ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Α.Α., Υπόθεση Αρ.: 2335/2021, 19/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2022:18 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ-ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. Σ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Π.Ε.Δ. Ν.Α.Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 2335/2021 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν Α.Α. Κατηγορουμένου ___________________________________________________________ Ημερομηνία: 19 Μαΐου, 2022. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Α. Αντωνίου για τον Γενικό Εισαγγελέα. Για τον Κατηγορούμενο: Η κα Α. Πασή. Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΕΞΑΓΕΤΑΙ ΚΕΚΛΕΙΣΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΘΥΡΩΝ Η Κατηγορούσα Αρχή καταλογίζει στον κατηγορούμενο τη διάπραξη του αδικήματος του βιασμού, κατά παράβαση του άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ.154, ήτοι στις 6.6.2021, στην Αγία Νάπα, ήλθε σε παράνομη συνουσία με την Μ.Κ. 4 , από τη Λευκωσία, χωρίς τη συναίνεση της. Ο κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε την κατηγορία και η υπόθεση ήχθη σε ακρόαση. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τέσσερις
(4)μάρτυρες κατηγορίας (Μ.Κ.). Τον αστυφύλακα 2688, Π. Στυλιανού, Μ.Κ.1, του οποίου μέρος της κυρίως εξέτασης του αποτέλεσε η κατάθεση του, ΕΓΓΡΑΦΟ Α και ο οποίος ήταν ένας εκ των 3 ανακριτών. Tον Γ.Β., Μ.Κ.2, του οποίου, επίσης, μέρος της κυρίως εξέτασης του αποτέλεσαν οι καταθέσεις του στην Αστυνομία ημερομηνίας 8.6.2021 και 19.6.2021, ΕΓΓΡΑΦΑ Β και Β1, αντίστοιχα, του οποίου η μαρτυρία αφορά από την ώρα που βρήκε την παραπονούμενη να κάθεται και να κλαίει μέχρι την ώρα που την πήρε σπίτι της. Την αστυφύλακα 622, Σ. Παπαγιάννη, Μ.Κ.3, μια από τους ανακριτές, της οποίας μέρος της κυρίως εξέτασης της αποτέλεσε η κατάθεση της, ΕΓΓΡΑΦΟ Γ, σύμφωνα με την οποία παρέλαβε διάφορα τεκμήρια, στην παρουσία της έγινε η ιατροδικαστική εξέταση της παραπονούμενης, εκτύπωσε φωτογραφίες από CD και USB και έβγαλε φωτογραφίες από το Nissi Bay Beach Bar. Τέλος, την παραπονούμενη, Μ.Κ.4, της οποίας μέρος της κυρίως εξέτασης της αποτέλεσαν οι καταθέσεις της στην αστυνομία ημερομηνίας 7.6.2021 και 22.6.2021, ΕΓΓΡΑΦΑ Δ και Δ.1, αντίστοιχα, σύμφωνα με τις οποίες, πέραν του ότι κάποιος της είπε «πάμε θάλασσα», τον οποίο δεν αναγνώρισε οπτικά, αλλά αναγνώρισε την φωνή του κατηγορούμενου όταν ζήτησε από την Αστυνομία να πει τη συγκεκριμένη φράση ο κατηγορούμενος, όπως και έπραξε, την πήρε στη θάλασσα και έβαλε το πέος του στον κόλπο της, δεν θυμόταν σχεδόν τίποτε άλλο. Κατά την παρουσίαση της υπόθεσης από την Κατηγορούσα Αρχή κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός και για την αλήθεια του περιεχομένου της, η κατάθεση του Α. Α στην Αστυνομία ημερομηνίας 14.6.2021, που εγκρίθηκε από το Δικαστήριο και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1, σύμφωνα με την οποία αυτός εργάζεται στην εταιρεία Spartacus Security, ως τεχνικός. Στα καθήκοντα του, μεταξύ άλλων, είναι και η εγκατάσταση και συντήρηση κλειστών συστημάτων παρακολούθησης. Από αυτόν ζητήθηκε από το ΤΑΕ Αμμοχώστου να καταγράψει τα δεδομένα από το κλειστό κύκλωμα συστήματος παρακολούθησης που είναι εγκατεστημένο στο εν λόγω μπαρ, στην Αγία Νάπα, το οποίο τοποθετήθηκε 10 χρόνια πριν και αναβαθμίστηκε 3 χρόνια πριν το συμβάν, το οποίο έχει 32 κάμερες, 15 εσωτερικές και 17 εξωτερικές, τα πλάνα των οποίων καταγράφονται και αποθηκεύονται σε NVR. Οι ημερομηνίες και οι ώρες που εμφαίνονται στο κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης είναι σωστές. Πράγματι, κατέγραψε τα δεδομένα από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης του αναφερθέντος μπαρ σε USB, για την ημερομηνία 6. 6. 21 και μεταξύ των ωρών 17: 36‑ 19: 45, από τις κάμερες, 2, 3, 8, 10 ‑ 12, 14, 16 και 19, το περιεχόμενο του οποίου έγινε παραδεκτό γεγονός και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 2. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 αποτελεί πραγματική μαρτυρία. Πραγματική μαρτυρία είναι η μαρτυρία που προβάλλει από τα ίδια τα πράγματα και μόνο αντικειμενικό εύρημα ενέχει αποδεικτική δυναμική όταν κατά την αντιπαραβολή προς αυτών των αντικρουόμενων εκδοχών είναι εγγενής, αποκαλυπτικό της εξέλιξης των πραγμάτων (βλ. Κυριακίδου ν. Νικολάου
(1993)1 ΑΑΔ 45, Σιάτης ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 551, Κακόψητος ν. Αστυνομίας
(1191)2 ΑΑΔ 200, Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 51). Η πραγματική μαρτυρία αποτελεί γνώμονα τόσο για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και για τον έλεγχο των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Συνιστά δε σταθερό οδηγό για τον καθορισμό γεγονότων (βλ. Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 ΑΑΔ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1 (Γ) ΑΑΔ 1362 και Α/φοι Παπαλαζάρου ΛΤΔ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1 (Γ) ΑΑΔ 1388). Η σημασία και η αποδεικτική αξία της πραγματικής μαρτυρίας καταγράφεται και στις σελίδες 333 και 334 και όσον αφορά τις βιντεογραφήσεις, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και αυτή του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης, στις σελίδες 337, 338 και 339 του βιβλίου των Ηλιάδη και Σάντη, ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Β' Έκδοση. Ακόμη κατατέθηκαν άλλα τέσσερα
(4)τεκμήρια, ήτοι ως Τεκμήριο 3, η μετάφραση της κατάθεσης του κατηγορουμένου στην ελληνική γλώσσα, η οποία δηλώθηκε ότι αποτελεί πιστή μετάφραση του Τεκμηρίου 3Α που είναι η κατάθεση του κατηγορουμένου στην αραβική γλώσσα, ως Τεκμήριο 4 έγγραφο το οποίο ετοιμάστηκε σε σχέση με την καταγραφή του κλειστού κυκλώματος και ως Τεκμήριο 5, ιατροδικαστική έκθεση, ως παραδεκτό γεγονός οι δηλώσεις του ιατροδικαστή σε αυτή. Οι δηλώσεις αυτές είναι οι ακόλουθες: «
- Εντυπώματα οδόντων στον δεξιό ώμο (αναφέρει ότι την δάγκωσε ένας φίλο της περίπου 4‑5μέρεςπριν)
- Εκχύμωση διαστάσεων 3Χ1 εκ. στην πρόσθια χώρα της δεξιάς κνήμης (εντός 24ώρου)
- Εκχύμωση διαστάσεων 7Χ5 εκ εντός της οποίας υπάρχουν εκδορές στην πρόσθια χώρα της δεξιάς κνήμης. (Εντός 24ώρου) Σημ.
- Αναφέρει ότι στις 6/6/21 περί ώρα 18: 30 ενώ βρισκόταν σε beach μπαρ στην περιοχή στο Nissi Beach, κάποιος άγνωστος την πήρε στον ώμο του και κατευθύνθηκε στην θάλασσα όπου και την βίασε. Δεν θυμάται λεπτομέρειες αφού κατανάλωσε αλκοόλ. Το ότι έπιασε κάποιος άγνωστος στους ώμους του της το ανάφεραν άλλα άτομα τα οποία ήταν παρών.
- Λήφθηκαν 2 ενδοκολπικά επιχρίσματα από τράχηλο, 2 ενδοκολπικά επιχρίσματα από μεσότητα του κόλπου και 2 ενδοκολπικά επιχρίσματα από είσοδο κόλπου.
- Ανέφερε ότι έκανε μπάνιο. Επίσης το μαγιό που φορούσε θα το παραδώσει στην Αστυνομία». Με το πέρας της υπόθεσης εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, αν και η συνήγορος υπεράσπισης δεν πρόβαλε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση, το Δικαστήριο αφού βρήκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και τον κάλεσε σε απολογία, αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως δώσει ένορκη μαρτυρία και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Μέρος της κυρίως εξέτασης του αποτέλεσε η κατάθεση του στην Αστυνομία, ημερομηνίας 17.6.2021, Τεκμήριο 3Α, της οποίας πιστή μετάφραση στην ελληνική αποτελεί το Τεκμήριο 3, αναφορά στην οποία θα γίνει κατωτέρω. Ο δικηγόρος της Κατηγορούσας Αρχής στη γραπτή αγόρευση του αφού κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει αξιόπιστη την παραπονούμενη και τους άλλους μάρτυρες κατηγορίας και αναξιόπιστο τον κατηγορούμενο, για τους λόγους που εξήγησε, μεταξύ των οποίων ήταν και η παραπομπή σε συγκεκριμένες στιγμές από την καταγραφή του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης, Τεκμήριο 2, καθώς και από την κατάθεση του, με αναφορά και σε νομολογία ζήτησε από το Δικαστήριο όπως κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο. Από την άλλη πλευρά η συνήγορος του κατηγορουμένου ζήτησε όπως κριθεί αξιόπιστος ο κατηγορούμενος γιατί δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις ικανές να κλονίσουν τη μαρτυρία του η οποία ήταν αυθόρμητη και ειλικρινής και χωρίς την παραδοχή του κατηγορουμένου ότι αυτός έκανε σεξ με την παραπονούμενη, η τελευταία θα αναρωτιόταν ακόμη με ποιον έκανε σεξ, ενώ αν ήταν βιαστής ο κατηγορούμενος θα έφευγε αμέσως και δεν θα παρέμενε στο χώρο και αναξιόπιστη η παραπονούμενη, παραπέμποντας το Δικαστήριο τόσο σε συγκεκριμένες αναφορές από τη μαρτυρία της, όσο και σε συγκεκριμένες συμπεριφορές της που φαίνονται στο Τεκμήριο 2, ενώ με παραπομπή σε νομολογία υπέδειξε ότι δεν αποδείχθηκαν όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και δη ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η παραπονούμενη δεν συναινούσε και κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει αθώο τον κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα προέβαλε τις ακόλουθες θέσεις και εισηγήσεις. Σε ό,τι αφορά τους Μ.Κ.1, 2 και 3 δεν αμφισβήτησε ότι αυτοί είναι αξιόπιστοι μάρτυρες. Αλλά, σε σχέση με τον Μ.Κ.1 επέκρινε την παράλειψη του να μη λάβει κατάθεση από τον Γιαλλούρη και δεν θεώρησε ότι εσκεμμένα ανέφερε ο Μ.Κ.1 ότι προέβη σε καταχώρηση στο ημερολόγιο ενέργειας σε σχέση με τον Γιαλλούρη, αφού τελικά καταδείχθηκε ότι δεν έγινε τέτοια καταχώρηση. Όμως, εισηγήθηκε ότι η παράλειψη των ανακριτών να λάβουν καταθέσεις από πρόσωπα που θα έριχναν φως, σε τέτοια σοβαρή υπόθεση, αποτελεί ουσιώδη παράλειψη που παραβιάζει το δικαίωμα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη. Σε σχέση με τον Μ.Κ.2 ανέφερε ότι με την ειλικρίνεια και τον αυθορμητισμό του έριξε φως σε κάποια σκοτεινά σημεία της υπόθεσης, όπως ότι όταν βρήκε την παραπονούμενη να κάθεται στο πλακόστρωτο και να κλαίει, αν και στην κυρίως εξέταση του, σε σχετική ερώτηση, συμφώνησε με τον συνήγορο της κατηγορούσας αρχής ότι η παραπονούμενη ήταν εκτός τόπου και χρόνου, κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι τον αποκάλεσε «Β μου», γεγονός που αποδεικνύει το αντίθετο και ότι αντιλαμβάνετο τι συνέβαινε γύρω της και με ποιον μιλούσε. Επίσης, πάλι κατά την αντεξέταση του, παραδέχτηκε ότι η παραπονούμενη περπατούσε, γεγονός που καταδεικνύεται και από την πραγματική μαρτυρία, αφού δεν υπάρχει «πλάνο» στο Τεκμήριο 2, κατά την θέση της, στο οποίο να φαίνεται η παραπονούμενη ότι δυσκολευόταν να σταθεί στα πόδια της, όπως ανέφερε ο Μ.Κ.2 στην δεύτερη κατάθεσή του, που έδωσε 11 ημέρες μετά την πρώτη κατάθεση του επειδή η αστυνομία δεν ικανοποιήθηκε από την γενική αναφορά του ότι η παραπονούμενη ήταν πολύ μεθυσμένη. Δεν παρέλειψε να φέρει στο προσκήνιο τις απαντήσεις που έδωσε ο Μ.Κ.2 σε ερωτήσεις της για το τι του είπε η παραπονούμενη, οι οποίες έχουν ως ακολούθως: «Ε. Τι σου είπε η [ ] (την επόμενη μέρα); Α. Λαλεί μου νομίζω ότι κάποιος με βίασε στη θάλασσα, δεν γνωρίζω ποιος είναι και έπρεπε να δώσω καταγγελία. Ε. Τούτο το νομίζω κάποιος με βίασε δε σας ξένισε; Α. Σίγουρα, εννοείται ότι κάπως παραξενεύτηκα και απ' ότι μου έλεγε ενόμιζε ότι ήταν κάποιος που τον γνώριζε. Ε. Δηλαδή την ώρα που έκανε σεξ ενόμιζε ότι ήταν κάποιος που τον γνώριζε; Α. Ναι, αλλά δεν γνωρίζει ποιος είναι, αλλά αν τον δει θα τον καταλάβει το πιο πιθανόν από ό,τι μου είπε.» Σε ό,τι αφορά την Μ.Κ.3, παρατήρησε ότι τα όσα καταγράφονται στο Τεκμήριο 4, αποτελούν σημειώσεις της ανακριτικής ομάδας που έκανε όταν είδαν την παραπονούμενη στα πλάνα του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης. Έτσι, οι διάφορες περιγραφές στο Τεκμήριο 4 και όσα η Μ.Κ.3 ανέφερε σχετικά με τις κινήσεις και ενέργειες της παραπονούμενης ή του κατηγορουμένου αποτελούν υποκειμενική αντίληψη ή εκτίμηση της Μ.Κ.3, όπως π.χ. όταν ανέφερε ότι η παραπονούμενη ήταν αναίσθητη όταν την μετέφερε πάνω του ο κατηγορούμενος στη θάλασσα, αφού συμφώνησε κατά την αντεξέταση ότι ίσως το ημιλιπόθυμη να ανταποκρίνετο καλύτερα στην κατάσταση που βρισκόταν η παραπονούμενη. Ακόμη, με αναφορά σε διάφορες απαντήσεις της Μ.Κ.3, εισηγήθηκε ότι η Μ.Κ.3 ήθελε να δημιουργήσει αρνητικές εντυπώσεις για τον κατηγορούμενο, να ενισχύσει τη θέση της κατηγορούσας αρχής ότι η παραπονούμενη δεν ήταν σε κατάσταση που μπορούσε να δώσει την συγκατάθεση της για συνουσία και να παραπλανήσει το Δικαστήριο γιατί θεώρησε ως δεδομένο ότι η παραπονούμενη κατά την συνουσία ήταν ανίκανη να δώσει τη συναίνεση της και ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα. Τέλος, σε σχέση με την παραπονούμενη, σημείωσε (α) την διαφοροποίηση από την κατάσταση της στο ότι τελικά το αγόρι που είδε το γνώριζε, γεγονός που δείχνει με πόση ανωριμότητα και επιπολαιότητα αντιμετωπίζει η παραπονούμενη την υπόθεση, (β) την απόκρυψη, στην κατάθεση της, της συνάντησης της με τον Α στο μπαρ, όπου πέρασε τον περισσότερο χρόνο μαζί του και (γ) ότι δεν τον θυμόταν στο μπαρ, αλλά θυμόταν ότι το νερό. όταν μπήκε στη θάλασσα, ήταν μέχρι το στήθος της, ότι ο κατηγορούμενος την έπιασε σφιχτά και έβαλε το πέος του στον κόλπο της και ότι η θάλασσα ήταν βρώμικη. Περαιτέρω, ήταν η θέση της ότι η συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι μια περίπτωση, όπου η παραπονούμενη δεν θυμάται τίποτε ένεκα μέθης, αλλά, απεναντίας θυμάται πολλά. Επιπλέον, το γεγονός ότι δεν ανέφερε σε κανέναν οτιδήποτε για το συμβάν ενισχύει την θέση του κατηγορουμένου για συναινετικό σεξ. Είναι ζήτημα λογικής, όπως το έθεσε, ότι όταν σε βιάσουν, πρώτον αντιστέκεσαι και δεύτερο το αναφέρεις αμέσως. Διερωτήθηκε για το λόγο που έκλαιγε κατά την επιστροφή της στην Λευκωσία, ήταν γιατί βιάστηκε, ή γιατί μετάνιωσε που έκανε σεξ με έναν άγνωστο; Το γεγονός δε ότι μετά την επιστροφή τους από τη θάλασσα κάθεται αγκαλιά με τον κατηγορούμενο είναι ένα στοιχείο που το Δικαστήριο πρέπει να το λάβει σοβαρά υπόψη. Καταληκτικά προέβαλε και την θέση ότι η κατηγορούσα αρχή επέλεξε τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν παρουσίασε μάρτυρες που είχε συμπεριλάβει στον πίνακα μαρτύρων επί του κατηγορητηρίου, στοιχείο που υποδηλώνει τις αδυναμίες της υπόθεσης και τη ζημιά που πιθανόν να επέφεραν οι εν λόγω Μ.Κ. Αν και επικρότησε την θέση της Κατηγορούσας Αρχής να προσφέρει τους υπόλοιπους μάρτυρες κατηγορίας, του πίνακα επί του κατηγορητηρίου, προς αντεξέταση, εντούτοις εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή όφειλε να παρουσιάσει τον Α., την Ρ., τους δύο, Αιγύπτιους, φίλους του κατηγορουμένου και τον Γ., αν σκοπός της Κατηγορούσας Αρχής είναι η ορθή απονομή της Δικαιοσύνης και όχι η δίωξη του κατηγορουμένου. (Η) ΑΡΧΕΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση όλων των μαρτύρων θα γίνει σύμφωνα με τις πάγιες και διαχρονικές αρχές όπως καθιερώθηκαν από τη νομολογία την οποία παραθέτουμε πιο κάτω. Στην υπόθεση Πελεκάνου ν. Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ 1273, 1280, 1281 λέχθηκαν τα εξής: «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας (βλ. Παναγιώτου υ. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191». Στην υπόθεση Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506 και δη στη σελίδα 530 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και με βάση τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Μέρος μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος, δεν μπορεί να απορρίπτεται χωρίς την παροχή αιτιολογίας με μέτρο κρίσης το συμπέρασμα για την αξιοπιστία άλλου μάρτυρα το οποίο - συμπέρασμα - ήταν το αποτέλεσμα της έντονης πεποίθησης του Δικαστηρίου ότι ο τελευταίος είπε την αλήθεια». Στην υπόθεση Ευαγγέλου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 371, αφού γίνεται αναφορά στην υπόθεση Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 71, ειπώθηκαν τα ακόλουθα: «Η εκτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα δεν βασίζεται μόνο στην πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος του και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του αλλά και στο περιεχόμενο της, συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό που υπάρχει στην υπόθεση. Η αρχή αυτή έχει μεγαλύτερη δύναμη στην ποινική δίκη όπου η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας». Πρέπει να αναφερθεί ότι η μαρτυρία εξετάζεται στο σύνολο της και όχι αποσπασματικά και ανεξάρτητα η μια από την άλλη και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μικροσκοπικά αλλά μέσα στο συνολικό της πλαίσιο (βλ. υπόθεση Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 68). Μικρές διαφορές στη μαρτυρία είναι φυσικό να υπάρχουν (βλ. Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 76 και Χ"Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 104, 118). Ούτε βέβαια, από μόνο του το γεγονός, ότι κάποιος μάρτυρας δεν θυμάται όλα τα γεγονότα ή όλες τις λεπτομέρειες ή μέρος ή κάποιο σημείο της μαρτυρίας του δεν είναι ίδιο με κάποιου άλλου που ενθυμείται καλύτερα τα γεγονότα ή λεπτομέρειες αυτών, καταδεικνύει πρόθεση του μάρτυρα να πει ψέματα (βλ. Βερεγγάρια Π. Παπακόκκινου κ.ά. ν. Σάκη Ν. Κουρέα κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 1833) ή τον καθιστά ψεύτη ή ότι μέρος της μαρτυρίας του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό όταν σε γενικές γραμμές κρίνεται αξιόπιστος και το μέρος αυτό της μαρτυρίας του συνάδει με το σύνολο της μαρτυρίας. Η αποδοχή μέρους μαρτυρίας και η απόρριψη άλλου, ενός μάρτυρα, δεν αποτελεί διάβημα μεμπτό ή αντινομικό. Απεναντίας, το δικαίωμα ανάγεται στην ευχέρεια αξιολόγησης της μαρτυρίας και της δυνατότητας ορθής αποτίμησης της μαρτυρίας από το Δικαστήριο (βλ. Georghiades v. The Police
(1985)2 CLR 56, Kades v. Nikolaou and Another
(1986)1 CLR 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 CLR 257, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 168, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207, Καρεκλά ν. Κλεάνθους
(1997)1 ΑΑΔ 1199 και Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1988)1 ΑΑΔ 1215, Mustafa v. Κακούρη κ.ά
(2001)1 ΑΑΔ 165 και Αντωνίου (Μεσίτης) ν. Χρίστου
(2006)1 ΑΑΔ 888). Μικρές ασυνέπειες, μικροδιαφορές και μικρές αντιφάσεις σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνεια τους και δείχνουν ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων στην εκδοχή που μετέφεραν στον Δικαστήριο (βλ. Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 320, 322, Ξυδίας ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 217 και Γιαννίδης ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 143, 155) και δεν αναμένεται ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρα πρέπει να συνάδει απόλυτα με την μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων. Οι διαφορές στη μαρτυρία είναι αναπόφευκτες (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 612). Για να κριθεί ένας μάρτυρας αναξιόπιστος θα πρέπει η μαρτυρία του να είναι τέτοια που να δημιουργεί ρήγμα στην υπόθεση και να είναι ουσιαστικής μορφής που να πλήττει καίρια την αξιοπιστία του ή να φανερώνει διάθεση να ψευσθεί. Πρέπει να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνει τη μαρτυρία σε βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη η αποδοχή της από το Δικαστήριο (βλ. Ομήρου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 98, Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 449, Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 390 και Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 326). (Θ) ΕΞ ΑΚΟΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η εξ ακοής μαρτυρία διέπεται από τα άρθρα 23, 24, 25, 26 και 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9. Η πιο συνηθισμένη μορφή εξ' ακοής μαρτυρίας, σε απλό επίπεδο γιατί, αναλόγως της περίπτωσης μπορεί να υπαχθεί σε κάποια από τις εξαιρέσεις του κανόνα, είναι εκείνη της επανάληψης των λεχθέντων προσώπου που δεν κατέθεσε και περί των οποίων ο μάρτυρας που τα επαναλαμβάνει δεν έχει πρωτογενή γνώση (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκης Ηλιάδης & Νικόλας Σάντης, Β Έκδοση, σελίδα 291). Τέτοια μαρτυρία δεν απορρίπτεται εκ μόνου του λόγου ότι είναι εξ ακοής, βλ. Σταύρου κ.α. ν. Ττοουλουδιού κ.α.
(2012)1 ΑΑΔ 1239, ούτε και γίνεται αυτόματα αποδεκτή για το αληθές του περιεχομένου της. Η βαρύτητα που θα προσδοθεί, εξαρτάται από τους παράγοντες που προσδιορίζονται, όχι περιοριστικά, στο άρθρο 27
(1)και
(2)του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεωργίου
(2006)2 ΑΑΔ 217 και υπό το φως των λεχθέντων σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως η υπόθεση Γιαπάτος ν. Σάββα κ.α.
(2010)1 ΑΑΔ 324, Α κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 152, Κολάνη ν. Ταμπούρα
(2010)1 ΑΑΔ 1108 και Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χριστοδούλου, Πολιτική Έφεση Αρ. 6/2011, ημερομηνίας 15.7.2016, ECLI:CY:AD:2016:A364. Κατά την αξιολόγηση το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όλα τα περιστατικά της υπόθεσης καθώς και, κυρίως θα λέγαμε, κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό να κληθεί το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση του γεγονότος να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ο χρόνος που διέρρευσε μεταξύ της αρχικής δήλωσης και του γεγονότος στα οποία αναφέρεται, ποιο βαθμό εξ ακοής μαρτυρίας είναι, το πρόσωπο που μεταφέρει την αρχική δήλωση, αν μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι, αν αυτός που το μεταφέρει έχει κίνητρο να παραποιήσει την αρχική δήλωση και αν υπό τις περιστάσεις που προσάγεται φαίνεται ότι δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας ή γίνεται προσπάθεια παρεμπόδισης της ορθής αξιολόγησης της. Το Δικαστήριο προβαίνει στην αξιολόγηση της βαρύτητας είτε η εξ ακοής μαρτυρία προέρχεται από προφορική μαρτυρία, βλ. Γεωργίου ν. Στυλιανού
(2009)1 (Α) ΑΑΔ 70, είτε από γραπτή μαρτυρία, βλ. Μόνος κ.α. ν. S. Xenides Trading Co Ltd κ.α.
(2000)1 (Β) ΑΑΔ 1002 και Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 (Α) ΑΑΔ 339. Επίσης λαμβάνεται υπόψη αν θα μπορούσε, η πλευρά που προσκόμισε τη προφορική μαρτυρία, να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε, βλ. Δημητρίου ν. Νικολάου
(2012)1 ΑΑΔ 2714, Περικλέους ν. Μιχαήλ κ.α.
(2012)1 ΑΑΔ 2420, Κλεοβούλου ν. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 17 και Κολάνη, ανωτέρω. Αναλόγως της περίπτωσης μπορεί να μην γίνει αποδεκτή, βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2006)2 ΑΑΔ 217, ή να γίνει αποδεκτή. Στην υπόθεση Assad ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 164/2016, ημερομηνίας 6.12.2017 λέχθηκαν τα εξής: «H αξιολόγηση της βαρύτητας εξ ακοής μαρτυρίας, σύμφωνα με το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, γίνεται, προσεκτικά, από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είναι ορθό να επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους αποδίδει ή δεν αποδίδει βαρύτητα σε εξ ακοής μαρτυρία (Δέστε Πολιτική Έφεση αρ. 6/2011, Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ v. Χρυστάλλα άλλως Στάλω Χριστοδούλου, ημερ. 15.7.2016 και Α κ.α. v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 152). Το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψιν του όλα τα περιστατικά της υπόθεση και, ιδιαίτερα, το αν θα ήταν εύλογο και εφικτό να κλητευθεί, ως μάρτυρας στη διαδικασία, το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση, το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα, ο βαθμός της εξ ακοής μαρτυρίας, το αν οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα (όπως στην παρούσα υπόθεση), το αν η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επ' ακριβώς ή όχι, το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε η δήλωση, κτλ. Οι παράγοντες αυτοί, οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 27
(2)του Κεφ. 9, δεν είναι βέβαια εξαντλητικοί, σύμφωνα με τη Νομολογία μας. Όμως επιβάλλεται όπως η διεργασία αξιολόγησης της βαρύτητας της εξ ακοής μαρτυρίας γίνεται με προσοχή και επεξηγείται από το Δικαστήριο, είτε η εξ ακοής μαρτυρία απορρέει από προφορική είτε από γραπτή μαρτυρία (Δέστε Γεωργίου v. Στυλιανού
(2009)1 Α.Α.Δ. 70 και Μονός κ.α. v. S. Xenides Trading Co Ltd κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1002). Το άρθρο 27
(3)του Κεφ. 9 προνοεί ότι, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται σε εξ ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψιν το αν ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Πέραν των προαναφερομένων, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψιν του και άλλα αξιολογήσιμα κριτήρια και να συνυπολογίσει κατά πόσον η απόδοση βαρύτητας σε εξ ακοής μαρτυρία εξυπηρετεί ή όχι τις προϋποθέσεις της δίκαιης δίκης και του συμφέροντος της δικαιοσύνης (Δέστε Ηλιάδη και Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης, σελ. 320 - 331)». Κατ' αρχάς το μέρος της μαρτυρίας της Μ.Κ.3, η οποία συνίσταται στο τι δήλωσε σε αυτή η παραπονούμενη, πρόκειται για μαρτυρία η οποία αφορά δηλώσεις της παραπονούμενης σε αυτή, η οποία μπορεί να τύχει χρήσης μόνο για απόδειξη της αλήθειας αυτού που δηλώθηκε, ως κατωτέρω εξηγείται, ενώ στο βαθμό που αυτή σχετίζεται με αυτοενισχυτικές δηλώσεις της παραπονούμενης δεν αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία, δηλαδή της αυτοενίσχυσης. Η τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 που έχει καταστήσει τις εξ ακοής δηλώσεις αποδεκτή μαρτυρία, δεν έχει επηρεάσει τον κανόνα ότι οι αυτοενισχυτικές δηλώσεις δεν αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία. Αυτές οι δηλώσεις το μόνο που κάνουν είναι να υποδηλώνουν την εμμονή του προσώπου που τις κάνει στην εκδοχή του (βλ. R v. Roberts [1942] 1 All E.R. 187 και Ζησιμίδης ν. Republic
(1982)2 CLR 382, 418). Σύμφωνα δε με το άρθρο 30
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 είναι αποδεκτή μόνο προς απόδειξη της αλήθειας αυτού που δηλώθηκε, όχι προς ενίσχυση της αξιοπιστίας της παραπονούμενης, άρθρο 30
(2)του Κεφ. 9. ΜΑΡΤΥΡΙΑ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Αν και δεν χρειάζεται να καταγράφεται το σύνολο της μαρτυρίας και η αναφορά σε κάθε επιμέρους πτυχή της, G & K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδόπουλου κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 88, 92, εντούτοις επειδή στην αγόρευση της η συνήγορος υπεράσπισης έθεσε πληθώρα επισημάνσεων που τις ανήγαγε σε αντιφάσεις και/ή διαφοροποιήσεις ή ουσιώδεις παραλείψεις, κρίνουμε ορθότερο να καταγράψουμε όσον το δυνατό το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας για να μην δημιουργηθεί η παραμικρή αμφιβολία ότι εξετάσαμε την μαρτυρία στο σύνολο της. Είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε και να παρακολουθήσουμε όλους τους μάρτυρες κατηγορίας και τον κατηγορούμενο κατά τη διάρκεια που έδιναν τη μαρτυρία τους, από το εδώλιο του μάρτυρα, ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε τη μαρτυρία τους με δείκτη, μεταξύ άλλων, την ειλικρίνεια τους, την ευθύτητά τους, την ακεραιότητά τους, τη σαφήνειά τους, το συμφέρον τους στην υπόθεση, την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και προβήκαμε στη διεργασία αξιολόγησής τους, κοσκινίζοντας, συγκρίνοντας, συσχετίζοντας και αντιπαραβάλλοντας τη μαρτυρία τους, τόσο με όσα ανέφερε ο κάθε μάρτυρας ξεχωριστά, όσο και στο σύνολο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων. Όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας (Μ.Κ.) μας έκαναν πολύ καλή εντύπωση. Σημειώνουμε ότι η συνήγορος του κατηγορουμένου δεν αμφισβήτησε την αξιοπιστία των Μ.Κ.1, 2 και 3, παρά μόνο προέβη σε κάποιες παρατηρήσεις για τις Μ.Κ.1 και 3. Οι Μ.Κ. 1 και 3 με ευθύτητα, σαφήνεια και ειλικρίνεια ανέφεραν όλες στις ενέργειες τις οποίες προέβηκαν και καταγράφουμε κατωτέρω. Η Μ.Κ.3 υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Αμμοχώστου, είναι τοποθετημένη στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων και είναι ειδικευμένη φωτογράφος της Αστυνομίας. Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 23:10 - 23:25 στο Μακάρειο Νοσοκομείο στη Λευκωσία, κατόπιν συγκατάθεσης της παραπονούμενης, πραγματοποιήθηκε στην παρουσία της Μ.Κ.3 ιατροδικαστική εξέταση της παραπονούμενης από τον Δρα. Ν. Χαραλάμπους. Κατά τη διάρκεια της εξέτασης, η Μ.Κ.3 έλαβε αριθμό φωτογραφιών καθ' υπόδειξη του Δρος. Ν. Χαραλάμπους. Κατά τη διάρκεια της ιατροδικαστικής εξέτασης, ο Δρ. Ν. Χαραλάμπους της παρέδωσε
(1)ένα ενδοκολπικό επίχρισμα από τον τράχηλο η ώρα 23: 13,
(2)ένα ενδοκολπικό επίχρισμα από τον τράχηλο η ώρα 23:14,
(3)ένα επίχρισμα από τη μεσότητα κόλπου η ώρα 23:15,
(4)ένα επίχρισμα από τη μεσότητα κόλπου η ώρα 23:16,
(5)ένα επίχρισμα από την είσοδο κόλπου η ώρα 23:18,
(6)ένα επίχρισμα από την είσοδο κόλπου η ώρα 23:19. Η ιατροδικαστική έκθεση, Τεκμήριο 5, το περιεχόμενο της οποίας έχει καταγραφεί ανωτέρω και έγινε παραδεκτό γεγονός δεν αποκαλύπτει οτιδήποτε σχετικό με τον βιασμό. Την ίδια μέρα και ώρα 23:40 στο Στρόβολο, η Μ.Κ.3 παρέλαβε από την παραπονούμενη
(7)ένα ροζ πουκάμισο μάρκας Stradίvarius,
(8)το κάτω μέρος γυναικείου μαγιό χρώματος μαύρου,
(9)το πάνω μέρος γυναικείου μαγιό χρώματος μαύρου. Την 8.6.2021 με την βοήθεια Ηλεκτρονικού Υπολογιστή και συσκευής αντιγραφής CD/DVD, χωρίς να αφαιρέσει, να προσθέσει ή να αλλάξει οτιδήποτε από το περιεχόμενο της κάρτας μνήμης (φωτογραφίες) το αντέγραψε σε ένα CD (Master 1). Ακολούθως με την βοήθεια Ηλεκτρονικού Υπολογιστή επέλεξε και τις 15 φωτογραφίες από τα αρχεία φωτογραφιών που ήταν πάνω στο CD (MASTER 1) και τις φύλαξε (EPILOGI) και (ARITHMISI). Τέλος, αποθήκευσε το φάκελο «ARITHMIS1» σε σκληρό δίσκο, από τον οποίο εκτυπώθηκαν οι πιο πάνω φωτογραφίες (1-15) σε 8 αντίγραφα. Την 9.6.2021 και ώρα 08:00 στα γραφεία τον ΤΑΕ Αμμοχώστου, παρέδωσε τα πιο πάνω τεκμήρια 1-9, στον Μ.Κ.
- Όλες οι κινήσεις της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου που απεικονίζονται στο κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης καταγράφηκαν σε αναλυτικό πίνακα, Τεκμήριο 4, το περιεχόμενο του οποίου παρατάθηκε ανωτέρω. Την 14.6.2021 και ώρα 15:00 στα γραφεία τον ΤΑΕ Αμμοχώστου παρέλαβε από τον Αστ.1381 Κ. Αρέστη, ένα σφραγισμένο zίρ σακουλάκι το οποίο περιείχε ένα USΒ μάρκας Mediα Rαnge χρώματος ασημί με μαύρο και το έθεσε υπό τη φύλαξη της. Την 17.6.2021 και ώρα 17:00 στα γραφεία του ΤΑΕ Αμμοχώστου παρέλαβε από τον Μ.Κ.1 αριθμό τεκμηρίων τα οποία έθεσε υπό τη φύλαξη της. Τα πιο πάνω καταχωρήθηκαν στο Βιβλίο Τεκμηρίων του ΤΑΕ Αμ/στον με α/α 66/202Ι. Την ίδια μέρα 17.6.2021 και ώρα 17:45 στο ΤΑΕ Αμμοχώστου, παρέλαβε από τον Α/Αστ.1099 Χρ. Λάμπρου τα τεκμήρια 1-3 τα οποία αναγράφονται στο έντυπο Αστ.161 με αρ. Αναφ. ΥΙΙ.ΕΓ.Ε 3026/
- Την 21.6.2021 και μεταξύ των ωρών 08:35 - 08:51 στην Αγία Νάπα έλαβε αριθμό φωτογραφιών από το Nissi Βay beach bar σχετικά με τη διερευνώμενη υπόθεση βιασμού. Την ίδια μέρα με την βοήθεια Ηλεκτρονικού Υπολογιστή και συσκευής αντιγραφής CD/DVD, χωρίς να αφαιρέσει, να προσθέσει ή να αλλάξει οτιδήποτε από το περιεχόμενο της κάρτας μνήμης (φωτογραφίες) το αντέγραψε σε ένα CD. Ακολούθως με την βοήθεια Ηλεκτρονικού Υπολογιστή επέλεξε τις 37 φωτογραφίες από τα 37 αρχεία φωτογραφιών που ήταν πάνω στο CD. Στη συνέχεια, τις φωτογραφίες οι οποίες περιέχονταν στο φάκελο (Folder) «EPILOGI» με την βοήθεια τον λογισμικού CID Cases, τις αρίθμησε από 1-37 και τις φύλαξε στον φάκελο (Folder) με την ονομασία «ΑRΙΤΗΜΙSΙ». Τέλος, αποθήκευσε το φάκελο σε σκληρό δίσκο από τον οποίο εκτυπώθηκαν οι πιο πάνω φωτογραφίες (1 -37) σε 8 αντίγραφα. Την 22.6.2021 κλήθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ Αμ/στου η παραπονούμενη για αναγνώριση του κατηγορουμένου. Την ίδια μέρα ενημέρωσε την παραπονούμενη ότι θα δει μέσω του ειδικού μονοδρομικού υαλοπίνακα ένα πρόσωπο το οποίο πιθανώς να ενέχεται στη διερευνώμενη υπόθεση βιασμού. Στη συνέχεια και ώρα 11:45 στην παρουσία της, η παραπονούμενη είδε μέσω του μονοδρομικού υαλοπίνακα τον κατηγορούμενο και ανέφερε ότι δεν μπορούσε να τον αναγνωρίσει. Εντούτοις, ζήτησε όπως ο κατηγορούμενος αναφέρει τη φράση «πάμε θάλασσα», την οποία θυμόταν ότι της είπε το πρόσωπο πού ήρθε σε συνουσία μαζί της χωρίς τη θέληση της. Τότε κλήθηκε ο κατηγορούμενος μέσω της Αστ.2188, η οποία βρισκόταν μαζί του στο ειδικό δωμάτιο, όπως αναφέρει δυνατά και καθαρά τη συγκεκριμένη φράση. Όταν ο κατηγορούμενος είπε δύο φορές τη λέξη «θάλασσα», η παραπονούμενη ανέφερε ότι αναγνώρισε τη φωνή του ως το πρόσωπο που τη μετέφερε στη θάλασσα και τη βίασε. Αμέσως, ενημερώθηκε η Αστ.2188 η οποία κάλεσε τον κατηγορούμενο να πει δυνατά και καθαρά το ονοματεπώνυμο του. Ο Μ.Κ.1, ο οποίος υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Αμμοχώστου και είναι τοποθετημένος στο Τ.Α.Ε Αμμοχώστου, στα πλαίσια διερεύνησης της υπό κρίση υπόθεσης, την 9.6.2021 και ώρα 08:00 στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Αμμοχώστου παρέλαβε από την Μ.Κ.3 τα Τεκμήρια 1-9 όπως αναφέρονται στο Β.Τ Τ.Α.Ε Αμμοχώστου 66/2021, με αριθμό ΥΠΕΓΕ 2842/2021 για μεταφορά τους στο ΙΝ.Γ.Ν. Κύπρου για επιστημονικές εξετάσεις. Την 17.6.2021 και ώρα 17:13 στα γραφεία του Τ.Α.Ε Αμμοχώστου συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης τον κατηγορούμενο, τον οποίο πληροφόρησε για τους λόγους της σύλληψης του στην Ελληνική γλώσσα, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και δεν απάντησε οτιδήποτε. Ακολούθως του επέδωσε τα δικαιώματα του στην μητρική του γλώσσα και τα υπόγραψε. Την 17.6.2021 και ώρα 1850, στα γραφεία του Τ.Α.Ε Αμμοχώστου με την βοήθεια διερμηνέα, πληροφόρησε εκ νέου τον κατηγορούμενο, στην μητρική του γλώσσα τους λόγους της σύλληψης του, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, ο οποίος απάντησε «Δεν έγινε έτσι πράμα», ενώ με την βοήθεια του διερμηνέα του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του. Ακολούθως και ώρα 19:30 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για την εναντίον του υπό διερεύνηση υπόθεση βιασμού και συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και αυτός απάντησε «Ρωτάτε με ότι Θέλετε να σας πω». Στη συνέχεια και μεταξύ των ωρών 20:00-22:15 με την βοήθεια διερμηνέα, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, Τεκμήριο 3Α, αφού τον πληροφόρησε για την εναντίον του υπό διερεύνηση υπόθεση και του επέστησε γραπτώς την προσοχή του στο νόμο. Η κατάθεση λήφθηκε από τον διερμηνέα με την μέθοδο των ερωτοαπαντήσεων οι οποίες υποβάλλονταν από αυτόν και μεταφράζονταν από τον διερμηνέα, τις οποίες ο κατηγορούμενος αφού διάβαζε τις υπέγραφε ξεχωριστά, στην παρουσία του, στη μητρική του γλώσσα. Στο τέλος της κατάθεσης, ο διερμηνέας έδωσε στον κατηγορούμενο την κατάθεση και τη διάβασε και του την διάβασε και ο διερμηνέας στην παρουσία του. Με τη βοήθεια του διερμηνέα τον πληροφόρησε ότι μπορούσε να κάνει οποιεσδήποτε αλλαγές, προσθήκες ή αφαιρέσεις ήθελε στην κατάθεση. Είπε ότι είναι ορθή και την υπόγραψε στην παρουσία του και στην παρουσία του διερμηνέα. Στη συνέχεια, κατόπιν οδηγίας του και στην παρουσία του, ο διερμηνέας του υπαγόρευσε και έγραψε ιδιοχείρως τη σχετική βεβαίωση, την οποία υπέγραψε στην παρουσία του και στην παρουσία του διερμηνέα. Την 21.6.2021 και μεταξύ των ωρών 1155-1205 με την βοήθεια του διερμηνέα πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι είχε πρόθεση να διενεργήσει αναγνωριστική παράταξη σχετικά με την υπόθεση για την όποια συνελήφθηκε, με τουλάχιστον ακόμα 6 πρόσωπα του ιδίου ύψους, ηλικίας και σωματικής και εξωτερικής εμφάνισης με την δική του και ότι αυτός μπορούσε να λάβει μέρος σε αυτήν και ήταν προς όφελος του εάν το έπραττε. Αυτός ανάφερε ότι δεν επιθυμούσε να λάβει μέρος στην αναγνωριστική παράταξη, αλλά όποιος ήθελε να τον αναγνωρίσει να πήγαινε να τον αναγνωρίσει στο γραφείο μόνο του. Αφού ετοίμασε την σχετική δήλωση, του την πρόσφερε και την διάβασε και ως ορθή την υπέγραψε στην παρουσία του και στην παρουσία του διερμηνέα. Η μη λήψη κατάθεσης του Γιαλλούρη από τον Μ.Κ.1 ουδόλως επηρεάζει, είτε την αξιοπιστία του, είτε το ανακριτικό έργο του ιδίου, ή της ανακριτικής ομάδας, όπως και η αναφορά του για σχετική καταχώρηση στο ημερολόγιο ενέργειας που αφορούσε τον Γιαλλούρη, αν και δεν έγινε τέτοια καταχώρηση. Σε ό,τι αφορά τις θέσεις της συνηγόρου του κατηγορουμένου ότι η Μ.Κ.3 εξέφρασε υποκειμενικές αντιλήψεις βλέποντας τα βίντεο του Τεκμηρίου 2, που αποτυπώνονται και στο Τεκμήριο 4 και ότι προσπάθησε να δημιουργήσει αρνητικές εντυπώσεις για τον κατηγορούμενο δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Για το μεν πρώτο, μόνο κάποια φραστική ατέλεια παρατηρούμε, ενώ για το δεύτερο δεν διαπιστώνουμε αρνητική διάθεση εκ μέρους της εναντίον του κατηγορουμένου. Άλλωστε η πραγματική μαρτυρία, Τεκμήριο 2, θα αποτυπωθεί από το Δικαστήριο στην απόφαση. Ο Μ.Κ. 2, ο οποίος επίσης ήταν ειλικρινής και ευθύς, περιέγραψε με σαφήνεια την κατάσταση στην οποία βρισκόταν η παραπονούμενη από την ώρα που την βρήκε να κάθεται κάτω στο πλακόστρωτο κοντά στον χώρο στάθμευσης και να κλαίει μέχρι την ώρα που την μετέφερε στο σπίτι της στη Λευκωσία, όπως και τις ενέργειες που ο ίδιος προέβη. Συγκεκριμένα, ο Μ.Κ.2, ο οποίος στις 6.6.2021 και κατά η ώρα τρεις το απόγευμα πήγε με ένα φίλο του στην παραλία του Nιssi Beach στην Αγία Νάπα, περί η ώρα 19:30 ξεκίνησε μαζί με τον φίλο του να φύγουν από την παραλία. Όπως κατευθύνονταν προς το χώρο στάθμευσης, σε κάποια στιγμή είδε την παραπονούμενη, η οποία είναι γειτόνισσα του στο Στρόβολο, να κάθεται κάτω στο πλακόστρωτο κοντά στο χώρο στάθμευσης και να κλαίει. Πήγε κοντά της και την ρώτησε τι έπαθε. Αυτή τον αγκάλιασε και άρχισε να κλαίει. Την ρώτησε επανειλημμένα τι έχει και κλαίει και το μόνο που του έλεγε συνέχεια ήταν ότι ήθελε να αυτοκτονήσει και ότι ήθελε να πεθάνει για να πάει να βρει ένα φίλο της και τον νονό της που είχαν πεθάνει πρόσφατα. Προσπάθησε να την ηρεμήσει και την ρωτούσε συνεχώς με ποιους ήρθε στην παραλία και αυτή του έλεγε συνέχεια ότι δεν θυμόταν. Ήταν πολύ μεθυσμένη και όπως συμπλήρωσε ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση και δυσκολευόταν να σταθεί στα πόδια της. Το μόνο που του είπε ήταν ότι ήρθε με το αυτοκίνητο της στην Αγία Νάπα, αλλά δεν θυμόταν με ποιους ήρθε, ούτε που βρίσκονταν οι φίλοι της. Μόλις άκουσε ότι ήρθε με το αυτοκίνητο της, της είπε ότι δεν θα οδηγήσει και θα την έπαιρνε αυτός στη Λευκωσία. Την ώρα που την βρήκε να κλαίει, κοντά της υπήρχαν κάποια άτομα τα οποία δεν γνώριζε, που επίσης την ρωτούσαν τι έπαθε και ούτε σε αυτούς ανέφερε οτιδήποτε. Μετά από κανένα μισάωρο περίπου, είπε στην παραπονούμενη ότι έπρεπε να φύγουν και αυτή πήγε μαζί του για να την πάρει στο σπίτι της. Καθόλη την διαδρομή προς την Λευκωσία, την ρωτούσε επανειλημμένα να του πει τι έγινε και αυτή τίποτε δεν του είπε. Δηλαδή εάν της έκαμε κάτι κάποιος. Το μόνο που έκανε ήταν να κλαίει και να λέει ότι θέλει να αυτοκτονήσει και ότι θέλει να πεθάνει. Όταν την πήρε στο σπίτι της στο Στρόβολο, βγήκε έξω ο αδελφός της και του είπε ότι την βρήκε μεθυσμένη να κλαίει στην Αγία Νάπα και την έφερε. Ο αδελφός της την ρώτησε τι έχει και κλαίει και εάν έγινε κάτι και το μόνο που του είπε ήταν ότι ήθελε να αυτοκτονήσει και να πεθάνει. Μετά από λίγο ήρθαν και οι γονείς της, στους οποίους ανέφερε ότι τη βρήκε μεθυσμένη στην Αγία Νάπα και την έφερε. Μόλις την είδαν οι γονείς της, την ρώτησαν τι έπαθε και αυτή το μόνο που έκαμνε ήταν να κλαίει. Οι Μ.Κ. 1, 2 και 3, οι οποίοι δεν περιέπεσαν σε αντίφαση, ούτε κλονίστηκε η μαρτυρία τους, κρίνονται αξιόπιστοι και αποδεχόμαστε την μαρτυρία τους, η οποία καθίσταται μέρος των ευρημάτων του δικαστηρίου, όπως αυτή παρατίθεται ανωτέρω και δεν θα καταγραφεί στο μέρος όπου καταγράφονται, κατωτέρω, τα ευρήματα του Δικαστηρίου, αφού σε κάποια σημεία σε σχέση με την πραγματική μαρτυρία, Τεκμήριο 2, παρατίθεται η κρίση του Δικαστηρίου όπως αυτό αντιλήφθηκε τα γεγονότα κατά την, με πολύ σχολαστικότητα, παρακολούθηση του Τεκμηρίου 2, αλλά και τις ενέργειες τόσο της παραπονούμενης, όσο και του κατηγορούμενου. Η παραπονούμενη, Μ.Κ.4, δεν θυμόταν αν ήπιε και πόσο ήπιε. Θυμόταν ότι ήταν εκεί όλοι μαζί και μετά δεν θυμόταν τίποτε άλλο. Η μόνη εικόνα που είχε στο μυαλό της ήταν ότι βρισκόταν μέσα στη θάλασσα και το νερό ήταν περίπου μέχρι το στήθος της, όπου ένας άντρας που δεν θυμόταν το πρόσωπο του, ούτε μπορούσε να τον περιγράψει, την κρατούσε αγκαλιά από μπροστά, πολύ σφικτά και ήρθε σε σεξουαλική επαφή μαζί της. Θυμόταν ότι ένιωθε το πέος του στον κόλπο της. Πριν είχε σεξουαλικές επαφές και δεν ήταν η πρώτη της φορά. Η τελευταία περίοδος της τέλειωσε λίγες μέρες προηγουμένως. Μετά το περιστατικό δεν ήξερε πως βγήκε έξω από τη θάλασσα. Το μόνο που θυμόταν μετά το συμβάν ήταν ότι έκλαιγε μέσα στο αυτοκίνητο του Μ.Κ.2, στο δρόμο για τη Λευκωσία. Το αυτοκίνητο της έμεινε στο Nissi Beach. Όταν επέστρεψε στο σπίτι της δεν είπε τίποτε στους γονείς της, με τους οποίους δεν έχει καλή σχέση, ούτε και στον αδελφό της. Ο πατέρας της την ίδια νύχτα μετέβη με ένα θείο της στην Αγία Νάπα και έπιασαν το αυτοκίνητο της από εκεί που το άφησε. Κοιμήθηκε κλαίγοντας μέχρι το πρωί, και όταν ξύπνησε έκλαιγε πάλι. Η παραπονούμενη, Μ.Κ. 4, ανέφερε με ειλικρίνεια ότι πέραν του ότι κάποιος της είπε «πάμε θάλασσα» και ότι ο κατηγορούμενος έβαλε το πέος του στον κόλπο της, ότι το νερό ήταν μέχρι το στήθος της και ότι η θάλασσα ήταν βρώμικη, σχεδόν δεν θυμόταν οτιδήποτε άλλο. Το ότι θυμόταν ότι το νερό της θάλασσας ήταν περίπου μέχρι το στήθος της, ότι η θάλασσα ήταν βρώμικη και ότι ο κατηγορούμενος την κρατούσε σφικτά όταν έβαλε το πέος του στον κόλπο της και δεν θυμόταν τον Α στο μπαρ, σε ό,τι αφορά τη μνήμη της, ως μια μεθυσμένη που δεν αντιλαμβανόταν τι της συνέβαινε, κρίνουμε ότι δεν υπάρχει μέτρο ή όριο για το τι μπορεί να θυμηθεί κάποιος που βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση. Σε ό,τι αφορά κάποιες απαντήσεις που έδωσε κατά την αντεξέταση, μεταξύ των οποίων και η απάντηση «δεν το σκέφτηκα» όταν ρωτήθηκε γιατί δεν αντέδρασε, σε σχέση με τον τρόπο που απαντούσε σε κάποιες ερωτήσεις, δείχνει ότι δεν μπορούσε να σκεφθεί ή να αντιδράσει στην ενέργεια του κατηγορουμένου. Η κατάσταση της, η οποία φαίνεται στο Τεκμήριο 2, διαπιστώνεται ότι ήταν τέτοια που δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια της από τη στιγμή που την βλέπουμε να είναι με τον κατηγορούμενο στο εν λόγω μπαρ, όπου φαίνεται να χάνει τις αισθήσεις της και να την πιάνει πάνω του ο κατηγορούμενος και να τρέχει προς την θάλασσα, μέχρι και μετά που επέστρεψαν από την θάλασσα, όπου φαίνεται να περπατά τρικλίζοντας και να μην ξέρει πού πηγαίνει. Για τα όσα, ελάχιστα, θυμόταν από το επίδικο περιστατικό κρίνουμε ότι ήταν αξιόπιστη και αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της, αφού προβήκαμε στην εξονυχιστική εξέταση της μαρτυρίας της και δη τις όσες παρατηρήσεις ή εισηγήσεις προέβαλε η συνήγορος του κατηγορουμένου στην αγόρευση της, όπως τις καταγράφουμε ανωτέρω, προκειμένου να πλήξει την αξιοπιστία της, αλλά δεν βρίσκουμε ότι αυτές, πρώτον ανταποκρίνονται στην πραγματική κατάσταση όπως αυτή αναδύεται από το Τεκμήριο 2 και δεύτερον είναι ικανές να πλήξουν την αξιοπιστία της σε εκείνα τα λίγα που θυμόταν. Η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου στην αγόρευση της εισηγήθηκε ότι το γεγονός ότι δεν ανέφερε σε κανέναν οτιδήποτε για το συμβάν ενισχύει τη θέση του κατηγορουμένου για συναινετικό σεξ. Δεν συμμεριζόμαστε τη θέση αυτή. Πρώτα σημειώνουμε ότι η παραπονούμενη βρισκόταν υπό τις δυσμενείς επιπτώσεις του αλκοόλ το οποίο είχε καταναλώσει και δεν μπορούσε να περπατήσει κανονικά, ούτε να σκεφτεί κανονικά. Το ότι αποκάλεσε τον Μ.Κ.2 με το επίθετο του δεν σημαίνει είτε ότι είχε επανέλθει σε κανονική κατάσταση, είτε ότι μπορούσε να είχε ξεκάθαρη μνήμη. Η κατάσταση της ήταν τέτοια που δεν ήταν σε θέση να ήταν σίγουρη για τα όσα συνέβησαν, γεγονός που καταδεικνύεται από το ότι όταν την επόμενη ημέρα, που ήταν νηφάλια, προέβη στην καταγγελία δεν γνώριζε ποιος ήλθε σε συνουσία μαζί της. Έπειτα με τους γονείς της δεν είχε καλές σχέσεις. Περαιτέρω, τονίζουμε ότι μετά που ξύπνησε και είχε διαύγεια πνεύματος, μόλις μίλησε με τη φίλη της της είπε τι συνέβη και στην προτροπή της φίλης της να προβεί σε καταγγελία, το έπραξε αμέσως. Επομένως η παραπονούμενη κρίνεται αξιόπιστη. Η ΕΚΔΟΧΗ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Η εκδοχή του κατηγορουμένου, σύμφωνα με την ανακριτική του κατάθεση στην αστυνομία, Τεκμήριο 3Α και σε πιστή μετάφραση στην ελληνική, Τεκμήριο 3, την οποία υιοθέτησε, πλην ενός σημείου και αποτέλεσε την κυρίως εξέταση του, ήταν ότι στις 6.6.2021 πήγε στην παραλία «Nissi Bay» στην Αγία Νάπα με τους φίλους του τον B και Y, οι οποίοι αρχικά συνελήφθηκαν ως ύποπτοι και οι οποίοι δούλευαν μαζί του στα χωράφια στο Αυγόρου. Ήταν η δεύτερη του φορά που πήγε στο μπαρ αυτό. Εκεί τους πήρε ένας φίλος τους, ο Atef, του οποίου δεν γνώριζε τον αριθμό τηλεφώνου. Στο μπαρ, όπου ήπιε πολύ ποτό, για το οποίο ποτό, σε ερώτηση στην κυρίως εξέταση του, είπε ότι μαζί με τους δύο φίλους του ήπιαν μια μπουκάλα του ενός
(1)λίτρου , το οποίο ποτό δεν θυμόταν τι ήταν, όμως ήταν σε θέση να επικοινωνήσει και να αντιλαμβάνεται τι συνέβαινε γύρω του, πήγαινε και του μιλούσε μια κοπέλα και μετά πήγαινε και μιλούσε σε κάποιον άλλον και μετά ξαναερχόταν σε αυτόν και σε κάποια στιγμή τον φίλησε στο στόμα. Σε σχετική ερώτηση, κατά την κυρίως εξέταση του, είπε ότι η παραπονούμενη τον φίλησε, μετά που φίλησε τον άγνωστο σε αυτόν άτομο και πριν φιλήσει αυτόν, κάποιο φίλο του, τον οποίο όμως δεν κατονόμασε. Χόρευαν και φιλιόντουσαν 5-10 λεπτά και στη συνέχεια του ζήτησε να πάνε στη θάλασσα. Η παραπονούμενη ήταν πολύ μεθυσμένη, αφού περπατούσε και έπεφτε και σε κάποια στιγμή του είπε στα ελληνικά «θάλασσα, θάλασσα». Τότε αυτός την έπιασε πάνω του, επειδή ήταν μεθυσμένη και δεν στεκόταν στα πόδια της και την πήρε στην παραλία και μπήκαν στη θάλασσα. Σε ερώτηση στην κυρίως εξέταση του πως κατάλαβε ότι ήταν πολύ μεθυσμένη η παραπονούμενη, όπως ανέφερε στην κατάθεση του, Τεκμήριο 3Α, αφού τέθηκε σαν υπόβαθρο ότι στην κατάθεση του είπε ότι η παραπονούμενη ήταν πολύ μεθυσμένη και μάλιστα ότι περπατούσε και έπεφτε, απάντησε ότι δεν ήθελε να πει ότι περπατούσε και έπεφτε αλλά ότι περπατούσε κανονικά. Θεώρησε ότι ήταν μεθυσμένη για τον λόγο ότι μύριζε αλκοόλ. Επανέλαβε ότι δεν ήθελε να πει ακριβώς ότι περπατούσε και έπεφτε. Διαπιστώνεται ότι ενώ υιοθέτησε την κατάθεση του ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, στη συνέχεια αναίρεσε αυτά που υιοθέτησε και πρόβαλε άλλη, αντίθετη, εκδοχή. Μάλιστα για να δικαιολογήσει γιατί είπε τούτο στην κατάθεση του, σε σχετική ερώτηση, είπε ότι επέμενε ο αστυνομικός και αυτός επέμενε και ανέφερε ότι είπε ότι την κρατούσε για να μην πέσει, μόνο για να απαντήσει. Περαιτέρω σε άλλη ερώτηση, γύρω από αυτό το θέμα, ανέφερε ότι δεν είδε το Τεκμήριο 2 πριν δώσει την κατάθεση του, γι' αυτό έδωσε την απάντηση «για να μην πέσει». Στην ερώτηση, πάλι στην κυρίως εξέταση του, με αναφορά στο Τεκμήριο 2, που κατά την συνήγορο του κατηγορουμένου χόρευαν, αν η παραπονούμενη ήταν αναίσθητη όταν την σήκωσε πάνω του και έτρεχε προς την θάλασσα, απάντησε «εκείνη τη στιγμή με φιλούσε, μου ζήτησε να πάμε θάλασσα, μου ζήτησε 2-3 φορές και την έπιασα και την πήρα στην θάλασσα. Φαινόταν και στο video ότι την μια στιγμή πριν τη σηκώσω που με φιλούσε, φαινόταν». Αν και δεν απαντά ευθέως την ερώτηση, στο Τεκμήριο 2 φαίνεται ότι δεν τον φιλούσε και ότι όταν την άφησε και δεν την κρατούσε με το χέρι του από την πλάτη της, η παραπονούμενη έγειρε προς τα πίσω και αν δεν την έπιανε με τα χέρια του θα έπεφτε, στοιχείο που δείχνει ότι κατ' εκείνη τη στιγμή που την έπιασε πάνω του και έτρεχε προς την θάλασσα δεν είχε τις αισθήσεις της. Επίσης, στην κυρίως εξέταση του, ανέφερε ότι ο λόγος που τη σήκωσε πάνω όταν πήγε να του πέσει την ώρα που έτρεχε προς την θάλασσα, ήταν γιατί δεν την «έσωννε». Όμως στην πραγματικότητα ο λόγος που τη σήκωσε πάνω ήταν γιατί η παραπονούμενη, επειδή δεν είχε τις αισθήσεις της, δεν κρατούσε πάνω του για να τον διευκολύνει στην μεταφορά της και χαλαρό ως ήταν ολόκληρο το σώμα της, τα χέρια της και τα πόδια της, του έπεφτε και χρειάστηκε να κάνει τη συγκεκριμένη κίνηση. Ούτε βέβαια ευσταθεί η αναφορά του ότι σε όλη την διαδρομή προς την θάλασσα, στον βαθμό που φαίνεται στα πλάνα του Τεκμηρίου 2, η παραπονούμενη τον φιλούσε, αφού από το Τεκμήριο 2 όχι μόνο δεν φαίνεται να τον φιλά, αλλά φαίνεται ότι δεν είχε τις αισθήσεις της. Ακόμη, στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι (προφανώς αναφέρεται όταν κατά τον ψευδή ισχυρισμό του η παραπονούμενη τού ζήτησε να πάνε θάλασσα) από το μυαλό του πέρασε ότι θα κολυμπούσαν και δεν περίμενε να κάμουν σεξ. Πως όμως ήταν δυνατό να περάσει από το μυαλό του ότι θα κολυμπούσαν όταν η παραπονούμενη δεν είχε τις αισθήσεις της και την μετέφερε πάνω του στη θάλασσα; Ασφαλώς πρόκειται για ένα ισχυρισμό ο οποίος δεν μπορεί να ευσταθήσει. Η παραπονούμενη, κατά τον ψευδή ισχυρισμό του, έδειξε να το διασκεδάζει εκείνη τη στιγμή που αυτός έβαλε το πέος του στον κόλπο της, ενώ όταν είχαν μπει στην θάλασσα τον ρώτησε πώς τον έλεγαν και αυτός την ρώτησε ποιο ήταν το δικό της όνομα. Πίσω τους έρχονταν και οι φίλοι του αλλά είχαν απόσταση. Όταν μπήκαν στη θάλασσα η παραπονούμενη τον αγκάλιασε, τον φιλούσε και έπιασε το πέος του στα χέρια της. Αφού αυτός κατέβασε το παντελόνι του και αυτή το μαγιό της, η παραπονούμενη έβαλε τα πόδια της γύρω από το κορμί του και την «γάμησε». Ήταν η πρώτη φορά που «γάμησε». Οι φίλοι του στέκονταν και αυτοί μέσα στη θάλασσα, σε απόσταση 10-15 μέτρων και έβλεπαν. Όταν τέλειωσε βγήκαν έξω από το νερό και πήγαν ξανά στο μπαρ όπου κάθισαν μαζί με την παραπονούμενη και τους φίλους του. Η παραπονούμενη ήταν ακόμα μεθυσμένη και συνεχώς περπατούσε και έπεφτε, γι' αυτό την έβαλε να καθίσει μαζί του και της φόρεσε και το πουκάμισο της. Όμως στην ερώτηση τι έκαναν όταν επέστρεψαν από τη θάλασσα ανέφερε «καθίσαμε, κάθισε στην καρέκλα. Με ρώτησε στο CID ο αστυνομικός γιατί την κάθισες στην καρέκλα; και του είπα την έβαλα στην καρέκλα γιατί μου ζήτησε νερό και μετά της έδωσα τα ρούχα της και το τηλέφωνο της, το τηλέφωνο της το κρατούσα εγώ». Διαπιστώνεται ότι και πάλι διαφοροποιεί τα όσα ανέφερε στην κατάθεση του, Τεκμήριο 2, περί τούτου του θέματος. Ενώ καθόταν μαζί του η παραπονούμενη άρχισε να κλαίει. Αυτός την αγκάλιασε και δείχνοντας με τα χέρια του τα μάτια του, κάνοντας δάκρυα, την ρώτησε στα Ελληνικά «κανεί, κανεί, έχει πρόβλημα», κάτι του είπε που δεν κατάλαβε και τότε αυτοί έφυγαν από το μπαρ για να πάνε πίσω στο χωριό Αυγόρου. Δεν την βίασε και ό,τι έγινε το ήθελε η παραπονούμενη και σε καμιά περίπτωση δεν έκανε κάτι η παραπονούμενη για να φύγει την ώρα που την «γαμούσε». Δεν εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση μέθης στην οποία βρισκόταν η παραπονούμενη με αποτέλεσμα να έρθει σε συνουσία μαζί της χωρίς την συγκατάθεση της, ενώ είχε και αυτός πιει ποτό και σίγουρα όταν του ζήτησε να πάνε στην θάλασσα δεν πέρασε από το μυαλό του ότι θα ήθελε να κάμουν σεξ. Όταν μπήκαν στη θάλασσα αυτή τον αγκάλιασε και έκανε σεξ με τη θέληση της, δεν αντέδρασε, ούτε φώναξε, ούτε του είπε να την αφήσει. Επιστρέφοντας από τη θάλασσα και πηγαίνοντας πίσω στο μπαρ, κρατούσε την παραπονούμενη αγκαλιά με το αριστερό του χέρι και με το δεξί του χέρι το αριστερό της χέρι (ενώ η κοπέλα ήταν ταραγμένη και κλαμένη) και επίσης, σε κάποια στιγμή που η παραπονούμενη προσπάθησε να σηκωθεί και να φύγει από το μέρος που κάθονταν, αυτός με το χέρι του την πίεζε να παραμείνει στο μέρος μαζί του, κατά τον κατηγορούμενο διότι ήταν μεθυσμένη και την κρατούσε να μην πέσει και ο λόγος που την πίεσε να μείνει μαζί του ήταν για να μην σηκωστεί, αφού θα έπεφτε. Επανέλαβε ότι δεν την βίασε, αλλά η ίδια ήθελε να κάμουν σεξ και ότι ήταν μεθυσμένη τόσο αυτή όσο και ο ίδιος, αλλά δεν του έδειξε ότι δεν το ήθελε. Σε ό,τι αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της κατάθεσης του κατηγορούμενου, Τεκμήριο 3Α και μετάφραση αυτής στην ελληνική γλώσσα, Τεκμήριο 3, η οποία αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι αυτή δόθηκε από τον κατηγορούμενο, στην υπόθεση Νταντινάκη ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 3/2019, ημερομηνίας 29.3.2021, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, 112-3, στην οποία παρέπεμψε το Κακουργιοδικείο, εξηγήθηκε ότι μπορεί να προσδοθεί διαφορετική βαρύτητα σε διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορούμενου. Αναφέρθηκε ότι: «Δηλώσεις του κατηγορουμένου που συνιστούν άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος γίνονται παραδεκτές ως μαρτυρία κατ' εξαίρεση προς τον κανόνα που αποκλείει την εξ ακοής μαρτυρία (hearsay rule). Αυστηρή εφαρμογή του κανόνα περί εξ ακοής μαρτυρίας θα περιόριζε την αποδεικτική αξία του μέρους της κατάθεσης κατηγορουμένου που δεν συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή σε πρωτογενή μαρτυρία (original evidence). Στην υπόθεση Duncan [Findlay Duncan 73 Crim. App R.359] αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Η προσέγγιση αυτή είναι και ρεαλιστική και δίκαιη. Τονίστηκε όμως στην Duncan ότι το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. Συνοψίζοντας η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης».» Στο σύγγραμμα ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Γ. Σάντη στις σελίδες 689-691 αναφέρονται τα ακόλουθα: «(i) Καταθέσεις ή Δηλώσεις Μάρτυρα/Κατηγορουμένου Προς Την Αστυνομία Η αξιολόγηση κατάθεσης ή δήλωσης μάρτυρα ή κατηγορουμένου προς την Αστυνομία, αποτελεί θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Κάθε μέρος της εν λόγω κατάθεσης ή δήλωσης που γίνεται δεκτό, αποτελεί μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή εμμέσως παραδοχή του αδικήματος. Το Δικαστήριο μπορεί να δώσει όπως αυτό θεωρεί ότι επιβάλλεται (και με τρόπο αιτιολογημένο πάντοτε), αλλιώτικη βαρύτητα σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης ή δήλωσης, ή και μικρότερη σημασία, ή ακόμη και να απορρίψει ένα ή περισσότερα μέρη αυτής (Sliongeris v R
(2015)EWCA Crim 22, Πετράκης ν Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 455, Κωνσταντινίδης ν Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 190, R v Sharp
(1988)1 All ER 65). (i.α) Αυτοενοχοποιητικές Καταθέσεις ή Δηλώσεις Όταν η κατάθεση ή δήλωση του κατηγορουμένου είναι αυτοενοχοποιητική μπορεί να γίνει αποδεκτή για απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της, τόσο σε ποινικές όσο και σε πολιτικές υποθέσεις (Καΐμης ν Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 662). (i.β) Απαλλακτικές Καταθέσεις ή Δηλώσεις Όταν η κατάθεση ή δήλωση είναι εν συνόλω απαλλακτική δύναται να γίνει δεκτή για να δείξει την αντίδραση του κατηγορουμένου και τη στάση του κατά την ώρα της δήλωσης. Στην R v Storey
(1968)52 Cr App R 334), η Αστυνομία ανακάλυψε ναρκωτικά κατόπιν έρευνας στο διαμέρισμα της κατηγορουμένης. Η άμεση αντίδραση της ήταν ότι δεν της ανήκαν και ότι είχαν μεταφερθεί εκεί χωρίς τη συγκατάθεση της. Το Εφετείο αποφάνθηκε ότι αν και η κατάθεση ή δήλωση δεν αποτελούσε απόδειξη του ισχυρισμού, μπορούσε να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία περί της άμεσης αντίδρασης της κατηγορουμένης (βλ. επίσης, R v. Pearce
(1979)69 Cr App R 365). (i.γ) Μεικτές Καταθέσεις ή Δηλώσεις Όταν η κατάθεση ή δήλωση είναι μικτή (mixed), υπό την έννοια ότι περιέχει ουσιωδώς ενοχοποιητικά και αθωωτικά στοιχεία (R v Shirley
(2013)EWCA Crim 1990, R v. Papworth
(2008)1 Cr App R 439, R v. Garrod
(1997)Crim LR 445), αυτά γίνονται αποδεκτά ως μαρτυρία για τα γεγονότα στα οποία αναφέρονται, με το Δικαστήριο να επιβάλλεται όπως εξετάζει την κατάθεση στην ολότητα της για να ανεύρει ποια είναι τα αληθή. Στην R v Duncan
(1981)73 Cr App R 359, ο κατηγορούμενος, που αντιμετώπιζε κατηγορία φόνου, είχε προβεί σε κατάθεση προς την Αστυνομία ότι σκότωσε το θύμα αλλά ισχυρίστηκε ότι το έπραξε αυτό επειδή είχε προκληθεί από το θύμα. Επέλεξε να μην καταθέσει. Καταδικάστηκε. Τέθηκε ερώτημα εάν η κατάθεση του, που περιείχε ενοχοποιητικά και αθωωτικά στοιχεία, μπορούσε να γίνει αποδεκτή προς απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι τα αθωωτικά στοιχεία δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά αφού ήσαν αυτοεξυπηρετικά. Το Εφετείο αποφάνθηκε ότι η κατάθεση μπορούσε να γίνει αποδεκτή στο σύνολο της, τονίζοντας ότι σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να αξιολογούνται τόσο τα ενοχοποιητικά όσο και τα υπόλοιπα στοιχεία, ιδιαίτερα όπου ο κατηγορούμενος δεν έχει προσφέρει μαρτυρία (βλ. επίσης R v Aziz
(1995)3 All ER 149, R v Sharp
(1988)1 All ER 65, R v Hamand
(1985)82 Cr App R 65).» Και στη σελίδα 908 τα πιο κάτω: «5. Μεικτές Δηλώσεις Κάποιες φορές μια ομολογία μπορεί να περιέχει ενοχοποιητικά στοιχεία για τον κατηγορούμενο (όπως παραδοχή ότι κτύπησε και τραυμάτισε τον παραπονούμενο) και ταυτοχρόνως αθωωτικά ή ευνοϊκά στοιχεία (όπως το ότι βρισκόταν σε αυτοάμυνα). Αυτές οι δηλώσεις ονομάζονται μεικτές δηλώσεις (mixed statements). Σε τέτοιες περιπτώσεις όταν η Κατηγορούσα Αρχή προτίθεται να βασιστεί στο ουσιωδώς ενοχοποιητικό μέρος της εν λόγω ομολογίας (R v Shirley
(2013)EWCA Crim 1990, R v Papworth
(2008)1 Cr App R 439, R v Garrod
(1997)Crim LR 445, R v Duncan
(1981)73 Cr App R 359), ολόκληρη η ομολογία καθίσταται αποδεκτή και ο κατηγορούμενος, ως θέμα δικαιοσύνης, μπορεί να βασιστεί σε εκείνα τα στοιχεία που είναι προς όφελός του (Χαραλάμπους ν Δημοκρατίας (Αρ 1)
(2012)2 ΑΑΔ 370, Γαβριήλ ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 693, R v McCleary
(1994)Crim LR 121, R v Grayson
(1993)Crim LR 864, Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109)». Σημειώνουμε ότι η κατάθεση του κατηγορουμένου στην αστυνομία, Τεκμήριο 3Α, υιοθετήθηκε από αυτόν κατά την ένορκη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου και αποτέλεσε την κυρίως εξέταση του. Δηλαδή, δεν παρέμεινε μόνο ως στοιχείο μαρτυρίας, αλλά αποτέλεσε την μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του. Κατά την αντεξέταση του αν και ανέφερε αρχικά ότι διάβασε τις υπόλοιπες καταθέσεις, στη συνέχεια αρνήθηκε ότι διάβασε τις καταθέσεις των δύο Αιγυπτίων φίλων του. Στη συνέχεια αρνήθηκε ότι, όταν ήταν στο μπαρ και την έπιασε πάνω του και έτρεξε προς τη θάλασσα, η παραπονούμενη ήταν αναίσθητη και επανέλαβε ότι τον φιλούσε, επικαλούμενος, για την αλήθεια τούτου του ισχυρισμού του, το Τεκμήριο 2. Στην αμέσως επόμενη ερώτηση για το ίδιο θέμα, απάντησε ότι μια στιγμή πριν την πιάσει πάνω του, τον φιλούσε και του ζητούσε να πάνε στη θάλασσα και ότι μια στιγμή πριν την πιάσει στεκόταν στα πόδια της. Πέραν της διαφοροποίησης από τον αρχικό του ισχυρισμό, από το Τεκμήριο 2, διαπιστώνεται, όπως ήδη αναφέραμε, ότι δεν τον φιλούσε και η παραπονούμενη δεν στεκόταν στα πόδια της. Αρνήθηκε ότι η παραπονούμενη, πριν την πιάσει πάνω του και τρέξει προς την θάλασσα, θα έπεφτε στο πάτωμα του μπαρ. Ισχυρισμός όμως που είναι ψευδής όπως καταδεικνύεται από το Τεκμήριο 2, που αν δεν την έπιανε με τα χέρια του από την πλάτη, σίγουρα η παραπονούμενη θα έπεφτε στο πάτωμα. Επίσης, ενώ αρχικά ανέφερε ότι μπήκε με το παντελονάκι στη θάλασσα, στη συνέχεια ανέφερε ότι λίγο πριν μπει στη θάλασσα, το παντελονάκι του έπεσε. Ακολούθως ανέφερε ότι εκτός από το δικό του τηλέφωνο κρατούσε το τηλέφωνο ενός από τους δύο φίλους του και της παραπονούμενης, η οποία τού το έδωσε όταν ήταν μαζί στο μπαρ, χωρίς να γνωρίζει το λόγο που του το έδωσε. Επίσης διαφοροποίησε και τα λόγια που, κατά τον ισχυρισμό του, η παραπονούμενη τού είπε για να πάνε θάλασσα. Ενώ στην κυρίως εξέταση του, Τεκμήριο 3Α, είπε ότι του είπε «θάλασσα, θάλασσα», στην αντεξέταση του είπε «σε παρακαλώ πάρε με στη θάλασσα. Σε παρακαλώ πάρε με στη θάλασσα». Περιγράφοντας πώς ήρθε σε συνουσία με την παραπονούμενη, αρχικά είπε ότι ούτε η παραπονούμενη έβγαλε το μαγιό της, ούτε αυτός το δικό του και η παραπονούμενη έπιασε το πέος του και το έβαλε στον κόλπο της. Ακολούθως ανέφερε ότι όταν άφησε τα χέρια του που την κρατούσε, η παραπονούμενη έβαλε τα πόδια της σφικτά γύρω από την μέση-πλάτη του και με τα χέρια της, που είχε πίσω από το λαιμό του όταν μπήκαν στη θάλασσα, έπιασε τα γεννητικά του όργανα, ενώ αυτός την κρατούσε αγκαλιά και αφού έβγαλε έξω το πέος του από το μαγιό, το έβαλε στον κόλπο της. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι όταν μπήκαν στη θάλασσα, η παραπονούμενη στεκόταν στα πόδια της και τον φιλούσε και έκαναν παιχνίδι. Στην υπόδειξη από τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ότι στην κατάθεση του, Τεκμήριο 3Α, η οποία αποτέλεσε την κυρίως εξέταση του, δεν ανέφερε τα πιο πάνω και ότι αυτή τον χειρίστηκε, απάντησε ότι τα ανέφερε. Σε περαιτέρω υπόδειξη ότι στο Τεκμήριο 3Α ανέφερε ότι η παραπονούμενη κατέβασε το μαγιό της και αυτός το παντελονάκι του, απάντησε ότι δεν το ανέφερε, κάτι βεβαίως που έρχεται σε αντίθεση με αυτό που ανέφερε στην κατάθεση του και καταγράφεται στη σελίδα 17 της απόφασης, ανωτέρω. Τέλος ανέφερε ότι όταν μπήκαν στη θάλασσα, αν και η παραπονούμενη είχε καταναλώσει αλκοόλ, ήταν σε καλή κατάσταση και ότι η κατάσταση της άλλαξε. Πέραν από τις αντιφάσεις, τις οποίες αναφέραμε ανωτέρω, τόσο στην κυρίως εξέταση του, όσο και στην αντεξέταση του, τις οποίες με ευκολία διαπιστώνουμε, όπως π.χ. ότι ενώ στην κατάθεση του ανέφερε ότι η παραπονούμενη ήταν πολύ μεθυσμένη αφού περπατούσε και έπεφτε και σε περαιτέρω ερωτήσεις στην κυρίως εξέταση του είπε ότι κατάλαβε ότι ήταν πολύ μεθυσμένη επειδή μύριζε αλκοόλ και ότι δεν ήθελε να πει ότι περπατούσε και έπεφτε αλλά ότι περπατούσε κανονικά και ουσιαστικά το είπε γιατί επέμενε ο αστυνομικός που του έλαβε την κατάθεση, από το Τεκμήριο 2 διαπιστώνεται ότι ο κατηγορούμενος είπε ψέματα στο Δικαστήριο για την κατάσταση και τις ενέργειες της παραπονούμενης στο μπαρ πριν την πιάσει πάνω του και την πάρει στη θάλασσα, όσο και μετά που επέστρεψαν από τη θάλασσα στο μπαρ. Ως εκ των πιο πάνω ο κατηγορούμενος κρίνεται αναξιόπιστος και απορρίπτεται και δεν γίνεται αποδεκτή η μαρτυρία του. ΜΗ ΚΛΗΤΕΥΣΗ ΜΑΡΤΥΡΩΝ Ένα από τα θέματα που έθεσε στην αγόρευση του η συνήγορος υπεράσπισης, ήταν και η μη κλήτευση ατόμων από τα οποία η αστυνομία έλαβε καταθέσεις, που αναφέραμε ανωτέρω όταν παραθέσαμε συνοπτικά την αγόρευση της συνηγόρου του κατηγορουμένου. Γι΄ αυτό το θέμα πλήρως κατατοπιστικά είναι όσα αναφέρονται στις σελίδες 622-626 του συγγράμματος το ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ των Ηλιάδη και Σάντη, τα οποία καταγράφονται κατωτέρω: «Β. ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑ ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΚΛΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΩΝ Ανεξαρτήτως της αναγραφής ή μη των μαρτύρων στο κατηγορητήριο, η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση, ως ζήτημα αρχής, τόσο στις υποθέσεις που δικάζονται συνοπτικώς όσο και σε εκείνες που εκδικάζονται ενώπιον Κακουργιοδικείου, να καλεί όλους τους μάρτυρες που έχει στη διάθεση της προς υποστήριξη της υπόθεσης της. Η αρχή αυτή υπόκειται στην ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας της Κατηγορούσας Αρχής που σε κάποιο γενικότερο επίπεδο ανάλυσης έχει δικαίωμα (όπως και η Υπεράσπιση εξάλλου), να επιλέγει τον τρόπο απόδειξης της υπόθεσης της ως τούτη κρίνει ορθότερο να πράξει (Στυλιανίδης ν Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 581, Νεοφύτου ν Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 185). 1.Μάρτυρες Και Η Διακριτική Ευχέρεια Κατηγορούσας Αρχής Οι γενικές αρχές που διέπουν το θέμα της ενάσκησης διακριτικής ευχέρειας της Κατηγορούσας Αρχής για κλήση ή όχι μαρτύρων κατηγορίας, εξετάστηκαν, μεταξύ άλλων, στην R v Brown
(1997)3 All ER 769. .....................................». «(α) Παράδοση Αντιγράφων Καταθέσεων Στην Υπεράσπιση Η Κατηγορούσα Αρχή έχει διακριτική ευχέρεια να αποφασίζει ποιους μάρτυρες θα καλέσει, δίνοντας προς τούτο αντίγραφο όλων των καταθέσεων που λήφθηκαν στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης στην Υπεράσπιση (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ευσταθίου και Άλλων
(2010)2 ΑΑΔ 94, Ανδρονίκου και Άλλων ν Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486, Θεοχάρους ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 22, Τυμπιώτης ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 612). (β) Κλήση Ουσιωδών Μαρτύρων Η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να καλεί όλους τους μάρτυρες οι οποίοι μπορούν να δώσουν ουσιώδη μαρτυρία για τα γεγονότα της υπόθεσης εκτός και αν θεωρεί τη μαρτυρία τους αναξιόπιστη δίχως να έχει υποχρέωση να παρουσιάζει μάρτυρες απλώς για να διευκολύνει την Υπεράσπιση να της καταστρέψει την υπόθεση (Κλεοβούλου ν Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 17, Smache v Αστυνομίας (Αρ 1)
(2010)2 ΑΑΔ 378, Σταυρινού ν Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 706, Οδυσσέα ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 490). Τέτοια διαδικασία απλώς προκαλεί σύγχυση. Η υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής είναι να θέτει τέτοιους μάρτυρες στη διάθεση της Υπεράσπισης ώστε να της παράσχει τη δυνατότητα να τους καλέσει αν η Υπεράσπιση το κρίνει σκόπιμο. Σε περίπτωση που οι μάρτυρες τεθούν στη διάθεση της Υπεράσπισης και αυτή δηλώσει ότι δεν επιθυμεί να τους αντεξετάσει - ή, σε περίπτωση κωλύματος κλήσης μάρτυρα από την Κατηγορούσα Αρχή ακόμη και του παραπονούμενου για να δώσει μαρτυρία προς στοιχειοθέτηση της υπόθεσης της (διότι για παράδειγμα ο μάρτυς ζει και εργάζεται μονίμως στο εξωτερικό) και η υπεράσπιση ενεργεί με τρόπο ενάντια στην έλευση του (διότι υποστηρίζει ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης και της κατηγορουμένης επιβάλλει ταχεία αποπεράτωση της υπόθεσης και όχι αναβολή της για την παρουσία του μάρτυρα) - δεν μπορεί αργότερα να παραπονιέται ευλόγως ενώπιον του Εφετείου, όπως έγινε στην Γεωργίου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 62/12, ημ. 13.2.14, για παράλειψη της Κατηγορούσας Αρχής να καλέσει τον μάρτυρα ή άλλους μάρτυρας που θα μπορούσαν ενδεχομένως να διαφωτίσουν το Δικαστήριο αναφορικά με τις συνθήκες τέλεσης των επίδικων αδικημάτων (βλ. για άλλο παράδειγμα, Ιωάννου άλλως «Τίτος» και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 409). Με παρόμοιο σκεπτικό, η Υπεράσπιση δεν μπορεί δικαιολογημένα να εκφράζει παράπονα για την αποτυχία της να πείσει ή αποδείξει την εκδοχή ή ισχυρισμούς της ενώπιον του Δικαστηρίου σε περίπτωση επιλογής ή αμέλειας της να παρουσιάσει την απαιτούμενη προς τούτο θεμελιωτική μαρτυρία ή μάρτυρες (Kabbara ν Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 177). Η απουσία μάρτυρα κατηγορίας του οποίου η μαρτυρία είναι ουσιώδης (Ζαχαρία ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 180), για την απόδειξη βασικού στοιχείου της κατηγορίας και η οποία θα μπορούσε να διαφωτίσει τα πράγματα (Κυριάκου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 15/13, ημ. 20.3.14) και να οδηγήσει το Δικαστήριο στο να αντιληφθεί τις προεκτάσεις της εκδοχής του κατηγορουμένου για τα γεγονότα της υπόθεσης, είναι πιθανό, αναλόγως της περίπτωσης, να καταστήσει την ετυμηγορία ενοχής ακροσφαλή (Πέγκερος ν Δημοκρατίας
(1995)2 ΑΑΔ 143). Η αρχή αυτή, φαίνεται να εφαρμόζεται στις περιπτώσεις μαρτύρων από τους οποίους πάρθηκε κατάθεση και των οποίων τη μαρτυρία γνωρίζει κατά λογική συνέπεια η Κατηγορούσα Αρχή (Κλεοβούλου ν Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 17, Ισιδώρου ν GM Christofi Enterprises Ltd και Άλλης
(1998)2 ΑΑΔ 204).» Βλ. Fournaris and Another v The Republic
(1978)2 CLR 28 και R v Oliva
(1965)3 All ER 116. «(γ) Κλήση Επουσιωδών Μαρτύρων Όταν η απουσία μάρτυρα κρίνεται επουσιώδης χωρίς να αφήνει οποιοδήποτε κενό στα κρίσιμα γεγονότα της υπόθεσης, δεν μπορεί να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή αποκλίνει από τις συναφείς της υποχρεώσεις (Βιολάρης ν Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 520, Ευαγγέλου ν Αστυνομίας (Αρ 1)
(2000)2 ΑΑΔ 72 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 515». Άμεση σχετική και πλήρως επεξηγηματική επί του θέματος είναι η υπόθεση Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 657, στην οποία γίνεται μνεία στις κατευθυντήριες γραμμές για την κλήση ή μη ενός μάρτυρα κατηγορίας όπως καθορίστηκαν στην απόφαση R ν. Russell - Jones [1995] 1 Cr. App. R. 538 και υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Brown v. R [1997] 1 Cr App R 112. Καταρχάς αναφέρουμε ότι η Κατηγορούσα Αρχή, στον πίνακα μαρτύρων επί του κατηγορητηρίου κατέγραψε 20 μάρτυρες. Κάλεσε και έδωσαν μαρτυρία 4 μάρτυρες. Τους υπόλοιπους 16, εκ των οποίων οι 8 είναι αστυφύλακες, τους πρόσφερε για αντεξέταση και η Υπεράσπιση δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να τους αντεξετάσει. Έπειτα η Κατηγορούσα Αρχή προμήθευσε την Υπεράσπιση με τις καταθέσεις όλων των προσώπων από τα οποία η αστυνομία έλαβε καταθέσεις κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, μεταξύ των οποίων και εκείνων, εκτός από τον Γιαλλούρη, που τώρα η Υπεράσπιση παραπονείται ότι δεν τους κάλεσε η Κατηγορούσα Αρχή ως μάρτυρες κατηγορίας, εκ των οποίων, προσθέτουμε, μόνο τους Αιγύπτιους φίλους του κατηγορουμένου δεν τους συμπεριέλαβε στον πίνακα μαρτύρων κατηγορίας επί του κατηγορητηρίου. Στην Κουμπαρή ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 215/2018, ημερομηνίας 11.5.2020, με παραπομπή σε αγγλική νομολογία, επαναλήφθηκε η αρχή ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει υποχρέωση να καλέσει, ως μάρτυρα ή να τον προσφέρει για αντεξέταση στην Υπεράσπιση όταν δεν αναγράφεται ως μάρτυρας κατηγορίας επί του κατηγορητηρίου. Συγκεκριμένα αναφέρθηκαν τα εξής: «Η Sv. Lapireva δεν ήταν μάρτυρας κατηγορίας αναγραμμένη είτε στο αρχικό κατηγορητήριο είτε στο τροποποιημένο κατηγορητήριο. Επομένως, δεν υπήρχε νομική υποχρέωση για την Κατηγορούσα Αρχή να την καλέσει ως μάρτυρα κατηγορίας ή να την προσφέρει στην υπεράσπιση για αντεξέταση. Η απόφαση R. v. OLIVA
(1965)49 Crim. App. Reports 298 και άλλες που ακολούθησαν, είναι καθοδηγητικές. Το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2009, στη σελίδα 1714, αναφέρεται στις υποχρεώσεις της Κατηγορούσας Αρχής αναφορικά με την κλήση μαρτύρων. Η γενική υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής είναι να καλεί ή να προσφέρει για αντεξέταση, τους μάρτυρες που αναγράφονται στο Κατηγορητήριο. Στην υπόθεση R. v. Russell Jones
(1995)1 Cr. App. R. 538, η οποία ακολουθήθηκε στην Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 657, τέθηκαν κατευθυντήριες γραμμές ως προς την εκτέλεση του καθήκοντος της Κατηγορούσας Αρχής να καλεί μάρτυρες. Οι κατευθυντήριες γραμμές αφορούν στη διακριτική ευχέρεια της Κατηγορούσας Αρχής να καλέσει ή να μην καλέσει και να προσφέρει για αντεξέταση μάρτυρα που αναγράφεται στο Κατηγορητήριο. Στην περίπτωση μας, η μάρτυρας δεν αναγραφόταν στο Κατηγορητήριο (αρχικό και τροποποιημένο) και, επομένως, η Κατηγορούσα Αρχή - Εφεσίβλητη, δεν είχε υποχρέωση να την καλέσει, ως μάρτυρα κατηγορίας ή να την προσφέρει για αντεξέταση στην Υπεράσπιση». Στην συγκεκριμένη υπό κρίση περίπτωση, τα πρόσωπα που ανέφερε η συνήγορος υπεράσπισης ότι δεν κλητεύθηκαν, εκτός από τον Α και την Ρ, δεν αναγράφονται στον πίνακα μαρτύρων κατηγορίας, δεν αποτελούν μέρος της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής και δεν αφήνουν κενό στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, (βλ. Rana κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, 499 και Πέγκερος, ανωτέρω). Σε ό,τι αφορά τον Γ, φίλο της παραπονούμενης, η μαρτυρία του δεν είναι ουσιώδης, αφού αυτή σχετίζεται με την μεταφορά του, ως και της φίλης του, στην Αγία Νάπα από την παραπονούμενη και την συναναστροφή τους στην παραλία πριν το επεισόδιο. Όσον αφορά την Ρ, παρατηρούμε ότι η μαρτυρία της σχετίζεται με ο,τιδήποτε αφορά την παρουσία τους στην παραλία πριν το επεισόδιο. Όσον αφορά τον Α, η μαρτυρία του σχετίζεται με την συνάντηση του στο μπαρ με την παραπονούμενη, του οποίου οι ενέργειες, όπως και της παραπονούμενης, φαίνονται στο Τεκμήριο 2. Πρέπει να σημειωθεί ότι δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, είτε πριν, είτε μετά την παρουσίαση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής και πριν το στάδιο του εκ πρώτης όψεως υπόθεση, αίτημα από την Υπεράσπιση για κλήτευση από την Κατηγορούσα Αρχή των συγκεκριμένων ή άλλων προσώπων που έδωσαν κατάθεση στην αστυνομία, αν και η συνήγορος υπεράσπισης ανέφερε στο Δικαστήριο ότι δεν επιθυμούσε να αντεξετάσει τους υπόλοιπους μάρτυρες κατηγορίας που εμφαίνονται στον πίνακα επί του κατηγορητηρίου. Δεν βρίσκουμε, ενόψει των πιο πάνω, ότι η Κατηγορούσα Αρχή ενήργησε εκτός της διακριτικής της εξουσίας. Εν πάση περιπτώσει η Υπεράσπιση είχε δικαίωμα να τους καλέσει η ίδια και δεν το έπραξε. Στην υπόθεση Rana ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Η Loraine Hogan δεν είχε συμπεριληφθεί στο κατηγορητήριο ως μάρτυρας κατηγορίας. Η κατάθεσή της δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή στην υπεράσπιση. Είχε, επομένως, η υπεράσπιση τη δυνατότητα να την καλέσει, αν ήθελε, ως μάρτυρα υπεράσπισης. Εφόσον δεν το έπραξε, ούτε η κατηγορούσα αρχή, πολύ δε ολιγότερο το Κακουργοδικείο, είχε υποχρέωση να καλέσει τη Loraine Hogan για να μαρτυρήσει. Η Πέγκερος, την οποία επικαλέσθηκε ο δικηγόρος των εφεσειόντων, διαφοροποιείται από την παρούσα υπόθεση. Εκεί το Εφετείο έκρινε ότι η παράλειψη της κατηγορούσας αρχής να καλέσει συγκεκριμένο μάρτυρα άφηνε κάποιο κενό στην υπόθεσή της, κενό το οποίο δεν εντόπισε το Κακουργοδικείο στην απόφασή του. Εδώ, η μη κλήση της Loraine Hogan να μαρτυρήσει για την κατηγορούσα αρχή, αφ' ης στιγμής γινόταν αποδεκτή η μαρτυρία της παραπονουμένης, δεν άφηνε οποιοδήποτε κενό στην υπόθεσή της». Κρίνουμε ότι δεν έχουν επηρεαστεί με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα του κατηγορουμένου. Ως εκ τούτου η σχετική εισήγηση της Υπεράσπισης απορρίπτεται. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η παραπονούμενη κατάγεται από τη Λευκωσία, όπου και διαμένει μαζί με τους γονείς της, με τους οποίους δεν έχει καλή σχέση. Την 6.6.21 γύρω στις 13:30 ξεκίνησε με το αυτοκίνητο της από Λευκωσία με την παρέα της και συγκεκριμένα με τον Γ και τη φίλη του Κ για να πάνε στη θάλασσα, στην παραλία Nissi Beach, στην Αγία Νάπα. Όταν έφτασαν στην παραλία Nissi Beach συναντήθηκαν με φίλους του Γ και της Κ. Εκεί, πήραν κρεβατάκια και ακολούθως κολύμπησαν. Σε κάποια στιγμή γύρω στις 17:30-18:00 πήγε στο εν λόγω μπαρ και πήρε τρία σφηνάκια από το μπαρ και τα ήπιε. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το Τεκμήριο 2, το περιεχόμενο του οποίου αποτελεί πραγματική μαρτυρία, όπως ήδη αναφέραμε, η παραπονούμενη περί ώρα 17:36:59 πήγε στο αναφερθέν μπαρ και περί ώρα 17:37:31 παρήγγειλε 3 σφηνάκια. Φαίνεται να πληρώνει μέσω εφαρμογής από το τηλέφωνο της. Περί ώρα 17:39:11 ήπιε το πρώτο σφηνάκι και περί ώρα 17:41:10 ήπιε το δεύτερο και αμέσως μετά περί ώρα 17:41:17 ήπιε το τρίτο. Εκεί, στο μπαρ, την είχε πλησιάσει ένας νεαρός, μελαχρινός, λίγο πιο ψηλός της, περίπου 1.55-
- Μίλησαν λίγο γιατί νόμισε ότι ήταν ένας γνωστός της αλλά τελικά δεν ήταν. Ακολούθως έφυγε από το μπαρ και επέστρεψε στην παρέα της. Στη συνέχεια περί ώρα 17:57:02 πήγε ξανά στο μπαρ και μίλησε με κάποιον άντρα που ήδη βρισκόταν στο μπαρ. Περί ώρα 17:59:33 ο άντρας αυτός, αφού παίρνει τα ποτά του, φεύγει. Περί ώρα 17:59:38 πήγε ένας άλλος άντρας στο μπαρ, αριστερά από αυτή. Αυτή άρχισε να χορεύει και πίσω αριστερά της άρχισε να χορεύει και ο άντρας αυτός, με τον οποίο μίλησε. Ο άντρας αυτός είναι ο Α, τον οποίο γνωρίζει από την παιδική της ηλικία και είναι μόνο φίλοι. Περί ώρα 18:00:13 συνεχίζουν να μιλούν και κάτι του είπε στο αυτί. Περί ώρα 18:00:50 φαίνεται με το αριστερό της χέρι να πιάνει το δεξί του αυτί ή μαλλί και να του κουνάει την κεφαλή. Περί ώρα 18:01:45 βάζει μπροστά της ο μπάρμαν 4 σφηνάκια. Μιλούν και γελούν με τον Α. Απαντά σε τηλεφώνημα. Περί ώρα 18:03:05 τελειώνει το τηλεφώνημα. Περί ώρα 18:03:15 ήπιε το τέταρτο σφηνάκι και το πρώτο ο Α, ο οποίος είχε μπροστά του και άλλο ποτό (προφανώς μπύρα) σε μεγάλο πλαστικό ποτήρι. Περί ώρα 18:03:46 η παραπονούμενη ήπιε το πέμπτο σφηνάκι και ο Α το δεύτερο. Περί ώρα 18:04:11 ο Α πήγε προς τα πίσω και δεν φαίνεται, ενώ αυτή πήγε λίγο προς τα πίσω αλλά φαίνεται. Στη συνέχεια χορεύει. Περί ώρα 18:04:18 φαίνεται λίγο η κεφαλή του Α πίσω από κάτι πλαστικές λωρίδες που κρέμονται. Κάνει κίνηση προς τα εμπρός που είναι το μπαρ και φαίνεται και η πλάτη του περί ώρα 18:04:20-18:04:24, ενώ στη συνέχεια πήρε κάτι σε σακούλι νάιλον που του έδωσαν από το μπαρ. Περί ώρα 18:04:42 δεν φαίνεται, ενώ φαίνεται ένα άλλο άτομο πίσω από τις πλαστικές λωρίδες. Περί ώρα 18:04:48 η παραπονούμενη συνεχίζει να χορεύει, ενώ φαίνεται ελάχιστα. Περί ώρα 18:05:42 αγκαλιάζονται η παραπονούμενη με τον Α και η κεφαλή της είναι αριστερά της κεφαλής του Α και η κεφαλή του Α είναι δεξιά της κεφαλής της παραπονούμενης και το στόμα του είναι περίπου στο ύψος του αριστερού αυτιού της. Στη συνέχεια δεν φαίνονται μέχρι η ώρα 18:06:01 που τελειώνει το βίντεο. Περί ώρα 18:18:59 φαίνονται τα μαλλιά του πίσω μέρους του κεφαλιού της παραπονούμενης, η οποία χορεύει. Μιλά και με κάποιον που είναι στο μπαρ. Περί ώρα 18:19:05 φαίνονται τα χέρια του Α να σηκώνουν τα μαλλιά στους κροτάφους της παραπονούμενης προς τα πάνω και μετά να τα αφήνει. Ακολούθως για μια στιγμή περί ώρα 18:19:09 φαίνεται λίγο η κεφαλή του Α να βρίσκεται στη δεξιά πλευρά της κεφαλής της παραπονούμενης προς το λαιμό. Είναι οι πλαστικές λωρίδες μπροστά. Περί ώρα 18:19:19 φαίνεται το μπροστινό μέρος της κεφαλής (μύτη και μάγουλο) της παραπονούμενης κολλημένο στο σημείο του λαιμού του Α για 1 δευτερόλεπτο, στη συνέχεια δεν φαίνεται τίποτε. Περί ώρα 18:19:37 φαίνεται το μπροστινό μέρος του Α. Στη συνέχεια δεν φαίνεται τίποτε μέχρι η ώρα 18:19:55, πλην φαίνεται να την φιλά ο Α η ώρα 18:19:30 στο πρόσωπο (ίσως στα χείλη), όπως και η ώρα 18:19:
- Μετά φαίνονται τα πρόσωπα και των δύο και ο Α παραγγέλλει 2 σφηνάκια. Περί ώρα 18:20:32 βάζει τα χέρια της γύρω από το λαιμό του Α και χορεύει. Περί ώρα 18:22:08 δεν φαίνεται η παραπονούμενη. Περί ώρα 18:21:19 χορεύουν (φαίνονται τα χέρια της παραπονούμενης). Περί ώρα 18:22:47, ο μπάρμαν τους κάνει νόημα να πάνε πιο μακριά από το μπαρ. Περί ώρα 18:16:30-18:18:10 φαίνεται ο κατηγορούμενος με τους δύο φίλους του να κατευθύνονται στο χώρο που χορεύει η παραπονούμενη. Περί ώρα 18:23:48-18:23:52 η παραπονούμενη απομακρύνεται από την πίστα και περί ώρα 18:23:07 κατευθύνεται προς το μέρος όπου βρίσκονταν οι φίλοι της στα ψηλά τραπεζάκια του μπαρ. Στη συνέχεια η παραπονούμενη αφού βρέθηκε με τους φίλους της περί ώρα 18:28:00-18:30:04 πήγε προς την «πίστα». Περί ώρα 18:30:11-18:30:16 φαίνεται να την κρατά ο κατηγορούμενος και να χορεύουν. Αυτή κουνά τα χέρια της περί ώρα 18:30:18 και γέρνει ελαφρώς προς τα πίσω. Ο κατηγορούμενος περί ώρα 18:30:19, ο οποίος την κρατά αγκαλιά από τις μασχάλες, παίρνει τα χέρια της και τα βάζει γύρω από το λαιμό του. Περί ώρα 18:30:22 φεύγουν τα χέρια της από τον λαιμό του. Περί ώρα 18:30:26 τα χέρια της είναι γύρω από τον λαιμό του και περί ώρα 18:30:56 όπως την έχει σφιχταγκαλιασμένη, η κεφαλή της και το σώμα της γέρνει προς τα πίσω. Τα χέρια της περί ώρα 18:30:58 αρχίζουν σιγά-σιγά να πέφτουν από τους ώμους του κατηγορουμένου, ενώ η παραπονούμενη, όταν την αφήνει περί ώρα 18:30:58 ο κατηγορούμενος και δεν την κρατάει με τα χέρια του πίσω από την πλάτη της, γέρνει προς τα πίσω για να πέσει, οπότε ο κατηγορούμενος, την ξαναγκαλιάζει περί ώρα 18:30:59 με τα χέρια του πίσω από την πλάτη της και στη συνέχεια την σηκώνει λίγο ψηλά, περνά το ένα χέρι του κάτω από την αριστερή μασχάλη της, μέχρι τον δεξιό ώμο της, το δεξί χέρι της βρίσκεται χαλαρό γύρω από το λαιμό του κατηγορουμένου και το δεξί χέρι του είναι κάτω από τις γάμπες της και στη συνέχεια βάζει και τα δύο χέρια του κάτω από τις γάμπες και οπίσθια της, την εκτινάσσει προς τα πάνω για να την πιάσει καλά, τα χέρια της παραπονούμενης βρίσκονται χαλαρά γύρω από τον λαιμό του κατηγορουμένου και ο κατηγορούμενος κρατώντας την, με τον τρόπο που έχουμε αναφέρει, τρέχοντας, φεύγει από το χώρο. Ο κατηγορούμενος περί ώρα 18:36:10-18:36:11 (ώρα καταγραφής) φαίνεται να βρίσκεται και να κατεβαίνει από τη ράμπα που υπάρχει στο χώρο του μπαρ όπου υπάρχει ένας διάδρομος, κρατώντας την παραπονούμενη με το αριστερό του χέρι από την γάμπα του δεξιού ποδιού της και το δεξιό οπίσθιο της, ενώ με το δεξί χέρι του τα οπίσθια της παραπονούμενης της οποίας το αριστερό πόδι κρέμεται προς τα κάτω και το δεξί χέρι της βρίσκεται πίσω από την κεφαλή του κατηγορουμένου και το αριστερό της χέρι κρέμεται κάπως στη δεξιά πλευρά του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος περί ώρα 18:36:12 κατεβαίνει από τη ράμπα στο διάδρομο που οδηγεί στην παραλία τρέχοντας, κρατώντας την παραπονούμενη, της οποίας, περί ώρα 18:36:20, το αριστερό πόδι κρέμεται και σχεδόν αγγίζει κάτω και το δεξί πόδι, το οποίο κρατά ο κατηγορούμενος, επίσης κρέμεται, αλλά λιγότερο από το αριστερό, και το αριστερό χέρι της παραπονούμενης κρέμεται προς τα κάτω, ενώ περί ώρα 18:36:22 για να μην του πέσει την σηκώνει με δύναμη ψηλά, πάνω και βάζει τα χέρια του κάτω από τα οπίσθια της για να την κρατήσει να μην του πέσει, επειδή η παραπονούμενη δεν συγκρατείται από το λαιμό του κατηγορουμένου και ούτε έχει κλειδώσει τα πόδια της γύρω από τη μέση του κατηγορουμένου, ενώ τα χέρια της παραπονούμενης είναι πίσω από τους ώμους του, χαλαρά. Περί ώρα 18:35:10-18:38:22 οι δύο φίλοι του κατηγορούμενου κατευθύνονται προς την θάλασσα, όπου κατευθύνθηκε τρέχοντας και ο κατηγορούμενος κρατώντας πάνω του την παραπονούμενη. Περί ώρα 18:51:33-18:52:38 φαίνεται ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη να επιστρέφουν από την θάλασσα και ο κατηγορούμενος να την κρατεί από τον ώμο με το αριστερό του χέρι και αυτή με το αριστερό της χέρι να κρατιέται στο δεξί του χέρι και να εισέρχονται στο χώρο που βρίσκονται πολλοί άλλοι και στη συνέχεια να μην φαίνονται και ακολουθούν οι δύο φίλοι του κατηγορούμενου. Στο ενδιάμεσο των δύο ως άνω χρόνων ο κατηγορούμενος στη θάλασσα, ως ο ίδιος παραδέχθηκε και η παραπονούμενη ένιωσε το πέος του κατηγορουμένου στον κόλπο της, ήλθε σε συνουσία με την παραπονούμενη. Μετά την επιστροφή από τη θάλασσα, φαίνονται να βρίσκονται στο χώρο του αναφερθέντος μπαρ, περί ώρα 18:54:41, η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος και ο τελευταίος να προσπαθεί να την αγκαλιάσει και αυτή να μη θέλει. Στη συνέχεια την παίρνει πάνω του, χωρίς να το θέλει η παραπονούμενη και τη βάζει και κάθεται πάνω σε ψηλό «σκαμπό» μπροστά από ένα, επίσης, ψηλό τραπεζάκι. Ο φίλος του κατηγορουμένου με κόκκινο μπλουζάκι, του δίνει το κοντό παντελονάκι του και φεύγει. Ο κατηγορούμενος της χαϊδεύει τα μαλλιά πίσω από την κεφαλή της και στη συνέχεια βάζει το δεξί του χέρι γύρω από τους ώμους της, ενώ η ίδια είναι αδιάφορη και όταν προσπαθεί περί ώρα 18:55:14 να σηκωθεί και να φύγει, ο κατηγορούμενος την πιέζει με το δεξί χέρι του στους ώμους προς τα κάτω και την αναγκάζει να καθίσει. Η ώρα 18:55:22 τους πλησιάζει κάποιο γεροδεμένο και ψηλό άτομο και του λέει κάτι. Τότε, τελικά, η παραπονούμενη καταφέρνει να σηκωστεί και να περπατήσει, τρικλίζοντας, πηγαίνει μια από τη μια και μια από την άλλη πλευρά, μη κατορθώνοντας να περπατήσει ίσια και φεύγει από εκεί που ήταν. Ο κατηγορούμενος βάζει το κοντό παντελονάκι του και φεύγει και αυτός προς άλλη κατεύθυνση. Η παραπονούμενη ενώ περπατά τρικλίζοντας μέσα από τους παρευρισκόμενους στο μπαρ, στη συνέχεια πηγαίνει προς το μέρος που οδηγεί προς τα έξω, συνεχίζοντας να περπατά και να κρατά το πρόσωπο της, ενώ ένα άτομο που βλέπει την κατάσταση στην οποία βρίσκεται, αφού κάτι της λέει, την πιάνει από τον ώμο. Στη συνέχεια επιστρέφει πάλι πίσω και συνεχίζει να παραπατάει και να τρικλίζει, ενώ από όπου περνάει την βλέπουν με περιέργεια. Ο κατηγορούμενος περί ώρα 19:01:33-19:02:01 φαίνεται να περιφέρεται στον χώρο που είναι ο κόσμος και κάτι ή κάποιον ψάχνει, ενώ η παραπονούμενη περί ώρα 19:04:15-19:04:35 φαίνεται πίσω από το κιόσκι. Περί ώρα 19:03:32, η παραπονούμενη με το ροζ πουκάμισο πηγαίνει στο τραπεζάκι που είναι γύρω από τον φοίνικα, του οποίου ο κορμός οπτικά φαίνεται να αγγίζει την άκρη της ομπρέλας. Περί ώρα 19:03:47 ο κατηγορούμενος πηγαίνει κοντά στην παραπονούμενη, η οποία στέκεται μπροστά από τον αναφερθέντα φοίνικα. Περί ώρα 19:04:43 ο κατηγορούμενος προσπαθεί να την πιάσει από το χέρι και αυτή κάνει κίνηση και του φεύγει, ενώ προηγουμένως είχε βγάλει την μπλούζα της την ροζ και την κρατά στο χέρι. Στη συνέχεια όταν προσπαθεί να την φορέσει την βοηθά ο κατηγορούμενος, αφού η ίδια δεν μπορεί να σταθεί σταθερά και πηγαίνει πίσω-μπρός. Τελικά ο κατηγορούμενος πιάνει την μπλούζα της, πηγαίνει πίσω της και προσπαθεί να της την φορέσει, πράγμα που καταφέρνει, αν και η παραπονούμενη δεν μπορεί να παραμείνει σταθερή σε ένα σημείο, ενώ όταν την πιάνει από το χέρι, αυτή το φεύγει. Στη συνέχεια η εικόνα δεν είναι καλή και δεν μπορεί το Δικαστήριο να κάνει κάποια διαπίστωση μέχρι το σημείο 16:17 που καθαρίζει κάπως η εικόνα αλλά δεν φαίνονται τα δύο πρόσωπα. Όταν καθαρίζει η εικόνα, φαίνεται ο κατηγορούμενος να την κρατεί από τους ώμους και αυτή να κάνει κίνηση για να φύγει τα χέρια του από πάνω της, αλλά συνεχίζουν τα χέρια του να βρίσκονται στους ώμους της. Στη συνέχεια, αν και θολή η εικόνα, φαίνεται η παραπονούμενη να κάθεται στο τραπεζάκι που είναι γύρω από τον φοίνικα και να ακουμπά σε αυτόν και ο κατηγορούμενος να είναι μπροστά της. Στη συνέχεια κάθεται και αυτός στο τραπεζάκι και βάζει το δεξί του χέρι γύρω από τον λαιμό και τους ώμους της και μετά το κατεβάζει στην πλάτη της και ακολούθως πάλι το βάζει στον ώμο της, ενώ ο φίλος του με το κόκκινο φανελάκι πηγαίνει κοντά του και του μιλά και φεύγοντας από κοντά του, μαζί με τον άλλο φίλο τους, κουνά τα χέρια του, δυσανασχετώντας μαζί του, ενώ στη συνέχεια φεύγει και ο κατηγορούμενος. Στο μέρος που καθόταν η παραπονούμενη, μετά που έφυγε ο κατηγορούμενος, περί ώρα 19:12:52 μέχρι τις 19:21:48, πήγαν κοντά της κάποιοι άλλοι άντρες και ένας από αυτούς όρθιος την κρατά αγκαλιά ενώ αυτή κάθεται στο τραπεζάκι. Στη συνέχεια μαζεύτηκαν περισσότερα πρόσωπα. Ο κατηγορούμενος, μαζί με τους δύο φίλους του στη συνέχεια πηγαίνουν στις τουαλέτες και από εκεί πηγαίνουν στο χώρο στάθμευσης και ακολούθως φεύγουν από εκεί. Η παραπονούμενη περί τις 19:31:22 μέχρι τις 19:38:42, οπότε και την πήρε μαζί του ο Μ.Κ.2 και τη μετέφερε στο σπίτι της στη Λευκωσία, βρισκόταν στον χώρο στάθμευσης. Κατά τον χρόνο που τη βρήκε ο Μ.Κ.2, η παραπονούμενη τον αποκάλεσε («Β μου»), ενώ στη συνέχεια μέχρι και την ώρα που ο Μ.Κ.2 την πήρε στο σπίτι του η παραπονούμενη έκλαιγε και έλεγε ότι ήθελε να πεθάνει. Σε ερωτήσεις του του τι είχε, τι της συνέβαινε, δεν του ανέφερε οτιδήποτε και έκλαιγε. Επίσης δεν ανέφερε τι της συνέβη ούτε στους γονείς της, με τους οποίους, όπως ήδη αναφέραμε δεν είχε καλή σχέση, ούτε στον αδελφό της. Το πρωί της έστειλε μήνυμα η φίλη της η Ρ και την ρώτησε πως πέρασε. Της απάντησε για το τι έγινε, ότι δηλαδή κάποιος άγνωστος την βίασε. Τότε η φίλη της της είπε ότι αυτό ήταν πολύ σοβαρό και την προέτρεψε να καλέσει την Αστυνομία, όπως και έκανε. Αμέσως μετά την καταγγελία της παραπονούμενης στην αστυνομία, την διερεύνηση της υπόθεσης την ανέλαβε ανακριτική ομάδα, μεταξύ αυτών ο Μ.Κ.1 και η Μ.Κ.3, τις ενέργειες των οποίων, έχουμε ήδη κάνει ευρήματα μας και καταγράφονται ανωτέρω. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΒΙΑΣΜΟΣ Το άρθρο 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε με το Ν.150(Ι)/2020 στις 13.11.20 προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος έρχεται σε παράνομη συνουσία διά κολπικής, πρωκτικής ή στοματικής διείσδυσης του πέους στο σώμα άλλου προσώπου, χωρίς τη συναίνεσή του ή με συναίνεση η οποία δόθηκε υπό το κράτος βίας, απειλής ή φόβου είναι ένοχος κακουργήματος που καλείται βιασμός και υπόκειται στην ποινή φυλάκισης διά βίου». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) όποιος έρχεται σε παράνομη συνουσία διά κολπικής, πρωκτικής ή στοματικής διείσδυσης του πέους στο σώμα άλλου προσώπου, (β) χωρίς τη συναίνεση του ή με τη συναίνεση του η οποία δόθηκε υπό το κράτος βίας, απειλής ή φόβου (βλ. υπόθεση Mazid v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 215/2016, ημερ. 30.4.2020). Συγκεκριμένα, πιο αναλυτικά, για να αποδειχθεί το αδίκημα του βιασμού πρέπει: (α) να υπάρχει εισδοχή, έστω και λίγο, του πέους στον κόλπο, ή τον πρωκτό ή το στόμα άλλου προσώπου, (β) απουσία συναίνεσης, (γ) ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση για σεξουαλική επαφή με το πρόσωπο και (δ) γνώση του κατηγορουμένου ότι το πρόσωπο δεν συναίνεσε ή αδιαφορία για την ύπαρξη ή όχι συναίνεσης του. Δεν απαιτείται όπως η παραπονούμενη επιδείξει ή αναφέρει ρητά στον κατηγορούμενο ότι δεν συγκατατίθεται και δεν χρειάζεται να αποδειχθεί οποιαδήποτε φυσική αντίσταση εκ μέρους της παραπονούμενης (βλ. Olugboja
(1982)Q.B. 320). Η Κατηγορούσα Αρχή όμως πρέπει να αποδείξει ότι η συγκατάθεση ή συναίνεση της παραπονούμενης δεν είχε δοθεί και ότι η σεξουαλική πράξη έλαβε χώρα στην απουσία τέτοιας συγκατάθεσης. Όσον αφορά τη νοητική κατάσταση του κατηγορούμενου, mens rea, πρέπει να αποδειχθεί πρόθεση για σεξουαλική επαφή με γνώση ότι η παραπονούμενη δεν συγκατατίθεται ή αδιαφορία για την ύπαρξη ή όχι συγκατάθεσης εκ μέρους της. Για την υπό κρίση περίπτωση, στην οποία η παραπονούμενη δεν θυμάται σχεδόν οτιδήποτε, παρά μόνο ότι κάποιος της είπε «πάμε θάλασσα», ότι το νερό ήταν περίπου μέχρι το στήθος της, ότι η θάλασσα ήταν βρώμικη και το πέος του κατηγορούμενου στον κόλπο της, λόγω μέθης από την κατανάλωση ποτού, καθοδηγητικά είναι όσα αναφέρονται στο Blackstone's Criminal Practice 2022/ Part B Offences/ Section B3 Sexual Offences (LexisNexis - Ηλεκτρονική Έκδοση) τα οποία ακολουθούν κατωτέρω: «B.3.32 Capacity to Consent 'Capacity' is an integral part of the definition of consent. A valid consent can be given only by a person who has the capacity to give it. .. Common-law principles that developed under the old law suggest that a complainant will not have had capacity to agree by choice where her understanding and knowledge were so limited that she was not in a position to decide whether or not to agree (Howard
(1965)50 Cr App R 56). This may arise in a variety of different circumstances; for instance, when a complainant is suffering from some forms of mental disorder, very young or intoxicated by alcohol or drugs. .». Σε μετάφραση: «B.3.32 Ικανότητα Συναίνεσης Η «Ικανότητα» αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ορισμού της συναίνεσης. Έγκυρη συγκατάθεση μπορεί να δοθεί μόνο από άτομο που έχει την ικανότητα να τη δώσει. .. Οι αρχές του κοινοδικαίου που αναπτύχθηκαν βάσει του παλαιού νόμου υποδηλώνουν ότι η παραπονούμενη δεν θα είχε την ικανότητα να συμφωνήσει κατ' επιλογή όταν η αντίληψη και οι γνώσεις της ήταν τόσο περιορισμένες που δεν ήταν σε θέση να αποφασίσει εάν θα συμφωνούσε ή όχι (Howard
(1965)50 Cr App R 56). Αυτό μπορεί να προκύψει σε μια ποικιλία διαφορετικών περιστάσεων, για παράδειγμα, όταν παραπονούμενη πάσχει από κάποιας μορφής ψυχική διαταραχή, είναι πολύ νεαρής ηλικίας ή υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών. .» «B3.34 Capacity Affected by Alcohol and/or Drugs When summing up the judge should give the jury some assistance with the meaning of 'capacity' in circumstances where a complainant was significantly affected by voluntarily induced intoxication through drink or drugs. The judge should also assist the jury on the issue of whether, and to what extent, they could take that voluntary intoxication into account in deciding whether the complainant had consented. See Bree [2007] EWCA Crim 804, [2008] QB 131 and Coates [2007] EWCA Crim 1471, [2008] 1 Cr App R 3
(52)at [44] ... The following points may need to be addressed in the summing-up. (
- a)Consumption of alcohol or drugs may cause someone to become disinhibited and behave differently. If she is aware of what is happening, but the consumption of alcohol or drugs has caused her to consent to activity which she would ordinarily refuse, then she has consented despite any later regrets. The fact that a person makes an unwise choice does not connote a lack of capacity to make it. A drunken consent is still a consent if a person has the capacity to make the decision whether to agree by choice. (
- b)However, if a complainant becomes so intoxicated as to no longer have the capacity to agree, there will be no consent. Clearly the complainant will not have the capacity to agree by choice when so intoxicated through drink or drugs that her understanding and knowledge are so limited that she was not in a position to decide whether or not to agree. (This relates to understanding and knowledge of what is going on, as opposed to the quality of the decision-making.) (
- c)A person may reach such a state without losing consciousness. For instance, a person may not want to take part in any sexual activity with someone, but be incapable of saying so. Alternatively, the person may have been affected to such a degree that, whilst having some limited awareness of what is happening, the person is incapable of making any decision at all. (
- d)A person who is asleep or has lost consciousness through drink or drugs cannot consent, and that is so even though the person's body responds to the accused's advances. See also Kamki [2013] EWCA Crim 2335, where the Court of Appeal approved this approach and held that the issues had been correctly addressed in the summing-up. It remains unnecessary to give a direction on 'capacity' where the complainant's and accused's respective accounts are completely at odds and the issue does not arise from the evidence. In Wright [2007] EWCA Crim 3473 the trial judge was held to have correctly summed up the case on the basis that the jury had a stark choice, namely, that either (
- i)the complainant had been unconscious at the time of sexual intercourse, in which case she had not consented and, if the accused had known of her unconscious state, he would be guilty; or (
- ii)the complainant had been affected by her own voluntarily induced intoxication, but that she had nevertheless remained capable of choosing whether or not to have intercourse and, in drink, had agreed to do so, in which case the accused would not be guilty. .. Furthermore, the fact that a complainant cannot remember whether she has consented or not need not be fatal to the prosecution. For an example, see Tambedou (Seedy) [2014] EWCA Crim 954, where the complainant had no recollection whatsoever of having sexual intercourse». Σε μετάφραση: «B3.34 Ικανότητα που επηρεάζεται από το αλκοόλ και/ή τα ναρκωτικά Κατά τη σύνοψη (της μαρτυρίας), ο δικαστής θα πρέπει να παρέχει στους ενόρκους κάποια βοήθεια αναφορικά με την έννοια της «ικανότητας» στις περιπτώσεις όπου η παραπονούμενη επηρεάστηκε σημαντικά από εκουσίως προκληθείσα μέθη ή (χρήση) ναρκωτικών. Ο δικαστής θα πρέπει επίσης να βοηθήσει τους ενόρκους σχετικά με το εάν, και σε ποιο βαθμό, θα μπορούσαν να λάβουν υπόψη αυτή την εθελούσια μέθη για να αποφασίσουν εάν η παραπονούμενη είχε συναινέσει. Βλέπε Bree [2007] EWCA Crim 804, [2008] QB 131 and Coates [2007] EWCA Crim 1471, [2008] 1 Cr App R 3
(52)στο [44] . Τα ακόλουθα σημεία μπορεί να χρειαστεί να τύχουν εξέτασης κατά τη σύνοψη (της μαρτυρίας). (α) Η κατανάλωση αλκοόλης ή ναρκωτικών μπορεί να άρει σε κάποιαν αναστολές και να συμπεριφερθεί διαφορετικά. Εάν γνωρίζει τι συμβαίνει, αλλά η κατανάλωση αλκοόλης ή ναρκωτικών την έχει ωθήσει να συναινέσει σε δραστηριότητα την οποία συνήθως θα αρνιόταν, τότε έχει συναινέσει παρά το γεγονός ότι το μετάνιωσε εκ των υστέρων. Το γεγονός ότι ένα άτομο κάνει μια μη συνετή επιλογή δεν υποδηλώνει έλλειψη ικανότητας να την κάνει. Η συναίνεση σε κατάσταση μέθης δεν παύει να είναι συναίνεση εφόσον το άτομο έχει την ικανότητα να αποφασίσει εάν θα συμφωνήσει κατ' επιλογή του. (β) Ωστόσο, εάν παραπονούμενη μεθύσει τόσο ώστε να μην έχει πλέον την ικανότητα να συμφωνήσει, δεν θα υπάρχει συναίνεση. Είναι σαφές ότι η παραπονούμενη δεν θα έχει την ικανότητα να συμφωνήσει κατ' επιλογή όταν είναι τόσο μεθυσμένη ή υπό τη επήρεια ναρκωτικών που η αντίληψη και οι γνώσεις της είναι τόσο περιορισμένες που δεν ήταν σε θέση να αποφασίσει εάν θα συμφωνήσει ή όχι. (Αυτό σχετίζεται με την αντίληψη και τη γνώση του τι συμβαίνει, σε αντίθεση με την ποιότητα της λήψης αποφάσεων.) (γ) Ένα άτομο μπορεί να φτάσει σε μια τέτοια κατάσταση χωρίς να χάσει τις αισθήσεις του. Για παράδειγμα, ένα άτομο μπορεί να μην θέλει να λάβει μέρος σε οποιαδήποτε σεξουαλική δραστηριότητα με κάποιον, αλλά να μην μπορεί να το πει. Εναλλακτικά, το άτομο μπορεί να έχει επηρεαστεί σε τέτοιο βαθμό που, ενώ έχει κάποια περιορισμένη επίγνωση του τι συμβαίνει, δεν είναι σε θέση να λάβει καμία απολύτως απόφαση. (δ) Ένα άτομο που κοιμάται ή έχει χάσει τις αισθήσεις του λόγω μέθης ή (χρήσης) ναρκωτικών δεν μπορεί να συναινέσει, και αυτό συμβαίνει ακόμα κι αν το σώμα του ατόμου ανταποκρίνεται στις κινήσεις του κατηγορουμένου. Βλέπε επίσης την Kamki [2013] EWCA Crim 2335, όπου το Εφετείο επιδοκίμασε αυτή την προσέγγιση και έκρινε ότι τα ζητήματα είχαν αντιμετωπιστεί σωστά στη σύνοψη (της μαρτυρίας). Είναι αχρείαστο να δοθούν οδηγίες σχετικά με την «ικανότητα» όταν οι εκδοχές της παραπονούμενης και του κατηγορουμένου είναι εκ διαμέτρου αντίθετες και το ζήτημα δεν προκύπτει από τη μαρτυρία. Στην Wright [2007] EWCA Crim 3473, κρίθηκε ότι ο εκδικάζων δικαστής συνόψισε σωστά την υπόθεση στη βάση ότι οι ένορκοι είχαν μια ξεκάθαρη επιλογή, δηλαδή ότι είτε (
- i)η παραπονούμενη ήταν αναίσθητη τη στιγμή της σεξουαλικής επαφής, οπότε δεν είχε συναινέσει και, εάν ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ήταν αναίσθητη, θα ήταν ένοχος· ή (
- ii)η παραπονούμενη είχε επηρεαστεί από τη δική της εκουσίως προκληθείσα μέθη, αλλά ότι παρέμενε σε θέση να επιλέξει εάν θα είχε ή όχι σεξουαλική επαφή και, ενώ ήταν μεθυσμένη, είχε συμφωνήσει να το κάνει, οπότε ο κατηγορούμενος δεν θα ήταν ένοχος. .. Περαιτέρω, το γεγονός ότι παραπονούμενη δεν θυμάται αν έχει συναινέσει ή όχι δεν είναι μοιραίο για την κατηγορούσα αρχή. Για παράδειγμα, βλέπε Tambedou (Seedy) [2014] EWCA Crim 954, όπου η παραπονούμενη δεν θυμόταν καθόλου ότι είχε σεξουαλική επαφή.» Στην υπόθεση R v Tampedou [2014] EWCA Crim 954, ανωτέρω, τα γεγονότα είχαν ως ακολούθως: Η SB και η φίλη της, CH, γιόρτασαν τα γενέθλια της τελευταίας σε ένα νυχτερινό κέντρο διασκέδασης. Εκεί συναντήθηκαν με τον τότε φίλο της CH, Μ, τον κατηγορούμενο S και τον εφεσείοντα, τον οποίο γνώριζε η SB. Όλοι πήγαν στο διαμέρισμα ενός κοινού φίλου τους, αγοράζοντας αλκοόλ στην πορεία. Για πάνω από περίπου τέσσερις ώρες όλοι, εκτός από τον Μ, έπιναν. Στις 3:47 το πρωί, η SB, η CH και ο Μ έφυγαν για να αγοράσουν περισσότερο αλκοόλ. Λίγο μετά τις 6 π.μ. ο εφεσείων, ήταν η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, πήγε με την SB στο μπάνιο όπου τη βίασε κολπικά (κατηγορία 1). Η SB κατέθεσε ότι θυμόταν ότι ήταν στο μπάνιο και χτύπησε το κεφάλι της. Στην τρίτη από τις τρεις συνεντεύξεις της, ανέφερε ότι θυμόταν ότι ο S την τράβηξε από την τουαλέτα και την πήγε στην κρεβατοκάμαρα, όπου τη βίασε κολπικά ενώ ο εφεσείων την κρατούσε κάτω (κατηγορία 2). Η CH κατέθεσε ότι ο εφεσείων και ο S μίλησαν μεταξύ τους σε μια ξένη γλώσσα προτού δει τον S να αρπάζει την SB και να την τραβάει στην κρεβατοκάμαρα. Η CH προσπάθησε αλλά δεν κατάφερε να τον αποτραβήξει. Τον έβλεπε στο κρεβάτι να κρατά την SB από τους ώμους και να διαπερνά τον κόλπο της. Οι δύο άντρες έφυγαν μαζί από την κρεβατοκάμαρα όταν τελείωσε ο S. Ο Μ κατέθεσε ότι είδε τον S να βρίσκεται ανάμεσα στα πόδια της SB. Ο εφεσείων μπήκε στην κρεβατοκάμαρα και όταν ο Μ είπε «Κάνε κάτι για τον φίλο σου», ο εφεσείων είπε στον S «Σταμάτα». Ο Μ κατέθεσε ότι δεν είδε τον εφεσείοντα να απομακρύνει τον S. Λίγο αργότερα οι SB, CH και Μ και ο εφεσείων αποχώρησαν από το διαμέρισμα. Ο εφεσείων όταν συνελήφθη και ανακρίθηκε σχετικά με το περιστατικό στο μπάνιο, είπε ψέμα το οποίο ομολόγησε. Είχε αρνηθεί ότι είχε σεξουαλική επαφή. Κατέθεσε όμως ότι η αλήθεια ήταν ότι αυτός και η SB είχαν συναινετική επαφή στην κουζίνα. Είπε ότι τον κάλεσαν στην κρεβατοκάμαρα ο Μ, ο οποίος όντως είπε «Κάνε κάτι για το φίλο σου», αλλά η εκδοχή του εφεσείοντα ήταν ότι τράβηξε τον ώμο του S και του είπε, «Πάμε φίλε, σήκω» και οι δύο έφυγαν από την κρεβατοκάμαρα. Αρνήθηκε ότι αυτός και ο S είχαν μιλήσει μεταξύ τους σε άλλη γλώσσα. Το επίδικο θέμα για τους ενόρκους, ως προς την κατηγορία 1 ήταν η συναίνεση, και ως προς την κατηγορία 2, αν ο βιασμός από τον S υποβοηθήθηκε από τον εφεσείοντα. Μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης από τις συνεντεύξεις της SB, είπε στον CH ότι θυμήθηκε λίγο από το βράδυ. Στην τρίτη συνέντευξή της, της είπαν ότι η ανάλυση DNA και αίματος αποκάλυψε σπέρμα από τον εφεσείοντα στον κόλπο της που υποδήλωνε σεξουαλική επαφή χωρίς προστασία και ότι το DNA του εφεσείοντα βρισκόταν στο κεφάλι του πέους του S, υποδηλώνοντας ότι ο εφεσείων είχε σεξουαλική επαφή και εκσπερμάτισε και ότι ο S είχε τότε κάποια σεξουαλική επαφή με την SB. Ο S αρνήθηκε τη διείσδυση και ισχυρίστηκε ότι η SB είχε τρίψει το πέος του στον κόλπο της, ως εκ τούτου το σπέρμα του εφεσείοντα έφτασε στο πέος του. Η SB είχε καταναλώσει τη διπλάσια ποσότητα αλκοόλης από το ισχύον επιτρεπόμενο όριο για οδήγηση. Η τοξικολόγος δεν μπορούσε να σχολιάσει την ικανότητά της να συναινέσει στην επαφή. Ο συνήγορος Υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Όσον αφορά την κατηγορία 1, υποστήριξε ότι η μόνη μαρτυρία ήταν το DNA. Η SB αποδέχτηκε ότι μπορεί να είχε συναινέσει. Δεν θυμόταν καθόλου να είχε σεξουαλική επαφή. Δεν υπήρχαν ενδείξεις απώλειας των αισθήσεων, χρήσης ναρκωτικών η κατανάλωσης υπερβολικής ποσότητας αλκοόλης ώστε να εξηγείται η απώλεια μνήμης. Όσον αφορά την κατηγορία 2, η εισήγηση ήταν ότι η μαρτυρία της CH και του Μ ήταν αλληλοσυγκρουόμενη ως προς το αν ο εφεσείων συνέδραμε ή αν έπαιρνε τον φίλο του έξω από το δωμάτιο. Απορρίπτοντας την εισήγηση, ο πρωτόδικος δικαστής αποφάσισε ότι οι ένορκοι μπορούσαν να εξετάσουν όλη τη σχετική μαρτυρία σχετικά με το τι είχε συμβεί στο διαμέρισμα. Το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Οι ένορκοι μπορούσαν να εξετάσουν την απουσία συγκατάθεσης και να τη διακρίνουν από την απόδειξη απουσίας μνήμης. Τόσο ο εφεσείων όσο και ο S στις καταθέσεις τους παραδέχθηκαν ότι η παραπονούμενη ήταν πολύ μεθυσμένη. Δεν υπήρχαν στοιχεία ότι τους φλέρταρε ή ότι τους προσκάλεσε, πόσο μάλλον ότι υποκίνησε ερωτική επαφή, με τον εφεσείοντα. Η μαρτυρία της ήταν ότι δεν θα συναινούσε να συνευρεθεί μαζί του, αν και, λόγω της απουσίας μνήμης, ένιωθε ανίκανη να αποκλείσει τη συγκατάθεσή της. Αρνήθηκε ότι είχε πάει μόνη της στην κουζίνα με τον εφεσείοντα ούτε ότι υπήρχε κανένα άλλο στοιχείο που να υποδηλώνει ότι εκείνη και εκείνος ήταν μόνοι στην κουζίνα. Κατά συνέπεια, υπήρχε άφθονη μαρτυρία για να τεθεί ενώπιον των ενόρκων σχετικά με το εάν είχε την ικανότητα να συναινέσει και δεν είχε συναινέσει ή ότι δεν είχε την ικανότητα να συναινέσει καθόλου. Η μαρτυρία της ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί εάν είχε συναινέσει ή όχι δεν ήταν, άνευ ετέρου, επαρκής λόγος για να απορριφθεί η υπόθεση στο εκ πρώτης όψεως. Αφορούσε ζήτημα αξιολόγησης όλης της μαρτυρίας. Ήταν ένα κλασικό επίδικο θέμα για τους ενόρκους. Στην υπό εξέταση περίπτωση η συνουσία είναι παραδεκτή από τον κατηγορούμενο. Εκείνο το οποίο αμφισβητείται είναι ότι αυτή έγινε χωρίς τη συναίνεση της, αφού προβάλλει ότι η παραπονούμενη ήταν σε θέση να δώσει και έδωσε τη συναίνεση της για την συνουσία, ενώ από την άλλη η Κατηγορούσα Αρχή προβάλλει ότι η συναίνεση της παραπονούμενης δεν μπορούσε να δοθεί γιατί αυτή βρισκόταν σε κατάσταση μέθης. Σύμφωνα με τα ευρήματα μας, η παραπονούμενη είχε καταναλώσει οινοπνευματώδη ποτά, ήτοι τουλάχιστον
(6)σφηνάκια, τρία
(3)μόνη της, από δύο
(2)με τον Α όταν παράγγειλαν τέσσερα
(4)σφηνάκια και από ένα
(1)στη συνέχεια ενώ ήταν στο μπαρ. Μετά που κατανάλωσε οινοπνευματώδη ποτά, όπως αναφέραμε ανωτέρω, ο κατηγορούμενος την πλησίασε και άρχισε να χορεύει μαζί της, όπως περιγράψαμε πιο πάνω. Όμως η παραπονούμενη έχασε τις αισθήσεις της και ακριβώς πριν πέσει στο πάτωμα, ο κατηγορούμενος την έπιασε πάνω του, όπως περιγράψαμε ανωτέρω, και την μετέφερε τρέχοντας στη θάλασσα, όπου ήλθε σε συνουσία με την παραπονούμενη, η οποία το μόνο που θυμόταν ήταν η διείσδυση του πέους του κατηγορουμένου στον κόλπο της, ότι το νερό ήταν περίπου μέχρι το στήθος της, ότι η θάλασσα ήταν βρώμικη καθώς και, πριν χάσει τις αισθήσεις της, την φράση που είπε ο κατηγορούμενος «πάμε θάλασσα». Το γεγονός ότι ήταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος, ακόμη και μετά την επιστροφή της και του κατηγορουμένου από την θάλασσα, καταδεικνύεται από την πραγματική μαρτυρία, Τεκμήριο 2, όπου φαίνεται να περπατά τρικλίζοντας και να μην ξέρει πού να κατευθυνθεί. Επίσης ακόμη και μετά από αυτό, όταν πήγε στο τραπεζάκι στον φοίνικα, συνέχισε να βρίσκεται στην ίδια κατάσταση, αφού δεν μπορούσε να σταθεί σε ένα σημείο σταθερά για να μπορέσει να φορέσει τη μπλούζα της και της την φόρεσε ο κατηγορούμενος. Η ενέργεια του κατηγορουμένου (α) να την πιάσει και να την μεταφέρει στη θάλασσα ενώ είχε χάσει τις αισθήσεις της, (β) ενώ γνώριζε ότι ήταν μεθυσμένη και δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια της και (γ) να διεισδύσει το πέος του στον κόλπο της, ενώ αυτή συνέχιζε να βρίσκεται στην ως άνω κατάσταση, δείχνει την πρόθεση και την απόφαση του κατηγορούμενου να έλθει σε συνουσία με την παραπονούμενη η οποία μέθυσε σε βαθμό που κατέστη ανίκανη να δώσει την συναίνεση της για συνουσία. Ο κατηγορούμενος αφενός αντιλαμβάνετο πλήρως τις πράξεις του και αφετέρου γνώριζε ότι η παραπονούμενη ήταν σε κατάσταση μέθης που την καθιστούσε ανίκανη να αντισταθεί ή να συναινέσει σε συνουσία μαζί του. Έτσι ο κατηγορούμενος στη θάλασσα, (α) διείσδυσε το πέος του στον κόλπο της παραπονούμενης και ήρθε σε παράνομη συνουσία με αυτή αφού δεν είχε κανένα νόμιμο δικαίωμα προς τούτο, (β) χωρίς τη συναίνεση της παραπονούμενης, (γ) έπραξε τούτο με πρόθεση για σεξουαλική επαφή, συνουσία, και (δ) με γνώση ότι η παραπονούμενη δεν συναινούσε στη συνουσία, αφού αυτή ήταν ανίκανη να συναινέσει. Ως εκ των πιο πάνω πληρούνται όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του βιασμού σε βάρος της παραπονούμενης της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Συνεπώς ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην κατηγορία του βιασμού της παραπονούμενης που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......... Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ........... N.A.Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο