ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1445/18, 17/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:B41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (που συνεδριάζει στο Παραλίμνι) ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Ευθυμίου, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 1445/18 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. 1.ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ 2.ΠΑΝΙΚΚΟΣ ΚΑΤΣΙΑΡΗΣ Ημερομηνία: 17 Ιανουαρίου 2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κ.Π.Πίτσιλλου Για τον Κατηγορούμενο 1: Ο κ. Β.Δημητριάδης Για τον Κατηγορούμενο 2: Ο κ. Ν.Νικηφόρου Κατηγορούμενοι 1 &2 παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι συνήγοροι των δύο Κατηγορουμένων 1 και 2 («Κ1 και Κ2»), μετά το πέρας της μαρτυρίας, υπέβαλαν ζήτημα ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Αναφορά στις θέσεις τους θα γίνει όπου κρίνεται απαραίτητο. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χριστοδούλου ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9). Αυτή η αξιολόγηση πόρρω απέχει από το βάθος της αξιολόγησης που γίνεται σε εκείνο το κατάλληλο στάδιο όταν το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή απόδειξε την υπόθεση της πέρα από πάσα λογική αμφιβολία. Οι Κ1 και Κ2 αντιμετωπίζουν από κοινού την κατηγορία της συνωμοσίας για καταδολίευση (1η κατηγορία) κατά παράβαση του Άρθρου 302 του Ποινικού Κώδικα. Επιπρόσθετα αντιμετωπίζουν ο καθένας 7 κατηγορίες για εξασφάλιση εκτέλεσης αξιόγραφου με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των Άρθρων 297 και 299 του Ποινικού Κώδικα (για τον Κ1 οι κατηγορίες 2 -8 και για τον Κ2 οι κατηγορίες 10-16). Επιπλέον, αντιμετωπίζουν ο καθένας μια κατηγορία απάτης κατά παράβαση του Άρθρου 300 του Ποινικού Κώδικα, (για τον Κ1 η κατηγορία 9 και για τον Κ2 η κατηγορία 17). Για την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής έδωσαν στο σύνολό τους μαρτυρία 6 άτομα. Ο ΜΚ4 ως εξεταστής της υπόθεσης, αναφέρθηκε στο έργο της Αστυνομίας μετά την καταγγελία της υπόθεσης, οι ΜΚ1,ΜΚ2 και ΜΚ3 ως πελάτες της εταιρείας Lanitis Bros Ltd οι οποίοι αναφέρθηκαν στον τρόπο παραγγελίας των προϊόντων και εξυπηρέτησής τους από την εταιρεία Lanitis Bros Ltd. Οι ΜΚ5 και ΜΚ6 έδωσαν μαρτυρία ως υπάλληλοι της εταιρείας Lanitis Bros Ltd οι οποίοι αναφέρθηκαν στην θέση της εταιρείας Lanitis Bros Ltd εν σχέση με την υπόθεση, στα γεγονότα της υπόθεσης αλλά και στον τρόπο λειτουργίας της εταιρείας. Θα ξεκινήσω από τα αδικήματα των κατηγοριών 2 -8 και 10-16 που αφορούν τα αδίκημα της εξασφάλισης εκτέλεσης αξιόγραφου με ψευδείς παραστάσεις. Η έννοια του αξιόγραφου ορίζεται στον Ποινικό Κώδικα και περιλαμβάνει «κάθε έγγραφο που ανήκει κατά κυριότητα σε οποιοδήποτε πρόσωπο, και που αποδεικνύει είτε το δικαίωμα της κυριότητας είτε το δικαίωμα για ανάκτηση ή λήψη κάποιου περιουσιακού στοιχείου» Επιπρόσθετα, στο λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, τέταρτη έκδοση, ως αξιόγραφο ορίζεται νομικό έγγραφο που ενσωματώνει ένα δικαίωμα το οποίο μπορεί να ασκήσει κανείς μόνο αν είναι κάτοχος του εγγράφου και για τη μεταβίβασή του απαιτείται η παράδοση της νομής του. Από τις λεπτομέρειες των προαναφερόμενων κατηγοριών προκύπτει ότι το «αξιόγραφο» του οποίου εξασφάλισαν κατ' ισχυρισμό την εκτέλεση οι Κ1 και Κ2, είναι τιμολόγια τα οποία περιγράφονται στις λεπτομέρειες του κάθε αδικήματος. Ένα τιμολόγιο όμως, δεν είναι αξιόγραφο. Πρόκειται για μία δήλωση της φύσης, της ποσότητας και του κόστους ή της τιμής των τιμολογούμενων πράξεων, που «συναρτάται με τη γνώση του γράφοντος γι' αυτά που κατέγραψε». Αποτελούν, ως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ -v- Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339, «τον έγγραφο λογαριασμό μεταξύ των διαδίκων, σε σχέση με προϊόντα παραδοθέντα στον αγοραστή, με αναφορά στην τιμή ή τη χρέωση»(βλ. και Haleko Hanseatisches Lebemsmittelkontor GMBH & Co OHG - v- L.S.E. Life Style Enterprises Ltd
(2011)1Β Α.Α.Δ. 1055). Συνεπώς, ανεξαρτήτως εάν τα υπό αναφορά τιμολόγια έχουν κατατεθεί χωρίς ένσταση από πλευράς της Υπεράσπισης, δεν νοούνται ως αξιόγραφα εν τη εννοία του Νόμου και ως εκ τούτης της διαπίστωσης παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων συστατικών στοιχείων των αδικημάτων των προαναφερόμενων κατηγοριών. Συνακόλουθα, ο Κ1 αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες 2-8 και ο Κ2 αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες 10 -
- Στρέφομαι τώρα στις κατηγορίες 9 και 17 που αφορούν παραβάσεις του Άρθρου 300 του Ποινικού Κώδικα. Καταλογίζεται στον μεν Κ1 ότι με δόλιο τέχνασμα υποκίνησε την εταιρεία Lanitis Bros Ltd να δώσει στον Κ2 επιπρόσθετη έκπτωση για αγορά προϊόντων και στον Κ2 ότι με δόλιο τέχνασμα απέκτησε το επιπρόσθετο αυτό ποσό έκπτωσης υποκινώντας τον Κ1 να εκδίδει τιμολόγια επ' ονόματι άλλης νομικής οντότητας και να επωφελείται των προϊόντων ο ίδιος. Το άρθρο 300 του ΠΚ διαβάζεται ως ακολούθως: «Όποιος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» Η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αποκαλύπτει ότι υπήρξε κάποια συνεννόηση μεταξύ του Κ1 και του Κ2 για την έκδοση τιμολογίων στο όνομα τρίτης εταιρείας που επωφελείτο με μεγαλύτερη έκπτωση από την εταιρεία Lanitis Bros Ltd από ό,τι οι εταιρείες συμφερόντων του Κ2 αλλά να παραδίδονται στις εταιρείες συμφερόντων του Κ
- Με αυτό τον τρόπο οι εταιρείες του Κ2 επωφελούνταν έκπτωση που δεν δικαιούνταν. Προκύπτει δε από τη μαρτυρία ότι υπήρχε εμπορική σχέση μεταξύ της εταιρείας του Κ2 και της Lanitis Bros Ltd ενώ υπήρχε σχέση εργοδοτούμενου ‑ εργοδότη μεταξύ του Κ1 και της Lanitis Bros Ltd. Συνεπώς η ανάμειξη του Κ2 δεν στοιχειοθετείται από την ενώπιο του Δικαστηρίου μαρτυρία. Η μαρτυρά δεν αποκαλύπτει ούτε την ωφέλεια του Κ2 σε έκπτωση ούτε την παράδοση εμπορευμάτων στον ίδιο, αλλά σε εταιρείες δικών του συμφερόντων (ΚΜΚ LTD και P.Katsiaris Ltd). Τα τιμολόγια δε που παρουσιάστηκαν είναι στο όνομα των προαναφερομένων εταιρειών. Οι εταιρείες του Κ2 με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία είναι νομικά πρόσωπα και ως εκ τούτου διαχωρίζονται από τον Κ
- Μάλιστα ο ΜΚ4 ανέφερε και την από μέρους της Αστυνομίας ενημέρωσης του Τμήματος Φορολογίας εν σχέση με τα νομικά αυτά πρόσωπα. Συνεπώς οι κατηγορίες 9 και 17 με τις οποίες αναφέρεται ότι η έκδοση των τιμολογίων και συνακόλουθα η έκπτωση δινόταν προς όφελος του Κ2 δεν ανταποκρίνεται στην ενώπιο του Δικαστηρίου μαρτυρία ακόμη και στην όψη της κρινόμενη. Ως εκ τούτου δεν υπάρχει περιθώριο για να κληθούν οι Κ1 και Κ2 σε απολογία στις κατηγορίες 9 και 17 αντίστοιχα από τις οποίες αθωώνονται και απαλλάσσονται σε αυτό το στάδιο. Το ίδιο ισχύει και σε ό,τι αφορά την κατηγορία της συνωμοσίας προς καταδολίευση κατά παράβαση του Άρθρου 302 (πρώτη κατηγορία). Στους κατηγορούμενους καταλογίζεται στον μεν Κ1 ότι υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντής πωλήσεων της εταιρείας Lanitis Bros Ltd και ο Κ2 ως αγοραστής προϊόντων της ίδιας εταιρείας συνωμότησαν με σκοπό να καταδολιεύσουν την εταιρεία Lanitis Bros Ltd. Ο τρόπος με τον οποίο καταδολίευσαν την εταιρεία ως το κατηγορητήριο ορίζεται είναι να εκδίδονται τιμολόγια από τον Κ1 για αγορά προϊόντων από τον Κ2 και αντί αυτά να εκδίδονται στο όνομα του Κ2 να εκδίδονται στο όνομα της εταιρείας Blue Palm Breeze Ltd που απολάμβανε μεγαλύτερο ποσό έκπτωσης από ότι ο Κ
- Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία περί εμπορικής σχέσης μεταξύ Κ2 και εταιρείας Lanitis Bros Ltd . Η μοναδική μαρτυρία που υπάρχει είναι ότι εταιρείες του Κ2 (ΚΜΚ LTD και P.Katsiaris Ltd) ήταν πελάτες της Lanitis Bros Ltd . Όυτε παρουσιάστηκε μαρτυρία περί αγοράς προϊόντων από την Lanitis Bros Ltd από τον Κ
- Συνακόλουθα δεν υπάρχει μαρτυρία περί αρωγής του Κ1 προς τον Κ2 για αυτό τον σκοπό. Συνακόλουθα, ο κατηγορούμενος 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 1, 2 μέχρι και 9 συμπεριλαμβανομένων και ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 1, 10 μέχρι και 17 συμπεριλαμβανομένων. (Υπ.) ............... Εύη Ευθυμίου Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο