Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΑΠΑΘΕΟΧΑΡΟΥΣ κ.α., Aρ. Υπόθεσης 4510/18, 21/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B83 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 4510/18 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν -
- ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΑΠΑΘΕΟΧΑΡΟΥΣ
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ Ημερομηνία: 21.03.22 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Παπαλαζάρου Για τον Κατηγορούμενο: κα. Κ. Μαραβελάκη Κατηγορούμενοι: παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο 1ος Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (πρώτη κατηγορία) και της δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (δεύτερη κατηγορία). Ο 2ος Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μόνο μια κατηγορία δηλαδή την κατηγορία της απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (τρίτη κατηγορία). Πιο συγκεκριμένα κατηγορούνται επί το ότι στις 09.02.18 στην οδό Πειραίως στην Πάφο,ς ο 1ος Κατηγορούμενος απείλησε την Μαρίνα Ηροδότου Λεμονάρη από την Πάφο με την φράση «θα σου σπάσω τα μούτρα σου και θα σε λιώσω» αλλά και ότι την εξύβρισε με την φράση «μαλακισμένη», ενώ ο 2ος Κατηγορούμενος επί το ότι την απείλησε με την φράση «Να μετακινήσεις του καλάθους, αλλιώς θα δεις τι θα σου κάμω». Οι Κατηγορούμενοι δεν παραδέχθηκαν ενοχή στις εναντίον τους κατηγορίες οπότε και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Κλήθηκε, έτσι, και έδωσε μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή μόνο ένας μάρτυρας κατηγορίας, δηλαδή η παραπονούμενη Μαρίνα Ηροδότου Λεμονάρη (ΜΚ1). Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής το Δικαστήριο έκρινε ότι η υπό της Κατηγορούσας Αρχής προσαχθείσα μαρτυρία κατέδειξε εκ πρώτης όψεως υπόθεση ενοχής μόνο εναντίον του 1ου Κατηγορούμενου σε όλες τις εναντίον του κατηγορίες ενώ αναφορικά με τον 2ο Κατηγορούμενο κρίθηκε ότι η προσαχθείσα μαρτυρία δεν κατέδειξε εναντίον του εκ πρώτης όψεως υπόθεση ενοχής και έτσι απαλλάχθηκε από το στάδιο αυτό. Ο 1ος Κατηγορούμενος αφού κλήθηκε σε απολογία και του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ένας μάρτυρας μπορεί, επίσης, να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 και Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Πρώτη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή κλήθηκε και κατέθεσε η Μαρίνα Ηροδότου Λεμονάρη (ΜΚ1). Κατά την κυρίως εξέταση της, υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης (Τεκμήριο 1). Θέλοντας να διαφωτίσει το Δικαστήριο ποιο ήταν το σημείο που εξελίχθηκε το επίδικο περιστατικό, αλλά και τους λόγους για τους οποίους υπήρξε διαπληκτισμός αρχικά με την γειτόνισα της Ελένη, πεθερά του 1ου Κατηγορούμενου και μητέρα του 2ου Κατηγορούμενου, κατέθεσε σειρά από φωτογραφίες (Τεκμήριο 2Α- 2Γ) στις οποίες υπέδειξε διάφορα σημεία, όπως την πολυκατοικία στην οποία διαμένει αλλά και το σπίτι που βρισκόντουσαν οι Κατηγορούμενοι όταν υπήρξε η αντιπαράθεση μεταξύ τους. Η ΜΚ1 υπέδειξε επίσης επί των φωτογραφιών που κατέθεσε, τα σημεία στα οποία βρίσκονταν τοποθετημένοι οι καλάθοι της πολυκατοικίας της στο παρελθόν, αλλά και το σημείο που τους τοποθέτησε αφού τους μετακίνησε. Εξήγησε στην συνέχεια, ότι αφορμή για το επίδικο περιστατικό ήταν η απο μέρους της μετακίνηση των συγκεκριμένων καλάθων, γεγονός που ενόχλησε κατά την ίδια άνευ λόγου και αιτίας τόσο την γειτόνισσα της Ελένη όσο και τους δύο Κατηγορούμενους. Η ΜΚ1 εξήγησε δια ζώσης για ποιο λόγο έκρινε αναγκαίο να μετακινήσει τους επίδικους καλάθους. Σύμφωνα με την μάρτυρα, επειδή στο σημέιο που ήταν τοποθετημένοι μέχρι και την στιγμή πριν μετακινηθούν οι καλάθοι υπήρχε κάποια υψομετρική διαφορά στο έδαφος, αυτό είχε ως αποτέλεσμα κατά την περισυλλογή των σκουπιδιών από το σκυβαλοφόρο του Δήμου Πάφου αυτοί να ρίχνονται στο έδαφος με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να σπάσουν. Την 09/02/18 η ΜΚ1 ενημερώθηκε τηλεφωνικώς από μια άλλη ένοικο της πολυκατοικίας της ότι υπάρχει πρόβλημα με το σημείο που η ίδια τοποθέτησε τους καλάθους. Μάλιστα όπως ισυχρίστηκε, την στιγμή που της μιλούσε στο τηλέφωνο, η ένοικος αυτή δεχόταν αντιδράσεις από ένα γειτονικό σπίτι. Η ιδια όπως ανέφερε τόσο στην γραπτή της κατάθεση όσο και κατά την δια ζώσης μαρτυρία της, αφού έφθασε στο μέρος δέχθηκε αρχικά λεχτική επίθεση από την μητέρα του 2ου Κατηγορούμενου, Έλένη, και στην συνέχεια από τον 2ο Κατηγορούμενο ο οποίος της κουνούσε το δάκτυλο επιβλιτικά και της έλεγε να μετακινήσει τους καλάθους αλλιώς θα δει τι θα της κάμει. Στην συνέχεια όπως η μάρτυρας ανέφερε, επενέβηκε ο 1ος Κατηγορούμενος ο οποίος ήταν από την εξ' αρχής εχθρικός αφού με επιβλητικό και έντονο ύφος και τρόπο, της φώναζε να φύγει τους καλάθους. Η ίδια όπως ανέφερε αρνήθηκε να το πράξει απαντώντας στον 1ο Κατηγορούμενο ότι αυτό θα το πράξει μόνο αν της το ζητήσει το Δημαρχείο. Τότε αμέσως, σύμφωνα με την μάρτυρα, ο 1ος Κατηγορούμενος την εξύβρισε με την φράση «μαλακισμένη» και την απείλησε με την φράση «θα σου σπάσω τα μούτρα σου θα σε λιώσω». Η μάρτυρας υποστήριξε επίσης ότι ο 1ος Κατηγορούμενος την ρωτούσε μεγαλοφώνος μπροστά στον κόσμο που είχε μαζευτεί στο σημείο, αν ο σύζυγος της είναι στην φυλακή. Η ΜΚ1 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι όταν άκουσε από τον Κατηγορούμενο να λέει για τον σύζυγο της αυτή του απάντησε ότι ο άντρας της είναι στην φυλακή εξαιτίας κάτι δικηγόρων και Δικαστών σαν εσένα. Η διένεξη μεταξύ τους συνεχίστηκε και ο 1ος Κατηγορούμενος συνέχιζε να της φωνάζει μεγαλοφώνος ότι ο σύζυγος της είναι κλέφτης και απατεώνας. Η ΜΚ1 ανέφερε ότι ένεκα της πιο πάνω συμπεριφοράς των Κατηγορουμένων, τους αποκάλεσε παλιόπαιδα. Αποτέλεσε βασική θέση της ΜΚ1 ότι από την απειλή που δέχτηκε από τον 1ο Κατηγορούμενο φοβήθηκε αφού ήταν μια γυναίκα μόνη και απροστάτευτη, καθώς ο σύζυγος της εκείνο το χρονικό διάστυμα βρισκόταν στην φυλακή. Σύμφωνα με την ΜΚ1 επειδή φοβήθηκε μετέβηκε στην αστυνομία και προέβηκε σε καταγγελία. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ1 κλήθηκε από την υπεράσπιση να διευκρινίσει τους λόγους που προέβηκε στην μετακίνηση των καλάθων. Αυτό ήταν και το ουσιαστικότερο μέρος των ερωτήσεων της υπεράσπισης προς την παραπονούμενη. Η ΜΚ1 επανέλαβε την ίδια θέση με την κυρίως εξέταση της. Υποστήριξε κατηγορηματικά ότι ο λόγος της μετακίνησης των καλάθων ήταν η υψομετρική διαφορά που υπήρχε στο σημείο που ήταν τοποθετημένοι με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν κατά την περισυλλογή των σκουπιδιών να σπάσουν. Αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης ότι ο πραγματικός λόγος της μετακίνησης των καλάθων δεν ήταν αυτός που υποστήριξε η ίδια, αλλά τους μετακίνησε επειδή ήθελε να υπάρχει επιπλέον χώρος στάθμευσης για τα αυτοκίνητα της πολυκατοικίας τους. Η ΜΚ1 δεν αποδέχτηκε αυτή την θέση. Όσον αφορά τον 1ο Κατηγορούμενο η ΜΚ1 αντεξεταζόμενη υποστήριξε ότι πρώτη φορά στην ζωή της συνομιλούσε μαζί του και ότι τον γνώριζε μόνο εξ' όψεως. Σε σχέση με τις απειλές που δέχτηκε τόσο από τον 1ο όσο και από τον 2ο Κατηγορούμενο εξήγησε ότι δεν φοβήθηκε από την απειλή που εκστόμισε ο 2ος Κατηγορούμενος αλλά φοβήθηκε όταν την απείλησε ο 1ος Κατηγορούμενος ο οποίος ήταν εξ' αρχής πολύ επιθετικός σε σημείο μάλιστα που τον συγκρατούσαν τόσο ο 2ος Κατηγορούμενος όσο και η πεθερά του Ελένη για να μην της επιτεθεί. Μάλιστα η ΜΚ1 εξήγησε ότι από την όλη συμπεριφορά του 1ου Κατηγορούμενου ένιωσε και άσχημα αφού δύο ανήλικα παιδιά που ήταν μαζί τους στο μπαλκόνι του σπιτιού, έκλαιγαν βλέποντας τον 1ο Κατηγορούμενο σε τέτοια έξαλλη κατάσταση. Η υπεράσπιση υπέβαλε στην μάρτυρα την θέση ότι καθόλου δεν φοβήθηκε από την απειλή γιατί αν πράγματι φοβόταν θα μετακινούσε τους καλάθους αμέσως κάτι που τελικά όπως φάνηκε δεν έπραξε. Επίσης της υποβλήθηκε η θέση ότι αν πράγματι φοβόταν από την απειλή του 1ου Κατηγορούμενου, θα παρέμεινε στο μέρος που ήταν αρχικά και στεκόταν, δηλαδή σε απόσταση ασφαλέιας απο αυτούς, ενώ δεν θα κινείτο προς το μέρος των Κατηγορουμένων κατά την στιγμή που της φώναζαν. Επίσης της υποβλήθηκε η θέση ότι αν πράγματι φοβόταν δεν θα ήταν ούτε έντονη ούτε και κατηγορηματική στην θέση της για τους καλάθους κατά την διάρκεια της διένεξης που είχαν μεταξύ τους. Όλα τα πιο πάνω στοιχεία σύμφωνα με την υπεράσπιση κατέδειξαν δίχως άλλο ότι η ΜΚ1 δεν φοβήθηκε καθόλου. Από την άλλη, η ΜΚ1 απαντώντας στις πιο πάνω υποβολές της υπεράσπισης, εξήγησε ότι πράγματι μιλούσε έντονα γιατί θεωρούσε ότι είχε δίκαιο αλλά και ότι πράγματι κινήθηκε προς το μέρος των Κατηγορουμένων γιατί αυτή ήταν μια αντίδραση της στιγμής στην οποία προέβηκε θέλοντας ουσιαστικά να εκφραστεί και να ζητήσει τον λόγο από τον 1ο Κατηγορούμενο. Όπως η μάρτυρας χαρακτηριστικά είπε ήθελε να απευθυνθεί προς αυτόν και να του πεί «γιατί φωνάζεις, τι σου έκανα;». Τόνισε βεβαίως ότι επειδή ο σύζυγος της βρισκόταν στην φυλακή και ήταν μια γυναίκα μόνη και απροστάτευτη φοβήθηκε από την απειλή που της εκστόμισε ο 1ος Κατηγορούμενος τον οποίο δεν γνώριζε προσωπικά και ο οποίος βρισκόταν την συγκεκριμένη στιγμή σε έξαλλη κατάσταση και ήταν επιθετικός απέναντι της. Τέλος η παραπονούμενη αρνήθηκε ότι προέβηκε στην συγκεκριμένη καταγγελία για λόγους εντυπωσιασμού εξηγώντας ότι η ίδια δεν θα έπραττε κάτι τέτοιο απλά και μόνο για να υποστεί τέτοια μεγάλη ταλαιπωρία. Αξιολογώντας την ΜΚ1 διαπίστωσα ότι κατά την μαρτυρία της ήταν σαφής, κατηγορηματική και σταθερή. Η μαρτυρία της δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση της. Δεν έχω εντοπίσει καμία απολύτως ουσιώδη αντίφαση μεταξύ της γραπτής της κατάθεσης και της δια ζώσης μαρτυρίας της. Άφησε εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο και συνεπώς κρίνεται ως μάρτυρα της αλήθειας. Η ΜΚ1 απαντούσε με αμεσότητα σε όλες τις ερωτήσεις που της τέθηκαν από την υπεράσπιση και χωρίς κανένα απολύτος δισταγμό. Μάλιστα από τον τρόπο που απαντούσε κατά την δια ζώσης μαρτυρία της διαπίστωσα οτι δεν είχε κανένα απολύτως κακόβουλο κίνητρο εναντίον των Κατηγορούμενων. Αντιθέτως επεξήγησε με καθαρότητα τον λόγο αλλά και τον τρόπο που εξελίχθηκε το επίδικο περιστατικό και για ποιο λόγο μετέβηκε στην αστυνομία για να προβεί σε καταγγελία. Ο λόγος της ΜΚ1 είχες ροή και συνέχεια ενώ η ίδια αποδέχτηκε ότι από την απειλή που εκστόμισε ο 2ος Κατηγορούμενος εναντίον της δεν φοβήθηκε ενώ φοβήθηκε από την απειλή του 1ου Κατηγορούμενου διασαφηνίζοντας ότι η όλη συμπεριφορά και στάση που επέδειξε εναντίον της ήταν άκρως επιθετική αφού μάλιστα όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο 1ος Κατηγορούμενος είχε τόσο μεγάλο θυμό που αναγκάστηκαν να τον συγκρατούν τόσο ο 2ος Κατηγορούμενος όσο και η πεθερά του για να μην της επιτεθεί ενώ εκείνη την στιγμή τα ανήλικα παιδιά που ήταν μαζί τους είχαν φοβηθεί από την συμπεριφορά του και έκλαιγαν. Η πιο πάνω θέση της ΜΚ1 επιμαρτυρεί και την ειλικρίνεια της αφού η όλη στάση που τήρησε κατά την μαρτυρία της, αποδεικνύει εμπράκτως ότι δεν είχε οτιδήποτε προσωπικό με τους Κατηγορούμενους αλλά και ούτε οποιοδήποτε κακόβουλο κίνητρο για να τους οδηγήσει στο Δικαστήριο αφού εξάλλου αποδέχτηκε χωρίς κανένα δισταγμό ότι από την απειλή του 2ου Κατηγορούμενου δεν ένιωσε κανένα απολύτως φόβο. Δείγμα της ειλικρίνειας της ΜΚ1 αποτελεί και η αποδοχή από μέρους της, της θέσης, ότι πράγματι κατά τον διαπληκτισμό που είχε με τον Κατηγορούμενο καταφέρθηκε ενατνίον δικηγόρων και Δικαστών επεξηγώντας βέβαια στο Δικαστήριο τον λόγο που είχε αναφερθεί σε κάτι τέτοιο, χωρίς βέβαια να αποδέχεται σε καμία περίπτωση την φράση που ο Κατηγορούμενος της απέδωσε. Όπως επίσης αποδέχτηκε και ότι πράγματι είπε στην πεθερά του 1ου Κατηγορούμενου την φράση « τόσα χρόνια είχαμε τον μακαρίτη τον άντρα σου που μας έκαμνε παράπονα κάθε φορά να παρκάρουμε να αυτοκίνητα μας στην δικής μας πλευρά, στο δικό μας πεζοδρόμιο και τώρα . έχουμε πρόβλημα με τους καλάθους;» Δείγμα της ειλικρίνιας της ΜΚ1 αποτελεί και το γεγονός ότι σε καμία περίπτωση αυτή δεν δίστασε στην γραπτή της κατάθεση να αποκαλύψει ότι ενω διαπληκτιζόταν με τους Κατηγορούμενους, τους αποκάλεσε παλιόπαιδα. Όσον αφορά την θέση της υπεράσπισης ότι η ΜΚ1 δεν φοβήθηκε από την απειλή του 1ου Κατηγορούμενου διότι αφενός δεν μετακίνησε άμεσα τους καλάθους πράγμα που θα έπραττε αν πράγματι φοβόταν, αφετέρου δε γιατί αντί να απομακρυνθεί από το μέρος παρέμεινε εκεί και μάλιστα πλησίασε προς το μέρος που βρισκόντουσαν οι Κατηγορούμενοι απευθυνόμενη προς αυτούς με έντονο τρόπο, με όλο τον σεβασμό προς την υπεράσπιση η πιο πάνω θέση δεν με βρίσκει καθόλου σύμφωνο και αυτό γιατί με βάση την λογική η οποία αποτελεί και βασικό κριτήριο αξιολόγησης ενός μάρτυρα, είναι αναμενόμενο ότι κάθε άνθρωπος δεν λειτουργεί και δεν αντιδρά κατά τον ίδιο τρόπο. Εν προκειμένω κρίνω ότι η ΜΚ1 έχει παραθέσει στο Δικαστήριο μια άκρως ικανοποιητική εξήγηση για τους λόγους που αντέδρασε κατά τον πιο πάνω τρόπο, αφού όπως η ίδια εξήγησε την δεδομένη χρονική στιγμή ένιωθε έντονα αδικημένη γι' αυτό και ήταν κατηγορηματική πλησιάζοντας μάλιστα προς το σημείο που βρισκόντουσαν οι Κατηγορούμενοι. Εν κατακλείδι, παρατηρώντας την ΜΚ1 την στιγμή που κατέθετε από το ειδώλιο του μάρτυρα, έχω πειστεί ότι οι θέσεις που προέβαλε ήταν ειλικρινείς γι' αυτό και αποδέχομαι την μαρτυρία της στο σύνολο της. Αποδέχομαι συνεπώς και τις θέσεις της αναφορικά με τους λόγους που μετακίνησε τους καλάθους στο σημείο που τελικά ενόχλησε τον 1ο Κατηγορούμενο και την οικογένεια του ως αληθινούς και ειλικρινείς. Για όλους λοιπόν τους πιο πάνω λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω, η ΜΚ1 κρίνεται αξιόπιστη. Ο ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ Ο Κατηγορούμενος κατά την κυρίως εξέταση του αναφέρθηκε στο επίδικο περιστατικό και απέδωσε την οργή του στην φράση που εκστόμισε η παραπονούμενη εναντίον του μακαρίτη του πεθερού του. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, δεν ήταν σε θέση να θυμάται το ακριβές περιεχόμενο της φράσης που η ΜΚ1 εκστόμισε αλλά όπως ο ίδιος εξήγησε στο Δικαστήριο, η ΜΚ1 καταφέρθηκε άσχημα για έναν άνθρωπο που κατά το τέλος της ζωής του είχε βασανιστεί πολύ. Ο Κατηγορούμενος επίσης αποδέχτηκε ότι ο τόνος της φωνής του ήταν έντονος κατά την στιγμή της διένεξης που υπήρξε με την ΜΚ1 αλλά όπως ισχυρίστηκε έτσι είναι γενικά ο τόνος της φωνής του και ότι γενικά μιλά έντονα. Αφού υιοθέτησε την γραπτή του κατάθεση, υποστήριξε κατηγορηματικά ότι η παραπονούμενη τον είχε προσβάλει με την συμπεριφορά της υποδεικνύοντας στο Δικαστήριο ότι η φράση που είχε εκστομίσει για δικηγόρους και Δικαστές στρεφόταν κατά του ιδίου, κάτι για το οποίο είχε έντονο παράπονο και ζήτησε από την αστυνομία να το επιληφθεί. Ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε επίσης ότι ουδέποτε απείλησε ή εξύβρισε την παραπονούμενη γιατί ουδέποτε θα έπραττε κάτι τέτοιο στην παρουσία δύο ανήλικων παιδιών αλλά και της πεθεράς του. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι ο λόγος της καταγγελίας της παραπονούμενης έγκειται στο γεγονός ότι αυτή φοβήθηκε ότι θα την καταγγείλει αφού προηγουμένως αυτή είχε καταφερθεί εναντίον του αποκαλώντας τον με λίγα λόγια ένα διεφθαρμένο δικηγόρο. Αντεξεταζόμενος από την Κατηγορούσα Αρχή ο Κατηγορούμενος επέμεινε στη βασικές του θέσεις. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής του υπέβαλε την θέση ότι όλα όσα ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέταση του δεν αποτελούν την πραγματική αλήθεια αλλά ουσιαστικά δικαιολογίες για να απαλλαγεί από την ευθύνη των πράξεων του. Επίσης του υπέβαλε την θέση ότι η πραγματική αλήθεια έχει ειπωθεί από την παραπονούμενη. Ο Κατηγορούμενος αρνούμενος, επέμεινε ότι η παραπονούμενη σε καμία περίπτωση ούτε απειλήθηκε αλλά ούτε και εξυβρίστηκε από τον ίδιο και ότι οι λόγοι της καταγγελίας της είναι αλλότριοι. Ο Κατηγορούμενος για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω δεν έχει αφήσει θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ο Κατηγορούμενος προώθησε κατά γνώμη μου μια κατασκευασμένη υπερασπιστική γραμμή και αυτό το διαπίστωσα γιατί παρουσίασε για πρώτη φορά τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση του, θέσεις προς υπεράσπιση του, οι οποίες δεν είχαν ειπωθεί ποτέ ξανά, ούτε δηλαδή κατά την υποβολή των θέσεων της υπεράσπισης προς την παραπονούμενη αλλά ούτε και στην γραπτή κατάθεση που έδωσε ο ίδιος στην αστυνομία μετά το περιστατικό. Καταρχήν θα πρέπει να τονίσω ότι η βασική θέση του Κατηγορούμενου για τους λόγους που σύμφωνα με τον ίδιο η ΜΚ1 προέβηκε στην συγκεκριμένη καταγγελία εναντίον του, δεν υποβλήθηκε ποτέ στην ΜΚ1 κατά την αντεξέταση της για να μπορέσει η ίδια να απαντήσει και να δώσει την δική της εξήγηση. Ο Κατηγορούμενος προέβαλε για πρώτη φορά την θέση κατά την δια ζώσης μαρτυρία του, ότι ο λόγος που η παραπονούμενη μετέβηκε στην αστυνομία και προέβηκε σε καταγγελία εναντίον του, δεν ήταν επειδή αυτή φοβήθηκε όπως ισχυρίστηκε από την απειλή που εκστόμισε εναντίον της και από την όλη γενικά συμπεριφορά του, δηλαδή που ήταν έντονος, αλλά επειδή η ίδια η ΜΚ1 φοβήθηκε που καταφερθεί προηγουμένως εναντίον του με την φράση που εκστόμισε αναφερόμενη σε διεφθαρμένους δικηγόρους και Δικαστές. Εδώ θα πρέπει να λεχθεί ότι σύμφωνα με την νομολογία η παράλειψη υποβολής ουσιώδους θέσης στην άλλη πλευρά κατά την αντεξέταση, δημιουργεί ρήγμα στην αξιοπιστία της πλευράς που παραλείπει να το πράξει (Πολυκάρπου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 149/15, ημερ. 25.4.17). Περαιτέρω κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι αφού εξέτασα την γραπτή κατάθεση του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 3) η οποία και υιοθετήθηκε από τον ίδιο ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, διαπιστώνω ότι ουδέποτε σε αυτήν προβλήθηκε ένας τέτοιος ισχυρισμός, ότι δηλαδή ο λόγος που κατά τον ίδιο υποβλήθηκε η συγκεκριμένη καταγγελία εναντίον του ήταν επειδή η ΜΚ1 φοβήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος θα την καταγγείλει που μίλησε με απαράδεκτο κατά τον ίδιο τρόπο για τους δικηγόρους και τους Δικαστές. Συνακόλουθα η πιο πάνω θέση του Κατηγορούμενου δεν γίνεται αποδεχτή ως αξιόπιστη και αληθινή και απορρίπτεται. Από την άλλη ο Κατηγορούμενος επιχειρώντας να δικαιολογήσει την έντονη συμπεριφορά που είχε κατά τον επίδικο χρόνο θέλοντας ουσιαστικά να αντικρούσει τα όσα η ΜΚ1 υποστήριξε κατά την μαρτυρία της, είναι φανερό ότι κατέβαλε αρκετή προσπάθεια για να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει έντονο χαρακτήρα με αποτέλεσμα και ο τόνος της φωνής του να είναι πάντοτε δυνατός. Με όλο τον σεβασμό προς τον Κατηγορούμενο η πιο πάνω θέση του δεν με έχει πείσει. Και αυτό γιατί είναι κάτι εντελώς διαφορετικό κάποιος να μιλά εκ φύσεως έντονα και κάτι εντελώς διαφορετικό κάποιος να είναι οργισμένος όπως άλλωστε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος λίγο προηγουμένως και κατά την κυρίως εξέταση του είχε παραδεχτεί και επιβεβαιώνει ουσιαστικά και την θέση της ΜΚ1 για την συμπεριφορά που είχε. Όπως χαρακτηριστικά ο Κατηγορούμενος ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του, η ΜΚ1 είχε προκαλέσει «την οργή του» επειδή αναφέρθηκε με άσχημα λόγια για τον μακαρίτη τον πεθερό του. Αξίζει να σημειωθεί επίσης ότι ο Κατηγορούμενος στην γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 3) παρουσίασε στην αστυνομία μια εντελώς διαφορετική εκδοχή για την συμπεριφορά που είχε απέναντι στην παραπονούμενη όταν αυτή μίλησε άσχημα για τον πεθερό του, από τα όσα υποστήριξε ο ίδιος ενόρκως. Πιο συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος στο Τεκμήριο 3 ανέφερε τα εξής : « τότε η κ. Λεμονάρη αντέδρασε και άρχισε να φωνάζει ότι την ενοχλούμε και μίλησε άσχημα για τον πεθερό μου, γεγονός που με εκνεύρισε «αλλά συγκρατήθηκα και την παρακάλεσα να απομακρυνθεί». Εδώ προκύπτει ότι ενώ από την μια ο Κατηγορούμενος στην γραπτή του κατάθεση υποστήριξε ότι όταν η παραπονούμενη μίλησε άσχημα για τον πεθερό του συγκρατήθηκε και μάλιστα την παρακάλεσε να απομακρυνθεί, από την άλλη κατά την κυρίως εξέταση του αναιρώντας αυτό τον ισχυρισμό παραδέχθηκε ότι η παραπονούμενη αναφερόμενη προς τον πεθερό του προκάλεσε την οργή του ενώ από την άλλη υποστήριζε κατηγορηματικά ότι εκ φύσεως μιλά έντονα και ότι αυτός είναι ό τόνος της φωνής του θέλοντας να πείσει ότι η συμπεριφορά του είχε παραμείνει στα επιτρεπτά όρια χωρίς να έχει ξεφύγει και άρα ότι η παραπονούμενη έλεγε ψέματα. Χωρίς αμφιβολία, οι πιο πάνω αντιφάσεις που διαπιστώνονται στην μαρτυρία του Κατηγορούμενου αναφορικά με τις θέσεις του για την συμπεριφορά που επέδειξε απέναντι στην παραπονούμενη κατά την στιγμή που εξελισσόταν το περιστατικό, αναμφίβολα κλονίζουν και την αξιοπιστία του. Ούτε και η θέση του Κατηγορούμενου ότι δεν απείλησε και εξύβρισε την Κατηγορούμενη με έχει πείσει. Ο Κατηγορούμενος υποστήριξε κατηγορηματικά ότι ο ίδιος ουδέποτε θα απειλούσε την παραπονούμενη αλλά ούτε και θα την εξύβριζε με την φράση «μαλακισμένη» μπροστά από δύο ανήλικα παιδιά αλλά και την πεθερά του που ήταν παρόντες στο σημείο. Εξετάζοντας την γραπτή του κατάθεση έχω διαπιστώσει ότι ούτε αυτή η θέση του η οποία ήταν βασική για την υπεράσπιση του εντοπίζεται στο Τεκμήριο 3. Είναι φανερό λοιπόν ότι ο Κατηγορούμενος έθεσε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τον πιο πάνω ισχυρισμό χρησιμοποιώντας ουσιαστικά τόσο την παρουσία της πεθεράς του όσο και των δυο ανήλικων παιδιών που ήταν στο μέρος για να πείσει απλά και μόνο το Δικαστήριο ότι ουδέποτε θα έπραττε κάτι τέτοιο και συνακόλουθα για να απαλλαγεί από την ευθύνη του. Πέραν των πιο πάνω τονίζεται επίσης ότι παρά το ότι ο Κατηγορούμενος υποστήριξε ότι η ΜΚ1 είχε προκαλέσει στον ίδιο εκνευρισμό επειδή καταφέρθηκε με άσχημα λόγια για τον μακαρίτη τον πεθερό του ο οποίος όπως εξήγησε βασανίστηκε κατά την τελευταία περίοδο της ζωής του πριν αποβιώσει, εντούτοις δεν έδωσε στο Δικαστήριο με σαφήνεια οποιαδήποτε πειστική εξήγηση ούτε κατά την κυρίως εξέταση αλλά ούτε και κατά την αντεξέταση του για το τί ακριβώς πραγματικά ειπώθηκε από την παραπονούμενη που ήταν τόσο άσχημο για να τον πεθερό του ούτως ώστε να τον εκνευρίσει τόσο πολύ και να προκαλέσει την οργή του όπως ο ίδιος παραδέχτηκε. Από τα πιο πάνω λοιπόν προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος προσπαθώντας να υπερασπιστεί τον εαυτό του με απώτερο σκοπό την αθώωση του από τις εναντίον τους κατηγορίες, προώθησε μια κατασκευασμένη υπερασπιστική γραμμή. Ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να διαστρεβλώσει τα λεγόμενα της ΜΚ1 προσάπτοντας ουσιαστικά στις φράσεις τις οποίες η ΜΚ1 παραδέχθηκε ότι εκστόμισε κατά τον διαπληκτισμό που είχαν μεταξύ τους, διαφορετικό περιεχόμενο και νόημα το οποίο θα ήταν βολικό για τον ίδιο ούτως ώστε να προωθήσει μια υπερασπιστική γραμμή η οποία όμως όπως έχω προαναφέρει δεν ήταν καθόλου πειστική. Συνακόλουθα η μαρτυρία του Κατηγορούμενου απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση τα όσα έχουν εκτεθεί ανωτέρω, βρίσκω ότι την 9η Φεβρουαρίου του 2018 στην Πάφο η ΜΚ1 μετακίνησε του καλάθους απορριμμάτων της πολυκατοικίας της για να τους προστατεύσει επειδή στο προηγούμενο σημείο που ήταν τοποθετημένοι υπήρχε υψομετρική διαφορά με αποτέλεσμα να δημιουργείται πρόβλημα κατά την περισυλλογή των απορριμμάτων από το σκυβαλοφόρο του Δήμου Πάφου με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να σπάσουν. Περί της 1430 η ΜΚ1 ενημερώθηκε τηλεφωνικώς από μια ένοικο της πολυκατοικίας της ότι υπήρχε πρόβλημα με την τοποθέτηση των καλάθων στο νέο σημείο και ότι δεχόταν αντιδράσεις από γειτονικό σπίτι. Η ΜΚ1 μετά από πάροδο 10 λεπτών αφίχθηκε στο μέρος όπου η γειτόνισσα της Ελένη, πεθερά του 1ου Κατηγορούμενου, της έκανε παρατήρηση για τους καλάθους. Ενώ η ΜΚ1 προσπαθούσε να της εξηγήσει τον λόγο που μετακίνησε τους καλάθους η Ελένη συνέχιζε να της φωνάζει και τότε βγήκε έξω από το σπίτι το γιός της ο οποίος άρχισε και αυτός να της φωνάζει και να της λέει με επιβλητικό τρόπο να μετακινήσει τους καλάθους της αλλιώς θα δει τι θα της κάμει. Σημειώνεται ότι η ΜΚ1 από την απειλή που εκστόμισε ο γιός της Ελένης δεν φοβήθηκε. Ενώ η διένεξη μεταξύ τους συνεχιζόταν και η ΜΚ1 προσπαθούσε με έντονο τόνο στην φωνή της να τους εξηγήσει γιατί μετακίνησε τους καλάθους της, βγήκε έξω από το σπίτι στην βεράντα ο 1ος Κατηγορούμενος και άρχισε να της φωνάζει να φύγει τους καλάθους με εχθρικό και επιθετικό τρόπο. Τότε η ΜΚ1 του απάντησε ότι θα τους φύγει μόνο αν της πει κάποιος από το Δημαρχείο και επίσης του είπε ποιος είναι αυτός που θα της πει να τους φύγει. Ακολούθως ο Κατηγορούμενος την εξύβρισε με την φράση «μαλακισμένη» και την απείλησε με την φράση «θα σου σπάσω τα μούτρα σου, θα σε λιώσω». Στην συνέχεια άρχισε να την προσβάλει μεγαλοφώνως ότι ο σύζυγος της ήταν φυλακή με σκοπό να τον ακούσουν οι παρευρισκόμενοι που υπήρχαν στο μέρος λόγω της αναστάτωσης που είχε προκληθεί. Η ΜΚ1 απάντησε στον Κατηγορούμενο με την φράση «ο άντρας μου είναι φυλακή για κάτι δικηγόρους και Δικαστές σαν εσένα» και τότε ο Κατηγορούμενος άρχισε να αποκαλεί τον σύζυγο της κλέφτη και απατεώνα ενώ η ΜΚ1 του απάντησε ότι είναι παλιόπαιδα τόσο αυτός όσο και ο γιος της γειτόνισσας της Ελένης. Η ΜΚ1 ενοχλήθηκε από τα λόγια που εκστόμισε ο 1ος Κατηγορούμενος τόσο εναντίον της όσο και εναντίον του συζύγου της αφού αναστατώθηκε και ένωσε προσβεβλημένη καθώς στο σημείο είχε μαζευτεί και κόσμος. Από την απειλή που εκστόμισε εναντίον της ο 1ος Κατηγορούμενος η ΜΚ1 φοβήθηκε αφού αυτός ήταν οργισμένος και σε έξαλλη κατάσταση αφού κατά τον χρόνο που εξελισσόταν το πιο πάνω περιστατικό τον συγκρατούσαν τόσο η πεθερά του όσο και ο γιος της για να μην της επιτεθεί. Επίσης η ΜΚ1 φοβήθηκε από την απειλή που δέχτηκε από τον 1ο Κατηγορούμενο γιατί ένιωθε μόνη και απροστάτευτη αφού ο σύζυγος της την περίοδο εκείνη βρισκόταν στην φυλακή. Έτσι λόγω της φόβου που ένιωσε από την απειλή που δέχτηκε αλλά και επειδή ο 1ος Κατηγορούμενος την εξύβρισε με την φράση «μαλακισμένη», μετέβηκε στην αστυνομία και προέβηκε στην συγκεκριμένη καταγγελία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το αδίκημα της 1ης κατηγορίας στηρίζεται στο άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόµο ή ανησυχία απειλώντας τον µε βία ή άλλη παράνοµη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκηµα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη». Ως προκύπτει από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Ο Κατηγορούμενος να απειλήσει άλλον µε βία ή άλλη παράνοµη πράξη ή παράλειψη.
- Με την εν λόγω απειλή να προκληθεί στο άλλο πρόσωπο τρόμος ή ανησυχία. Δεν είναι λοιπόν αρκετό για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, να αποδειχθεί η ύπαρξη απειλής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης. Θα πρέπει να αποδειχθεί περαιτέρω ότι η απειλή είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον παραπονούμενο. Το περιεχόμενο και η σημασία της απειλής για τον παραπονούμενο είναι συνεπώς βασικά για να διαπιστωθεί εάν πράγματι του προκλήθηκε τέτοιος τρόμος ή ανησυχία. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση ΚΟΥΣΟΥΛΟΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποιν. Έφ. 119/21 ημερ, 20.01.22 αναφέρθηκαν τα εξής : «το τι συνιστά απειλή είναι ζήτημα πραγματικό το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Ως προς την πρόκληση του τρόμου ή της ανησυχίας στον απειλούμενο, αυτό εξετάζεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να έχει πρόθεση εκφοβισμού του παραπονούμενου, έστω και αν δεν έχει σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Αυτή είναι η ένοχη διάνοια για την διάπραξη του αδικήματος. Το Δικαστήριο για να καταλήξει σε συμπέρασμα ύπαρξης πρόθεσης εκφοβισμού από τον Κατηγορούμενο, πρέπει να εξετάσει όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν το συμβάν. Τις περιστάσεις των εμπλεκομένων και την συμπεριφορά τους, τόσο πριν όσο και κατά την διάρκεια που εξελίσσεται το συμβάν, ακόμα και μετά από αυτό, καθώς και την φύση της απειλής». Στρεφόμενος στην συγκεκριμένη περίπτωση από την μαρτυρία που έχω ήδη αποδεχτεί προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος βγήκε έξω από το σπίτι του οργισμένος και βρισκόταν σε έξαλλη κατάσταση σε σημείο μάλιστα που τον συγκρατούσαν άλλα πρόσωπα για να μην επιτεθεί στην ΜΚ
- Με βάση την όλη συμπεριφορά που επέδειξε είχε δίχως άλλο πρόθεση να εκφοβίσει την ΜΚ1 με σκοπό να αυτή να μετακινήσει άμεσα τους καλάθους που είχε τοποθετήσει σε σημείο που ενοχλούσε την πεθερά του, γι' αυτό και της εκστόμισε την φράση « θα σου σπάσω τα μούτρα σου, θα σε λιώσω» Δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι η φράση αυτή εμπεριέχει παράνομη πράξη και συνεπώς συνιστά απειλή. Μάλιστα από την μαρτυρία που έχω αποδεχτεί προκύπτει ότι η ΜΚ1 από την απειλή που ο Κατηγορούμενος εκστόμισε φοβήθηκε γι' αυτό και μετέβηκε στην αστυνομία και προέβηκε σε καταγγελία. Υπό το φως των πιο πάνω δοσμένων περιστάσεων προκύπτει ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την 1η κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Σε σχέση με το αδίκημα της 2ης κατηγορίας, δηλαδή αυτό της δημόσιας εξύβρισης ρυθμίζεται από το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, που έχει ως ακολούθως: «Όποιος σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουσθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει παρευρισκόμενο πρόσωπο σε επίθεση είναι ένοχος πλημμελήματος.». Προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δημόσιας εξύβρισης είναι: η εξύβριση άλλου προσώπου σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο μη δημόσιο με τρόπο ή κάτω από συνθήκες που είναι ενδεχόμενο να ακουσθεί σε δημόσιο χώρο και κατά τρόπο που είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως αναφέρεται στην Αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 ALL ER 1297: «An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it». Επίσης στην υπόθεση Bolster v. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 89 λέχθηκε ότι η εξύβριση στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατόν να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Επομένως, η ακριβής λεκτική απόδοση των εκφρασθέντων στερείται οιασδήποτε ουσιώδους σημασίας. Στις λέξεις που εκστομίζονται πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Δεν χρειάζεται απόδειξη στοιχείου πραγματικής πρόκλησης οποιουδήποτε παρευρισκομένου να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99 είναι ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Το κριτήριο είναι και πάλι αντικειμενικό, δηλαδή, κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί (Βλ. ΓΕ v. Ναταλία Καζίνα
(1999)2 ΑΑΔ 503 και Αχιλλέως v. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 98). Όσον αφορά στην έννοια του δημόσιου χώρου αυτή καθορίζεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε: «δημόσιος χώρος ή δημόσιο υποστατικό περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτήριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής καθώς και κτήριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση» Περαιτέρω από την μαρτυρία την οποία έχω αποδεχτεί προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος εκστόμισε προς την ΜΚ1 την φράση « μαλακισμένη» η οποία φράση με βάση τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας έχει υβριστικό περιεχόμενο. Κατά την εκστόμιση αυτής της φράσης ο Κατηγορούμενος βρισκόταν σε ιδιωτικό χώρο δηλαδή στην βεράντα του σπιτιού της πεθεράς του Ελένης ο οποίος όμως είναι πλησίον του δρόμου που είναι δημόσιος. Κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η φράση που εκστόμισε ο Κατηγορούμενος ήταν ενδεχόμενο να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρισκόταν σε δημόσιο χώρο αφού στο σημείο, δηλαδή στον δρόμο που εξελίχθηκε το επίδικο περιστατικό υπήρχαν παρευρισκόμενοι. Τέλος κρίνω ότι η εκστόμιση αυτής της φράσης θα μπορούσε να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. Υπό το φως των πιο πάνω η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει και την 2η κατηγορία που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Συνακόλουθα κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ........... Σ. Συμεού, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο