεται από την μητέρα του, δηλαδή την ΜΚ2 η οποία τον είδε αμέσως μετά το επίδικο περιστατικό αφού ήταν και η πρώτη που ο παραπονούμενος της το ανάφερε. Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε κατά την μαρτυρία της η ΜΚ2, όταν αυτή άνοιξε την πόρτα και αντίκρισε για πρώτη φορά μπροστά της τον παραπονούμενο είπε τα εξής « θυμούμαι ήταν τόσο κόκκινος , οι βούτσιες του, τα αφτιά του.και του είπα.. Σ. μου τι έπαθες». Τονίζεται ότι αυτά τα λεγόμενα της ΜΚ2 αναφορικά με το κοκκίνισμα τόσο στα μάγουλα όσο και στα αυτιά του παραπονούμενου αλλά και τι πραγματικά η ίδια αντιλήφθηκε δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Η αξιοπιστία του παραπονούμενου δεν κλονίζεται ούτε και επειδή στο περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού δεν αναφέρεται οποιαδήποτε ερυθρότητα στις παρειές του . Και αυτό γιατί, πρώτον, το Δικαστήριο δεν μπορεί να γνωρίζει ή να εξάξει οποιοδήποτε συμπέρασμα για ποιο λόγο δεν έχουν καταγραφεί τα σημάδια που έφερε στο πρόσωπο ο παραπονούμενος, αφού οι γιατροί που τον εξέτασαν δεν κλήθηκαν για να καταθέσουν οτιδήποτε επί του περιεχομένου τους. Ούτε και μπορώ να αποκλείσω την πιθανότητα ότι οι γιατροί που εξέτασαν τον παραπονούμενο να μην τα έχουν καταγράψει είτε λόγω παραδρομής είτε γιατί δεν το θεώρησαν σημαντικό εύρημα για να καταγραφεί. Σημειώνεται βεβαίως ότι ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία κοινής επίθεσης και συνεπώς δεν απαιτείται η προσαγωγή οποιασδήποτε μαρτυρίας περί ύπαρξης ευρημάτων ή τραυματισμών προς απόδειξη της κατηγορίας. Υπό το φως των πιο πάνω αποδέχομαι ότι ο παραπονούμενος από τα χαστούκια που δέχτηκε από τον Κατηγορούμενο έφερε σημάδια στο πρόσωπο, δηλαδή ήταν κοκκινισμένα τα μάγουλα του και τα αυτιά του, όπως και η ΜΚ2 άλλωστε υποστήριξε και η οποία ήταν η πρώτη που είδε τον παραπονούμενο αμέσως μετά το επίδικο περιστατικό και κατά χρόνο μάλιστα που το κοκκίνισμα στα μάγουλα αλλά και στα αυτιά του ήταν φρέσκο. Υπό το φως των πιο πάνω η μαρτυρία του παραπονούμενου γίνεται αποδεκτή και ο μάρτυρας κρίνεται αξιόπιστος. Η μαρτυρία της ΜΚ2 δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Αυτό ουσιαστικά που της υποβλήθηκε ως θέση, είναι ότι ο ανήλικος τότε γιός της δηλαδή ο παραπονούμενος, της είπε ψέματα ότι χτυπήθηκε από τον Κατηγορούμενο. Η ΜΚ2 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο αφού το μόνο που κλήθηκε ουσιαστικά να αναφέρει ήταν να εξιστορήσει τα όσα είχαν περιπέσει στην αντίληψη της αλλά και τα όσα η ίδια έπραξε αμέσως μετά που ενημερώθηκε από τον παραπονούμενο ότι χτυπήθηκε από τον Κατηγορούμενο αφού η ίδια δεν ήταν παρούσα στο περιστατικό. Η μάρτυρας ήταν έντονη και κατηγορηματική. Η συμπεριφορά της στο ειδώλιο του μάρτυρα θεωρώ ότι ήταν αναμενόμενη για μια μητέρα της οποίας εν προκειμένω το παιδί της είχε δεχτεί επίθεση από τον Κατηγορούμενο ενώ αυτό βρισκόταν σε ηλικία 13 ετών. Δεν κρίνω συνεπώς ότι ήταν υπερβολική. Ούτε και εντόπισα να διακατέχεται από οποιοδήποτε κακόβουλο κίνητρο εναντίον του Κατηγορούμενου. Τουναντίον όπως η ίδια υποστήριξε χωρίς να αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, αυτό που επιζητεί μέσω της καταγγελίας της είναι την τιμωρία του Κατηγορούμενου για την πράξη του και όχι οτιδήποτε άλλο όπως για παράδειγμα οποιοδήποτε χρηματικό ποσό. Η ΜΚ2 εξήγησε με λεπτομέρεια και σαφήνεια την κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο γιός της αλλά και το ποιο ακριβώς ήταν το παράπονο που έλαβε από αυτόν. Όπως μάλιστα εξήγησε κατά την μαρτυρία της ο λόγος που μετέβηκε άμεσα στην κατοικία του Κατηγορούμενου ήταν για να του ζητήσει τον λόγο γιατί χαστούκισε το παιδί της και δεν συμβούλευσε τόσο τον γιο της όσο και τον ΜΥ1 να μην τσακώνονται. Το μόνο σημείο της μαρτυρίας της που δεν μπορώ να αποδεχτώ είναι την θέση της ότι όταν προσέγγισε τον Κατηγορούμενο για να του ζητήσει τον λόγο δεν τον εξύβρισε. Και αυτό γιατί αφής στιγμής έχω αποδεχτεί την μαρτυρία του παραπονούμενου περί του αντιθέτου, θεωρώ ότι η πιο πάνω θέση της ΜΚ2 προβλήθηκε από την ίδια για να μην βρεθεί σε δύσκολη θέση για την πιθανόν υπερβολική συμπεριφορά που επέδειξε όταν αυτή έφτασε νευριασμένη μετά την αναφορά του παραπονούμενου στο σπίτι του Κατηγορούμενου. Έχει κριθεί βεβαίως νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 243/12, ημερομηνίας 02.05.14). Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία της ΜΚ2 γίνεται αποδεκτή με εξαίρεση το σημείο που έχω προαναφέρει. Από την αντίπερα όχθη ο Κατηγορούμενος δεν μου άφησε θετική εντύπωση. Και αυτό γιατί τα όσα ο Κατηγορούμενος υποστήριξε ενόρκως αλλά και μέσα από την γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία σε σχέση με τον τρόπο που εξελίχθηκε το επίδικο περιστατικό δεν υποβλήθηκαν στον παραπονούμενο για να μπορέσει να απαντήσει και να τοποθετηθεί. Πιο συγκεκριμένα, καταρχήν δεν υποβλήθηκε προς τον παραπονούμενο η θέση του Κατηγορούμενου ότι όταν τσακώνονταν με τον ΜΥ1 ήταν σκυφτοί ο ένας προς τον άλλο και αλληλοχτυπιόντουσαν. Ούτε και ότι ο Κατηγορούμενος όταν τους πλησίασε για να τους χωρίσει τοποθέτησε τα χέρια του ανάμεσα τους και τους ύψωσε προς τα πάνω. Ούτε και υποβλήθηκε προς τον παραπονούμενο ότι ο Κατηγορούμενος όταν τελικά κατάφερε να τους χωρίσει του είπε αυτά που υποστήριξε ότι του είπε. Η εκδοχή του παραπονούμενου ότι την στιγμή που ο Κατηγορούμενος επέμβηκε ο ίδιος είχε τοποθετημένο στο έδαφος τον ΜΥ1 και ο Κατηγορούμενος σήκωσε προς τα πάνω μόνο τον ίδιο για να τους χωρίσει δεν έχει αμφισβητηθεί. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι εάν η εκδοχή του Κατηγορούμενου ήταν η αληθινή θα είχε υποβληθεί κατά την αντεξέταση του παραπονούμενου για να απαντήσει κάτι που προφανώς εν προκειμένω δεν έχει συμβεί. Τονίζεται δε ότι η παράλειψη υποβολής ουσιώδους θέσης στην άλλη πλευρά κατά την αντεξέταση, δημιουργεί ρήγμα στην αξιοπιστία της πλευράς που παραλείπει να το πράξει (Πολυκάρπου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 149/15, ημερ. 25.4.17), όπως και εν προκειμένω. Η παράλειψη υποβολής των πιο πάνω θέσεων του Κατηγορούμενου έχει δημιουργήσει ρήγματα στην αξιοπιστία της μαρτυρίας του. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι δεν έχω εντοπίσει ότι τόσο ο παραπονούμενος όσο και η ΜΚ2 είχαν οποιοδήποτε κακόβουλο κίνητρο για να προβούν στην επίδικη καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου κατά την δεδομένη χρονική στιγμή. Υπό το φως των πιο πάνω ο Κατηγορούμενος κρίνεται αναξιόπιστος και η μαρτυρία του απορρίπτεται στο σύνολο της. Ούτε ο ΜΥ1 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Εξετάζοντας την μαρτυρία του έχω διαπιστώσει ότι όλες οι θέσεις που προωθήθηκαν από τον μάρτυρα για τον τρόπο που είχε εξελιχθεί το επίδικο περιστατικό, όταν αυτός δηλαδή τσακωνόταν με τον παραπονούμενο, δεν υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση του παραπονούμενου από την Υπεράσπιση για να μπορέσει να τοποθετηθεί. Αποτέλεσε βασική θέση του ΜΥ1 ότι όταν ο Κατηγορούμενος επέμβηκε για να τους χωρίσει και οι δύο ήταν σκυφτοί και πιασμένοι από τους ώμους ο ένας του άλλου ενώ ο ίδιος βρισκόταν από την μια μεριά του κάγκελου ενώ ο παραπονούμενος από την άλλη εννοώντας ότι κατά την στιγμή εκείνη τους χώριζε το κάγκελο της βεράντας του. Επίσης ισχυρίστηκε ότι ο παραπονούμενος έσπρωχνε το κάγκελο για να το ανοίξει. Ισχυρίστηκε ακόμη ότι ο πατέρας του, δηλαδή ο Κατηγορούμενος, τοποθέτησε τα χέρια του ανάμεσα τους και τους χώρισε αναφέροντας τους όταν τους είδε « τι κάμνετε δαμέ». Οι πιο πάνω θέσεις του ΜΥ1 οι οποίες ήταν βασικές δεν έχουν υποβληθεί στον παραπονούμενο κατά την αντεξέταση του. Εάν αυτές ήταν αληθινές όπως έχω αναφέρει και ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου θα είχαν προωθηθεί. Από την άλλη ήταν προφανές ότι ο ΜΥ1 απέκρυψε από το Δικαστήριο βασικά γεγονότα που εξελίχθηκαν κατά τον καυγά που είχε με τον παραπονούμενο και τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση του παραπονούμενου από την Υπεράσπιση. Όπως για παράδειγμα ότι ο ίδιος τον είχε τραβήξει προηγουμένως από τα μαλλιά του και ότι τον είχε κλωτσήσει στα γεννητικά του όργανα. Ούτε και φανέρωσε στο Δικαστήριο ότι ο ίδιος προηγουμένως είχε μπει σε γειτονικό σπίτι αρπάζοντας ένα σκουπόξυλο το οποίο και κρατούσε στα χέρια του μέχρι να του το πάρει κάποιο άλλο παιδί. Όλα τα πιο πάνω σημεία που έχω εντοπίσει σε συνδυασμό με την παράλειψη της υποβολής των θέσεων του προς τον παραπονούμενο έχουν εξανεμίσει το αληθινό της εκδοχής του και συνακόλουθα η μαρτυρία του απορρίπτεται. Ο ΜΥ1 κρίνεται αναξιόπιστος. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Υπό το φως της πιο πάνω αξιολόγησης και των παραδεκτών γεγονότων καταλήγω ότι στις 24/03/17 σε παρακείμενο χωράφι που βρίσκεται πλησίον τόσο του σπιτιού που διαμένει με την οικογένεια του ο παραπονούμενος όσο και του σπιτιού που διαμένει ο Κατηγορούμενος μαζί με τον ΜΥ1, ο παραπονούμενος μαζί με τον ΜΥ1 έπαιζαν ποδόσφαιρο. Σε κάποια στιγμή ο παραπονούμενος κλώτσησε την μπάλα χτυπώντας την μικρή αδερφή του ΜΥ1 με αποτέλεσμα ο τελευταίος να επιτεθεί στον παραπονούμενο και να τον κλωτσήσει στα γεννητικά του όργανα και στην συνέχεια να τον τραβήξει από τα μαλλιά του. Ο παραπονούμενος επειδή εκνευρίστηκε αντέδρασε και άρχισε να κυνηγά τον ΜΥ1 ενώ ο τελευταίος εισήλθε στην αυλή ενός γειτονικού σπιτιού και πήρε ένα ένα σκουπόξυλο στα χέρια του με σκοπό να επιτεθεί στον παραπονούμενο. Ο ξάδερφος του παραπονούμενου που ήταν παρόν στην σκηνή έπιασε από τον ΜΥ1 το σκουπόξυλο που κρατούσε στα χέρια του ενώ επιχείρησε να απωθήσει και τον παραπονούμενο από του να επιτεθεί στον ΜΥ1. Στην συνέχεια ο ΜΥ1 έτρεξε προς το σπίτι του για να φύγει και τότε ο παραπονούμενος αφού τον κυνήγησε τον πρόλαβε στο πεζοδρόμιο έξω από το σπίτι του. Ο παραπονούμενος τότε αφού τοποθέτησε στο έδαφος τον ΜΥ1 ανέβηκε από πάνω του και τον κρατούσε για να τον χτυπήσει. Ο Κατηγορούμενος όταν αντιλήφθηκε το περιστατικό αυτό τους προσέγγισε και άρπαξε τον παραπονούμενο από το σώμα του σηκώνοντας τον προς τα πάνω. Αμέσως άρχισε να τον χαστουκίζει πάνω στα μάγουλα και με τα δύο του τα χέρια. Από τα χτυπήματα που δέχτηκε ο παραπονούμενος του προκλήθηκαν σημάδια δηλαδή κοκκινίσματα τόσο τα μάγουλα όσο και τα αυτιά του. Ο παραπονούμενος αμέσως έτρεξε προς το σπίτι του και αφού χτύπησε την πόρτα η ΜΚ2 του άνοιξε. Η ΜΚ2 επειδή αντιλήφθηκε ότι ήταν κοκκινισμένα τα μάγουλα αλλά και τα αυτιά του τον ρώτησε τι συμβαίνει. Ο παραπονούμενος τότε της ανέφερε ότι τον έδειρε ο Κατηγορούμενος. Τότε η ΜΚ2 μετέβηκε στο σπίτι του Κατηγορούμενου για να ζητήσει τον λόγο. Κατά την παρουσία της έξω από το σπίτι του Κατηγορούμενου ήταν έντονη, του φώναζε και τον εξύβρισε. Ακολούθως αφίχθηκε και ο πατέρας του παραπονούμενου ο οποίος επίσης ζητούσε τον λόγο από τον Κατηγορούμενο γιατί να χτυπήσει το παιδί του. Στην συνέχεια ο παραπονούμενος μετέβηκε στο Νοσοκομείο Ευαγγελισμός για να εξεταστεί ενώ συνέχισε να φέρει σημάδια, δηλαδή ερυθρότητα στο πρόσωπο. Στα ιατρικά πιστοποιητικά που εκδόθηκαν από τους ιατρούς που τον εξέτασαν δεν καταγράφηκαν οποιαδήποτε ευρήματα που να αφορούν τα κοκκινίσματα που είχε στα μάγουλα ο παραπονούμενος. Ο παραπονούμενος επίσης μετέβηκε στην αστυνομία στις 27/03/17 όπου μετά από γραπτή συγκατάθεση του πατέρα του, λήφθηκε οπτικογραφημένη κατάθεση η οποία καταγράφηκε σε βιντεοκασέτα και η απομαγνητοφώνηση της οποίας αποτελεί το Τεκμήριο 5. Ο Κατηγορούμενος ανακρίθηκε από την αστυνομία την 10/04/17 και μεταξύ των ωρών 1625 - 1700 και στην συνέχεια κατηγορήθηκε γραπτώς χωρίς να παραδεχθεί ενοχή. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το αδίκημα της κοινής επίθεσης ρυθμίζεται από το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, το οποίο προνοεί ως ακολούθως: «Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές». Επίθεση αποτελεί οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση να προκαλέσει ή με αδιαφορία (recklessly) αν θα προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο τον φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (Βλ. R v. Vienna
(1975)3 All E R 788). Ο όρος χρησιμοποιείται και με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο πρόσωπο χωρίς την συναίνεσή του. Έτσι, περιλαμβάνει την επιβολή ή χρήση παράνομης βίας στο πρόσωπο άλλου χωρίς την συγκατάθεσή του. Η ένοχη διάνοια (mens rea) που πρέπει να υπάρχει για να στοιχειοθετήσει το αδίκημα είναι πρόθεση (intention) για επιβολή βίας στο πρόσωπο άλλου ή απερισκεψία (recklessness) ως προς το κατά πόσο θα επιβληθεί βία. Στην υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 574 λέχθηκε ότι ο Νόμος δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση χρήσης βίας. Απαγορεύει την χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα, παρανόμως (unlawfully). Με αυτή την έννοια η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο Κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Δεδομένων των πιο πάνω νομικών αρχών και των ευρημάτων στα οποία έχω καταλήξει, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η Κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει τόσο την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Από την τεθείσα ενώπιον μου μαρτυρία εκείνο που προκύπτει είναι ότι o Κατηγορούμενoς στις 24/03/17 όταν αντιλήφθηκε τον παραπονούμενο να βρίσκεται πάνω από τον γιό του, δηλαδή τον ΜΥ1, τον οποίο και είχε τοποθετήσει στο έδαφος για να τον χτυπήσει αφού προηγουμένως είχαν τσακωθεί, τράβηξε τον παραπονούμενο από πάνω από τον ΜΥ1 και αφού τον σήκωσε όρθιο άρχισε να χαστουκίζει στα μάγουλα και πιο συγκεκριμένα στις δύο πλευρές του προσώπου του, και με τα δύο του τα χέρια. Η ενέργεια του Κατηγορούμενου να χαστουκίσει τον παραπονούμενο εμπίπτει αδιαμφισβήτητα στην έννοια της επίθεσης. Το χαστούκισμα στο πρόσωπο είναι μορφή βίας η οποία ασκήθηκε από τον Κατηγορούμενο εναντίον του παραπονούμενου χωρίς την συγκατάθεσή του και επομένως παράνομα. Υπό το φως των πιο πάνω ο Κατηγορούμενος άσκησε πραγματική και παράνομη βία προς το πρόσωπο του παραπονούμενου χωρίς την συγκατάθεσή του. Και με πρόθεση ως η ενέργεια προκύπτει από τις πιο πάνω περιγραφείσες συνθήκες υπό τις οποίες η πιο πάνω πράξη τελέσθηκε. Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει την 1η κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........... Σ. Συμεού, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο