← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Δ. Μ., Υπόθεση Αρ.: 2188/2020, 27/7/2022

Δημοκρατία ν. Δ. Μ., Υπόθεση Αρ.: 2188/2020, 27/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDAMM:2022:2 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ-ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. Σ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Π.Ε.Δ. Ν.Α.Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 2188/2020 Δημοκρατία ν. Δ. Μ. Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 27 Ιουλίου, 2022. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Ν. Κέκκος για Γενικό Εισαγγελέα. Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Ι. Λαλιάς. Κατηγορούμενος παρών. Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, κρίθηκε ένοχος και στις εικοσιτέσσερεις

(24)κατηγορίες που αντιμετώπιζε, οι οποίες είναι οι ακόλουθες: Δύο
(2)Κατηγορίες συνωμοσίας για φόνο κατά παράβαση του άρθρου 217 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ήτοι συνωμότησε με άλλο πρόσωπο, σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ 1.11.2019 - 25.11.2019, να φονεύσουν τον Κ. Χ. και σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ 1.1.2020 - 16.2.2020, να φονεύσουν τον Κ.Κ. (Κατηγορίες 1 και 11). Έξι
(6)Κατηγορίες για απόπειρα φόνου κατά παράβαση του άρθρου 20 και 214(α) του Ποινικού Κώδικα, ήτοι στις 25.11.2019 και 27.11.2019 στην Λάρνακα, αποπειράθηκε να επιφέρει τον θάνατο στον Κ. Χα. (Κατηγορίες 2 και 6) και στις 16.2.2020 στη Αγία Νάπα, στους Σ. Σ., Μ. Μ., Κ. Φ. και Σ. Π. (Κατηγορίες 12, 13, 14 και 15). Δύο
(2)Κατηγορίες για κατοχή πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β και δύο
(2)Κατηγορίες για μεταφορά πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4
(1), 51 και 55 του Περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113(Ι)/04 και του επισυνημμένου Πρώτου Παραρτήματος, όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 91
(1)/05 και 56
(1)/07 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, ήτοι μεταξύ των ημερομηνιών 27.11.2019 - 4.12.2019 στην Λάρνακα, κατείχε δύο πιστόλια και μεσολάβησε όπως αυτά παραδοθούν στον Χ.Χ. από την Πάφο και μεταξύ των ημερομηνιών 1.2.2020 - 16.2.2020 στην Αγία Νάπα κατείχε ένα περίστροφο Smith Wesson, όπλα των οποίων η κατοχή απαγορεύεται (Κατηγορίες 8 και 18) και κατά τους αντίστοιχους χρόνους και τόπους, μετέφερε παράνομα τα εν λόγω όπλα (Κατηγορίες 7 και 17). Μία
(1)Κατηγορία για μεταφορά πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β, κατά παράβαση των προαναφερόμενων άρθρων του Νόμου 113
(1)/04, ήτοι στις 25.11.2019 στην Λάρνακα παράνομα μετέφερε ένα πιστόλι (Κατηγορία 3). Τρεις
(3)κατηγορίες για κατοχή πυρομαχικών κατηγορίας Β, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4
(1), 5
(1)
(2)
(3)
(4), 6, 51 και 55 του Περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113
(1)/2004 και του επισυνημμένου Πρώτου Παραρτήματος όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 91
(1)/05 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, ήτοι στις 25.11.2019 και μεταξύ των ημερομηνιών 27.11.2019 - 4.12.2019 στην Λάρνακα κατείχε άγνωστο αριθμό φυσιγγίων πιστολιού που περιείχαν εκρηκτική ύλη και μεταξύ των ημερομηνιών 1.2.2020 - 16.2.2020 στην Αγία Νάπα κατείχε 25 πλήρη φυσίγγια πυροβόλου όπλου διαμετρήματος 7.62 χλσ και 5 πλήρη φυσίγγια περιστρόφου διαμετρήματος 0.38 ιντζών που περιείχαν εκρηκτική ύλη (Κατηγορίες 4, 9, 19). Τρεις
(3)κατηγορίες για μεταφορά εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια, κατά παράβαση του άρθρου 4
(1)(ε)
(4)(δ) του Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54, όπως έχει τροποποιηθεί και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, ήτοι στις 25.11.2019 και μεταξύ των ημερομηνιών 27.11.2019 - 4.12.2019, στην Λάρνακα, μετέφερε άγνωστο αριθμό φυσιγγίων πιστολιού που περιείχαν εκρηκτική ύλη και μεταξύ των ημερομηνιών 11.2.2020 - 16.2.2020 στην Αγία Νάπα μετέφερε 25 πλήρη φυσίγγια πυροβόλου όπλου διαμετρήματος 7.62 χλσ και 5 πλήρη φυσίγγια περιστρόφου διαμετρήματος 0.38 ιντζών που περιείχαν εκρηκτική ύλη, χωρίς την άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών (Κατηγορίες 5, 10 και 20). Μία
(1)Κατηγορία για μεταφορά πυροβόλου όπλου κατηγορίας Α, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4
(1), 51 και 55 του Περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113
(1)/2004 και του επισυνημμένου Πρώτου Παραρτήματος όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 91
(1)/05 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ήτοι μεταξύ των ημερομηνιών 1.2.2020 - 16.2.2020, στην Αγία Νάπα παράνομα μετέφερε ένα αυτόματο τυφέκιο Μ58 (Κατηγορία 16). Μία
(1)κατηγορία συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 και του Νόμου 29/77 , ήτοι μεταξύ των ημερομηνιών 1.11.2019 - 27.11.2019 στην Λευκωσία και Πάφο, συνωμότησε με άλλο πρόσωπο να διεξάγουν εμπορία ναρκωτικών (Κατηγορία 21). Τρεις
(3)κατηγορίες που σχετίζονται με τον Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο του 1977 (Ν.29/77) όπως τροποποιήθηκε, ήτοι την παροχή συμβουλής σε άλλο πρόσωπο να διαπράξει (α) το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, (β) της κατοχής του εν λόγω φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα και (γ) της προμήθειας του σε άλλο πρόσωπο. Συγκεκριμένα ότι μεταξύ των ημερομηνιών 27.11.2019 - 31.12.2019 στην Λευκωσία, συμβούλευσε άλλο πρόσωπο να κατέχει δύο
(2)κιλά κάνναβη, να κατέχει την εν λόγω ποσότητα με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο και ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο συμβούλευε άλλο πρόσωπο να προμηθεύσει με δύο
(2)κιλά κάνναβη άγνωστα πρόσωπα (Κατηγορίες 22, 23 και 24). Τα γεγονότα της υπόθεσης εκτίθενται στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 19.7.2022, τα οποία πολύ συνοπτικά παρατίθενται κατωτέρω. Ο Μ.Κ.6, καθ΄ ον χρόνο βρισκόταν κρατούμενος στη πτέρυγα 9 στις Κεντρικές Φυλακές, όπου εκτίει ποινή ισόβιας φυλάκισης ο κατηγορούμενος για τη δολοφονία πέντε
(5)προσώπων, είχε συναναστροφή με τον κατηγορούμενο και έκαναν παρέα. Μετά την αποφυλάκιση του Μ.Κ.6, ο κατηγορούμενος του τηλεφώνησε από τις Κεντρικές Φυλακές. Αφού μίλησαν είπαν να κρατήσουν επαφή, ενώ ο κατηγορούμενος του είπε να εγκαταστήσει την εφαρμογή «Whats Αpp» στο κινητό του, πράγμα που έκανε ο Μ.Κ.6. Περί τον Αύγουστο - Σεπτέμβρη του 2019, ο κατηγορούμενος πήρε τηλέφωνο τον Μ.Κ.6 από αγγλικό αριθμό τηλεφώνου, με τον οποίο αριθμό στη συνέχεια είχαν τηλεφωνική επικοινωνία. Λίγες ημέρες πριν τις 27.11.2019, ο κατηγορούμενος πήρε τηλέφωνο τον Μ.Κ.6 και του είπε να πάρει καινούργιο τηλέφωνο και να εγκαταστήσει νέα εφαρμογή «Whats Αpp» και να τον πάρει τηλέφωνο. Έτσι και έκανε ο Μ.Κ.6 και πήρε τηλέφωνο τον κατηγορούμενο από το καινούριο κινητό του τηλέφωνο. Ο κατηγορούμενος τότε του είπε ότι είχε «μια δουλειά» γι΄ αυτόν και ότι τα λεφτά που θα έπαιρναν ήταν πολλά. Χωρίς δεύτερη σκέψη ο Μ.Κ.6 του απάντησε θετικά γιατί είχε ανάγκη από χρήματα. Τότε ο κατηγορούμενος του είπε ότι ήθελε «να στείλω ένα πούστη». Αμέσως ο Μ.Κ.6 του είπε ότι «δεν έχει πρόβλημα» καταλαβαίνοντας ότι ήθελε να σκοτώσει κάποιον. Μετά από δύο
(2)περίπου ημέρες ο κατηγορούμενος πήρε τηλέφωνο τον Μ.Κ.6 από το «Whats Αpp» και του είπε ότι η «δουλειά» ήταν στην Λάρνακα και θα του έστελλε μήνυμα με λεπτομέρειες. Την ίδια ώρα του έστειλε μήνυμα με «Whats Αpp» και έγραφε λεπτομέρειες για τον στόχο. Στο μήνυμα αναγράφετο συγκεκριμένη διεύθυνση σε πολυκατοικία καθώς και οι αριθμοί εγγραφής του αυτοκινήτου του στόχου. Ο Μ.Κ.6 πήρε πίσω τηλέφωνο από το «Whats Αpp» τον κατηγορούμενο, ο οποίος του είπε να χαρτογραφήσει την περιοχή στο μυαλό του, καθώς και τη διαδρομή διαφυγής του. Τον συμβούλεψε να προσέχει τις κάμερες συγκεκριμένης υπεραγοράς και να ψάξει τον στόχο του στο «Facebook» με συγκεκριμένο όνομα που του ανέφερε. Αφού ο Μ.Κ.6 έκανε στο κινητό του τηλέφωνο ένα ψεύτικο προφίλ στο «Facebook» έψαξε και βρήκε το στόχο του στο «Facebook», ο οποίος ήταν ο Μ.Κ.18, σε μια φωτογραφία που ήταν πάνω σε ένα κότερο να κρατά το τιμόνι, φωτογραφία, Τεκμήριο
  1. Από την επόμενη ημέρα, δηλαδή λίγες ημέρες πριν από τις 25.11.2019, ο Μ.Κ.6 πήγε στη Λάρνακα, όπου μετά που έβαλε τη διεύθυνση του Μ.Κ.18, που του έδωσε ο κατηγορούμενος, στο GPS του τηλεφώνου του, εντόπισε την πολυκατοικία, άρχισε την την παρακολούθηση του Μ.Κ.18 και μελετούσε τις διαδρομές διαφυγής του μετά που θα πραγματοποιούσε τη δολοφονία του Μ.Κ.18, όπου στο υπόγειο της πολυκατοικίας εντόπισε ένα μπλε σκούρο «BMW» και δίπλα του ένα άσπρο «BMW». Όταν ο Μ.Κ.6 πήγε πίσω στην Πάφο, κατά το μεσημέρι πήρε τηλέφωνο τον κατηγορούμενο και του είπε να μάθαινε αν το άσπρο «BMW» το κρατούσε ο Μ.Κ.
  2. Αφού έμαθε ο κατηγορούμενος, τον πήρε τηλέφωνο και του είπε ότι ο Μ.Κ.18 το κρατά. Την επόμενη ημέρα ο Μ.Κ.6 πήγε από την Πάφο στη Λάρνακα με τη μοτοσικλέτα του. Όταν έφτασε στη Λάρνακα κατάλαβε ότι του έπεσε και έχασε το κινητό του στο δρόμο. Ως εκ τούτου πήγε σε κατάστημα πώλησης κινητών τηλεφώνων και αγόρασε ένα άλλο καινούριο κινητό δίνοντας ψεύτικο όνομα. Ακολούθως πήγε σε περίπτερο που βρίσκεται απέναντι από το δρόμο και αγόρασε μία κάρτα So easy και €10 top up και πήγε σε συγκεκριμένο ταχυφαγείο και ενεργοποίησε το κινητό του με ψεύτικο email, εγκατέστησε το «Whats Αpp» και προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον κατηγορούμενο. Επειδή δεν λειτουργούσε το μεγάφωνο του κινητού του πήγε σε πολυκατάστημα, όπου αγόρασε ένα «bluetooth» και αφού το συνέδεσε επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο. Ακολούθως, ο Μ.Κ.6 αφού ανέφερε στον κατηγορούμενο ότι ήταν εντάξει και θα προχωρούσε, ζήτησε όπως του παραδώσουν το όπλο σε συγκεκριμένο σημείο. Έτσι τη συγκεκριμένη ημέρα, ήτοι στις 25.11.2019, που θα προχωρούσε με τη δολοφονία του Μ.Κ.18 επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο για να παραδίδετο το όπλο. Μετά από κάποια συνεννόηση ο Μ.Κ.6 παρέλαβε ένα έμφορτο πιστόλι. Στη συνέχεια έχοντας μαζί του έμφορτο το πιστόλι πήγε στην πολυκατοικία όπου διέμενε ο Μ.Κ.18 και αφού στάθμευσε το αυτοκίνητο, με τα πόδια μετέβη σε σημείο που βρίσκονταν κολώνες του χώρου στάθμευσης και περίμενε τον Μ.Κ.18 για να έρθει. Όταν ο Μ.Κ.18 στάθμευσε το αυτοκίνητο, το άσπρο «BMW», στην είσοδο της πολυκατοικίας, κατέβηκε από αυτό αφήνοντας το ξεκινημένο με ανοιχτή την πόρτα. Ο Μ.Κ.18 ο οποίος μιλούσε στο τηλέφωνο εισήλθε στην πολυκατοικία. Ο Μ.Κ.6 κατάλαβε ότι θα επέστρεφε πίσω αμέσως, οπότε όπλισε το πιστόλι και όταν ήρθε πίσω ο Μ.Κ.18 ενώ μιλούσε ιστάμενος στην ανοιχτή πόρτα του αυτοκινήτου του τον πλησίασε περί το ενάμιση (1.5) μέτρο από πίσω και πάτησε τη σκανδάλη του πιστολιού αλλά το πιστόλι δεν πυροβόλησε. Τότε έφυγε προσεκτικά από την πίσω πλευρά της πολυκατοικίας χωρίς να γίνει αντιληπτός από τον Μ.Κ.18, ενώ συνάμα είδε τον Μ.Κ.18 να φεύγει από την άλλη πλευρά. Αφού έφυγε από το μέρος με το αυτοκίνητο του προς την Πάφο κατά τη διαδρομή επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο στον οποίο ανέφερε τι συνέβηκε. Έπειτα άφησε το πιστόλι κοντά στο σπίτι του, πήγε υπόγραψε στον Αστυνομικό Σταθμό Πάφου, όπου υπέγραφε καθημερινά μεταξύ των ωρών 18:00-22:00 και όταν επέστρεψε έβγαλε την γεμιστήρα από το πιστόλι οπότε είδε ότι μέσα είχε ρύζι. Τότε έβγαλε φωτογραφία του ρυζιού και του πιστολιού και την έστειλε στον κατηγορούμενο. Την επόμενη ημέρα ο Μ.Κ.6, ζήτησε από τον κατηγορούμενο όπως του παραδώσει δύο πιστόλια. Φεύγοντας από την Πάφο στις 27.11.2019 για να παραλάβει τα δύο πιστόλια από συγκεκριμένο χώρο όπου θα τα τοποθετούσε τρίτο άτομο για τον κατηγορούμενο, πέρασε από την Μονή όπου έκλεψε πινακίδες με αριθμούς εγγραφής άλλου ακινητοποιημένου οχήματος τις οποίες τοποθέτησε με λαστιχάκια στο όχημα του μάρκας «Yaris» και μετέβη στη Λάρνακα. Αφού έφτασε στη Λάρνακα ο Μ.Κ.6, κατόπιν συνεννόησης, παρέλαβε δύο έμφορτα πιστόλια από συγκεκριμένο μέρος, που τα είχε αφήσει τρίτο, άγνωστο πρόσωπο, κατόπιν οδηγιών του κατηγορούμενου. Στη συνέχεια την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 27.11.2019, μετέβη στο αυτοκίνητο του και αφού ντύθηκε με φόρμες και τον σάκο του τον μαύρο και φόρεσε παπούτσια αθλητικά οδήγησε το αυτοκίνητο του προς την πολυκατοικία όπου διέμενε ο Μ.Κ.18 και στάθμευσε το αυτοκίνητο του σε χωράφι απέναντι από την υπεραγορά { }. Ακολούθως πήγε με τα πόδια στη συγκεκριμένη πολυκατοικία όπου διέμενε ο Μ.Κ.18 και κρυμμένος στις κολώνες της πολυκατοικίας τον περίμενε για ενάμιση ώρα, οπότε έφυγε από εκεί και πήρε τηλέφωνο τον κατηγορούμενο και του το ανέφερε. Ο κατηγορούμενος στη συνέχεια, μετά από 20 λεπτά περίπου πήρε τηλέφωνο τον Μ.Κ.6 και του είπε ότι ο Μ.Κ.18 είναι στην Πύλα και θα τον έπαιρνε τηλέφωνο όταν θα έφευγε από εκεί. Μετά από λίγο τον πήρε τηλέφωνο και του είπε ότι ο Μ.Κ.18 έφυγε από την Πύλα. Έτσι ο Μ.Κ.6 επέστρεψε πίσω στη θέση που ήταν πριν, δηλαδή εκεί που είναι οι κολώνες της πολυκατοικίας και περίμενε τον Μ.Κ.
  3. Μετά από 15 περίπου λεπτά, δηλαδή περί τις 20:30, αφού ο Μ.Κ.6 προετοιμάστηκε και τοποθέτησε και την κουκούλα στο πρόσωπο του, με οπλισμένα και έμφορτα τα πιστόλια στα χέρια του, περίμενε τον Μ.Κ.18, ο οποίος ήρθε από την πίσω πλευρά της πολυκατοικίας και εισήλθε στο γκαράζ του με το αυτοκίνητο του, το άσπρο «BMW». Ο Μ.Κ.18 παρέμεινε στο αυτοκίνητο και ο Μ.Κ.6 τον άκουγε που μιλούσε στο τηλέφωνο, ενώ η πόρτα του αυτοκινήτου ήταν λίγο ανοιχτή και τα φώτα του αναμμένα. Ο Μ.Κ.6 βιαστικά εισήλθε μέσα στο γκαράζ που είχε σταθμεύσει το αυτοκίνητο του ο Μ.Κ.18 και όπως ήταν ανοικτή η πόρτα την έσπρωξε με το πόδι του και πυροβόλησε τον Μ.Κ.18 αρχικά δύο φορές, ενώ στη συνέχεια αφού τράβηξε λίγο πίσω τον ξαναπυροβόλησε ακόμα τέσσερεις φορές. Ακολούθως, μετά τη ρίψη των πυροβολισμών, ενώ έφευγε τρέχοντας από τη σκηνή με κατεύθυνση προς το αυτοκίνητο του, γύρισε πίσω του για να δει αν τον ακολουθεί κάποιος, οπότε είδε το αυτοκίνητο του Μ.Κ.18 να κινείται με την όπισθεν. Η πολυκατοικία καθώς και το γκαράζ όπου έβαζε τα αυτοκίνητα του ο Μ.Κ.18, καθώς και το πεζοδρόμιο και ο δρόμος που περνά μπροστά από την πολυκατοικία, όπως και τα δύο οχήματα που αναφέρουμε πιο πάνω, καθώς και οι κάλυκες και αποτσίγαρα που ανευρέθηκαν στο χώρο που έγινε η δολοφονική απόπειρα, όπως και το μέρος που βρέθηκε το άσπρο BMW με ανοικτή την πόρτα με αίματα τόσο στο αυτοκίνητο, όσο και στο πεζοδρόμιο, καθώς και ένα πλήρες φυσίγγιο, εμφαίνονται στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου
  4. Ο Μ.Κ.6 συνέχισε να τρέχει μέχρι που έφθασε στο αυτοκίνητο του. Αφού έφυγε με το αυτοκίνητο του, από εκεί που το είχε σταθμεύσει, μετέβηκε στην οδό { } στη Λάρνακα, όπου έκρυψε τα δύο πιστόλια κάτω από δύο ελιές, ενώ πέταξε τα ρούχα του σε κάλαθο. Ο Μ.Κ.18, παρόλο που είχε τραυματιστεί, κατόρθωσε να οδηγήσει με την όπισθεν το αυτοκίνητο του έξω από το γκαράζ και σταμάτησε στο πεζοδρόμιο της πολυκατοικίας. Μερικά λεπτά, μετά από λήψη τηλεφωνήματος, αστυνομικοί μετέβηκαν στο μέρος όπου εντόπισαν τον Μ.Κ.18 να βρίσκεται τραυματισμένος στο αναφερθέν, πιο πάνω, αυτοκίνητο. Ο Μ.Κ.18 μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Λάρνακας όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε τραύματα από σφαίρες πυροβόλου όπλου
(1)στη δεξιά ωμοπλατιαία χώρα (είσοδος) και έξοδο στην περιοχή της δεξιάς κλείδας,
(2)στον δεξιό ώμο (είσοδος) και έξοδο τον δεξιό βραχίονα,
(3)στην θωρακική περιοχή από την οποία του αφαιρέθηκε βολίδα,
(4)δεξιό γόνατο,
(5)ξυστό τραύμα στην έσω πλάγια χώρα του δεξιού γονάτου και
(6)δεξιά τραχηλική περιοχή (κάτω από την δεξιά γνάθο). Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου ιατροδικαστής του κράτους διαπίστωσε ότι ο Μ.Κ.18 δέχθηκε 6 πυροβολισμούς και τα πιο πάνω τραύματα, Τεκμήριο
  1. Επειδή τις επόμενες ημέρες προσπάθησε να εξηγήσει του κατηγορούμενου που έβαλε τα πιστόλια για να στείλει τον άνθρωπο του να τα παραλάβει αλλά δεν μπορούσαν να εξηγηθούν, μετά από μία εβδομάδα περίπου, ήτοι περί τα τέλη Νοεμβρίου με 4.12.2019 ο Μ.Κ.6 πήγε ο ίδιος στο μέρος όπου είχε κρύψει τα δύο πιστόλια και αφού τα έπιασε τα πέταξε στο φράγμα του Ασπρόκρεμου. Παρόλες τις έρευνες της Αστυνομίας τα δύο πιστόλια δεν εντοπίστηκαν στο φράγμα του Ασπρόκρεμου. Η πληρωμή του Μ.Κ.6 για τη δολοφονία του Μ.Κ.18, η οποία κανονίστηκε πάλι μέσω τηλεφώνου με τον κατηγορούμενο, συνίστατο στην προμήθεια σε αυτόν 2 κιλών κάνναβης τα οποία ο κατηγορούμενος μετέφερε και παρέδωσε στον Μ.Κ.6, μέσω τρίτου, άγνωστου, προσώπου. Συγκεκριμένα η παράδοση της αναφερθείσας κάνναβης από τον κατηγορούμενο μέσω του τρίτου, άγνωστου, προσώπου και η παραλαβή από τον Μ.Κ.6 έγινε κοντά στο τούνελ που βρίσκεται στον αυτοκινητόδρομο Πάφου - Λεμεσού με κατεύθυνση την Λεμεσό παρά την έξοδο συγκεκριμένου χωριού. Ο Μ.Κ.6 στη συνέχεια πώλησε σε άλλο πρόσωπο τα ναρκωτικά για το ποσό των €20.
  2. Περί τις αρχές με 20.1.2020 ο κατηγορούμενος πήρε τηλέφωνο τον Μ.Κ.6 και του είπε να κάμει μια «δουλειά» στην Αγία Νάπα. Επρόκειτο για τον Κ.Κ. που έπρεπε να βγει από τη μέση. Του έστειλε φωτογραφίες στην εφαρμογή «Signal» καθώς και τους αριθμούς εγγραφής των αυτοκινήτων του, τα οποία όπως του είπε είναι αλεξίσφαιρα και να μην επιχειρήσει να τον παίξει μέσα στο αυτοκίνητο. Όπως του ανέφερε ο κατηγορούμενος, το συγκεκριμένο πρόσωπο σύχναζε πολύ τακτικά στο καφεστιατόριο { } και στην καφετέρια { } στην Αγία Νάπα. Επίσης του έστειλε φωτογραφίες των φίλων του. Πρόκειτο για έναν κοντό με μούσι και ένα με γυαλιά μυωπίας. Έτσι ο Μ.Κ.6 ξεκίνησε την παρακολούθηση του Κ.Κ. Ένεκα του ότι ο Μ.Κ.6 διαπίστωσε ότι στο καφεστιατόριο { } είχε πολλούς θαμώνες, είπε στον κατηγορούμενο ότι δεν μπορούσε να γίνει η «δουλειά» σε εκείνο το μέρος επειδή θα την πλήρωναν αθώοι. Ο κατηγορούμενος του είπε ότι αυτοί που πλήρωναν ήθελαν να γίνει μέσα στον κόσμο. Μετά από αυτή τη συνομιλία συνέχισε να παρακολουθεί τον Κ.Κ.. Όμως επειδή πάντα υπήρχε πολύς κόσμος ακύρωσε πάνω από 15 φορές την «δουλειά». Ακολούθως μια μέρα, δέκα
(10)- δεκαπέντε
(15)περίπου ημέρες πριν τις 16.2.2020, ο κατηγορούμενος πήρε τηλέφωνο τον Μ.Κ.6 και του είπε να βρει τόπο για να του παραδοθεί ο οπλισμός. Ο Μ.Κ.6 του ανέφερε συγκεκριμένο τόπο και του ανέφερε να τον έβαζε κάτω από το παλέττο. Το πρόσωπο που κρατούσε τον οπλισμό για να του τον παραδώσει δεν έβρισκε το παλέττο και έτσι αναγκάστηκε να πάει ο Μ.Κ.6 με αυτοκίνητο ενοικίασης κοντά του και φορώντας κουκούλα και γάντια έπιασε έμφορτο τον οπλισμό από τα χέρια του συγκεκριμένου προσώπου. Ο οπλισμός ήταν ένα αυτόματο τυφέκιο πυροβόλο όπλο VZ58 και ένα μικρό πιστόλι πλακέ. Το αυτόματο τυφέκιο πυροβόλο όπλο VZ58 ήταν γεμάτο γράσο και το πιστόλι σκουριασμένο. Για την κατάσταση των δύο όπλων πήρε τηλέφωνο τον κατηγορούμενο και του την ανέφερε. Ακολούθως μεταβαίνοντας σε συγκεκριμένο ξενοδοχείο στην Ορόκλινη όπου είχε δωμάτιο, το πιστόλι το έβαλε στο κουτί της ηλεκτρικής σε διπλανή ανεγειρόμενη πολυκατοικία, από όπου το παρέλαβε εκείνος που του το είχε παραδώσει και του έβαλε έμφορτο περίστροφο, Smith & Wesson, 38, Τεκμήριο
  1. Το βράδυ της 15ης προς 16ης.2.2020 τον πήρε τηλέφωνο ο κατηγορούμενος και του είπε ότι ο Κ.Κ. καθόταν στο καφεστιατόριο { } με την παρέα του και ότι ήταν μόνοι εκεί. Έτσι περί ώρα 02:00 της 16.2.2020 βγήκε από το μέρος που ήταν κρυμμένος, κοντά στο καφεστιατόριο { } και αφού στάθηκε λίγη απόσταση, μερικά μέτρα, από εκεί που ήταν ένα τραπεζάκι με θαμώνες και αρχικά έστρεψε το αυτόματο τυφέκιο πυροβόλο όπλο VZ58, Τεκμήριο 34, προς το τραπεζάκι όπου προηγουμένως καθόταν ο Κ.Κ., στη συνέχεια αφού έκανε 2-3 βήματα προς τα πίσω και αφού αρχικά πήγε να το κατεβάσει, το ύψωσε και το έστρεψε προς την πλευρά που ήταν το τραπεζάκι με τους μόνους θαμώνες και πυροβόλησε με ριπή του αυτομάτου όπλου που κρατούσε, Τεκμήριο 34, εναντίον αυτών, τραυματίζοντας τους Μ.Κ.1, 7, 8 και 19, επειδή ο κατηγορούμενος με τον οποίο μιλούσε ο Μ.Κ.6 στο κινητό τηλέφωνο με «Bluetooth», του είπε ότι «αυτοί είναι», «βάρα και μην μπερδεύεσαι» και στη συνέχεια έφυγε από το μέρος τρέχοντας με κατεύθυνση προς το Μουσείο { }, οι κινήσεις του οποίου τόσο κατά την προσέγγιση στο μέρος που πυροβόλησε, όσο και της διαφυγής του από τη σκηνή καταγράφηκαν από κλειστά κυκλώματα βιντεοπαρακολούθησης που ήταν εγκατεστημένα σε διάφορα υποστατικά, ενώ το αυτόματο πυροβόλο όπλο, Τεκμήριο 34, το πέταξε σε συγκεκριμένο μέρος, φωτογραφίες 17-32 του Τεκμηρίου 101, ήτοι εκεί που είναι τα σκαλιά του υπόγειου του Μουσείου και το περίστροφο Smith & Wesson, 38, Τεκμήριο 74, το έκρυψε σε κάποιο άλλο μέρος, ήτοι σε ανοικτό χώρο στάθμευσης στην οδό { } στην Αγία Νάπα, φωτογραφίες 1-8 του Τεκμηρίου 97, όπου, μετά από υπόδειξη του Μ.Κ.6, εντοπίστηκε από τον Μ.Κ.4, ο οποίος πήγε στο μέρος με άλλους αστυφύλακες. Η Μ.Κ.1 έφερε τραύμα από βολίδα πυροβόλου όπλου στην κοιλιά και στο πόδι. Υπεβλήθηκε σε επείγουσα χειρουργική επέμβαση. Μέχρι σήμερα έκανε τρεις εγχειρήσεις, της έκαναν bypass στην αρτηρία του ποδιού της και για έξι μήνες δεν μπορούσε να εργαστεί. Ο Μ.Κ.7 τραυματίστηκε στα μέρη όπου φαίνονται στις φωτογραφίες 1-11 του Τεκμηρίου
  2. Ο Μ.Κ.8 έφερε διαμπερές τραύμα από βολίδα πυροβόλου όπλου και θλάση πίσω και στον ώμο όπως φαίνεται στις φωτογραφίες 18, 19, 20, 21, 22, 23 και 24 του Τεκμηρίου
  3. Ο Μ.Κ.19 τραυματίστηκε στο πόδι όπως φαίνεται στις φωτογραφίες 13, 14, 15, 16 και 17 του Τεκμηρίου
  4. Στη σκηνή διάπραξης των αδικημάτων στο καφεστιατόριο { } εντοπίστηκαν και παραλήφθηκαν 25 κάλυκες σφαιρών διαμετρήματος 7,62 χιλιοστών. Το αυτόματο τυφέκιο πυροβόλο όπλο VZ58, Τεκμήριο 34, το οποίο εντοπίστηκε στο χώρο του Μουσείου, που αναφέραμε ανωτέρω, συνδέθηκε βαλλιστικά με τους κάλυκες που παραλήφθηκαν από τη σκηνή των πυροβολισμών κατά του καφεστιατορίου { }. Το αυτόματο τυφέκιο πυροβόλο όπλο VZ58, Τεκμήριο 34, το βρήκε ο Μ.Κ.14, στα σκαλιά που οδηγούν στο υπόγειο του Μουσείου, περί τα 150 μέτρα από εκεί που είναι και το καφεστιατόριο { }, ο οποίος ειδοποίησε την Αστυνομία η οποία το παρέλαβε και η οποία προέβη σε εξέταση δακτυλικών αποτυπωμάτων και γενετικού υλικού. Μετά από μελέτη του υλικού που περισυνέλεξε η ανακριτική ομάδα της Αστυνομικής Διεύθυνσης Αμμοχώστου εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του Μ.Κ.6, στις 17.2.2020, Τεκμήριο 111, ότε και συνελήφθηκε καθώς και ένταλμα έρευνας της οικίας του. Στη συνέχεια, στις 20.2.2020 έδωσε δύο καταθέσεις, Τεκμήρια 87 και 89 με τις οποίες ομολόγησε την απόπειρα φόνου εναντίον των Μ.Κ.1, 7, 8 και 19, που στόχο είχε τον Κ.Κ., όπου όμως τραυμάτισε τους Μ.Κ.1, 7, 8 και 19, και ότι έπραξε τούτο κατόπιν συμφωνίας με τον κατηγορούμενο και οδηγιών του τελευταίου. Ενώ στις 28.2.2020 και στις 30.3.2020 έδωσε δύο καταθέσεις, Τεκμήρια 16 και 20, αντίστοιχα, με τις οποίες ομολόγησε τις απόπειρες δολοφονίας του Μ.Κ.18 στις 25 και 27.11.2019, τις οποίες τέλεσε κατόπιν συμφωνίας και οδηγιών του κατηγορούμενου. Ο Μ.Κ.6 κατόπιν δικής του επιθυμίας υπέδειξε όλες τις σκηνές που σχετίζονταν με τις απόπειρες δολοφονίας στις 25.11.2019, 27.11.2019 και 16.2.2020 καθώς και άλλες σκηνές που σχετίζονταν με τις ενέργειες και τη δράση που προέβη προκειμένου να πραγματοποιήσει τις δολοφονίες των ως άνω προσώπων, για τις οποίες σκηνές προέβαιναν σε φωτογράφιση τους, Τεκμήρια 99, 100, 101, 102, 104, 105, 106 και 107, από όπου η Αστυνομία παρέλαβε διάφορα τεκμήρια, όπως καταγράφονται στις μαρτυρίες των αστυφυλάκων των ανακριτικών ομάδων Λάρνακας και Αμμοχώστου που αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου, όπως αναφέρουμε πιο πάνω, μεταξύ των οποίων το περίστροφο Smith & Wesson, 38, Τεκμήριο 74, κάλυκες, σφαίρες και βολίδες, Τεκμήρια 1-12, 36-61, 75-79 και 91 και το αυτόματο τυφέκιο VZ58, Τεκμήριο
  5. Ο Μ.Κ.6 παραδέχθηκε τον ίδιο αριθμό και ίδιες κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και του επιβλήθηκε διαδοχική συνολική ποινή 35 ετών. Ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη με αριθμό υπόθεσης 5686/2012 Κακουργιοδικείου Αμμοχώστου, με ημερομηνία καταδίκης 7.2.2014 για το αδίκημα του φόνου εκ προμελέτης πέντε προσώπων και του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές ισόβιας φυλάκισης. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής ανέφερε, με επιφύλαξη των θέσεων του κατηγορούμενου, ότι τα γεγονότα και η μαρτυρία βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο κατηγορούμενος, ηλικίας 39 ετών, βρίσκεται στις Κεντρικές Φυλακές όπου εκτίει την ως άνω επιβληθείσα ποινή. Είναι διαζευγμένος με ένα ανήλικο παιδί, ηλικίας 17 ετών. Αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας, με ιστορικό θρόμβωσης και καθίζησης σπονδύλου για τα οποία απαιτούνται εξειδικευμένες θεραπείες. Κατάγεται από την Ελλάδα και αίτημα του για έκτιση του υπόλοιπου της ποινής του στη χώρα του εγκρίθηκε, πλην όμως ένεκα αυτής της υπόθεσης δεν υλοποιήθηκε. Ζήτησε όπως επιβληθεί μικρότερη ποινή από αυτή που επιβλήθηκε στον Μ.Κ.6, χωρίς όμως να στηρίξει αυτήν την εισήγηση του σε νομολογία. Το ύψος της προβλεπόμενης ποινής προδιαγράφει και την σοβαρότητα που θέλησε ο νομοθέτης να προσδώσει στο κάθε συγκεκριμένο έγκλημα και από την άλλη τον βαθμό προστασίας του έννομου αγαθού που προστατεύεται, στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής, βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248. Το στοιχείο αυτό, δηλαδή η ανώτερη προβλεπόμενη ποινή, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 ΑΑΔ 575, 580). Στην συγκεκριμένη υπό κρίση περίπτωση, ο νομοθέτης, για το αδίκημα της απόπειρας φόνου, διά μέσου της προβλεπόμενης μέγιστης ποινής της ισόβιας φυλάκισης, προσδίδει άκρως μεγάλη σοβαρότητα αφού το έννομο αγαθό που προστατεύεται είναι η ανθρώπινη ζωή. Για τις κατηγορίες της κατοχής και της μεταφοράς πυροβόλου όπλου Κατηγορίας Α και Β προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 15 χρόνια ή €42.715,00 (£25.000,00) ή και οι δύο αυτές ποινές. Ίδια ποινή προβλέπεται και για την κατοχή πυρομαχικών Κατηγορίας Β ενώ για την μεταφορά εκρηκτικών υλών προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 10 χρόνια ή ποινή προστίμου €2.562,00 (£1.500,00). Για το αδίκημα της συνωμοσίας για φόνο προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 14 χρόνια και για την παροχή συμβουλής σε άλλο πρόσωπο να διαπράξει το ποινικό αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β μέχρι 8 χρόνια ή χρηματικό πρόστιμο, της παροχής συμβουλής σε άλλο πρόσωπο να διαπράξει το ποινικό αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα όπως και της προμήθειας σε άλλο πρόσωπο προβλέπεται ποινή διά βίου φυλάκισης και τέλος για την κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 7 χρόνια. Στην υπόθεση Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 556, ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής, ανέφερε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Η ανθρώπινη ζωή αποτελεί το ύψιστο αγαθό και η αφαίρεση της μέγιστο έγκλημα. Η δέσμευση στην προστασία της ανθρώπινης ζωής επιβάλλει ανάλογο καθήκον για την περιφρούρηση της, γεγονός που αντανακλάται στην τιμωρία που επιβάλλεται για εγκληματικές πράξεις που επιφέρουν την απώλεια ανθρώπινης ζωής. Γι' αυτό το λόγο προσδίδεται αποτρεπτικός χαρακτήρας στην τιμωρία κάθε φονικής πράξης.» Η τιμωρία δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά μέτρο άμυνας έναντι παραβιάσεων του δικαίου και υπονόμευσης των αρχών του, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ιωάννου
(1999)2 ΑΑΔ 603. Η ανάγκη προστασίας ποικίλλει, ανάλογα με τη σοβαρότητα του εγκλήματος. Όπως υποδείχθηκε στην απόφαση Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342 «... το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους.». Οι συνέπειες εγκλήματος βίας, όπως υποδείχθηκε στην ίδια απόφαση, προσμετρούν στον καθορισμό της σοβαρότητάς του και μόνο όπου δεν είναι προβλεπτές μειώνεται η σημασία τους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι συνέπειες των εγκλημάτων του κατηγορουμένου ήταν προβλεπτές και από ευτύχημα ήταν μόνο ο σοβαρός τραυματισμός του Μ.Κ.18 και της Μ.Κ.1, καθώς και ο τραυματισμός των Μ.Κ.7, 8 και 19. Στον καθορισμό της σοβαρότητας του εγκλήματος, υπεισέρχονται και υποκειμενικοί παράγοντες, όπως οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έδρασε ο κατηγορούμενος, ώστε να καταφανεί το βάρος των ευθυνών του για το έγκλημα. Το άτομο του παραβάτη, η λειτουργία του στον ιδιαίτερο και τον κοινωνικό χώρο, επίσης, προσμετρά στον καθορισμό της τιμωρίας. Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος ευρισκόμενος στις φυλακές όπου εκτίει ποινή ισόβιας φυλάκισης για τον φόνο πέντε
(5)ανθρώπων, πρότεινε στον Μ.Κ.6, με τον οποίο είχαν συναναστροφή και έκαναν παρέα όταν ο τελευταίος ήταν κρατούμενος στις Κεντρικές Φυλακές και αυτός αποδέχθηκε και έτσι συμφώνησαν όπως ο Μ.Κ.6, που βρισκόταν εκτός φυλακής, επιφέρει τον θάνατο του Μ.Κ.18 στη Λάρνακα και τρεις
(3)σχεδόν μήνες μετά τον θάνατο του Κ.Κ. στην Αγία Νάπα. Ο κατηγορούμενος διεύθυνε και κατεύθυνε τον Μ.Κ.6 πως και πότε ο τελευταίος θα πραγματοποιούσε τα καλά σχεδιασμένα και οργανωμένα εγκλήματα δίδοντας του συνεχώς τις απαραίτητες και πολύτιμες πληροφορίες για τις κινήσεις των ως άνω δύο προσώπων, που φρόντισε ο Μ.Κ.6 να δει τα πρόσωπα τους σε φωτογραφίες, παρέχοντας του τον απαραίτητο οπλισμό, πιστόλια στην περίπτωση εναντίον του Μ.Κ.18 και αυτόματο πυροβόλο όπλο στην περίπτωση εναντίον του Κ.Κ., καθώς και περίστροφο. Ήταν από ευτυχή συγκυρία που ο Μ.Κ.18 στις 25.11.2019 δεν δέχθηκε πυροβολισμούς από τον Μ.Κ.6, λόγω μη λειτουργίας του πιστολιού που ο κατηγορούμενος μέσω τρίτου, άγνωστου προσώπου, τον προμήθευσε και από καθαρή τύχη στις 17.11.2019 ο Μ.Κ.18, αν και δέχθηκε έξι
(6)πυροβολισμούς και τραυματίστηκε σε έξι
(6)διαφορετικά σημεία, κανένα από αυτά δεν του επέφερε θανάσιμο πλήγμα. Όσον δε αφορά το περιστατικό στην Αγία Νάπα, για το οποίο ο Μ.Κ.6 λάμβανε οδηγίες από τον κατηγορούμενο, αν και ο Μ.Κ.6 είπε στον κατηγορούμενο ότι ο Κ.Κ. δεν βρισκόταν στο τραπεζάκι, ο κατηγορούμενος με επιμονή έδωσε οδηγίες στον Μ.Κ.6 να πυροβολήσει, αδιαφορώντας για τη ζωή των ανθρώπων που κάθονταν στο τραπεζάκι. Επρόκειτο για μια ψυχρή απόφαση εκ μέρους του κατηγορουμένου και ενέργεια του Μ.Κ.6, παραγνωρίζοντας ότι, ως αυτόματο όπλο, με πυροβολισμούς ριπών δεν είναι απόλυτα ελεγχόμενες αυτές και εκ της μαζικής διαφυγής βολίδων από το όπλο αυτό, σίγουρα τίθεντο σε κίνδυνο οι ζωές όποιων βρίσκονταν στο συγκεκριμένο χώρο. Μπορεί δε η ώρα να ήταν 02:00 και να ήταν το μοναδικό τραπεζάκι στο οποίο βρίσκονταν θαμώνες στο αναφερθέν καφεστιατόριο, αλλά δεν έπαυε να ήταν ένας χώρος όπου σύχναζε πολύς κόσμος και ήταν δυνατόν, αφού ήταν ακόμη ανοικτό, να πήγαιναν και άλλα άτομα στο καφεστιατόριο. Η χρήση αυτόματου πυροβόλου όπλου σε ριπές από τον Μ.Κ.6, το οποίο του προμήθευσε ο κατηγορούμενος μέσω τρίτου, άγνωστου, προσώπου, καταδεικνύει ότι εξ αρχής, προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος, δηλαδή ο φόνος του Κ.Κ., που θεωρούσε ότι βρισκόταν στο τραπεζάκι που ρίφθηκαν οι πυροβολισμοί, δεν είχε σημασία πόσοι και ποιοι θα πλήττονταν από τις σφαίρες. Συνάμα καταδεικνύει μια αδίστακτη παράνομη ενέργεια που δεν είχε κανένα στοιχείο ενδοιασμού. Ήταν μια αδιανόητη παράνομη ενέργεια. Ο τελικός απολογισμός, από τον καταιγισμό σφαιρών που έριξε ο Μ.Κ.6 με το αυτόματο πυροβόλο όπλο κατόπιν οδηγιών του κατηγορούμενου, μόνο σε ένα σοβαρό τραυματισμό της Μ.Κ.1 και τον τραυματισμό των Μ.Κ.7, 8 και 19, χωρίς την επιφορά θανάτου κάποιου ανθρώπου, αποτελεί μέγιστο ευτύχημα. Η επιβολή της ποινής αποτελεί πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου. Απαιτείται εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από τη μια και της εξατομίκευσης της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η προστασία της κοινωνίας, το οποίο επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου. Η νομοθεσία προστατεύει τα αγαθά του πολίτη μέσω των Δικαστηρίων που αποτελούν τους φυσικούς φύλακες τούτων. Στην υπόθεση Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342, λέχθηκαν επίσης τα εξής: «Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, .. και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση». Στην υπόθεση Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 560, επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 18 ετών για απόπειρα φόνου δύο προσώπων, μετά από ακροαματική διαδικασία. Στην υπόθεση Τσέκουρα ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 563, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 13 ετών για απόπειρα φόνου, μετά από ακροαματική διαδικασία. Ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 52 ετών και βαρυνόταν με μία προηγούμενη καταδίκη για παρόμοια αδικήματα. Στην υπόθεση Χατζηπαναγή ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 175/2013, ημερομηνίας 18.2.2016 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε για τέσσερεις απόπειρες φόνου συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 ετών που επιβλήθηκαν από το Κακουργιοδικείο σε κατηγορούμενο με πολύ περιορισμένη ικανότητα για καταλογισμό ένεκα ψυχικής και πνευματικής νόσου, ο οποίος ήταν ηλικίας 34 ετών, ήταν λευκού ποινικού μητρώου και ενήργησε υπό συναισθηματική φόρτιση. Στην υπόθεση Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 208/2015, ημερομηνίας 12.6.2019, επικυρώθηκε, διαδοχική, συνολική ποινή 20 ετών, για δύο διαφορετικά επεισόδια για δύο απόπειρες φόνου, μετά από ακροαματική διαδικασία. Ο κατηγορούμενος είχε βεβαρυμμένο ποινικό μητρώο. Στην υπόθεση Μ.Ζ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 127/2020, ημερομηνίας 18.3.2022, επιβλήθηκαν, για απόπειρα φόνου δύο αστυνομικών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ποινές φυλάκισης 13 χρόνων που διατάχθηκε να συντρέχουν. Όμως με την επιβολή ποινών και σε άλλες κατηγορίες, οι οποίες διατάχθηκε να είναι διαδοχικές, η ποινή φυλάκισης που έπρεπε να εκτίσει ο κατηγορούμενος ανήλθε συνολικά στα 20 χρόνια. Η ποινή επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Θωμά και Θωμά ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 136/2017 και 132/2017 αντίστοιχα, ημερομηνίας 26.6.2019, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αρχές που εφαρμόζονται ως προς τις συντρέχουσες ή τις διαδοχικές ποινές είναι γνωστές. Συντρέχουσες ποινές επιβάλλονται κατά κανόνα όταν τα αδικήματα απορρέουν από μια ενιαία έκνομη συμπεριφορά, τέτοια που χρονικά και τοπικά να συνδέονται. (Thomas: Principles of Sentencing σελ. 47 κ. επ.). Η ομοιότητα των παρανόμων πράξεων, η σύνδεση και συνάφεια των γεγονότων και η συσχέτιση τους αποτελούν οδηγό για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (Achilleos v. P.
(1989)2 C.L.R. 331, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123, Ευσταθίου ν. Δημοκρατίας
(2014)2 Α.Α.Δ. 541 και Γ. Μ. Πική: Sentencing in Cyprus, 2η Έκδ. σελ. 19 κ.ε.). Από την άλλη, η διαδοχικότητα των ποινών είναι δυνατή όπου τα αδικήματα είναι μεταξύ τους ασύνδετα σε τόπο και χρόνο ή υποδηλώνουν συμπεριφορά που να δικαιολογεί τη διαδοχικότητα όπως όταν κάποιος διαπράττοντας σεξουαλικό αδίκημα, προχωρεί ταυτόχρονα φεύγοντας και σε ληστεία του θύματος (R. v. Sam Buckland [2013] EWCA Crim 91, Ομήρου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:B214, Ποιν. Έφ. αρ. 91/2017 ημερ. 2.5.2018). Η αρχή που υπερίπταται στη διαδοχικότητα είναι αυτή της συνολικότητας. Οι διαδοχικές ποινές δεν πρέπει να είναι δυσανάλογες εν τω συνόλω τους με τη γενικότερη αποτίμηση της παράνομης συμπεριφοράς. Η επιβαλλόμενη ποινή οφείλει σφαιρικά να είναι δίκαιη και ανάλογη. Αυτή είναι και η οδηγούσα αρχή του Sentencing Guidelines Council: Definitive Guideline του 2012. Σημειώνεται όμως επίσης ότι αδικήματα τα οποία έστω και αν απορρέουν από την ίδια συμπεριφορά ή είναι μεταξύ τους συνδεδεμένα εκ της φύσεως τους, δυνατόν να επισύρουν την ανάγκη για διαδοχικές ποινές εάν οι συντρέχουσες ποινές δεν επαρκούν για να στιγματίσουν την ολική εγκληματική συμπεριφορά. Ακόμη και αν το αποτέλεσμα των διαδοχικών ποινών είναι η σωρευτική ποινή να υπερβαίνει το ανώτατο όριο που επιτρέπεται από το Νόμο, αυτό δεν αποκλείεται όταν κρίνεται αναγκαίο (George Blake [1961] 45 Cr. App. Rep. 292). Στον Thomas, ανωτέρω, σελ. 56, αναφέρεται ότι ακόμη και εάν δύο αδικήματα είναι χρονικά συνδεδεμένα αυτό δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι θα αντιμετωπισθούν ως μέρος μιας συμπεριφοράς εάν είναι κατ' ουσίαν διαφορετικά σε χαρακτήρα ή έχουν αναφορά σε διαφορετικό θεματολόγιο. Βέβαια το δικαστικό προηγούμενο δεν παρέχει πάντοτε καθοδήγηση αναφορικά με το ύψος της ποινής. Η μεγαλύτερη ίσως χρησιμότητα του έγκειται στον εντοπισμό περιστάσεων που θεωρήθηκαν επιβαρυντικά ή ελαφρυντικά στοιχεία (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123). Από την άλλη, ακόμη και όταν αποφασίζεται η επιβολή ποινής με αποτρεπτικό χαρακτήρα το καθήκον της εξατομίκευσης δεν ατονεί, βλ Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245. Η εξατομίκευση της ποινής καθιστά το άτομο του παραβάτη ένα από τους άξονες προσδιορισμού της τιμωρίας. Δεν εξουδετερώνει, όμως, όπως κατ' επανάληψη έχει τονιστεί, τη σοβαρότητα του εγκλήματος ή την ανάγκη για την καταστολή του (αποτροπή) με τα μέσα που παρέχει το δίκαιο, στον κοινωνικό χώρο, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224, Σωκράτους ν. Δημοκρατίας
(1994)2 ΑΑΔ 132, Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 135, Ιωάννου (ανωτέρω), Παύλου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 44/2016, 48/2016, ημερομηνίας 4.4.2019 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 79/2019, ημερομηνίας 27.4.2021. Σχετικά με την μία προηγούμενη καταδίκη του κατηγορουμένου, η οποία καταγράφεται ως άνω και αφορούσε τον φόνο εκ προμελέτης πέντε ανθρώπων στην οποία επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές ισόβιας φυλάκισης, η αντιμετώπιση της στα πλαίσια της ποινής που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει στην παρούσα υπόθεση καθορίζεται από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων είναι οι υποθέσεις Παναγιώτου (Αντάρτη) ν. Δημοκρατία
(1997)2 ΑΑΔ 138, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ματθαίου Άλλως Μαλέγκου
(1994)2 ΑΑΔ 1, 8, 9, Stratos and Another v. Police 17 CLR 73, Χατζηνικολάου ν. Αστυνομίας
(1976)2 ΑΑΔ 63), Περικλέους ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 397, Κλεοβούλου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 7/2017, ημερομηνίας 26.9.2018, Τζιαμά ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 17/2017, ημερομηνίας 18.12.2017, Αποστόλου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 196/2018, ημερομηνίας 4.4.2019, Farooq κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 165/2018 (Σχ. με 166/2019, 169/2018, 170/2018), ημερομηνίας 7.9.2020, Κυριάκου κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 12/2019 και 13/2019, ημερομηνίας 7.9.2020 και Δημητρίου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 105/20, ημερομηνίας 25.2.2021, απαύγασμα των οποίων είναι ότι οι προηγούμενες καταδίκες ενός κατηγορουμένου λαμβάνονται υπόψη μόνο ως προς τον βαθμό επιείκειας και την ένδειξη της στάσης του και την έλλειψη σεβασμού προς τους Νόμους του Κράτους. Με αυτόν τον τρόπο την λαμβάνουμε και εμείς υπόψη. Σημειώνουμε όμως ότι η προηγούμενη καταδίκη του κατηγορουμένου αφορά ομοειδές αδίκημα με τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης. Λαμβάνουμε υπόψη ότι δεν υπέδειξε κάποιο στοιχείο μεταμέλειας, χωρίς να παραγνωρίζουμε ότι είναι αναφαίρετο δικαίωμα του να μην προβεί σε παραδοχή, η οποία βέβαια μη παραδοχή δεν εκλαμβάνεται ως επιβαρυντικός παράγοντας, όμως στερεί στον κατηγορούμενο το ευεργέτημα της έκπτωσης της ποινής όπως συμβαίνει σε περίπτωση παραδοχής, όπως αναφέρεται στην υπόθεση Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 39 ετών, με προβλήματα υγείας, όπως τα ανέφερε ο συνήγορος του και καταγράφονται ανωτέρω και ότι είναι διαζευγμένος με ένα ανήλικο παιδί ηλικίας 17 ετών. Την εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορουμένου ότι η ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο να είναι μικρότερη από αυτή που επιβλήθηκε στον Μ.Κ.6 (τριανταπέντε
(35)χρόνια) δεν μπορούμε να την συμμεριστούμε αφού δεν βρήκαμε ούτε μια απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου για οποιοδήποτε αδίκημα όπου στον ιθύνοντα νου επιβλήθηκε μικρότερη ποινή. Απεναντίας από την έρευνα μας στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταδεικνύεται ότι η ποινή που επιβάλλεται στον ιθύνοντα νου είναι μεγαλύτερη από αυτή που επιβάλλεται σε αυτόν που ενεργεί κατόπιν οδηγιών (βλ., μεταξύ άλλων, Redjep v Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 217, Ηροδότου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 175, Νικολάου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 616, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 633 και Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 222/2014 ημερομηνίας 25.11.2015, οι οποίες αφορούσαν υποθέσεις ναρκωτικών). Άλλη εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου ήταν όπως η ποινή που θα επιβληθεί στην παρούσα υπόθεση συντρέχει με την ποινή της ισόβιας φυλάκισης που του επιβλήθηκε στην υπόθεση αρ. 5686/2012 Κακουργιοδικείου Αμμοχώστου, ημερομηνία καταδίκης 7.2.2014, η οποία εφεσιβλήθηκε με την Ποινική Έφεση 25/2014 και η οποία απορρίφθηκε. Την εισήγηση του αυτή ο κ. Λαλιάς την βάσισε στην αρχή της συνολικότητας της ποινής, επικαλούμενος την διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο Δικαστήριο από το άρθρο 117
(2)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, ΚΕΦ.155. Προς επίρρωση της θέσης του αυτής επικαλέστηκε την υπόθεση Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 443. Δεν προέβη όμως σε ανάλυση και επεξήγηση της εισήγησης του. Να σημειωθεί ότι δεν ζήτησε όπως οι ποινές που θα επιβληθούν στην παρούσα υπόθεση συντρέχουν μεταξύ τους. Το Δικαστήριο όμως θα εξετάσει και αυτό το θέμα. Αρχή κάνουμε με το θέμα κατά πόσο οι ποινές που θα επιβληθούν στην παρούσα υπόθεση θα συντρέχουν μεταξύ τους. Στην υπόθεση Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 331, ο κατηγορούμενος
(1)οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα παρά το ότι του είχε αφαιρεθεί η άδεια οδηγού,
(2)χωρίς ασφαλιστική κάλυψη έναντι τρίτου και
(3)χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Του είχαν επιβληθεί από το Δικαστήριο διαδοχικές ποινές φυλάκισης 6 μηνών στην κάθε κατηγορία. Δηλαδή σωρευτικά 18 μήνες φυλάκιση. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για επιβολή συντρεχουσών ή διαδοχικών ποινών εξαρτάται από τις ομοιότητες στη φύση των εγκλημάτων, τον πραγματικό σύνδεσμο μεταξύ τους και το χρόνο διάπραξης τους. Αν οι ποινές δεν πρόκειται να συντρέχουν, ο συνολικός χρόνος της φυλάκισης δεν πρέπει να είναι δυσανάλογος με τη συνολική βαρύτητα της υπόθεσης. Ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση, διατάσσοντας όπως αυτές συντρέχουν, αν και παρατήρησε ότι υπήρχε διαφορά στη φύση των τριών εγκλημάτων, σημείωσε ότι τα γεγονότα που στήριξαν την κάθε μια από τις κατηγορίες ήταν μέρος του ίδιου επεισοδίου, δηλαδή της οδήγησης του μηχανοκίνητου οχήματος που δικαιολογούσαν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να διατάξει όπως οι ποινές συντρέχουν. Παρέπεμψε δε στο εξής απόσπασμα: «Where the accused is convicted on more counts than one and a sentence of imprisonment is contemplated, the court must examine whether the terms of imprisonment imposed thereby should run concurrently or consecutively. This is primarily a matter of discretion for the trial court, exercised according to the facts of the case. The main considerations upon which the discretion is exercised are (a) the similarities between the nature of the offences, (b) the factual nexus, if any, between the two crimes and (c) the time at which they were committed if sentences are to run consecutively, the sentence must not be disproportionately long in comparison to the overall gravity of the case but a realistic reflection of it.» Στην υπόθεση Κερκής ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 443, όπου τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος, ηλικίας 22 ετών, με περιορισμένη νοητική ικανότητα, παραδοχή και διάρρευση αρκετού χρόνου από τη διάπραξη των αδικημάτων, αφορούσαν σεξουαλική εκμετάλλευση ανηλίκων και επέβαλε διαδοχικές ποινές 2 ½ ετών και 18 μηνών, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι οι βασικές αρχές είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές για κατηγορίες που ουσιαστικά συνιστούν μια ενιαία συμπεριφορά και ότι εν πάση περιπτώσει το σύνολο των διαδοχικών ποινών που ενδεχομένως να επιβληθούν θα πρέπει να βρίσκεται σε αναλογία προς τη σοβαρότητα των επιμέρους κατηγοριών. (Η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Έτσι αν και χαρακτήρισε το σύνολο των ποινών ως αυστηρό, δεν κρίθηκε έκδηλα υπερβολικό ώστε να ανατρέψει την πρωτόδικη ποινή. Στην υπόθεση Ν.Ν. ν. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 762, η οποία αφορούσε αδικήματα βιασμού, παράνομη κατακράτηση, σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιού και άσεμνη επίθεση, τα οποία ο κατηγορούμενος διέπραξε σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα, στις οποίες επιβλήθηκε διαδοχική, σωρευτική ποινή 25 ετών, το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση κατά της ποινής, τόνισε ότι οι ανίερες πράξεις του κατηγορούμενου στρέφονταν κατά οκτώ διαφορετικών κοριτσιών και η συνολικότητα της ποινής των 25 ετών βρισκόταν εντός του πλαισίου και δεν ήταν υπερβολική. Στην υπόθεση Βέλιου ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 76, η οποία αφορούσε κατηγορίες κλοπής και διάρρηξης κατοικίας και κλοπής κατά τη διάρκεια της νύκτας και του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 και 20 μηνών, το Ανώτατο Δικαστήριο, στα πλαίσια της συνολικότητας της ποινής, με μεγάλο δισταγμό μείωσε την ποινή επειδή θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη σε άλλη υπόθεση, όπου λήφθηκαν και άλλες υποθέσεις υπόψην, για την οποία έκτιε ποινή και είχε διαταχθεί από το Πρωτόδικο Δικαστήριο να συντρέχουν. Στην υπόθεση Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 208/2015, ημερομηνίας 12.6.2019, κρίθηκε ότι επειδή τα επεισόδια ήταν δύο διαφορετικά το ένα από το άλλο, δικαιολογούσαν την επιβολή διαδοχικών ποινών για κάθε ένα από αυτά και η συνολική ποινή που του επιβλήθηκε δεν ήταν έκδηλα υπερβολική. Στην παρούσα περίπτωση οι δύο απόπειρες δολοφονίας του Μ.Κ.18 στην Λάρνακα με δύο ημέρες διαφορά η μια από την άλλη τον Νοέμβριο του 2019, συνδέονται χρονικά, τοπικά και στρέφονταν εναντίον του ίδιου προσώπου και ως εκ τούτου οι ποινές που θα επιβληθούν για τα αδικήματα που σχετίζονται με αυτές τις δύο ημερομηνίες μπορούν να συντρέχουν μεταξύ τους. Η παράνομη δράση του Μ.Κ.6 με οδηγίες του κατηγορούμενου που είχε στόχο τον Κ.Κ. και κατέληξε σε απόπειρα φόνου τεσσάρων
(4)θαμώνων του αναφερθέντος καφεστιατορίου τον Φεβρουάριο του 2020 χρονικά και τοπικά συνδέονται μεταξύ τους και ως εκ τούτου οι ποινές που θα επιβληθούν για τα αδικήματα που σχετίζονται με αυτές τις απόπειρες δολοφονίας μπορούν να συντρέχουν μεταξύ τους. Όμως, οι δύο απόπειρες φόνου εναντίον του Μ.Κ.18 στη Λάρνακα τον Νοέμβριο του 2019 δεν συνδέονται ούτε χρονικά, ούτε τοπικά, ούτε ως προς τα πρόσωπα με τις απόπειρες φόνου των θαμώνων του καφεστιατορίου, Μ.Κ.1, 7, 8 και 19 και ως εκ τούτου δικαιολογείται η διαδοχικότητα των ποινών αυτών. Η αρχή που υπερέχει στη διαδοχικότητα είναι αυτή της συνολικότητας. Οι διαδοχικές ποινές δεν πρέπει να είναι δυσανάλογες στο σύνολο τους με τη γενικότερη αποτίμηση της παράνομης συμπεριφοράς. Η ποινή που επιβάλλεται πρέπει, σφαιρικά, να είναι δίκαιη και ανάλογη. Με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης και έχοντας κατά νου την αμέσως πιο πάνω αρχή, η σωρευτική ποινή που θα επιβληθεί θα είναι ανάλογη της παράνομης συμπεριφοράς του κατηγορούμενου. Στις κατηγορίες όπου τα γεγονότα και τα συστατικά τους στοιχεία πηγάζουν ή αποτελούν μέρη των αδικημάτων άλλων κατηγοριών δεν επιβάλλονται ποινές. Σε ό,τι αφορά το θέμα κατά πόσο η ποινή που θα επιβληθεί στην παρούσα υπόθεση θα συντρέχει ή θα είναι διαδοχική με την ισόβια ποινή φυλάκισης που εκτίει ο κατηγορούμενος, αντλούμε καθοδήγηση από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Κουφού κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 396, η οποία αφορούσε κατοχή δεκατριών κορυφών πρασίνων χλωρών φυτών καννάβεως συνολικού βάρους 21,24 γραμμαρίων και 0,79 γραμμάρια ξηρής φυτικής ύλης, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το Άρθρο 117
(2)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, προβλέπει ότι η ποινή φυλάκισης προσώπου, που έχει ήδη καταδικαστεί σε φυλάκιση, αρχίζει μετά την έκτιση προηγούμενης ποινής φυλάκισης, εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει άλλωσπως. Το Δικαστήριο για να εκδώσει διαφορετική διαταγή πρέπει να υπάρχουν ειδικές ή και εξαιρετικές συνθήκες. Η ποινή την οποία εκτίει ο εφεσείων είναι για εγκλήματα εντελώς διαφορετικής φύσεως από το έγκλημα της κατοχής ινδικής καννάβεως στο οποίο βρέθηκε ένοχος στην παρούσα υπόθεση. Η έκδοση διαφορετικής διαταγής από τη γενική πρόνοια για έκτιση της ποινής μετά την έκτιση της προηγούμενης ποινής φυλάκισης, δεν δικαιολογείται από τη φύση, το χαρακτήρα και τα περιστατικά της υπόθεσης». (Η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 443, η οποία αφορούσε ναρκωτικά, όπου ο κατηγορούμενος εξέτιε ποινή που του επιβλήθηκε από το Κακουργιοδικείο κατόπιν παραδοχής, του ενάμιση μήνα πριν, 2½ ετών φυλάκιση για κατοχή με σκοπό την προμήθεια 29 γραμμαρίων φυτού κάνναβης με την οποία συνέτρεχε και άλλη ποινή φυλάκισης για κατοχή επίσης 139 γραμμάριων φυτού κάνναβης και το Πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης 9 μηνών στην κατηγορία κατοχής 15 γραμμαρίων φυτού κάνναβης και 2 ετών στην κατηγορία της κατοχής του εν λόγω ναρκωτικού με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο, που διατάχθηκε να είναι συντρέχουσες μεταξύ τους, αλλά διαδοχικές με την ως άνω ποινή φυλάκισης, που συνολικά θα εξέτιε 4½ έτη ποινή φυλάκισης, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι διαφοροποιείτο η υπόθεση από την υπόθεση Κουφού και διέταξε όπως οι ποινές συντρέχουν με την ποινή που έκτιε ο εφεσείοντας. Ανέφερε δε τα ακόλουθα: «Η αρχή της συνολικότητας της ποινής ισχύει βεβαίως στην Κύπρο όπως ισχύει και στην Αγγλία. Επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο την ίδια ώρα στην ίδια ή σε διαφορετικές υποθέσεις και καλύπτει περιπτώσεις όπως η προκειμένη στην οποία οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικό δικαστήριο σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις. Ακόμα, δεν περιορίζεται σε αδικήματα που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μίας ενιαίας ενέργειας, ως προς τα οποία ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές (ίδε και Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1989)1 Α.Α.Δ. 331). Επίκεντρο της είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του. Και υπόβαθρο της είναι οι ευρύτεροι παράμετροι που διέπουν την αναλογικότητα της τιμωρίας προς το έγκλημα και που έχουν έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου και αναγνώριση στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπό το φως των οποίων και θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 117
(2)και να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ύψος της επιβληθησομένης ποινής. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας, η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικρίζεται διαχρονικά σαν σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισής του. Ειδικά στην περίπτωση όπως η προκειμένη, στην οποία επιβάλλεται ποινή ενώ ο τιμωρούμενος εκτίει άλλη ποινή, αποτελούν καλό κανόνα τα λεχθέντα από το Richards, J., στην υπόθεση R v. Watts [2000] 1 Cr. App. R. (S.) 460, στην οποία μας ανέφερε ο κ. Πικής: "If the offence had fallen to be dealt with at the same time would the same total sentence have resulted. If not, then the total produced by making the sentences consecutive may be disproportionate and excessive." Ο κανόνας αυτός αντιστοιχεί προς το γενικό κανόνα που το δικαστήριο, όταν εξετάζει το ενδεχόμενο επιβολής συντρεχουσών ή διαδοχικών ποινών, εφαρμόζει ως απόρροια της αρχής της συνολικότητας της ποινής. Όπως το έθεσε ο Lawton, L.J., στην υπόθεση R. v. Barton, October 6, 1972 (αναφερόμενη στο Encyclopaedia of Current Sentencing Practice, section A5-3A) (στην οποία επίσης μας ανέφερε ο κ. Πικής) υποδεικνύοντας το καθήκον του δικαστηρίου: "It must look at the totality of the criminal behaviour and ask itself what is the appropriate sentence for all the offences." Και πάλι δε ο Lawton, L.J., στην υπόθεση R. v. Holderness, July 15, 1974 (αναφερόμενος στην ως άνω Encyclopaedia, section Α5-3Β): "... the step which this Court on numerous occasions has said should be taken, namely of standing back and looking at the overall effect of the sentences which had been passed." Εξετάζοντας το σύνολο των παραγόντων που διέπουν το θέμα στην προκειμένη περίπτωση, διαπιστώνουμε έρεισμα στην έφεση. Κατ' αρχή, επρόκειτο για αδικήματα της ίδιας φύσης με εκείνα για τα οποία είχε επιβληθεί η προηγούμενη και εκτιόμενη ποινή φυλάκισης των δυόμισι ετών στην υπόθεση 9399/03 όπως και με εκείνα τα οποία αφορούσαν οι υποθέσεις που ανεφέρθησαν ως προηγούμενες καταδίκες. Αυτό διαφοροποιεί την υπόθεση από την Κουφού κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1993)3 Α.Α.Δ. 396, όπου η επιβολή διαδοχικών ποινών βασίσθηκε στο ότι τα αδικήματα ήσαν εντελώς διαφορετικής φύσης από εκείνα για τα οποία είχε ήδη επιβληθεί και εκτίετο ποινή σε άλλη υπόθεση, ώστε η επιβολή συντρεχουσών ποινών να μην δικαιολογείτο "από τη φύση, το χαρακτήρα και τα περιστατικά της υπόθεσης" (σ. 401). Εξ άλλου, τα αδικήματα είχαν διαπραχθεί ένα χρόνο πριν από τα αδικήματα για τα οποία ο Εφεσείων είχε καταδικασθεί στην ήδη εκτιόμενη ποινή των δυόμισι ετών. Κανονικά η υπόθεση αυτή θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπ' όψη κατά την επιβολή ποινής στην υπόθεση εκείνη. Δεν ελήφθη βεβαίως υπ' όψη διότι κατά το χρόνο που επεβλήθη η ποινή εκείνη ο Εφεσείων δεν παραδέχετο ακόμα ενοχή στην υπόθεση αυτή. Τούτο όμως δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να επενεργεί εις βάρος του σήμερα για τους παρόντες σκοπούς. Τοσούτο μάλλον αφού η αρχική μη παραδοχή του, που δεν κατέστησε δυνατό να ελαμβάνετο υπ΄όψη η υπόθεση αυτή στην 9399/03, μπορεί να μην είναι ασύνδετη προς την τελική τύχη των κατηγοριών που απεσύρθησαν και για τις οποίες ελέχθη ότι η μαρτυρία δεν ήταν επαρκής. Η δε καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης αυτής, που και πάλι συνέτεινε στο να μη ληφθεί υπ' όψη στην υπόθεση 9399/03, φαίνεται, από τα πρακτικά που έχουμε ενώπιον μας, τουλάχιστον στις 17.10.2003 (πριν δηλαδή από την επιβολή ποινής στην 9399/03) που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, να οφείλετο στο Δικαστήριο, λόγω άλλης εργασίας του οποίου και ανεβλήθη. Ακόμα, η υπόθεση αυτή φαίνεται να εθεωρήθη, και να είναι, μικρότερης σοβαρότητας από την υπόθεση 9399/03, όπως προκύπτει και από τα περιστατικά της και από το γεγονός ότι εκείνη μεν ήχθη ενώπιον του Κακουργιοδικείου αυτή δε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Υποβάλλοντας λοιπόν στους εαυτούς μας το ερώτημα κατά πόσο η συνολική ποινή των τεσσεράμισι ετών που προκύπτει από τη διαδοχικότητα των ποινών είναι στο σύνολο της υπέρμετρη και δυσανάλογη προς τα εν λόγω αδικήματα, φρονούμε ότι η απάντηση πρέπει να είναι θετική. Με δεδομένη την ποινή των δυόμισι ετών ως το μέτρο που το Κακουργιοδικείο έκρινε ως ορθό (και η ποινή εκείνη δεν εφεσιβλήθη), το σύνολο της εγκληματικής συμπεριφοράς του Εφεσείοντα, έχοντας υπ' όψη όλους τους παράγοντες που υπεισέρχονται στο θέμα, δεν θα δικαιολογούσε την επιβολή ποινής τεσσεράμισι ετών. Ή, θέτοντας το κάπως διαφορετικά, αν η υπόθεση αυτή ήταν ενώπιον του Κακουργιοδικείου όταν επιβάλλετο ποινή στην 9399/03 και ελαμβάνετο υπόψη, αμφιβάλλουμε αν η ποινή που θα επέβαλλε το Κακουργιοδικείο, με δεδομένο πάντοτε το μέτρο των δυόμισι ετών που το ίδιο έκρινε ως ορθό, θα ήταν αισθητά διαφορετική από εκείνη που επεβλήθη. Υπό το φως του συνόλου των περιστάσεων όπως τις έχουμε αξιολογήσει πιο πάνω, και έχοντας το όφελος και της απόφασης του Κακουργιοδικείου η οποία ετέθη ενώπιον μας, δεν θα είμαστε βέβαιοι ότι η ποινή των δυόμισι ετών που είχε επιβληθεί στην 9399/03 θα ήταν αυξημένη, ή αρκούντως αυξημένη, αν είχε ληφθεί υπ' όψη τότε η υπόθεση αυτή, ώστε να δικαιολογούσε άλλη απόφαση μας παρά ότι οι συντρέχουσες ποινές που επεβλήθησαν στην υπόθεση αυτή θα πρέπει να συντρέχουν με την ήδη επιβληθείσα ποινή των δυόμισι ετών.» Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 26, ο εφεσείοντας είχε καταδικαστεί την 1.3.2001 σε ποινή φυλάκισης 9 μηνών με τριετή αναστολή για το αδίκημα της διάρρηξης σφαιριστηρίου και κλοπής. Λήφθηκαν υπόψη κατά την επιβολή της ποινής και 21 άλλες υποθέσεις από τις οποίες μία αφορούσε το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, άλλες το αδίκημα της κλοπής, άλλες το αδίκημα της διάρρηξης και κλοπής, μία το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου και άλλες διάφορα άλλα αδικήματα. Στις 9.7.2003 το Δικαστήριο επέβαλε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 16 μηνών για το αδίκημα της διάρρηξης περιπτέρου και κλοπής. Η ποινή θα μετρούσε από την κράτηση του, 18.6.2003. Ταυτόχρονα το Δικαστήριο διέταξε την ενεργοποίηση ποινής φυλάκισης 9 μηνών η οποία είχε ανασταλεί. Έτσι ο εφεσείων θα έκτιε συνολικά ποινή φυλάκισης 25 μηνών. Στις 12.12.2003 το Δικαστήριο επέβαλε στον εφεσείων ποινή φυλάκισης 18 μηνών για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, αφού έλαβε υπόψη και άλλων αριθμό υποθέσεων οι οποίες αφορούσαν το αδίκημα της συμπλοκής, της κλοπής μοτοποδηλάτου, και άλλων αδικημάτων. Κατά την επιμέτρηση της ποινής, ύστερα από σχετική εισήγηση της υπεράσπισης, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η ενώπιον του υπόθεση, αν το ζητούσε ο εφεσείων, θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη στις 9.7.2003 όταν επιβαλλόταν η ποινή που αναφέρθηκε ανωτέρω. Ως αποτέλεσμα των ποινών φυλάκισης που του επιβλήθηκαν, ως άνω αναφέρεται, ο εφεσείων θα εξέτιε συνολικά ποινή φυλάκισης 43 μηνών. Σημειώνεται ότι το Εφετείο μείωσε την ποινή της καταδίκης ημερομηνίας 9.7.2003 από 16 μήνες σε 9 μήνες έτσι η συνολική ποινή που θα έκτιε ήταν 36 μήνες. Η εισήγηση του συνηγόρου του εφεσείοντος ήταν ότι υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων η επιβολή ποινή φυλάκισης 18 μηνών στην συγκεκριμένη υπόθεση λαμβανομένου υπόψη των άλλων υποθέσεων ήταν έκδηλα υπερβολική και παραβίαζε την αρχή της συνολικότητας της ποινής. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης 18 μηνών με προοπτική αυτή να εκτιθεί μετά την έκτιση των 25 μηνών φυλάκισης ήταν, στη βάση της αρχής της συνολικότητας της ποινής, έκδηλα υπερβολική. Ως εκ τούτου μείωσε την ποινή φυλάκισης από 18 σε 12 μήνες φυλάκιση. Όμως η ποινή διατάχθηκε να εκτιθεί μετά την έκτιση της ποινής των 9 μηνών φυλάκισης που αναφέρουμε ανωτέρω και των 9 μηνών φυλάκισης η οποία ενεργοποιήθηκε, δηλαδή ο εφεσείων θα εξέτιε συνολική ποινή φυλάκισης 30 μηνών. Στην υπόθεση Δημητρίου ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 21, η οποία αφορούσε κατηγορίες κατοχής ελεγχόμενων φαρμάκων, είχαν πρωτόδικα επιβληθεί συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 18 μηνών και 4 μηνών. Το Δικαστήριο διέταξε όπως η ποινή θα ήταν διαδοχική της ποινής φυλάκισης των 18 μηνών που εξέτιε ήδη ο κατηγορούμενος για παρόμοια αδικήματα. Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση ανέφερε τα ακόλουθα: «Στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ., 443, 446 και επ. αναλύονται οι αρχές που διέπουν την αρχή της συνολικότητας της ποινής. Η αρχή επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο την ίδια ώρα, στην ίδια ή σε διαφορετικές υποθέσεις, καλύπτοντας και περιπτώσεις όπου οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικό δικαστήριο σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις. Όπως σημειώνεται και από τη θεωρία (Nigel Walker, Sentencing, Theory, Law and Practice, 1985, σελ. 136) ακόμα και όταν δεόντως επιβάλλονται διαδοχικές ποινές, η αρχή της συνολικότητας επιβάλλει όπως κανονικά το σύνολο των επιβληθεισών διαδοχικών ποινών δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το ανώτερο όριο του κανονικού φάσματος των ποινών που επιβάλλονται στην κατηγορία των αδικημάτων, στην οποία το πιο σοβαρό από τα αδικήματα ανήκει. Η ολική ποινή μπορεί να παραβιάζει την αρχή της συνολικότητας, αν συνολικά είναι ουσιαστικά πιο πάνω από το κανονικό επίπεδο των ποινών που επιβάλλονται στο πιο σοβαρό αδίκημα ή αν στην ουσία επιβάλλεται στον αδικοπραγούντα μια συντριπτική ποινή. Κατά γενικό κανόνα δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές σε αδικήματα που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μίας ενιαίας ενέργειας (Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 331). Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε υπερβολή και ουσιαστικά την επιβολή μεγαλύτερης ποινής σε μικρότερης σοβαρότητας κατηγορίες. Παράλληλη αρχή είναι ότι, εν πάση περιπτώσει, το σύνολο των διαδοχικών ποινών που ενδεχομένως να επιβληθούν θα πρέπει να έχει αναλογία προς τη σοβαρότητα των επί μέρους κατηγοριών. Η υπόθεση αντιμετωπίζεται από απόσταση και εξετάζεται κατά πόσο η συνολική ποινή είναι η αρμόζουσα, σύμφωνα με τα συγκεκριμένα δεδομένα (Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323, 327 και Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123). Επίκεντρο της επιβολής ποινής είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική του ευθύνη (Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας, ανωτέρω). Στην παρούσα υπόθεση τίποτε δεν έχει λεχθεί που να δείχνει ότι το σύνολο των ποινών είναι υπερβολικό ή εκτός του φάσματος των ποινών που συνήθως επιβάλλονται σε αδικήματα αυτής της φύσης. Η κατοχή και εμπορία ναρκωτικών έχει καταστεί μάστιγα στην κοινωνία μας και η σοβαρότητα των αδικημάτων αντανακλάται στην προνοουμένη ποινή φυλάκισης που φτάνει μέχρι και τα 12 χρόνια για κατοχή ναρκωτικών τάξης Α. Τα δικαστήριά μας έχουν επιβάλει πολυετείς ποινές φυλάκισης για κατοχή ναρκωτικών και κάτω από τις περιστάσεις θεωρούμε ότι η συνολική ποινή δεν είναι υπερβολική και η αρχή της συνολικότητας δεν έχει παραβιαστεί». Στην υπόθεση Φράγκου ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 13, η οποία αφορούσε κατηγορίες διάρρηξης και κλοπής διατάχθηκε πρωτόδικα όπως η συνολική ποινή των 15 μηνών εκτιθεί διαδοχικά με την ποινή φυλάκισης 2½ ετών που εξέτιε ο εφεσείοντας σε καταδίκη του για παρόμοιες κατηγορίες. Το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στην Χριστοφόρου (ανωτέρω), αφού ανέφερε ότι η αρχή της συνολικότητας επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης επιβολής διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο Δικαστήριο ταυτόχρονα και καλύπτει επίσης περιπτώσεις όπου οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικά Δικαστήρια σε διαφορετικό χρόνο και διαφορετικές βέβαια υποθέσεις και τόνισε ότι επίκεντρο της αρχής είναι η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ευθύνη του κατηγορούμενου, απέρριψε την έφεση αναφέροντας ότι δεν υπήρχε λόγος να επέμβουν στην ποινή που επιβλήθηκε. Στην υπόθεση Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 376, η οποία αφορούσε αδικήματα συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, πρόκλησης εκτέλεσης εγγράφου με ψευδείς παραστάσεις, πλαστογραφίες, απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και νομιμοποίηση εσόδων, στην οποία ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακρόασης, του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης από 18 μήνες μέχρι 5 έτη, οι οποίες συνέτρεχαν μεταξύ τους. Όμως ο κατηγορούμενος εξέτιε ήδη συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3 και 6 ετών για παρόμοια αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν μετά τη διάπραξη των αδικημάτων της υπό έφεση ποινής. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο διέταξε όπως οι ποινές που επέβαλε άρχιζαν από την ημέρα επιβολής τους και όχι από την ημέρα κράτησης του κατηγορούμενου, αλλά ούτε και μετά την έκτιση της εξαετούς φυλάκισης. Η εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου ήταν ότι εάν η υπόθεση ήταν ενώπιον του Κακουργιοδικείου όταν αυτό επέβαλλε την εξαετή ποινή φυλάκισης και λαμβανόταν υπόψη η ποινή που θα του επιβαλλόταν δεν θα ήταν μεγαλύτερη από εκείνη της εξαετούς φυλάκισης η οποία βρισκόταν στο επίπεδο των ποινών που επιβάλλονται για τα αδικήματα της φύσης των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος διέπραξε. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι η αρχή της συνολικότητας της ποινής, η οποία δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις επιβολής διαδοχικών ποινών αλλά καλύπτει και περιπτώσεις όπως η παρούσα, αποσκοπεί στην αποφυγή επιβολής υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής για το σύνολο της εγκληματικής συμπεριφοράς του παραβάτη. Η συνολική ποινή, την οποία ο κατηγορούμενος θα εξέτιε ενόψει της ποινής που ήδη εξέτιε όταν του επιβλήθηκε η υπό έφεση ποινή, υπό το φως του συνόλου αυτών που σταθμίζονται και προσδιορίζουν την ποινή για αυτής της φύσης τα αδικήματα, δεν ήταν έκδηλα υπερβολική, ώστε να παραβιαζόταν η αρχή της συνολικότητας. Ως εκ των πιο πάνω απέρριψε την έφεση του κατηγορούμενου. Στην υπόθεση Παναγή ν. Αστυνομίας (Αρ.1)
(2012)2 ΑΑΔ 515, η οποία αφορούσε κλοπή υπό αντιπροσώπου επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης ενός έτους, η οποία θα άρχιζε από την ημέρα επιβολής της, ενώ ο κατηγορούμενος εξέτιε ποινή φυλάκισης ενός χρόνου για ίδιας φύσης αδίκημα και έτσι θα προέκυπτε από τη διαδοχικότητα των ποινών η συνολική ποινή των δύο χρόνων και επομένως κατά την εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου καθιστούσε υπέρμετρη την ποινή. Στην πραγματικότητα όμως θα εξέτιε περαιτέρω περίοδο φυλάκισης περίπου 6 μηνών. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η ποινή που επέβαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν απόλυτα ορθή και δίκαιη. Δεν ήταν υπερβολική, ούτε καταστρατηγούσε τη συνολικότητα της ποινής, σύμφωνα με την οποία η ποινή θα πρέπει ανάλογη της συνολικής ποινικής ευθύνης της εφεσείουσας. (Η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Στην Παραρέ ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 257, η οποία αφορούσε ναρκωτικά και διατάχθηκε όπως η ποινή που επιβλήθηκε είναι διαδοχική ποινή με ποινή που ήδη εξέτιε ο εφεσείοντας, η πλειοψηφία του Ανωτάτου Δικαστηρίου με αναφορά στις υποθέσεις που έχουμε αναφέρει ανωτέρω αποφάσισε, καταλήγοντας ότι ήταν ορθή η θέση του συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη η υπόθεση που επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 μηνών στην υπόθεση που επέβαλε το Κακουργιοδικείο 4 ετών, ότι θα συνέτρεχε με την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης των 4 ετών που επιβλήθηκε από το Κακουργιοδικείο. Στην υπόθεση Θεοδούλου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 288/2015, ημερομηνίας 14.6.2016, η οποία αφορούσε ναρκωτικά και επιβλήθηκε πρωτόδικα ποινή φυλάκισης 9 μηνών, η οποία θα άρχιζε μετά τη λήξη ποινής φυλάκισης 3½ ετών που ήδη εξέτιε ο εφεσείοντας που σχετίζοντο πάλι με ναρκωτικά και πραγματική σωματική βλάβη που προκάλεσε σε αστυνομικό της Υ.ΚΑ.Ν. στην προσπάθεια του να διαφύγει της σύλληψης, το Ανώτατο Δικαστήριο εξετάζοντας κατά πόσο η ποινή ήταν υπέρμετρη ή δυσανάλογη στα πλαίσια της αναλογικότητας της τιμωρίας προς το έγκλημα και παραβίασης της αρχής της συνολικότητας της ποινής, έκρινε ότι με όσα επικαλέστηκε ο συνήγορος του κατηγορούμενου δεν καταδεικνύετο ότι η ποινή ήταν έκδηλα υπερβολική ώστε να παραβιάζετο η αρχή της συνολικότητας. Σχετικές είναι και οι υποθέσεις Κυπριανού ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 318/2015, ημερομηνίας 7.9.2017 και Κυπριανού ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 83/2014, 225/2014, 245/2014 και 77/2017, ημερομηνίας 21.5.2018. Στην υπόθεση Ορφανίδη ν. Παναγιώτη Χατζηχριστοδούλου Λτδ κ.ά., Ποινικές Εφέσεις 19-40/2018, 45-49/2018, 51-65/2018, 67/2018, 73-89/2018, 92 και 93/2018, 95-125/2018, 127-136/2018, 138-146/2018 και 179/2018, ημερομηνίας 25.1.2019, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το ζήτημα της διαδοχικότητας των ποινών Το επόμενο ερώτημα αφορά το κατά πόσο τέτοια υπερβολή προκύπτει λόγω της διαδοχικότητας των ποινών, υπό την έννοια της παράβασης της αρχής της αναλογικότητας της ποινής προς την εν όλω αξιόποινη δράση και της αρχής της συνολικότητας της ποινής. Ναι μεν το άρθρο 117
(2)του Κεφ. 155 ορίζει ότι ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε σε πρόσωπο που ήδη καταδικάστηκε σε φυλάκιση, αρχίζει να εκτίεται μετά τη λήξη της προηγούμενης ποινής, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, όμως, θα πρέπει να εξετάζεται σε τέτοια περίπτωση το ζήτημα της συνολικότητας της ποινής, έννοια που έχει έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου, στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 443). Ανάμεσα στους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψιν κατά την άσκηση της σχετικής διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η ομοιότητα μεταξύ των αδικημάτων, η συνάφεια γεγονότων, εάν υπάρχει και ο χρόνος διάπραξής τους (G.M. Pikis, Sentencing in Cyprus, 2nd Ed., σελ. 91-92, Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 331. Εν προκειμένω, τα αδικήματα και των τριών ποινικών υποθέσεων αφορούσαν στο ίδιο είδος αξιόποινης συμπεριφοράς και υφίστατο κάποιος συσχετισμός μεταξύ τους από πλευράς χρόνου ή και περιστάσεων. Όταν όμως αδικήματα του ιδίου ή παρόμοιου χαρακτήρα στρέφονται εναντίον διαφορετικών προσώπων και μάλιστα κατά τρόπο επανειλημμένο, η επιβολή συντρεχουσών ποινών είναι δυνατό να μην αντανακλά τη συνολική εγκληματικότητα της συμπεριφοράς (Ευσταθίου ν. Δημοκρατίας
(2014)2 ΑΑΔ 541, R v. Jamienson & Jamienson [2008] EWCA Crim 2761, Sentencing Council, Offences Taken into Consideration and Totality, Definitive Guideline, 2012). Τέτοια ήταν η παρούσα περίπτωση. Συνεπώς το κατ΄αρχήν κριτήριο που καθοδήγησε τους δύο Δικαστές στην επιβολή διαδοχικών ποινών ήταν ορθό. Η αρχή της συνολικότητας της ποινής Το επόμενο ερώτημα αφορά το κατά πόσο η συνολική ποινή που προέκυψε τελικά είναι δίκαιη και ανάλογη με τη συνολική ποινική ευθύνη του εφεσείοντα, «just and proportionate», κατά την ορολογία του Sentencing Council. Επίκεντρο της αρχής της αναλογικότητας αποτελεί η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου (Αχιλλέως ν. Αστυνομίας, ανωτέρω, Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας, ανωτέρω, Παναγή ν. Αστυνομίας (Αρ. 1)
(2012)2 ΑΑΔ 512, Φράγκου ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 13). Αναμφίβολα η συνολική εικόνα που προέκυπτε από την όλη συμπεριφορά του εφεσείοντα ήταν για τον ίδιο βαρύτατη. Επρόκειτο, ως άνω, για κατ΄επανάληψη παράνομη συμπεριφορά, για σωρεία υποθέσεων, για μεγάλο αριθμό ζημιωθέντων προσώπων και για τεράστια ζημία στις συναλλαγές και την αγορά. Ας σημειωθεί ότι τέτοια συνολική και πολύ σοβαρή εικόνα δεν φαίνεται από την απόφαση να είχε ενώπιον του το Εφετείο όταν προσφάτως έκρινε για το ίδιο πρόσωπο και για παρόμοια αδικήματα ότι η επιβολή διαδοχικών ποινών στη συγκεκριμένη εκείνη υπόθεση θα ήταν υπέρμετρη και δυσανάλογη σε σχέση με τη συνολική παραβατική του συμπεριφορά (Corina Snacks Limited v. Ορφανίδη, Ποιν. Έφεση Αρ. 212/15, ημερ. 15.11.2018). Εν πάση περιπτώσει, επιβάλλοντας ποινή φυλάκισης 2 ετών το ίδιο το Εφετείο μετά από ανατροπή αθωωτικής απόφασης, όρισε όπως αυτή συντρέχει με την ποινή των 14 μηνών που του επιβλήθηκε στις 26.9.2017, αφού, ακριβώς, αναφέρθηκε στη διαδοχικότητα των ποινών η οποία τώρα εφεσιβάλλεται. Συνεπώς, η απόφαση του Εφετείου για συντρέχουσα ποινή στην υπόθεση εκείνη δεν μπορεί να έχει το νόημα ότι αποκλείει την επικύρωση τώρα των διαδοχικών ποινών που εφεσιβάλλονται, ως η αντίληψη της υπεράσπισης, αλλά αντίθετα η διαδοχικότητα αυτή αποτέλεσε τη βάση της απόφασης εκείνης. Θα πρέπει περαιτέρω να σημειώσουμε ότι ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν περιοριζόταν από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται για το συγκεκριμένο αδίκημα (3 χρόνια φυλάκισης) (Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123, Ευσταθίου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Τούτο σε αντιδιαστολή με την περίπτωση που επιβάλλεται ποινή σε μια υπόθεση και λαμβάνονται υπόψιν, ως επιβαρυντικά στοιχεία, άλλες υποθέσεις, κατ΄εφαρμογή του άρθρου 81 του Κεφ. 155 (βλ. Sentencing Council Definitive, ανωτέρω). Αναφορικά με τη διαδοχικότητα της ποινής των 28 μηνών προς εκείνη των 14 μηνών, δεν θεωρούμε ότι παραβιάστηκε η αρχή της συνολικότητας. Ο τρόπος όμως με τον οποίο, υπό άλλη σύνθεση, το Δικαστήριο κατέληξε όπως εκτιθεί περαιτέρω διαδοχικά η ποινή των 30 μηνών δεν ήταν ορθός. Κατ΄ αρχάς διαπιστώνεται αντίφαση και, εξ αυτής, ασάφεια. Όπως ήδη έχουμε αναφέρει, έθεσε αρχικώς τον περιορισμό ότι η ποινή των 30 μηνών θα είναι διαδοχική μόνο προς την ποινή των 14 μηνών που επιβλήθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στην υπόθεση υπ΄ αρ. 3648/2013. Στο τέλος όμως, με αναφορά στην αγγλική Δικαστική Πρακτική [1962] All E.R. 417, όρισε ότι: «στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος 2 [ο εφεσείων] εκτίει ποινή φυλάκισης πέραν της προαναφερομένης που του επιβλήθηκε στην υπόθεση υπ΄ αρ. 3648/13 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ο κατηγορούμενος 2 θα ξεκινήσει να εκτίει την ποινή που του έχει επιβληθεί στην υπόθεση αυτή διαδοχικά της συνολικής περιόδου φυλάκισης στην οποία είναι ήδη υποκείμενος.» Το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού προβαίνει σε κάποιες παρατηρήσεις, οι οποίες δεν αφορούν το θέμα που τώρα εξετάζουμε, απέρριψε τις εφέσεις κατά της ποινής, τονίζοντας τη σοβαρή συνολική αξιόποινη πράξη του εφεσείοντα και τις σοβαρές συνέπειες της στους πολυάριθμους αντισυμβαλλόμενους της εταιρείας του, στις συναλλαγές και την αγορά. Υπό τις ιδιαίτερα σοβαρές περιστάσεις της υπόθεσης, αφού προβαίνει σε μία διευκρίνιση και σημειώνει ότι η ανατροπή της διαδοχικότητας των ποινών θα εξουδετέρωνε την απαιτούμενη αποτροπή δίδοντας το αντίθετο μήνυμα, ότι δηλαδή η παρανομία αποδίδει, κατέληξε ότι η συνολική ποινή των 6 χρόνων δεν την καθιστούσε δυσανάλογη προς τη συνολική ποινική ευθύνη του εφεσείοντα έχοντας υπόψη την πρωτοφανή σε έκταση και σε επιζήμιες συνέπειες της παράνομης δράσης του εφεσείοντα. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Θωμά και Θωμά ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 136/2017 και 132/2017, αντίστοιχα, ημερομηνίας 26.6.2019, αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Οι αρχές που εφαρμόζονται ως προς τις συντρέχουσες ή τις διαδοχικές ποινές είναι γνωστές. Συντρέχουσες ποινές επιβάλλονται κατά κανόνα όταν τα αδικήματα απορρέουν από μια ενιαία έκνομη συμπεριφορά, τέτοια που χρονικά και τοπικά να συνδέονται. (Thomas: Principles of Sentencing σελ. 47 κ. επ.). Η ομοιότητα των παρανόμων πράξεων, η σύνδεση και συνάφεια των γεγονότων και η συσχέτιση τους αποτελούν οδηγό για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (Achilleos v. P.
(1989)2 C.L.R. 331, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123, Ευσταθίου ν. Δημοκρατίας
(2014)2 Α.Α.Δ. 541 και Γ. Μ. Πική: Sentencing in Cyprus, 2η Έκδ. σελ. 19 κ.ε.). Από την άλλη, η διαδοχικότητα των ποινών είναι δυνατή όπου τα αδικήματα είναι μεταξύ τους ασύνδετα σε τόπο και χρόνο ή υποδηλώνουν συμπεριφορά που να δικαιολογεί τη διαδοχικότητα όπως όταν κάποιος διαπράττοντας σεξουαλικό αδίκημα, προχωρεί ταυτόχρονα φεύγοντας και σε ληστεία του θύματος (R. v. Sam Buckland [2013] EWCA Crim 91, Ομήρου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:B214, Ποιν. Έφ. αρ. 91/2017 ημερ. 2.5.2018, ECLI:CY:AD:2018:B214). Η αρχή που υπερίπταται στη διαδοχικότητα είναι αυτή της συνολικότητας. Οι διαδοχικές ποινές δεν πρέπει να είναι δυσανάλογες εν τω συνόλω τους με τη γενικότερη αποτίμηση της παράνομης συμπεριφοράς. Η επιβαλλόμενη ποινή οφείλει σφαιρικά να είναι δίκαιη και ανάλογη. Αυτή είναι και η οδηγούσα αρχή του Sentencing Guidelines Council: Definitive Guideline του
  1. Σημειώνεται όμως επίσης ότι αδικήματα τα οποία έστω και αν απορρέουν από την ίδια συμπεριφορά ή είναι μεταξύ τους συνδεδεμένα εκ της φύσεως τους, δυνατόν να επισύρουν την ανάγκη για διαδοχικές ποινές εάν οι συντρέχουσες ποινές δεν επαρκούν για να στιγματίσουν την ολική εγκληματική συμπεριφορά. Ακόμη και αν το αποτέλεσμα των διαδοχικών ποινών είναι η σωρευτική ποινή να υπερβαίνει το ανώτατο όριο που επιτρέπεται από το Νόμο, αυτό δεν αποκλείεται όταν κρίνεται αναγκαίο (George Blake [1961] 45 Cr. App. Rep. 292). Στoν Thomas, ανωτέρω, σελ. 56, αναφέρεται ότι ακόμη και εάν δύο αδικήματα είναι χρονικά συνδεδεμένα αυτό δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι θα αντιμετωπισθούν ως μέρος μιας συμπεριφοράς εάν είναι κατ' ουσίαν διαφορετικά σε χαρακτήρα ή έχουν αναφορά σε διαφορετικό θεματολόγιο». Το Ανώτατο Δικαστήριο επιλέγοντας και καταλήγοντας στην επιβολή τριών διαδοχικών ποινών φυλάκισης διά βίου, τόνισε την ιερότητα της ζωής που βάναυσα παραβιάστηκε τρεις φορές με την απώλεια της ζωής τριών ανθρώπων που βύθισε στο πένθος τρεις οικογένειες και κάθε κατηγορία κρίθηκε ότι είχε χωριστό υπόβαθρο γεγονότων και χωριστό θύμα. Στην υπόθεση Θεοδοσίου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 279/2018, ημερομηνίας 28.7.20, η οποία αφορούσε βιασμούς, διαφθορά νεαρής γυναίκας και σεξουαλική κακοποίηση παιδιού στην οποία πρωτόδικα επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των 17 ετών, η οποία θα άρχιζε μετά την έκτιση της ποινής που επιβλήθηκε στις 24.3.2017, απέρριψε την εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου στη βάση των δεδομένων της υπόθεσης και της σοβαρότητας των αδικημάτων ότι ήταν υπερβολική και παραβίαζε την αρχή της συνολικότητας της ποινής βρίσκοντας ότι το αδίκημα για το οποίο εξέτιε ποινή φυλάκισης ήταν διαφορετικής φύσης. Στην υπόθεση Ekole ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 108/2021, ημερομηνίας 15.2.2022, ο εφεσείοντας ο οποίος κρίθηκε ένοχος με δική του παραδοχή σε αδικήματα διάρρηξης στις οποίες πρωτόδικα επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των 16 μηνών φυλάκισης, αφού το Πρωτόδικο Δικαστήριο χώρισε τις κατηγορίες σε δύο ομάδες, διέταξε όπως οι ποινές φυλάκισης είναι διαδοχικές της μίας ομάδας με την άλλη με αποτέλεσμα το σύνολο της ποινής που θα έκτιε ο εφεσείοντας να ανήρχετο σε 28 μήνες. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου σε ένα από τους λόγους έφεσης εισηγήθηκε ότι η ποινή των 28 μηνών φυλάκισης ήταν δυσανάλογη προς το αδίκημα. Το Ανώτατο Δικαστήριο με αναφορά σε προηγούμενη νομολογία, ανέφερε ότι συντρέχουσες ποινές επιβάλλονται κατά κανόνα όταν τα αδικήματα απορρέουν από μία ενιαία έκνομη συμπεριφορά, τέτοια που χρονικά και τοπικά να συνδέονται, ενώ από την άλλη η διαδοχικότητα των ποινών είναι δυνατή όπου τα αδικήματα είναι μεταξύ τους ασύνδετα σε τόπο και χρόνο ή υποδηλώνουν συμπεριφορά που να δικαιολογεί τη διαδοχικότητα τους και οι συντρέχουσες ποινές δεν επαρκούν για να στιγματίσουν την ολική εγκληματική συμπεριφορά, υπό την αίρεση, ωστόσο, ότι η αθροιστική ποινή δεν θα καταντούσε υπερβολική με βάση την αρχή της αναλογικότητας της τιμωρίας προς το έγκλημα και της συνολικότητας της ποινής η οποία έχει ως επίκεντρο την αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη ενός κατηγορούμενου. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν εδικαιολογείτο αντικειμενικά ο διαχωρισμός των αδικημάτων σε δύο ομάδες και ως εκ τούτου ακύρωσε τη διαταγή για διαδοχικές ποινές. Τέλος στην υπόθεση Ανδρέου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 29/2022, ημερομηνίας 23.6.2022 η οποία αφορούσε κακόβουλη ζημιά και οδήγηση κατά τρόπο αλόγιστο ή αμελή και κατά τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει σωματική βλάβη στον παραπονούμενο 3 που έγινε στις 29.1.2020 και στις 10.2.2020 επίθεση με πρόκληση σωματικής βλάβης σε δύο πρόσωπα στα πλαίσια του Νόμου περί Βίας στην Οικογένεια και κατά παράβαση του άρθρου 243 του ΚΕΦ.154, καθώς και απειλής και πρόκλησης ζημιάς και λίγες ώρες αργότερα στις 10.2.2020 πρόκληση ζημιάς στο αυτοκίνητο ενός εκ των δύο προσώπων που προέβη και στα αδικήματα που αναφέρονται πιο πάνω, με αναφορά στη νομολογία που αναφέρεται πιο πάνω στην απόφαση μας, σημείωσε ότι τα αδικήματα του πρώτου και του δεύτερου περιστατικού διακρίνονταν ως προς το χρόνο διάπραξης τους, παρά το ότι ο χρόνος μεταξύ τους ήταν μικρός και επίσης ως προς τη φύση τους και ως εκ τούτου δικαιολογείτο η επιβολή διαδοχικών ποινών για τα αδικήματα των δύο ως άνω περιστατικών. Στη βάση της συνολικότητας της ποινής κρίθηκε ότι οι επιβληθείσες ποινές στις κατηγορίες των υποθέσεων θα έπρεπε να μειωθούν σε τρεις μήνες. Έχοντας κατά νου την πιο πάνω νομολογία για τη διαταγή συντρέχουσας ή διαδοχικής ποινής που επιβάλλεται από διαφορετικό δικαστήριο σε διαφορετικές υποθέσεις, κρίνουμε ότι υπό το δεδομένο ότι η ποινή που εκτίει ο κατηγορούμενος είναι ασύνδετη σε χρόνο και τόπο με την παρούσα αφού άρχισε πριν 10 περίπου χρόνια και με δεδομένο ότι σε εκείνη την υπόθεση αφαιρέθηκαν πέντε ανθρώπινες ζωές από τον κατηγορούμενο και από θαύμα δεν αφαιρέθηκαν άλλες πέντε ζωές στην παρούσα υπόθεση, όπως αναφέρουμε πιο πάνω, βρίσκουμε ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση του συνηγόρου του κατηγορούμενου να συντρέχουν οι ποινές που θα επιβληθούν στην παρούσα υπόθεση με αυτή που ήδη εκτίει ο κατηγορούμενος. Συνυπολογίζοντας και σταθμίζοντας όλα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω και όλους τους σχετικούς παράγοντες για μετριασμό της ποινής, επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στην Κατηγορία 1 (συνομωσία για φόνο) φυλάκιση 8 ετών. Στην Κατηγορία 2 (απόπειρα για φόνο) φυλάκιση 13 ετών. Στην Κατηγορία 3 (μεταφορά πυροβόλου όπλου Κατηγορίας Β) φυλάκιση 8 ετών. Στην Κατηγορία 4 (κατοχή πυρομαχικών πυροβόλου όπλου Κατηγορίας Β) φυλάκιση 8 ετών. Στην Κατηγορία 5 (μεταφορά εκρηκτικών υλών) καμία ποινή. Στην Κατηγορία 6 (απόπειρα για φόνο) φυλάκιση 17 ετών. Στην Κατηγορία 7 (μεταφορά πυροβόλου όπλου Κατηγορίας Β) φυλάκιση 8 ετών. Στην Κατηγορία 8 (κατοχή πυροβόλου όπλου Κατηγορίας Β) καμία ποινή. Στην Κατηγορία 9 (κατοχή πυρομαχικών πυροβόλου όπλου Κατηγορίας Β) φυλάκιση 8 ετών. Στην Κατηγορία 10 (μεταφορά εκρηκτικών υλών) καμία ποινή. Στην Κατηγορία 11 (συνωμοσία για φόνο) φυλάκιση 8 ετών. Στην Κατηγορία 12 (απόπειρα για φόνο) φυλάκιση 23 ετών. Στην Κατηγορία 13 (απόπειρα για φόνο) φυλάκιση 23 ετών. Στην Κατηγορία 14 (απόπειρα για φόνο) φυλάκιση 23 ετών. Στην Κατηγορία 15 (απόπειρα για φόνο) φυλάκιση 23 ετών. Στην Κατηγορία 16 (μεταφορά πυροβόλου όπλου Κατηγορίας Α) φυλάκιση 8 ετών. Στην Κατηγορία 17 (μεταφορά πυροβόλου όπλου Κατηγορίας Β) φυλάκιση 8 ετών. Στην Κατηγορία 18 (κατοχή πυροβόλου όπλου Κατηγορίας Β) καμία ποινή. Στην Κατηγορία 19 (κατοχή πυρομαχικών πυροβόλου όπλου Κατηγορίας Β) φυλάκιση 8 ετών. Στην Κατηγορία 20 (μεταφορά εκρηκτικών υλών) καμία ποινή. Στην Κατηγορία 21 (συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος) φυλάκιση 4 ετών. Στην Κατηγορία 22 (παροχή συμβουλής σε άλλο πρόσωπο να διαπράξει το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β) καμία ποινή. Στην Κατηγορία 23 (παροχή συμβουλής σε άλλο πρόσωπο να διαπράξει το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β σε άλλο πρόσωπο) καμία ποινή. Στην Κατηγορία 24 (παροχή συμβουλής σε άλλο πρόσωπο να διαπράξει το αδίκημα της προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β σε άγνωστο πρόσωπο ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β) φυλάκιση 6 ετών. Όσον αφορά τις Κατηγορίες 1-4, 6, 7, 9, 21 και 24, oι ποινές να συντρέχουν μεταξύ τους. Όσον αφορά τις Κατηγορίες 11-17 και 19 oι ποινές να συντρέχουν μεταξύ τους. Οι ποινές στις Κατηγορίες 1-4, 6, 7, 9, 21 και 24 (οι οποίες συντρέχουν μεταξύ τους) θα είναι διαδοχικές προς τις συντρέχουσες ποινές των Κατηγοριών 11-17 και
  2. Η συνολική, σωρευτική ποινή ανέρχεται σε σαράντα
(40)έτη φυλάκισης. Σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, ΚΕΦ.155, η ποινή φυλάκισης μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος βρίσκεται σε προφυλάκιση. Η παρούσα ποινή θα είναι διαδοχική με την ισόβια ποινή φυλάκισης που εκτίει ο κατηγορούμενος. Τα έξοδα εκ €1.200 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) .......... Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.