← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ALEXANDROS SARKISIDIS κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 1890/18, 2/12/2022

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ALEXANDROS SARKISIDIS κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 1890/18, 2/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B91 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού, Ε.Δ. Aρ. Υπόθεσης: 1890/18 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν -

  1. ALEXANDROS SARKISIDIS
  2. CHRISTINA POMITKINA
  3. NIKOS KARYPIDIS Ημερομηνία: 02.12.22 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Παπαλαζάρου Για τον Κατηγορούμενο 3: κα. Ι. Ιωάννου με κα. K. Σοφοκλέους Κατηγορούμενος 3 : παρόν Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο 3ος Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορίας της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (6η κατηγορία) καθώς και τις κατηγορίες της συνέργειας μετά την διάπραξη, κατά παράβαση των άρθρων 23 και 24 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (7η και 8η κατηγορία). Επίσης αντιμετωπίζει την κατηγορία της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (9η κατηγορία). Η ακροαματική διαδικασία διεξάχθηκε μόνο αναφορικά με τον 3ο Κατηγορούμενο ο οποίος δεν έχει παραδεχθεί τις εναντίον του κατηγορίες, σε αντίθεση με τον 1ο Κατηγορούμενο ο οποίος έχει δηλώσει παραδοχή στις κατηγορίες που τον αφοορύν. Σε ότι αφορά την 2η Κατηγορουμένη, η υπόθεση εναντίον της έχει διακοπεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων που ο 3ος Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, μεταξύ αγνώστου ημερομηνίας και 05/02/22 στα αστυνομικά κρατητήρια της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου, συνωμότησε με τον Ernali kozmiov και τον Αλέξανδρο Σαρκισίδη να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή να παρέχει βοήθεια τόσο στον Αλέξανδρο Σαρκισίδη ο οποίος ήταν ένοχος του ποινικού αδικήματος των διαρρήξεων κτιρίων και κλοπών, όσο και στον Ernali Kosmiov ο οποίος βρισκόταν υπό κράτηση καθότι καταχωρήθηκε εναντίον του η ποινική υπόθεση υπ. αρ. 557/2022 και παραπέμφθηκε σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου Πάφου, για να διαφύγουν της τιμωρίας τους, δηλαδή να αποδράσουν. Επίσης αποδίδεται στον 3ο Κατηγορούμενο ότι μεταξύ αγνώστου ημερομηνίας και 05/02/22 στα κρατητήρια της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου, έκλεψε από την κλειδοθήκη η οποία βρισκόταν στο «control room» των αστυνομικών κρατητηρίων, το αντικλείδι των θυρών εξόδων κινδύνου/πυρασφάλειας αξίας 95,20 ευρώ, περιουσία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Προς απόδειξη των κατηγοριών εναντίον του Κατηγορούμενου, από τώρα και στο εξής «ο Κατηγορούμενος», η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίες. Το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας κατατέθηκε υπό την μορφή παραδεκτών γεγονότων. Πιο συγκεκριμένα δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα το περιεχόμενο της κατάθεσης του Αστ. 3061 Α. Μαλιάλη του Κεντρικού Σταθμού Πάφου (Τεκμήριο 9) όπως και η κατάθεση του ημερ. 11/02/22 (Τεκμήριο 10), η κατάθεση του Υπαστυνόμου Σταμάτη Σταμάτη του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου (Τεκμήριο 11) και τέλος η κατάθεση του Αστ. 3741 Δ. Χρυσάνθου του Σταθμού Καλού Χωριού (Τεκμήριο 12). Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής πριν κλείσει την υπόθεση της, δήλωσε στο Δικαστήριο ότι η μοναδική μαρτυρία που εμπλέκει τον Κατηγορούμενο με την διάπραξη των υπό εκδίκαση αδικημάτων προέρχεται από τον συγκατηγορούμενο του, δηλαδή τον 1ο Κατηγορούμενο ο οποίος και δεν επιθυμεί να καταθέσει εναντίον του. Από την αντίπερα όχθη εκ μέρους της Υπεράσπισης υπήρξε εισήγηση ότι η μαρτυρία που έχει προσφερθεί από την Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων για τα οποία ο Κατηγορούμενος κατηγορείται και κάλεσαν το Δικαστήριο όπως απαλλάξει και αθωώσει τον Κατηγορούμενο από το στάδιο αυτό. Πρώτη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή, κλήθηκε και κατέθεσε η Λοχ.2323 Μήνα Νικολάου (ΜΚ1) η οποία κατά τον επίδικο χρόνο ήταν η υπεύθυνη των κρατητηρίων της ΑΔΕ Πάφου. Κατά την κυρίως εξέταση της, υιοθέτησε την γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 1) στην οποία και ανέφερε τόσο τα καθήκοντα, όσο και τις αρμοδιότητες που της αναλογούσαν υπό την πιο πάνω αναφερόμενη ιδιότητα της. Σύμφωνα μάλιστα με την γραπτή της κατάθεση, μεταξύ των καθηκόντων που της είχαν ανατεθεί, ήταν να ενημερώνει και τα Δημόσια Έργα σε περίπτωση που διαπιστωνόταν οποιαδήποτε βλάβη σε περιουσία ή σε εξοπλισμό των κρατητηρίων. Η ΜΚ1 στην γραπτή της κατάθεση αναφέρθηκε μάλιστα στον τρόπο που λειτουργούσαν τα κελιά των κρατητηρίων καθώς και για τον τρόπο που αυτά κλείδωναν. Διευκρίνισε επίσης και τον τρόπο που ήταν διαμορφωμένος ο χώρος του κτηρίου των κρατητηρίων, ο οποίος και αποτελείτο από 26 κελιά. Σύμφωνα με την ΜΚ1, ανάμεσα στους χώρους που είναι διαμορφωμένα τα κρατητήρια, βρίσκεται και το Control room, στο οποίο βρίσκονται τοποθετημένες οι οθόνες ελέγχου των καμερών, που καταγράφουν τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά, τους χώρους των κρατητηρίων. Στον συγκεκριμένο χώρο, η ΜΚ1, εξήγησε ότι υπήρχε κατά τον επίδικο χρόνο, ένα δίφυλλο ξύλινο ερμαράκι το οποίο είναι βιδωμένο πάνω σε τοίχο και εντός του οποίου ήταν τοποθετημένα τα κλειδιά των κελιών, πιο συγκεκριμένα υπήρχε ένα κλειδί για κάθε κελί. Όσον αφορά το συγκεκριμένο ερμαράκι αυτό σύμφωνα με την ΜΚ1 ήταν πάντοτε ξεκλείδωτο ενώ μεταξύ αυτών των κλειδιών βρισκόντουσαν τοποθετημένα στο ίδιο σημείο, ακόμη δύο κλειδιά που αφορούσαν τις πόρτες εξόδου κινδύνου που βρίσκονται στο τέλος του διαδρόμου των ανδρικών κελιών, και οι οποίες όταν ανοίξουν οδηγούν σε ένα περιφραγμένο προαύλιο παραπλεύρως των κελιών. Ο χώρος αυτός σύμφωνα με την ΜΚ1 έχει ως είσοδο προς την αυλή μια μεταλλική τύπου σχάρας πόρτα, που επίσης κλειδώνει με κλειδωνιά. Η ΜΚ1 στην γραπτή της κατάθεση, ανέφερε επίσης, ότι στον συγκεκριμένο χώρο που βρισκόντουσαν τοποθετημένα τα κλειδιά, κανένας κρατούμενος δεν μπορούσε να έχει πρόσβαση και το γεγονός αυτό ήταν εις γνώση όλων των μελών της αστυνομίας που υπηρετούσαν στα κρατητήρια. Σε σχέση δε με τον αριθμό του προσωπικού που θα έπρεπε να βρίσκεται σε υπηρεσία στον χώρο των κρατητηρίων η ΜΚ1 υποστήριξε στην γραπτή της κατάθεση, ότι κανονικά πάντοτε θα έπρεπε να βρίσκονται τρία μέλη της αστυνομίας εκ των οποίων ο ένας έπρεπε να είναι τοποθετημένος στον χώρο των κρατητηρίων ο άλλος στο Control Room και ο τελευταίος στον χώρο υποδοχής. Σε σχέση με το συγκεκριμένο βράδυ που έλαβε χώρα η απόδραση του 1ου Κατηγορούμενου με τον Ernali Kosmiov, η ΜΚ1 διευκρίνισε ότι βρισκόντουσαν σε υπηρεσία 3 μέλη της αστυνομίας χωρίς να υπάρχει δηλαδή οποιαδήποτε έλλειψη προσωπικού. Μάλιστα εξήγησε ότι όταν τα δύο πρόσωπα απέδρασαν, η ίδια βρισκόταν με άδεια ασθενείας και απουσίαζε. Όταν επέστρεψε όμως στις 08/2/22 πίσω στα καθήκοντα της, πληροφορήθηκε ότι τα δύο πιο πάνω πρόσωπα απέδρασαν από τις εξόδους κινδύνου που βρίσκονται στο τέλος των διαδρόμων των κρατητηρίων των ανδρών, αφού πρώτα ξεκλείδωσαν με το κλειδί το οποίο ήταν τοποθετημένο στο ερμαράκι του Control Room. Η ΜΚ1 εξήγησε περαιτέρω ότι η παράδοση και παραλαβή της κυβερνητικής περιουσίας των κρατητηρίων, δηλαδή των κλειδιών, δεν γινόταν ούτε πριν μετατεθεί η ίδια στα αστυνομικά κρατητήρια ούτε και μετέπειτα. αλλά ότι ούτε και ουδέποτε της είχε ζητηθεί από τους ανωτέρους της να παρουσιάσει για έλεγχο οτιδήποτε σχετικό. Δηλαδή σύμφωνα με την ΜΚ1 δεν τηρείτο οποιοδήποτε ημερολόγιο ούτε και οποιοδήποτε σχετικό έντυπο. Σε σχέση με τα κλειδιά που υπήρχαν στο ερμαράκι, η ΜΚ1 ανέφερε ότι ουδέποτε γνώριζε τον αριθμό τους αφού ποτέ δεν της είχαν παραδοθεί με οποιοδήποτε επίσημο έντυπο κατά την στιγμή που ανέλαβε καθήκοντα στα κρατητήρια. Σε σχέση με τον 1ο Κατηγορούμενο η ΜΚ1 ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο αυτός βρισκόταν υπό κράτηση βάση διατάγματος προσωποκράτησης που είχε εκδοθεί εναντίον του ενώ από την άλλη ο Kosmiov, βρισκόταν ως υπόδικος βάση απόφασης Δικαστηρίου που είχε εκδοθεί στην ποινική υπόθεση 557/
  4. Μάλιστα εξήγησε στην κατάθεση της ότι τα αστυνομικά κρατητήρια της Πάφου είχαν κηρυχθεί ως φυλακές με βάση της εγκυκλίου ημερ. 10/01/
  5. Η ΜΚ1 δεν αμφισβητήθηκε για τα όσα ανέφερε στην γραπτή της κατάθεση αφού δεν αντεξετάστηκε από τους συνηγόρους του Κατηγορούμενου. Επόμενος μάρτυρας κλήθηκε και κατέθεσε ο Αστ. 3699 Μ. Ιωάννου του ΤΑΕ Πάφου (ΜΚ2). Ο ΜΚ2 κατά τον επίδικο χρόνο είχε οριστεί ως μέλος της ανακριτικής ομάδας που διερευνούσε τα αδικήματα για τα οποία αντιμετωπίζει και ο Κατηγορούμενος. Σύμφωνα με την γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 2), την 13/02/22 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Christina Pomitkina αφού προηγουμένως της επέστησε την προσοχή της στον νόμο, ενώ σύμφωνα με την γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 3), Επίσης την 13/02/22 έλαβε ανακριτική κατάθεση και από τον Κατηγορούμενο την οποία και κατέθεσε ως Τεκμήριο
  6. Ο ΜΚ2 υπέδειξε επίσης ότι παρέλαβε και έναν ψηφιακό δίσκο από τον Γεώργιο Γεωργίου, ιδιοκτήτη του υποστατικού με την ονομασία «Trend Net». Ο ΜΚ2 στην γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 3) ανέφερε επίσης ότι ο Αλέξανδρος Σαρκισίδης στην παρουσία τόσο του ιδίου όσο και άλλων συναδέλφων του, την 27/02/22 κατόπιν δικής του επιθυμίας προέβηκε σε υποδείξεις σκηνών (Τεκμήρια 5 και 7) στον χώρο των κρατητηρίων της ΑΔΕ Πάφου τις οποίες και ζήτησε να κατατεθούν. Οι υποδείξεις σκηνών διευκρίνισε ότι φωτογραφίζονταν από τον Αστ.3894 Α. Γερμανού. Επίσης ο ΜΚ2 στις 28/02/22 έλαβε από τον Σαρκισίδη τα παρειακά του επιχρίσματα κατόπιν γραπτής του συγκατάθεσης καθώς και ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 6) αφού προηγουμένως του επιστήθηκε η προσοχή του στον νόμο. Επίσης ζήτησε και κατέθεσε και την ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον Αλέξανδρο Σαρκισίδη (Τεκμήριο 8) την 26/02/22 υπό την μορφή ερωτοαπαντήσεων. Μέσα από την ανακριτική του κατάθεση ο Σαρκισίδης κατονομάζει ως συνεργό του τον 3ο Κατηγορούμενο δεικνύοντας ότι του είχε δώσει το κλειδί της εξόδου/πυρασφάλειας των Αστυνομικών κρατητηρίων Πάφου για να καταφέρει να αποδράσει. Ο ΜΚ2 αντεξεταζόμενος από την συνήγορο του Κατηγορούμενου δεν αμφισβητήθηκε για τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε κατά την διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Κλήθηκε μόνο να τοποθετηθεί σε διευκρινιστικού τύπου ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας

(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962. Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της Υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της Κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείτε, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλ. η όλη μαρτυρία εμπεριέχει τόσο θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Η δε εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία, ως αναιρούσα την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση είναι περιορισμένη. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση Πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χριστοδούλου ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9). Το εκ πρώτης όψεως στάδιο είναι ένα θεμελιακό στάδιο που προστατεύει τον κατηγορούμενο από τον εξαναγκασμό να δώσει μαρτυρία για λόγους που δεν άπτονται στην καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης (E.C. Fresh Meat Ltd v. Γεωργίου, Ποινική Έφεση 43/17, ημερ. 5.12.18). Οι αρχές είναι γνωστές.[3] Σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Αστυνομία v. Σέλλα κ.ά., Ποινική Έφεση 136/19, ημερ. 9.7.20. Η απαλλαγή του κατηγορούμενου είναι δυνατή αν δεν αποδείχθηκε ή ελλείπει συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ή η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι αναξιόπιστη σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σ' αυτή για καταδίκη. Η μαρτυρία κρίνεται στην όψη της. Το κριτήριο είναι κατά πόσον σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας (Γενικός Εισαγγελέας v. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82). Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, και μέσα από αντικειμενική θεώρηση της προσκομισθείσας από την Κατηγορούσα Αρχή μαρτυρίας, χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε ευρήματα και συμπεράσματα προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η κλήση του Κατηγορούμενου σε απολογία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ 7η και 8η κατηγορία Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού ως φαίνονται τόσο από την ανάγνωση των πιο πάνω διατάξεων είναι τα ακόλουθα: 1. Η διάπραξη από άλλο πρόσωπο ποινικού αδικήματος το οποίο είναι κακούργημα, 2. Γνώση από τον κατηγορούμενο ότι το άλλο αυτό πρόσωπο είναι ένοχος του υπό ποινικού αδικήματος, 3. Παροχή ασύλου ή βοήθειας στον άλλο με σκοπό να του παρασχεθεί η δυνατότητα να διαφύγει την τιμωρία. Περαιτέρω στην Ρούσος ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 471 έχουν λεχθεί τα πιο κάτω σε σχέση με το υπό εξέταση αδίκημα: «Στην Jones v. R., 33 Cr. App. R. 33, 38, το θέμα τίθεται ως πιο κάτω: ................................................................................................................................................. Σε ελληνική μετάφραση: "Συνεργός είναι εκείνος ο οποίος εν γνώσει του ότι άλλο πρόσωπο είναι ένοχος κακουργήματος λαμβάνει κάποιο ενεργό μέτρο να αποκρύψει το κακούργημα και αποτρέψει τη σύλληψη του αυτουργού." Στην King v. Levy [1912] 1 K.B. 158, 160 έχει υιοθετηθεί η πιο κάτω διατύπωση από το "Stephen's Commentaries" Vol., c.3: ................................................................................................................................................. Σε ελληνική μετάφραση: "Γενικά οποιαδήποτε βοήθεια που δίδεται σε ένα δράστη για να εμποδισθεί η σύλληψη του, η δίκη ή η τιμωρία του καθιστά τον βοηθό συνεργό." Στην Rose v. R., 46 Cr. App. R. 103, 104 υποδεικνύεται πως το αδίκημα της συνέργειας διαπράττεται όταν γίνεται κάτι με σκοπό να εξασφαλισθεί, αν αυτό είναι δυνατό, ή μη σύλληψη του δράστη (Βλ. και Sykes v. D.P.P. 45 Cr. App. R. 230)». Στην υπόθεση Sykes ανωτέρω σελ. 247 αναφέρεται περαιτέρω ότι αν οι πράξεις βοήθειας στο δράστη δεν γίνονται με σκοπό να εμποδιστεί η σύλληψη αυτού αλλά με κάποιο άλλο κίνητρο όπως να αποφύγει τη σύλληψη ο ίδιος ο κατηγορούμενος ή να κερδίσει χρήματα για τον εαυτό του τότε αυτός δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συνεργός μετά τη διάπραξη. Έχοντας λοιπόν υπόψη όλα τα πιο πάνω, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής έχει αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Καταρχήν οφείλω να τονίσω ότι η μοναδική μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί από την Κατηγορούσα Αρχή και στην οποία γίνεται αναφορά για το πρόσωπο του Κατηγορουμένου είναι μέσα από την ανακριτικές κατάθεση του συγκατηγορούμενου του, δηλαδή του Αλέξανδρου Σαρκισίδη (1ου Κατηγορούμενου) ο οποίος και ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος σε προγενέστερο χρόνο της διάπραξης από μέρους του Σαρκισίδη του αδικήματος της απόδρασης, του έδωσε το κλειδί της πόρτας της πυρασφάλειας των κρατητηρίων από την οποία και κατάφερε να αποδράσει. Στην υπόθεση Γιώργος Ευριπίδου ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 337 λέχθηκε ότι η ενοχοποιητική γραπτή κατάθεση στην Αστυνομία κατηγορουμένου εναντίον συγκατηγορουμένου αφ' εαυτής ως έγγραφο δεν είναι αποδεκτή ως μαρτυρία εναντίον του συγκατηγορούμενου. Αποδεκτή μαρτυρία είναι η ένορκη κατάθεση/μαρτυρία κατηγορουμένου εναντίον συγκατηγορουμένου του η οποία βεβαίως τίθεται υπό αξιολόγηση από το Δικαστήριο. Επίσης στην υπόθεση Γεώργιος Νεάρχου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 38, λέχθηκε ότι βασική αρχή είναι ότι το περιεχόμενο της κατάθεσης ενός κατηγορούμενου δεν είναι αποδεκτό για να αποδείξει την ενοχή συγκατηγορούμενου. Υπό το φως των πιο πάνω το Εφετείο διαπίστωσε ότι ο εφεσείων κακώς είχε βρεθεί ένοχος επί της κατηγορίας αφού ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος δεν είχε αποδειχθεί. Συνακόλουθα η καταδίκη του εφεσείοντα ακυρώθηκε. Υπό το φως της πιο πάνω Νομολογίας καθίσταται έκδηλο ότι οι γραπτές καταθέσεις του 1ου Κατηγορουμένου δεν είναι μαρτυρία αποδεκτή εναντίον του Κατηγορούμενου. Πέραν τούτου όμως οφείλω να αναφέρω ότι ακόμη και στην περίπτωση που οι πιο πάνω νομολογιακές αρχές δεν θα ίσχυαν εντούτοις παρατηρώ ότι μέσα από το ίδιο το περιεχόμενο των καταθέσεων του 1ου Κατηγορούμενου, οι όποιες ενέργειες και ή αναφορές και ή επιλήψιμες πράξεις αποδίδονται στον Κατηγορούμενο από τον Σαρκισίδη, δεν έλαβαν χώρα και δεν υλοποιήθηκαν μετά την διάπραξη του αδικήματος της απόδρασης από τον Κατηγορούμενο και τον Ernali Kosmiov, αλλά προηγουμένως. Συνακόλουθα η κατ' ισχυρισμό παροχή βοήθειας εκ μέρους του Κατηγορουμένου είχε επιτελεστεί προηγουμένως και όχι μετά. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Καμία μαρτυρία δεν έχει παρουσιαστεί από την Κατηγορούσα Αρχή στο Δικαστήριο που να δεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος μετά την διάπραξη του αδικήματος είχε παράσχει συνδρομή ή βοήθεια προς τα πιο πάνω πρόσωπα. Συνακόλουθα κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων τόσο της 7ης όσο και της 8ης κατηγορίας. 9η κατηγορία Σε σχέση με την 9η κατηγορία, το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί ως ακολούθως: «
(1)Όποιος κλέβει όποιος, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη. .....................................................................................................................
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο». Στην υπόθεση Ιωάννης Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το αδίκημα της κλοπής: «Στο Άρθρο 255 του Κεφ. 154 το οποίο αφορά το αδίκημα της κλοπής ορίζεται και η έννοιά της. Στην υπόθεση Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας
(1978)2 C.L.R. 382, έγινε πλήρης ανάλυση της νομολογίας από το Larceny Act 1916 που ίσχυε στην Αγγλία μέχρι και το Theft Act 1968 που αντικατέστησε αυτό μεταγενέστερα. Στην υπόθεση αναφέρθηκε επίσης η R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, στην οποία λέχθηκε ότι στοιχεία της κλοπής είναι
(1)η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη
(2)χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και
(3)με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Στην υπόθεση Ζησιμίδη αναφέρθηκε και η υπόθεση Πλατρίτης ν. Αστυνομίας
(1967)2 C.L.R. 174, όπου στη σελίδα 188 έγινε αναφορά και επεξήγηση της έννοιας «fraudulently» και όπου επίσης σημειώνεται η διαφορά ως προς την πρόθεση με το Larceny Act. Από την ανάλυση προκύπτει ότι η λέξη «fraudulently» δείχνει πράξη σκόπιμη και με πρόθεση. Στην υπόθεση Ζησιμίδης επίσης αναφέρθηκε η προγενέστερη Αγγλική υπόθεση R. v. Feely [1973] 1 All ER 341. Η λέξη «fraudulently» είχε ήδη αντικατασταθεί στο Theft Act της Αγγλίας με τη λέξη «dishonestly» και είχε επεξηγηθεί από τα Αγγλικά Δικαστήρια ότι με τη νέα έννοια εισάγεται πλέον η αναγκαιότητα ύπαρξης και ηθικού στιγματισμού της πράξης ως μέρος της έννοιας της κλοπής. Οποιεσδήποτε αμφιβολίες διατυπώθηκαν στην Κυπριακή Νομολογία σχετικά με την πραγματική έννοια της λέξης «fraudulently», μετά την υπόθεση Feely, επεξηγήθηκαν από τη μεταγενέστερη υπόθεση Azinas a.o. v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, όπου, μετά από ολοκληρωμένη ανάλυση της νομολογίας στις σελ. 82-85, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το «fraudulently» όπως είχε αποφασίσει και η Πλατρίτης, σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως. Αυτή η πρόθεση φανερώνεται μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης που εκδικάζεται. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14, 26, όπου επίσης διαπιστώθηκε η μη άμεση αντιστοιχία του Κεφ. 154, ως προς το Larceny Act και μετέπειτα το Theft Act. Όπως αναφέρεται στον Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice, 36η έκδ., σελ. 364, παρ. 1010, η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα ανευρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. Στη μεταγενέστερη έκδοση του Archbold του 2007, γίνεται πλήρης ανάλυση στις σελ. 1754-1756, παρ. 17-34 με 17-39. Η έννοια του ιδιοκτήτη («owner»), περιλαμβάνει, σύμφωνα με το εδάφιο 2(γ) του Άρθρου 255 και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ιδιοκτησία οποιουδήποτε πράγματος δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Αυτός ο ορισμός του ιδιοκτήτη πρέπει να συνδυαστεί και με το Άρθρο 260, όπου καθορίζεται ότι κλοπή μπορεί να γίνει και από πρόσωπο που έχει συμφέρον στο κλοπιμαίο όπως εάν το πρόσωπο αποκτά ειδική ιδιοκτησία ή είναι μισθωτής του αντικειμένου ή συνιδιοκτήτης του. Αυτή η έννοια της ιδιοκτησίας που καθορίζει το Κεφ. 154, είναι απόρροια της νομολογημένης αντίληψης προερχόμενης από τις έννοιες του κοινοδικαίου ότι η ιδιοκτησία μπορεί να ανήκει ταυτόχρονα με τον κατηγορούμενο και σε άλλο πρόσωπο ή ο κατηγορούμενος μπορεί να το κατέχει λόγω σχέσης εμπιστοσύνης, από άλλο πρόσωπο. Αυτό καλύπτει και την παρούσα περίπτωση, όπου η εταιρεία απέκτησε το χαρτοφυλάκιο του Ταμείου με τη συγκατάθεση του, αλλά στη συνέχεια το οικειοποιήθηκε («fraudulent conversion»), όπως απαντάται στην επιφύλαξη του Άρθρου 255
(1)και στο Άρθρο 260. Όπως αναφέρεται περαιτέρω στο σύγγραμμα του Ashworth: Principles of Criminal Law 3η έκδ. σελ. 385, η έννοια της λέξης «property» κάτω από το Άρθρο 4
(1)του Theft Act 1968, είναι πολύ ευρεία και περιλαμβάνει σχεδόν οποιαδήποτε μορφή περιουσίας, όπως ακριβώς καθορίζεται και στην έννοια του «property» του ερμηνευτικού Άρθρου 4 του Κεφ. 154, που περιλαμβάνει κάθε έμψυχο ή άψυχο, δυνάμενο να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας. Στο σύγγραμμα Parry on Offences Against Property, σελ. 11, παρ. 1.21, αναφέρεται ότι μία περιουσία ανήκει όχι μόνο σε κάποιον που είναι απόλυτος ιδιοκτήτης της, αλλά και σε οποιονδήποτε έχει επ' αυτής συμφέρον ή εμπράγματο δικαίωμα. Έτσι, περιουσία, η οποία κατέχεται από κοινού, μπορεί να γίνει αντικείμενο κλοπής από ένα ή περισσότερους από τους συνιδιοκτήτες, ενώ στην παρ. 1.22 καταγράφεται η θέση ότι το συμφέρον στην περιουσία δεν είναι ανάγκη να είναι νομικό («legal»), αλλά μπορεί να είναι και συμφέρον που αναγνωρίζεται στο δίκαιο της επιείκειας («equitable»). Κατά συνέπεια, ένας καταπιστευματοδόχος («trustee») παρόλο που κατά νόμο θεωρείται απόλυτος ιδιοκτήτης, εν τούτοις μπορεί να κλέψει την περιουσία του καταπιστεύματος, διότι οι δικαιούχοι έχουν «equitable interest». Κατά παρόμοιο τρόπο, πρόσωπα που βρίσκονται σε σχέση εμπιστοσύνης με άλλα («fiduciary position») και που λόγω της θέσης αυτής δυνατό να αποκτήσουν μυστικά κέρδη μπορούν να θεωρηθούν ένοχοι κλοπής, ιδιαιτέρως όταν η περιουσία έτυχε εμπίστευσης ως πραγματικό γεγονός. (Attorrney-General's Reference (No. 1 of 1985) [1986] QB 491). Σχετικές αναφορές γίνονται και στο σύγγραμμα του Edward Griew: The Theft Act 1968 2η έκδ., σελ. 11-12 τόσο για την ιδιοκτησία όσο και τη φράση «belonging to another». Το πόσο ευρεία είναι η έννοια «belonging to another», σχολιάζεται και στον Ashworth - πιο πάνω - σελ. 386-390, όπου διακρίνεται η έννοια αυτή από τον παλιό νόμο του Larceny Act ...». Στην υπόθεση Πλατρίτης ν. Αστυνομίας
(1967)2 CLR 174 λέχθηκε ότι οι λέξεις «με δόλιο τρόπο» (fraudulently) προσθέτουν στις λέξεις «χωρίς αξίωση δικαιώματος» και υποδηλούν απόκτηση κατοχής με πρόθεση (intentionally) και εσκεμμένα (deliberately), δηλαδή, όχι ως εκ λάθους. Στην πιο πάνω υπόθεση και στην βάση των ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε στο ότι ο εφεσείων είχε πρόθεση να χρησιμοποιήσει τα χρήματα τα οποία οικειοποιήθηκε από το χρηματοκιβώτιο και τα οποία όντως χρησιμοποίησε για σκοπούς άλλους από αυτούς για τους οποίους τα είχε στην κατοχή του και για τους οποίους τα μέλη της Αστυνομικής Δύναμης τα είχαν καταβάλει. Ήτοι προς οικονομική βοήθεια της χήρας πρώην συναδέλφου τους. Παίρνοντας τα χρήματα και χρησιμοποιώντας τα για δικούς του σκοπούς ο εφεσείων είχε πρόθεση να τα αποστερήσει από την χήρα και πράττοντας έτσι ενήργησε με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος καθότι γνώριζε ότι δεν είχε δικαίωμα να τα πάρει αφού γνώριζε ότι τα χρήματα δεν ήταν δικά του. Το γεγονός ότι η κατοχή ή ο έλεγχος της κλαπείσας περιουσίας είναι νόμιμος από το θύμα δεν απαιτείται να αποδειχθεί (Βλ. Archbold 2009, παράγραφοι 21-67). Περαιτέρω ο σκοπός για τον οποίο κλάπηκε μια περιουσία δεν έχει σημασία. Όπως λέχθηκε στην Αγγλική υπόθεση R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, που πιο πάνω μνημονεύεται, τα συστατικά στοιχεία της κλοπής είναι (α) η λήψη της περιουσίας χωρίς την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, (β) χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και (γ) με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Μέσα από την αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας και έχοντας κατά νου τα όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως σε σχέση με την 7η και 8η κατηγορία που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, έχω διαπιστώσει ότι από την μαρτυρία που έχει παρουσιάσει η Κατηγορούσα Αρχή, δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να εμπλέκει τον Κατηγορούμενο με την διάπραξη του αδικήματος της κλοπής πέραν από τις αναφορές του 1ου Κατηγορουμένου στις ανακριτικές καταθέσεις που του λήφθηκαν και οι οποίες, για τους λόγους που έχω υποδείξει δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Το γεγονός ότι είχαν κλαπεί τα κλειδιά της πόρτας της πυρασφάλειας των αστυνομικών κρατητηρίων Πάφου τα οποία αποτελούσαν την περιουσία της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι δεδομένο, από ποιον όμως κλάπηκαν αυτά τα κλειδιά, η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει επιτύχει να το αποδείξει. Συνακόλουθα η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 9ης κατηγορίας. 6η κατηγορία Το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια ποινή». H αντικειμενική υπόσταση (actus reus) του αδικήματος της συνωμοσίας έγκειται στην συμφωνία δύο ή περισσοτέρων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Είναι η συμφωνημένη συμπεριφορά η οποία αποτελεί την βάση της κατηγορίας. Δεν υπάρχει αδίκημα ενόσω ο σχεδιασμός παραμένει στο στάδιο της πρόθεσης μόνο. Επιπλέον, είναι χωρίς σημασία το κατά πόσο αυτό που τελικά πραγματοποιείται διαφέρει από αυτά τα οποία έχουν συμφωνηθεί. Επίσης, δεν απαλλάσσεται της ευθύνης ένας συνωμότης που συμφώνησε να παίξει ρόλο στη συνωμοσία, αλλά αδιαφόρησε ως προς την τελική επιτυχία της συμφωνίας από την στιγμή που η συμφωνία ήταν συμπληρωμένη. Η συμφωνία των συνωμοτών είναι το αποτέλεσμα εξωτερίκευσης της σκέψης και κρυφής πρόθεσης που έκαστος των συνωμοτών έχει στο μυαλό του, η οποία εκδηλώνεται με προώθηση της πρόθεσης και η οποία λαμβάνει την μορφή κοινών και αμοιβαίων διαβουλεύσεων οι οποίες καταλήγουν τελικά σε συμφωνία. Επομένως, δεν είναι αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο σκοπό. Χρειάζεται απαραίτητα και αναγκαία συμφωνία μεταξύ τους για την επιδίωξη του παράνομου σκοπού. Στην υπόθεση Abdebraouf Ben Abdallah Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 134 λέχθηκαν τα ακόλουθα: « ... Τo αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας είναι αδιάφορο (Βλέπε Mulcany v. R.
(1868)L.R. 34 H.L. 328, O'Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S) 1, R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2035 παρ. 28-4». Στην σελίδα 144 της ίδιας απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα : «H ύπαρξη συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό του αδικήματος της συνωμοσίας. Ακολουθεί πως στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παρέμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και, επομένως, ούτε συνωμοσία. Το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο μπορεί να είναι πολύ λεπτή, δεν είναι δυνατό να προκαθοριστεί. Το ζήτημα είναι πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. (Βλ. R. v. King and King
(1966)Crim. L.R. 280, R. v. Mills, 47 Cr. App. R. 49, R. v. Walker
(1962)Crim. L.R. 458, R. v. O'Brien, 59 Cr. App. R. 222, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2039 παράγρ. 28-9». Η ουσία της συνωμοσίας βρίσκεται όχι στην εκτέλεση της πράξης ή την πραγματοποίηση του σκοπού της συνομωσίας, αλλά στον καταρτισμό συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνούν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (plot) για να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια (Βλ. Mulcahy v. R
(1868)L.R. 3, H.L, 306 που μνημονεύεται στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice, έκδοση 2004, παρ. 34-4). Δεν υπάρχει συνομωσία όταν οι διαπραγματεύσεις για οποιοδήποτε λόγο δεν επιφέρουν στέρεα συμφωνία μεταξύ των μερών (Βλ. Walker
(1962)Crim. L. R. 458 που μνημονεύεται στο σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice έκδοση 2003, παράγραφοι Α6.14, σελ. 90). Από την άλλη, είναι δυνατό να υπάρξει συνομωσία ακόμα και σε περιπτώσεις όπου κάποιοι εκ των συνωμοτών δεν έχουν πότε συναντηθεί («wheel» και «chain» conspiracies), φτάνει να καταδειχθεί ότι συμμετείχαν σε κάποιον κοινό σχεδιασμό γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (Βλ. Barratt
(1996)Crim. L.R. 495). Χρειάζεται απαραίτητα συμφωνία ή συναίνεση (Βλ. Mawji v. R
(1957)A.C. 126, PC) καθώς και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενο για τη διάπραξη του αδικήματος (Βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Σε σχέση με το αδίκημα της συνομωσίας, αφής στιγμής η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει για τους λόγους που έχουν υποδειχθεί ανωτέρω και τους οποίους υιοθετώ για να εξετάσω κατά πόσο έχουν αποδειχθεί και τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συνωμοσίας, την διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών 7 και 8, κρίνω ότι μέσα από την μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να δεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος είχε συμφωνήσει να παράσχει βοήθεια είτε στον 1ο Κατηγορούμενο είτε στον Ernali Kosmiov για να διαπράξουν το αδίκημα της απόδρασης από τα Αστυνομικά Κρατητήρια της αστυνομικής διεύθυνσης Πάφου και συνεπακόλουθα να κατορθώσουν να διαφύγουν της τιμωρίας τους. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας αρχής είναι ελλιπής σε βαθμό που δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει καταδίκη σε κανένα από τα αδικήματα των κατηγοριών 6, 7, 8 και 9 (Γενικός Εισαγγελέας v. Δράκου
(2012)2 Α.Α. Δ. 851). Συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει από το στάδιο αυτό. (Υπ.) ........... Σ. Συμεού, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.