← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Α.Α, Υπόθεση Αρ.: 6186/22, 24/10/2022

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Α.Α, Υπόθεση Αρ.: 6186/22, 24/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDAMM:2022:8 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 6186/22 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v Α.Α Κατηγορουμένου ___________________________________________________________ Ημερομηνία: 24 Οκτωβρίου 2022. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα Ε. Κληρίδου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Β. Δημητριάδης Κατηγορούμενος: παρών. Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε μια κατηγορία βιασμού κατά παράβαση του άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και του άρθρου 3 περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμο του 2000 (119(I)/2000). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, ο κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 27 και 29.6.2022, ήλθε σε παράνομη μη συναινετική συνουσία με τον παραπονούμενο με τον οποίο διέμενε στην ίδια κατοικία ως φροντιστής του. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής και έχουν γίνει δεκτά από τον συνήγορο του κατηγορουμένου και καταγράφονται αυτούσια ως ακολούθως: «Ο παραπονούμενος είναι 65 ετών, σε αναπηρικό καροτσάκι και με σχεδόν μηδενική όραση. Την 01/07/2022 η αδελφή του κατάγγειλε στον Αστυνομικό Σταθμό Κοφίνου ότι της ανάφερε τηλεφωνικώς ότι είχε δεχθεί σεξουαλική παρενόχληση από τον κατηγορούμενο ο οποίος ήταν ο φροντιστής του. Μέλη του αστυνομικού σταθμού μετέβηκαν στην οικία του παραπονούμενου όπου του έλαβαν κατάθεση και ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος τον είχε βιάσει και λόγω των κινητικών του προβλημάτων δεν μπορούσε να αντιδράσει. Ο κατηγορούμενος στις 02/07/2022 συνελήφθηκε με δικαστικό ένταλμα και στην συνέχεια εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα κράτησης για 6 μέρες. Στις 04/07/2022 λήφθηκε από τον κατηγορούμενο κατάθεση στην οποία παραδέχτηκε την διάπραξη του αδικήματος, αναφέροντας ότι το έκανε διότι είχε θυμώσει με τον παραπονούμενο ο οποίος του μιλούσε με προσβλητικό τρόπο.» Ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε η έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Σε αυτή αναφέρονται, συνοπτικά, τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος κατάγεται από την Ινδία και είναι ηλικίας 26 ετών, προέρχεται από οικογένεια μεσαίας κοινωνικό - οικονομικής κατάστασης και είχε μια αδελφή, η οποία απεβίωσε το 2013 σε ηλικία 27 ετών λόγω προβλήματος υγείας. Οι γονείς του δραστηριοποιούνταν στον τομέα της γεωργοκτηνοτροφίας, αλλά πλέον δεν εργάζονται λόγω ηλικίας. Με την αποφοίτησή του από το Λύκειο εργάστηκε σε Ιατρείο παθολόγου στην Ινδία. Το 2019 ήρθε στην Κύπρο και ξεκίνησε να εργάζεται ως οικιακός φροντιστής. Τα εισοδήματά του από την εργασία του τα στέλνει στους γονείς του οι οποίοι αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου κατά την αγόρευσή του για μετριασμό της ποινής, υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και έδωσε έμφαση στο λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου και στο ότι το επίδικο συμβάν ήταν μεμονωμένο περιστατικό. Αναφέρθηκε επίσης στις κατευθυντήριες αρχές της νομολογίας και εισηγήθηκε ότι το επίδικο συμβάν κατηγοριοποιείται στα ελαφρύτερα του είδους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η σοβαρότητα του αδικήματος για το οποίο κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος αντικατοπτρίζεται, κατ' αρχήν, στην προβλεπόμενη στον Νόμο ποινή, όπου προνοείται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Το ύψος της προβλεπόμενης ποινής προδιαγράφει και τη σοβαρότητα που θέλησε ο νομοθέτης να προσδώσει στο κάθε συγκεκριμένο αδίκημα και κατ' επέκταση τον βαθμό προστασίας του έννομου αγαθού που προστατεύεται, στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπ' όψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Souilmi ν Αστυνομίας

(1992)2 ΑΑΔ 248). Το στοιχείο αυτό, δηλαδή η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή, λαμβάνεται υπ' όψιν στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 ΑΑΔ 575, Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990), 2 ΑΑΔ. 264, Λεβέντης ν. Αστυνομίας,
(1999), 2 ΑΑΔ. 632 και Σαρίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465). Για σκοπούς επιμέτρησης, λοιπόν, εκκινούμε από την ανώτατη προβλεπόμενη ποινή, η οποία ως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο το έργο επιμέτρησης της ποινής. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 ΑΑΔ 166. To στίγμα της ποινικής αντιμετώπισης του αδικήματος του βιασμού καθώς και τα έννομα αγαθά που προστατεύονται, έχουν επεξηγηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στην απόφαση Ομήρου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 91/2017, ημερομηνίας 2.5.2018, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Για το έγκλημα του βιασμού ο Ποινικός Κώδικας προβλέπει ως ανώτατη ποινή, την ποινή της φυλάκισης δια βίου και τούτο είναι ενδεικτικό της σοβαρότητάς του. Ο βιασμός στρέφεται κατά της γενετήσιας ελευθερίας και προσβάλλει βάναυσα την αξιοπρέπεια και προσωπικότητα του θύματος. Τέτοιας φύσεως δε εγκλήματα παρουσιάζονται με απαράδεκτα μεγάλη συχνότητα, ώστε ο παράγοντας της αποτροπής να προβάλλει ως ιδιαίτερα σημαντικός.» Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις, Δημοκρατία v. Κυριάκου
(2008)2 ΑΑΔ 562, Λοΐζου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 469 και Ivarsson v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 159/2015, 29.11.2016. Περαιτέρω ως εύστοχα έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κυπριανού ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 137/2017, ημερομηνίας 26.4.2018: «ο βιασμός αποτελεί τη χειρότερη μορφή εξευτελισμού του ανθρώπου.» Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι ο νομοθέτης διά της προβλεπόμενης ποινής της ισόβιας κάθειρξης έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο αδίκημα του βιασμού, αφού, ως προκύπτει από τη νομολογία, τα έννομα αγαθά που προστατεύονται είναι η γενετήσια ελευθερία, η αξιοπρέπεια και η προσωπικότητα του θύματος. Εξάγεται, λοιπόν, το συμπέρασμα ότι το αδίκημα του βιασμού κατηγοριοποιείται από τη νομολογία ως ιδιαίτερα σοβαρό για το οποίο αρμόζει, κατ' αρχήν, η απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Ως προς την έννοια της αποτροπής θεμελιακή είναι η απόφαση Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, .. και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους». Σαφώς, η επιβολή της ποινής αποτελεί έργο λεπτό και δύσκολο. Απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από τη μια και της εξατομίκευσης της ποινής από την άλλη. Πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η προστασία της κοινωνίας, που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου. Σύμφωνα δε με τη Νομολογία, το Δικαστήριο, κατά το στάδιο επιβολής της ποινής, θα πρέπει να σταθμίζει την ανάγκη για αναμόρφωση του δράστη, την ανάγκη για αποτροπή του εγκλήματος και την προσήλωση στην ορθή εφαρμογή του Νόμου. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στην απόφαση Mirachis v. The Police
(1965)2 CLR 28. Οι κατευθυντήριες αρχές σε σχέση με την κατάταξη του εκάστοτε αδικήματος βιασμού σε κλίμακα σοβαρότητας έχουν σταχυολογηθεί στη θεμελιακή απόφαση Στυλιανού ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 73/2012, ημερομηνίας 13.10.2015, όπου με αναφορά στην Αγγλική απόφαση Billam & others
(1986)3 Crim. Appl.Rep. (S)48, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Για βιασμό ο οποίος διαπράττεται χωρίς οποιονδήποτε επιβαρυντικό ή ελαφρυντικό παράγοντα, σε μία υπόθεση μετά από ακρόαση πρέπει να λαμβάνεται ως σημείο αφετηρίας ποινής τα πέντε χρόνια φυλάκισης. Όταν ο βιασμός διαπράττεται από δύο ή περισσότερα πρόσωπα από κοινού, ή όταν υπήρξε παραβίαση εισόδου στον τόπο διαμονής του θύματος ή από πρόσωπο που είχε ευθύνη απέναντι του θύματος ή από πρόσωπο που έχει απαγάγει το θύμα και το κρατά αιχμάλωτο, η αφετηρία ποινής πρέπει να είναι οκτώ χρόνια. Στο ύψιστο σημείο της κλίμακος ποινής κατατάσσεται συμπεριφορά κατηγορουμένου η οποία μπορεί να χαρακτηρισθεί ως πολλαπλός βιασμός (campaign of rape) έναντι αριθμού γυναικών. Αντιπροσωπεύει ασυνήθη κίνδυνο και ποινή 15 χρόνων είναι πιο κατάλληλη. Όταν η συμπεριφορά του κατηγορούμενου παρουσιάζει ψυχοπαθητικές τάσεις ή σοβαρή διατάραξη προσωπικότητας και είναι εν δυνάμει κίνδυνος για τις γυναίκες για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, η ποινή ισόβιας κάθειρξης δεν θα είναι ακατάλληλη. Το έγκλημα, εν πάση περιπτώσει, πρέπει να θεωρείται ότι ενέχει επιβαρυντικά στοιχεία, όταν συντρέχει ένας από τους πιο κάτω παράγοντες:
  1. Η βία που χρησιμοποιήθηκε είναι υπερβολική
  2. Όταν χρησιμοποιείται όπλο (weapon) για εκφοβισμό ή πρόκληση βλάβης στο θύμα
  3. Όταν ο βιασμός επαναλαμβάνεται
  4. Όταν έχει προσεκτικά σχεδιασθεί
  5. Όταν ο κατηγορούμενος έχει προηγούμενες καταδίκες για βιασμό ή άλλα σεξουαλικά αδικήματα ή αδικήματα βίας
  6. Όταν το θύμα έχει υποβληθεί σε σεξουαλικό εξευτελισμό
  7. Το θύμα είναι πολύ νεαρό είτε πολύ ηλικιωμένο
  8. Οι επιπτώσεις στο θύμα (ψυχικές ή σωματικές) είναι ιδιαζούσης σοβαρότητας Εφόσον, ένας ή περισσότεροι από τους πιο πάνω παράγοντες συντρέχουν, η ποινή πρέπει να είναι ουσιωδώς υψηλότερη από το αφετηριακό σημείο. Η περαιτέρω ταλαιπωρία (distress) του θύματος σε περίπτωση που δώσει μαρτυρία, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η παραδοχή, ίσως περισσότερο από άλλα αδικήματα, θα πρέπει υπό κανονικές συνθήκες να έχει ως αποτέλεσμα κάποια έκπτωση από την ποινή που θα επιβαλλόταν. Το ύψος της έκπτωσης αυτής βεβαίως ερείζεται σ΄όλα τα περιστατικά της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένης της πιθανότητας καταδίκης σε περίπτωση ακρόασης.» Οι αρχές που καθιερώνει η απόφαση Billam & others
(1986)3 Crim. Appl.Rep. (S)48, γίνεται δεκτό από τη νομολογία πως, αν και δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα, μπορεί να χρησιμοποιηθούν καθοδηγητικά από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Σχετικά παραπέμπουμε στην απόφαση Χριστοφή ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ.
  1. Περαιτέρω στην απόφαση Δημοκρατία v. Hunganu, Ποινική Έφεση 130/2020, ημερομηνίας 29.7.2021, λέχθηκε ότι καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί μέσα από τις κατευθυντήριες οδηγίες που περιλαμβάνονται στο Sexual Offences Definitive Guideline του Συμβουλίου Επιβολής Ποινών του Ηνωμένου Βασιλείου (Sentencing Council) του 2014, το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 1η Απριλίου του
  2. Στο Sexual Offences Definitive Guideline του Συμβουλίου Επιβολής Ποινών του Ηνωμένου Βασιλείου (Sentencing Council) του 2014, ημερομηνίας 1.
  3. 2014, σελ.10, παρέχεται ο πίνακας των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη για την κατάταξη σε κλίμακα σοβαρότητας των αδικημάτων βιασμού. Η κατάταξη στην κλίμακα σοβαρότητας προκύπτει ως συνάρτηση της βλάβης (harm) που προκαλείται και της υπαιτιότητας / μεμπτότητας (culpability) του δράση. Ως στοιχείο που επαυξάνει την βλάβη είναι, μεταξύ άλλων, το στοιχείο της ευαλωτότητητας του θύματος, η οποία προκύπτει από τις προσωπικές του περιστάσεις. Περαιτέρω, μεταξύ των στοιχείων που επαυξάνουν την υπαιτιότητα είναι όταν η πράξη προκύπτει από παράβαση εμπιστοσύνης. Μετά την κατάταξη του αδικήματος σε κλίμακα σοβαρότητας το Δικαστήριο εξετάζει του διάφορους επιβαρυντικούς ή ελαφρυντικούς παράγοντες. Όταν συντρέχουν τα πιο πάνω ο βιασμός κατατάσσεται στην κατηγορία 2 στην κλίμακα σοβαρότητας και στην κατηγορία Α στην κλίμακα υπαιτιότητας. Σε τέτοια περίπτωση, λαμβάνονται ως σημείο αφετηρίας για την επιμέτρηση της ποινής τα 10 έτη και το γενικότερο πλαίσιο ποινής κυμαίνεται μεταξύ των 9 με 13 ετών. Περαιτέρω, εάν ένας από τους πιο πάνω παράγοντες συντρέχει σε μεγάλο βαθμό τότε το αδίκημα μπορεί να κατηγοριοποιηθεί και σε υψηλότερη κατηγορία, ήτοι στην κατηγορία 1 που περιλαμβάνει υψηλότερο πλαίσιο ποινής είτε 13 - 19 έτη, είτε 10-15 αναλόγως του εάν ταξινομείται στην κατηγορία Α ή Β αντίστοιχα. Περαιτέρω, ανάλογη είναι και η προσέγγιση της Κυπριακής νομολογία ως προς τα επιβαρυντικά στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη στο αδίκημα του βιασμού. Το απαύγασμα της σχετικής νομολογίας έχει συνοψισθεί στην απόφαση Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 235/2013 και 236/2013, ημερομηνίας 5.10.2016, ως ακολούθως: «η εγκληματική συμπεριφορά που καλύπτει κατηγορία βιασμού προσλαμβάνει ακόμη σοβαρότερη μορφή όταν συντρέχουν παράγοντες όπως υπερβολική βία, χρησιμοποίηση όπλου για εκφοβισμό ή βλάβη στο θύμα, προσεκτικού σχεδιασμού προς υλοποίηση του άνομου σκοπού, επαναλαμβανόμενοι βιασμοί, σεξουαλικός εξευτελισμός του θύματος, καθώς επίσης και επιπτώσεις, ψυχικές ή σωματικές στο θύμα. Πέραν τούτων, η ηλικία του θύματος αλλά και τυχόν προηγούμενες καταδίκες του δράστη είναι στοιχεία που προσμετρούν ως επιβαρυντικά και δικαιολογούν επιβολή ακόμα πιο αυστηρών ποινών.» Επομένως, κατά την επιμέτρηση της ποινής θα αντλήσουμε καθοδήγηση από τις πιο πάνω αρχές. Περαιτέρω, ως προς την ανίχνευση του γενικού πλαισίου ποινών, πέραν των Αγγλικών κατευθυντήριων οδηγιών, κρίνουμε σκόπιμο να αναφερθούμε σε προηγούμενες αποφάσεις που αφορούσαν το υπό εξέταση αδίκημα. Δεν διαλανθάνει ασφαλώς της προσοχής μας ότι στον τομέα της επιμέτρησης της ποινής τυχόν προηγούμενες αποφάσεις είναι ενδεικτικές και δεν αποτελούν αυστηρή καθοδήγηση για τον λόγο ότι δεν υπάρχει κατά κανόνα ταυτοσημία επί των γεγονότων. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στην Χαραλάμπους κ.ά. ν Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 127/2019 και 130/2019, 10.3.2021, Χαραλάμπους ν Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 1, Πόλεος ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 141/2016, 2.6.2017, L.C.A. Domiki Ltd ν. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., Ποινική Έφεση 116/2011, ημερoμηνίας 17.3.2015, Μιχαήλ ν Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123, Μιχαήλ ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 577 και στην πρόσφατη απόφαση Γλυκερίου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 171/2020, ημερομηνίας 8.7.2022. Όμως, όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Μαυρόλουκα ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 212/2013, ημερομηνίας 5.2.2015, «επίκληση προηγηθείσας νομολογιακής προσέγγισης είναι χρήσιμη προς την κατεύθυνση εντοπισμού ελαφρυντικών ή επιβαρυντικών λόγων, αλλά και καθορισμού του γενικότερου πλαισίου της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.» Υπό το πιο πάνω πρίσμα θα αναφερθούμε σε προηγούμενες αποφάσεις που αφορούσαν το υπό εξέταση αδίκημα Στην Muhanad ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 259, ο εφεσείων, νεαρό πρόσωπο ηλικίας 24 ετών, κρίθηκε ένοχος, κατόπιν ακρόασης, για το αδίκημα του βιασμού. Στην εν λόγω υπόθεση δεν χρησιμοποιήθηκε υπέρμετρη βίας ή απειλή κατά της ζωής του θύματος, αλλά κρίθηκε ότι υπήρξε προσχεδιασμός. Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 9 ετών, η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην υπόθεση Γερμανός κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 525, επιβλήθηκαν στους δυο συγκατηγορούμενους διάφορες συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των 11 ετών, στον πρώτο εφεσείοντα και 13 ετών στον δεύτερο, αναφορικά κατηγορία του βιασμού. Ο δεύτερος εφεσείοντας άσκησε έφεση κατά της ποινής και το Εφετείο μείωσε την ποινή των 13 ετών σε 11 έτη λαμβάνοντας υπόψη τον ρόλο τον οποίο είχε διαδραματίσει ο εφεσείων στο όλο σκηνικό του βιασμού. Στην υπόθεση Mihalta κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινική ΄Εφεση αρ. 19/2012, 20/2012, 21/2012, 22/2012, ημερομηνίας, 14.10.2014, επιβλήθηκαν στους εφεσειόντες, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, ποινές φυλάκισης 10 και 13 ετών για το αδίκημα του βιασμού. Οι εν λόγω ποινές επικυρώθηκαν κατ' έφεση. Στην πρόσφατη απόφαση Δ. Α. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 57/2020, ημερομηνίας 6.10.2021 ο Εφεσείων καταδικάστηκε σε τρεις Κατηγορίες βιασμού και σε τέσσερις Κατηγορίες άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας. Στις κατηγορίες βιασμού του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 11 ετών σε κάθε κατηγορία, ενώ στις Κατηγορίες άσεμνης επίθεσης ποινές φυλάκισης 3 ετών σε κάθε κατηγορία. Το Εφετείο επικυρώνοντας την πρωτόδικη κρίση επανέλαβε την ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση αυτής της φύσης των αδικημάτων δίδοντας έμφαση και στην ευάλωτη θέση της εκεί παραπονουμένης. Η ποινή των 11 ετών που επιβλήθηκε πρωτοδίκως όχι μόνο δεν κρίθηκε ως έκδηλα υπερβολικά αλλά ούτε καν ως αυστηρή. Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι οι ποινές που επιβάλλονται σε αδικήματα βιασμού κυμαίνονται ανάλογα με τα εκάστοτε περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Προκύπτει, επίσης, ότι τυχόν ευάλωτη θέση του θύματος προσμετρά προς την αυστηρή αντιμετώπιση τέτοιων αδικημάτων. Στην υπό κρίση υπόθεση, ο παραπονούμενος ήταν πρόσωπο ηλικίας 65 ετών, καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι και με σχεδόν μηδενική όραση. Παράλληλα, ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που ανέλαβε το καθήκον να τον φροντίζει. Επιπροσθέτως, ο παραπονούμενος λόγω της σωματικής του αναπηρίας ήταν αδύνατο να αντισταθεί. Προκύπτει, συνεπώς, ότι ο παραπονούμενος λόγω των προσωπικών του περιστάσεων ήταν πρόσωπο ευάλωτο. Ταυτόχρονα μεταξύ του παραπονουμένου και του κατηγορουμένου, λόγω της σχέσης φροντιστή και λήπτη της φροντίδας, υπήρχε εκ των πραγμάτων σχέση εμπιστοσύνης. Η ενέργεια, λοιπόν, του κατηγορουμένου να βιάσει τον παραπονούμενο συνιστούσε κατάχρηση της σχέσης εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ των δύο και στρεφόταν εναντίον ευάλωτου προσώπου, το οποίο δεν ήταν σε θέση να αντιδράσει. Η όλη αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου είναι προφανές ότι διαπνέεται από πλήρη ασέβεια προς την αξιοπρέπεια του παραπονούμενου και συνιστά διάρρηξη της σχέσης εμπιστοσύνης που τελούσαν τα δύο πρόσωπα. Επιπροσθέτως, δεν είναι άσχετο το γεγονός ότι ο παραπονούμενος υπέστη βιασμό ευρισκόμενος εντός της κατοικίας του από πρόσωπο που διέμενε εντός αυτής. Όπως έχει εύστοχα υποδειχθεί στην απόφαση Δημοκρατία ν. Λαζαρή, Ποινική Έφεση Αρ. 25/2021, ημερομηνίας 8.3.2022, η κατοικία αποτελεί το καταφύγιο και το άσυλο κάθε ανθρώπου. Έτσι, το γεγονός ότι το επίδικο συμβάν έλαβε χώρα εντός της κατοικίας του παραπονούμενου, η οποία αποτελεί το καταφύγιο και το άσυλό του, από πρόσωπο που διέμενε εντός αυτής, επενεργεί επιβαρυντικά στην επιμέτρηση της ποινής. Ως έχει τεθεί ενώπιόν μας, η πράξη του κατηγορούμενου ήταν αποτέλεσμα των αισθημάτων θυμού που του γεννήθηκαν από τη συμπεριφορά του παραπονουμένου. Έτσι, στην υπό κρίση υπόθεση ο κατηγορούμενος δεν προέβη στην πράξη του βιασμού μόνο προς τον σκοπό της, εν πάση περιπτώσει κατακριτέας, εκτόνωσης της γενετήσιας του ορμής ή τάσης, χωρίς της συναίνεση του θύματος, αλλά είχε και ως κίνητρο την εκτόνωση των αισθημάτων θυμού που έτρεφε έναντι του παραπονουμένου. Η ενεργεία του κατηγορουμένου να εκτονώσει τα αισθήματα θυμού που ένιωθε με αυτό τον τρόπο, δεικνύει εκδικητικό κίνητρο αλλά και πρόθεση να εξευτελίσει το θύμα του, αφού ο βιασμός επήλθε ως τιμωρία που αυτόβουλα επέβαλε ο κατηγορούμενος στον παραπονούμενο προς ικανοποίηση των αισθημάτων θυμού που τον διακατείχαν. Επιπλέον, το ότι η πιο πάνω ενέργεια έγινε επί ενός προσώπου ανήμπορου να αντιδράσει, δεικνύει ότι η πράξη του κατηγορουμένου εκτελέστηκε με θρασύδειλο τρόπο και είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο την προσβολή της αξιοπρέπειας του θύματος, αλλά τον σεξουαλικό του εξευτελισμό και την καταρράκωση της αξιοπρέπειάς του. Ένεκα της ευαλωτότητας και της αδυναμίας του να αντιδράσει, ο παραπονούμενος κατέστη έρμαιο στις ορέξεις του κατηγορούμενου, οι οποίες εκτονώθηκαν με ιδιαίτερα θρασύ και εξευτελιστικό τρόπο. Το ότι το περιστατικό διήρκησε λίγα λεπτά δεν μεταβάλλει τα πιο πάνω. Επίσης το ότι δεν χρησιμοποιήθηκε βία δεν μειώνει την απαξία και τη σοβαρότητα της επίδικης πράξης, αφού το θύμα δεν ήταν σε θέση να αντισταθεί. Έτσι, το γεγονός ότι δεν ασκήθηκε βία επί ενός ανυπεράσπιστου προσώπου δεν μπορεί να επενεργήσει μετριαστικά. Αντιθέτως, το γεγονός ότι το θύμα ηλικίας 65 ετών, ευάλωτο ένεκα προβλημάτων υγείας και ενόψει αυτών σε αδυναμία να αντιδράσει στον βιασμό, υφιστάμενο έτσι σεξουαλικό εξευτελισμό, εντός της κατοικίας του, κατατάσσει την παρούσα περίπτωση ως σοβαρή, σύμφωνα με τις αποφάσεις Στυλιανού (ανωτέρω) και Selmani (ανωτέρω). Ιδιαίτερα σημειώνουμε ότι με βάση τη Σύμβαση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες (United Nations Convention on the Rights of Persons with Disabilities), η οποία έχει κυρωθεί στην Κύπρο με τον περί της Σύμβασης για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες και περί Συναφών Θεμάτων (Κυρωτικό) Νόμο του 2011, Ν. 8(ΙΙΙ)/2011, η Δημοκρατία έχει την υποχρέωση να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη όλων των μορφών εκμετάλλευσης, βίας και κακοποίησης των προσώπων με αναπηρίες ( βλ. άρθρο 16). Επίσης, στο άρθρο 3 της πιο πάνω διεθνούς σύμβασης διακηρύττεται η ανάγκη για σεβασμό στην εγγενή αξιοπρέπεια των ατόμων με αναπηρίες. Προκύπτει, συνεπώς, ότι το έννομο αγαθό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας το οποίο, ως η νομολογία αναγνωρίζει, προσβάλλεται, εν πάση περιπτώσει, στο αδίκημα του βιασμού, αναδύεται με μεγαλύτερη βαρύτητα στην περίπτωση των ατόμων με αναπηρίες. Σαφώς, έχουμε υπόψη ότι ο σεβασμός στην αξιοπρέπεια κάθε ατόμου είναι ο ίδιος. Εντούτοις αφ΄ ης στιγμής η ανάγκη για προστασία της αξιοπρέπειας των ατόμων με αναπηρίες έχει αναχθεί σε διακηρυκτική αρχή διεθνούς σύμβασης την οποία έχει κυρώσει η Κύπρος, έπεται ότι και τα αδικήματα που προσβάλλουν αυτή, εάν στρέφονται κατά ατόμων με αναπηρίες, χρήζουν αυστηρότερης αντιμετώπισης. Περαιτέρω η ευαλωτότητα του παραπονούμενου σε συνδυασμό με τη σχέση εμπιστοσύνης που τελούσαν ο παραπονούμενος και ο κατηγορούμενος και η διάρρηξη της πιο πάνω σχέσης μέσω του επίδικου αδικήματος, κατατάσσουν την υπό κρίση περίπτωση, τουλάχιστο στην κατηγορία 2 στην κλίμακα σοβαρότητας και στην κατηγορία Α στην κλίμακα υπαιτιότητας, σύμφωνα με το Sexual Offences Definitive Guideline του Συμβουλίου Επιβολής Ποινών του Ηνωμένου Βασιλείου (Sentencing Council) του 2014, ημερομηνίας 1.4. 2014, σελ.10. Σε τέτοια περίπτωση, λαμβάνεται ως σημείο αφετηρίας για την επιμέτρηση της ποινής τα 10 έτη και το γενικότερο πλαίσιο ποινής κυμαίνεται μεταξύ των 9 με 13 ετών. Επιπλέον εάν υπόψη ληφθεί η αυξημένη βαρύτητα της προσβολής της αξιοπρέπειας ενός ατόμου με αναπηρίες, ως στοιχείο που επαυξάνει το στοιχείο της ευαλοτότητας και άρα το στοιχείο της βλάβης, τότε το αδίκημα μπορεί να κατηγοριοποιηθεί στην κατηγορία 1 στην κλίμακα σοβαρότητας και ως εκ τούτου το πλαίσιο ποινής να τεθεί στα 13 με 19 έτη. Υπενθυμίζουμε συναφώς ότι οι πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές λαμβάνονται καθοδηγητικά υπόψη, ως προς την κατάταξη του αδικήματος σε κλίμακα σοβαρότητας, και δεν συνθέτουν άκαμπτο κανόνα δικαίου ως προς την επιβαλλόμενη ποινή. Πρόδηλα λοιπόν η υπό κρίση υπόθεση, όπως και να ιδωθεί, κατατάσσεται στις σοβαρές του είδους, αφού συντρέχουν σοβαρά και νομολογιακά αναγνωρισμένα επιβαρυντικά στοιχεία. Ασφαλώς, το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί από τη διαπίστωση και μόνο της ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικής ποινής, αλλά όπως έχει υποδειχθεί από τη νομολογία, η ποινή δεν πρέπει να συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 και Θεολόγου ν Αστυνομίας
(2014)2Β ΑΑΔ 800. Από την άλλη η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγήσει σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Σχετικά παραπέμπουμε στην απόφαση Θεοδώρου ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 376. Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής. Σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 285. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135, η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη· όχι όμως την αποκλειστική συνάρτηση της με τις προσωπικές συνθήκες αυτού. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου αναφέρθηκε και στο ενδεχόμενο εξωδικαστικής τιμωρίας συνδέοντας αυτό με τις συνέπειες στην οικογένεια του κατηγορούμενου. Επί του προκειμένου, σημειώνουμε ότι τυχόν εισηγήσεις περί εξωδικαστικής τιμωρίας, όπως υποδεικνύεται από τη νομολογία, πρέπει να θεμελιώνονται και να υποστηρίζονται με σαφή μαρτυρία που να κατατείνει στο συμπέρασμα ότι ο καταδικασθείς θα έχει με βεβαιότητα περαιτέρω σοβαρές επιπτώσεις ως αποτέλεσμα της επιβολής σ' αυτόν ποινής φυλάκισης. Σχετικά παραπέμπουμε στην απόφαση Cosmin Scorteanu v. Αστυνομίας, Ποινική έφεση 214/2013, ημερομηνίας 20.1.2014. Προκύπτει από τα ανωτέρω, ότι το ενδεχόμενο εξωδικαστικής τιμωρίας αναμένεται να σχετίζεται με το πρόσωπο του κατηγορούμενου και εξετάζεται υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις. Στην υπό κρίση υπόθεση το ζήτημα τέθηκε όχι με αναφορά σε τυχόν επιπλέον συνέπειες στο πρόσωπο του κατηγορουμένου αλλά με αναφορά στις συνέπειες στην οικογένεια αυτού. Επομένως, δεν μπορεί να εξεταστεί ζήτημα εξωδικαστικής τιμωρίας. Λαμβάνουμε, όμως, υπόψη μας προς όφελος του κατηγορούμενου τις προσωπικές του περιστάσεις, ως αυτές εμφαίνονται μέσα από την έκθεση του γραφείου ευημερίας και έχουν αναπτυχθεί από τον συνήγορό του. Σημειώνουμε, όμως, ότι σχετικά με αδικήματα με προεξέχουσα τη σημασία της αποτροπής προς το σκοπό προστασίας του κοινωνικού συνόλου, όπως η παρούσα υπόθεση, οι προσωπικές συνθήκες και περιστάσεις ενός κατηγορούμενου ναι μεν λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια της εξατομίκευσης, αλλά σε βαθμό και έκταση που δεν εξουδετερώνουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στις αποφάσεις Selmani (ανωτέρω) και Δ.Α ν. Δημοκρατίας ( ανωτέρω). Επιπλέον, στην υπό κρίση υπόθεση λαμβάνουμε προς όφελος του κατηγορούμενου την παραδοχή του, η οποία, με βάση πάγια νομολογία, πρέπει να αμείβεται «με σχετική έκπτωση στην ποινή» (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28 και Θεοδώρου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 208/18, ημερομηνίας 27.11.2019), διότι αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης. Ιδίως δε η παραδοχή σε αδικήματα σεξουαλικής φύσης αδικήματα δικαιολογεί έκπτωση στην ποινή και για τον επιπλέον λόγο ότι τα θύματα δεν υποχρεώνονται να βιώσουν ξανά τις τραυματικές εμπειρίες τους. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στις αποφάσεις Δ.Α ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) Hamieh v. Γενικού Εισαγγελέα
(2006)2 ΑΑΔ. 259, Γ.Χ. v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση αρ. 140/2010, ημερομηνίας 14.9.2015 και Γενικός Εισαγγελέας v. Βαρνάβα
(1999)2 ΑΑΔ. 658. Ταυτόχρονα λαμβάνουμε υπόψη μας ότι δεν τέθηκε οποιοδήποτε στοιχείο που να δεικνύει ιδιαίτερο προσχεδιασμό. Όμως η έλλειψη του πιο πάνω στοιχείου, αμβλύνεται από το όλο πλέγμα των περιστάσεων που περιβάλλουν την παρούσα, αφού το επίδικο συμβάν τελέστηκε έναντι ενός προσώπου με κινητικές δυσκολίες σε δυσχέρεια να αντιδράσει, εντός της κατοικίας του, από πρόσωπο που διέμενε σε αυτή και ήταν επιφορτισμένο με την φροντίδα του. Επομένως δεν απαιτείτο εκ των πραγμάτων ιδιαίτερος προσχεδιασμός. Επιπροσθέτως, σημειώνουμε ότι, κατά την κρίση μας, για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, δεν απαιτείται η συνδρομή όλων των επιβαρυντικών στοιχείων που έχει αναγνωρίσει η νομολογία. Έτσι το γεγονός ότι δεν συντρέχουν όλες οι επιβαρυντικές περιστάσεις που αναγνωρίζει η νομολογία δεν επαρκεί, ώστε να καταταχθεί η παρούσα στις ολιγότερο σοβαρές του είδους ως εισηγήθηκε ο συνήγορος του κατηγορούμενου. Τέλος, λαμβάνουμε υπόψη μας προς όφελος του κατηγορούμενου το λευκό του ποινικό μητρώο, το σχετικά νεαρό της ηλικίας του, την απολογία και τη μεταμέλειά του. Στον αντίποδα, δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε τις συνθήκες διάπραξης του επίδικου αδικήματος, οι οποίες, ως έχει αναπτυχθεί ανωτέρω, ενέχουν τον χαρακτήρα της με εκδικητικό κίνητρο θρασείας προσβολής της γενετήσιας ελευθερίας ενός προσώπου, που η κατάσταση της υγείας του, σύμφωνα και με νομικά κείμενα οικουμενικής διάστασης, επέβαλλε αυξημένη επαγρύπνηση για προστασία της αξιοπρέπειας του. Επιπροσθέτως, δεν μπορούμε να μην τονίσουμε και να μην λάβουμε υπόψιν μας ότι σεξουαλικά αδικήματα, όπως είναι ο βιασμός, δυστυχώς και με λύπη μας διαπιστώνουμε ότι βρίσκονται σε μεγάλη έξαρση στον τόπο μας, θέμα για το οποίο λαμβάνουμε δικαστική γνώση (βλ. Καρανίκκη v Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 118) από τον μεγάλο αριθμό υποθέσεων σεξουαλικών αδικημάτων που τίθενται ενώπιον μας. Συγκεκριμένα το 1/3 των υποθέσεων στο ημερολόγιο μας αφορούν σεξουαλικά αδικήματα και από αυτές σχεδόν όλες αφορούν αδικήματα βιασμού. Η έξαρση που παρατηρείται και οι δυσμενείς συνέπειες που επιφέρουν, τόσο στο θύμα, όσο και στην κοινωνία, καθιστούν αναγκαία την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Υπό το φως των ανωτέρω, οι μετριαστικοί παράγοντες που λήφθηκαν υπόψη προς όφελος του κατηγορουμένου, τόσο μεμονωμένα όσο και σωρευτικά, δεν μπορούν να μεταβάλουν την ανάγκη για απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Αφού συνυπολογίσαμε και σταθμίσαμε όλους τους σχετικούς παράγοντες και επιδεικνύοντας τη μέγιστη δυνατή επιείκεια, επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 12 ετών στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Σύμφωνα με το άρθρο 117(Ι) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, ΚΕΦ.154 η ποινή φυλάκισης μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση. (Υπ.) .......... Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.