← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΙΕΡΙΔΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 4512/2020, 11/8/2022

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΙΕΡΙΔΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 4512/2020, 11/8/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2022:B5 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ππεκρή, Πρ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4512/2020 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ν. ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΙΕΡΙΔΗΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 11 Αυγούστου 2022. Για κατηγορούσα αρχή: κα. Ζηντίλη Για κατηγορούμενη: κ. Μπενίτο Κατηγορούμενος παρών ___________________________________________________________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η ___________________________________________________________________ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία που αφορά στο αδίκημα της χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος σε οδό χωρίς πιστοποιητικό ασφαλείας (1η κατηγορία), της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια οδήγησης (2η κατηγορία), της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος ενώ η εγγραφή του είχε ακυρωθεί από τον Έφορο (3η κατηγορία) και της της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος άνευ πινακίδων (4η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες οι οποίες καταγράφονται στο κατηγορητήριο, στην Λεωφ. [ ] της επαρχίας Αμμοχώστου, ο κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής [ ] (εφεξής το «όχημα Α») διαπράττοντας τα ανωτέρω περιγραφόμενα αδικήματα. Ο κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε τις κατηγορίες, συνεπώς η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακροαματική διαδικασία. Το Δικαστήριο, αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του, εξέδωσε σχετική ενδιάμεση απόφαση και τον κάλεσε σε απολογία. Αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και κάλεσε ακόμα έναν μάρτυρα υπεράσπισης. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑ ΑΡΧΗ Προς απόδειξη της κατηγορίας, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε δύο

(2)μάρτυρες, τη μαρτυρία των οποίων θα συνοψίσω κατωτέρω. Η πρώτη μάρτυρας η οποία κατέθεσε εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ήταν η Αστ. [ ] (εφεξής η «ΜΚ1»), η οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της την κατάθεσή της ως Τεκμήριο 1 και ανέφερε ότι αφού επεξήγησε στον κατηγορούμενο τα δικαιώματά του και επέστησε την προσοχή του στο νόμο, έλαβε από αυτόν ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 2). Ακολούθως, τον κατηγόρησε γραπτώς για τα κατ' ισχυρισμό διαπραχθέντα αδικήματα και επέστησε την προσοχή του στο νόμο (Τεκμήριο 3). Ο δεύτερος μάρτυρας ο οποίος προσκόμισε μαρτυρία εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ήταν ο Αστ. [ ] (εφεξής ο «ΜΚ2»), ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του την κατάθεσή του, ως Τεκμήριο
  1. Σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε κατά την κυρίως εξέτασή του ο ΜΚ2, ενώ βρισκόταν μαζί με συναδέλφους του σε περιπολία, εντόπισε τη μοτοσυκλέτα με αρ. εγγραφής [ ] η οποία είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι της εταιρείας L.S.G. YERIMOS CO LTD, έξω από το κατάστημα [ ] και συγκεκριμένα σε χώρο στάθμευσης, χωρίς πινακίδες εγγραφής. Η εν λόγω μοτοσυκλέτα είναι διεγραμμένη λόγω του ότι δεν φέρει άδεια κυκλοφορίας από 1.1.
  2. Ως ανέφερε ο ΜΚ2, ο κατηγορούμενος εξήλθε του καταστήματος και ανέφερε στον ίδιο ότι εκείνος οδήγησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα και πήγε στο κατάστημα όπου εργάζεται. Ως επίσης ανέφερε ο ΜΚ2, ο κατηγορούμενος του είπε ότι δεν είχε εκδοθεί ακόμα ασφαλιστική κάλυψη για τη μοτοσυκλέτα ενόψει του ότι υπήρχε ένα πρόβλημα με τη μεταβίβαση στο όνομά του. Στη συνέχεια ο Αστ. [ ] οδήγησε την μοτοσυκλέτα στην Αστυνομική Διεύθυνση Αμμοχώστου όπου την φύλαξε σε ασφαλές μέρος. Μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος διεφάνη ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι κάτοχος άδειας οδηγού της συγκεκριμένης κατηγορίας. ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ Ο κατηγορούμενος κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι πήγε στην εργασία του στο συγκεκριμένο κατάστημα, έξω από το οποίο πράγματι βρισκόταν σταθμευμένη η μοτοσυκλέτα, με το αυτοκίνητό του. Ως κατέθεσε, την μοτοσυκλέτα την είχε σταθμεύσει στο συγκεκριμένο σημείο ο μηχανικός του την προηγούμενη μέρα, ενώ αυτός είχε σχολάσει. Το πρωί όταν την είδε, πάνω στον ενθουσιασμό του, την ξεκίνησε για να δει ότι είχε επιδιορθωθεί, αλλά δεν την οδήγησε. Στη συνέχεια κατέθεσε ως μάρτυρας υπεράσπισης (εφεξής ο ΜΥ1») ο κ. Α.Α., μηχανικός μοτοσυκλετών. Ως κατέθεσε στην κυρίως εξέτασή του, αφού επιδιόρθωσε την επίδικη μοτοσυκλέτα η οποία όταν την παρέλαβε δεν ήταν σε κατάσταση λειτουργίας, την μετέφερε και την τοποθέτησε το απόγευμα έξω από το κατάστημα όπου εργάζεται ο κατηγορούμενος, ο οποίος τη συγκεκριμένη ώρα ήταν απών, αφού προηγουμένως τον είχε καλέσει τηλεφωνικώς, αφήνοντας τα κλειδιά μέσα στο χρηματοκιβώτιο. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, οι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν προφορικά, η μεν κατηγορούσα αρχή υποστηρίζοντας ότι μέσω της προσκομισθείσας μαρτυρίας απέσεισε το βάρος αποδείξεως που φέρει κατά κανόνα, η δε υπεράσπιση υποστηρίζοντας ότι υπάρχει αμφιβολία η οποία πρέπει να οδηγήσει σε αθώωση του κατηγορουμένου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίστηκε αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων.[1] Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας.[2] Τέλος, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[3] Αναφορικά με την μαρτυρία της ΜΚ1, μου έκανε θετική εντύπωση και κρίνω ότι είναι ασφαλές να βασιστώ πάνω στη μαρτυρία της για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Αντεξεταζόμενη, η ΜΚ1 ανέφερε ότι βασίστηκε στη μαρτυρία του συναδέλφου της, Αστ. [ ], ο οποίος εντόπισε την μοτοσυκλέτα σταθμευμένη και διαπίστωσε ότι αυτή ήταν ζεστή. Όπως επίσης ανέφερε, δεν είδε κανείς τον κατηγορούμενο να κάνει χρήση της μοτοσυκλέτας. Παρατηρώ ότι η ΜΚ1 ήταν τυπική μάρτυρας, σταθερή και δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις. Οι θέσεις που παρουσίασε στο Δικαστήριο τόσο κατά την κυρίως εξέτασή της, όσο και κατά την αντεξέτασή της, συνήδαν μεταξύ τους και σε κανένα σημείο δεν εντόπισα αντίφαση, αλλά ούτε και αναδύθηκε μέσω της μαρτυρίας το οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο. Αναφορικά με τον ΜΚ2, για τους λόγους που θα επεξηγήσω στη συνέχεια, αποδέχομαι μερικώς της μαρτυρία του. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι πλησίασε το χέρι του στη μηχανή της επίδικης μοτοσυκλέτας και διαπίστωσε ότι αυτή ήταν ζεστή, πράγμα το οποίο δεν ανέφερε στην κατάθεσή του, εφόσον η απάντηση του κατηγορουμένου, ως ανέφερε, ήταν «ξεκάθαρη». Ήταν η θέση του ΜΚ2 ότι παρόλο που το συμβάν έλαβε χώρα τον Ιούλιο, διαφέρει η ζέστη που προκαλείται στη μηχανή λόγω της ζέστης, από τη ζέστη που προκαλείται από τη χρήση της. Εντούτοις, δεν χρησιμοποίησε οποιοδήποτε όργανο μέτρησης της θερμοκρασίας της και δεν ήταν σε θέση να καθορίσει τη θερμότητα που είχε η μοτοσυκλέτα τη δεδομένη χρονική στιγμή. Σε σχετική υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης, ότι η μοτοσυκλέτα θα μπορούσε να είχε ζεσταθεί μόνο από ξεκίνημα της μηχανής και όχι κατόπιν οδήγησης, ο ΜΚ2 συμφώνησε. Συμφώνησε επίσης με την υποβολή ότι το γεγονός αυτό δεν θα σήμαινε ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε και τα αδικήματα που αφορούν οι κατηγορίες της υπό κρίση υπόθεσης. Υπεβλήθη στον ΜΚ2 η θέση ότι τη μοτοσυκλέτα την είχε αφήσει εκεί από την προηγούμενη μέρα ο μηχανικός αφού την επισκεύασε, μέχρι ο κατηγορούμενος να προβεί στις δέουσες ενέργειες και να εκδώσει τα σχετικά έγγραφα, πράγμα το οποίο συνάδει με την ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου. Ο ΜΚ2 απάντησε ότι ο κατηγορούμενος δεν του είχε αναφέρει κάτι τέτοιο, ενώ σε σχετικές ερωτήσεις απάντησε ότι δεν είναι στην αρμοδιότητά του το να επικοινωνήσει με τον αναφερόμενο μηχανικό και ότι ουδέποτε ο κατηγορούμενος του υπέδειξε το όχημα με το οποίο μετέβη στην εργασία του. Σε καμία περαιτέρω διερεύνηση δεν προέβη, πράγμα το οποίο καθιστά τη μαρτυρία του ελλιπή και αφήνει κενά. Παρά ταύτα, δεν εντόπισα κατά την κυρίως εξέταση του εν λόγω μάρτυρα ή κατά την αντεξέτασή του, ότι πρόκειται για μάρτυρα ο οποίος είχε αλλότριο σκοπό ή κίνητρο για να καταθέσει ή ότι ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να μεταφέρει αναλήθειες. Συνεπώς, αποδέχομαι μερικώς τη μαρτυρία του.[4] Σε σχέση με τον κατηγορούμενο, ήταν σταθερός στις θέσεις του και ήρεμος όταν κατέθετε. Ενέμεινε στις θέσεις του και ήταν επεξηγηματικός στα όσα κατέθετε και σε κανένα σημείο η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε. Συνεπώς, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας του για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Σε σχέση με τον ΜΥ1, μου έκανε εξαιρετική εντύπωση. Απαντούσε με ευθύτητα, αμεσότητα και σαφήνεια σε όσες ερωτήσεις του υπέβαλε η κατηγορούσα αρχή. Όπως ανέφερε, θυμόταν ότι ήταν καλοκαίρι όταν μετέφερε την συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα με το φορτηγάκι του έξω από το κατάστημα που εργαζόταν ο κατηγορούμενος, αφού την είχε επιδιορθώσει. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις, η δε μαρτυρία του δεν κλονίστηκε και επομένως κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ πάνω σε αυτήν για να εξάξω τα συμπεράσματά μου. Νομική Πτυχή και Κατάληξη Δικαστηρίου Ο γενικός και βασικός κανόνας του δικαίου της απόδειξης είναι ότι η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[5] Υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι, δεν είναι επιτρεπτές. Επίσης, κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη.[6] Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[7] Εάν στο τέλος της υπόθεσης υπάρχει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.[8] Στην προκειμένη περίπτωση, η υπεράσπιση ουσιαστικά αμφισβήτησε το κατά πόσο ο κατηγορούμενος οδήγησε το επίδικο όχημα κατά τον ουσιώδη χρόνο που αναγράφεται στο κατηγορητήριο και τις λεπτομέρειες αυτού. Η οδήγηση, αποτελεί συστατικό στοιχείο των αδικημάτων τα οποία αφορά εκάστη κατηγορία ως το κατηγορητήριο έχει συνταχθεί και ως οι λεπτομέρειες εκάστου αδικήματος και η μη απόδειξη του συστατικού αυτού στοιχείου στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης, αναπόδραστα θα οδηγήσει σε αθώωση του κατηγορουμένου. Με βάση την μαρτυρία η οποία έχει τεθεί ενώπιόν μου, αλλά και την αξιολόγηση στην οποία έχω προβεί κατόπιν μελέτης αυτής, καταλήγω ότι η μαρτυρία που έχει προσκομίσει η κατηγορούσα αρχή δεν είναι τόσο ισχυρή, ώστε να οδηγήσει σε συμπέρασμα ενοχής του κατηγορουμένου πέραν πάση λογικής αμφιβολίας. Με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, δεν υπάρχει μαρτυρία σύμφωνα με την οποία να εθεάθη ο κατηγορούμενος να οδηγεί τη μοτοσυκλέτα. Περαιτέρω, παρόλο που σύμφωνα με την κατάθεση του ΜΚ2, στη σκηνή παρευρέθηκαν άλλοι 2 αστυνομικοί, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία σχετική με τα επίδικα θέματα. Θα ήταν συνεπώς κατά την κρίση μου ακροσφαλές για το Δικαστήριο, δεδομένων των κενών που υπάρχουν στη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής και τα οποία έχω επισημάνει πιο πάνω, να καταλήξει σε συμπέρασμα ενοχής του κατηγορουμένου. Όπως έχει νομολογηθεί στην Σταυρινού ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 706: «Το Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει τη μαρτυρία στην ολότητά της και να την αξιολογεί με λογική προσέγγιση και στα πλαίσια της ορθής ανθρώπινης εμπειρίας ― Δεν είναι υποχρεωμένο να εξετάζει και να αξιολογεί διαζευκτικές εκδοχές, πιθανότητες ή θεωρίες που όχι μόνο δεν στοιχειοθετούνται, αλλά που ούτε καν μπορούν να αναδυθούν σε μια ενδεχόμενη κατάσταση πραγμάτων, στην απουσία μαρτυρικού υλικού». Υπό το φως των πιο πάνω, με βάση τα στοιχεία και την όλη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιόν μου, δεν μπορώ να καταλήξω σε ασφαλές εύρημα ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα κατά τον ουσιώδη χρόνο που περιγράφεται στο κατηγορητήριο, διαπράττοντας τα αδικήματα που αφορούν οι κατηγορίες. Η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιόν μου, για τους λόγους που εξηγούνται ανωτέρω, έχει δημιουργήσει την αμφιβολία στο Δικαστήριο αναφορικά με την ενοχή του κατηγορουμένου. Δοθέντος του βαθμού και του επιπέδου απόδειξης που απαιτείται σε ποινικές διαδικασίες, η αμφιβολία αυτή είναι ικανή να οδηγήσει το Δικαστήριο σε αθωωτική απόφαση.[9] Συνεπακόλουθα, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία, συνεπώς ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται. Υπ.)....................................... Χρ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 & Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:B267. [2] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339. [3] Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454. [4] Όπως αναφέρθηκε στην Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266: «Όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης». [5] Σιακόλα ν Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 110. [6] Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71. [7] Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401. [8] Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110. [9] Όπως λέχθηκε στην GIVIKUT CHASHVILI ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. Αρ. 94/2020 ημερ. 4.7.2022, ECLI:CY:AD:2022:B289, με αναφορά στην Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ, 459: «Αποτελεί βασικό σφάλμα αρχής, η αναμονή εξηγήσεων από την υπεράσπιση. Στο σύστημα δικαίου που ακολουθείται στην Κύπρο, συχνά λησμονείται άμεσα ή έμμεσα, ότι η υπεράσπιση δεν έχει να αποδείξει οτιδήποτε. Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να υπερπηδήσει πρώτιστα το μέτρο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και στη συνέχεια να αποκόψει και το νήμα της απόδειξης ενοχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατά την προσπάθεια της αυτή, η κατηγορούσα αρχή έχει να αντιμετωπίσει τη νόμιμη προσπάθεια της υπεράσπισης να δημιουργήσει εύλογες ρωγμές στο όλο οικοδόμημα της, ούτως ώστε το Δικαστήριο να παραμείνει στο τέλος της ημέρας με εκείνη την αμφιβολία που θα ήταν νομολογιακά λανθασμένο να καταδικάσει». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.