← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ ΠΠΑΛΑΣ, Aρ. Υπόθεσης 1562/19, 8/8/2022

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ ΠΠΑΛΑΣ, Aρ. Υπόθεσης 1562/19, 8/8/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B88 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 1562/19 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν - ΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ ΠΠΑΛΑΣ Ημερομηνία: 08.08.22 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Παπαλαζάρου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Η. Ηλιάδης Κατηγορούμενος : παρόν Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, αντιμετωπίζει την κατηγορία της δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (1η κατηγορία) και την κατηγορία της απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (2η κατηγορία). Αντιμετώπιζε επίσης και την κατηγορία της δημόσιας εξύβρισης (1η κατηγορία) για την οποία όμως ο Κατηγορούμενος αθωώθηκε και απαλλάχθηκε από το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Πιο συγκεκριμένα κατηγορείται επί το ότι την 11.01.19 στο χωρίο Στρουμπί της Επαρχίας Πάφου και σε δημόσιο χώρο, εξύβρισε τον ΜΚ2 με την φράση που αναφέρεται στις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας καθώς και επί το ότι τον απείλησε τον παραπονούμενο, προκαλώντας του τρόμο, με την φράση « να πάεις τζειπάνω στο Πολέμι που δουλεύκεις, θα δείς ότι εγώ θα σου κάμω τζαι άλλα κακά». Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή στις εναντίον του κατηγορίες και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Η Κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της, κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας με σκοπό να αποδείξει την υπόθεση της, δηλαδή τον εξεταστή της υπόθεσης (ΜΚ1) και τον παραπονούμενο (ΜΚ2). Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, το Δικαστήριο καθοδηγούμενο από τις αρχές της νομολογίας, αποφάσισε ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία καταδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση ενοχής εναντίον του Κατηγορούμενου αναφορικά με την κατηγορία της απειλής (2η κατηγορία) ενώ σε ότι αφορά την κατηγορία την δημόσιας εξύβρισης ο Κατηγορούμενος απαλλάχθηκε από το στάδιο αυτό. Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία αναφορικά με την κατηγορία της απειλής και επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση,. ενώ κάλεσε προς υποστήριξη ττης εκδοχής του, ου ένα μάρτυρα υπεράσπισης, τον ΜΥ1. . ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ένας μάρτυρας μπορεί, επίσης, να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου

(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 και Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Πρώτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή κλήθηκε και κατέθεσε ο Αστ. Μ. Παπαγεωργίου, εξεταστής της υπόθεσης (ΜΚ1). Κατά την κυρίως εξέταση της, υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης (Τεκμήριο 1). Κατά την μαρτυρία του αναφέρθηκε στις ενέργειες που προέβηκε ως εξεταστής. Κατέθεσε στο Δικαστήριο την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 2) και την γραπτή του κατηγορία (Τεκμήριο 3). Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας, αποδέχθηκε την θέση της υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος με τον ΜΚ2 έχουν διαφορές και ότι μάλιστα εξαιτίας αυτών των διαφορών προέβηκαν σε καταγγελίες στην αστυνομία. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι καταχωρήθηκαν ένεκα του πιο πάνω επίδικου επεισοδίου δύο υποθέσεις στο Δικαστήριο εκ των οποίων η μία είναι η παρούσα, ενώ η άλλη εκκρεμεί στο Δικαστήριο εναντίον του παραπονούμενου. Υπέδειξε επίσης κατά την αντεξέταση του, ότι οι διαφορές που έχουν μεταξύ του προέκυψαν λόγω του ότι το καφενείο του Κατηγορούμενου γειτνιάζει με το υπό ανέγερση εστιατόριο του παραπονούμενου. Επίσης ότι οι διαφορές αυτές δημιουργήθηκαν και μετά από καταγγελία που έγινε από τον Κατηγορούμενο για επέμβαση σε δημόσιο δρόμο, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να επέμβει και η Επαρχιακή Διοίκηση. Όπως ο ΜΚ1 εξήγησε αντεξεταζόμενος, κατά την κατ' ισχυρισμό τέλεση των πιο πάνω αδικημάτων δεν ήταν παρών και συνεπώς ο ίδιος, δεν μπορεί να γνωρίζει, τι έχει συμβεί κατά την επίδικη ημερομηνία. Αξιολογώντας τον ΜΚ1 διαπίστωσα ότι κατά την μαρτυρία του ήταν αντικειμενικός. Απαντούσε στις ερωτήσεις που του τέθηκαν κατά την αντεξέταση του μόνο για όσα είχαν περιέλθει στην αντίληψη του, ενώ και δεν έχω αντιληφθεί να μεροληπτεί, αντιλήφθηκα να είναι μεροληπτικός είτε υπέρ του παραπονούμενου είτε υπέρ του Κατηγορούμενου. Σημειώνεται, ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε από την υΥπεράσπιση. Συνακόλουθα αποδέχομαι την μαρτυρία του ως ορθή και αληθινή, γι' αυτό και ο ΜΚ1 κρίνεται αξιόπιστος. Βασικός μάρτυρας για την απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας αρχής, είναι ο παραπονούμενος, (ΜΚ2). Κατά την κυρίως εξέταση του, κατέθεσε την γραπτή του κατάθεση αφού προηγουμένως την υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Τεκμήριο 4). Αποτέλεσε βασική θέση του ΜΚ2, ότι ο Κατηγορούμενος, υπό την ιδιότητα του ως κοινοτάρχης στο χωριό Στρουμπί, εσκεμμένα του προκαλεί του δημιουργεί διάφορα προβλήματα με σκοπό για ννα τον εμποδίσει από τουν να ολοκληρώσει το έργο που οικοδομεί, δηλαδή τα 4 διαμερίσματα και το ένα εστιατόριο επειδή αυτά ανεγείρονται πλησίον του καφενείου που διατηρεί και, λόγω του ότι αυτά βρίσκονται δίπλα από το καφενείο που ήδη λειτουργεί. Σύμφωνα πάντοτε με την εκδοχή του ΜΚ2, ο Κατηγορούμενος, σε διάφορες περιπτώσεις, τον έχει απειλήσει ότι δεν θα τον αφήσει να ανοίξει λειτουργήσει το εστιατόριο που κτίζει και μάλιστα ότι σε άλλες περιπτώσεις υλοποίησε τις απειλές του προκαλώντας του στο υποστατικό του διάφορες κακόβουλες ζημιές. Ο ΜΚ2 εξήγησε αναφορικά με το επίδικο περιστατικό ότι από την απειλή που δέχτηκε από τον Κατηγορούμενο την 11.01.19 στο μηχανουργείο του ΜΥ1, ένεκα της πιο πάνω απειλής που εκστόμισε ο Κατηγορούμενος εναντίον του και λόγω των σο ίδιος λόγω των συνεχιζόμενων και επαναλαμβανόμενων προστριβών που έχουν μεταξύ τους, φοβήθηκε περιστατικών που έχουν προκληθεί στο παρελθόν, ο ίδιος ένιωσε φόβο για ενδεχόμενη υλοποίηση της απειλής τόσο εναντίον του ιδίου και της οικογένειας του όσο και ενάντια στην περιουσία του, αναφέροντας μάλιστα ότι αυτός ήταν και ο λόγοςτου, που γι' αυτό και μετέβηκε στην αστυνομία για να τον καταγγείλει. προβεί στην επίδικη καταγγελία. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση για το αληθές των ισχυρισμών του. Πιο συγκεκριμένα υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι η καταγγελία του είναι ψευδής. Επίσης, του υποβλήθηκε η θέση ότι προχώρησε στην συγκεκριμένη καταγγελία εκδικητικά,, λόγω του ότι, ο Κατηγορούμενος ενεργώντας ως κοινοτάρχης του χωριού προσπάθησε απλά να επιβάλει την τάξη και την νομιμότητα στις αυθαιρεσίες που ο ίδιοςίδιος ο παραπονούμενος επιχείρησε να πράξει πραγματοποιήσει σε σχέση με την παράνομη επέμβαση στον του προς τον δημόσιο δρόμο και πιο συγκεκριμένα στο σημείο που βρίσκεται το υπό ανέγερση υποστατικό του. Ο ΜΚ2 απαντώντας, διαφώνησε κατηγορηματικά στις πιο πάνω θέσεις. Υποστήριξε δε, ότι ο Κατηγορούμενος με την συμπεριφορά του και τις ενέργειες που προβαίνει επιτιδευμένα συνεχώς και τις οποίες εξήγησε, προσπαθεί να τον εμποδίσει από το να διεκπεραιώσει τις εργασίες του και συνακόλουθα να λειτουργήσει την επιχείρηση του. Σε σχέση με το επίδικο περιστατικό ο ΜΚ2 αντεξεταζόμενος υποστήριξε κατηγορηματικά, ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν στο μηχανουργείο του ΜΥ1 και ότι παρόν ήταν και ο γιος του τελευταίου. . Παρόν επίσης ήταν και ο γιός του τελευταίου. Ο ΜΚ2, μάρτυρας ανέφερε ότι μετέβηκε στο πιο πάνω μηχανουργείο κα αφού συνάντησε τον ι είπε στον Κατηγορούμενο του ζήτησε να σταματήσει να τον ενοχλεί ενεργεί προκαλώντας του ζημιές, αφού την ίδια ημέρα είχε διαπιστώσει και την μετακίνηση του ελαφριού οδοστρώματος που ο ίδιος είχε τοποθετήσει. Επίσης όπως εξήγησε του και ότι μάλιστα του ζήτησε να από δω και στο εξής να έχουν φιλικές σχέσεις. είναι φίλοι. Τότε σύμφωνα με τον ΜΚ2, ο παραπονούμενος άρχισε να μιλά μεγαλόφωνος προς τον ίδιο και απειλώντας τον του ανέφερε την φράση «να πάεις τζιπάνω στο Πολέμι που δουλεύκεις, θα δείς ότι εγώ θα σου κάμω τζαι άλλα κακά». Επίσης υποστήριξε αντεξεταζόμενος ότι επειδή παρόν στο περιστατικό αυτό ήταν τόσο τον απείλησε και μάλιστα του είπε ότι αν ο ΜΥ1 όσο και ο γιός του, ο Κατηγορούμενος τους προειδοποίησε ότι αν μαρτυρήσουν εναντίον του στο Δικαστήριο ο ίδιος δεν θα τους πάρει ξανά τα μηχανήματα στο μηχανουργείο τους για συντήρηση. Σύμφωνα με τον μάρτυρα από την πιο πάνω απειλή ένιωσε φόβο γι' αυτό πήγε και στην αστυνομία. Ο ΜΚ2 επίσης ανέφερε ότι ο ΜΥ1 του είπε ότι δεν μπορεί να μαρτυρήσει υπέρ του στο Δικαστήριο γιατί θα έχει προβλήματα με τον Θα προχωρήσω στην συνέχεια να αξιολογήσω τον ΜΚ2. Έχω παρατηρήσει τον μάρτυρα καθ' όλη την διάρκεια τόσο της κυρίως εξέτασης όσο και της αντεξέτασης του από το ειδώλιο του μάρτυρα. Πιο συγκεκριμένα παρατήρησα με μεγάλη προσοχή το ύφος του, τον τρόπο που αυτός απαντούσε στις ερωτήσεις που του είχαν τεθεί καθώς και το περιεχόμενο των απαντήσεων που έδινε. Ο ΜΚ2 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Όλα τα πιο πάνω χαρακτηριστικά που είχε τόσο ο ίδιος όσο και το περιεχόμενο των απαντήσεων του με έχουν πείσει ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας αφού απαντούσε σε ότι και αν είχε ερωτηθεί με σταθερότητα, σαφήνεια και χωρίς κανένα δισταγμό. Ο μάρτυρας κατά την αντεξέταση του έδινε εξήγηση για το κάθε τι που ερωτάτο από την Υπεράσπιση και δεν δίστασε σε καμία περίπτωση να τοποθετηθεί ακόμη και στα ζητήματα για τα οποία του είχε καταλογιστεί ευθύνη αναφορικά με τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε στο υπό ανέγερση υποστατικό του, όπως για παράδειγμα ότι ο ίδιος είχε επέμβει στον δημόσιο δρόμο δίδοντας προς τούτο την δική του εξήγηση. Συγκεκριμένα στην σελ.12 των πρακτικών ημερ. 19.07.22 ο μάρτυρας ανέφερε χαρακτηριστικά «εγώ παραδέχομαι ότι έβαλα 30 πόντους χώμα για να φτιάξω τζιαχαμέ λίγο χώμα». Συμφώνησε μάλιστα στην υποβολή της υπεράσπισης αμέσως μετά, ότι ουδεμία άδεια είχε για να επέμβει. Όσον αφορά το επίδικο περιστατικό και τις θέσεις του, ο ΜΚ2 υποστήριξε τους ισχυρισμούς του χωρίς να υποπέσει σε οποιαδήποτε αντίφαση. Εξήγησε πως δέχτηκε την απειλή από τον Κατηγορούμενο μεγαλοφώνως ενώ ο ίδιος του μιλούσε με χαμηλό τόνο και σε φιλικό επίπεδο. Ο ΜΚ2 υποστήριξε, τόσο ενόρκως όσο και στην γραπτή του κατάθεση τους λόγους μάλιστα για τους οποίους από την απειλή του Κατηγορούμενου φοβήθηκε θέση η οποία γίνεται και αποδεκτή από το Δικαστήριο. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί, ότι η θέση του ΜΚ2 ότι ο Κατηγορούμενος ανέφερε στην παρουσία του τόσο στον ΜΥ1 όσο και στον γιό του τελευταίου που ήταν παρόν στην σκηνή ότι αν μαρτυρήσουν στο Δικαστήριο εναντίον του για τα όσα εκστόμισε κατά την στιγμή εκείνη εναντίον του ΜΚ2 θα έχουν ως αντίκτυπο να μην τους ξαναπάρει τα μηχανήματα του για συντήρηση (service), δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Συνεπώς , για όλους λοιπόν τους πιο πάνω λόγους που έχω εξηγήσει, ο ΜΚ2 κρίνεται αξιόπιστος και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. κοινοτάρχη. Η υπερ Ο ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ Ο Κατηγορούμενος από την άλλη επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση καταθέτοντας στο Δικαστήριο το Τεκμήριο 5. Παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενο της ανόμωτης δήλωσης του Κατηγορούμενου : «Είμαι ο κοινοτάρχης του χωριού Στρουμπί και το συγκεκριμένο επεισόδιο που έγινε στις 11.01.19 προκλήθηκε εξ' αιτίας της επέμβασης που έκανε στο δημόσιο δρόμο ο παραπονούμενος παράνομα. Για την επέμβαση στον δρόμο έχουν διαμαρτυρηθεί αρκετοί χωριανοί γραπτώς και προφορικώς. Για τον λόγο αυτό το Συμβούλιο σε συνεδρία που έκαμε στις 19.03.18 αποφάσισε να καταγγελθεί ο κ. Ανδρέας Ανδρέου και ο δρόμος να επαναφερθεί ως ήταν προηγουμένως. Σχετικές καταγγελίες έχουν γίνει και στην Έπαρχο Πάφου, την Πολεοδομία και το Τμήμα Δημοσίων Έργων. Δηλώνω στο Δικαστήριο ότι δεν έχω απειλήσει σε καμία περίπτωση τον παραπονούμενο, απλώς ενεργούσα ως κοινοτάρχης του χωριού με απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου για αποκατάσταση της νομιμότητας γι' αυτό και ο παραπονούμενος ενήργησε όπως ενήργησε. Δεν είχα κανένα προσωπικό ή άλλο συμφέρον. Εναντίον του παραπονούμενου εκκρεμεί η ποινική υπόθεση αρ.1569/19 ορισμένη στις 02.11.22 για ακρόαση, με την κατηγορία της εξύβρισης» Αναφορικά με την επιλογή ενός Κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να παραμείνει σιωπηλός το γεγονός αυτό δεν δύναται να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (Βλ. Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129). Η ανώμοτη δήλωση - όπως και η σιωπή - σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (Βλ. Themistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastassiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97). Έχει κάποια αξία η οποία θα πρέπει να εξετάζεται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας αλλά όχι τέτοια που να ισοδυναμεί με μαρτυρία (Βλ. Ονησιφόρου ν. The Police
(1987)2 CLR 261 και Ιωάννου & Συμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Δεν προσφέρεται για την απόδειξη ή την κατάρριψη γεγονότων. Ωστόσο, μπορεί από το περιεχόμενό της να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα που θα βοηθήσουν στην θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική σκοπιά. Η αξία της είναι πειστική παρά αποδεικτική (Βλ. Μαυρίκιου v. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 359). Στην υπόθεση Κρίνος Θεοχάρους ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 22 λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το πώς θα πρέπει να προσεγγίζεται η ανώμοτη δήλωση κατηγορούμενου: «Υπενθυμίζουμε ότι στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι (συμπεριλαμβανομένου και του εφεσείοντα) αφού κλήθηκαν σε απολογία επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση και να μην προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία, κάτι βέβαια που ήταν απόλυτο δικαίωμα τους. Σε τέτοια περίπτωση, ενόψει και του τεκμηρίου αθωότητας ενός κατηγορουμένου και της υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αυτό που εξετάζεται είναι (α) αν η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή είναι αξιόπιστη και (β) αν ναι, κατά πόσο είναι ικανοποιητική για να αποδείξει τις κατηγορίες. Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος δεν έδωσε ο ίδιος ένορκη κατάθεση ή ότι δεν παρουσίασε μάρτυρες, δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση». Ο Κατηγορούμενος μέσω της ανόμωτης του δήλωσης επιχείρησε ξεκάθαρα να υποστηρίξει την δική του εκδοχή. Υποστήριξε συγκεκριμένα, ότι σε καμία περίπτωση δεν απείλησε τον παραπονούμενο και ότι ο τελευταίος ενήργησε κατ' αυτόν τον τρόπο, υποβάλλοντας δηλαδή εναντίον του αυτή την ψευδή καταγγελία, επειδή ο Κατηγορούμενος ως Κοινοτάρχης του χωριού ενήργησε για να αποκαταστήσει την νομιμότητα στην παρανομία που είχε πράξει ο παραπονούμενος επεμβαίνοντας στον δημόσιο δρόμο. Εν' όψει της Νομολογίας που πιο πάνω αναφέρθηκε και αφ' ης στιγμής η μαρτυρία του ΜΚ2 έχει κριθεί αξιόπιστη αλλά και επειδή οι πιο πάνω θέσεις του Κατηγορούμενου δεν υποστηρίχθηκαν ενόρκως για να εξεταστεί και η αξιοπιστία τους, καμία βαρύτητα δεν θα προσδώσω στην ανώμοτη του δήλωση πλην της θέσης του ότι εναντίον του παραπονούμενου εκκρεμεί η ποινική υπόθεση υπ.αρ. 1569/19 η οποία είναι ορισμένη για ακρόαση την 02.11.22 για την κατηγορία της εξύβρισης. Και αυτό γιατί η πιο πάνω θέση του δεν αντικρούεται από άλλη αξιόπιστη μαρτυρία αφού και ο ΜΚ2 δεν αμφισβήτησε την εκκρεμοδικία της υπόθεσης αυτής εναντίον του. Σε σχέση τώρα με την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 2) σημειώνονται τα ακόλουθα. Σύμφωνα με το Αγγλικό σύγγραμμα The Modern Law of Evidence, Adrian Keane, 7h έκδοση, σελίδες 177-179 δηλώσεις οι οποίες γίνονται από τον Κατηγορούμενο προς την Αστυνομία (statements made on accusation) και οι οποίες συνιστούν παραδοχή (admission) είναι αποδεκτές ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους νοουμένου ότι ικανοποιούν τις προϋποθέσεις της αποδεκτότητας. Όσον αφορά στην Κυπριακή Νομολογία ενδεικτική επί του προκειμένου είναι η υπόθεση Καΐμης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 662 όπου αναφέρθηκε ότι όταν η κατάθεση ή δήλωση του κατηγορούμενου στην Αστυνομία είναι αυτοενοχοποιητική μπορεί να γίνει αποδεκτή για απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της. Όταν η κατάθεση ή δήλωση προς την Αστυνομία είναι μικτή (mixed) υπό την έννοια ότι περιέχει ουσιωδώς ενοχοποιητικά και αθωωτικά στοιχεία αυτή είναι εξ' ολοκλήρου αποδεκτή ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της (Βλ. R v. Duncan
(1981)73 Cr App R. 359, R v. Hamand
(1985)82 Cr App R. 65, R v. Sharp
(1988)1 All E R 65). Σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο είναι επιφορτισμένο με το καθήκον να εξετάσει την κατάθεση στην ολότητά της για να ανεύρει πού βρίσκεται η αλήθεια. Στην υπόθεση R v. Duncan
(1981)73 Cr App R. 359, που πιο πάνω μνημονεύεται, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι τα αθωωτικά στοιχεία της κατάθεσης που ο κατηγορούμενος είχε δώσει στην Αστυνομία δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά για τον λόγο ότι ήταν αυτοεξυπηρετικά. Το Εφετείο αποφάσισε ότι η κατάθεση έπρεπε να γίνει αποδεκτή στο σύνολό της τονίζοντας ότι σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να αξιολογούνται τόσο τα ενοχοποιητικά όσο και τα υπόλοιπα στοιχεία ιδιαίτερα όταν ο κατηγορούμενος δεν έχει προσφέρει μαρτυρία. Στην υπόθεση Χαράλαμπος Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Εκείνο το οποίο διασαφήνισε η υπόθεση Duncan είναι ότι κάθε μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Η προηγούμενη νομολογία στο θέμα αυτό ήταν ασαφής ή αντιφατική ως προς την αποδεικτική αξία των δηλώσεων που γίνονται στην κατάθεση του κατηγορουμένου που δεν συνιστούν παραδοχή* Δηλώσεις του κατηγορουμένου που συνιστούν άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος γίνονται παραδεκτές ως μαρτυρία κατ' εξαίρεση προς τον κανόνα που αποκλείει την εξ ακοής μαρτυρία (hearsay rule). Αυστηρή εφαρμογή του κανόνα περί εξ ακοής μαρτυρίας θα περιόριζε την αποδεικτική αξία του μέρους της κατάθεσης κατηγορουμένου που δεν συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή σε πρωτογενή μαρτυρία (original evidence). Στην υπόθεση Duncan αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Η προσέγγιση αυτή είναι και ρεαλιστική και δίκαιη. Τονίστηκε όμως στην Duncan ότι το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. Συνοψίζοντας η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης». Η πιο πάνω προσέγγιση συνάδει με την προσέγγιση που θα πρέπει το Δικαστήριο να υιοθετεί αναφορικά με γραπτές καταθέσεις κατηγορούμενου υπό το φως πλέον της τροποποίησης που επέφερε στον Περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9, ο Τροποποιητικός Νόμος 32(Ι)/2004. Μετά την πιο πάνω τροποποίηση καμία μαρτυρία δεν αποκλείεται σε οποιαδήποτε διαδικασία για τον λόγο και μόνο ότι είναι εξ' ακοής (Βλ. άρθρο 24 του Κεφ. 9). Επαφίεται δε στο Δικαστήριο να προσδώσει τέτοια βαρύτητα στην μαρτυρία αυτή ως ήθελε κρίνει σκόπιμο αφού λάβει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία (Βλ. άρθρο 27 του Κεφ. 9). Εξετάζοντας το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 27) παρατηρώ δεν εμπεριέχονται σε αυτή οποιεσδήποτε δηλώσεις που να συνιστούν άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Συνεπώς καμία βαρύτητα δεν μπορώ να προσδώσω στους ισχυρισμούς που έχουν προβληθεί από τον Κατηγορούμενο στην γραπτή του κατάθεση. Στην συνέχεια, ο Κατηγορούμενος, κάλεσε ένα μάρτυρα προς υπεράσπιση του. Συγκεκριμένα προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου και κατέθεσε ο Ανδρέας Νικολαίδης (ΜΥ1) ο οποίος διατηρεί μηχανουργείο στο χωριό Στρουμπί της Επαρχίας Πάφου. Σύμφωνα με την μαρτυρία του, κατά το επίδικο χρόνο ο Κατηγορούμενος ενώ βρισκόταν στο μηχανουργείο του επειδή του είχε πάρει ένα μηχάνημα για επιδιόρθωση συναντήθηκε με τον παραπονούμενο τον οποίο επίσης γνωρίζει από παλιά και άρχισαν να συζητούν μεταξύ τους για κάτι χώματα χωρίς όμως ο ίδιος να μπορεί να συγκρατήσει τι ακριβώς έλεγαν επειδή δεν είχε δώσει ιδιαίτερη σημασία αφού ασχολείτο με την επιδιόρθωση του μηχανήματος του Κατηγορούμενου. Σύμφωνα πάντοτε με την εκδοχή του, ο ΜΥ1 άκουσε τον Κατηγορούμενο να λέει στον παραπονούμενο χαρακτηριστικά «πήγαινε στην δουλειά σου και δεν έχω κουβέντα μαζί σου». Έτσι ο παραπονούμενος αποχώρησε από το μηχανουργείο του. Ο ΜΥ1 κατά την κυρίως εξέταση του υπήρξε κατηγορηματικός στην θέση ότι σε καμία περίπτωση ο Κατηγορούμενος κατά την διάρκεια της συζήτησης που είχαν, απείλησε τον παραπονούμενο. Αντεξεταζόμενος από την Κατηγορούσα Αρχή, κλήθηκε να ξεκαθαρίσει ποια είναι ακριβώς η σχέση που τον συνδέει με τον Κατηγορούμενο. Ο ΜΥ1 απαντώντας, ανέφερε, ότι ο Κατηγορούμενος έχει διάφορα μηχανήματα τα οποία τα παίρνει για επισκευή στο μηχανουργείο του καθώς επίσης και ότι τον γνωρίζει αρκετά χρόνια αφού και ο ίδιος κατάγεται από το Στρουμπί. Επίσης ανέφερε ότι γνωρίζει και τον παραπονούμενο αφού πριν από κάποια χρόνια διατηρούσε επιχείρηση δίπλα από το μηχανουργείο του. Ο ΜΥ1 ερωτήθηκε κατά πόσο κατά τον επίδικο χρόνο το περιστατικό εξελίχθηκε και στην παρουσία του γιού του, αλλά ο ίδιος δεν θυμόταν να αναφέρει. Ούτε επίσης θυμόταν να αναφέρει το ακριβές περιεχόμενο της συνομιλίας που είχαν μεταξύ τους ο Κατηγορούμενος με τον παραπονούμενο αναφορικά με τα χώματα για τα οποία συζητούσαν. Επέμεινε όμως στον ισχυρισμό του ότι παρόλα αυτά ουδέποτε άκουσε τον Κατηγορούμενο να απειλεί τον παραπονούμενο. Σύμφωνα μάλιστα με τον μάρτυρα, ότι το μόνο πράγμα που άκουσε τον Κατηγορούμενο να του λέει είναι την φράση « πήγαινε στην δουλειά σου και δεν έχω κουβέντα μαζί σου». Σημειώνεται, ότι οι πιο πάνω θέσεις του ΜΥ1 έτυχαν αμφισβήτησης από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής κατά την αντεξέταση του, αφού υποβλήθηκε η θέση, ότι ο λόγος της παρουσίας του στο Δικαστήριο ήταν για να ευνοήσει τον Κοινοτάρχη, δηλαδή τον Κατηγορούμενο. Εξετάζοντας την μαρτυρία του ΜΥ1 θα πρέπει να αναφέρω ότι ο μάρτυρας δεν άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν φανερό από την όλη στάση που τήρησε κατά την μαρτυρία του, ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να βοηθήσει τον Κατηγορούμενο. Οι θέσεις που προβλήθηκαν από τον ίδιο για το πώς εξελίχθηκε το όλο περιστατικό, δεν ήταν σαφείς αλλά ήταν γενικές και αόριστες. Πιο συγκεκριμένα ο ΜΥ1 δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί και να διαφωτίσει το Δικαστήριο για το περιεχόμενο της συνομιλίας που είχαν μεταξύ τους ο Κατηγορούμενος με τον ΜΥ1 στον μηχανουργείο του, πλην της γενικής αναφοράς του ότι συζητούσαν για κάτι χώματα. Ο ίδιος μάλιστα ανέφερε ότι δεν είχε δώσει σημασία γιατί εκείνη την ώρα εργαζόταν. Ούτε και ήταν σε θέση να θυμηθεί επίσης αν κατά την στιγμή εκείνη ήταν η όχι τελικά παρόν και ο γιός του. Η επιλεκτική έλλειψη μνήμης του μάρτυρα σε σχέση με όλα τα πιο πάνω γεγονότα, ενώ ταυτόχρονα από την άλλη ήταν σε θέση να εξηγήσει επακριβώς το τί άκουσε τον Κατηγορούμενο να λέει προς τον παραπονούμενο και να είναι κατηγορηματικός στην θέση του ότι ουδέποτε τον απείλησε δεν έπεισαν το Δικαστήριο ότι είναι μάρτυρας της αλήθειας. Τουναντίον μου έχουν δημιουργήσει την εντύπωση ότι η μαρτυρία του ήταν κατασκευασμένη και ότι αυτός προσήλθε στο Δικαστήριο με απώτερο σκοπό να υποστηρίξει την εκδοχή του Κατηγορούμενου. Πέραν των πιο πάνω, αξίζει βεβαίως να σημειωθεί ότι η φράση που δήθεν ξεστόμισε ο Κατηγορούμενος στον παραπονούμενο κατά την στιγμή εκείνη, εκτός του ότι σε καμία περίπτωση δεν έχει υποστηριχθεί από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο ούτε στην γραπτή του κατάθεση αλλά ούτε και στην ανόμωτη δήλωση του, προβάλλεται για πρώτη φορά στο Δικαστήριο αφού κάτι τέτοιο δεν έχει υποβληθεί ούτε καν στον ίδιο τον παραπονούμενο για να μπορέσει να τοποθετηθεί. Σύμφωνα με την νομολογία παράλειψη υποβολής ουσιώδους θέσης στην άλλη πλευρά κατά την αντεξέταση, όπως και εν προκειμένω, δημιουργεί ρήγμα στην αξιοπιστία της πλευράς που παραλείπει να το πράξει. Όπως ετέθη στην υπόθεση Pal κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551 η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται ιδιαίτερα βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό. (βλ. επίσης Adidas Sportshunfanbriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383 και Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 599 και Σιακαλλής ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 146). Συνακόλουθα, για όλους τους πιο πάνω λόγους που έχω εξηγήσει, η μαρτυρία του ΜΥ1 δεν γίνεται αποδεχτή από το Δικαστήριο και απορρίπτεται. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Ο παραπονούμενος την 11.01.19 στο χωριό Στρουμπί της Επαρχίας Πάφου διατηρούσε υπό ανέγερση οικοδομή η οποία βρίσκεται δίπλα από το καφενείο του Κατηγορούμενου ο οποίος είναι ο κοινοτάρχης του χωριού Στρουμπί, με την ονομασία, «Ελιά της Τζόγιας». Εξαιτίας του ότι ο παραπονούμενος στην υπό ανέγερση οικοδομή του έχει σκοπό να λειτουργήσει και αυτός εστιατόριο το οποίο θα βρίσκεται δίπλα από το καφενείο του Κατηγορούμενου, έχουν δημιουργηθεί μεταξύ τους αρκετές προστριβές τόσο συνοριακές όσο και άλλες σε προσωπικό επίπεδο. Την 11.01.19 και περί ώρα 1300, ενώ ο παραπονούμενος επισκέφθηκε την υπό ανέγερση οικοδομή του, διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος είχε μετακινήσει χωρίς την άδεια του το ελαφρύ οδόστρωμα που είχε τοποθετήσει την προηγούμενη ημέρα μπροστά από τον ανθώνα του εστιατορίου του. Τότε ο παραπονούμενος συνάντησε τον Κατηγορούμενο την ίδια ημέρα στο μηχανουργείο του ΜΥ1 το οποίο επίσης βρίσκεται στο ίδιο χωριό και προσπάθησε να του μιλήσει σε φιλικό επίπεδο για να επιλυθούν οι διαφορές που έχουν μεταξύ τους και να έχουν πλέον φιλικές σχέσεις. Ο Κατηγορούμενος που βρισκόταν στο μέρος γιατί είχε πάρει ένα από τα μηχανήματα του για επιδιόρθωση, άρχισε να μιλά μεγαλοφώνως στον παραπονούμενο, προειδοποιώντας τον μάλιστα, ότι θα του κόψει και την άλλη είσοδο του εστιατορίου του για να μην μπορεί να μπαίνει μέσα. Επίσης του εκστόμισε και την φράση «Να πάεις τζιπάνω στο Πολέμι που δουλεύκεις, θα δείς ότι εγώ θα σου κάμω τζαι άλλα κακά». Παρόν στο περιστατικό ήταν τόσο ο ΜΥ1 όσο και ο γιός του τελευταίου. Τότε ο παραπονούμενος επειδή φοβήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος θα προκαλέσει κακό τόσο στον ίδιο όσο και στην περιουσία του αλλά και στην οικογένεια του, μετέβηκε στην αστυνομία και προέβηκε σε καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου. Στην συνέχεια και πιο συγκεκριμένα την 19.01.19 λήφθηκε κατάθεση και από τον Κατηγορούμενο ο οποίος ανέφερε τους δικούς του ισχυρισμούς καταγγέλλοντας και αυτός τον παραπονουμενο ότι τον εξύβρισε. Την ίδια ημέρα ο ΜΚ1 κατηγόρησε τον Κατηγορούμενο γραπτώς. Εναντίον του παραπονούμενου εκκρεμεί η ποινική υπόθεση υπ. αρ. 1569/19 για το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης. κατά την κυρίως εξέταση του αναφέρθηκε στο επίδικο περιστατικό και απέδωσε την οργή του στην φράση που εκστόμισε η παραπονούμενη εναντίον του μακαρίτη του πεθερού του. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, δεν ήταν σε θέση να θυμάται το ακριβές περιεχόμενο της φράσης που η ΜΚ1 εκστόμισε αλλά όπως ο ίδιος εξήγησε στο Δικαστήριο, η ΜΚ1 καταφέρθηκε άσχημα για έναν άνθρωπο που κατά το τέλος της ζωής του είχε βασανιστεί πολύ. Ο Κατηγορούμενος επίσης αποδέχτηκε ότι ο τόνος της φωνής του ήταν έντονος κατά την στιγμή της διένεξης που υπήρξε με την ΜΚ1 αλλά όπως ισχυρίστηκε έτσι είναι γενικά ο τόνος της φωνής του και ότι γενικά μιλά έντονα. Αφού υιοθέτησε την γραπτή του κατάθεση, υποστήριξε κατηγορηματικά ότι η παραπονούμενη τον είχε προσβάλει με την συμπεριφορά της υποδεικνύοντας στο Δικαστήριο ότι η φράση που είχε εκστομίσει για δικηγόρους και Δικαστές στρεφόταν κατά του ιδίου, κάτι για το οποίο είχε έντονο παράπονο και ζήτησε από την αστυνομία να το επιληφθεί. Ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε επίσης ότι ουδέποτε απείλησε ή εξύβρισε την παραπονούμενη γιατί ουδέποτε θα έπραττε κάτι τέτοιο στην παρουσία δύο ανήλικων παιδιών αλλά και της πεθεράς του. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι ο λόγος της καταγγελίας της παραπονούμενης έγκειται στο γεγονός ότι αυτή φοβήθηκε ότι θα την καταγγείλει αφού προηγουμένως αυτή είχε καταφερθεί εναντίον του αποκαλώντας τον με λίγα λόγια ένα διεφθαρμένο δικηγόρο. Αντεξεταζόμενος από την Κατηγορούσα Αρχή ο Κατηγορούμενος επέμεινε στη βασικές του θέσεις. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής του υπέβαλε την θέση ότι όλα όσα ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέταση του δεν αποτελούν την πραγματική αλήθεια αλλά ουσιαστικά δικαιολογίες για να απαλλαγεί από την ευθύνη των πράξεων του. Επίσης του υπέβαλε την θέση ότι η πραγματική αλήθεια έχει ειπωθεί από την παραπονούμενη. Ο Κατηγορούμενος αρνούμενος, επέμεινε ότι η παραπονούμενη σε καμία περίπτωση ούτε απειλήθηκε αλλά ούτε και εξυβρίστηκε από τον ίδιο και ότι οι λόγοι της καταγγελίας της είναι αλλότριοι. Ο Κατηγορούμενος για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω δεν έχει αφήσει θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ο Κατηγορούμενος προώθησε κατά γνώμη μου μια κατασκευασμένη υπερασπιστική γραμμή και αυτό το διαπίστωσα γιατί παρουσίασε για πρώτη φορά τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση του, θέσεις προς υπεράσπιση του, οι οποίες δεν είχαν ειπωθεί ποτέ ξανά, ούτε δηλαδή κατά την υποβολή των θέσεων της υπεράσπισης προς την παραπονούμενη αλλά ούτε και στην γραπτή κατάθεση που έδωσε ο ίδιος στην αστυνομία μετά το περιστατικό. Καταρχήν θα πρέπει να τονίσω ότι η βασική θέση του Κατηγορούμενου για τους λόγους που σύμφωνα με τον ίδιο η ΜΚ1 προέβηκε στην συγκεκριμένη καταγγελία εναντίον του, δεν υποβλήθηκε ποτέ στην ΜΚ1 κατά την αντεξέταση της για να μπορέσει η ίδια να απαντήσει και να δώσει την δική της εξήγηση. Ο Κατηγορούμενος προέβαλε για πρώτη φορά την θέση κατά την δια ζώσης μαρτυρία του, ότι ο λόγος που η παραπονούμενη μετέβηκε στην αστυνομία και προέβηκε σε καταγγελία εναντίον του, δεν ήταν επειδή αυτή φοβήθηκε όπως ισχυρίστηκε από την απειλή που εκστόμισε εναντίον της και από την όλη γενικά συμπεριφορά του, δηλαδή που ήταν έντονος, αλλά επειδή η ίδια η ΜΚ1 φοβήθηκε που καταφερθεί προηγουμένως εναντίον του με την φράση που εκστόμισε αναφερόμενη σε διεφθαρμένους δικηγόρους και Δικαστές. Εδώ θα πρέπει να λεχθεί ότι σύμφωνα με την νομολογία η παράλειψη υποβολής ουσιώδους θέσης στην άλλη πλευρά κατά την αντεξέταση, δημιουργεί ρήγμα στην αξιοπιστία της πλευράς που παραλείπει να το πράξει (Πολυκάρπου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 149/15, ημερ. 25.4.17). Περαιτέρω κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι αφού εξέτασα την γραπτή κατάθεση του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 3) η οποία και υιοθετήθηκε από τον ίδιο ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, διαπιστώνω ότι ουδέποτε σε αυτήν προβλήθηκε ένας τέτοιος ισχυρισμός, ότι δηλαδή ο λόγος που κατά τον ίδιο υποβλήθηκε η συγκεκριμένη καταγγελία εναντίον του ήταν επειδή η ΜΚ1 φοβήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος θα την καταγγείλει που μίλησε με απαράδεκτο κατά τον ίδιο τρόπο για τους δικηγόρους και τους Δικαστές. Συνακόλουθα η πιο πάνω θέση του Κατηγορούμενου δεν γίνεται αποδεχτή ως αξιόπιστη και αληθινή και απορρίπτεται. Από την άλλη ο Κατηγορούμενος επιχειρώντας να δικαιολογήσει την έντονη συμπεριφορά που είχε κατά τον επίδικο χρόνο θέλοντας ουσιαστικά να αντικρούσει τα όσα η ΜΚ1 υποστήριξε κατά την μαρτυρία της, είναι φανερό ότι κατέβαλε αρκετή προσπάθεια για να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει έντονο χαρακτήρα με αποτέλεσμα και ο τόνος της φωνής του να είναι πάντοτε δυνατός. Με όλο τον σεβασμό προς τον Κατηγορούμενο η πιο πάνω θέση του δεν με έχει πείσει. Και αυτό γιατί είναι κάτι εντελώς διαφορετικό κάποιος να μιλά εκ φύσεως έντονα και κάτι εντελώς διαφορετικό κάποιος να είναι οργισμένος όπως άλλωστε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος λίγο προηγουμένως και κατά την κυρίως εξέταση του είχε παραδεχτεί και επιβεβαιώνει ουσιαστικά και την θέση της ΜΚ1 για την συμπεριφορά που είχε. Όπως χαρακτηριστικά ο Κατηγορούμενος ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του, η ΜΚ1 είχε προκαλέσει «την οργή του» επειδή αναφέρθηκε με άσχημα λόγια για τον μακαρίτη τον πεθερό του. Αξίζει να σημειωθεί επίσης ότι ο Κατηγορούμενος στην γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 3) παρουσίασε στην αστυνομία μια εντελώς διαφορετική εκδοχή για την συμπεριφορά που είχε απέναντι στην παραπονούμενη όταν αυτή μίλησε άσχημα για τον πεθερό του, από τα όσα υποστήριξε ο ίδιος ενόρκως. Πιο συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος στο Τεκμήριο 3 ανέφερε τα εξής : « τότε η κ. Λεμονάρη αντέδρασε και άρχισε να φωνάζει ότι την ενοχλούμε και μίλησε άσχημα για τον πεθερό μου, γεγονός που με εκνεύρισε «αλλά συγκρατήθηκα και την παρακάλεσα να απομακρυνθεί». Εδώ προκύπτει ότι ενώ από την μια ο Κατηγορούμενος στην γραπτή του κατάθεση υποστήριξε ότι όταν η παραπονούμενη μίλησε άσχημα για τον πεθερό του συγκρατήθηκε και μάλιστα την παρακάλεσε να απομακρυνθεί, από την άλλη κατά την κυρίως εξέταση του αναιρώντας αυτό τον ισχυρισμό παραδέχθηκε ότι η παραπονούμενη αναφερόμενη προς τον πεθερό του προκάλεσε την οργή του ενώ από την άλλη υποστήριζε κατηγορηματικά ότι εκ φύσεως μιλά έντονα και ότι αυτός είναι ό τόνος της φωνής του θέλοντας να πείσει ότι η συμπεριφορά του είχε παραμείνει στα επιτρεπτά όρια χωρίς να έχει ξεφύγει και άρα ότι η παραπονούμενη έλεγε ψέματα. Χωρίς αμφιβολία, οι πιο πάνω αντιφάσεις που διαπιστώνονται στην μαρτυρία του Κατηγορούμενου αναφορικά με τις θέσεις του για την συμπεριφορά που επέδειξε απέναντι στην παραπονούμενη κατά την στιγμή που εξελισσόταν το περιστατικό, αναμφίβολα κλονίζουν και την αξιοπιστία του. Ούτε και η θέση του Κατηγορούμενου ότι δεν απείλησε και εξύβρισε την Κατηγορούμενη με έχει πείσει. Ο Κατηγορούμενος υποστήριξε κατηγορηματικά ότι ο ίδιος ουδέποτε θα απειλούσε την παραπονούμενη αλλά ούτε και θα την εξύβριζε με την φράση «μαλακισμένη» μπροστά από δύο ανήλικα παιδιά αλλά και την πεθερά του που ήταν παρόντες στο σημείο. Εξετάζοντας την γραπτή του κατάθεση έχω διαπιστώσει ότι ούτε αυτή η θέση του η οποία ήταν βασική για την υπεράσπιση του εντοπίζεται στο Τεκμήριο 3. Είναι φανερό λοιπόν ότι ο Κατηγορούμενος έθεσε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τον πιο πάνω ισχυρισμό χρησιμοποιώντας ουσιαστικά τόσο την παρουσία της πεθεράς του όσο και των δυο ανήλικων παιδιών που ήταν στο μέρος για να πείσει απλά και μόνο το Δικαστήριο ότι ουδέποτε θα έπραττε κάτι τέτοιο και συνακόλουθα για να απαλλαγεί από την ευθύνη του. Πέραν των πιο πάνω τονίζεται επίσης ότι παρά το ότι ο Κατηγορούμενος υποστήριξε ότι η ΜΚ1 είχε προκαλέσει στον ίδιο εκνευρισμό επειδή καταφέρθηκε με άσχημα λόγια για τον μακαρίτη τον πεθερό του ο οποίος όπως εξήγησε βασανίστηκε κατά την τελευταία περίοδο της ζωής του πριν αποβιώσει, εντούτοις δεν έδωσε στο Δικαστήριο με σαφήνεια οποιαδήποτε πειστική εξήγηση ούτε κατά την κυρίως εξέταση αλλά ούτε και κατά την αντεξέταση του για το τί ακριβώς πραγματικά ειπώθηκε από την παραπονούμενη που ήταν τόσο άσχημο για να τον πεθερό του ούτως ώστε να τον εκνευρίσει τόσο πολύ και να προκαλέσει την οργή του όπως ο ίδιος παραδέχτηκε. Από τα πιο πάνω λοιπόν προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος προσπαθώντας να υπερασπιστεί τον εαυτό του με απώτερο σκοπό την αθώωση του από τις εναντίον τους κατηγορίες, προώθησε μια κατασκευασμένη υπερασπιστική γραμμή. Ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να διαστρεβλώσει τα λεγόμενα της ΜΚ1 προσάπτοντας ουσιαστικά στις φράσεις τις οποίες η ΜΚ1 παραδέχθηκε ότι εκστόμισε κατά τον διαπληκτισμό που είχαν μεταξύ τους, διαφορετικό περιεχόμενο και νόημα το οποίο θα ήταν βολικό για τον ίδιο ούτως ώστε να προωθήσει μια υπερασπιστική γραμμή η οποία όμως όπως έχω προαναφέρει δεν ήταν καθόλου πειστική. Συνακόλουθα η μαρτυρία του Κατηγορούμενου απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση τα όσα έχουν εκτεθεί ανωτέρω, βρίσκω ότι την 9η Φεβρουαρίου του 2018 στην Πάφο η ΜΚ1 μετακίνησε του καλάθους απορριμμάτων της πολυκατοικίας της για να τους προστατεύσει επειδή στο προηγούμενο σημείο που ήταν τοποθετημένοι υπήρχε υψομετρική διαφορά με αποτέλεσμα να δημιουργείται πρόβλημα κατά την περισυλλογή των απορριμμάτων από το σκυβαλοφόρο του Δήμου Πάφου με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να σπάσουν. Περί της 1430 η ΜΚ1 ενημερώθηκε τηλεφωνικώς από μια ένοικο της πολυκατοικίας της ότι υπήρχε πρόβλημα με την τοποθέτηση των καλάθων στο νέο σημείο και ότι δεχόταν αντιδράσεις από γειτονικό σπίτι. Η ΜΚ1 μετά από πάροδο 10 λεπτών αφίχθηκε στο μέρος όπου η γειτόνισσα της Ελένη, πεθερά του 1ου Κατηγορούμενου, της έκανε παρατήρηση για τους καλάθους. Ενώ η ΜΚ1 προσπαθούσε να της εξηγήσει τον λόγο που μετακίνησε τους καλάθους η Ελένη συνέχιζε να της φωνάζει και τότε βγήκε έξω από το σπίτι το γιός της ο οποίος άρχισε και αυτός να της φωνάζει και να της λέει με επιβλητικό τρόπο να μετακινήσει τους καλάθους της αλλιώς θα δει τι θα της κάμει. Σημειώνεται ότι η ΜΚ1 από την απειλή που εκστόμισε ο γιός της Ελένης δεν φοβήθηκε. Ενώ η διένεξη μεταξύ τους συνεχιζόταν και η ΜΚ1 προσπαθούσε με έντονο τόνο στην φωνή της να τους εξηγήσει γιατί μετακίνησε τους καλάθους της, βγήκε έξω από το σπίτι στην βεράντα ο 1ος Κατηγορούμενος και άρχισε να της φωνάζει να φύγει τους καλάθους με εχθρικό και επιθετικό τρόπο. Τότε η ΜΚ1 του απάντησε ότι θα τους φύγει μόνο αν της πει κάποιος από το Δημαρχείο και επίσης του είπε ποιος είναι αυτός που θα της πει να τους φύγει. Ακολούθως ο Κατηγορούμενος την εξύβρισε με την φράση «μαλακισμένη» και την απείλησε με την φράση «θα σου σπάσω τα μούτρα σου, θα σε λιώσω». Στην συνέχεια άρχισε να την προσβάλει μεγαλοφώνως ότι ο σύζυγος της ήταν φυλακή με σκοπό να τον ακούσουν οι παρευρισκόμενοι που υπήρχαν στο μέρος λόγω της αναστάτωσης που είχε προκληθεί. Η ΜΚ1 απάντησε στον Κατηγορούμενο με την φράση «ο άντρας μου είναι φυλακή για κάτι δικηγόρους και Δικαστές σαν εσένα» και τότε ο Κατηγορούμενος άρχισε να αποκαλεί τον σύζυγο της κλέφτη και απατεώνα ενώ η ΜΚ1 του απάντησε ότι είναι παλιόπαιδα τόσο αυτός όσο και ο γιος της γειτόνισσας της Ελένης. Η ΜΚ1 ενοχλήθηκε από τα λόγια που εκστόμισε ο 1ος Κατηγορούμενος τόσο εναντίον της όσο και εναντίον του συζύγου της αφού αναστατώθηκε και ένωσε προσβεβλημένη καθώς στο σημείο είχε μαζευτεί και κόσμος. Από την απειλή που εκστόμισε εναντίον της ο 1ος Κατηγορούμενος η ΜΚ1 φοβήθηκε αφού αυτός ήταν οργισμένος και σε έξαλλη κατάσταση αφού κατά τον χρόνο που εξελισσόταν το πιο πάνω περιστατικό τον συγκρατούσαν τόσο η πεθερά του όσο και ο γιος της για να μην της επιτεθεί. Επίσης η ΜΚ1 φοβήθηκε από την απειλή που δέχτηκε από τον 1ο Κατηγορούμενο γιατί ένιωθε μόνη και απροστάτευτη αφού ο σύζυγος της την περίοδο εκείνη βρισκόταν στην φυλακή. Έτσι λόγω της φόβου που ένιωσε από την απειλή που δέχτηκε αλλά και επειδή ο 1ος Κατηγορούμενος την εξύβρισε με την φράση «μαλακισμένη», μετέβηκε στην αστυνομία και προέβηκε στην συγκεκριμένη καταγγελία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το αδίκημα της 21ης κατηγορίας στηρίζεται στο άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόµο ή ανησυχία απειλώντας τον µε βία ή άλλη παράνοµη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκηµα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη». Ως προκύπτει από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
  1. Ο Κατηγορούμενος να απειλήσει άλλον µε βία ή άλλη παράνοµη πράξη ή παράλειψη.
  2. Με την εν λόγω απειλή να προκληθεί στο άλλο πρόσωπο τρόμος ή ανησυχία. Δεν είναι λοιπόν αρκετό για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, να αποδειχθεί η ύπαρξη απειλής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης. Θα πρέπει να αποδειχθεί περαιτέρω ότι η απειλή είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον παραπονούμενο. Το περιεχόμενο και η σημασία της απειλής για τον παραπονούμενο είναι συνεπώς βασικά για να διαπιστωθεί εάν πράγματι του προκλήθηκε τέτοιος τρόμος ή ανησυχία. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση ΚΟΥΣΟΥΛΟΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποιν. Έφ. 119/21 ημερ, 20.01.22 αναφέρθηκαν τα εξής : «το τι συνιστά απειλή είναι ζήτημα πραγματικό το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Ως προς την πρόκληση του τρόμου ή της ανησυχίας στον απειλούμενο, αυτό εξετάζεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να έχει πρόθεση εκφοβισμού του παραπονούμενου, έστω και αν δεν έχει σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Αυτή είναι η ένοχη διάνοια για την διάπραξη του αδικήματος. Το Δικαστήριο για να καταλήξει σε συμπέρασμα ύπαρξης πρόθεσης εκφοβισμού από τον Κατηγορούμενο, πρέπει να εξετάσει όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν το συμβάν. Τις περιστάσεις των εμπλεκομένων και την συμπεριφορά τους, τόσο πριν όσο και κατά την διάρκεια που εξελίσσεται το συμβάν, ακόμα και μετά από αυτό, καθώς και την φύση της απειλής». Στρεφόμενος στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης ην συγκεκριμένη περίπτωση ααπό την μαρτυρία που έχω ήδη αποδεχτεί προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος ενώ συναντήθηκε με τον Κατηγορούμενο στο μηχανουργείο του ΜΥ1 και προσπάθησε συνομιλήσει μαζί του φιλικά για το περιστατικό που είχε συμβεί προηγουμένως αναφορικά με την μετακίνηση του ελαφριού οδοστρώματος που είχε τοποθετήσει μπροστά από τον ανθώνα του εστιατορίου του, από την άλλη ο Κατηγορούμενος αντιδρώντας άρχισε να του μιλά μεγαλοφώνως να του λέει ότι βγήκε έξω από το θα του κόψει και την άλλη είσοδο του υπό ανέγερση εστιατορίου του για να μην μπορεί να μπαίνει μέσα, εκστομίζοντας μάλιστα στην συνέχεια την φράση «Να πάεις τζιπάνω στο Πολέμι που δουλεύκεις, θα δείς ότι εγώ θα σου κάμω τζαι άλλα κακά». σπίτι του οργισμένος και βρισκόταν σε έξαλλη κατάσταση σε σημείο μάλιστα που τον συγκρατούσαν άλλα πρόσωπα για να μην επιτεθεί στην ΜΚ
  3. Με βάση την όλη συμπεριφορά που επέδειξε ο Κατηγορούμενος είχε δίχως άλλο πρόθεση να εκφοβίσει τονην ΜΚ
  4. με σκοπό να αυτή να μετακινήσει άμεσα τους καλάθους που είχε τοποθετήσει σε σημείο που ενοχλούσε την πεθερά του, γι' αυτό και της εκστόμισε την φράση « θα σου σπάσω τα μούτρα σου, θα σε λιώσω» Δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι η φράση αυτή ( «θα σου κάμω τζαι άλλα κακά») εμπεριέχει παράνομη πράξη και συνεπώς συνιστά απειλή. Μάλιστα από την μαρτυρία που έχω αποδεχτεί προκύπτει ότι οη ΜΚ21 από την απειλή που ο Κατηγορούμενος εκστόμισε εναντίον του φοβήθηκε τόσο για τον ίδιο και την οικογένεια του, όσο και για την περιουσία του, γι' αυτό και μετέβηκε στην αστυνομία και προέβηκε σε καταγγελία. Υπό το φως των πιο πάνω δοσμένων περιστάσεων προκύπτει ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την 21η κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος.. Σε σχέση με το αδίκημα της 2ης κατηγορίας, δηλαδή αυτό της δημόσιας εξύβρισης ρυθμίζεται από το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, που έχει ως ακολούθως: «Όποιος σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουσθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει παρευρισκόμενο πρόσωπο σε επίθεση είναι ένοχος πλημμελήματος.». Προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δημόσιας εξύβρισης είναι: η εξύβριση άλλου προσώπου σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο μη δημόσιο με τρόπο ή κάτω από συνθήκες που είναι ενδεχόμενο να ακουσθεί σε δημόσιο χώρο και κατά τρόπο που είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως αναφέρεται στην Αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 ALL ER 1297: «An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it». Επίσης στην υπόθεση Bolster v. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 89 λέχθηκε ότι η εξύβριση στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατόν να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Επομένως, η ακριβής λεκτική απόδοση των εκφρασθέντων στερείται οιασδήποτε ουσιώδους σημασίας. Στις λέξεις που εκστομίζονται πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Δεν χρειάζεται απόδειξη στοιχείου πραγματικής πρόκλησης οποιουδήποτε παρευρισκομένου να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99 είναι ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Το κριτήριο είναι και πάλι αντικειμενικό, δηλαδή, κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί (Βλ. ΓΕ v. Ναταλία Καζίνα
(1999)2 ΑΑΔ 503 και Αχιλλέως v. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 98). Όσον αφορά στην έννοια του δημόσιου χώρου αυτή καθορίζεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε: «δημόσιος χώρος ή δημόσιο υποστατικό περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτήριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής καθώς και κτήριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση» Περαιτέρω από την μαρτυρία την οποία έχω αποδεχτεί προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος εκστόμισε προς την ΜΚ1 την φράση « μαλακισμένη» η οποία φράση με βάση τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας έχει υβριστικό περιεχόμενο. Κατά την εκστόμιση αυτής της φράσης ο Κατηγορούμενος βρισκόταν σε ιδιωτικό χώρο δηλαδή στην βεράντα του σπιτιού της πεθεράς του Ελένης ο οποίος όμως είναι πλησίον του δρόμου που είναι δημόσιος. Κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η φράση που εκστόμισε ο Κατηγορούμενος ήταν ενδεχόμενο να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρισκόταν σε δημόσιο χώρο αφού στο σημείο, δηλαδή στον δρόμο που εξελίχθηκε το επίδικο περιστατικό υπήρχαν παρευρισκόμενοι. Τέλος κρίνω ότι η εκστόμιση αυτής της φράσης θα μπορούσε να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. Υπό το φως των πιο πάνω η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει και την 2η κατηγορία που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Συνακόλουθα κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ........... Σ. Συμεού, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.