← Κύπρος

Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. FREIJ RESORT LIMITED κ.α., Αρ.Υπόθ. 185/22, 14/12/2022

Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. FREIJ RESORT LIMITED κ.α., Αρ.Υπόθ. 185/22, 14/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2022:B3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Αρ.Υπόθ. 185/22 Ενώπιον Ε.Μιντή, Προσ. Ε.Δ Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων Κατηγορούσα Αρχή ν

  1. FREIJ RESORT LIMITED (HE104841)
  2. F.E.Z. - A.Τ. [.]
  3. J. E. J. - Α.Τ [..] Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 14 Δεκεμβρίου 2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορ. Αρχή. κ. Προδρόμου Για Κατηγορούμενους 1 και 3: κ. Ρ. Μαππουρίδης Κατηγορούμενος 3 Παρών ΠΟΙΝΗ Οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 έχουν κριθεί ένοχοι, κατόπιν δικής τους παραδοχής, σε δεκαέξι συνολικά κατηγορίες έκαστος για παραβάσεις της Εργασιακής Νομοθεσίας οι οποίες ομαδοποιούνται σε δύο κατηγορίες και συγκεκριμένα:
  4. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 1,4,7,10,13,16,19,22,25,28,31, 34 και 37 η κατηγορούμενη 1, κατά παράβαση του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου Ν.35(Ι)/2007 και κατά παράβαση (αντιστοίχως) του περί της Οργάνωσης του Χρόνου Εργασίας Νόμων του 2002-2007, παρέλειψε να: Α) Πληρώσει στον εργοδοτούμενο της Α.Π. μέρος του μισθού του που αφορούσε την περίοδο Μαρτίου 2020-Μάρτιο 2021 (12 μήνες) - ύψους €8.689,42 Β) Πληρώσει στον εργοδοτούμενο της Α.Π. υπόλοιπα οφειλόμενων ποσών που αφορούν αναλογία της ετήσιας άδειας του για το έτος 2020 και το έτος 2021 - ύψους €311.53
  5. Σύμφωνα δε, με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 40, η κατηγορούμενη 1, κατά παράβαση του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου Ν.35(Ι)/2007, παρέλειψε να παρουσιάσει από τις 17/03/2021-17/12/2021, τις πληροφορίες που της ζητήθηκαν από αρμόδιο επιθεωρητή του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων, καταστάσεις μισθοδοσίας και αποδείξεις πληρωμής των μισθών του εργοδοτούμενου της κ. Α. Π., όπως της είχε ζητηθεί να πράξει.
  6. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 43 και 46, η κατηγορούμενη κατά παράβαση των προνοιών του περί Ενημέρωσης του Εργοδοτουμένου από τον Εργοδότη για τους Όρους που διέπουν τη Σύμβαση ή τη Σχέση Εργασίας Νόμου του 2000 (N.100(I)/2000) ως τροποποιήθηκε με το Ν.12(Ι)/07, παρέλειψε να: Α) παρουσιάσει, από τις 17/03/2021-17/12/2021, στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λάρνακας-Αμμοχώστου αντίγραφα γραπτής ενημέρωσης του εργοδοτούμενου της Α.Π. για τους βασικούς όρους εργοδότησης του, αντίγραφα αποδείξεων πληρωμής του μισθού καθώς και της ετήσιας άδειας του πιο πάνω εργοδοτούμενου όπως της είχε ζητηθεί από αρμόδιο Λειτουργό.
  7. Ο Κατηγορούμενος 3, κατηγορείται για τα ίδια αδικήματα, με τη διαφοροποίηση ότι κατηγορείται ότι παρακίνησε την Κατηγορούμενη 1 υπό την ιδιότητα του ως γραμματέας της, στην τέλεση των αδικημάτων που της καταλογίζονται, κατά παράβαση των ιδίων Νόμων με την προσθήκη του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα στις κατηγορίες 3,6,9,12,15,18,21,24,27,30,33,36, 39, 42 45 και
  8. Η ποινική δίωξη εναντίον του κατηγορούμενου 2 αναστάληκε κατόπιν εγκρίσεως του αιτήματος του δικηγόρου του προς τον Γενικό Εισαγγελέα κατά τις 05/10/2022, δυνάμει γραπτών οδηγιών που έλαβε το Δικαστήριο από τον τελευταίο με ημερ. επιστολής 20/09/
  9. Η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 27/01/
  10. Την 01/06/2022 η κατηγορούμενη 1 απάντησε με παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και από την 01/06/2022 μέχρι και την 5/10/2022 η υπόθεση παρέμενε για απάντηση σε σχέση με τους κατηγορούμενους 2 και 3 εφόσον εκκρεμούσε η εξέταση του αιτήματος τους προς τον Γενικό Εισαγγελέα για αναστολή της ποινικής δίωξης που τους αφορούσε. Στις 05/10/2022 ημερομηνία κατά την οποία όπως προαναφέρεται η ποινική δίωξη σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 αναστάλθηκε, ο κατηγορούμενος 3 απάντησε με παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει οπότε και εκτέθηκαν τα γεγονότα της παρούσας με σκοπό την επιβολή ποινής. Ενόψει του ότι ο κατηγορούμενος 3 ο οποίος εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο ο οποίος διαβεβαίωσε το Δικαστήριο ότι ήταν σε θέση να εκθέσει τις προσωπικές περιστάσεις του, δεν κρίθηκε αναγκαία η ετοιμασία Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας. (βλ. Τηλέμαχος Τηλεμάχου ν Αστυνομίας

(2000)2 Α.Α.Δ. 701, Stylianou and Others v. Republic
(1961)C.L.R. 265, Attorney-General v. Stavrou and Another
(1962)C.L.R. 272) Τα γεγονότα της υπόθεσης, τα οποία δεν έχουν εν πάση περιπτώσει αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, στην ουσία έχουν ως οι λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου. Ό, τι αξίζει να αναφερθεί περιπλέον είναι ότι όπως διαφαίνεται από το Έντυπο Κατάθεσης της λειτουργού κας. Γ.Α. που διερεύνησε το παράπονο του παραπονουμένου είναι το γεγονός ότι κατά το στάδιο εξέτασης του παραπόνου και δη από τις 23/06/2021 που φάνηκε να προέκυψε συμβιβασμός των δύο πλευρών, η συμμόρφωση των κατηγορουμένων καθυστέρησε, όχι εξ' υπαιτιότητας των ιδίων οφείλω να ομολογήσω με βάση τα όσα καταδεικνύονται στην Έκθεση της κας. Γ.Α. αλλά λόγω της άρνησης του παραπονουμένου να παραλάβει επιταγή που εξέδωσαν και παρέδωσαν στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων οι κατηγορούμενοι στις 20/07/2021 με ημερ. Εξαργύρωσης την 30/08/2021 και που αφορούσε το ποσό που οι δύο πλευρές συμφώνησαν ως τελικό ποσό διακανονισμού. Όπως αναφέρεται στην εν λόγω Έκθεση, ο παραπονούμενος στις 21/07/2021 μετέβηκε στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων προκειμένου να παραλάβει την πιο πάνω επιταγή, πλην όμως αρνήθηκε να την παραλάβει, δικαιολογημένα ή όχι λόγω της μεταγενέστερης ημερομηνίας εξαργύρωσης της. Εν τέλει, η εν λόγω επιταγή παραδόθηκε στις 05/10/2022, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη ενώπιον μου, μετά των όσων ακολούθησαν και καταγράφονται στο σχετικό πρακτικό που τηρήθηκε, έτσι ώστε κατά το στάδιο επιβολής ποινής στους κατηγορούμενους 1 και 3, να θεωρηθεί ότι έχει υπάρξει πλήρης συμμόρφωση, την οποία εκλαμβάνω ως δεδομένη. Περαιτέρω σχολιασμός επί τούτου γίνεται στη συνέχεια. Συμμόρφωση δεν υπήρξε σε ό,τι αφορά τις κατηγορίες 40, 42, 43, 45, 46 και 48 όπως αναφέρθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Στοιχεία σε σχέση με προηγούμενες καταδίκες δεν υπάρχουν, εξ' όσων ανέφερε ο κ. Προδρόμου. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής των κατηγορουμένων, ο ευπαίδευτος συνήγορος τους ανέφερε τα ακόλουθα: Ο παραπονούμενος υπέβαλε αρχικά μεγαλύτερες απαιτήσεις από τις υφιστάμενες πλην όμως κακώς η κατηγορούμενη 1 ως εργοδότρια του δεν του κατέβαλε τουλάχιστον τα ποσά που θεωρούσε ότι έπρεπε να του καταβληθούν. Παρά ταύτα και μετά την υποβολή του παραπόνου του, οι κατηγορούμενοι προθυμοποιήθηκαν να καταβάλουν στον παραπονούμενο το ποσό που απαιτούσε εκδίδοντας μεταχρονολογημένη επιταγή ημερ. 30/08/21, την οποία παρέδωσαν στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων τον Ιούλιο του 2021, πλην όμως αυτή δεν παραλήφθηκε από τον παραπονούμενο λόγω της ημερομηνίας εξαργύρωσης της. Παρομοίως, και την 01/06/2022 επιχειρήθηκε η παράδοση επιταγής στον παραπονούμενο, την οποία και πάλι αρνήθηκε να παραλάβει για τους ίδιους λόγους που δεν παρέλαβε την επιταγή ημερ. 30/08/2021. Ενόψει αυτής της ειδικής περίστασης εισηγήθηκε ο κ. Μαππουρίδης, πέραν από το ότι η παραδοχή τους θα πρέπει να εκληφθεί ως άμεση, το ίδιο θα πρέπει να ισχύσει και σε σχέση με την συμμόρφωση τους. Να θεωρηθεί δηλαδή ότι η καταβολή προσφέρθηκε τον Αύγουστο του 2021 και να ληφθεί υπόψιν η μη παραλαβή της επιταγής από τον παραπονούμενο. Σε σχέση με τη μη συμμόρφωση στις κατηγορίες 40 και εντεύθεν που αφορούν τους κατηγορούμενους 1 και 3, ο κ. Μαππουρίδης ανέφερε πως είναι παραδεκτή μεν η μη συμμόρφωση τους αλλά αυτή οφείλεται σε «ακαταστασία» όπως χαρακτηριστικά ανέφερε στα βιβλία της κατηγορούμενης 1 και η μη προσκόμιση τους οφείλεται στους ελεγκτές της, παρά το ότι αναγνωρίζει ότι η υποχρέωση βαραίνει την ίδια την εταιρεία. Ιδιαίτερη μνεία έγινε και στον επίδικο χρόνο που αφορούν οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι εφόσον, πρόκειται για μια ιδιάζουσα χρονική περίοδο (αναφέρεται στην περίοδο έναρξης της πναδημίας Covid-19), κατά την οποία λόγω των ειδικών εκείνων περιστάσεων που επικράτησαν σε όλο τον κόσμο, η επιχείρηση που λειτουργούσε η κατηγορούμενη 1 και η οποία αφορά διαχείριση ξενοδοχειακής μονάδα, παρέμεινε κλειστή και εκτός λειτουργίας για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το εν λόγω ξενοδοχείο που διαχειρίζεται η κατηγορούμενη 1 παραμένει κλειστό σήμερα λόγω αλυσιδωτών προβλημάτων που προκλήθηκαν από τη μη προσέλευση τουριστών και δη Ρώσων υπηκόων την περασμένη τουριστική σεζόν. Εξέτασα με προσοχή όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από την Κατηγορούσα Αρχή καθώς και όλα όσα λέχθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου. Θα πρέπει πρώτα να επισημάνω ότι, σε σχέση με τα αδικήματα των κατηγοριών 1- 42 και αφορούν αμφότερους τους κατηγορούμενους πλην εκείνων που αφορούν τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος απαλλάχθηκε, το σχετικό άρθρο 20 του Νόμου Περί Προστασίας των Μισθών προβλέπει σε περίπτωση καταδίκης 6 μήνες φυλάκιση και/ή €15.000 πρόστιμο ενώ η ποινή για παράλειψη παρουσίασης εγγράφων μισθοδοσίας προβλέπει ποινή φυλάκισης 6 μηνών και/ή €10.000 πρόστιμο. Σε σχέση με τα αδικήματα που πραγματεύονται οι κατηγορίες 43, 45, 46 και 48 αντικείμενο των κατηγοριών 1 και 2 επισημαίνω ότι η παράλειψη του εργοδότη να προσκομίσει τα σχετικά στοιχεία που του ζητήθηκαν από αρμόδιο επιθεωρητή τιμωρείται με μέγιστη ποινή αυτή της φυλάκισης μέχρι τρεις
(3)μήνες και/ή του προστίμου μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες (ΛΚ 3.000,00). Τα αδικήματα τα οποία διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι, και στα οποία παραδέχτηκαν ενοχή είναι αναμφιβόλως σοβαρά. Τούτο καταδεικνύεται εξάλλου και από τις προβλεπόμενες στο Νόμο ποινές. Πρόκειται για Εργασιακές Νομοθεσίες, που στόχο έχουν τη διαφύλαξη και προστασία των δικαιωμάτων των εργοδοτουμένων, μιας κατά τα άλλα ευάλωτης ομάδας του πληθυσμού λαμβανομένης υπόψη της σχέσης εξουσίας που υφίσταται μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου. Πρόκειται επιπλέον για διασφάλιση δικαιωμάτων που κατοχυρώθηκαν μετά από πολλούς αγώνες, ιστορικής σημασίας ο κάθε ένας και αποτελούν το καταφύγιο κάθε εργοδοτούμενου σε περιπτώσεις όπου αυτά τα κατοχυρωμένα δικαιώματα του καταπατώνται καθ' οιονδήποτε τρόπο. Εκ των σημαντικότερων δικαιωμάτων, χωρίς να υποτιμάται βεβαίως η σημαντικότητα των λοιπών δικαιωμάτων των εργοδοτουμένων είναι η άμεση, έγκαιρη και απρόσκοπτη πληρωμή των δεδουλευμένων του αν και στη βάσανο της λογικής, η υποχρέωση αυτή του εργοδότη είναι αυτονόητο, όπως και το μέγεθος της ευθύνης του. Το δικαίωμα σε πληρωμή των δεδουλευμένων, είναι άμεσα συναρτημένο με το παράλληλο δικαίωμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του ίδιου του εργοδοτούμενου αλλά και τυχόν εξαρτωμένων του. Τόση η σπουδαιότητα αυτού του δικαιώματος, ώστε να προβλέπεται στον σχετικό Περί Προστασίας των Μισθών Νόμο του 2007 Ν. 35(Ι)/2007, για παράδειγμα, μεταξύ άλλων μέχρι και τριετής ποινής φυλάκισης σε περίπτωση καταδίκης. Ο ίδιος νόμος δε, παρέχει την ευχέρεια στο Δικαστήριο, παράλληλα και επιπρόσθετα με την ποινή που ήθελε επιβληθεί, δυνάμει του άρθρου 20
(2)του Νόμου, να διατάξει την καταβολή του ποσού που οφείλεται από τον εργοδότη στον εργοδοτούμενο εφόσον όπως προαναφέρεται σκοπός του σχετικού Νόμου δεν είναι η αυτή καθαυτή τιμωρία του αδικοπραγούντα, αλλά πρωτίστως η διασφάλιση του κεκτημένου δικαιώματος του εργοδοτούμενου, να εισπράττει το λαβείν από την εργασία που παρείχε. (Ροδοσθένους ν. Aqua Masters PLC, Ποινική Έφεση αρ. 138/17, απόφαση ημερ. 4.7.2018) Η μόνη υπαναχώρηση, υπό τη μορφή αποποιήσεως δικαιώματος που είναι δυνατό και νομικά εφικτό να επισυμβαίνει και να απολήγει σε μειωμένες απολαβές των δεδουλευμένων, είναι αποκοπή από τον μισθό του εργοδοτουμένου, ποσού, που εμπίπτει σε μια από τις επιφυλάξεις του άρθρου 10 του Ν. 35(Ι)/
  1. Ακόμη όμως και σε αυτές τις περιπτώσεις, ο νομοθέτης προνόησε μηχανισμούς προκειμένου να μην τύχει εκμετάλλευσης από τους εργοδότες η ευχέρεια που τους παρέχεται δυνάμει του πιο πάνω άρθρου και σε κάθε περίπτωση, η όποια συμφωνηθείσα ή προκύψασα αποκοπή λαμβάνει χώρα μόνο εφόσον διασφαλιστεί σε ικανοποιητικό βαθμό η συντήρηση του ίδιου του εργοδοτούμενου αλλά και της οικογένειας του. Τυχόν κίνητρο ή άλλοι λόγοι που επικαλείται η εργοδοτική πλευρά ως προς τυχόν διαπιστωθείσες παραβιάσεις τις εργασιακής νομοθεσίας (οποιασδήποτε εκ των συναφών νομοθεσιών), εκτός των περιπτώσεων που ρητά αφορούν εξαιρέσεις που προβλέπονται στις σχετικές περί του θέματος νομοθεσίες, δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να δικαιολογήσουν την διάπραξη εργασιακών αδικημάτων, χωρίς ωστόσο να παραγνωρίζεται ότι ενδεχομένως, για σκοπούς μετριασμού της ποινής που ήθελε τους επιβληθεί, να αποτελέσουν μετριαστικούς παράγοντες εκεί και όπου δυνατό να εκληφθούν ως τέτοιοι. Αυτό άλλωστε επιτάσσει και το καθήκον του Δικαστηρίου να προβαίνει σε εξατομίκευση της ποινής. Διαφορετικά αντιμετωπίζεται για παράδειγμα η περίπτωση όπου αδιαμφισβήτητα, ένας εργοδότης γνήσια και ειλικρινά πίστευε ότι θα μπορέσει να πληρώσει τους εργοδοτούμενους του πλην όμως συνεπεία κάποιου απρόσμενου και αναπάντεχου γεγονότος δεν τα κατάφερε, από τον εργοδότη που για άλλους, οποιουσδήποτε λόγους, αδιαφόρησε για τη βιωσιμότητα και το βιοπορισμό των εργοδοτούμενων του. Από την συχνότητα με την οποία εμφανίζονται ενώπιον του Δικαστηρίου, αδικήματα αυτού του είδους και ειδικότερα αδικήματα που εμπίπτουν στην δεύτερη περίπτωση που αναφέρω ανωτέρω, δεν θα ήταν λάθος να χαρακτηριστούν ως αδικήματα που βρίσκονται σε έξαρση. Δεν παραγνωρίζω βέβαια το γεγονός ότι ομολογουμένως, η έναρξη και εξέλιξη της πανδημίας Covid - 19 τα τελευταία 2 έτη, και ιδίως κατά το έτος 2020 που αποτέλεσε την απαρχή της πανδημίας, συνέτεινε στην έξαρση των υπό κρίση αδικημάτων κυρίως σε ό,τι αφορά τη μη πληρωμή μισθού κατά παράβαση του Ν. 35(Ι)/
  2. Το κλείσιμο αρκετών κατηγοριών επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένων ξενοδοχειακών μονάδων, φαίνεται να οδήγησε σε αποστράγγιση των οικονομικών πόρων τους με συνακόλουθο αποτέλεσμα, μεταξύ των απλήρωτων υποχρεώσεων των εργοδοτών, να ήταν και η μη πληρωμή μισθών σε μέρος ή στο σύνολο των εργαζομένων τους. Συναφώς και παράλληλα όμως με τα πιο πάνω, αξίζει να αναφερθεί πως ανεξαρτήτως της συχνότητας διάπραξης αλλά και της σοβαρότητας ενός αδικήματος, το Δικαστήριο έχει πάντοτε καθήκον να προβαίνει σε εξατομίκευση της ποινής, αφού στόχος του είναι η επιβολή δίκαιης ποινής, έτσι ώστε να αρμόζει τόσο στο έγκλημα όσο και στον παραβάτη (Σακαρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 272), χωρίς βεβαίως η διαδικασία της εξατομίκευσης να οδηγεί σε εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας του νόμου (Κάττου κ.α. ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 498) ή του στοιχείου της αποτροπής τόσο για τον ίδιο τον αδικοπραγήσαντα όσο και για το ευρύ κοινό (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Το ύψος των οφειλόμενων μισθών στην παρούσα υπόθεση είναι ομολογουμένως αρκετά υψηλό, πρόκειται για ένα σύνολο οφειλομένων μισθών ύψους €9.000. Δεν παραγνωρίζεται ωστόσο ότι το σύνολο του πιο πάνω ποσού έχει καταβληθεί στον παραπονούμενο, υπό τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες καταβλήθηκε και περιγράφονται στην εισαγωγή της παρούσας απόφασης. Λαμβάνω δε περαιτέρω υπόψη μου πως αν και το πιο πάνω ποσό έχει καταβληθεί προσφάτως, ενώ τα αδικήματα έλαβαν χώρα περί το έτος 2020, σημαντικό μερίδιο ευθύνης ως προς τη μη πληρωμή των οφειλομένων ποσών ενωρίτερα, είχε και ο παραπονούμενος για τους λόγους που εξηγούνται ανωτέρω. Δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου στον αντίποδα βέβαια, ότι σε σχέση με τις κατηγορίες 40-44, δεν έχει προκύψει μέχρι και σήμερα συμμόρφωση. Αυτό βέβαια, έχει τη δική του σημασία σε σχέση με την ποινή που θα επιβάλω στη συνέχεια. Το γεγονός ότι δεν συνεργάστηκαν με τους αρμόδιους λειτουργούς προκειμένου να τύχει ταχύτερης και αποτελεσματικότερης διερεύνησης το παράπονο που υπεβλήθη από τον παραπονούμενου, ουδόλως τους τιμά. Ούτε και μπορώ να δεχτώ την εισήγηση του κ. Μαππουρίδη περί ακαταστασίας στα βιβλία της εταιρείας, εφόσον πρόκειται για εταιρεία, που οι επαγγελματικές δραστηριότητες της και δη η φύση αυτών, δεν της επιτρέπουν την οποιαδήποτε «ακαταστασία» κατά τη διαχείριση των υποχρεώσεων της. Όφειλαν αυτονοήτως να είναι επιμελείς. Πέραν των όσων έχω ήδη αναφέρει ότι λήφθηκαν υπόψη υπέρ των κατηγορουμένων, λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου, την άμεση παραδοχή τους καθώς επίσης και το λευκό ποινικό τους μητρώο. Έχοντας υπόψη μου το καθήκον του Δικαστηρίου να σταθμίζει όλους τους σχετικούς παράγοντες, από τη μια τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής και από την άλλη την αρχή της εξατομίκευσης κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις και λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη του γεγονότος ότι έχει υπάρξει πλήρης συμμόρφωση, κρίνω ότι η πλέον ποινή είναι αυτή της επιβολής χρηματικής ποινής αντί αυτή της φυλάκισης. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και με δεδομένη την αρχή της συνολικότητας των ποινών, αφού έχω σταθμίσει κάθε σχετικό μετριαστικό παράγοντα και εξαντλήσει κάθε βαθμό επιείκειας επιβάλλω στην 1η κατηγορούμενη τις ακόλουθες ποινές: -Κατηγορίες 1,4,7,10,13,16,19,22,25,28,34,37- Χρηματική Ποινή ύψους €200 σε έκαστη κατηγορία -Κατηγορία 40 - Χρηματική ποινή ύψους €1200 Ενόψει των ποινών που επιβλήθηκαν στις πιο πάνω κατηγορίες και λαμβανομένης υπόψη της αρχής της συνολικότητας της ποινής, δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή στις υπόλοιπες κατηγορίες που αντιμετωπίζει (κατηγ. 43 και 46). Σε σχέση με τον 3ο κατηγορούμενο επιβάλλεται επίσης χρηματική ποινή στις κατηγορίες 3, 6,9,12,15,18,21,24,27,30,33,36 και 39 ύψους €150 σε έκαστη κατηγορία. Σε σχέση με τις κατηγορίες 42, 45 και 48 δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή στον 3ο κατηγορούμενο. Η χρηματική ποινή που επιβλήθηκε στους κατηγορούμενους 1 και 3 να πληρωθεί εντός 7 ημερών από σήμερα. Πιστό Αντίγραφο (Υπ.).................................... Πρωτοκολλητής Ε. Μιντή Προσ. Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.