Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. MAJID ALBALI, Aρ. Υπόθεσης: 7516/18, 23/9/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B89 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού, Ε.Δ. Aρ. Υπόθεσης: 7516/18 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν - MAJID ALBALI Ημερομηνία: 23.09.22 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Παπαλαζάρου Για τον Κατηγορούμενο : κα. Μ. Σαββίδου Κατηγορούμενος : παρόν Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει την κατηγορία της διάρρηξης κτιρίου κατά παράβαση του άρθρου 294(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 όπως τροποποιήθηκε (1η κατηγορία) καθώς και την κατηγορία της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (2η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, αυτό που αποδίδεται στον Κατηγορούμενο, είναι ότι την 09.12.18 στην Πάφο, διέρρηξε και εισήλθε στο εστιατόριο με την ονομασία "MOROCCO" το οποίο βρίσκεται στην οδό Διονύσου 8A στην Πάφο, και διέπραξε μέσα σε αυτό κακούργημα, δηλαδή έκλεψε το συνολικό χρηματικό ποσό των 160 ευρώ και μια φωτογραφική μηχανή μάρκας CANON αξίας 500 ευρώ, όλα περιουσία του ιδιοκτήτη του πιο πάνω εστιατορίου ZHYULEYEN MAGAKELOV από την Ρωσία και τώρα στην Πάφο. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίες. Πρώτος μάρτυρας κλήθηκε για να καταθέσει ο εξεταστής της υπόθεσης Λοχ. Π. Χατζήκυριακου (ΜΚ1) ενώ στην συνέχεια κλήθηκε και κατέθεσε ο ιδιοκτήτης του επίδικου εστιατορίου, δηλαδή ο παραπονούμενος (ΜΚ2). Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής το Δικαστήριο εκδίδοντας ενδιάμεση απόφαση κάλεσε τον Κατηγορούμενο σε απολογία και στις δύο κατηγορίες. Μετά που του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής, ενώ δεν κάλεσε μάρτυρες προς υπεράσπιση του. Στην παρούσα υπόθεση αποτελεί κοινό έδαφος των δύο πλευρών ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στην πραγματική μαρτυρία που έχει κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Πιο συγκεκριμένα μέσα από την μαρτυρία που έχει κατατεθεί και δη μέσα από την γραπτή κατάθεση του ΜΚ2, ο τελευταίος υποστηρίζει ότι έχει αναγνωρίσει μέσω του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης του εστιατορίου του, τον Κατηγορούμενο, ως τον δράστη που διέπραξε τα αδικήματα της διάρρηξης και κλοπής του εστιατορίου του. Αποτελεί μάλιστα παραδεκτό γεγονός ότι ο ΜΚ2 κατά την παρουσία του στο Δικαστήριο και ενώ έδινε προφορική μαρτυρία είδε όλο το περιεχόμενο του Τεκμήριου 2. Η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος να αποδείξει σε βαθμό πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας έκαστο εκ των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που ένας Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Θα προχωρήσω να εξετάσω λοιπόν κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την υπόθεση της. Προς τούτο θα πρέπει να γίνει παραπομπή στη προσκομισθείσα μαρτυρία με σκοπό αυτή να αξιολογηθεί συμφώνως των αρχών που η νομολογία καθιέρωσε. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ). Επίσης, διατηρώ κατά νου την πάγια αρχή της νομολογίας ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στο σύνολο της είτε εν μέρει, αφού προηγουμένως αιτιολογήσει την προσέγγιση του αυτή και εφόσον ουσιαστικά ο μάρτυρας αυτός κριθεί αξιόπιστος (βλ. Παντελής Λαζάρου v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633, Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 και Κώστας Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29/11/2013). Για την μαρτυρία αναγνώρισης είτε με αναφορά στο Τεκμήριο 2 , δηλαδή την πραγματική μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, αναφορά στη σχετική νομολογία θα γίνει κατωτέρω. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Ο ΜΚ1 καταθέτοντας από το ειδώλιο του μάρτυρα, ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν στο Τμήμα Διαρρήξεων και Κλοπών του ΤΑΕ Πάφου και ότι είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Σύμφωνα με την γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 1) την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, την 09/12/18 και περί ώρα 21:50, επισκέφθηκε το εστιατόριο του ΜΚ2 μετά από καταγγελία που έλαβε από τον τελευταίο αναφορικά με διάρρηξη και κλοπή του. Από εξετάσεις που διενεργήθηκαν, διαπίστωσε ότι ο δράστης πέτυχε είσοδο από ξύλινο δίφυλλο πλαϊνό παράθυρο χρώματος καφέ που βρίσκεται δίπλα από το εστιατόριο MANDRA αφού αυτό παραβιάστηκε με αιχμηρό αντικείμενο. Επίσης σύμφωνα με την κατάθεση του ΜΚ1, διαπιστώθηκε ότι η έξοδος του δράστη επιτεύχθηκε από την πίσω πόρτα εξόδου - κινδύνου του εστιατορίου. Πέραν των πιο πάνω όπως ο ΜΚ1 αναφέρει στην γραπτή του κατάθεση και επανέλαβε προφορικά, την 12/12/18 παρέλαβε από τον Γεράσιμο Τζειρανίδη, ένα ψηφιακό δίσκο του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης του επίδικου εστιατορίου ως τεκμήριο τον οποίο και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι μέσα από το Τεκμήριο 2, ο παραπονούμενος αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως τον δράστη αφού όπως ισχυρίστηκε τον γνώριζε από προηγουμένως καθότι είχε εργαστεί στο εστιατόριο του σε προηγούμενο χρονικό διάστημα. Αναγνώριση υπήρξε σύμφωνα με τον ΜΚ1 και από ένα άλλο πρόσωπο. Σημειώνεται ότι η διακίνηση του εν λόγω ψηφιακού δίσκου (Τεκμήριο 2) έχει δηλωθεί και από τις δύο πλευρές ότι έγινε νόμιμα και νομότυπα ως παραδεκτό γεγονός. Ο ΜΚ1 αναφερόμενος στις ενέργειες που προέβηκε κατά την διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης αναφέρθηκε και στην λήψη της ανακριτικές καταθέσεις από τον Κατηγορούμενο, τις οποίες και κατέθεσε ως Τεκμήρια 3 και
- Όπως εξήγησε ο ΜΚ1, ο Κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 4) έδωσε κάποιους ισχυρισμούς σε σχέση με το που βρισκόταν κατά το χρονικό διάστημα που διαπράχθηκαν τα αδικήματα στο εστιατόριο του παραπονούμενου. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 κλήθηκε από την Υπεράσπιση να διευκρινίσει κατά πόσο η μοναδική μαρτυρία που εμπλέκει τον Κατηγορούμενο είναι η αναγνώριση του μέσω του κλειστού κυκλώματος του εστιατορίου. Ο ΜΚ1 αποδέχτηκε την πιο πάνω θέση διευκρινίζοντας περαιτέρω ότι μέσα από την διερεύνηση δεν έχει προκύψει οτιδήποτε άλλο ενοχοποιητικό εναντίον του Κατηγορούμενου. Σε σχέση με το Τεκμήριο 2, ο ΜΚ1 αντεξεταζόμενος ερωτήθηκε κατά πόσο το έχει επιθεωρήσει. Απαντώντας ανέφερε, ότι το επιθεώρησε και πράγματι φαίνεται σε αυτό κάποιο πρόσωπο να κινείται εντός του εστιατορίου. Δεν ήταν όμως σε θέση να αναφέρει με ασφάλεια ότι το πρόσωπο αυτό ήταν ο Κατηγορούμενος επιμένοντας όμως κατηγορηματικά στην θέση του ότι ο παραπονούμενος επειδή τον γνώριζε αφού είχε εργαστεί στο εστιατόριο του, τον είχε ήδη αναγνωρίσει. Σε σχέση μου ισχυρισμούς που δόθηκαν από τον Κατηγορούμενο κατά την λήψη της ανακριτικής του κατάθεσης, ο ΜΚ1 αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι σε σχέση με το κατά πόσο ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στο καζίνο που βρίσκεται πίσω από το υποστατικό με την ονομασία FLAIRS στην Κάτω Πάφο, κατά την διερεύνηση εντόπισε τον ιδιοκτήτη του εν λόγω καζίνο ο οποίος του ανέφερε ότι το υποστατικό του κατά την ώρα που διαπράχθηκε η διάρρηξη δεν λειτουργεί αφού στις 0200 το πρωί, κλείνει. Σε σχέση με το καζίνο του «Τύλληρου» για το οποίο έγινε αναφορά από τον Κατηγορούμενο ότι βρισκόταν, ο ΜΚ1 αποδέχθηκε ότι δεν διερευνήθηκε αυτός ο ισχυρισμός. Ο ουσιαστικότερος μάρτυρας της Κατηγορούσας Αρχής είναι ο παραπονούμενος αφού είναι το πρόσωπο που προσέφερε μαρτυρία εναντίον του Κατηγορούμενου κατά την διερεύνηση της υπόθεσης. Κατά την παρουσία του στο Δικαστήριο υιοθέτησε τα όσα είχε αναφέρει στην γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 5). Η κατάθεση του στην Ελληνική γλώσσα δηλώθηκε ότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός καθότι πρόκειται για την πιστή μετάφραση της κατάθεσης που του λήφθηκε στην μητρική του γλώσσα η οποία είναι η Ρωσική. Ο ΜΚ2 στην γραπτή του κατάθεση αναφέρει ότι είναι ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου MOROCCO το οποίο βρίσκεται στην οδό Διονύσου 8Α στην Πάφο. Σύμφωνα επίσης με τον ΜΚ2, την 09/12/18 έκλεισε το εστιατόριο του περί τις 0100 το πρωί και όλα ήταν εντάξει. Περί την 1700 της ίδιας ημέρας του τηλεφώνησε η διευθύντρια του εστιατορίου με το όνομα Μάγια, και του ανέφερε ότι όταν μετέβηκε στο εστιατόριο για να το ανοίξει, διαπίστωσε ότι αυτό είχε διαρρηχθεί. Έτσι ο ίδιος μετέβηκε στο εστιατόριο και προέβηκε σε σχετικό έλεγχο όπου και διαπίστωσε ότι πράγματι είχαν κλαπεί διάφορα χρηματικά ποσά καθώς και μια φωτογραφική μηχανή. Επίσης διαπίστωσε ότι το πλαϊνό ξύλινο παράθυρο του εστιατορίου, ήταν σπασμένο. Τότε, έλεγξε τις κάμερες που υπήρχαν τοποθετημένες στο εστιατόριο και διαπίστωσε ότι ένα νεαρό πρόσωπο βρισκόταν εντός του εστιατορίου του, τον οποίο και αναγνώρισε ως τον Κατηγορούμενο. Ο ΜΚ2 στην γραπτή του κατάθεση του ανέφερε ότι ο λόγος που αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο είναι επειδή τον γνωρίζει καθότι κατά το προηγούμενο έτος, δηλαδή κατά το καλοκαίρι του 2017, είχε εργαστεί δοκιμαστικά στο εστιατόριο του για διάρκεια μιας εβδομάδας. Από την άλλη ο ΜΚ2 κατά την κυρίως εξέταση του δεν ήταν καθόλου κατηγορηματικός ότι το πρόσωπο που διέπραξε τα αδικήματα εις βάρος της περιουσίας του ήταν τελικά ο Κατηγορούμενος, διευκρινίζοντας μάλιστα προς τούτο ότι κατά τον χρόνο που επιθεώρησε το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης του εστιατορίου του, υπολόγισε ότι ο δράστης είναι ο Κατηγορούμενος καθότι ο σωματότυπος αλλά και η φιγούρα του ομοίαζαν με αυτά του Κατηγορούμενου. Εξήγησε βέβαια ότι σε καμία περίπτωση δεν είδε τα ακριβή χαρακτηριστικά του προσώπου του. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 από την Υπεράσπιση κλήθηκε να απαντήσει κατά πόσο επιμένει τελικά στον ισχυρισμό που προέβαλε στην γραπτή του κατάθεση σε σχέση με την αναγνώριση του Κατηγορουμένου ως τον δράστη. Απαντώντας εξήγησε ότι αυτό είχε πιστέψει όταν είδε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2, επαναλαμβάνοντας βέβαια ότι δεν είχε δει σε καμία περίπτωση τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Από την αντίπερα όχθη, ο Κατηγορούμενος, επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής ενώ δεν κάλεσε μάρτυρες προς υπεράσπιση του. Συνακόλουθα δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία πέραν την μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Όπως έχει προκύψει μέσα από τα όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω κατά την καταγραφή της μαρτυρίας που έχει παρουσιαστεί, διαφαίνεται ότι η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής βασίζεται στην οπτική αναγνώριση του Κατηγορούμενου από τον ΜΚ2 δια μέσω του Τεκμηρίου 2 που κατατέθηκε και δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία οιασδήποτε μορφής. Εξαιτίας της φύσης αυτής της μαρτυρίας, κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στις κατευθυντήριες γραμμές που καθιερώθηκαν μέσα από την νομολογία για τον τρόπο που το Δικαστήριο προσεγγίζει και αξιολογεί μια τέτοια μαρτυρία. Ο ΜΚ2 στην γραπτή του κατάθεση την οποία και υιοθέτησε ενόρκως ανέφερε ότι κατά την επισκόπηση των καμερών του εστιατορίου του και δη του Τεκμήριου, αναγνώρισε ως δράστη τον Κατηγορούμενο για τους λόγους που είχε εξηγήσει. Η μαρτυρία που αφορά την αναγνώριση Κατηγορουμένου εξετάζεται υπό το φως των αρχών που έχουν τεθεί στην αγγλική απόφαση R. v. Turnbull [1976] 3 All E.R. 549, οι οποίες υιοθετήθηκαν και από το Ανώτατο Δικαστήριο (βλ. Rossides v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 391, Katsiamalis v. The Republic
(1980)2 C.L.R. 107, Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259 και Χ" Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174). Ως λέχθηκε στην Θεοδωρίδης ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 16: «Στην Turnbull, διαγράφονται οι κίνδυνοι από την εμφιλοχώρηση σφάλματος στην αναγνώριση υπόπτων και οι διαδικασίες που πρέπει να τηρούνται για τον κατά το δυνατό αποκλεισμό λάθους. Ανάλογη καθοδήγηση παρέχεται και για την αξιολόγηση μαρτυρίας αναγνώρισης υπόπτων και την σημασία ενισχυτικής μαρτυρίας ως ασφαλιστικής δικλείδας για την αποφυγή λαθών που μπορεί να παρεισφρήσουν στην αναγνώριση». Ως λέχθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(2013)2 Α.Α.Δ. 601: «Θέμα εφαρμογής των αρχών που τέθηκαν στην Turnbull, εγείρεται μόνο όταν η υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου εξαρτάται, αποκλειστικά ή ουσιαστικά, από την αναγνωριστική μαρτυρία και η ορθότητα της εν λόγω μαρτυρίας αμφισβητείται από την υπεράσπιση. Η υποστηρικτική μαρτυρία σε θέματα αναγνώρισης υπόπτων πρέπει να έχει προέλευση ανεξάρτητη από το μάρτυρα, τη μαρτυρία του οποίου αποβλέπει να υποστηρίξει και ταυτόχρονα να τείνει να υποστηρίξει την ορθότητα της αναγνώρισης, αποκλείοντας, κατά το δυνατό, το ενδεχόμενο λάθους. Δεν εγείρεται θέμα εφαρμογής των αρχών της Turnbull και κατ' επέκταση θέμα αναζήτησης υποστηρικτικής μαρτυρίας, στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν θα ήταν διατεθειμένο, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να δεχθεί ως αληθή και να στηριχθεί σ' αυτήν, την εκδοχή του μάρτυρα ότι όντως είδε το δράστη. Σε μια τέτοια περίπτωση το θέμα τελειώνει εκεί. Σε περίπτωση όμως, που ο μάρτυς, όντως είδε το δράστη και το ζητούμενο είναι η ορθότητα της αναγνώρισης του υπόπτου στο πρόσωπο του δράστη, τότε και μόνο τότε, εγείρεται θέμα εφαρμογής των αρχών που τέθηκαν στην Turnbull. Κοντολογίς, το θέμα είναι αποκλειστικά θέμα ποιότητας της αναγνωριστικής μαρτυρίας. Αν η ποιότητα της αναγνώρισης είναι ικανοποιητική σε βαθμό που το δικαστήριο αισθάνεται ασφαλές να στηριχθεί σ' αυτή χωρίς υποστηρικτική μαρτυρία, τότε δεν συντρέχει λόγος αναζήτησης τέτοιας μαρτυρίας. Αν όμως η ποιότητα της μαρτυρίας αναγνώρισης είναι φτωχή, τότε το δικαστήριο θα πρέπει να αθωώσει τον κατηγορούμενο, εφόσον άλλωστε, όπως έχουμε ήδη επισημάνει, η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής εδράζεται αποκλειστικά ή ουσιαστικά επί της αναγνωριστικής μαρτυρίας, εκτός αν υπάρχει άλλη μαρτυρία, όχι κατ' ανάγκη αναγνωριστικής φύσης, η οποία τείνει να υποστηρίξει την ορθότητα της αναγνώρισης, αποκλείοντας, κατά το δυνατό, το ενδεχόμενο λάθους (βλ. Younnas
(2012)ENCA CRIM. 2022, στην οποία υιοθετήθηκαν πλήρως οι αρχές της Turnbull). Επομένως, δεν τίθεται θέμα υποχρέωσης ή μη του εκδικάζοντος την υπόθεση δικαστηρίου να αναζητήσει υποστηρικτική μαρτυρία, εφόσον, ούτως ή άλλως, τέτοια μαρτυρία, υπόκειται στη βάσανο της αξιολόγησης αφού αυτή αποτελεί μέρος του συνόλου της μαρτυρίας που κρίθηκε αξιόπιστη». Οι κατευθυντήριες γραμμές της Turnbull προϋποθέτουν λοιπόν, ως απαραίτητο υπόβαθρο, την στήριξη της υπόθεσης ενάντια σε ένα κατηγορούμενο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στην ακρίβεια μίας ή περισσοτέρων αναγνωρίσεων του, οι οποίες κατά την υπεράσπιση είναι εσφαλμένες (βλ. και Αθανασίου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 10/2015, ημερ. 27.10.15). Στην βάση λοιπόν των ανωτέρω στην Ιωάννου κρίθηκε ότι ενόψει της απόρριψης από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως αναληθούς της εκδοχής των μαρτύρων ότι είδαν τον δράστη - εφεσίβλητο (της αναγνωριστικής δηλ. πτυχής της μαρτυρίας) δεν εγείρετο θέμα εφαρμογής των αρχών της Turnbull. Κρίθηκε επίσης ότι η απόρριψη της εν λόγω μαρτυρίας, δεν αποδυνάμωνε απλά την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής αλλά την στερούσε από τον ακρογωνιαίο λίθο του πραγματικού υπόβαθρου της, εφόσον η υπόθεση εναντίον του εφεσιβλήτου εδραζόταν, αν όχι αποκλειστικά, σε ουσιαστικό βαθμό, επί της εν λόγω μαρτυρίας. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι οι αρχές της Turnbull δεν αποτελούν κανόνα δικαίου αλλά τίθενται σε μια προσπάθεια υποβοήθησης του έργου του Δικαστηρίου με την εφαρμογή διαπιστώσεων που προκύπτουν από την ίδια την ανθρώπινη πείρα με στόχο τον όσο το δυνατό αποκλεισμό λάθους και την πρόκληση αδικίας στον κατηγορούμενο. Το Δικαστήριο θα πρέπει λοιπόν να εξετάζει τέτοια μαρτυρία με ιδιαίτερη προσοχή και με επίγνωση των εγγενών κινδύνων που ελλοχεύουν σε τέτοια θέματα. Θα πρέπει να γίνεται δε δεκτή μόνο εφόσον πεισθεί χωρίς αμφιβολία για την καλή ποιότητα της αναγνωριστικής μαρτυρίας. Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να διαχωρίζεται η αξιοπιστία ή η πειστικότητα από όσα εμπίπτουν στην σφαίρα του ενδεχόμενου καλόπιστου λάθους (βλ. Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259). Όταν λοιπόν εγείρεται θέμα αναγνώρισης αυτό θα πρέπει να εξετάζεται με τέτοια προσοχή και περίσκεψη ούτως ώστε να εξασφαλίζεται βεβαιότητα σε βαθμό που να αποκλείει κάθε ενδεχόμενο λάθους. Κατά την εξέταση τέτοιας μαρτυρίας θα πρέπει να λαμβάνονται επίσης υπόψη το χρονικό διάστημα που ο μάρτυρας παρατήρησε τον Κατηγορούμενο, την απόσταση, τις συνθήκες φωτισμού και άλλα στοιχεία, τα οποία καθορίζουν την ποιότητα της αναγνώρισης. Αν η ποιότητα της αναγνώρισης είναι φτωχή το δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον υπάρχει περαιτέρω ενισχυτική μαρτυρία προτού καταδικάσει τον Κατηγορούμενο. Περαιτέρω σύμφωνα με την Turnbull το Δικαστήριο πρέπει να προειδοποιήσει τους ενόρκους (και στην περίπτωση των κυπριακών δικαστηρίων τον εαυτό του) για τους κινδύνους που υπάρχουν όταν αμφισβητείται η αναγνώριση του Κατηγορούμενου ως του προσώπου που διέπραξε το αδίκημα (βλ. και Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 242). Θα πρέπει δε να προειδοποιεί τον εαυτό του για τον κίνδυνο να βασιστεί σε τέτοια αναγνωριστική μαρτυρία, χωρίς την ύπαρξη άλλης ανεξάρτητης μαρτυρίας (Δημητρίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ 302). Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, όπου η υπόθεση εξαρτάται πλήρως ή ουσιαστικά από μαρτυρία αναγνώρισης, το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του τα εξής:
- Την ανάγκη ιδιαίτερης προσοχής πριν καταδικάσει βάσει της εν λόγω μαρτυρίας,
- Τον λόγο για τέτοια ανάγκη,
- Ένας μάρτυρας που σφάλλει στην αναγνώριση μπορεί να είναι πειστικός μάρτυρας και ένας αριθμός μαρτύρων μπορεί να σφάλλουν,
- Να εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή τις συνθήκες και περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγινε κάθε αναγνώριση,
- Να υπενθυμίσει τον εαυτό του για συγκεκριμένες αδυναμίες στην μαρτυρία αναγνώρισης,
- Εκεί όπου είναι σχετικό, να υπενθυμίσει τον εαυτό του ότι λανθασμένη αναγνώριση μπορεί να γίνει ακόμα και από στενούς συγγενείς και φίλους,
- Να εντοπίσει την μαρτυρία που είναι ικανή να υποστηρίξει την αναγνώρισης, και
- Να εντοπίσει την μαρτυρία που φαίνεται να υποστηρίζει την αναγνώριση αλλά στην πραγματικότητα δεν έχει τέτοια ιδιότητα. Θα πρέπει δε να γίνει διάκριση μεταξύ αναγνώρισης γνωστού προσώπου («recognition») και αναγνώρισης αγνώστου προσώπου («identification»). Στην πρώτη περίπτωση δεν τίθεται θέμα μη επίδειξης φωτογραφιών ή αναγνωριστικής παράταξης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου κ.α.
(2010)2 Α.Α.Δ 94). Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, στη σελίδα 402 επ., στις περιπτώσεις αναγνώρισης γνωστού προσώπου (και ιδιαίτερα αν ο τελευταίος τον ξέρει καλά), η ποιότητα της αναγνώρισης κρίνεται πέραν των όποιων επιπρόσθετων κριτηρίων προσδιορίζονται στην Turnbull στην βάση του συνόλου της σχετικής μαρτυρίας, με ιδιαίτερη αναφορά στην χρονική διάρκεια της παρατήρησης, στην απόσταση από τον κατηγορούμενο και στην αναγνώριση της φωνής του (σε περίπτωση που υπήρξε στιχομυθία ή μονόλογος) αλλά και του ονόματος του στην σκηνή σε περίπτωση ασφαλώς που το όνομα αυτό αναφέρθηκε (Tofas ν The Republic
(1961)C.L.R. 99). Ως δε αναφέρεται για τέτοιες περιπτώσεις στην Turnbull: «Recognition may be more reliable than identification of a stranger; but, even when the witness is purporting to recognise someone whom he knows, the jury should be reminded that mistakes in recognition of close relatives and friends are sometimes made». Στο σύγγραμμα Archbold 2002 παρ. 14-15 αναφέρεται ότι υπάρχει ανάγκη να δίδεται γενική προειδοποίηση ακόμη και στις περιπτώσεις αναγνώρισης γνωστού προσώπου όταν το κύριο θέμα αφορά την αξιοπιστία - ειλικρίνεια του μάρτυρα. Η πρώτη ερώτηση σε τέτοια περίπτωση είναι κατά πόσο ο μάρτυρας είναι ειλικρινής και εάν η απάντηση είναι καταφατική ακολουθεί η ίδια ερώτηση που πρέπει να γίνεται για κάθε ειλικρινή μάρτυρα που ισχυρίζεται ότι αναγνώρισε τον κατηγορούμενο δηλ. κατά πόσο είναι ορθός ή μπορεί να λανθάνεται (βλ. Beckford and others v. R., 97 Cr.App.R. 409, PC). Στην παρ. 14-19 του ίδιου συγγράμματος επαναλαμβάνεται ουσιαστικά η πιο πάνω αναφορά στην Turnbull ότι δηλ. το γεγονός ότι μια αναγνώριση γνωστού προσώπου μπορεί να είναι πιο αξιόπιστη από αυτήν ενός αγνώστου δεν απαλλάσσει το Δικαστήριο από την υποχρέωση να υπενθυμίσει ότι λάθη κάποτε γίνονται ακόμη και στην αναγνώριση στενών συγγενών και φίλων. Προστίθεται ότι ακόμη και σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει να προειδοποιεί για την πιθανότητα ειλικρινούς λάθους και για τους κινδύνους και τους λόγους γιατί τέτοιοι κίνδυνοι υπάρχουν στην μαρτυρία αναγνώρισης. Σε μια αναγνώριση γνωστού προσώπου ο κίνδυνος δεν είναι ο μάρτυρας να υποδείξει το λάθος πρόσωπο κατά την αναγνωριστική παράταξη αλλά ότι κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος εσφαλμένα πιστεύει ότι αναγνώρισε τον δράστη (βλ. και R. v. Thomas [1994] Crim.L.R. 128, CA). Στη βάση επομένως και των πιο πάνω αρχών θα εξετάσω τη μαρτυρία των μαρτύρων με ιδιαίτερη έμφαση στο ουσιώδες μέρος αυτής, ήτοι την αναγνώριση του Κατηγορούμενου από του μάρτυρες σε συνδυασμό πάντοτε και με τις λοιπές εκφάνσεις της μαρτυρίας τους. Ο ΜΚ1 κατά την παρουσία του στο Δικαστήριο μου έχει αφήσει θετική εντύπωση. Όπως έχω εξηγήσει ανωτέρω, η μαρτυρία του περιορίστηκε στις ενέργειες του ως εξεταστής της υπόθεσης οι οποίες αξίζει να σημειωθεί ότι δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση. Ο ΜΚ1 ήταν ειλικρινής και αυτό διαφάνηκε τόσο μέσα από το περιεχόμενο των απαντήσεων του όσο και από το γεγονός ότι ο ίδιος ήταν αντικειμενικός στις θέσεις του ,αφού τόσο μέσα από την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση του σε καμία περίπτωση δεν δίστασε να αναφέρει στο Δικαστήριο τις τυχόν ελλείψεις ή και αδυναμίες που εντοπίζονται στην μαρτυρία που περισυνέλλεξε η αστυνομία εναντίον του Κατηγορούμενου. Πιο συγκεκριμένα, ο ΜΚ1 κατά την αντεξέταση του, αποδέχθηκε την θέση της Υπεράσπισης ότι ένας από τους βασικούς ισχυρισμούς του Κατηγορούμενου σε σχέση με το πού βρισκόταν το επίδικο βράδυ δεν έχει διερευνηθεί. Επίσης συμφώνησε με την Υπεράσπιση ότι το πρόσωπο το οποίο φαινόταν στις κάμερες τους εστιατορίου και το οποίο ο ίδιος έχει επιθεωρήσει, δεν ήταν σε θέση να αναγνωριστεί από τον ίδιο παρόλο που ο ΜΚ2 τον είχε ήδη αναγνωρίσει σύμφωνα με την γραπτή του κατάθεση. Με βάση λοιπόν όλα τα ανωτέρω κρίνω ότι ο ΜΚ1 έχει αναφέρει την πάσα αλήθεια στο Δικαστήριο και συνεπώς κρίνεται αξιόπιστος και η μαρτυρία του γίνεται αποδεχτή. Εξετάζοντας τώρα το σύνολο της μαρτυρίας του βασικότερου μάρτυρα της Κατηγορούσας Αρχής, δηλαδή του ΜΚ2 , διαπιστώνω ότι και αυτός ο μάρτυρας ήταν ειλικρινής γιατί παρόλο που ενώ αρχικά είχε υποδείξει και κατονομάσει στην γραπτή του κατάθεση τον Κατηγορούμενο ως τον δράστη που είχε διαρρήξει και κλέψει από το εστιατόριο του, τόσο τα διάφορα χρηματικά ποσά όσο και την φωτογραφική του μηχανή, εντούτοις κατά την προφορική του μαρτυρία με πάσα ειλικρίνεια και αμεσότητα διευκρίνισε ότι το πρόσωπο το οποίο είχε επιθεωρήσει μέσα από το Τεκμήριο 2 να κινείται εντός του εστιατορίου του, ομοιάζει με τον Κατηγορούμενο χωρίς να είναι όμως σε θέση να μπορεί να αναφέρει με ασφάλεια ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο. Πιο συγκεκριμένα, ο ΜΚ2, εξήγησε στο Δικαστήριο ότι ο λόγος που υποψιάστηκε και ανέφερε στην γραπτή του κατάθεση ότι το πρόσωπο αυτό ήταν ο Κατηγορούμενος, ήταν επειδή ομοίαζε με αυτόν. Επίσης υποστήριξε ότι η πεποίθηση του αυτή, του είχε δημιουργηθε, λόγω του ότι ο τρόπος με τον οποίο περπατούσε ο δράστης ομοίαζε με το στυλ και τον τρόπο που και ο Κατηγορούμενος περπατούσε αφού τον γνωρίζει λόγω του ότι στο παρελθόν είχε εργαστεί στο εστιατόριο που διατηρούσε. Ο ΜΚ2 ήταν κάθετος στην θέση του, ότι δεν είχε δει σε καμία περίπτωση τα χαρακτηριστικά του προσώπου του δράστη. Με βάση λοιπόν τις αρχές που έχουν αποκρυσταλλωθεί μέσα από την νομολογία σε σχέση με την μαρτυρία αναγνώρισης προσώπου, την οποία και έχω παραθέσει ανωτέρω, κρίνω ότι η μαρτυρία του ΜΚ2 σε σχέση με το ζήτημα της αναγνώρισης του Κατηγορούμενου, στερείται ποιότητας και δεν μπορεί να προσδοθεί σε αυτήν οποιαδήποτε βαρύτητα. Ο λόγος για τον οποίο ο ΜΚ2 οδηγήθηκε στο να αναγνωρίσει τον Κατηγορούμενο, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τον γνώριζε μόνο για μία εβδομάδα όταν είχε εργαστεί κοντά του κατά το προηγούμενο έτος, κρίνω ότι αφαιρούν την δυνατότητα αποδοχής της μαρτυρίας του ως ικανοποιητικής και ασφαλούς ως προς το σημείο αυτό για να εξάξω οποιαδήποτε ευρήματα. Συνεπακόλουθα με βάση τα πιο πάνω δεδομένα δεν εγείρεται και οποιαδήποτε ζήτημα εφαρμογής των αρχών της Turnbull και κατ' επέκταση θέμα αναζήτησης υποστηρικτικής μαρτυρίας εφόσον το Δικαστήριο δεν είναι διατεθειμένο υπό τις συνθήκες που έχουν αναφερθεί ανωτέρω να δεχθεί και να στηριχθεί στην εκδοχή του ΜΚ2 ότι όντως είδε το δράστη. Υπό το φως των πιο πάνω λεχθέντων, το θέμα τελειώνει εδώ, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι ο ΜΚ2 έχει προσέλθει στο Δικαστήριο με σκοπό να αποκρύψει την αλήθεια αφού το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του γίνεται αποδεκτό. Η μαρτυρία του εξάλλου ως προς το υπόλοιπο μέρος με εξαίρεση του σημείου της αναγνώρισης, δεν έχει αμφισβητηθεί ούτε και από την Υπεράσπιση. Με βάση τα πιο πάνω ο ΜΚ2 κρίνεται αξιόπιστος με εξαίρεση του σημείου της μαρτυρίας που έχω ήδη αναφέρει. Όπως έχει ήδη αναφερθεί ο Κατηγορούμενος τήρησε το δικαίωμα της σιωπής. Η ανώμοτη δήλωση - όπως και η σιωπή - σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (Βλ. Themistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastassiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97). Το μόνο που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι οι δύο ανακριτικές καταθέσεις που έχουν ληφθεί από τον Κατηγορούμενο και στις οποίες ο Κατηγορούμενος προβάλλει τους ισχυρισμούς του σχετικά με το που βρισκόταν κατά την στιγμή που είχε διαρρηχθεί το εστιατόριο του ΜΚ2. Εξετάζοντας λοιπόν τα Τεκμήρια 3 και 4 και έχοντας κατά νου τις αρχές τις Νομολογίας σε σχέση με το πως αξιολογείται η γραπτή κατάθεση ενός Κατηγορούμενου (βλ. Χαράλαμπος Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109) κρίνω ότι σε αυτές δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε ενοχοποιητική ή απαλλακτική δήλωση. Επομένως και υπό το φως των πιο πάνω, το περιεχόμενο το περιεχόμενο των ανακριτικών του καταθέσεων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Υπό το φως της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 09.12.18 ο ΜΚ2 ο οποίος είναι ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου - μπάρ με την ονομασία "MOROCCO" το οποίο βρίσκεται την οδό Διονύσου αρ. 8Α στην Κάτω Πάφο σχόλασε από την εργασία περί τις 01:00 το πρωί χωρίς να υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα με την περιουσία του εστιατορίου του. Την ίδια ημέρα και περί ώρα 17:00 ,η Μάγια, η οποία ήταν η διευθύντρια του εν λόγω εστιατορίου, μετέβηκε στο εστιατόριο για να το ανοίξει και διαπίστωσε ότι έλειπαν, το συρταράκι του ταμείου στο οποίο υπήρχαν μέσα 100 ευρώ, ένα μικρό σιδερένιο κουτί εντός του οποίου υπήρχαν 60 ευρώ σε κέρματα και μια φωτογραφική μηχανή μάρκας CANON χρώματος μαύρη αξίας 500 ευρώ. Επίσης διαπίστωσε ότι ήταν σπασμένο το πλαϊνό ξύλινο παράθυρο του εστιατορίου. Η Μάγια τότε τηλεφώνησε στον ΜΚ2 ο οποίος αφού μετέβηκε στο μέρος, έλεγξε τις κάμερες που υπήρχαν τοποθετημένες στο εστιατόριο και διαπίστωσε ότι ένα νεαρό πρόσωπο βρισκόταν και κινείτο εντός του εστιατορίου του χωρίς να φορεί κουκούλα. Ο ΜΚ2 υπολόγισε ότι το πρόσωπο αυτό είναι ο Κατηγορούμενος επειδή όταν περπατούσε είχε το ίδιο στυλ και περπάτημα μαζί του. Δεν είδε όμως τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Ο ΜΚ2 γνώριζε τον Κατηγορούμενο γιατί στο παρελθόν, δηλαδή ένα περίπου χρόνο προηγουμένως, είχε εργαστεί για διάστημα μίας εβδομάδας στο μαγαζί του. Επειδή υπολόγισε ότι επρόκειτο για τον Κατηγορούμενο συναντήθηκε με τον πατέρα του ο οποίος τον πληροφόρησε ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν στο σπίτι και ότι θα πήγαινε στην αστυνομία για να υπογράψει. Έτσι ο ΜΚ2 μετέβηκε στην αστυνομία όπου και συναντήθηκε με τον Κατηγορούμενο, ο οποίος του αρνήθηκε κάθε ανάμειξη στην κλοπή της περιουσίας του. Ο ΜΚ2 προέβηκε σε καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου στην αστυνομία. Κατά την διερεύνηση της υπόθεσης εξασφαλίστηκε το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης του εν λόγω εστιατορίου στο οποίο φαίνεται κάποιο πρόσωπο να κινείται. Το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης αποτελεί το Τεκμήριο
- Από τον Κατηγορούμενο λήφθηκαν ανακριτικές καταθέσεις στις οποίες δεν παραδέχθηκε ενοχή προβάλλοντας κάποιους ισχυρισμούς. Ο ΜΚ1, ο οποίος είναι ο εξεταστής της υπόθεσης παρακολούθησε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 χωρίς να μπορεί να αναγνωρίσει το πρόσωπο που φαίνεται να βρίσκεται στο εστιατόριο του ΜΚ
- Επίσης διαπίστωσε ότι η διάρρηξη στο εν λόγω εστιατόριο έγινε μετά από παραβίαση με αιχμηρό αντικείμενο του πλαϊνού ξύλινου παραθύρου που βρίσκεται δίπλα από το εστιατόριο MANDRA ενώ η έξοδος επετεύχθη από την πίσω πόρτα εισόδου - εξόδου του εν λόγω εστιατορίου. NOMIKH ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το αδίκημα της 1ης κατηγορίας ρυθμίζεται από το άρθρο 294(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, επί του οποίου βασίζεται η πρώτη και τρίτη κατηγορία, προνοεί ως ακολούθως: «Όποιος (α) διαρρήχνει και εισέρχεται σε σχολικό κτίριο, κατάστημα, αποθήκη, γραφείο ή λογιστήριο ή σε κτίριο που συνορεύει με κατοικία και που κατέχεται μαζί με αυτό όμως δεν αποτελεί τμήμα της και διαπράττει κάποιο κακούργημα σε αυτά· ή (β) αν διάπραξε κάποιο κακούργημα σε οποιοδήποτε από τα πιο πάνω αναφερόμενα, διαρρήχνει αυτό και εξέρχεται από αυτό, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων». Το άρθρο 291 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί ως ακολούθως: «Όποιος διαρρήχνει οποιοδήποτε μέρος κτιρίου, εξωτερικό ή εσωτερικό ή ανοίγει με ξεκλείδωμα, έλξη, ώθηση, ανύψωση ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο, θύρα, παράθυρο, παραθυρόφυλλο, πόρτα υπογείου ή άλλο πράγμα προορισμένο για το κλείσιμο ή για την κάλυψη ανοίγματος σε κάποιο κτίριο ή άνοιγμα που επιτρέπει τη δίοδο από ένα μέρος του κτιρίου σε άλλο, θεωρείται ότι διαρρήχνει το κτίριο». Προκύπτει από το πιο πάνω άρθρο ότι η διάρρηξη μπορεί να συντελεστεί όχι μόνο με την παραβίαση μιας εισόδου αλλά και με απλό άνοιγμα της είτε με κλειδί είτε διαφορετικά. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι το εστιατόριο του ΜΚ2 εμπίπτει εντός της έννοιας της λέξης κτιρίου. Ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι την 09.12.18 στο εν λόγω εστιατόριο εισήλθε κάποιο πρόσωπο το οποίο αφού παραβίασε το ξύλινο δίφυλλο πλαϊνό παράθυρο του εστιατορίου χρώματος καφέ που βρίσκεται δίπλα από το εστιατόριο MANDRA πέτυχε είσοδο εντός αυτού. Επίσης ότι η έξοδος του δράστη επιτεύχθηκε από την πίσω πόρτα εξόδου - κινδύνου του εστιατορίου. Συνεπώς η παραβίαση του εν λόγω παραθύρου του εστιατορίου η οποία επετεύχθη με αιχμηρό αντικείμενο ενώ το εν λόγω εστιατόριο βρισκόταν εκτός λειτουργίας αφού περί τις 0100 ο ΜΚ2 το είχε κλείσει, εμπίπτει δίχως άλλο εντός της έννοιας της διάρρηξης. Αυτό που παραμένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο η ενώπιον μου μαρτυρία έχει καταδείξει ποιο πρόσωπο έχει διαρρήξει και εισέλθει, ως έχει καταγραφεί από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2, σε αυτό. Από την μαρτυρία που έχω αποδεχθεί κρίνω ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε θετική μαρτυρία που να καταδεικνύει με απόλυτη βεβαιότητα και ασφάλεια ότι το πρόσωπο το οποίο διέρρηξε και εισήλθε εντός του εστιατορίου του ΜΚ2 ήταν ο Κατηγορούμενος. Αφής στιγμής δεν έχω προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στην μαρτυρία αναγνώρισης του Κατηγορουμένου από τον ΜΚ2 για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί ανωτέρω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται στην 1η Κατηγορία. Το αδίκημα της 2ης κατηγορίας ρυθμίζεται από το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, επί του οποίου βασίζεται η δεύτερη και τέταρτη κατηγορία, προνοεί ως ακολούθως: «
(1)Κλέβει όποιος, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη. .....................................................................................................................
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο». Στην υπόθεση Ιωάννης Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το αδίκημα της κλοπής: «Στο Άρθρο 255 του Κεφ. 154 το οποίο αφορά το αδίκημα της κλοπής ορίζεται και η έννοιά της. Στην υπόθεση Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας
(1978)2 C.L.R. 382, έγινε πλήρης ανάλυση της νομολογίας από το Larceny Act 1916 που ίσχυε στην Αγγλία μέχρι και το Theft Act 1968 που αντικατέστησε αυτό μεταγενέστερα. Στην υπόθεση αναφέρθηκε επίσης η R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, στην οποία λέχθηκε ότι στοιχεία της κλοπής είναι
(1)η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη
(2)χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και
(3)με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Στην υπόθεση Ζησιμίδη αναφέρθηκε και η υπόθεση Πλατρίτης ν. Αστυνομίας
(1967)2 C.L.R. 174, όπου στη σελίδα 188 έγινε αναφορά και επεξήγηση της έννοιας «fraudulently» και όπου επίσης σημειώνεται η διαφορά ως προς την πρόθεση με το Larceny Act. Από την ανάλυση προκύπτει ότι η λέξη «fraudulently» δείχνει πράξη σκόπιμη και με πρόθεση. Στην υπόθεση Ζησιμίδης επίσης αναφέρθηκε η προγενέστερη Αγγλική υπόθεση R. v. Feely [1973] 1 All ER 341. Η λέξη «fraudulently» είχε ήδη αντικατασταθεί στο Theft Act της Αγγλίας με τη λέξη «dishonestly» και είχε επεξηγηθεί από τα Αγγλικά Δικαστήρια ότι με τη νέα έννοια εισάγεται πλέον η αναγκαιότητα ύπαρξης και ηθικού στιγματισμού της πράξης ως μέρος της έννοιας της κλοπής. Οποιεσδήποτε αμφιβολίες διατυπώθηκαν στην Κυπριακή Νομολογία σχετικά με την πραγματική έννοια της λέξης «fraudulently», μετά την υπόθεση Feely, επεξηγήθηκαν από τη μεταγενέστερη υπόθεση Azinas a.o. v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, όπου, μετά από ολοκληρωμένη ανάλυση της νομολογίας στις σελ. 82-85, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το «fraudulently» όπως είχε αποφασίσει και η Πλατρίτης, σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως. Αυτή η πρόθεση φανερώνεται μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης που εκδικάζεται. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14, 26, όπου επίσης διαπιστώθηκε η μη άμεση αντιστοιχία του Κεφ. 154, ως προς το Larceny Act και μετέπειτα το Theft Act. Όπως αναφέρεται στον Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice, 36η έκδ., σελ. 364, παρ. 1010, η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα ανευρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. Στη μεταγενέστερη έκδοση του Archbold του 2007, γίνεται πλήρης ανάλυση στις σελ. 1754-1756, παρ. 17-34 με 17-39. Η έννοια του ιδιοκτήτη («owner»), περιλαμβάνει, σύμφωνα με το εδάφιο 2(γ) του Άρθρου 255 και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ιδιοκτησία οποιουδήποτε πράγματος δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Αυτός ο ορισμός του ιδιοκτήτη πρέπει να συνδυαστεί και με το Άρθρο 260, όπου καθορίζεται ότι κλοπή μπορεί να γίνει και από πρόσωπο που έχει συμφέρον στο κλοπιμαίο όπως εάν το πρόσωπο αποκτά ειδική ιδιοκτησία ή είναι μισθωτής του αντικειμένου ή συνιδιοκτήτης του. Αυτή η έννοια της ιδιοκτησίας που καθορίζει το Κεφ. 154, είναι απόρροια της νομολογημένης αντίληψης προερχόμενης από τις έννοιες του κοινοδικαίου ότι η ιδιοκτησία μπορεί να ανήκει ταυτόχρονα με τον κατηγορούμενο και σε άλλο πρόσωπο ή ο κατηγορούμενος μπορεί να το κατέχει λόγω σχέσης εμπιστοσύνης, από άλλο πρόσωπο. Αυτό καλύπτει και την παρούσα περίπτωση, όπου η εταιρεία απέκτησε το χαρτοφυλάκιο του Ταμείου με τη συγκατάθεση του, αλλά στη συνέχεια το οικειοποιήθηκε («fraudulent conversion»), όπως απαντάται στην επιφύλαξη του Άρθρου 255
(1)και στο Άρθρο 260. Όπως αναφέρεται περαιτέρω στο σύγγραμμα του Ashworth: Principles of Criminal Law 3η έκδ. σελ. 385, η έννοια της λέξης «property» κάτω από το Άρθρο 4
(1)του Theft Act 1968, είναι πολύ ευρεία και περιλαμβάνει σχεδόν οποιαδήποτε μορφή περιουσίας, όπως ακριβώς καθορίζεται και στην έννοια του «property» του ερμηνευτικού Άρθρου 4 του Κεφ. 154, που περιλαμβάνει κάθε έμψυχο ή άψυχο, δυνάμενο να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας. Στο σύγγραμμα Parry on Offences Against Property, σελ. 11, παρ. 1.21, αναφέρεται ότι μία περιουσία ανήκει όχι μόνο σε κάποιον που είναι απόλυτος ιδιοκτήτης της, αλλά και σε οποιονδήποτε έχει επ' αυτής συμφέρον ή εμπράγματο δικαίωμα. Έτσι, περιουσία, η οποία κατέχεται από κοινού, μπορεί να γίνει αντικείμενο κλοπής από ένα ή περισσότερους από τους συνιδιοκτήτες, ενώ στην παρ. 1.22 καταγράφεται η θέση ότι το συμφέρον στην περιουσία δεν είναι ανάγκη να είναι νομικό («legal»), αλλά μπορεί να είναι και συμφέρον που αναγνωρίζεται στο δίκαιο της επιείκειας («equitable»). Κατά συνέπεια, ένας καταπιστευματοδόχος («trustee») παρόλο που κατά νόμο θεωρείται απόλυτος ιδιοκτήτης, εν τούτοις μπορεί να κλέψει την περιουσία του καταπιστεύματος, διότι οι δικαιούχοι έχουν «equitable interest». Κατά παρόμοιο τρόπο, πρόσωπα που βρίσκονται σε σχέση εμπιστοσύνης με άλλα («fiduciary position») και που λόγω της θέσης αυτής δυνατό να αποκτήσουν μυστικά κέρδη μπορούν να θεωρηθούν ένοχοι κλοπής, ιδιαιτέρως όταν η περιουσία έτυχε εμπίστευσης ως πραγματικό γεγονός. (Attorrney-General's Reference (No. 1 of 1985) [1986] QB 491). Σχετικές αναφορές γίνονται και στο σύγγραμμα του Edward Griew: The Theft Act 1968 2η έκδ., σελ. 11-12 τόσο για την ιδιοκτησία όσο και τη φράση «belonging to another». Το πόσο ευρεία είναι η έννοια «belonging to another», σχολιάζεται και στον Ashworth - πιο πάνω - σελ. 386-390, όπου διακρίνεται η έννοια αυτή από τον παλιό νόμο του Larceny Act ...». Στην υπόθεση Πλατρίτης ν. Αστυνομίας
(1967)2 CLR 174 λέχθηκε ότι οι λέξεις «με δόλιο τρόπο» (fraudulently) προσθέτουν στις λέξεις «χωρίς αξίωση δικαιώματος» και υποδηλούν απόκτηση κατοχής με πρόθεση (intentionally) και εσκεμμένα (deliberately), δηλαδή, όχι ως εκ λάθους. Στην πιο πάνω υπόθεση και στην βάση των ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε στο ότι ο εφεσείων είχε πρόθεση να χρησιμοποιήσει τα χρήματα τα οποία οικειοποιήθηκε από το χρηματοκιβώτιο και τα οποία όντως χρησιμοποίησε για σκοπούς άλλους από αυτούς για τους οποίους τα είχε στην κατοχή του και για τους οποίους τα μέλη της Αστυνομικής Δύναμης τα είχαν καταβάλει. Ήτοι προς οικονομική βοήθεια της χήρας πρώην συναδέλφου τους. Παίρνοντας τα χρήματα και χρησιμοποιώντας τα για δικούς του σκοπούς ο εφεσείων είχε πρόθεση να τα αποστερήσει από την χήρα και πράττοντας έτσι ενήργησε με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος καθότι γνώριζε ότι δεν είχε δικαίωμα να τα πάρει αφού γνώριζε ότι τα χρήματα δεν ήταν δικά του. Το γεγονός ότι η κατοχή ή ο έλεγχος της κλαπείσας περιουσίας είναι νόμιμος από το θύμα δεν απαιτείται να αποδειχθεί (Βλ. Archbold 2009, παράγραφοι 21-67). Περαιτέρω ο σκοπός για τον οποίο κλάπηκε μια περιουσία δεν έχει σημασία. Όπως λέχθηκε στην Αγγλική υπόθεση R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, που πιο πάνω μνημονεύεται, τα συστατικά στοιχεία της κλοπής είναι (α) η λήψη της περιουσίας χωρίς την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, (β) χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και (γ) με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Εξετάζοντας την υπάρχουσα μαρτυρία και χωρίς να παραγνωρίζω ότι αφής στιγμής έχω αποφασίσει ότι το πρόσωπο το οποίο διέρρηξε το εστιατόριο του ΜΚ2 δεν έχει καταδειχθεί με απόλυτη βεβαιότητα και ασφάλεια ότι πρόκειται για τον Κατηγορούμενο, συνεπώς προκύπτει επίσης ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Κατηγορούμενος είναι και το πρόσωπο που έκλεψε τα χρηματικά ποσά ιδιοκτησίας του ΜΚ2 καθώς και την φωτογραφική του μηχανή. Και αυτό γιατί η αναγνώριση του Κατηγορούμενου από τον ΜΚ2 ως εξηγήθηκε στερείτο ποιότητας με αποτέλεσμα να μην προσδοθεί σε αυτήν οποιαδήποτε βαρύτητα. Με βάση τα πιο πάνω λεχθέντα η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει και την 2η κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και στην 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........... Σ. Συμεού, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο