← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Α.Α., Υπόθεση Αρ.: 3940/20, 11/5/2022

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Α.Α., Υπόθεση Αρ.: 3940/20, 11/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDAMM:2022:5 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Π.Ε.Δ. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 3940/20 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. Α.Α. Κατηγορούμενου Ημερ.: 11 Μαΐου, 2022 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Α. Αντωνίου. Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Λ. Κυριακίδης. Κατηγορούμενος, παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙ Ο ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει έντεκα κατηγορίες. Αφορούν αδικήματα που του καταλογίζεται ότι διέπραξε κατά δύο παραπονουμένων, της K.K. (κατηγορίες 1 - 7) και της G.B. (Κατηγορίες 8 - 11). Α.

  1. ΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ K.K. (ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ 1 - 7) Όσον αφορά την K.K., αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες βιασμού κατά παράβαση του άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (Κατηγορίες 3 και 4), δύο κατηγορίες σεξουαλικής εκμετάλλευσης, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 9 (δ) και (ε) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου, Ν.60(Ι)/2014 (Κατηγορίες 2 και 6), δύο κατηγορίες εκμετάλλευσης προσώπου στην εργασία, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 8 (ε) του Ν.60(Ι)/2014 (Κατηγορίες 1 και 5) και μια κατηγορία παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 9 του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105 (Κατηγορία 7). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι, μεταξύ της 30.12.2017 και της 16.1.2018, στο χωριό [ ] της επαρχίας Αμμοχώστου, προσέλαβε, υποδέχτηκε και στέγασε την K.K. από την Ινδία κατόπιν συμφωνίας για εργοδότηση σε γεωργικές εργασίες, έχοντας ως σκοπό την εκμετάλλευση της εργασίας και υπηρεσιών της και, μέσω κατάχρησης της ιδιότητας του και εκμετάλλευσης ευάλωτης θέσης, την υπέβαλε σε υποτέλεια, δηλαδή την υπέβαλλε σε υπερβολικές ώρες εργασίας (Κατηγορία 1), ως επίσης και με σκοπό την εκμετάλλευση της εξουσίας του ως εργοδότης της για να έχει σεξουαλική επαφή μαζί της (Κατηγορία 2) και ότι ήλθε σε συνουσία μαζί της, παρά τη θέληση της, την 2.1.2018 (Κατηγορία 3) και την 3.1.2018 (Κατηγορία 4). Κατηγορείται επίσης ότι, μεταξύ Μαΐου 2019 και 16.7.2019, στο χωριό [ ] της Επαρχίας Αμμοχώστου, την προσέλαβε, υποδέχτηκε και στέγασε, κατόπιν συμφωνίας για εργοδότηση σε γεωργικές εργασίες, έχοντας ως σκοπό την εκμετάλλευση της εργασίας και υπηρεσιών της και, μέσω κατάχρησης της ιδιότητας του και εκμετάλλευσης ευάλωτης θέσης, την υπέβαλε σε υποτέλεια, δηλαδή, της επέβαλε να έχει σεξουαλική επαφή μαζί του (Κατηγορίες 5 και 6), και ότι την εν λόγω περίοδο την εργοδότησε για εκτέλεση γεωργικών εργασιών χωρίς την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (Κατηγορία 7). Α.
  2. ΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ B.G. (ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ 8 - 11) Όσον αφορά την B.G., αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες άσεμνης επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 151 του Κεφ. 154 (Κατηγορίες 10 και 11), μία κατηγορία σεξουαλικής εκμετάλλευσης, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 9 (δ) και (ε) του Ν.60(Ι)/2014 (Κατηγορία 9) και μία κατηγορία εκμετάλλευσης προσώπου στην εργασία κατά παράβαση των άρθρων 2 και 8 (ε) του Ν.60(Ι)/2014 (Κατηγορία 8). Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 12.7.2019, στο χωριό [ ] της Επαρχίας Αμμοχώστου, προσέλαβε, υποδέχτηκε και στέγασε την B.G. από το Νεπάλ, κατόπιν συμφωνίας για εργοδότηση σε γεωργικές εργασίες, έχοντας ως σκοπό την εκμετάλλευση της εργασίας και υπηρεσιών της και, μέσω κατάχρησης της ιδιότητας του και εκμετάλλευσης ευάλωτης θέσης, την υπέβαλε σε υποτέλεια, δηλαδή, της επέβαλε να κοιμάται στο ίδιο κρεβάτι μαζί του, την κλείδωσε στο σπίτι και της πήρε το κινητό τηλέφωνο (Κατηγορία 8), ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο, την προσέλαβε με σκοπό την εκμετάλλευση της εξουσίας του ως εργοδότης της για να έχει σεξουαλική επαφή μαζί της (Κατηγορία 9), ότι στις 12.7.2019, στην διαδρομή από Λάρνακα προς [ ], της επιτέθηκε άσεμνα, αγγίζοντας με το χέρι στο στήθος της (Κατηγορία 10) και ότι στις 12.7.2019, στη [ ], της επιτέθηκε άσεμνα, αφαιρώντας δια βίας το παντελόνι της και τοποθετώντας τρία δάχτυλα στον κόλπο της (Κατηγορία 11). Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε τις κατηγορίες και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Β. Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι ο Κατηγορούμενος καταχρώμενος την εξουσία που είχε ως εργοδότης αλλά και την ευάλωτη θέση των K.K. και B.G. που ήρθαν στην Κύπρο, εξ ανάγκης, για να εργαστούν, εκμεταλλεύτηκε την απουσία πραγματικής ή αποδεκτής επιλογής από πλευράς των K.K. και B.G. και διέπραξε τα αδικήματα που του καταλογίζονται. Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε επίσης ότι η μαρτυρία των δύο παραπονουμένων γυναικών μπορεί να προσεγγιστεί και ως μαρτυρία παρόμοιων γεγονότων αφού υπάρχει κοινός τρόπος δράσης από πλευράς Κατηγορούμενου ήτοι, προσπάθησε να εκμεταλλευτεί τις δύο γυναίκες σεξουαλικά αμέσως μετά την εργοδότηση τους. Κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί την μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή στο σύνολο της και να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο. Γ. Η ΕΚΔΟΧΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Η Υπεράσπιση, πέραν της άρνησης του Κατηγορούμενου για την οποιαδήποτε εμπλοκή του στα αδικήματα που του καταλογίζονται, ισχυρίζεται ότι οι καταγγελίες που έγιναν εναντίον του Κατηγορούμενου έγιναν με αλλότρια κίνητρα. Η μεν K.K., είχε δεσμό με τον Κατηγορούμενο και τον κατήγγειλε ενδεχομένως λόγω ζήλειας που είχε για την B.G. και λόγω χρημάτων που όφειλε στον Κατηγορούμενο, η δε B.G., κατήγγειλε τον Κατηγορούμενο γιατί βρήκε την εργασία που ήρθε να κάνει κοντά του, σκληρή και ήθελε να αποδεσμευτεί. Δ. ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Προς απόδειξη των κατηγοριών η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε ως μάρτυρες, τον Α/Αστ. 3328, Ν. Σκούρου (ΜΚ 1), τον κ. Χ. Δημητρίου (ΜΚ 2), την Α/Αστ. 3664, Γ. Νεοκλέους (ΜΚ 3), την παραπονούμενη, K.K. (ΜΚ 4) και την παραπονούμενη, B.G. (ΜΚ 5). Οι υπόλοιποι μάρτυρες που καταγράφονται στον κατάλογο των μαρτύρων προσφέρθηκαν προς αντεξέταση και η Υπεράσπιση ζήτησε και αντεξέτασε την κα K. Bhandari (ΜΚ 6), φίλη της παραπονούμενης B.G. Η Α/Αστ. 3664, Γ. Νεοκλέους (ΜΚ 3) υπηρετεί στο Τμήμα Καταπολέμησης Εγκλήματος και είναι τοποθετημένη στο Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων («ΓΚΕΠ»). Την 16.7.2019 ανέλαβε την διερεύνηση της υπόθεσης. Ο Α/Αστ. 3328, Ν. Σκούρου (ΜΚ 1), υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Αμμοχώστου και είναι τοποθετημένος στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων («ΤΑΕ»). Είναι ο Αστυφύλακας που κλήθηκε πρώτος να διερευνήσει στις 14.7.2019 πληροφορία της K. Bhandari (ΜΚ 6) (μέσω του εργοδότη της κ. Φ. Μιχαηλίδη) ότι η φίλη της, B.G., χρειαζόταν τη βοήθεια της αστυνομίας γιατί ήταν θύμα άσεμνων πράξεων του Κατηγορούμενου εργοδότη της. Ο κ. Χ. Δημητρίου (ΜΚ 2), εργάζεται ως γραφέας στο γραφείο εξευρέσεως εργασίας της συζύγου του, Π. Παντελή. Ήταν το πρόσωπο που ενήργησε ώστε να ετοιμαστούν όλα τα αναγκαία έγγραφα για την εργοδότηση της K.K. από τον Κατηγορούμενο. Οι ιδιότητες των ΜΚ 1 - ΜΚ 3 δεν αμφισβητήθηκαν και προβαίνουμε και σε ανάλογα ευρήματα. Ε. ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή και αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου σε σχέση με όλες τις κατηγορίες, κάλεσε αυτόν να προβάλει την υπεράσπιση του εξηγώντας του τα δικαιώματα του. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Παρουσίασε επίσης ως μάρτυρες τον κ. Γ. Σ. (ΜΥ 1) και τον κ. Κ (ΜΥ 2). ΣΤ. ΚΑΤΑΤΕΘΕΝΤΑ ΤΕΚΜΗΡΙΑ Κατατέθηκαν συνολικά 13 τεκμήρια (Τεκμήρια 1, 2, 3, 3(α), 4, 4(α), 5 - 11). Οι ΜΚ 1 - 5, υιοθέτησαν ως μέρος της κυρίως τους εξέτασης τις καταθέσεις που έδωσαν στην αστυνομία (Έγγραφα Α - Ε). Σημειώνουμε ότι και οι δύο παραπονούμενες υιοθέτησαν τις καταθέσεις που έδωσαν, η μεν K.K., στα Χίντι (Hindi) (Έγγραφο Δ) και η δε B.G., στα Νεπαλέζικα (Έγγραφο Ε). Η K.K., κατά την κυρίως της εξέταση, διευκρίνισε ότι μιλά και αντιλαμβάνεται τα Χίντι, ενώ η μητρική της γλώσσα είναι τα Παντζάμπι (Punjabi). Είναι παραδεκτό ότι τα Τεκμήρια 3 και 3 (α) αποτελούν πιστές μεταφράσεις της κατάθεσης της K.K., από τα Χίντι στα Αγγλικά (Τεκμήριο 3) και από τα Αγγλικά στα Ελληνικά (Τεκμήριο 3 (α)) και ότι τα Τεκμήρια 4 και 4 (α) αποτελούν πιστές μεταφράσεις της κατάθεσης της B.G., από τα Νεπαλέζικα στα Αγγλικά (Τεκμήριο 4) και από τα Αγγλικά στα Ελληνικά (Τεκμήριο 4 (α)). Ο συνήγορος Υπεράσπισης, κατά την τελική του αγόρευση, ανέφερε ότι η K.K. υπέγραψε μια κατάθεση που δεν μπορούσε να διαβάσει. Η K.K. διευκρίνισε όμως ότι μπορούσε να κατανοήσει τα Χίντι και ότι απλά δεν μπορούσε να τα διαβάσει και να τα γράψει. Η κατάθεση της, της διαβάστηκε, τη δέχθηκε και ενώπιον του Δικαστηρίου την υιοθέτησε. Δεν αντιλαμβανόμαστε επομένως γιατί αυτό να συνιστά πρόβλημα. Η εισήγηση του είναι αβάσιμη. Το Τεκμήριο 5 αφορά δέσμη 28 φωτογραφιών που απεικονίζουν, εξωτερικά και εσωτερικά, την οικία του Κατηγορούμενου στη [ ] στην οποία διέμεναν οι δυο παραπονούμενες. Το Τεκμήριο 9 επίσης αφορά δέσμη 7 φωτογραφιών, που κατατέθηκαν κατά την αντεξέταση της K.K. Αφορούν αυτοφωτογραφίες (selfies) που απεικονίζουν την ίδια μαζί με τον Κατηγορούμενο. Θα αναφερθούμε σ' αυτές στη συνέχεια. Στα πλαίσια της αντεξέτασης της K.K. κατατέθηκε επίσης ως Τεκμήριο προς Αναγνώριση Α, έγγραφο ημερ. 16.4.2018, στην ελληνική γλώσσα. Στο εν λόγω έγγραφο αναγραφόταν ότι η K.K. δεν είχε παράπονο από τον προηγούμενο εργοδότη της, τον Κατηγορούμενο δηλαδή. Η K.K. δεν αναγνώρισε την υπογραφή της στο έγγραφο. Η υπογραφή της δεν αποδείχθηκε από άλλο μάρτυρα οπότε και δεν κατατέθηκε το έγγραφο ως κανονικό τεκμήριο. Ως εκ τούτου για σκοπούς έκδοσης της απόφασης δεν λήφθηκε υπ' όψιν (βλ. Δημοκρατία v Epco Cyprus Ltd

(2007)1Β ΑΑΔ 883, 889, Μελάς v Κυριάκου
(2003)1B ΑΑΔ 826, 833, Lefkaritis Bros Ltd v Tanya Shipping Office
(1987)1 CLR 47, 49, Demeco Company Ltd v Beckhoff Gasellchaft MBH
(1988)1 CLR 82, 85 και Galip v Suleyman
(1963)2 CLR 129, 138). Τα Τεκμήρια 6 και 7 αφορούν αντίγραφα των συμβολαίων εργοδότησης της K.K. και της B.G., αντίστοιχα. Κάθε μια από τις συμφωνίες αποτελείται από Ελληνικό και Αγγλικό κείμενο. Τα έγγραφα, αν και δεν κατατέθηκαν ως παραδεκτά, στην ουσία αποτέλεσαν κοινό έδαφος αφού αυτά είχαν κατατεθεί στο Επαρχιακό Γραφείο Αλλοδαπών Αμμοχώστου. Η γνησιότητα, η ορθή συμπλήρωση και εκτέλεση τους δεν τελεί υπό αμφισβήτηση οπότε και προβαίνουμε και σε ανάλογα ευρήματα. Όσον αφορά την K.K., η σύμβαση εργασίας της (Τεκμήριο 6) είχε ως ημερ. έναρξης ισχύος την 30.11.2017 και ήταν διάρκειας 1 έτους. Εργοδοτήθηκε από τον Κατηγορούμενο ως «εργάτρια γεωργίας», στο ελληνικό κείμενο, «labourer», στο Αγγλικό. Η ημερομηνία γέννησης της αναφέρεται ως η 24.9.
  1. Η συμφωνία δεν φέρει την υπογραφή της. Όσον αφορά την B.G., η σύμβαση εργασίας της (Τεκμήριο 7) είχε ως ημερ. έναρξης ισχύος την 2.5.2019 και ήταν επίσης διάρκειας 1 έτους. Εργοδοτήθηκε από τον Κατηγορούμενο για το «post/occupation Aggriculture», όπως αναφέρεται στο Αγγλικό κείμενο. Στο Ελληνικό, το σημείο έμεινε ασυμπλήρωτο. Η ημερομηνία γέννησης της αναφέρεται ως η 30.7.
  2. Η συμφωνία φέρει την υπογραφή της. Η ημερομηνία γέννησης της B.G. είναι επίσης παραδεκτό γεγονός. Και οι δύο συμφωνίες περιέχουν πανομοιότυπους όρους ως προς τη μισθοδοσία, ώρες εργασίας και άδειες. Ο ακάθαρτος μισθός ήταν €455 μηνιαίως (όρος 3) και ο καθαρός ανερχόταν στα €390 μηνιαίως. Το ωράριο εργασίας καθορίστηκε στις ογδόντα
(80)ώρες ανά δεκαπενθήμερο κατανεμημένο σε πλαίσιο έξι
(6)ημερών ανά εβδομάδα. Οι εβδομαδιαίες ώρες εργασίας θα κυμαίνονταν μεταξύ τριάντα δύο
(32)και σαράντα οκτώ
(48)ώρες ανά εβδομάδα. Το ημερήσιο ωράριο θα καθοριζόταν από τον εργοδότη. Σε περίπτωση που ο εργοδοτούμενος εργαζόταν πέραν του καθορισμένου ορίου των ογδόντα
(80)ωρών εργασίας ανά δεκαπενθήμερο θα δικαιούτο ανάλογη αποζημίωση. Οι όροι εργοδότησης και οι ηλικίες των K.K. και B.G. αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Σημειώνουμε ότι ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι τις K.K. και B.G. φώναζε «Φλώρα» και «Μαρία» αντίστοιχα. Ζ. ΑΡΧΕΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ Η αξιολόγηση όλων των μαρτύρων έγινε σύμφωνα με τις πάγιες και διαχρονικές αρχές όπως καθιερώθηκαν από τη νομολογία την οποία παραθέτουμε πιο κάτω. Στην Πελεκάνου v Πελεκάνου
(1999)1Β ΑΑΔ 1273 στις σελ. 1280 - 1281 λέχθηκαν τα εξής: «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας». Στην Ομήρου v Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 530: «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και με βάση τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Μέρος μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος, δεν μπορεί να απορρίπτεται χωρίς την παροχή αιτιολογίας με μέτρο κρίσης το συμπέρασμα για την αξιοπιστία άλλου μάρτυρα το οποίο - συμπέρασμα - ήταν το αποτέλεσμα της έντονης πεποίθησης του Δικαστηρίου ότι ο τελευταίος είπε την αλήθεια». Στην Ευαγγέλου v Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 371, ειπώθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 378: «Είχαμε την ευκαιρία να επισημάνουμε πρόσφατα (δες: Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 A.A.Δ. 71) πως η εκτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα δεν βασίζεται μόνο στην πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του αλλά και στο περιεχόμενο της, συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό που υπάρχει στην υπόθεση. Η αρχή αυτή έχει μεγαλύτερη δύναμη στην ποινική δίκη όπου η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αποδείξει την ενοχή του Κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, σε αντίθεση με την πολιτική δίκη στην οποία ο ενάγων αποδεικνύει την υπόθεση του στο ισοζύγιο της πιθανότητας να έχει δίκαιο στην αξίωση του.» Πρέπει να αναφερθεί ότι η μαρτυρία εξετάζεται στο σύνολο της και όχι αποσπασματικά και ανεξάρτητα η μια από την άλλη και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μικροσκοπικά αλλά μέσα στο συνολικό της πλαίσιο (βλ. Παύλου v Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 68, 72 - 73). Μικρές διαφορές στη μαρτυρία είναι φυσικό να υπάρχουν (βλ. Πέτρου κ.α. v Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 76, 82 και Χ"Δημητρίου v Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 104, 118). Ούτε βέβαια, από μόνο του το γεγονός, ότι κάποιος μάρτυρας δεν θυμάται όλα τα γεγονότα ή όλες τις λεπτομέρειες ή μέρος ή κάποιο σημείο της μαρτυρίας του δεν είναι ίδιο με κάποιου άλλου που ενθυμείται καλύτερα τα γεγονότα ή λεπτομέρειες αυτών, καταδεικνύει πρόθεση του μάρτυρα να πει ψέματα (βλ. Παπακόκκινου κ.α. v Κουρέα κ.α.
(2002)1Γ ΑΑΔ 1833, 1846 - 1847) ή τον καθιστά ψεύτη ή ότι μέρος της μαρτυρίας του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό όταν σε γενικές γραμμές κρίνεται αξιόπιστος και το μέρος αυτό της μαρτυρίας του συνάδει με το σύνολο της μαρτυρίας. Η αποδοχή μέρους μαρτυρίας και η απόρριψη άλλου, ενός μάρτυρα, δεν αποτελεί διάβημα μεμπτό ή αντινομικό. Απεναντίας, το δικαίωμα ανάγεται στην ευχέρεια αξιολόγησης της μαρτυρίας και της δυνατότητας ορθής αποτίμησης της μαρτυρίας από το Δικαστήριο (βλ. Georghiades v The Police
(1985)2 CLR 56, 63, Kades v Nikolaou and Another
(1986)1 CLR 212, 216, Agapiou v Panayiotou
(1988)1 CLR 257, 263, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207, 213, Καρεκλά v Κλεάνθους
(1997)1Β ΑΑΔ 1199, 1202, Ιωάννου v Κουννίδη
(1998)1Γ ΑΑΔ 1215, 1224, Mustafa v Κακούρη κ.ά
(2002)1Α ΑΑΔ 165, 173 και Αντωνίου v Χρίστου
(2006)1Β ΑΑΔ 888, 895). Μικρές ασυνέπειες, μικροδιαφορές και μικρές αντιφάσεις σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνεια τους και δείχνουν ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων στην εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (βλ. Κουδουνάρης v Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 320, 322, Ξυδιάς v Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 217, 227 και Γιαννίδης v Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 143, 155) και δεν αναμένεται ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρα πρέπει να συνάδει απόλυτα με την μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων. Οι διαφορές στη μαρτυρία είναι αναπόφευκτες (βλ. Τυμπιώτης v Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 612, 629). Για να κριθεί ένας μάρτυρας αναξιόπιστος θα πρέπει η μαρτυρία του να είναι τέτοια που να δημιουργεί ρήγμα στην υπόθεση και να είναι ουσιαστικής μορφής που να πλήττει καίρια την αξιοπιστία του ή να φανερώνει διάθεση να ψευσθεί. Πρέπει να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνει τη μαρτυρία σε βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη η αποδοχή της από το Δικαστήριο (βλ. Ομήρου v Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 98, 101, Χριστοδούλου v Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 449, 452, Νικολάου v Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 390, 408 και Δημητρίου v Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 326, 349). Η. ΕΝΙΣΧΥΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ Αξίζει να τονιστεί ότι, ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, για σκοπούς απόδειξης των αδικημάτων που προβλέπονται στον Ν.60(Ι)/2014 δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία (βλ. άρθρο 14
(1)). Περαιτέρω, άνευ επηρεασμού των διατάξεων του άρθρου 10 του περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ. 9, καταγγελία η οποία γίνεται από θύμα αδικήματος που προβλέπεται στον Ν.60(Ι)/2014 προς οποιοδήποτε αστυνομικό, λειτουργό κοινωνικών υπηρεσιών, ψυχολόγο, γιατρό, περιλαμβανομένου ψυχιάτρου, που εξετάζει το θύμα, εκπαιδευτικό, μέλος μη κυβερνητικού οργανισμού που παρέχει συνδρομή και στήριξη σε θύματα ή μέλος του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος του θύματος εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξή του, αποτελεί μαρτυρία (βλ. άρθρο 14
(2)). Προκύπτει επομένως ότι για τα αδικήματα των κατηγοριών 1, 2, 5, 6, 8 και 9, δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία, ενώ παράπονο που γίνεται σε πρόσωπο που αναφέρεται στο εδάφιο
(2)και εφόσον αυτό γίνει εντός εύλογου χρόνου από τη διάπραξη, αποτελεί μαρτυρία (βλ. επίσης Ρ v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 253/2017, 28.2.2019 σε σχέση με την αντίστοιχη πρόνοια του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου, Ν.91(Ι)/2014). Αποτελεί στην ουσία εξαίρεση στον κανόνα αποκλεισμού δηλώσεων αυτοενίσχυσης (ή αυτοεξυπηρετικών δηλώσεων - self-serving statements) (βλ. ΕΑ v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 231/2018, 19.11.2019 αναφορικά με το ανάλογο άρθρο 17 του περί της Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου του 2000, Ν. 119(Ι)/2000). Για τα αδικήματα των κατηγοριών 3, 4, 10 και 11, αν και αυτά εδράζονται στο Κεφ. 154, έχει επισημανθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στις ΕΑ, ανωτέρω και ΣΣ v Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 147/2016 και 148/2016, 20.11.2019, ότι όπου οι κατηγορίες θεμελιώνονται επίσης και σε νόμο που έχει καταργήσει τον κανόνα αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας δεν απαιτείται αναζήτησης τέτοιας μαρτυρίας, καθότι καταστρατηγούνται η πολιτική και ο σκοπός του συγκεκριμένου νόμου. Θ. ΕΞ ΑΚΟΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Την αποδεκτότητα της εξ ακοής μαρτυρίας διέπουν, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 23, 24, 25, 26 και 27 του Κεφ. 9. Η πιο συνηθισμένη μορφή εξ ακοής μαρτυρίας, σε απλό επίπεδο γιατί, αναλόγως της περίπτωσης μπορεί να υπαχθεί σε κάποια από τις εξαιρέσεις του κανόνα, είναι εκείνη της επανάληψης των λεχθέντων προσώπου που δεν κατέθεσε και περί των οποίων ο μάρτυρας που τα επαναλαμβάνει δεν έχει πρωτογενή γνώση (βλ. σύγγραμμα, Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές (2η έκδοση Hippasus Publishing, Λευκωσία 2016), στη σελ. 291). Τέτοια μαρτυρία δεν απορρίπτεται εκ μόνου του λόγου ότι είναι εξ ακοής (βλ. Σταύρου κ.α. v Ττοουλουδιού κ.α.
(2012)1Β ΑΑΔ 1239, 1243), ούτε και γίνεται αυτόματα αποδεκτή για το αληθές του περιεχομένου της. Η βαρύτητα που θα προσδοθεί, εξαρτάται από τους παράγοντες που προσδιορίζονται, όχι περιοριστικά, στο άρθρο 27
(1)και
(2)του Κεφ. 9 (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Γεωργίου
(2006)2 ΑΑΔ 217 224) και υπό το φως των λεχθέντων σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως οι Γιαπατός v Σάββα κ.α.
(2010)1Β ΑΑΔ 1324, 1330, Ανδρέου κ.ά. v Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 152, 165, Κολάνη v Ταμπούρα
(2010)1Β ΑΑΔ 1108, 1124 και Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ v Χριστοδούλου, Πολιτική Έφεση Αρ. 6/2011, 15.7.2016, ECLI:CY:AD:2016:A364. Κατά την αξιολόγηση το Δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψιν όλα τα περιστατικά της υπόθεσης καθώς και, κυρίως θα λέγαμε, κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό να κληθεί το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση του γεγονότος να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ο χρόνος που διέρρευσε μεταξύ της αρχικής δήλωσης και του γεγονότος στα οποία αναφέρεται, ποιος βαθμός εξ ακοής μαρτυρίας είναι, το πρόσωπο που μεταφέρει την αρχική δήλωση, αν μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι, αν αυτός που την μεταφέρει έχει κίνητρο να παραποιήσει την αρχική δήλωση και αν, υπό τις περιστάσεις που προσάγεται, φαίνεται ότι δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας ή γίνεται προσπάθεια παρεμπόδισης της ορθής αξιολόγησης της. Το Δικαστήριο προβαίνει στην αξιολόγηση της βαρύτητας, είτε η εξ ακοής μαρτυρία προέρχεται από προφορική μαρτυρία (βλ. Γεωργίου v Στυλιανού
(2009)1Α ΑΑΔ 70, 81), είτε από γραπτή μαρτυρία (βλ. Μονός κ.α. v S. Xenides Trading Co Ltd κ.α.
(2000)1Β ΑΑΔ 1002.1009). Επίσης λαμβάνεται υπ' όψιν αν θα μπορούσε, η πλευρά που προσκόμισε τη προφορική μαρτυρία, να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε (βλ. Δημητρίου v Νικολάου
(2012)1Γ ΑΑΔ 2714, 2723, Κλεοβούλου v Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 17, 28 και Κολάνη, ανωτέρω). Αναλόγως της περίπτωσης μπορεί, είτε να γίνει αποδεκτή είτε να μην γίνει αποδεκτή (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v Γεωργίου
(2006)2 ΑΑΔ 217, 224). Στην Assad v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 164/2016, 6/12/2017 λέχθηκαν τα εξής: «H αξιολόγηση της βαρύτητας εξ ακοής μαρτυρίας, σύμφωνα με το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, γίνεται, προσεκτικά, από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είναι ορθό να επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους αποδίδει ή δεν αποδίδει βαρύτητα σε εξ ακοής μαρτυρία (Δέστε Πολιτική Έφεση αρ. 6/2011, Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ v. Χρυστάλλα άλλως Στάλω Χριστοδούλου, ημερ. 15.7.2016 και Ανδρέου κ.α. v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 152). Το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψιν του όλα τα περιστατικά της υπόθεση και, ιδιαίτερα, το αν θα ήταν εύλογο και εφικτό να κλητευθεί, ως μάρτυρας στη διαδικασία, το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση, το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα, ο βαθμός της εξ ακοής μαρτυρίας, το αν οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα (όπως στην παρούσα υπόθεση), το αν η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επ' ακριβώς ή όχι, το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε η δήλωση, κτλ. Οι παράγοντες αυτοί, οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 27
(2)του Κεφ. 9, δεν είναι βέβαια εξαντλητικοί, σύμφωνα με τη Νομολογία μας. Όμως επιβάλλεται όπως η διεργασία αξιολόγησης της βαρύτητας της εξ ακοής μαρτυρίας γίνεται με προσοχή και επεξηγείται από το Δικαστήριο, είτε η εξ ακοής μαρτυρία απορρέει από προφορική είτε από γραπτή μαρτυρία (Δέστε Γεωργίου v. Στυλιανού
(2009)1 Α.Α.Δ. 70 και Μονός κ.α. v. S. Xenides Trading Co Ltd κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1002). Το άρθρο 27
(3)του Κεφ. 9 προνοεί ότι, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται σε εξ ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψιν το αν ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Πέραν των προαναφερομένων, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψιν του και άλλα αξιολογήσιμα κριτήρια και να συνυπολογίσει κατά πόσον η απόδοση βαρύτητας σε εξ ακοής μαρτυρία εξυπηρετεί ή όχι τις προϋποθέσεις της δίκαιης δίκης και του συμφέροντος της δικαιοσύνης (Δέστε Ηλιάδη και Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης, σελ. 320 - 331)». Με εξαίρεση τα όσα αναφέραμε πιο πάνω για το άρθρο 14 του Ν.60(Ι)/2014, η τροποποίηση του Κεφ. 9, που έχει καταστήσει τις εξ ακοής δηλώσεις αποδεκτή μαρτυρία, δεν έχει επηρεάσει τον κανόνα ότι οι αυτοενισχυτικές δηλώσεις δεν αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία. Αυτές οι δηλώσεις το μόνο που κάνουν είναι να υποδηλώνουν την εμμονή του προσώπου που τις κάνει στην εκδοχή του (βλ. R v Roberts [1942] 1 All E.R. 187 και Ζησιμίδης v Republic
(1982)2 CLR 382, 418). Σύμφωνα δε με το άρθρο 30
(1)του Κεφ. 9 είναι αποδεκτή μόνο προς απόδειξη της αλήθειας αυτού που δηλώθηκε, όχι προς ενίσχυση της αξιοπιστίας της παραπονούμενης, άρθρο 30
(2)του Κεφ. 9. Ι. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Αν και δεν χρειάζεται να καταγράφεται το σύνολο της μαρτυρίας και η αναφορά σε κάθε επιμέρους πτυχή της, G & K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 88, 92, εντούτοις επειδή στην αγόρευση του ο συνήγορος υπεράσπισης έθεσε πληθώρα επισημάνσεων που τις ανήγαγε σε αντιφάσεις και/ή διαφοροποιήσεις ή ουσιώδεις παραλείψεις, κρίνουμε ορθότερο να καταγράψουμε όσον το δυνατό το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας για να μην δημιουργηθεί η παραμικρή αμφιβολία ότι εξετάσαμε την μαρτυρία στο σύνολο της. Είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε και να παρακολουθήσουμε όλους τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια που έδιναν τη μαρτυρία τους, από το εδώλιο του μάρτυρα, ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε τη μαρτυρία τους με δείκτη, μεταξύ άλλων, την ειλικρίνεια τους, την ευθύτητά τους, την ακεραιότητά τους, τη σαφήνειά τους, το συμφέρον τους στην υπόθεση, την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και προβήκαμε στη διεργασία αξιολόγησής τους, κοσκινίζοντας, συγκρίνοντας, συσχετίζοντας και αντιπαραβάλλοντας τη μαρτυρία τους, τόσο με όσα ανέφερε ο κάθε μάρτυρας ξεχωριστά, όσο και στο σύνολο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων. Ι.
  1. ΟΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ K.K. ΚΑΙ Η ΑΦΙΞΗ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ Η K.K. (Έγγραφο Δ, η κατάθεση της - Τεκμήρια 3 και 3(α) οι μεταφράσεις) ανέφερε ότι κατάγεται από την περιοχή του Punjab στην Ινδία. Φοίτησε σε σχολείο μέχρι και την ηλικία των 11 ετών, οπότε και παντρεύτηκε με συνοικέσιο. Ο σύζυγος της τότε ήταν ηλικίας 25 ετών. Απέκτησαν δύο τέκνα, μια θυγατέρα και ένα υιό. Την 22.9.2019 (ημερ. της κατάθεσης) η θυγατέρα της ήταν ηλικίας 18 ετών και ο υιός της 16 ετών. Το 2004 έχασε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα τον σύζυγο της, τον πατέρα της, την αδελφή της, τον αδελφό της και τη σύζυγο του αδελφού της. Μετά το θάνατο του συζύγου της, πήγε να διαμείνει μαζί με τα ανήλικα παιδιά της στη μητέρα της γιατί αντιμετώπιζε προβλήματα με τα πεθερικά της. Ανέλαβε επίσης τη φροντίδα των παιδιών των δύο αδελφών της που είχαν σκοτωθεί. Το μικρό οικογενειακό εισόδημα προερχόταν από ένα μικρό παντοπωλείο που διατηρούσαν οι γονείς της. Αυτός ήταν ο λόγος που μετά από παρότρυνση κάποιου γνωστού της, του Shuk, αποφάσισε να έρθει στην Κύπρο για να εργαστεί «στα χωράφια», με μηνιαίο μισθό, όπως της είπε, €
  2. Θα εργαζόταν, όπως η ίδια αντιλήφθηκε, 8 ώρες την ημέρα, 7 μέρες την εβδομάδα μαζεύοντας κολοκάσι. Ο Shuk ανέλαβε και ετοίμασε όλα τα σχετικά έγγραφα ώστε η K.K. να έρθει νόμιμα στην Κύπρο. Του έδωσε περί τα €4000 για να διευθετήσει τη βίζα και €300 για το εισιτήριο. Για να εξασφαλίσει τα χρήματα πώλησε τα χρυσαφικά της και δανείστηκε από φίλους. Στην Κύπρο έφθασε στις 30.12.
  3. Στο αεροδρόμιο την παρέλαβε ο Shuk μαζί με κάποιον άλλο άνδρα. Την μετέφεραν σε ένα γραφείο. Από εκεί την παρέλαβε ο Κατηγορούμενος. Ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εργοδοτήθηκε η K.K. στον Κατηγορούμενο σχετική είναι και η μαρτυρία του κ. Χ. Δημητρίου (ΜΚ 2) (Έγγραφο Β, η κατάθεση του). Ο ΜΚ 2 ανέφερε ότι περί τον Οκτώβριο με Νοέμβριο του 2017, κάποιος Ινδός επ' ονόματι Kurmeet, του ανέφερε ότι ήθελε να φέρει στην Κύπρο μια ομοεθνή του, την K.K., για να εργαστεί «στα χωράφια». Κατείχε τα έγγραφα της οπότε και ο ΜΚ 2 διευθέτησε την άδεια εισόδου της. Κατά τον ίδιο χρόνο είχε έρθει στο γραφείο του ο Κατηγορούμενος, ο οποίος ζητούσε «κοπέλες για να καθαρίζουν κολοκάσι και πατάτες». Πρώτη φορά είχε συνεργασία με τον Κατηγορούμενο. Του φάνηκε καλός κύριος και τον ενημέρωσε σχετικά για την περίπτωση της K.K.. Ετοίμασε το συμβόλαιο σύμφωνα με το οποίο, αυτή, θα αμειβόταν €455 μηνιαίως. Ο Κατηγορούμενος του ανέφερε ότι συνεργαζόταν με άλλο γραφείο εξευρέσεως εργασίας με το οποίο δεν ήθελε να συνεργαστεί πλέον. Επιβεβαίωσε ότι η K.K. ήρθε στην Κύπρο την 30.12.
  4. Ο Κατηγορούμενος την παρέλαβε από το γραφείο του ΜΚ
  5. Ο ΜΚ 2 πληρώθηκε κανονικά για την εργασία του. Για όλα τα πιο πάνω ζητήματα, ως προς τις οικογενειακές περιστάσεις της K.K. και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ήρθε στην Κύπρο δεν υπήρξε οποιαδήποτε αμφισβήτηση των ΜΚ 2 και K.K.. Ως εκ τούτου αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Ι.
  6. ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΕΡΓΟΔΟΤΗΣΗΣ ΤΗΣ K.K. ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟ ΚΑΙ Η ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗ ΠΟΥ ΤΟΥ ΚΑΤΑΛΟΓΙΖΕΙ Η K.K. περιέγραψε ως ακολούθως τις πρώτες μέρες που ήρθε την Κύπρο και τις ώρες εργασίας της (σελ. 2 του Τεκμηρίου 3(α)): «Eρ.11: Τι έγινε μετά που ο [Κατηγορούμενος] σε πήρε στο σπίτι στα χωράφια; Α.11: Την πρώτη μέρα καθάρισα το σπίτι με τη βοήθεια του [Κατηγορούμενου] και τη δεύτερη μέρα ξυπνήσαμε και με πήρε στα χωράφια να δουλέψω. Επίσης, κοιμήθηκε και αυτός στο σπίτι που είναι στα χωράφια σε διαφορετικό δωμάτιο. Ερ.12: Εργαζόταν και κάποιος άλλος μαζί σας στα χωράφια; Α.12: Όχι, μόνο εγώ και ο [Κατηγορούμενος]. Ερ.13: Τι ώρα πηγαίνατε για δουλειά και τι ώρα τελειώνατε; Α.13: Πηγαίναμε η ώρα 0700 το πρωί και τελειώναμε η ώρα 1900 το απόγευμα. Είχαμε μια ώρα διάλλειμα, από η ώρα 1200 μέχρι τις
  7. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι επέστρεφαν από τα χωράφια στις 19:00 και μετά εργαζόταν στο σπίτι. Όταν της υποβλήθηκε για το ωράριο του χειμώνα, ότι δηλαδή νυχτώνει στις 17:00, είπε ότι επέστρεφαν όταν νύχτωνε και καθάριζε τις πατάτες και το κολοκάσι. Ως προς τις συνθήκες του βιασμού της κατηγορίας 3 ανέφερε τα ακόλουθα (σελ. 2 του Τεκμηρίου 3(α)): «Την τρίτη μέρα αφού επιστρέψαμε από τα χωράφια, επιστρέψαμε στο σπίτι γύρω στις 1900 το βράδυ. Μαγείρεψα βραδινό μετά έκανα ένα ντους και μετά πήγα στο κρεβάτι μου να ξεκουραστώ. Ήταν γύρω στις 2100 το απόγευμα. Ο [Κατηγορούμενος] ήρθε στο δωμάτιο μου. Ξάπλωνα στο κρεβάτι και ξάπλωσε δίπλα μου. Αμέσως, σηκώθηκα και έφυγα να πάω στο άλλο δωμάτιο, στο δωμάτιο δίπλα από το δικό μου. Αυτό το δωμάτιο ήταν επιπλέον, δεν το χρησιμοποιούσε κάποιος. Έκλεισα την πόρτα αλλά με ακολούθησε. Με τράβηξε από τα χέρια και με πήρε στο υπνοδωμάτιο μου και με έσπρωξε στο κρεβάτι. Εκεί προσπαθούσε να μου βγάλει τα ρούχα. Του έλεγα στα αγγλικά «Μη με αγγίζεις», αλλά δεν με άκουγε. Φώναζε κάτι στα Ελληνικά. Φορούσα μόνο ένα Ινδικό φόρεμα, χωρίς εσώρουχα. Ξάπλωνε πάνω μου και τον έσπρωχνα αλλά κατάφερε και μου έβγαλε το φόρεμα. Φορούσε μόνο ένα κοντό παντελόνι και μετά που μου έβγαλε το φόρεμα έβγαλε το κοντό παντελόνι του και με βίασε. Τον φοβόμουν και δεν είχα που να τρέξω. Καθώς με βίαζε τον έσπρωχνα προς τα πίσω αλλά δεν σταμάτησε. Μετά φόρεσε το κοντό παντελόνι και κοιμήθηκε στο κρεβάτι μου. Φόρεσα το φόρεμα μου και κάθισα στην καρέκλα στο δωμάτιο. Ένιωσα πολύ άσχημα, σκεφτόμουν ότι ήρθα στην Κύπρο για ένα καλύτερο μέλλον και αντί αυτού πήρα αυτό. Όλο το βράδυ καθόμουν στην καρέκλα και δεν μπορούσα να κοιμηθώ.» Το ίδιο βράδυ προσπάθησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με τον Shuk χρησιμοποιώντας το τηλέφωνο του Κατηγορούμενου, χωρίς όμως ανταπόκριση. Ο Κατηγορούμενος είχε αφήσει το κινητό του τηλέφωνο στο κρεβάτι της. Η ίδια δεν είχε κυπριακό αριθμό επικοινωνίας. Δεν είχε που να πάει, οπότε παρέμεινε εκεί. Την επόμενη μέρα ο Κατηγορούμενος της έδωσε το τηλέφωνο του για να επικοινωνήσει με τους δικούς της στην Ινδία. Τηλεφώνησε επίσης και του Shuk. Της είπε να περιμένει και ότι θα μιλούσε με τον Κύπριο «ατζέντη». Ο «ατζέντης» τηλεφώνησε του Κατηγορούμενου το απόγευμα. Μετέβησαν στο γραφείο του. Εκεί ο «ατζέντης» και ο Κατηγορούμενος μιλούσαν μεταξύ τους στα Ελληνικά. Η ίδια δεν αντιλήφθηκε τι συζήτησαν. Στο τέλος ο «ατζέντης» της έδωσε την κάρτα του και της είπε, χρησιμοποιώντας ελληνικές λέξεις και νοήματα, να του τηλεφωνήσει αν είχε πρόβλημα. Εργάστηκε στον Κατηγορούμενο 12 μέρες. Περιέγραψε τη διαμονή της εκεί ως ακολούθως (σελ. 4 του Τεκμηρίου 3 (α)): «Α.20: Μετά από εκείνη την φορά ερχόταν κάθε βράδυ, μετά τη δουλειά, στο δωμάτιο μου και με βίαζε. Προσπαθούσα να τον σταματήσω αλλά δεν άκουγε. Μια φορά στην προσπάθεια μου να του ξεφύγω, πέρασα όλο το βράδυ στο μπάνιο. Είναι το μόνο δωμάτιο που έχει κλειδί στην πόρτα. Τηλεφωνούσα κάθε μέρα του Sukh και ζητούσα βοήθεια. Μου έλεγε: «Θα έρθω», αλλά δεν ήρθε ποτέ. Ερ.21: Γιατί δεν δραπέτευσες από το σπίτι; Α.21: Που να πήγαινα; Το μόνο πρόσωπο που ήξερα ήταν ο Sukh και του ζητούσα βοήθεια. Επίσης, όποτε ο [Κατηγορούμενος] έφευγε από το σπίτι κλείδωνε την πόρτα και δεν μπορούσα να βγω έξω.» Παρεμβάλλουμε εδώ, προς επίρρωση του ισχυρισμού της K.K. ότι κλειδώθηκε στο μπάνιο, η ανακρίτρια, Α/Αστ. 3664 Γ. Νεοκλέους (ΜΚ 3), διαπίστωσε ότι ο χώρος του μπάνιου ήταν ο μόνος που κλείδωνε. Παρέπεμψε σχετικά στις φωτ. 26 και 28 του Τεκμηρίου
  8. Τη 12η μέρα ο Shuk της έστειλε ταξί, η K.K. «πετάχτηκε» από το παράθυρο, μπήκε στο ταξί και μετέβη στο γραφείο του «ατζέντη». Την επόμενη μέρα την έστειλε να εργαστεί σε άλλο εργοδότη. Αναγνώρισε στο παράρτημα του Εγγράφου Β (κατάθεση του ΜΚ 2) την υπογραφή της στο έγγραφο αποδέσμευσης (release form). Αναφορικά με το ζήτημα αυτό ο ΜΚ 2 ανέφερε ότι, δώδεκα μέρες μετά την εργοδότηση της K.K., του τηλεφώνησε ο Kurmeet και του είπε ότι η K.K. είχε πρόβλημα με τον Κατηγορούμενο, ο οποίος ήθελε να κάνει σεξ μαζί της. Ο ΜΚ 2 τηλεφώνησε αμέσως του Κατηγορούμενου και του ζήτησε να έρθει με την K.K. από το γραφείο του. Ο Κατηγορούμενος ήρθε μαζί με την K.K. στο γραφείο του στις 12.1.
  9. Η K.K. ήταν «κλαμένη». Ο ΜΚ 2 την έβαλε στο γραφείο του και ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να βγει έξω. Ρώτησε την K.K. στα αγγλικά τι είχε. Αυτή έκλαιγε συνέχεια και του έλεγε «sex». Επειδή τα αγγλικά της δεν ήταν επαρκή ο ΜΚ 2 δεν μπορούσε να συνεννοηθεί μαζί της. Κατάλαβε όμως από τη λέξη αυτή, επειδή έκλαιγε συνέχεια και με τα όσα του είπε ο Kurmeet αλλά και τα όσα έμαθε προηγουμένως «από τον κόσμο», ότι ο Κατηγορούμενος ήθελε να κάνει σεξ μαζί της. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι είχαν την εξής συνομιλία στα Αγγλικά (σελ. 12, πρακτικό ημερ. 24.1.2022), «Mr. [A], your boss, he want to make love with you, sex with you?, Yes, yes». Ο ΜΚ 2, μετά πήγε στον Κατηγορούμενο και τον ρώτησε πώς τα πάει με την κοπέλα και «τον έπιασε με το καλό». Θυμόταν πολύ καλά τι του είπε ο Κατηγορούμενος, «Ρε φίλε η κοπέλα είναι φωθκιά. Φωθκιά. Έθελε με. Έθελε με». Αντεξεταζόμενος για το τι εννοούσε ο Κατηγορούμενος με το «εν φωθκιά η κοπελλούα» ανέφερε (σελ. 13, πρακτικό ημερ. 24.1.2022): «E. Εν φωθκιά, εν γλήορη στη δουλειά της, τζιαμέ που μάζευκε κολοκάσι και πατάτες. A. Και θέλει με; Στο χωράφι; Διάβασε και πάρακατω. "Έθελεν με, έθελεν με". Το κολοκάσι οξά η πατάτα; E. Όταν σου είπε εν φωθκιά η κοπελλούα, δεν τον ρώτησες να σου πει τι εννοούσε; A. Εννόαν τα μια χαρά ο [Κατηγορούμενος] και την ώρα που ελάλεν "εν φωθκιά και θέλει με, θέλει με", εν φωθκιά το κολοκάσι και θέλει με η πατάτα δηλαδή; Θα λέμε πελλάρες δηλαδή;» Εκείνη την ώρα ο ΜΚ 2 θύμωσε με τον Κατηγορούμενο και του είπε ότι «είναι με το ζόρι που έκαμε τούτα τα πράματα στην κοπέλα». Σύμφωνα με τον ΜΚ 2, ο Κατηγορούμενος, «σηκώθηκε πάνω πώς θα με δέρει και εγώ έκλεισα την πόρτα και τσακώθηκα μαζί του και ήμουν έτοιμος να τον δέρω. Έκαμα του μεγάλο καφκά και του είπα να δώσει της κοπέλας release και να πληρώσει και την κοπέλα τα λεφτά της για το καιρό που δούλεψε εκεί.» Ο Κατηγορούμενος του είπε ότι δεν κρατούσε πάνω του λεφτά και έφυγε για να φέρει λεφτά να δώσει της K.K.. Η K.K. έμεινε στο γραφείο του ΜΚ
  10. Της είπε ότι πρέπει να τον καταγγείλει στην Αστυνομία και αν ήθελε να πάνε μαζί αλλά αυτή έλεγε ότι ήθελε μόνο «release» και ότι δεν ήθελε να πάει στην αστυνομία. Του είπε ότι είχε μωρά και έκλαιγε και δεν ήθελε να μάθουν τι έγινε. Έκλαιγε συνέχεια και ντρεπόταν. Μετά από λίγο ήρθε ο Κατηγορούμενος και έδωσε στην K.K., €
  11. Ο ΜΚ 2 ετοίμασε το «release» (επισύναψη Κ-56/5 στην κατάθεση του) και ο Κατηγορούμενος το υπέγραψε. Επίσης ετοίμασε απόδειξη για τα €200 ευρώ που πληρώθηκε η K.K. την οποία υπέγραψαν ο Κατηγορούμενος και η K.K.. Υπέγραψαν και οι δύο στο γραφείο του (επισύναψη Κ-56/6 στην κατάθεση του). Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν θυμόταν αν ήρθε δύο φορές ή μια στο γραφείο του ο Κατηγορούμενος με την K.K.. Αυτό που θυμόταν ήταν ότι την μέρα που μάλωσε μαζί του «του έπιασε την κοπελλούα». Δεν θυμόταν αν την προηγούμενη ήρθε μαζί της ο Κατηγορούμενος και έφυγαν πάλι μαζί. Ο ΜΚ 2 ακολούθως διευθέτησε όπως η ΜΚ 2 εργαστεί στα θερμοκήπια της Π. Μουσικού, στη [ ]. Ενώ η K.K. εργαζόταν εκεί, τον ειδοποίησαν ότι ο Κατηγορούμενος προέβη σε καταγγελία και ότι θα ερχόταν στα θερμοκήπια ένας αστυνομικός. Ο ΜΚ 2 πήγε στα θερμοκήπια. Εκεί ήρθε ένας αστυνομικός επ' ονόματι Μάριος. Του εξήγησε τι έγινε και ότι η K.K. εργαζόταν κανονικά και ότι ο Κατηγορούμενος, της υπέγραψε «release paper». Επίσης είπε στον αστυνομικό να ρωτήσει την K.K. για το λόγο που του ζήτησε και της έδωσε το «release paper». Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι την εργόδότησε η Π. Μουσικού και όχι κάποιος Σ. Σάββα. Μετά από αυτό το συμβάν ο ΜΚ 2 έβλεπε την K.K. όταν πήγαινε κάποτε στα θερμοκήπια και ήταν καλά. Όταν έδωσε την κατάθεση του στις 10.3.2020, είχε καιρό να την δει και δεν ήξερε που εργαζόταν πλέον. Σύμφωνα με τον ΜΚ 2, ο «[Κατηγορούμενος] όπου πήγαινε έλεγε ότι θα με σκοτώσει και έλεγε παντού ότι του έπιασα την κοπέλα. Αλλά δεν έλεγε το λόγο.» Αξίζει να αναφερθεί ότι στο μεσοδιάστημα της εργοδότησης της K.K. μέχρι και την υποβολή του παραπόνου της 12 μέρες μετά, ο ΜΚ 2 είπε ότι όταν ανέφερε σε πρόσωπα της περιοχής που διαμένει ότι έκανε πελάτη τον Κατηγορούμενο, του είπαν ότι το παρατσούκλι του είναι «[ ]». Όπως «του είπαν όλοι στη [ ]» τον ξέρουν με αυτό το παρατσούκλι, χωρίς όμως να γνωρίζει τον λόγο. Ο ΜΚ 2 ανέφερε επίσης στην κατάθεση του για τον Κατηγορούμενο ότι, «.όλοι οι συγγενείς του δεν θέλουν να έχουν σχέση μαζί του γιατί πειράζει τις γενέτζιες του κόσμου. Αυτός όπως μου είπαν είναι άχρηστος, έφερε κάποια κοπέλα από το αεροδρόμιο και εβουρούσε την στο Μακένζυ γιατί ήθελε να τη βιάσει. Επίσης μου είπαν ότι πείραζε όλες τις γυναίκες. Εγώ από (sic) αναστατώθηκα με αυτά που έμαθα για τον [Κατηγορούμενο] γιατί δεν κατάλαβα ότι ήταν τέτοιος άνθρωπος». Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι του τα είπαν πολλοί χωρίς όμως να αναφερθεί σε ονόματα. Οι πιο πάνω αναφορές του ΜΚ 2 αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία. Αφορούν αναφορές για τις οποίες δεν αποκαλύπτουν την ακριβή πηγή της γνώσης του και δεν μπορούν να ληφθούν υπ' όψιν. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι, όταν η K.K. έφτασε στην Κύπρο, την παρέλαβε είτε από το γραφείο του ΜΚ 2 ή από το αεροδρόμιο. Δεν θυμόταν ακριβώς. Θυμόταν όμως ότι, ενώ ήταν στο αυτοκίνητο, του είπε ότι είχε 5 παιδιά. Της είπε να μην ανησυχεί και ότι θα τη βοηθούσε. Όταν κατέφθασαν στο σπίτι το καθάρισαν. Χρειαζόταν πολύ καθάρισμα γιατί είχαν προκληθεί κάποιες ζημιές προηγουμένως από φωτιά. Μετά ο Κατηγορούμενος μαγείρεψε. Γύρω στις 17:00 με 18:00 ο Κατηγορούμενος ανέβηκε πάνω να της πει να κατέβει για να γευματίσουν. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο (σελ. 4 των πρακτικών ημερ. 23.2.2022): « . η [ ] αμέσως όπως λέει στην κατάθεση της δεν φορούσε βρακί που ήρθε, πράγματι δεν φορούσε βρακί και έκαμε έτσι το παντελόνι και έφυγε, φορούσε σαν πιτζάμα και εκεί η [ ] με τράβηξε πάνω της. Δεν είμαι εγώ που έπρεπε να είμαι εδώ κατηγορούμενος και μου είπε ότι το πράμα της είναι για το δικό μου και με τράβηξε πάνω της. E. Πώς σου το είπε ακριβώς αυτό το πράμα; A. Δεν είναι ντροπή; Νομίζω καταλάβαμε. Δικαστήριο: Στο Δικαστήριο πρέπει να τα λέτε ακριβώς για να αντιλαμβανόμαστε με ακρίβεια, δεν βγάζουμε συμπεράσματα με αυτά που λέτε. Μάρτυρας: Μου είπε στα ινδιάνικα "Το πουττί μου εν για τη βίλλα σου".» Ο ίδιος, επειδή είναι καρκινοπαθής, δεν είχε «βίλλα». Απλά χαϊδεύτηκαν, δεν έκαναν σεξ. Έκαναν αυτό που στη συνέχεια αποκαλούσαν μεταξύ τους «αγκαλάκια». Ήταν η θέση του ότι ζούσαν μαζί «πιο πολύ από αντρόγυνο» και ότι είχαν σχέση. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι την αγάπησε από την πρώτη στιγμή. Επέμεινε στη θέση ότι η επαφή έγινε με πρωτοβουλία της K.K. λέγοντας τα ακόλουθα (σελ. 37 των πρακτικών ημερ. 23.2.2022): «E. Την πρώτη μέρα, τι ώρα τέλειωσε που τη δουλειά αυτή που την έβαλες να κάμει που το καθάρισμα; Τι ώρα εσταμάτησε; Μέχρι τι ώρα εκαθάριζε; A. Ούτε μέχρι τις 4:30, μιλούμε Χειμώνας, Δεκέμβρης, Πρωτοχρονιά Αντώνη μου, 31 του Δεκέμβρη την παρέλαβα. E. Και μόλις τέλειωσε το καθάρισμα εκατέβασε το παντελόνι της και βούττησε πάνω σου; A. Έστρωσε αυτό το σεντόνι το χρυσό... (γελά). Ακόμη τα ρούχα της είναι σπίτι μου ρε [ ] μου.» Και στη συνέχεια (στη σελ. 38 των πρακτικών ημερ. 23.2.2022): «E. Καταρχήν σου υποβάλλω ότι στις 2.1.18 και στις 3.1.18 βίασες την ΧΧΧ K.K. που εσύ την ονομάζεις [ ]. A. Ναι [ ] μου, βρεθήκαμε σε αυτήν τη θέση και μου είπε "θέλω κάθε μέρα, θέλω κάθε μέρα". E. Κατάλαβες την ερώτηση; A. Ναι, αυτή μου είπε όμως την πρώτη φάση και "θέλω να το κάνουμε κάθε μέρα".» Η θέση του ήταν ότι η K.K. στην ουσία «απήχθη» τη 12η μέρα. Τις προηγούμενες μέρες την έψαχναν δυο Ινδοί. Η K.K. του ζήτησε να την κλειδώσει μέσα στο σπίτι γιατί αυτό βρισκόταν πλησίον του δρόμου. Φοβόταν ότι θα την έπιαναν. Ο ΜΚ 2 είχε σκηνοθετήσει την αρπαγή της. Την 10η μέρα τον κάλεσε στο γραφείο του για να δοθεί η απαλλαγή δίδοντας της €
  12. Αρνήθηκε ότι του είπε ότι η K.K. «εν φωθκιά και θέλει με». Η K.K. έφυγε όμως μαζί του. Την 12η μέρα την έπιασαν από το σπίτι. Ακολούθως την πήραν σε άλλο εργοδότη. Κάποιος Ινδός (ο 2ος άνδρας της K.K.) τον πήρε τηλέφωνο και του ζήτησε να την ελευθερώσει από τον νέο εργοδότη. Το ίδιο του ζήτησε και η ίδια αφού του ζήτησε «χίλια συγνώμη». Συναντήθηκαν έξω από ένα περίπτερο μετά από πρωτοβουλία της. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο (σελ. 7 - 8 των πρακτικών ημερ. 23.2.2022): «.Το περίπτερο είχε περίπου 500 μέτρα από το σπίτι μου. Πήγα και εγώ, έτρεξε και ήρθε και μπήκε στο αυτοκίνητο μου και ο ξάδελφος μου Μς στεκόταν και την έβλεπε. Αγκαλιαστήκαμε, πάλι αγκαλάκια, συγγνώμη, συγγνώμη, της λέω "Σε δέχτηκα να έρθεις αλλά βγάζω πατάτες", "Εντάξει, να πάμε στις πατάτες" και από εκεί δώσαμε ξανά αμέτρητους όρκους εκτός που εκείνο τον όρκο του Κάβο Γκρέκο που μου χόρευε με τάσπι Πρόεδρε, όχι με 10 ποτήρκα. Δεν ξαναείδα, αυτή η γυναίκα που ήρθε εδώ.» Η K.K. ανέφερε ότι εργάστηκε στον νέο εργοδότη της από την 14.1.2018 μέχρι την 20.5.
  13. Αν και η σύζυγος του νέου εργοδότη ήταν καλή, ο εργόδοτης της συνήθιζε να της φωνάζει και να την προσβάλλει. Κατά τη διάρκεια των ρεπό της γνώρισε δύο άντρες από το Πακιστάν. Της εισηγήθηκαν να τελέσει γάμο με Ρουμάνο άντρα. Έτσι, της είπαν, θα ήταν σε θέση να βρει καλύτερη δουλειά. Της ζήτησαν €
  14. Τα €4500 θα τα έδινε όταν θα τον συναντούσε. Η συνάντηση με τον άντρα έγινε στην πλατεία της Αγίας Νάπας περί τον Νοέμβριο του
  15. Τους έδωσε €
  16. Της υποσχέθηκαν ότι θα γινόταν ο γάμος σε 10 μέρες. Οι μέρες πέρασαν χωρίς να γίνει κάτι. Της εξήγησαν ότι θα περνούσαν άλλες 15 μέρες για την πάρουν στο Τμήμα Μετανάστευσης. Με την παρέλευση των 15 ημερών της ανέφερε, ο ένας εκ των δύο, ότι ο άντρας δεν ήθελε πλέον να τελέσει γάμο. Ζήτησαν επιπρόσθετα €2000 για το δικηγόρο αλλά και €3000 για να της δώσουν πίσω το διαβατήριο της απειλώντας την ότι θα την καταγγείλουν στο Τμήμα Μετανάστευσης. Τους έδωσε τα λεφτά τον Μάιο του 2019 και πήρε πίσω το διαβατήριο της. Για να εξασφαλίσει το ποσό πώλησε το σπίτι της στην Ινδία για €6000 και δανείστηκε άλλα €
  17. Την ίδια μέρα που έπιασε το διαβατήριο της, υπέβαλε αίτηση για άσυλο και έφυγε από τον εργοδότη της. Εξήγησε την ενέργεια της αυτή ως ακολούθως (σελ. 6 του Τεκμηρίου 3(α)): «Ερ.28: Γιατί έφυγες από την δουλειά σου; Πώς θα ξεπλήρωνες τα χρέη σου; Α.28: Ο πρώτος μου εργοδότης, ο [Κατηγορούμενος] παρόλο που έφυγα από αυτόν, συνήθιζε να με παίρνει τηλέφωνο. Μου υποσχόταν ότι δε θα μου έκανε κακό και πως αν γυρνούσα κοντά του δεν θα με ανάγκαζε να μένω μαζί του στο ίδιο σπίτι. Επίσης μου υποσχέθηκε να διευθετήσει βίζα για τα παιδιά μου, να τα φέρει στην Κύπρο. Όταν ήμουν σε αυτή την άσχημη κατάσταση και όταν έφυγα από τον εργοδότη μου, ο [Κατηγορούμενος] με πήρε ξανά τηλέφωνο και μου ξανά είπε ότι δε θα μου κάνει κακό και πως θα μου δίνει 700 ευρώ τον μήνα. Γνώριζε ότι δεν είχα δουλειά και γι' αυτό με πήρε ξανά τηλέφωνο. Ήμουν συγχυσμένη και πολύ ανήσυχη σε σχέση με την οικογένεια μου στην Ινδία. Είχα κάνει πολλά λάθη και έτσι συμφώνησα να εργαστώ ξανά με τον [Κατηγορούμενο], έτσι ώστε να μπορώ να στέλνω λεφτά στην οικογένεια μου.» Ξεκίνησε να εργάζεται ξανά στον Κατηγορούμενο, τον Μάιο του
  18. Εργάστηκε εκεί για περίοδο περίπου 2 μηνών. Όταν επέστρεψε, ο Κατηγορούμενος της είπε ότι, για να της δίδει το μισθό της έπρεπε να κάνει σεξ μαζί του. Στην κατάθεση της η K.K. ανέφερε χαρακτηριστικά, «Συμφώνησα. Ντρέπομαι αλλά συμφώνησα» (σελ. 7 του Τεκμηρίου 3(α)). Κατά την αντεξέταση της, της υποδείχθηκε αριθμός φωτογραφιών που την απεικόνιζαν μαζί με τον Κατηγορούμενο. Αφορούν τις εκτυπώσεις των αυτοφωτογραφιών, Τεκμήριο
  19. Η K.K. ανέφερε ότι αφορούσαν την περίοδο που είχε επιστρέψει. Αρνήθηκε όμως εισήγηση ότι από τις εν λόγω φωτογραφίες φαινόταν να περνούν τρυφερές στιγμές. «Ήταν απλά μια φιλική κίνηση», ανέφερε. Είπε τα ακόλουθα για το λόγους που επέστρεψε στον Κατηγορούμενο (βλ. σελ. 34 - 36 από τα πρακτικά ημερ. 26.1.2022): «E. Μάλιστα. Λέεις, κυρία μάρτυς, είναι η θέση σου στην κατάθεσή σου ότι αυτός ο άνθρωπος σε βίαζε σχεδόν καθημερινά; A. Μάλιστα. E. Συμφωνάς μαζί μου, κυρία μάρτυς, ότι μια κοπέλα σαν εσένα που βιάστηκε από αυτόν τον άνθρωπο δεν έπρεπε να θέλετε να τον δείτε ούτε ζωγραφιστό και όχι να ξανά πάτε πίσω; A. Ήμουν μια αβοήθητη γυναίκα, δεν γνώριζα κανένα, δεν ήθελα κανένα άλλο πρόσωπο να με αγγίξει. Έτσι, πήγα πίσω σε αυτόν. Ήμουν τόσο αρρωστημένη από τον πρώτο βιασμό που δεν ήθελα να πάω σε οποιονδήποτε άλλο που να με ξανά βιάσει αυτός. Έτσι πρώτο, ήμουν αβοήθητη, δύο φοβόμουν και τρία το αφεντικό μου είχε πει αν εγώ έμενα μαζί του ότι αυτός δεν θα πήγαινε σε οποιοδήποτε άλλο κορίτσι. Ο Κατηγορούμενος μου είπε ότι αν έμενα εγώ μαζί του δεν θα πήγαινε αυτός σε οποιοδήποτε άλλο κορίτσι. Δικαστήριο: Τι είπε ακριβώς; (Η στενοτυπίστρια διαβάζει την τελευταία απάντηση της μάρτυρος) Η μάρτυρας συνεχίζει: A. Σωστά, ότι αυτός δεν θα πήγαινε σε οποιανδήποτε άλλη γυναίκα και έτσι εγώ ήταν σαν να είχα το τελευταίο καταφύγιό μου. E. Κυρία μάρτυς, μας είπες ότι ήσουν αβοήθητη, δεν γνώριζες κανέναν; A. Όχι, δεν γνώριζα κανέναν. E. Μια κοπέλα που βιάζεται, κυρία μάρτυς, περιμένει να περάσουν δύο χρόνια για να πάει να καταγγείλει τον βιασμό της; Σχεδόν δύο χρόνια. A. Ακούστε με, ναι, είναι δυνατόν να μην έκανα τέτοιο παράπονο. Αυτό που έκανε αυτός σε εμένα είναι ότι έφερε επίσης και άλλη μια κοπέλα και άρχισε τότε να έχει και φυσική σχέση με την άλλη κοπέλα επίσης. Έτσι έπρεπε να παραπονεθώ στην Αστυνομία για αυτό. Δεν ήθελα να καταστραφεί η ζωή μιας άλλης κοπέλας. Ήμουν αβοήθητη και έτσι έπρεπε να επιστρέψω σε αυτόν. Λόγω του ότι και η μητέρα μου ήταν στο νοσοκομείο δεν είχα καμία πηγή εισοδήματος και έτσι αντί να πάω σε διάφορους άλλους που θα με βίαζαν, αλλά μέσα στην ίδια την καρδιά μου καταλάβαινα ότι ήταν λάθος. Ήμουν αβοήθητη και καταλάβαινα ότι δεν ήταν σωστό να επιστρέψω σε αυτόν. Αυτό το έκαμα γιατί ήμουν αβοήθητη, αλλά όταν άρχισε ξανά τα ίδια, δηλαδή αυτήν τη συνεύρεση με μια άλλη κοπέλα αποφάσισα τότε ότι έπρεπε να πάω στην Αστυνομία για εμένα και επίσης για την άλλη κοπέλα, ώστε αυτός ο πολύ μεγάλος κύκλος να σταματήσει. E. Κυρία μάρτυς, δηλαδή εσένα σε ενόχλησε γιατί ο εργοδότης σου έφερε μια πιο μικρή κοπέλα από εσένα; A. Ναι. E. Αυτό είναι το παράπονό σου; Διερμηνέας (κα Dawaed): Νομίζω δεν κατάλαβε την ερώτηση καλά. Να ξανά επαναληφθεί. (Η στενοτυπίστρια διαβάζει την τελευταία ερώτηση στη μάρτυρα) Η μάρτυρας συνεχίζει: A. Μάλιστα, αυτή ήταν νεότερη από εμένα. E. Μάλιστα. Δηλαδή αυτό ήταν το παράπονό σου, κυρία μάρτυς, ότι αθέτησε τον όρκο του ότι θα είστε μαζί; A. Όταν εγώ έκαμα το παράπονο ήμουν μαζί του. Για ενάμιση χρόνο δεν ήμουν μαζί του αλλά αυτό το παράπονο το οποίο έκαμα ήταν όταν ήμουν μαζί του, τότε ήμασταν μαζί.» Δεν μπορούσε να ζητήσει βοήθεια ή να συζητήσει αυτό το «ντροπιαστικό πράγμα» που είχε γίνει με άλλους ομοεθνείς της ή να ζητήσει βοήθεια. Δεν είχε εμπιστοσύνη σε κανένα. Ήθελε να κλείσει αυτό το «κεφάλαιο» ήσυχα. Ήταν η θέση της ότι ο Κατηγορούμενος επικοινώνησε μαζί της 3 μήνες μετά που είχε φύγει και αρνήθηκε εισήγηση ότι όλα γίνονταν «με το κέφι της», με τη συγκατάθεση της δηλαδή. Ο Κατηγορούμενος συνέχισε να την παίρνει τηλέφωνο και έβρισκε αναπάντητες κλήσεις. Αρνήθηκε επίσης εισήγηση ότι η αστυνομία της υποσχέθηκε ότι θα έμενε εδώ για ένα έτος αν έκανε καταγγελία. Δεν γνώριζε για το καθεστώς της πλέον. Είχε επιστρέψει στον Κατηγορούμενο γιατί της είπε ότι δεν θα την ενοχλούσε και ότι θα της έδιδε περισσότερα λεφτά, δηλ. €700 τον μήνα. Ο Κατηγορούμενος έφερε επίσης και τον υιό της στην Κύπρο. Της υποσχέθηκε ότι «δεν θα κάνει με οποιαδήποτε άλλη κοπέλα οτιδήποτε μαζί της όπως έκανε μαζί της». Μετά από δύο μήνες «έφερε μια κοπέλα από το Νεπάλ». Ως προς τις υποβολές του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι απλά ένιωθε προδομένη στη σχέση που είχαν, απάντησε τα ακόλουθα (βλ. πρακτικά σελ. 44 - 45): «E. Θα σου υποβάλω, κυρία μου, ότι τηλεφωνιόσουν τακτικά με τον Κατηγορούμενο πριν ακόμα πάεις κοντά του τη δεύτερη φορά. A. Ήταν μετά από τους 14 μήνες που ήμουν με τον Μ που άρχισα να μιλώ μαζί του. E. Και ζητούσες του και κάθε λίγο συγγνώμη, συγγνώμη, συγγνώμη, συγγνώμη. A. Ναι, έλεγε συγγνώμη αλλά την ίδια στιγμή ήταν με μια άλλη κοπέλα και έκανε τα ίδια. Δικαστήριο (προς Μάρτυρα): Έλεγε συγγνώμη ο Κατηγορούμενος στην παραπονούμενη ή το αντίθετο; Ποιος έλεγε συγγνώμη σε ποιόν; Η μάρτυρας συνεχίζει: A. Αυτός. E. Δηλαδή ο Κατηγορούμενος υποσχέθηκε σου ότι δεν θα φέρει άλλη κοπέλα, ότι θα είσαι η κοπέλα του και εκακοφάνηκε σου επειδή ήρθε άλλη κοπέλα; A. Ήμουν ήδη μαζί του όταν έφερε την άλλη κοπέλα. E. Παραβίασε τον όρκο του, αυτό ήταν το θέμα. A. Το κορίτσι ήρθε όταν ήμουν ήδη εγώ εκεί μαζί του και δεν ήθελα να πάθει αυτό το κορίτσι, να πάθει τα ίδια που έπαθα εγώ. E. Εσύ τι έπαθες στα χέρια του, κυρία μου; Ήσουν η κοπέλα του, ήσουν η γυναίκα του, η φίλη του. Δικαστήριο: Να ξαναδιαβαστεί η ερώτηση. (Η στενοτυπίστρια διαβάζει την τελευταία ερώτηση) Η μάρτυρας συνεχίζει: A. Ήμουν ένα τίποτα για αυτόν. Εγώ ήμουν απλώς ένα εργαλείο του σεξ και ήταν εκείνο το πρόβλημα που έπρεπε να επιστρέψω πίσω.» Τέλος αρνήθηκε εισήγηση ότι ο Κατηγορούμενος τη βοηθούσε οικονομικά, ακόμη και την περίοδο που δεν εργαζόταν κοντά του. Την πλήρωνε, ανέφερε, μόνο για την εργασία της. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο ξεκίνησαν να συναντιούνται με την K.K. μετά που αυτή εργοδοτήθηκε στον Μ. Η σχέση τους συνεχίστηκε τα επόμενα δύο χρόνια. Έμαθε και για τον γάμο που προσπάθησε να τελέσει. Η K.K., ήταν η θέση του, ήθελε χρήματα και να μείνει μόνιμα. Μέχρι και άδεια πορνείας του ζητούσε να διευθετήσει. Εν τέλει η K.K. ήρθε πίσω να εργαστεί στον Κατηγορούμενο. Ήρθε και έμεινε από μόνη της. Τις φωτογραφίες Τεκμήριο 9 τις είχε βγάλει η K.K.. Ο Κατηγορούμενος την καλωσόρισε και άρχισε να της δίνει €30 την ημέρα για την εργασία της. Η K.K. δούλευε και αλλού οπότε πηγαινοερχόταν. Η θέση του ήταν ότι η σχέση τους ήταν με «το κέφι της» και ότι ήταν αυτή που τον «βίασε». Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι έφερε και τον υιό της στην Κύπρο, επίσης να εργαστεί, με αποτέλεσμα η K.K. να του οφείλει περί τα €
  20. Απέστειλε επίσης χρήματα στη θυγατέρα της (Τεκμήριο 11 - απόδειξη 10.9.2019 για €244 και Τεκμήριο 10 η φωτογραφία της θυγατέρας της). Στο σημείο αυτό σημειώνουμε ότι, στα πλαίσια της παρουσίασης της υπόθεσης της Υπεράσπισης, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι, σε άγνωστο αριθμό περιπτώσεων, μεταξύ Μαΐου του 2019 και της 16ης Ιουλίου 2019, η K.K. μετέβη μαζί με τον Κατηγορούμενο στο δικηγορικό γραφείο του κ. Κ. Ανδρέου για να τη βοηθήσει σε σχέση με τα λεφτά που της είχαν αποσπάσει πρόσωπα από το Πακιστάν, υποσχόμενα να διευθετήσουν γάμο με κάποιο άνδρα από τη Ρουμανία. Έχουμε εξετάσει τη μαρτυρία της K.K. με ιδιαίτερη προσοχή. Παρουσιάζεται κάποια διαφορά με τη μαρτυρία του ΜΚ 2 ως προς το αν ήταν δύο φορές που μετέβη στο γραφείο του ή μία. Ο Κατηγορούμενος άφησε να νοηθεί επίσης ότι ήταν δύο φορές. Ο ΜΚ 2 αντεξεταζόμενος είπε ότι δεν ήταν σίγουρος και δεν το απέκλεισε. Δεν θεωρούμε ότι το ζήτημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Αν μη τι άλλο, ο Κατηγορούμενος δέχεται ότι είχε ερωτική επαφή την εν λόγω περίοδο με την K.K., έστω και αν η ακριβής φύση της επαφής από πλευράς του έμεινε αδιευκρίνιστη. Δεχόμαστε επομένως ότι η K.K. όντως έκανε παράπονο στον ΜΚ 2 σε σύντομο χρόνο από την εργοδότηση της για σεξουαλικής φύσεως ενέργειες κατά του προσώπου της από τον Κατηγορούμενο και ότι ήταν αναστατωμένη. Ο ΜΚ 2 είχε ως εκ τούτου λεκτική αντιπαράθεση με τον Κατηγορούμενο και εν τέλει εξασφάλισε την αποδέσμευση της. Κρίνουμε ότι ο ΜΚ 2 είπε την αλήθεια για το ότι ο Κατηγορούμενος του είπε «έθελεν με». Σημειώνουμε ότι ο συνήγορος Υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του ΜΚ 2 του υπέβαλε, ανεπιτυχώς, ότι είχαν άλλο νόημα οι λέξεις «εν φωθκιά» ενώ ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι είπε κάτι τέτοιο. Δεν έχει καταδειχθεί, ούτε διαπιστώνουμε λόγο, γιατί ο ΜΚ 2 να μην είπε την αλήθεια γι' αυτό το ζήτημα. Κρίνουμε ότι από το απόσπασμα της αντεξέτασης που παραθέσαμε πιο πάνω διαφαίνεται ακριβώς αυτή η προσήλωση του στην αλήθεια. Η K.K. μας έκανε καλή εντύπωση. Δεν μας διαφεύγει ότι υπήρξε καθυστέρηση καταγγελίας του περιστατικού στην αστυνομία. Την όλη συμπεριφορά της την αξιολογήσαμε έχοντας υπόψη κατά νουν τις αρχές της Αγγλικής νομολογίας, όπως αυτές συνοψίζονται στο Crown Court Compedium Part 1, August 2021, Judicial College, Sexual Offences, παρ. 20-1 (βλ. D. [2008] EWCA Crim 2557 και Breeze [2009] EWCA Crim 255) ότι το Δικαστήριο (κατ΄ αναλογίαν με τις οδηγίες προς τους ενόρκους) θα πρέπει να έχει κατά νουν ότι, η εμπειρία καταδεικνύει ότι οι άνθρωποι αντιδρούν διαφορετικά όταν δεχθούν σεξουαλική κακοποίηση και δεν υπάρχει κλασικός τρόπος αντίδρασης, ότι κάποιοι δυνατόν να παραπονεθούν αμέσως ενώ άλλοι λόγω του σοκ ή ντροπής να μην το πράξουν για καιρό και ότι η καθυστέρηση στην υποβολή παραπόνου δεν καθιστά το παράπονο ψευδές (βλ. επίσης ΕΑ, ανωτέρω). Είναι ζήτημα αξιολόγησης δηλαδή όλων των περιστάσεων, έχοντας κατά νουν ότι η υπόθεση αξιολογείται βάσει του τεκμηρίου της αθωότητας και της ανάγκης θεμελίωσης των κατηγοριών πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Αντωνίου v Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 766). Θεωρούμε ότι η κατάσταση στην οποία περιέπεσε λόγω οικονομικής ανάγκης και ανασφάλειας, υπό τις περιστάσεις, δικαιολογούν την καθυστέρηση. Ούτε θεωρούμε ότι οι φωτογραφίες του Τεκμηρίου 9 ανατρέπουν αυτή την εικόνα. Δεχόμαστε την μαρτυρία της στην ολότητα της, τόσο όσον αφορά το ωράριο εργασίας της από τις 30.12.2017 μέχρι την αποδέσμευση της την 16.1.2018 αλλά και τα όσα ανέφερε για τη σεξουαλική βία που ασκήθηκε εναντίον της μέχρι και την αποδέσμευση της. Όσον αφορά την επιστροφή της στον Κατηγορούμενο, δεχόμαστε τους λόγους που εξέθεσε και ότι συναίνεσε στο να έχει σεξουαλικές σχέσεις με τον Κατηγορούμενο. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος ενδεχομένως να έστειλε χρήματα στη θυγατέρα της (Τεκμήριο 11), πάλι κάτω από περιστάσεις που δεν υποβλήθηκαν στην K.K., ή ότι την πήρε σε δικηγόρο για να τύχει βοήθειας για τα χρήματα που της απέσπασαν πρόσωπα από το Πακιστάν, δεν μεταβάλλουν την εικόνα που σχηματίσαμε. Ο Κατηγορούμενος είχε προβάλει ότι είχαν δεσμό. Στην ουσία ανέφερε ότι ήταν η K.K. που του ρίχτηκε από την πρώτη στιγμή και ότι αυτή τον «βίασε» και ότι του είπε αυτά που ανέφερε στα «ινδιάνικα». Άφησε μομφές κατά του χαρακτήρα της, ότι δηλαδή ήταν πόρνη. Πολλά σημεία της μαρτυρίας του για δήθεν απαγωγή της και ο λόγος που την κλείδωνε μας δημιουργούν αμφιβολία για τις θέσεις του. Δεν της τέθηκαν ούτε κατά την αντεξέταση της. Στην Adidas Sportshuhfabriken Adi Dassler KG v The Jonitexo Limited
(1987)1 CLR 383, υπογραμμίστηκε ότι η ελευθερία αμφισβήτησης της θέσης της άλλης πλευράς βρίσκεται στον πυρήνα του δικαιïκού μας συστήματος της αντιπαράθεσης που βασίζεται στη διασαφήνιση της αλήθειας, με τη διαδικασία της αμφισβήτησης του αντιδίκου με όλες τις βασικές θέσεις της άλλης πλευράς. Στην απουσία τέτοιας αμφισβήτησης, το Δικαστήριο έχει ενώπιον του μόνο τη θέση της μιας πλευράς και μπορεί για αυτό το λόγο να την αγνοήσει ως μονόπλευρη και ασυμβίβαστη με το δικαίωμα του αντιδίκου να παρουσιάσει τη θέση του, σχετικώς με το θέμα που εξετάζεται (βλ. Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, ανωτέρω, σελ. 721). Ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων (βλ. Tekinder Pal v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551). Απορρίπτουμε επομένως τη μαρτυρία του και την εκδοχή που προέβαλε. Η K.K. καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο παρατηρούσε όλες τις εκφάνσεις, αντιδράσεις, συμπεριφορές της, τη χρήση λέξεων, εκφράσεων, ειρμού σκέψης, τους λόγους που είχε να ενθυμείται ή να μην ενθυμείται κάποιο γεγονός, τις όποιες μικροδιαφορές σε κάποιους ισχυρισμούς της, τη συνέπεια στους ισχυρισμούς της στην ουσία της υπόθεσης, αντιπαραβάλλοντας, συγκρίνοντας και κοσκινίζοντας τη μαρτυρία της με όλη την υπόλοιπη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με ιδιαίτερη προσοχή με αυτή του Κατηγορουμένου, επιδεικνύοντας το πιο ψηλό βαθμό προσοχής και εγρήγορσης, ήταν σταθερή, συνεπής και ειλικρινής. Δεν προσπάθησε να δείξει ένα άλλο πρόσωπο από αυτό που αναδύθηκε μέσα από το ιστορικό της σχέσης της με τον Κατηγορούμενο. Αναφέρθηκε ξεκάθαρα στα όσα συνέβησαν την πρώτη περίοδο εργοδότησης της από τον Κατηγορούμενο, το τί επακολούθησε και στους λόγους οι οποίοι την οδήγησαν στο να εργοδοτηθεί ξανά από αυτόν. Όπως ήδη αναφέραμε αρκετές θέσεις του Κατηγορουμένου, όπως η επιθυμία της να γίνει πόρνη ή ότι η ίδια ρίχθηκε στον Κατηγορούμενο, δεν της είχαν τεθεί κατά την αντεξέταση. Αφού προβληματιστήκαμε βαθύτατα, δεν έχουμε απολύτως κανένα ενδοιασμό και καμιά επιφύλαξη ότι αυτή ανέφερε την αλήθεια στο Δικαστήριο, όπως ανωτέρω εξηγείται κατά την εξιστόρηση των γεγονότων μέσα από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, και αποδεχόμαστε την εκδοχή της ως αληθινή. Ι.
  1. ΟΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ B.G. ΚΑΙ Η ΑΦΙΞΗ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ Η B.G. (Έγγραφο E, η κατάθεση της - Τεκμήρια 4 και 4(α) οι μεταφράσεις) ανέφερε ότι κατάγεται από την περιοχή του Νεπάλ. Φοίτησε μέχρι και το γυμνάσιο. Προτού έρθει στην Κύπρο διέμενε με την οικογένεια της αδελφής της, δηλαδή την αδελφή της, τον σύζυγο της και τα δύο τους τέκνα. Η B.G. διατηρούσε ένα μικρό κατάστημα πώλησης ρούχων. Περί τον Μάιο του 2019 πώλησε την επιχείρηση και συνέχισε να εργάζεται στο μικρό εστιατόριο που διατηρούσε η αδελφή της, χωρίς όμως να αμείβεται. Αποφάσισε να έλθει στην Κύπρο για ένα καλύτερο αύριο. Επικοινώνησε αρχικά με μια φίλη της, την K. Bhandari (MK 6), και μια άλλη κοπέλα οι οποίες διαμένουν και εργάζονται στην Κύπρο. Ακολούθως απευθύνθηκε σε πράκτορα στο Νεπάλ. Κατέβαλε σ' αυτόν το ποσό των €3000 περίπου. Το ποσό αυτό της δόθηκε από τη μητέρα και την αδελφή της. Αντιλήφθηκε ότι θα εργαζόταν «στα χωράφια» και ότι θα μάζευε σταφύλια. Θα εργαζόταν 8 ώρες την ημέρα και θα λάμβανε €500 μηνιαίως. Τα ζητήματα αυτά την βοήθησε να ξεκαθαρίσει η ΜΚ 6 στην οποία, πριν μεταβεί στην Κύπρο, είχε στείλει την άδεια εισόδου. Το πρακτορείο δεν της έδωσε τα στοιχεία κάποιου για να επικοινωνήσει αν προέκυπτε πρόβλημα. Της ανέφεραν απλά ότι θα την παραλάμβανε κάποιος στο αεροδρόμιο. Η B.G. αφίχθηκε στην Κύπρο στις 12.7.2019 περί ώρα 12:
  2. Για όλα τα πιο πάνω ζητήματα, ως προς τις περιστάσεις της B.G. και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ήρθε στην Κύπρο δεν υπήρξε οποιαδήποτε αμφισβήτηση της και ως εκ τούτου προβαίνουμε και σε ανάλογα ευρήματα. Ι.
  3. ΤΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΚΑΤΑΛΟΓΙΖΕΙ Η B.G. ΣΤΟΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟ Στο αεροδρόμιο ανέμενε στην καφετερία επειδή δεν ήρθε κανείς να την παραλάβει. Τηλεφώνησε στο πρακτορείο και της είπαν ότι κάποιος θα περνούσε να την παραλάβει. Εν τέλει ήρθε ο Κατηγορούμενος που της συστήθηκε ως ο εργοδότης της. Ο Κατηγορούμενος, καθώς οδηγούσε, ζήτησε να δει το διαβατήριο της. Το έπιασε χωρίς να της το επιστρέψει. Ανέφερε επίσης τα ακόλουθα όσον αφορά τη μετάβαση τους στο σπίτι του Κατηγορούμενου (σελ. 3 του Τεκμηρίου 4 (α)): «. καθώς πηγαίναμε σπίτι του με αγκάλιασε με το αριστερό του χέρι αλλά έσπρωξα το χέρι του μακριά. Μετά άγγιξε το στήθος μου με το χέρι του αλλά έσπρωξα το χέρι του πίσω και του είπα να μην με αγγίζει. Μετά από αυτό θύμωσε. Το κατάλαβα επειδή ξεκίνησε να οδηγεί πιο γρήγορα». Όταν έφτασαν στο σπίτι, της έδειξε το υπνοδωμάτιο της στον πρώτο όροφο της οικίας. Της πρόσφερε φαγητό, αυτή όμως δεν ήθελε. Ήπιε μόνο νερό. Ακολούθως της έδειξε τα χωράφια στα οποία θα εργαζόταν. Όταν επέστρεψαν ήπιαν τσάι στην κουζίνα. Επειδή δεν είχε κάρτα τηλεφώνου (για Κύπρο) του ζήτησε αν μπορούσε να μιλήσει στο δικό του κινητό τηλέφωνο με την οικογένεια της και τη ΜΚ
  4. Αφού επικοινώνησε μαζί τους ο Κατηγορούμενος, σύμφωνα με την B.G. (σελ. 5 του Τεκμηρίου 4 (α)): «. ξεκίνησε να με αγγίζει, με τράβηξε προς το μέρος του και με φίλησε στα χείλη. Δεν μου άρεσε και του είπα να μην με αγγίζει και θύμωσε και μου ζήτησε να βγάλω όλα μου τα χρυσαφικά και το ρολόι μου και να του τα δώσω. Μου είπε ότι δεν ήθελε να φορά αυτά τα πράγματα. Επίσης μου ζήτησε να του δώσω το τηλέφωνο μου και του το έδωσα.» Αντεξεταζόμενη αρνήθηκε ότι απλά του τα παρέδωσε για να μην καταστραφούν. Ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος ήταν θυμωμένος και τα πήρε. Επικοινωνούσαν μεταξύ τους στα Αγγλικά. Η ίδια καταλαβαίνει Αγγλικά, αλλά δεν μπορεί να τα μιλήσει καλά. Του έλεγε «don't touch me, I don't like». Πήγε στο υπνοδωμάτιο της και ξάπλωσε για να χαλαρώσει. Δεν ένιωθε ασφαλής κοντά του. Τα γεγονότα εκτυλίχθηκαν, σύμφωνα με την B.G., ως ακολούθως (σελ. 4 του Τεκμηρίου 4 (α)): «Αυτός πήγε στο δωμάτιο μου και πήρε μια πετσέτα και πήγε στο μπάνιο και έκανε ντους. Μετά βγήκε από το μπάνιο φορώντας μόνο την πετσέτα και ήρθε στο δωμάτιο, όπου ξάπλωνα στο κρεβάτι. Τα πόδια μου άγγιζαν στο πάτωνα (sic) και ξάπλωνα στο κρεβάτι. Μόλις τον είδα σηκώθηκα. Κάθισε στο κρεβάτι δίπλα μου στα δεξιά μου. Μετά έβαλε το αριστερό του πόδι πάνω στα πόδια μου και προσπάθησε να μου βγάλει το πουκάμισο μου και τον έσπρωξα πίσω αλλά κατάφερε να μου βγάλει το πουκάμισο μου και πήγα στο δωμάτιο μου. Με ακολούθησε στο δωμάτιο μου ενώ κρατούσε το πουκάμισο μου.» (Η κατάθεση της στην αστυνομία διεκόπη για να ξαναρχίσει) «Eρ.14: Ενώ προσπαθούσε να σου βγάλει το πουκάμισο σου είπε κάτι; Α.14: Όχι. Του έλεγα: «Μην με αγγίζεις, δεν μου αρέσει» και τον έσπρωχνα πίσω και κατάφερα να διαφύγω. Μετά με ακολούθησε στο δωμάτιο μου και με έσπρωξε πάνω στο κρεβάτι. Μου αφαίρεσε τα ρούχα μου και αφαίρεσε επίσης την πετσέτα που φορούσε και έβαλε τα δάκτυλα του μέσα στον κόλπο μου. Ερ.15: Περίγραψε μου πως κατάφερε να σου αφαιρέσει τα ρούχα σου ενώ ξάπλωνες πάνω στο κρεβάτι; Α.15: Ήρθε από πάνω μου, έβαλε τα δύο του χέρια πίσω στην πλάτη μου και ξεκούμπωσε το στηθόδεσμο μου. Προσπάθησα να σηκωθώ αλλά δεν μπορούσα. Μετά άρπαξε τα χέρια μου με το χέρι του και με το άλλο χέρι προσπαθούσε να μου βγάλει το παντελόνι αλλά δεν μπορούσε με μόνο ένα χέρι. Φορούσα ένα ¾ στενό παντελόνι. Έτσι, άφησε τα χέρια μου και με τα δύο του χέρια μου αφαίρεσε το παντελόνι. Τον έσπρωξα μακριά με τα χέρια μου αλλά μέχρι εκείνη την στιγμή θύμωσε και έβαλε τα τρία δάκτυλα του μέσα στον κόλπο μου. Ερ.16: Ενώ τον έσπρωχνες, τον έγδαρες ή προκάλεσες κάτι στο σώμα του; Α.16: Όχι. Ενώ το έκανε αυτό του είπα του είπα ότι θα τηλεφωνήσω της αστυνομίας και μου είπε ότι θα με βάλει φυλακή. Έκλαιγα και μου έλεγε ότι ήθελε να κάνει σεξ μαζί μου και ποιο ήταν το πρόβλημα να κάνω σεξ μαζί του.» Ανέφερε ότι προσπάθησε να μην δει το πέος του γιατί αηδίαζε. Κατάφερε να ξεφύγει κλαίγοντας. Πήγε στο άλλο δωμάτιο και φόρεσε τα ρούχα της. Το εσώρουχο της είχε σκιστεί από τη βία που άσκησε ο Κατηγορούμενος, ανέφερε αντεξεταζόμενη. Ο Κατηγορούμενος πήγε στο ισόγειο, ντύθηκε και έφυγε. Δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με κανένα γιατί δεν είχε τηλέφωνο. Προφορικά εξήγησε ότι και να έφευγε από το παράθυρο δεν είχε που να πάει. Είχε πολύ λίγα σπίτια στην περιοχή. Της είπε επίσης ότι αν έφευγε θα έπαιρνε εκείνος την αστυνομία και ότι θα την έστελνε πίσω στο Νεπάλ. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει πιο χέρι (αριστερό ή δεξί) χρησιμοποίησε ο Κατηγορούμενος. Ο Κατηγορούμενος επέστρεψε με την παρέλευση μισής ώρας περίπου. Σύμφωνα με την B.G. (σελ. 5 του Τεκμηρίου 4 (α)): «. μου είπε να κοιμηθώ μαζί του στο ίδιο κρεβάτι. Αρνήθηκα αλλά με ακολουθούσε όπου και αν πήγαινα και επέμενε να κοιμηθώ μαζί του. Μου έλεγε ότι πλήρωσε λεφτά για εμένα και πως έπρεπε να τον υπακούω και να κοιμηθώ μαζί του και πως είναι ευθύνη μου. Κοιμήθηκα μαζί του εκείνο το βράδυ στο κρεβάτι του αλλά δεν ήμουν ξύπνια όλο το βράδυ.» Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι του είπε ότι αν την άγγιζε θα αυτοκτονούσε. Η B.G. παρέμεινε ντυμένη με τα ίδια ρούχα που φορούσε. Ο χώρος του μπάνιου ήταν πολύ βρώμικος για να κάνει μπάνιο. Το πρωί η B.G. κατέβηκε στην κουζίνα και έκανε ένα τσάι. Ο Κατηγορούμενος έφυγε κλειδώνοντας την κυρίως είσοδο. Όταν επέστρεψε ο Κατηγορούμενος συνοδευόταν από μια «Ινδή». Όταν την είδε η B.G. της είπε όλη την ιστορία. Δεν την γνώριζε. Ούτε έμαθε το όνομα της. Η Ινδή της είπε ότι ο Κατηγορούμενος είναι κακός. Η B.G. ζήτησε τη βοήθεια της. Με το τηλέφωνο της Ινδής κατάφερε να πάρει τηλέφωνο την ΜΚ 6 λέγοντας της τι συνέβη. Η ΜΚ 6 της είπε ότι θα την βοηθήσει να φύγει. Η Ινδή της είπε ότι αν δεν μπορέσει να τη βοηθήσει η ΜΚ 6, ότι θα έστελνε να την πιάσει ένας Ινδός με κόκκινο αυτοκίνητο. Θα έπρεπε να βγει από το παράθυρο. Της είπε ότι ο Κατηγορούμενος έκανε τα ίδια και σε άλλα κορίτσια και πως τις βοήθησε και αυτές να διαφύγουν. Όταν επέστρεψαν από τα χωράφια η Ινδή άρχισε να φωνάζει στον Κατηγορούμενο. Η B.G. δεν καταλάβαινε τι του έλεγε. Όπως της εξήγησε μετά, του είπε πως αν πάθαινε κάτι η B.G., αυτός θα ευθυνόταν και ότι του είπε να της δώσει πίσω τα πράγματα της. Περί της 18:00 η Ινδή της είπε ότι θα την σώσει και να μην κάνει κάτι κακό στο εαυτό της. Ο Κατηγορούμενος την άφησε σπίτι, κλείδωσε την κύρια είσοδο και πήρε την Ινδή σπίτι της. Την επόμενη μέρα ο Κατηγορούμενος της έδωσε τα πράγματά της όχι όμως το κινητό της τηλέφωνο. Ως προς τη συνάντηση της με την B.G., η K.K. ανέφερε τα ακόλουθα (σελ. 7 του Τεκμηρίου 3(α)): «Μέσα του Ιούλη ήρθε ακόμη ένα κορίτσι για να εργαστεί για τον [Κατηγορούμενο]. Την πρώτη μέρα που την είδα ήταν αναστατωμένη και ζήτησε την βοήθεια μου. Μου εξήγησε ότι ο [Κατηγορούμενος] προσπάθησε να κάνει σεξ μαζί της και ήθελε να φύγει από το σπίτι. Μου ζήτησε να χρησιμοποιήσει το τηλέφωνο μου για να τηλεφωνήσει σε ένα άλλο κορίτσι από το Νεπάλ για να έρθει να την πάρει. Μου εξήγησε ότι δεν είχε τηλέφωνο και ότι ήταν κλειδωμένη μέσα στο σπίτι. Της είπα ότι θα την βοηθήσω, όπως και έκανα. Αυτό το κορίτσι είναι από το Νεπάλ. Δε θυμάμαι το όνομα της.» Η K. Bhandari (ΜΚ 6) αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι με την B.G. έγιναν φίλες μέσω Facebook. Ήταν αυτή που ειδοποίησε την αστυνομία, όταν η B.G. την ενημέρωσε ότι ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να τη βιάσει την ημέρα που κατέφθασε στην Κύπρο. Η B.G., όταν η ΜΚ 6 τη συνάντησε στον αστυνομικό σταθμό στο Παραλίμνι, έκλαιγε. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο, όταν ήρθε η B.G. την ανέμενε πολλή ώρα στο αεροδρόμιο. Εν τέλει τη συνάντησε, 1½ ώρα μετά την άφιξη του, της έγνεψε με νόημα ότι «εν πάτσους που θέλεις». Δεν της χάιδεψε το στήθος. Αφού της έδειξε τα χωράφια, την πήρε στο σπίτι οπότε και περιέγραψε το λόγο που της έπιασε το κινητό της τηλέφωνο (σελ. 24 των πρακτικών ημερ. 23.2.2022): «Μετά τις 3:00 η ώρα, τα χωράφια μου είναι κοντά στο σπίτι, δηλαδή το σπίτι είναι στη βιομηχανική και μετά 80 - 100 μέτρα είναι τα χωράφια μου και την επήρα και της έδειξα. Ήταν Ιούλης μήνας ζέστη, αλλά την ώρα που την επήρα ήταν 4:00 5:00 η ώρα, δώσαμε ένα γυρόν, της τα έδειξα, άρχισε να σουρουπώνει και πρόσεξα αυτή να στέκεται στο μπαλκόνι και κρατούσε το τηλέφωνο και το αναβόσβηνε πάνω στο μπαλκόνι. Το αναβόσβηνε και της το έπιασα και της είπα "θα τηλεφωνάς με το δικό μου τηλέφωνο, δεν είναι το σπίτι μου για τέτοια που σε έφερα", δηλαδή να κάνουμε σήμα όπως κάνουν ορισμένες που τις φέρνουμε δακάτω και της το έπιασα και το έβαλα στο ψυγείο και της είπα "Αν θέλεις να τηλεφωνήσεις να τηλεφωνάς με το τηλέφωνο μου". Δεν είπε η γυναίκα τίποτε, μου το έδωσε.» Της ζήτησε επίσης να αφαιρέσει όλα τα χρυσαφικά της. Αρνήθηκε ότι την άγγιξε ή ότι την απείλησε. Ισχυρίστηκε ότι η B.G. ενώ έβλεπε τηλεόραση στο κρεβάτι αποκοιμήθηκε δίπλα του, αλλά δεν την πείραξε. Ούτε ήταν δυνατό να χρησιμοποιήσει τα δάκτυλα του όπως ανέφερε η B.G. Ανέφερε και υπέδειξε στο Δικαστήριο ότι τα δάκτυλα του λόγω της υγείας του δεν κλείνουν. Σημειώνουμε όμως ότι, αντεξεταζόμενος, ήταν σε θέση να χρησιμοποιήσει στυλό κανονικά για να γράψει, κλείνοντας τα δάκτυλα. Την επόμενη μέρα, ενώ δούλευαν, η B.G. του είπε να του δώσει €300 για να της δώσει απαλλαγή. Αρνήθηκε. Του επανέλαβε την πρόταση της το βράδυ ενώ κάθονταν και έβλεπαν τηλεόραση και μάλιστα τον κλώτσησε. Ήταν η θέση του ότι η καταγγελία της B.G. ήταν κακόβουλη. Είχε σκοπό να εγκαταλείψει την εργασία της γιατί δεν ήθελε να δουλέψει στα χωράφια. Ανέφερε επίσης ότι η B.G. και η K.K. καβγάδισαν μια μέρα. Δεν ήξερε τον λόγο. Η K.K. μάλλον τη ζήλεψε. Η K.K. τον κατήγγειλε ενώ κρατείτο για 20 - 25 μέρες επειδή ήταν παράνομη. Ο λόγος καταγγελίας ήταν αρχικά η ζήλεια και ακολούθως για να αποφύγει την πληρωμή των χρημάτων που του χρωστούσε. Αρνήθηκε υποβολή ότι την έβαζε να εργάζεται υπερωρίες. Σε ότι αφορά τις εισόδους - εξόδους, ανέφερε ότι η οικία είχε δύο εισόδους, μια νότια και μια βόρεια. Το κλειδί της νότιας εισόδου είναι απέξω και της βόρειας από μέσα. Δεν τις κλείδωνε μέσα. Σύμφωνα με την B.G., μόνο αυτή και η «Ινδή» εργάζονταν το δεδομένο χρόνο στον Κατηγορούμενο. Βλέποντας τη μαρτυρία στο σύνολο της, και χωρίς να έχει εισηγηθεί ουδείς των συνηγόρων το αντίθετο, δεχόμαστε ότι η αναφορά της σε «Ινδή» αφορά την παραπονούμενη, K.K. Η ταυτόχρονη συνύπαρξη τους άλλωστε, είναι δεκτή και από τον Κατηγορούμενο. Αξίζει τέλος να σημειωθεί ότι και οι δύο παραπονούμενες στις καταθέσεις τους ανέφεραν ότι ο Κατηγορούμενος έχει τρίχες σε όλο του το σώμα. Η B.G. προφορικά ανέφερε επίσης ότι στη χώρα της αν μάθαιναν ότι έπεσε θύμα σεξουαλικής κακοποίησης θα είχαν άσχημη αντίληψη για αυτήν. Ι.
  5. Η ΔΙΕΥΡΕΥΝΗΣΗ Η B.G. ανέφερε ότι η αστυνομία ήρθε γύρω στις 21:
  6. Κτύπησε κάποιος την πόρτα του δωματίου της. Ρώτησε ποιος είναι, και άκουσε «αστυνομία» και άνοιξε την πόρτα. Η πόρτα του δωματίου της δεν είχε κλειδί και έτσι δεν μπορούσε να κλειδώσει. Ήταν δύο άντρες, ο ένας της μιλούσε στα Χίντι. Της είπε ότι είναι από την αστυνομία αλλά δεν τον πίστεψε έτσι της έδειξε την αστυνομική του ταυτότητα. Ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να μπει στο δωμάτιο αλλά οι δύο άντρες δεν του το επέτρεψαν. Η B.G. τους εξήγησε τι συνέβη με λεπτομέρεια και τους ζήτησε να την πάρουν μακριά από εκεί. Της είπαν να πάρει τα πράγματα της. Τους εξήγησε ότι ο Κατηγορούμενος της πήρε το κινητό τηλέφωνο και του ζήτησαν να της το επιστρέψει. Ο Κατηγορούμενος τους είπε ότι το έχασε. Ένας από τους αστυνομικούς του έδωσε τον τηλεφωνικό του αριθμό να του τηλεφωνήσει όταν το βρει. Καθώς έφευγε από το σπίτι η B.G. είδε την K.K. να κάθεται στον καναπέ με μια γριά γυναίκα. Δεν γνώριζε γιατί ήταν εκεί η K.K. Την μετέφεραν στον αστυνομικό σταθμό. Μετά από λίγο ένας αστυνομικός της έδωσε το τηλέφωνο της. Έφτασε και η ΜΚ 6 και την παρέλαβε. Πήγε μαζί της στη Λεμεσό. Η B.G. φοβόταν να κάνει παράπονο και ζήτησε χρόνο να σκεφτεί. Οι αστυνομικοί της είπαν ότι αν αλλάξει γνώμη μπορούσε να πάει στον αστυνομικό σταθμό στη Λεμεσό και να κάνει το παράπονο της. Στη Λεμεσό, έμεινε με την ΜΚ 6 στο σπίτι του εργοδότη της. Την επόμενη μέρα, τη Δευτέρα 15.7.2019, πήγε σε ένα αστυνομικό σταθμό στη Λεμεσό με την ΜΚ
  7. Εκεί η B.G. τους είπε ότι δεν έχει παράπονο γιατί ήθελε δουλειά και ζήτησε χαρτί αποδέσμευσης (Τεκμήριο 8, η εν λόγω κατάθεση). Μετά συμβουλεύτηκε την ΜΚ 6 και της είπε να μιλήσει με κάποιον από το προξενείο του Νεπάλ. Την επόμενη μέρα πήγε μόνη της με το ταξί στο προξενείο του Νεπάλ για να ζητήσει βοήθεια και τους είπε τι της συνέβη. Στο Τεκμήριο 8 καταγράφηκαν τα ακόλουθα στην Αγγλική γλώσσα. Κρίνουμε σκόπιμο να παρατεθεί αυτούσια αφού, η ποιότητα των Αγγλικών καθιστά αδύνατη τη μετάφραση του στα Ελληνικά. Υπενθυμίζουμε ότι το Δικαστήριο σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία μπορεί να κάνει αποδεκτό ως αποδεικτικό μέσο και έγγραφο συνταγμένο σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα (βλ. άρθρο 5
(1)του περί των Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου, Ν.67/1988, όπως τροποποιήθηκε). Αναφέρονται τα ακόλουθα: «I am from Nepal and I came before three day in Cyprus to work as housewife in a house in a house in Paralimni the address there is ΧΧΧ, and the name of the pappou that I was going to work is ΧΧΧ. When I came in that house from the first day, pappous told me that I make many jobs there and that I make to pappou some vulgar things. I told to pappou that I don't want to make anything else except to clean, cook and take care of him. I don't like to work there and last night I left from there and I came to Limassol to stay in my friends house in ΧΧΧ. As I told you in Police I want to write down as information for you. I don't want to give statement to report anything else. The only thing that I want is to take my release and go to work in other house.» Δέχθηκε ότι το Τεκμήριο 8 έφερε την υπογραφή της, ανέφερε όμως ότι τα Αγγλικά της δεν είναι καλά. Δεν είχε μεταφραστή, τη βοηθούσε η ΜΚ
  1. Της εξηγήθηκε πολύ λίγο το τι καταγράφηκε. Δεν αντιλήφθηκε ακριβώς και υπέγραψε την κατάθεση. Η αναφορά για το ότι ήταν να εργαστεί ως οικιακή βοηθός ήταν εσφαλμένη. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι φοβόταν να πάει πίσω στον Κατηγορούμενο, γι' αυτό ζήτησε απλά χαρτί αποδέσμευσης. Μετά προέβη όμως σε κανονικό παράπονο. Δεν σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να πάει σε γιατρό για να εξεταστεί, παρόλο που ένιωσε πόνο από τα δάκτυλα του Κατηγορούμενου. Ένιωθε πολλή νευρικότητα και το πρώτο μέλημα ήταν να ξεφύγει. Αρνήθηκε εισήγηση ότι απλά γύρευε πρόφαση για να φύγει γιατί δεν ήθελε να δουλέψει στα χωράφια. Δεν είχε λόγο. Ήρθε εδώ να εργαστεί. Είχε ξοδέψει τόσα χρήματα. Η ΜΚ 6 ανέφερε ότι είχε συνοδεύσει την B.G. και στον αστυνομικό σταθμό στη Λεμεσό για να υποβάλει παράπονο. Εκεί τη βοήθησε επειδή τα Αγγλικά της B.G. είναι «πολύ φτωχά». Τους αναγνώστηκε η κατάθεση όταν αυτή καταγράφηκε. Δεν ήταν σε θέση όμως να αναγνωρίσει το Τεκμήριο 8, ως την κατάθεση που έδωσε η B.G. Αρνήθηκε εισήγηση ότι το παράπονο έγινε γιατί δεν ήθελε η B.G. να ασχοληθεί με γεωργικές εργασίες. Προφορικά ανέφερε επίσης ότι στη χώρα της αν μάθαιναν ότι έπεσε θύμα σεξουαλικής κακοποίησης θα είχαν άσχημη αντίληψη για αυτήν. Ο Α/Αστ. 3328 Ν. Σκούρου (ΜΚ 1) (Έγγραφο Α, η κατάθεση του) ανέφερε ότι στις 14.7.2019, περί ώρα 21:00, τηλεφώνησε στο ΤΑΕ Αμμοχώστου ο Φ. Μιχαηλίδης, από τη Λεμεσό και ανέφερε ότι λίγο ενωρίτερα η οικιακή βοηθός της μητέρας του, με μια φίλη της, έλαβαν πληροφορία από τη φίλη τους, B.G., ότι τις τελευταίες μέρες ο εργοδότης της προέβη σε άσεμνες πράξεις εναντίον της και ότι χρειαζόταν την βοήθεια της αστυνομίας. Αμέσως μετέβη με τον Αστ 4525 Γ. Ιωάννου στην οικία του Κατηγορούμενου στη [ ]. Εκεί εντόπισαν την Ε, σύζυγο του Κατηγορούμενου. Ο ίδιος, όπως τους ανέφερε, απουσίαζε. Ο ΜΚ 1 την πληροφόρησε ότι ήθελε να μιλήσει με την B.G. Η Ε του ανέφερε ότι την B.G. την έφερε πριν 2 - 3 μέρες ο Κατηγορούμενος για να εργαστεί στα χωράφια μαζί του. Διέμενε σε αγροικία που διατηρούν στην βιομηχανική περιοχή [ ]ς. Η Ε προσπάθησε επανειλημμένα να έρθει σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Κατηγορούμενο χωρίς επιτυχία. Ακολούθως η Ε εξέφρασε την επιθυμία να τους οδηγήσει η ίδια προς την αγροικία που διέμενε η B.G., πράγμα το οποίο έπραξε. Όταν έφτασε ο ΜΚ 1 στην αγροικία, χτύπησε την πόρτα και φώναξε το όνομα της B.G. επανειλημμένα, χωρίς ανταπόκριση. Μετά την πάροδο δύο με τριών λεπτών περίπου, αφίχθηκε στο μέρος ο Κατηγορούμενος. Ο ΜΚ 1 τον ενημέρωσε ότι ήταν από το ΤΑΕ Αμμοχώστου και τον πληροφόρησε ότι ήθελε να μιλήσει με την B.G. Ο Κατηγορούμενος τον ρώτησε εάν συμβαίνει κάτι. Ο ΜΚ 1 απλώς του ανέφερε ότι θέλει να τη δει και να της μιλήσει. Ο Κατηγορούμενος, αφού άνοιξε την πόρτα της κουζίνας με το κλειδί που κρατούσε, ανέφερε στον ΜΚ 1 ότι η B.G. κοιμάται σε ένα από τα δωμάτια του πρώτου ορόφου. Ο ΜΚ 1 του ζήτησε να του υποδείξει το δωμάτιο της και αφού ανέβηκε τις σκάλες μαζί με τον Κατηγορούμενο και με τον Αστ. 4525 Γ. Ιωάννου, του υπέδειξε το δωμάτιο της. Ο ΜΚ 1 χτύπησε την πόρτα φωνάζοντας ταυτόχρονα το όνομα της και αναφέροντας ότι ήταν αστυνομικός. Η B.G. αμέσως ανταποκρίθηκε. Ο ΜΚ 1 την ρώτησε εάν ζήτησε βοήθεια και αυτή απάντησε αμέσως θετικά και άνοιξε την πόρτα του δωματίου της. Ο ΜΚ 1 επιβεβαίωσε τα στοιχεία της. Ακολούθως ο ΜΚ 1 είπε στον Κατηγορούμενο να κατέβει στην κουζίνα και να τον αφήσει με τον Αστ. 4525 Γ. Ιωάννου να της μιλήσουν για λίγο. Προφορικά ο ΜΚ 1 διευκρίνισε ότι με την B.G. επικοινωνούσαν στα Αγγλικά και ότι η B.G. μιλούσε καλά Αγγλικά. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν θυμόταν ακριβώς το τί λέχθηκε στα Αγγλικά. Αφού έφυγε ο Κατηγορούμενος, η B.G. άρχισε να τους λέει κλαίγοντας ότι ήθελε να φύγει αμέσως από το σπίτι που διέμενε και ότι δεν ήθελε πλέον να εργαστεί γιατί ο Κατηγορούμενος, της ζήτησε σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις να κάμει έρωτα μαζί του. Ταυτόχρονα είχε προβεί σε άσεμνες πράξεις εναντίον της, χαϊδεύοντας την σε διάφορα μέρη του σώματος της και στα γεννητικά της όργανα. Ο ΜΚ 1 αρνήθηκε εισήγηση ότι η B.G. απλά ήθελε να φύγει από την εργασία της γιατί ήταν δύσκολη. Ακολούθως ο ΜΚ 1 της είπε να ετοιμάσει όλα τα προσωπικά της αντικείμενα για να την μεταφέρουν στα γραφεία του ΤΑΕ στο Παραλίμνι, για να προβεί γραπτώς στο παράπονο της. Ο ΜΚ 1 ενημέρωσε επίσης τον Κατηγορούμενο για την πρόθεση της να εγκαταλείψει τον χώρο εργασίας της χωρίς αυτός να φέρει οποιαδήποτε αντίρρηση. Κατά την αναχώρηση τους από την αγροικία, η B.G. ανέφερε στον ΜΚ 1 ότι έχασε το κινητό της τηλέφωνο και ότι υποψιαζόταν ότι της το έπιασε ο Κατηγορούμενος. Ο ΜΚ 1 πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο για τις υποψίες της B.G. και αυτός τις αρνήθηκε κατηγορηματικά. Ανέφερε ότι θα έψαχνε παντού να το εντοπίσει και αν το έβρισκε θα το παρέδιδε στην αστυνομία. Η B.G. μεταφέρθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ Αμμοχώστου. Εκεί ζήτησε να έρθει σε τηλεφωνική επικοινωνία με τη φίλη της, MK 6, επίσης από το Νεπάλ, η οποία διαμένει στη Λεμεσό. Αφού της τηλεφώνησε, της ζήτησε όπως προσέλθει στα γραφεία του ΤΑΕ για να την παραλάβει και να την μεταφέρει μαζί της στην Λεμεσό όπου διαμένει. Ο ΜΚ 1, μετά από παράκληση της B.G. , εξήγησε στην ΜΚ 6 που βρίσκονται τα γραφεία του ΤΑΕ. Η ΜΚ 6 ήδη βρισκόταν στο δρόμο προς το Παραλίμνι. Ενώ ανέμεναν την ΜΚ 6, προσήλθε ο Κατηγορούμενος στα γραφεία του ΤΑΕ και παρέδωσε το κινητό τηλέφωνο της B.G.. Ο κατηγορούμενος ανέφερε στον ΜΚ 1 ότι το βρήκε πάνω από το ψυγείο στην κουζίνα της αγροικίας και στη συνέχεια αποχώρησε. Περί ώρα 23:30 προσήλθε στα γραφεία του ΤΑΕ η ΜΚ 6, μαζί με τον φίλο της Amir, για να παραλάβουν την B.G. Ο ΜΚ 1 ζήτησε από την B.G. επανειλημμένα να προβεί σε γραπτή κατάθεση, η B.G. όμως αρνήθηκε αναφέροντας του ότι το μόνο που ήθελε ήταν να εγκαταλείψει τον χώρο εργασίας της και ότι ήθελε πρώτα να σκεφτεί για το τι θα πράξει. Προτού αναχωρήσουν εξηγήθηκε στην B.G. και στην ΜΚ 6 ότι την επόμενη μέρα, 15.7.2019, θα έπρεπε να επισκεφτούν το ΤΑΕ Λεμεσού όπου η B.G., θα έπρεπε να δώσει γραπτή κατάθεση αν ήθελε να διερευνηθεί το παράπονο της. Την 15.7.2019 η B.G. μετέβη στο ΤΑΕ Λεμεσού, όπου της λήφθηκε γραπτή κατάθεση, από την Γ/Αστ 1276 Ε. Προκοπίου, στην οποία ανέφερε ότι το μόνο που ήθελε από την αστυνομία ήταν η απλή καταγραφή του γεγονότος και να εγκαταλείψει τον χώρο εργασίας της. Την 16.7.2019 η B.G. μετέβη στο προξενείο του Νεπάλ. Εκεί ενημέρωσε τον πρόξενο κ. Κ. Κτωρίδη για το συμβάν, ότι άλλαξε γνώμη και ήθελε να διερευνηθεί η υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου. Ο ΜΚ 1 ενημερώθηκε σχετικά από τον κ. Κ. Κτωρίδη και του είπε να αναφέρει στην B.G. ότι πρέπει να προσέλθει στα γραφεία του ΤΑΕ για τη λήψη κατάθεσης. Αφού ο κ. Κ. Κτωρίδης την ενημέρωσε σχετικά του απάντησε ότι θα προσέλθει στις 17.7.2019 για να δώσει κατάθεση συνοδευόμενη από υπάλληλο του προξενείου. Ο ΜΚ 1 ενημέρωσε σχετικά και το Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων («ΓΚΕΠ»). Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η B.G. δεν προσήλθε στο ΤΑΕ αφού ανέλαβε την διερεύνηση το ΓΚΕΠ. Η Α/Αστ. 3664 Γ. Νεοκλέους (ΜΚ 3) (Έγγραφο Γ, η κατάθεση της) στις 30.7.2019 και 2.9.2019, με την βοήθεια του διερμηνέα K. Poudel, έλαβε συνεντεύξεις από την B.G.. Στις 4.9.2019, 6.9.2019 και 22.9.2019, με τη βοήθεια του διερμηνέα M. Singh, έλαβε συνεντεύξεις από την K.K. Οι καταθέσεις που λήφθηκαν από τις K.K. και B.G., όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 3, 3(α) και 4, 4(α). Στις 18.9.2019 και η ώρα 09:15, μετέβη στην περιοχή Περνέρα, στα πλαίσια αστυνομικής επιχείρησης, στα υποστατικά και γεωργική φάρμα του Κατηγορούμενου, στη [ ]. Στην επιχείρηση έλαβαν μέρος επίσης, ο Λοχ. 1423, η Λοχ. 1458 και ο Αστ. 530 του ΓΚΕΠ, η Αστ.622 του ΤΑΕ Αμμοχώστου και δύο επιθεωρητές εργασίας. Στο μέρος δεν ανευρέθηκε οποιοσδήποτε και αφού εντοπίστηκε ο Κατηγορούμενος σε παρακείμενα χωράφια κλήθηκε στην αγροικία. Του εξηγήθηκαν οι λόγοι της διερεύνησης και ότι η αστυνομία ήθελε να ερευνήσει και να φωτογραφίσει την αγροικία. Η ΜΚ 3 του επέστησε την προσοχή του στον νόμο, και τον πληροφόρησε ότι αν επιθυμούσε μπορούσε να επικοινωνήσει με δικηγόρο. Ο Κατηγορούμενος απάντησε «δε χρειάζεται τωρά». Την ίδια μέρα και η ώρα 09:55 η ΜΚ 3 έλαβε από τον Κατηγορούμενο συγκατάθεση για έρευνα της αγροικίας του. Η συγκατάθεση λήφθηκε στην παρουσία του Αστ.
  2. Η έρευνα της οικίας έγινε με τη βοήθεια του Αστ. 530 και στην παρουσία της Αστ. 622, η οποία εκτελούσε χρέη φωτογράφου (Τεκμήριο 5, η δέσμη των 28 φωτογραφιών). Κατά την έρευνα δεν ανευρέθηκε οτιδήποτε το επιλήψιμο. Ακολούθως, την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 12:35 - 14:00, η ΜΚ 3 έλαβε στην παρουσία του Αστ. 530, ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 1) από τον Κατηγορούμενο αφού προηγουμένως του έδωσε γραπτώς τα δικαιώματα του και του επέστησε την προσοχή του στον νόμο. Ο Κατηγορούμενος όταν κατηγορήθηκε γραπτώς απάντησε, «Δεν παραδέχομαι. Ότι έχω να πω θα το πω στο δικαστήριο» (Τεκμήριο 2, η γραπτή κατηγορία). Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι δεν κρίθηκε σκόπιμο να εξεταστεί ιατρικά η B.G.. Κατά την άποψη της ήταν σύνηθες, θύματα σεξουαλικής βίας να μην προβαίνουν αμέσως σε παράπονο. Επιβεβαίωσε επίσης καταγγελία του Κατηγορούμενου την 28/3/2018 ότι η K.K. με τον ατζέντη της με δόλιο τρόπο έφυγε για να εργαστεί σε άλλο εργοδότη. Οι ΜΚ 1 και ΜΚ 3 ήταν οι αστυνομικοί που ενεπλάκησαν στη διερεύνηση των καταγγελιών. Ο ΜΚ 1 είχε ανταποκριθεί σε κλήση της ΜΚ
  3. Ο ΜΚ 1 ανέφερε με σαφή και καθαρό τρόπο τις ενέργειες στις οποίες προέβη σε σχέση με τη διερεύνηση του αρχικού παραπόνου. Δεν υπήρξαν αντιφάσεις ή ασάφειες στην αναφορά των γεγονότων. Χωρίς κανένα ενδοιασμό δεχόμαστε τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Σημειώνουμε ως μόνη επιφύλαξη την αναφορά του ότι η B.G. μιλούσε καλά τα Αγγλικά. Πρόκειται για την καθαρά υποκειμενική του αντίληψη η οποία δεν στηρίχθηκε σε αντικειμενικά κριτήρια. Η ΜΚ 3 επίσης μας έκανε καλή εντύπωση. Ήταν ειλικρινής και σαφής. Δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις ούτε κλονίστηκε η μαρτυρία της. Αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της όσον αφορά τη διερεύνηση της υπόθεσης και των δύο παραπονουμένων αλλά και τις ενέργειες στις οποίες η ίδια προέβη. Η B.G. δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις ούτε κλονίστηκε η μαρτυρία της. Είναι γεγονός ότι δεν ήθελε να προβεί σε καταγγελία αμέσως. Στο Τεκμήριο 8 διατυπώνονται κάποιες θέσεις της, οι οποίες όμως δεν αναιρούν το παράπονο. Γίνεται αναφορά σε «vulgar» (χυδαία) πράγματα που της ζήτησε ο Κατηγορούμενος. Η αναφορά σε «housewife» (νοικοκυρά) δεν μπορεί και ούτε παραπέμπει σε αντίληψη της ως προς την εργασία που θα έκανε, ούτε στηρίζει την εκδοχή του Κατηγορούμενου ότι ήθελε απλά πιο εύκολη εργασία. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της να παρατηρήσει τη συμπεριφορά της, τον ειρμό της σκέψης της, τις αντιδράσεις της, τους λόγους που είχε να ενθυμείται ή να μην ενθυμείται κάποιο γεγονός, τις όποιες μικροδιαφορές σε κάποιους ισχυρισμούς της, τη συνέπεια στους ισχυρισμούς της στην ουσία της υπόθεσης, και να αντιπαραβάλει και να συγκρίνει τη μαρτυρία της με όλη την υπόλοιπη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του με ιδιαίτερη προσοχή, επιδεικνύοντας τον πιο ψηλό βαθμό προσοχής και εγρήγορσης. Οι οποιεσδήποτε μικροαντιφάσεις και διαφοροποιήσεις δεν εξετάζονται μικροσκοπικά αλλά στα πλαίσια των συνθηκών και περιστάσεων του συγκεκριμένου συμβάντος, του φόβου, του πανικού και του σοκ που υπέστη η παραπονούμενη B.G. από την απρόσμενη και αναπάντεχη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου. Σημειώνουμε ότι ουδέποτε της τέθηκε η θέση ότι ο Κατηγορούμενος απλά της έκανε νεύμα και δεν τη χάιδεψε στο στήθος ούτε ότι αυτή απλά αποκοιμήθηκε δίπλα του. Σε καμία από τις δύο παραπονούμενες επίσης δεν υποβλήθηκε ότι καβγάδισαν μεταξύ τους. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι και οι δύο παραπονούμενες ανέφεραν ότι η B.G. ζήτησε βοήθεια από την K.K. στην πρώτη συζήτηση που είχαν, ενώ ήταν άγνωστες μεταξύ τους. Και οι δύο ανέφεραν ότι το σώμα του Κατηγορούμενου ήταν καλυμμένο από τρίχες. Δεν έχουμε απολύτως κανένα ενδοιασμό και καμιά επιφύλαξη ότι η B.G. ανέφερε την αλήθεια στο Δικαστήριο και αποδεχόμαστε την εκδοχή της ως αληθινή. Συμπληρώνουμε ότι τα παράπονα της B.G., αρχικά στην K.K. και ακολούθως στη ΜΚ 6, ενισχύουν την πεποίθηση μας. Αφορούν πρώτο παράπονο δυνάμει του άρθρου 10 του Κεφ. 9, αφού έγιναν με την πρώτη δυνατή ευκαιρία που δόθηκε στην B.G. (βλ. Brierley v Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 476, 491). Η μαρτυρία του Κατηγορούμενου ούτε εδώ είχε συνοχή ή οποιαδήποτε πειστικότητα. Αντίθετα στερείτο λογικής. Πως μπορεί ένα νεύμα με το χέρι να εκληφθεί ως χάδι ή άγγιγμα στο στήθος; Επίσης περίεργη ήταν και η δικαιολογία που προέβαλε για το ότι της έπιασε το κινητό της τηλέφωνο, επειδή έκανε σήμα προς κάποιους. Τέλος, το γεγονός ότι ήταν αυτή που αποκοιμήθηκε δίπλα του στο κρεβάτι και ότι απλά κοιμήθηκε δίπλα της δεν συνάδει με τη λογική αφού υπήρχε άλλο δωμάτιο στην εν λόγω οικία. Απορρίπτουμε και εδώ τη μαρτυρία και την εκδοχή που προέβαλε. Τέλος αναφέρουμε ότι αντικρύσαμε τη μαρτυρία που δόθηκε από τις δύο παραπονούμενες και ως μαρτυρία παρόμοιων γεγονότων. Στο σύγγραμμα των Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, ανωτέρω, αφού γίνεται αναφορά στην σύγχρονη (και πιο φιλελεύθερη) προσέγγιση αποδοχής μαρτυρίας παρόμοιων γεγονότων (βλ. R v P [1991] 3 All ER 337) αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελ. 482: «(
  1. i)Δεν απαιτείται τα γεγονότα να έχουν ψηλό βαθμό κτυπητής ομοιότητας (high standard of striking similarity), με τα γεγονότα της εκδικαζόμενης υπόθεσης. (
  2. ii)Η υψηλού βαθμού κτυπητή ομοιότητα παρόμοιων γεγονότων, περιορίζεται σε περιπτώσεις στις οποίες εγείρεται θέμα αναγνώρισης κατηγορουμένου. (iii) Μαρτυρία παρόμοιων γεγονότων μπορεί να γίνει αποδεκτή αν είναι ικανοποιητική για να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα, ανεξαρτήτως αν θα αποβεί δυσμενής για αυτόν αφού θα τείνει να αποδείξει ότι ήταν ένοχος και άλλου αδικήματος.» Ως προς την προσέγγιση της Κυπριακής νομολογίας, σχετικές είναι οι αποφάσεις Χαραλάμπους v Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 53 και ΓΧ v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 140/2010, 14.9.
  1. Στην προκειμένη περίπτωση κρίνουμε ότι υφίσταντο τα ακόλουθα παρόμοια γεγονότα και στις δύο περιπτώσεις των παραπόνων: (α) επρόκειτο για αλλοδαπές γυναίκες που είχαν έλθει πρόσφατα στην Κύπρο για να εργαστούν στον Κατηγορούμενο∙ (β) και στις δύο περιπτώσεις τα γεγονότα εκτυλίχθηκαν στην αγροικία του Κατηγορουμένου, εκεί που διέμεναν δηλαδή και οι δύο παραπονούμενες∙ (γ) οι παραπονούμενες ανέφεραν παρόμοια βίαιη συμπεριφορά από τον Κατηγορούμενο, ότι δηλαδή τις ακολούθησε στο δωμάτιο που θα διανυκτέρευαν και ότι αφαίρεσε βίαια τα ρούχα τους∙ και (δ) οι σεξουαλικές κακοποιήσεις εκδηλώθηκαν την 1η ημέρα της άφιξης της B.G. και την 3η μέρα μετά την άφιξη της K.K., υπήρχε δηλαδή εγγύτητα του χρόνου άφιξης τους και εκδήλωσης της συμπεριφοράς που καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο. Τονίζουμε ότι οι δύο παραπονούμενες δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους, οπότε και αποκλείουμε το ενδεχόμενο οποιασδήποτε προηγούμενης συνεννόησης μεταξύ τους. Θ. ΟΙ ΥΠΟΛΟΙΠΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Ο Γ. Στυλιανού (ΜΥ 1) ανέφερε ότι τα χωράφια τους με τον Κατηγορούμενο γειτονεύουν. Αναφερόμενος στην K.K. είπε ότι αυτή ερχόταν να εργαστεί στα χωράφια του Κατηγορούμενου, μία με δύο φορές την εβδομάδα. Η περίοδος αφορούσε το Μάιο του 2019 και μετά. Την γνώριζε ως «Φλώρα» και γνώριζε ότι αυτή καταγόταν από την Ινδία. Του έλεγε, όταν την έβλεπε, ότι ήταν ευχαριστημένη ακόμη και με τις υπερωρίες. Ο Κ (ΜΥ 2), ανέφερε ότι είναι μέλος της επαρχιακής επιτροπής του Παναγροτικού. Με τον Κατηγορούμενο είναι συγγενείς. Εκ της θέσεως του ήταν σε θέση να γνωρίζει τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν στην περιοχή με το ξένο εργατικό δυναμικό. Υποβάλλονται συνεχώς, ανέφερε, παράπονα από εργάτες οι οποίοι αιτούνται ασύλου. Μένουν οι εργοδότες έτσι χωρίς εργατικό δυναμικό. Συνήθως οι άντρες υποβάλλουν παράπονα για τις ώρες εργασίας και για τις κακές συνθήκες, ενώ οι γυναίκες κατηγορούν τους εργοδότες για σεξουαλική παρενόχληση. Δέχθηκε όμως ότι ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να πει αν ευσταθούσαν οι οποιεσδήποτε κατηγορίες. Μπορούσε να πει όμως ότι το πρόβλημα ήταν επαναλαμβανόμενο. Για την περίπτωση της K.K. γνώριζε από αναφορά που του έγινε από τον νέο εργοδότη της (τον προμήθευε με λιπάσματα) ότι γράφτηκε σε κάποιο Σ. Σάββα. Δεν γνώριζε λεπτομέρειες σχετικά με την καταγγελία της. Η μαρτυρία των ΜΥ 1 και ΜΥ 2 δεν διασαφηνίζει οποιοδήποτε γεγονός. Ο ΜΥ 1 απλώς αναφέρθηκε αόριστα στην K.K. χωρίς να δίδει λεπτομέρειες ως προς το τι εννοούσε ότι ήταν ευχαριστημένη. Ούτε αντιλαμβανόμαστε πως αυτή θα του ανέφερε κάτι και γιατί, έχοντας ήδη κατά νου και ήδη δεχθεί ότι δεν μπορούσε να εμπιστευθεί οποιονδήποτε. Η μαρτυρία του ΜΥ 2 ήταν απλά γενικόλογη χωρίς αναφορά σε οποιαδήποτε στατιστικά στοιχεία. Και ίδιος το αποδέχθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να αξιολογήσει το βάσιμο των καταγγελιών. Ως προς το ζήτημα της εργοδότησης της K.K. από κάποιο Σ. Σάββα, η μαρτυρία του στηρίζεται σε εξ ακοής δήλωση, προφορική, χωρίς να επιβεβαιώνεται από οποιοδήποτε έγγραφο ή άλλη μαρτυρία. Σε κάθε περίπτωση ακόμη και να γινόταν δεκτή δεν αποδεικνύει τίποτε. Η μαρτυρία των ΜΥ 1 και ΜΥ 2 ως εκ τούτου απορρίπτεται. ΙΑ ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΙΑ.
  2. ΒΙΑΣΜΟΣ (ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ 3 ΚΑΙ 4) Το άρθρο 144 του Κεφ. 154, προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος έρχεται σε παράνομη συνουσία με γυναίκα, χωρίς τη συναίνεση της παθούσας ή με τη συναίνεσή της εφόσον η συναίνεση για αυτό δόθηκε υπό το κράτος βίας ή φόβου σωματικής βλάβης ή προκειμένου για παντρεμένη γυναίκα, με την πλαστοπροσωπία του συζύγου της, είναι ένοχος κακουργήματος το οποίο καλείται βιασμός». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) όποιος έρχεται σε παράνομη συνουσία με γυναίκα∙ (β) χωρίς τη συναίνεση της παθούσας ή με τη συναίνεση της εφόσον η συναίνεση για αυτό δόθηκε υπό το κράτος βίας ή φόβου σωματικής βλάβης ή προκειμένου για παντρεμένη γυναίκα, με την πλαστοπροσωπία του συζύγου της (βλ. Mazid v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 215/2016, 30.4.2020). Συγκεκριμένα, πιο αναλυτικά, για να αποδειχθεί το αδίκημα του βιασμού πρέπει: (α) να υπάρχει εισδοχή, έστω και λίγο, του πέους στον κόλπο της γυναίκας, (β) απουσία συναίνεσης της γυναίκας, (γ) ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση για σεξουαλική επαφή με τη γυναίκα, (δ) γνώση του Κατηγορούμενου ότι η γυναίκα δεν συναίνεσε ή αδιαφορία για την ύπαρξη ή όχι συναίνεσης της. Δεν απαιτείται όπως η παραπονούμενη επιδείξει ή αναφέρει ρητά στον κατηγορούμενο ότι δεν συγκατατίθεται και δεν χρειάζεται να αποδειχθεί οποιαδήποτε φυσική αντίσταση εκ μέρους της παραπονούμενης (βλ. Olugboja [1982] QB 320). Η Κατηγορούσα Αρχή όμως πρέπει να αποδείξει ότι η συγκατάθεση ή συναίνεση της παραπονούμενης δεν είχε δοθεί και ότι η σεξουαλική πράξη έλαβε χώρα στην απουσία τέτοιας συγκατάθεσης. Όσον αφορά τη νοητική κατάσταση του κατηγορούμενου, mens rea, πρέπει να αποδειχθεί πρόθεση για σεξουαλική επαφή με γνώση ότι η παραπονούμενη δεν συγκατατίθεται ή αδιαφορία για την ύπαρξη ή όχι συγκατάθεσης εκ μέρους της. Με βάση τα όσα περιέγραψε η K.K. και αναφέραμε πιο πάνω και τα οποία έχουν καταστεί ευρήματα μας, βρίσκουμε ότι ο Κατηγορούμενος ήλθε σε συνουσία με την K.K. στις 2.1.2018 και στις 3.1.2018 παρά τη θέληση της. Βρίσκουμε επίσης ότι ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι η K.K. δεν επιθυμούσε να έρθει σε συνουσία μαζί του και ότι αυτός επέμενε και το έπραξε. ΙΑ.
  3. ΕΜΠΟΡΙΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ (ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ 1, 2, 5, 6, 8 ΚΑΙ 9) Οι πλείστες των κατηγοριών, αφορούν παραβιάσεις του Ν.60(Ι)/
  4. Συγκεκριμένα αφορούν κατηγορίες δυνάμει του άρθρου 8 (Εκμετάλλευση στην εργασία) και του άρθρου 9 (Σεξουαλική εκμετάλλευση ενηλίκων προσώπων). Ο Ν.60(Ι)/2014, όπως και ο προγενέστερος Ν.87(Ι)/2007, θεσπίστηκαν για σκοπούς εναρμόνισης με Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και για σκοπούς καλύτερης εφαρμογής Συμβάσεων που έγιναν στα πλαίσια του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και του Συμβουλίου της Ευρώπης (βλ. προοίμιο του Νόμου και Γενικός Εισαγγελέας v Ismail κ.ά., Ποινικές Εφέσεις 228-245/15 και 248-255/15, ημ. 17.10.16). Καθοδηγητική για την εφαρμογή του είναι ασφαλώς η Οδηγία 2011/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2011, για την πρόληψη και την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων και για την προστασία των θυμάτων («η Οδηγία»). Όπως αναφέρεται στην παράγραφο
(1)του προοιμίου της Οδηγίας: «Η εμπορία ανθρώπων συνιστά σοβαρό έγκλημα, το οποίο διαπράττεται συχνά στο πλαίσιο του οργανωμένου εγκλήματος, καθώς και κατάφωρη παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, και απαγορεύεται ρητά από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η πρόληψη και καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων αποτελεί προτεραιότητα για την Ένωση και τα κράτη μέλη» Σύμφωνα με την παράγραφο
(9)του προοιμίου της Οδηγίας, «το πρωτόκολλο των Ηνωμένων Εθνών του 2000 για την πρόληψη, καταστολή και δίωξη της εμπορίας προσώπων, ιδίως γυναικών και παιδιών, το οποίο συμπληρώνει τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του διακρατικού οργανωμένου εγκλήματος, καθώς και η σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 2005 για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων αποτελούν καθοριστικής σημασίας στάδια στη διαδικασία ενίσχυσης της διεθνούς συνεργασίας κατά της εμπορίας ανθρώπων». Σημειώνουμε ότι η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πάταξη της Εμπορίας Ανθρώπων κυρώθηκε με τον Ν. 38(ΙΙΙ)/2007. Περαιτέρω η Οδηγία «σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδιαίτερα την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την απαγόρευση της δουλείας, της καταναγκαστικής εργασίας και της εμπορίας ανθρώπων, την απαγόρευση των βασανιστηρίων και των απάνθρωπων και εξευτελιστικών ποινών ή μεταχείρισης, τα δικαιώματα του παιδιού, το δικαίωμα της ελευθερίας και της ασφάλειας, την ελεύθερη έκφραση και πληροφόρηση, την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτης δίκης, και τις αρχές της νομιμότητας και της αναλογικότητας αξιόποινων πράξεων και ποινών. Ειδικότερα, η παρούσα οδηγία επιδιώκει να εξασφαλίσει την πλήρη τήρηση αυτών των δικαιωμάτων και αρχών και πρέπει να εφαρμόζεται ανάλογα» (βλ. παράγραφο
(33)του προοιμίου της Οδηγίας). Ο σκοπός του Ν.60(Ι)/2014 σύμφωνα με το άρθρο 3 «είναι η λήψη μέτρων για την πρόληψη, καταστολή και καταπολέμηση των αδικημάτων της εμπορίας, της εκμετάλλευσης και κακοποίησης προσώπων, η προστασία και η στήριξη των θυμάτων των εν λόγω αδικημάτων, η δημιουργία μηχανισμών ελέγχου και η προώθηση της διεθνούς συνεργασίας για την εφαρμογή των πιο πάνω μέτρων». Σύμφωνα με το άρθρο 8 (ε) του Ν.60(Ι)/2014: «
  1. Όποιος εμπορεύεται πρόσωπο με σκοπό την εκμετάλλευση της εργασίας ή τις υπηρεσίες του, το υποβάλλει σε καταναγκαστική εργασία ή υπηρεσίες, ή σε οποιασδήποτε μορφής δουλείας ή παρόμοιας πρακτικής ή υποτέλειας, για λογαριασμό του ή λογαριασμό άλλου προσώπου και στην εργασία που επιτελείται υπάρχει φανερή διαφορά με τις συνθήκες εργασίας προσώπου που εκτελεί την ίδια ή παρόμοια εργασία μέσω: . (ε) κατάχρησης εξουσίας ή ιδιότητας για εκμετάλλευση της ευάλωτης θέσης, . είναι ένοχος κακουργήματος.» Σημειώνουμε ότι το 2019 (τροποποίηση με Ν. 117(Ι)/2019, 26.7.2019), οι ποινές σε περίπτωση καταδίκης αυξήθηκαν (αναφορικά με ενήλικες) σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δεκαπέντε έτη, από έξι έτη που ήταν προηγουμένως. Σύμφωνα με το άρθρο 9 (ε) του Ν.60(Ι)/2014: «
  2. Όποιος εμπορεύεται ενήλικο πρόσωπο με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση ή εκπόρνευσή του, μέσω: . (ε) κατάχρησης εξουσίας ή ευάλωτης θέσης, . είναι ένοχος κακουργήματος.» Η ποινή, σε περίπτωση καταδίκης, αυξήθηκε με τον ίδιο νόμο στα 25 έτη από τα 10 που ήταν προηγουμένως. Όπως προκύπτει και από το άρθρο 1 της Οδηγίας[1], η διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων συνίσταται στον συνδυασμό τριών προϋποθέσεων. Της (α) ενέργειας (act), δηλαδή της πρόσληψης, μεταφοράς, διακίνησης, στέγασης ή υποδοχής προσώπων, συμπεριλαμβανομένης και της ανταλλαγής ή της μεταβίβασης εξουσίας επί των προσώπων αυτών, (β) του μέσου (means), δηλαδή με την απειλή της χρήσης ή τη χρήση βίας ή άλλων μορφών εξαναγκασμού, με απαγωγή, απάτη, παραπλάνηση, κατάχρηση εξουσίας ή ευάλωτης θέσης ή με πληρωμή ή αποδοχή χρημάτων ή άλλων απολαβών για την εξασφάλιση της συναίνεσης προσώπου κατέχοντος εξουσία επί ενός άλλου και (γ) ο σκοπός (purpose) της εκμετάλλευσης (βλ. επίσης Explanatory Report to the Council of Europe Convention on Action against Trafficking in Human Beings, παράγραφο 74[2]). Η συναίνεση του θύματος εμπορίας ανθρώπων με σκοπό την εκμετάλλευσή του, είτε σκοπούμενη ή πραγματική, είναι αδιάφορη εάν έχουν χρησιμοποιηθεί τα μέσα (means) εξαναγκασμού που αναφέρονται (βλ. άρθρο 1
(4)της Οδηγίας). Αυτό προβλέπει και το άρθρο 12
(2)του Ν. 60(Ι)/2014 όπου αναφέρεται: «Η καθ' οιονδήποτε τρόπο συναίνεση του ενήλικου θύματος των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 6 μέχρι 9, είναι αδιάφορη, δεν αποτελεί υπεράσπιση στην περίπτωση που έχει χρησιμοποιηθεί απειλή ή χρήση βίας ή άλλη μορφή εξαναγκασμού, απαγωγή, δόλος, εξαπάτηση, κατάχρηση εξουσίας ή εκμετάλλευσης της ευάλωτης θέσης του θύματος ή η παροχή ή η λήψη πληρωμών ή ωφελημάτων για εξασφάλιση της συγκατάθεσης του θύματος.» Προτού προχωρήσουμε στην ανάλυση των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων, θεωρούμε ορθό να αναφέρουμε ότι στο άρθρο 2 του Ν.60(Ι)/2014 η έννοια «θύμα», ορίζεται ως ακολούθως: «'θύμα' σημαίνει το ενήλικο πρόσωπο ή το παιδί που υπέστη τη διαδικασία της εμπορίας, ή/και εκμετάλλευσης, άσχετα αν έχει υποστεί ζημιά από την τέλεση των αδικημάτων που περιλαμβάνονται στον παρόντα Νόμο, καθώς και το πρόσωπο που έχει υποστεί ζημιά συμπεριλαμβανομένης σωματικής και ψυχολογικής βλάβης ή οικονομικής απώλειας που προκαλείται απευθείας από τη διάπραξη των αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο.» Αριθμός Αποφάσεων Κακουργιοδικείων (Αναφέρουμε ενδεικτικά την Απόφαση του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας στην Δημοκρατία v Farooq κ.α., Αρ. Υπόθεσης 15044/2016, 19.3.2018) έχουν αντλήσει καθοδήγηση από το εγχειρίδιο του Ολλανδού Εθνικού Εισηγητή για Εμπορία Προσώπων (National Rapporteur on Trafficking in Human Beings), Trafficking in Human Beings, Case law on trafficking in human beings 2009 - 2012, An analysis[3], στην οποία συνοψίζει την προσέγγιση των Ολλανδικών Δικαστηρίων σε θέματα εμπορίας προσώπων. Οι αναφορές είναι ιδιαίτερα βοηθητικές και καθοδηγητικές και αναφορά θα γίνει κατωτέρω. (α) ΟΙ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ Εν προκειμένω, η ενέργεια που καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο και σε σχέση με τις δύο παραπονούμενες είναι η πρόσληψη τους. Η εν λόγω ενέργεια περιλαμβάνεται στον ορισμό της έννοιας «εμπορία προσώπων» όπως αυτή συναντάται στο άρθρο 2 του Ν.60(Ι)/2014 και δεν χρήζει άλλης εξήγησης: «'εμπορία προσώπων' σημαίνει τη στρατολόγηση, πρόσληψη, μεταφορά, διακίνηση, υπόθαλψη ή παραλαβή ή στέγαση ή υποδοχή προσώπων, συμπεριλαμβανομένης της ανταλλαγής ή μεταβίβασης του ελέγχου ή/και της εξουσίας επί των προσώπων αυτών, μέσω απειλών ή χρήσης βίας ή άλλων μορφών εξαναγκασμού, απαγωγής, δόλου, εξαπάτησης, παραπλάνησης, κατάχρησης εξουσίας ή ευάλωτης θέσης ή προσφοράς ή παροχής ή λήψης πληρωμών ή ωφελημάτων ή απολαβών για εξασφάλιση της συγκατάθεσης προσώπου κατέχοντος εξουσίας επί ενός άλλου, με σκοπό την εκμετάλλευση αυτού∙ ο όρος «εμπορεύομαι πρόσωπο» τυγχάνει αντίστοιχης ερμηνείας·» (Έμφασις δική μας) Ο Ν. 60(Ι)/2014 (αλλά και η Οδηγία) δεν προβαίνουν σε διαφοροποίηση εάν η πρόσληψη έγινε νόμιμα ή παράνομα. Αυτό που έχει σημασία είναι το αποτέλεσμα και ο σκοπός της εν λόγω εργοδότησης ή πρόσληψης, η εκμετάλλευση δηλαδή του θύματος. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν αμφισβητείται ότι ο Κατηγορούμενος προσέλαβε και τις δύο παραπονούμενες με τα συμβόλαια εργοδότησης, Τεκμήρια 6 και
  1. Αναφορικά με την K.K. ακολούθησε νέα πρόσληψη της τον Μάιο του 2019, η οποία διήρκησε μέχρι την 16.7.
  2. (β) ΤΑ ΜΕΣΑ Στο άρθρο 2 του Ν.60(Ι)/2014 οι έννοιες «κατάχρηση εξουσίας» και «κατάχρηση ευάλωτης θέσης» ορίζονται ως ακολούθως: «'κατάχρηση εξουσίας' περιλαμβάνει την περίπτωση που το θύμα βρίσκεται σε σχέση συγγένειας εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι τρίτου βαθμού με το πρόσωπο που διαπράττει τα ποινικά αδικήματα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο ή την περίπτωση που βρίσκεται σε οποιαδήποτε άλλη σχέση με το πρόσωπο αυτό, το οποίο λόγω της θέσης του ή της ιδιότητάς του ασκεί εξουσία ή επιρροή στο θύμα, περιλαμβανομένης της σχέσης με κηδεμόνα, εκπαιδευτικό, εργοδότη, υπεύθυνο οποιουδήποτε δημόσιου ιδρύματος το οποίο φιλοξενεί ή στο οποίο περιορίζονται ή κρατούνται πρόσωπα δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή απόφασης διοικητικών ή δικαστικών αρχών καθώς και με άλλα πρόσωπα με ανάλογη θέση ή ιδιότητα∙» «'κατάχρηση ευάλωτης θέσης' σημαίνει την κατάσταση στην οποία το θύμα δεν έχει άλλη πραγματική ή παραδεκτή επιλογή από το να υποστεί ή να υποκύψει στη συγκεκριμένη κατάχρηση∙» (Έμφασις δική μας) Στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), σε υποθέσεις αναφορικά με το άρθρο 4 (απαγόρευση της δουλείας) της ΕΣΔΑ, στον καθορισμό δεικτών κατάχρησης εξουσίας ή ευάλωτης θέσης γίνεται εστίαση στην επισφαλή οικονομική, ψυχολογική και κοινωνική κατάσταση του θύματος, το καθεστώς παράνομης ή επισφαλούς μετανάστευσης και στη γλωσσική, σωματική και κοινωνική απομόνωση του (βλ. Siliadin v France, Αρ. Αίτησης 73316/2001, 26.7.2005, παράγραφοι 118 - 129). Στην Αγγλία κρίθηκε ότι η φτώχεια ενός θύματος στη χώρα καταγωγής του μπορεί να συνιστά προσωπικές περιστάσεις τις οποίες μπορεί να εκμεταλλευτεί ο κατηγορούμενος διακινητής για να εξασφαλίσει τη συναίνεση του θύματος για εκμετάλλευση του (βλ. R v Khan [2010] EWCA Crim 2880, στην παρ. 18). Στο σύγγραμμα, Trafficking in Human Beings, ανωτέρω, αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με την Ολλανδική προσέγγιση (σελ. 61, παρ. 4.4.5): ''For an act to constitute 'abuse of a vulnerable position' and 'misuse of authority arising from the actual state of affairs', two factors have to be proved: the existence of such a situation and awareness of that situation on the part of the suspect.'' Και σε ελεύθερη μετάφραση: «Για να συνιστά μια πράξη 'κατάχρηση ευάλωτης θέσης' και 'κατάχρηση εξουσίας που απορρέει από την πραγματική κατάσταση των πραγμάτων', πρέπει να αποδεικνύονται δύο παράγοντες: η ύπαρξη τέτοιας κατάστασης και η επίγνωση αυτής της κατάστασης από την πλευρά του υπόπτου.» Στο Explanatory Report to the Council of Europe Convention on Action against Trafficking in Human Beings, ανωτέρω, δίδεται μια χρήσιμη ερμηνεία του όρου «κατάχρηση ευπαθούς θέσης» (σε σχέση με τη σύμβαση) ως εξής: ''
  3. By abuse of a position of vulnerability is meant abuse of any situation in which the person involved has no real and acceptable alternative to submitting to the abuse. The vulnerability may be of any kind, whether physical, psychological, emotional, family-related, social or economic. The situation might, for example, involve insecurity or illegality of the victim's administrative status, economic dependence or fragile health. In short, the situation can be any state of hardship in which a human being is impelled to accept being exploited. Persons abusing such a situation flagrantly infringe human rights and violate human dignity and integrity, which no one can validly renounce.'' Και σε ελεύθερη μετάφραση: «
  4. Με τον όρο κατάχρηση μιας θέσης ευάλωτης εννοείται η κατάχρηση οποιασδήποτε κατάστασης στην οποία το εμπλεκόμενο άτομο δεν έχει πραγματική και αποδεκτή εναλλακτική λύση από την υποταγή στην κακοποίηση. Η ευάλωτη κατάσταση μπορεί να είναι οποιουδήποτε είδους, είτε σωματική, ψυχολογική, συναισθηματική, οικογενειακή, κοινωνική ή οικονομική. Η κατάσταση μπορεί, για παράδειγμα, να περιλαμβάνει ανασφάλεια ή παρανομία σε σχέση με το καθεστώς του θύματος, οικονομική εξάρτηση ή εύθραυστη υγεία. Εν συντομία, η κατάσταση μπορεί να είναι οποιαδήποτε κατάσταση δυσκολίας στην οποία ένα ανθρώπινο ον αναγκάζεται να δεχτεί την εκμετάλλευση. Τα άτομα που κάνουν κατάχρηση μιας τέτοιας κατάστασης παραβιάζουν κατάφωρα τα ανθρώπινα δικαιώματα και παραβιάζουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και ακεραιότητα, την οποία κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί νόμιμα.» Στην προκειμένη περίπτωση έχουμε δεχθεί τις οικονομικές και οικογενειακές περιστάσεις και των δύο γυναικών. Ειδικότερα σε σχέση με την K.K. επισημαίνουμε ότι αυτή είχε τελέσει γάμο στα 11 της χρόνια και ότι η οικονομική της ανέχεια την οδήγησε σε σειρά λανθασμένων αποφάσεων τις οποίες η ίδια δέχθηκε ότι έλαβε., όπως λ.χ. η προσπάθεια τέλεσης εικονικού γάμου. Σημειώνουμε ότι οι βιασμοί έγιναν λίγες μόνο μέρες μετά την άφιξη της στην Κύπρο, ενώ βρισκόταν σε μια άγνωστη σε αυτήν χώρα και περιβάλλον. Ο Κατηγορούμενος γνώριζε αυτές τις περιστάσεις, αν μη τι άλλο δέχθηκε ότι αυτή είχε 5 παιδιά, ότι ήταν φτωχή και ότι είχε μόλις αφιχθεί στην Κύπρο. Όσον αφορά την B.G., ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι αυτή είχε μόλις αφιχθεί στην Κύπρο, αφού την παρέλαβε από το αεροδρόμιο, ενώ από την πρώτη στιγμή της έπιασε το κινητό της τηλέφωνο, τα ταξιδιωτικά της έγγραφα και τα χρυσαφικά της. Και οι δύο παραπονούμενες ανέφεραν και κατέστη εύρημα μας, ότι ο Κατηγορούμενος κλείδωνε την πόρτα της οικίας και ότι δεν είχαν άλλη επιλογή από να διαμένουν μαζί του στην οικία του. Αποτελεί επίσης εύρημα μας ότι και οι δύο κατέβαλαν σημαντικά ποσά, αναλογιζόμενοι τις οικονομικές τους περιστάσεις και τον μισθό που θα λάμβαναν, για να εξασφαλίσουν άδεια εργασίας στην Κύπρο. Στην πραγματικότητα το πρώτο έτος εργασίας δεν θα κάλυπτε τα χρέη τους. (γ) Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν.60(Ι)/2014 η έννοια «εκμετάλλευση» ορίζεται ως ακολούθως: «'εκμετάλλευση' περιλαμβάνει, την εκμετάλλευση της εκπόρνευσης άλλων ή άλλες μορφές σεξουαλικής εκμετάλλευσης περιλαμβανομένης της πορνογραφίας, την εκμετάλλευση της εργασίας ή των υπηρεσιών άλλων συμπεριλαμβανομένης της καταναγκαστικής εργασίας ή υπηρεσιών, της επαιτείας, της καταναγκαστικής πλανοδιοπώλησης και σε περίπτωση παιδιών, περιλαμβάνει επίσης τις χειρότερες μορφές εργασίας των παιδιών κατά την έννοια του περί της Σύμβασης για την Απαγόρευση των Χειρότερων Μορφών Εργασίας των Παιδιών και την Άμεση Δράση με Σκοπό την Εξάλειψή τους (Κυρωτικού) Νόμου του 2000, τη δουλεία ή άλλες πρακτικές παρεμφερείς προς τη δουλεία, την οικιακή δουλεία, την εκμετάλλευση εγκληματικών δραστηριοτήτων, την εκμετάλλευση προσώπου για πραγματοποίηση υιοθεσίας και την εκμετάλλευση προσώπου για αφαίρεση, αγοραπωλησία και διακίνηση ανθρωπίνων οργάνων ή άλλων βιολογικών ουσιών, ιστών ή εμβρύων∙» (Έμφασις δική μας) Στο Explanatory Report to the Council of Europe Convention on Action against Trafficking in Human Beings, ανωτέρω, αναφέρονται τα ακόλουθα (παράγραφοι 86 και 87): ''
  5. The forms of exploitation specified in the definition cover sexual exploitation, labour exploitation and removal of organs, for criminal activity is increasingly diversifying in order to supply people for exploitation in any sector where demand emerges.
  6. Under the definition, it is not necessary that someone has been exploited for there to be trafficking in human beings. It is enough that they have been subjected to one of the actions referred to in the definition and by one of the means specified "for the purpose of" exploitation. Trafficking in human beings is consequently present before the victim's actual exploitation.'' Σε ελεύθερη μετάφραση: «
  7. Οι μορφές εκμετάλλευσης που προσδιορίζονται στον ορισμό καλύπτουν τη σεξουαλική εκμετάλλευση, την εργασιακή εκμετάλλευση και την αφαίρεση οργάνων, για εγκληματικές δραστηριότητες διαφοροποιούνται ολοένα και περισσότερο προκειμένου να προμηθεύονται άτομα για εκμετάλλευση σε οποιονδήποτε τομέα όπου εμφανίζεται ζήτηση.
  8. Σύμφωνα με τον ορισμό, δεν είναι απαραίτητο κάποιος να τύχει εκμετάλλευσης για να υπάρχει εμπορία ανθρώπων. Αρκεί να έχουν υποβληθεί σε μία από τις ενέργειες που αναφέρονται στον ορισμό και με ένα από τα μέσα που προσδιορίζονται 'με σκοπό' την εκμετάλλευση. Κατά συνέπεια, η εμπορία ανθρώπων υφίσταται πριν από την πραγματική εκμετάλλευση του θύματος.» Στην Έκθεση του Eurojust, Prosecuting Trafficking in Human Beings for the Purpose of Labour Exploitation (December 2015[4]), με αναφορά στη σύνοψη της νομολογίας των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προσδιορίζονται ως δείκτες (indicators) εργασιακής εκμετάλλευσης, οι κακές συνθήκες διαβίωσης και εργασίας, ο καταναγκασμός και οι περιορισμοί στην ελευθερία διακίνησης, οι περιορισμοί γλώσσας, η κατάσχεση εγγράφων ταυτότητας από ή για λογαριασμό του εργοδότη, η παράνομη/παράτυπη είσοδος ή η διαμονή στη χώρα, η δουλεία λόγω χρεών, η χωρίς ή περιορισμένη ιατρική ασφάλιση και οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης (σελ. 15). Με εξαίρεση την κατηγορία 1, έχουμε ικανοποιηθεί ότι ο Κατηγορούμενος εκμεταλλεύτηκε τις παραπονούμενες εντός της εννοίας του Νόμου. Όσον αφορά την K.K., βρίσκουμε ότι οι βιασμοί της από τον Κατηγορούμενο αμέσως μετά την πρόσληψη της, ως εξηγήσαμε ανωτέρω, και με δεδομένη την ευάλωτη θέση της, όπως την περιγράψαμε ανωτέρω, η πρόσληψη της δεν μπορούσε παρά να ήταν με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση της. Κρίνουμε επομένως ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την κατηγορία
  9. Όσον αφορά τις κατηγορίες 5 και 6, έχουμε ικανοποιηθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η K.K. ήταν ευάλωτη, λόγω των χρημάτων που απώλεσε όπως και με τα όσα εξηγήσαμε πιο πάνω και ότι με το δέλεαρ των €700 μηνιαίως που της είχε υποσχεθεί, την εκμεταλλεύτηκε, αφού πάλι της ζητούσε να έχει σεξουαλική επαφή για να της καταβάλει τον μισθό της. Το γεγονός ότι αυτή πλέον συναινούσε, έστω και με προϋποθέσεις (ότι δηλαδή δεν θα ενοχλούσε άλλη κοπέλα) δεν αποτελεί υπεράσπιση (βλ. άρθρο 16 του Ν.61(Ι)/2014), αφού ήδη είχε επιτευχθεί ο εξαναγκασμός της λόγω μη ύπαρξης άλλης εναλλακτικής επιλογής. Όσον αφορά την κατηγορία 1, με την αποδοχή της μαρτυρίας της K.K. για τις ώρες εργασίας της, 12 ώρες για 7 μέρες την εβδομάδα, με ένα απλό υπολογισμό μέχρι και την αποδέσμευση της την 16.1.2018, διαπιστώνουμε ότι αυτές ξεπερνούν κατά πολύ το όριο των 80 ωρών ανά δεκαπενθήμερο, όπως προέβλεπε το συμβόλαιο εργασίας της. Είναι γεγονός όμως ότι η εν λόγω συμφωνία προνοούσε υπερωριακή αμοιβή, για την οποία όμως δεν έγινε ξεκάθαρο αν αυτή υπολογίστηκε στο ποσό των €200 που της καταβλήθηκε. Η μαρτυρία αυτή ήταν ασαφής. Ακόμα και αν γίνει δεκτή η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι την υπέβαλλε σε υπερβολικές ώρες εργασίας δεν τέθηκε υπόβαθρο αν την υπέβαλλε σε «καταναγκαστική εργασία ή υπηρεσίες, ή σε οποιασδήποτε μορφής δουλείας ή παρόμοιας πρακτικής ή υποτέλειας, για λογαριασμό του ή λογαριασμό άλλου προσώπου», ούτε παρουσιάστηκε μαρτυρία ως προς το αν στην «εργασία που επιτελείται υπάρχει φανερή διαφορά με τις συνθήκες εργασίας προσώπου που εκτελεί την ίδια ή παρόμοια εργασία». Το γεγονός ότι την κακοποιούσε σεξουαλικά δεν συνδέθηκε με αυτή την παράμετρο της εργοδότησης της στις λεπτομέρειες της κατηγορίας, ούτε και στην παρουσίαση της μαρτυρίας. Ως εκ τούτου κρίνουμε ότι δεν αποδείχθηκε η κατηγορία
  10. Αναφορικά με την B.G. κρίνουμε ότι έχουν αποδειχθεί οι λεπτομέρειες της κατηγορίας 8, αφού ο Κατηγορούμενος την κλείδωσε εντός της οικίας, της πήρε το κινητό της τηλέφωνο και της επέβαλε να ξαπλώσει μαζί του στο ίδιο κρεβάτι. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος τα έπραξε αυτά αμέσως μετά την άφιξη της στο νησί από το Νεπάλ, οδηγούν μόνο σε ένα συμπέρασμα, ότι είχε σκοπό την εργασιακή εκμετάλλευση της. Για τον ίδιο λόγο κρίνουμε ότι έχει αποδειχθεί και η κατηγορία 9, ότι δηλαδή η πρόσληψη της είχε γίνει με σκοπό τη σεξουαλική επαφή. Οι ενέργειες του Κατηγορούμενου αυτό καταδεικνύουν. ΙΑ.
  11. ΑΣΕΜΝΗ ΕΠΙΘΕΣΗ (ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ 10 ΚΑΙ 11) Το άρθρο 151 του Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος παράνομα και άσεμνα επιτίθεται εναντίον γυναίκας, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε χρόνια.» Στην R v Court [1989] 1 AC 28 (HL), αναφέρθηκαν τα ακόλουθα ως προς τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος στις σελ. 45 - 46 (αναφορικά με το τότε ισχύον άρθρο 14
(1)του Sexual Offences Act 1956): ''On a charge of indecent assault the prosecution must prove:
(1)that the accused intentionally assaulted the victim;
(2)that the assault, or the assault and the circumstances accompanying it, are capable of being considered by right-minded persons as indecent;
(3)that the accused intended to commit such an assault as is referred to in
(2)above.'' Σε δική μας ελεύθερη μετάφραση: «Σε κατηγορία για άσεμνη επίθεση, η κατηγορούσα αρχή πρέπει να αποδείξει:
(1)ότι ο κατηγορούμενος επιτέθηκε εκ προθέσεως στο θύμα·
(2)ότι η επίθεση, ή η επίθεση και οι περιστάσεις που την περιβάλλουν, μπορούν να θεωρηθούν από ορθά σκεπτόμενα πρόσωπα ως άσεμνες·
(3)ότι ο κατηγορούμενος σκόπευε να διαπράξει μια τέτοια επίθεση όπως αναφέρεται στο
(2)πιο πάνω.» Στην εν λόγω υπόθεση αποφασίστηκε επίσης ότι, αν τα γεγονότα είναι τέτοια που μπορούν να επιδέχονται ερμηνεία είτε της αθώας είτε της άσεμνης πράξης, η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει όχι μόνο την εκ προθέσεως επίθεση αλλά και το άσεμνο της συμπεριφοράς, η δε νοητική διάθεση ή κίνητρο του Κατηγορουμένου είναι αποδεκτά ως μαρτυρία για να καταδειχθούν ή όχι οι προϋποθέσεις της άσεμνης επίθεσης. Όσον αφορά την επίθεση, στην υπόθεση Fagan v Metropolitan Police Commissioner [1968] 3 All ER 442 (QB), λέχθηκε ότι επίθεση μπορεί να διαπραχθεί ακόμη και με την τοποθέτηση του χεριού σε άλλον. Στην υπόθεση R v Dungey
(1864)4 F & F 99, αποφασίστηκε ότι το φίλημα με βία αποτελεί επίθεση. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν Ηροδότου
(2015)2Α ΑΑΔ 128, λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελ. 134 - 135: «Η έννοια της άσεμνης επίθεσης διευκρινίστηκε κατ' εφαρμογή της McCormack έτι περαιτέρω στην υπόθεση Faulkner v. Talbot [1981] WLR 1528: 'An assault is any intentional touching of another person without the consent of the person and without lawful excuse. It need not necessarily be hostile or rude or aggressive, as some of the cases seem to indicate.' Εν προκειμένω, οι ισχυρισμοί των παραπονουμένων δεν αναφέρονται σε αναμενόμενη άσκηση βίας, οπότε, όντως, η πρόκληση φόβου για τέτοιο ενδεχόμενο θα ήταν σχετική. Αναφέρονται σε άμεση σωματική βία, υπό άσεμνες περιστάσεις. Όταν τέτοια βία ασκείται χωρίς τη συναίνεση του άλλου ή έστω με τη συγκατάθεσή του, η οποία όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έγκυρη κατά νόμο συναίνεση, τότε πρόκειται για άσεμνη επίθεση (βλ. R. v. McCormack [1969] 3 All ER 371). Εάν το άγγιγμα, εξηγείται κατωτέρω, είναι άσεμνο, τότε πρόκειται για άσεμνη επίθεση. Συνεπώς, εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία ως συστατικό στοιχείο, υπό τις περιστάσεις, του αδικήματος.» Όσον αφορά την έννοια του «παράνομα» (unlawfully), αυτή προδιαγράφει την ανυπαρξία νόμιμου σκοπού, όπως αναφέρθηκε στην Police v Djioppou
(1972)10 JSC 1365, ή νόμιμης δικαιολογίας. Δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά πράξης που δεν επιτρέπεται από το νόμο[5], όπως λ.χ. πράξης που δεν εμπίπτει εντός των παραμέτρων του άρθρου 17 του Κεφ. 154 (κατάσταση ανάγκης). Η πρόθεση αποδεικνύεται είτε άμεσα, όπως π.χ. ομολογία, είτε έμμεσα εκ των περιστάσεων της υπόθεσης, υπό τις προϋποθέσεις που επιτρέπεται συμπερασματικά τέτοιο εύρημα (βλ. R v Court, ανωτέρω, σελ. 36, 45 και 46). Η συγκατάθεση σαφώς είναι παράγοντας που άρει την ποινική ευθύνη (βλ. R v Lang [1976] Crim LR 65 (CA)). Για το τί συνιστά άσεμνη επίθεση παραπέμπουμε στις πιο κάτω υποθέσεις: Στην R v Court, ανωτέρω, κρίθηκαν ως άσεμνη επίθεση, κτυπήματα στα οπίσθια μιας δωδεκάχρονης όπου το κίνητρο, κατά την παραδοχή του Κατηγορουμένου, ήταν φετιχισμός για το μέρος εκείνο του ανθρώπινου σώματος. Στην R v Leeson
(1968)52 Cr App Rep 185 (CA), θεωρήθηκε άσεμνη επίθεση το φιλί σε ένα κορίτσι ενάντια στη θέληση του συνοδευόμενο με εισηγήσεις συνουσίας ή συναφείς δραστηριότητες. Στην R v Thomas
(1985)81 Cr App Rep 331 (CA), δεν θεωρήθηκε άσεμνη συμπεριφορά το άγγιγμα ή η τριβή της φούστας ενός δωδεκάχρονου κοριτσιού. Στην Αυστραλιανή υπόθεση, R v Harkin
(1989)38 A Crim R 296 (CA of NSW), κρίθηκε ότι σκόπιμο άγγιγμα του στήθους κοπέλας συνιστούσε άσεμνη επίθεση. Με βάση τα ευρήματα μας, έχουμε ικανοποιηθεί ότι ο Κατηγορούμενος καθ' οδόν προς τη [ ] από το αεροδρόμιο Λάρνακας, άγγιξε εκ προθέσεως με το χέρι του στο στήθος της B.G.. Το άγγιγμα έγινε χωρίς τη συναίνεση της. Το άγγιγμα στο στήθος, εκ της φύσεως του, ήταν άσεμνο. Με την άρνηση της B.G. ο Κατηγορούμενος επιτάχυνε το όχημα γιατί είχε εκνευριστεί. Υπό τις περιστάσεις αυτές βρίσκουμε ότι ο Κατηγορούμενος είχε και άσεμνη πρόθεση όταν άγγιξε το στήθος της. Κρίνουμε, ως εκ τούτου, ότι έχει αποδειχθεί και η κατηγορία
  1. Κατ' ανάλογο τρόπο βρίσκουμε ότι έχει αποδειχθεί και η κατηγορία
  2. Κρίνουμε ότι ο τρόπος με τον οποίο ενήργησε ο Κατηγορούμενος, αφαιρώντας βίαια τα ρούχα της και ακολούθως τοποθετώντας, δια της βίας και άνευ της συναινέσεως της, τα τρία του δάκτυλα στον κόλπο της, ότι της επιτέθηκε άσεμνα εκ προθέσεως. ΙΑ.4 ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΕΡΓΟΔΟΤΗΣΗ ΑΛΛΟΔΑΠΟΥ (ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ 7) Έχουμε διαπιστώσει ότι στην έκθεση του αδικήματος αναφέρεται το άρθρο 9 του Κεφ. 105 το οποίο αφορά άλλο αδίκημα (διαβατήρια και θεωρήσεις). Στις λεπτομέρειες όμως αναφέρεται ότι «ο κατηγορούμενος μεταξύ Μαΐου 2019 και 16/07/2019 στην [ ] εργοδότησε την [K.K.] από την Ινδία για εκτέλεση γεωργικών εργασιών χωρίς την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Αλλοδαπών και Μετανάστευσης», λεπτομέρειες οι οποίες, χωρίς καμία αμφιβολία, παραπέμπουν στο αδίκημα της παράνομης εργοδότησης του άρθρου 14Β του Κεφ.
  3. Σύμφωνα με το άρθρο 14Β του Κεφ. 105: «
(1)Η εργoδότηση αλλoδαπoύ χωρίς τηv απαιτoύμεvη από τo Νόμo άδεια ή η εργoδότηση κατά παράβαση τωv όρωv άδειας εργoδότησης ή η εργoδότηση κατά παράβαση oπoιoυδήπoτε άλλoυ vόμoυ ή καvovισμoύ, συvιστά αδίκημα τιμωρoύμεvo με πoιvή φυλάκισης μέχρι τρία χρόvια ή με χρηματι

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.