← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. ΧΡΙΣΤΑ ΛΟΥΚΑ, Αρ. Υπόθεσης: 638/2021, 20/9/2022

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. ΧΡΙΣΤΑ ΛΟΥΚΑ, Αρ. Υπόθεσης: 638/2021, 20/9/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2022:B6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ππεκρή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 638/2021 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. ΧΡΙΣΤΑ ΛΟΥΚΑ Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 20 Σεπτεμβρίου 2022. Για κατηγορούσα αρχή: κα. Δ. Ζηντίλη Για κατηγορούμενη: κ. Α. Κουκούνης Κατηγορούμενη παρούσα ___________________________________________________________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η ___________________________________________________________________ Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία που αφορά στο αδίκημα της αμελούς οδήγησης και πρόκλησης σωματικής βλάβης κατά παράβαση των άρθρων 8

(1)(γ)
(2), 19
(1)
(4)και 20 Α του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 ως έχει τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες οι οποίες καταγράφονται στο κατηγορητήριο, στις 7.12.2020 ώρα 0800 στην [ ] της επαρχίας Αμμοχώστου, η κατηγορούμενη οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής [ ] (εφεξής το «όχημα Α») μη καταβάλλουσα την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και προκάλεσε σωματική βλάβη σε άλλο πρόσωπο. Η κατηγορούμενη αρνήθηκε ενοχή στη μοναδική κατηγορία που αντιμετωπίζει. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της υπόθεσής της κάλεσε τρεις
(3)μάρτυρες. Μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής το Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης και αφού εξέδωσε σχετική ενδιάμεση απόφαση ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, κάλεσε την κατηγορούμενη σε απολογία. Αφού επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα της κατηγορουμένης, αυτή επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και κάλεσε ακόμα έναν μάρτυρα υπεράσπισης. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Συνοψίζω πιο κάτω την προσκομισθείσα μαρτυρία. ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑ ΑΡΧΗ Ο πρώτος μάρτυρας ο οποίος κατέθεσε εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ήταν ο Λοχ. [ ] (εφεξής ο «ΜΚ1»), ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του την κατάθεσή του ως Τεκμήριο 1, πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής ως Τεκμήριο 2 και τελικό σχεδιαγράφημα της σκηνής ως Τεκμήριο
  1. Ως αναφέρεται στην κατάθεσή του (Τεκ. 1), ο δρόμος όπου έλαβε χώρα το ατύχημα είναι ευθύς και επίπεδος, σε κατοικημένη περιοχή και με όριο ταχύτητας 50 ΧΑΩ. Είναι άσφαλτος καλής επιφάνειας πλάτους 7,20μ και πλαισιώνεται με πεζοδρόμια πλάτους 2,20μ στις δύο πλευρές του. Δεν υπάρχει διαχωριστική γραμμή ούτε κίτρινες γραμμές που να απαγορεύουν τη στάση ή τη στάθμευση. Εφάπτεται στον δρόμο αυτό είσοδος πολυκατοικίας πλάτους 6,50μ από όπου εξήλθε η κατηγορουμένη. Η γραμμή ορατότητας του οδηγού που είναι σταματημένος στο τέρμα της εισόδου της πολυκατοικίας, πριν φτάσει στο πεζοδρόμιο για να εισέλθει στον κύριο δρόμο, πλην του σημείου όπου ήταν σταθμευμένο το όχημα με αρ. εγγραφής [ ] (εφεξής το «όχημα Β») είναι απεριόριστη. Ο καιρός ήταν αίθριος και η ορατότητα πολύ καλή, το δε οδόστρωμα κατά τον χρόνο της σύγκρουσης ήταν στεγνό. Ως περαιτέρω αναφέρεται στο Τεκ. 1 ο ΜΚ1 επισκέφθηκε τη σκηνή του ατυχήματος κατόπιν λήψης σχετικής πληροφορίας, αφότου τα οχήματα είχαν μετακινηθεί από την τελική τους θέση. Στο Δικαστήριο κατά την κυρίως εξέτασή του αναγνώρισε την κατηγορούμενη ως την οδηγό ενός από τα εμπλεκόμενα οχήματα. Επεξηγώντας το τελικό σχεδιαγράφημα που ετοίμασε, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι σημείωσε σε αυτό τα σημεία σύγκρουσης ως αυτά υπεδείχθησαν από τους οδηγούς των ενεχόμενων οχημάτων, ως Χ1 και Χ2, εφόσον ως αναφέρει στην κατάθεσή του, από τις επιτόπιες εξετάσεις δεν εντόπισε ευρήματα ώστε να στοιχειοθετηθεί το σημείο συγκρούσεως. Ο ΜΚ1 κατέθεσε ως Τεκμήρια 4 και 5 αντιστοίχως, τις ανακριτικές καταθέσεις που έλαβε από τον οδηγό της μοτοσυκλέτας και την κατηγορούμενη. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ανέφερε ότι παρόλο που υπέβαλε ερωτήσεις σχετικά με το ατύχημα στους παρευρισκομένους, κανένας δεν του ανέφερε ποιες ήταν οι θέσεις των οχημάτων κατά το χρόνο της σύγκρουσης. Ήταν η θέση του ότι είναι ευθύνη του οδηγού που εξέρχεται των συγκροτημάτων το να ελέγξει εάν ο δρόμος είναι καθαρός προτού εξέλθει, ώστε να μην ανακόψει την πορεία άλλου οχήματος. Κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 6 - 10Α φωτογραφίες που λήφθηκαν από τη σκηνή. Σε υπόδειξη των Τεκμηρίων 8, 9 και 10 από τον συνήγορο υπεράσπισης προς τον ΜΚ1, ο τελευταίος απάντησε ότι οι εν λόγω φωτογραφίες είναι παραπλανητικές καθώς απεικονίζουν μόνο τον κύριο δρόμο και δεν μπορούν να καθορίσουν τη γραμμή ορατότητας της κατηγορουμένης όταν έβγαινε από το συγκρότημα των πολυκατοικιών. Ήταν η θέση του ΜΚ1 ότι την ώρα που έγινε το ατύχημα το μόνο όχημα που βρισκόταν σταθμευμένο στην αριστερή πλευρά του δρόμου ήταν εκείνο που του είχε υποδείξει η κατηγορούμενη και ότι ο δρόμος είναι ευθύς, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι ένας οδηγός προτού εισέλθει σε αυτόν έχει τη δυνατότητα να δει από μακριά τη μοτοσυκλέτα. Σε ερωτήσεις αναφορικά με την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας, ήταν η θέση του ότι όσο και να έτρεχε ένα όχημα, η κατηγορούμενη μπορούσε να το δει. Αναφορικά με την κηλίδα πετρελαίου, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι αυτή αποτελεί εύρημα και όχι απόδειξη και ότι το πέσιμο της μοτοσυκλέτας αποτελεί λόγο ώστε να χυθεί το πετρέλαιο στο συγκεκριμένο σημείο. Ο ΜΚ1 ανέφερε αρκετές φορές, σε συνάφεια και με την κατάθεσή του, ότι ενόψει του ότι τα ενεχόμενα οχήματα είχαν μετακινηθεί και δεν είχε ευρήματα, ετοίμασε το σχεδιαγράφημά του με βάση τα όσα του είχαν αναφέρει οι οδηγοί και σημείωσε επί αυτού τα σημεία συγκρούσεως που του είχαν υποδείξει οι οδηγοί. Ο δεύτερος μάρτυρας ο οποίος προσκόμισε μαρτυρία εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ήταν ο οδηγός της μοτοσυκλέτας με την οποία συγκρούστηκε το όχημα της κατηγορουμένης, κ. Κωνσταντή (εφεξής ο «ΜΚ2»). Ο ΜΚ2 αναγνώρισε την κατηγορουμένη ως το πρόσωπο που οδηγούσε το όχημα με το οποίο συγκρούστηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ως αναφέρει, μεταξύ άλλων, στην κατάθεσή του, στην αριστερή πλευρά του δρόμου μπροστά από το συγκρότημα των διαμερισμάτων, υπήρχαν 2-3 αυτοκίνητα σταθμευμένα. Σε σχέση με την κηλίδα πετρελαίου που υπήρχε στον δρόμο, ο ΜΚ2 στην κατάθεσή του αναφέρει ότι ήταν το σημείο όπου έπεσε η μοτοσυκλέτα, αφότου σύρθηκε προς τα πίσω μετά τη σύγκρουση. Ήταν η θέση του ΜΚ2 ότι η σύγκρουση ήταν «μετωπική» καθώς συγκρούστηκε ο μπροστινός τροχός της μοτοσυκλέτας που οδηγούσε με την δεξιά πλευρά του οχήματος της κατηγορουμένης μπροστά από το τιμόνι και κάτω από το φανάρι, ενώ η μοτοσυκλέτα σύρθηκε προς τα πίσω και συγκεκριμένα «πάνω στα πλαστικά της» μέχρι το σημείο όπου χύθηκε η βενζίνη. Τέλος, κατέθεσε ως Τεκμήριο 11 την ιατρική αναφορά από την εξέτασή του στο Νοσοκομείο μετά το ατύχημα. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι κατά τον χρόνο της σύγκρουσης έτρεχε με ταχύτητα περίπου 20 - 25 ΧΑΩ. Ως επίσης ανέφερε, στο σημείο του δρόμου όπου έλαβε χώρα το ατύχημα ο δρόμος στενεύει λόγω των σταθμευμένων οχημάτων. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι είδε για πρώτη φορά το όχημα της κατηγορουμένης μπροστά του σε απόσταση ενάμιση με δύο μέτρα, οπότε προσπάθησε να συγκρατήσει τη μοτοσυκλέτα του και πάτησε τα φρένα και η χαμηλή ταχύτητα με την οποία έτρεχε, είχε ως αποτέλεσμα να μην υπάρξει τρίψιμο στο δρόμο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ουδέποτε μίλησε με τον ΜΚ1 και ότι ουδέποτε υπεβλήθη σε αλκοτεστ, καθώς δεν καταναλώνει ποτέ του αλκοόλ. Ήταν η θέση του ότι το όχημα της κατηγορουμένης κατά το χρόνο της σύγκρουσης ήταν «λοξώς» στον δρόμο και ήταν στην δική του μεριά, όμως η σύγκρουσή τους ήταν μετωπική, δηλ. χτύπησε πάνω στο δεξί μπροστινό φανάρι του οχήματός της. Όταν ο συνήγορος υπεράσπισης υπέδειξε στον ΜΚ2 το Τεκμήριο 7, αυτός διαφώνησε και ανέφερε ότι μεταξύ των σταθμευμένων οχημάτων υπήρχε χώρος περίπου 2 μέτρων, καθώς αυτός ξάπλωσε στο συγκεκριμένο σημείο μετά το ατύχημα. Σε υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης, ότι το σημείο σύγκρουσης είναι το Χ1, ο ΜΚ2 απάντησε ότι εάν αυτό ίσχυε, δεν θα χτυπούσε στο δεξί φανάρι του οχήματος, αλλά στο αριστερό. Ο τρίτος μάρτυρας (εφεξής ο «ΜΚ3») ο οποίος κατέθεσε από πλευράς κατηγορούσας αρχής ήταν ο κ. Π.Π., ο οποίος εξέτασε τον ΜΚ2 και ετοίμασε την ιατρική αναφορά, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. Σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε ο ΜΚ3, όταν ένα πρόσωπο κάνει εγγραφή στο νοσοκομείο δίνει τα στοιχεία του και ετοιμάζεται βάσει αυτών το αυτοκόλλητο με τα στοιχεία του και την ημερομηνία εγγραφής του. Ο ΜΚ3 εξήγησε ότι τα κατάγματα στα οποία αναφέρεται η ιατρική γνωμάτευση, προκαλούνται από άμεση πλήξη, χτύπημα, ενώ για να γίνει κατανοητός ο μηχανισμός του τραύματος, ερωτάται ο ασθενής πως προέκυψε το τραύμα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 ερωτήθηκε εάν από τα τραύματα του ΜΚ2 διαφαίνεται η ταχύτητα της μοτοσυκλέτας και ήταν η θέση του ότι όσο πιο σφοδρή είναι μια σύγκρουση, τόσο πιο πολλή η δύναμη και η πιθανότητα πιο σοβαρών τραυματισμών. ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ Η κατηγορούμενη αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής της, ήτοι του Τεκμηρίου
  3. Ως αναφέρει σε αυτήν, προτού εξέλθει στον δρόμο, σταμάτησε το αυτοκίνητό της, το οποίο οδηγούσε με πολύ χαμηλή ταχύτητα, στο τέρμα της εισόδου του μπλοκ των διαμερισμάτων όπου διαμένει, ακριβώς πριν από το πεζοδρόμιο του δρόμου. Αφού σταμάτησε πριν το πεζοδρόμιο, κοίταξε δεξιά, αριστερά και πάλι δεξιά και εισήλθε στον δρόμο με μπροστινή ταχύτητα. Στα δεξιά της, μπροστά από την πολυκατοικία, υπήρχε σταθμευμένο ένα αυτοκίνητο το οποίο την εμπόδιζε να βλέπει «κάπως» και να ελέγχει σωστά για τα οχήματα που έρχονταν από δεξιά και το οποίο αναγνώρισε όταν της υποδείχθηκαν τα Τεκμήρια 6 και
  4. Παρόλο που, ως ανέφερε, βεβαιώθηκε ότι ο δρόμος ήταν καθαρός, εισήλθε στον δρόμο με χαμηλή ταχύτητα στρίβοντας δεξιά και μόλις ίσιωσε το όχημά της, ξαφνικά είδε μπροστά της μια μοτοσυκλέτα από την αντίθετη κατεύθυνση να χτυπά στο μπροστινό δεξιό μέρος του προφυλακτήρα του οχήματός της. Ως επίσης αναφέρει στην κατάθεσή της, είδε τη μοτοσυκλέτα όταν έγινε η σύγκρουση. Ήταν η θέση της ότι το σημείο σύγκρουσης ήταν το Χ1 επί του τελικού σχεδιαγραφήματος, εκεί όπου υπήρχε η κηλίδα της βενζίνης. Τέλος, ανέφερε ότι στη σκηνή κατέφτασε ασφαλιστής ο οποίος έλαβε τις φωτογραφίες οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 6 - 10(Α). Κατά την αντεξέτασή της, η κατηγορούμενη ανέφερε ότι στα δεξιά της ενώ εξερχόταν, υπήρχαν 2 αυτοκίνητα σταθμευμένα και σε σχετική ερώτηση, γιατί στην κατάθεσή της αναφέρθηκε μόνο σε 1 αυτοκίνητο, απάντησε ότι την ώρα που έδιδε την κατάθεση, λόγω του σοκ, δεν ήταν σε θέση να θυμάται. Ήταν η θέση της, ότι ήταν το πρώτο όχημα που την εμπόδιζε κυρίως να δει στον δρόμο και όχι το άλλο που ήταν σταθμευμένο πίσω του. Σε σχετικές ερωτήσεις που υπέβαλε η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, η κατηγορούμενη ανέφερε ότι εξήλθε της εισόδου των πολυκατοικιών με χαμηλή ταχύτητα και βγήκε ευθέως και έτριψε δεξιά καθώς ήθελε να πάει δεξιά, αλλά δεν βγήκε απότομα στον δρόμο. Ήταν επίσης η θέση της, ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας οδηγούσε μέσα στην πλευρά του δρόμου όπου αυτή οδηγούσε και ότι «εμφανίστηκε από το πουθενά». Ο πρώτος μάρτυρας που κατέθεσε εκ μέρους της υπεράσπισης (εφεξής ο ΜΥ1») ήταν ο λειτουργός ατυχημάτων και μεταφορέας οδικής βοήθειας. Η μαρτυρία του συνοψίζεται στο ότι μετέβη στη σκηνή ως μέρος των καθηκόντων του 20 - 30 λεπτά μετά το ατύχημα, όπου και έλαβε τις φωτογραφίες οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 6 - 10Α. Ήταν η θέση του ότι τα σταθμευμένα οχήματα που απεικονίζονται στις φωτογραφίες, εμπόδιζαν το οπτικό πεδίο της κατηγορουμένης. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι όταν έφτασε στη σκηνή του ατυχήματος, εκεί βρισκόταν η κατηγορουμένη, ο αστυνομικός και άλλα 2 - 3 άτομα. Δεν ήταν σε θέση να αναφέρει εάν όταν έφτασε στη σκηνή το σχεδιαγράφημα του αστυνομικού είχε ολοκληρωθεί, καθώς έφτασε 20 - 30 λεπτά αργότερα. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, οι συνήγοροι των δύο πλευρών κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει και αναφορά σε αυτές θα γίνει όπου τούτο κριθεί σκόπιμο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίστηκε αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων.[1] Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας.[2] Επουσιώδεις δε αντιφάσεις, δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα.[3] Τέλος, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[4] Αναφορικά με τον ΜΚ1, καταλήγω ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας του μερικώς για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Ο ΜΚ1 μου έδωσε την εντύπωση ότι επρόκειτο για πρόσωπο το οποίο ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και δεν διαφάνηκε μέσω της προσκομισθείσας μαρτυρίας ή αναδύθηκε μέσω της αντεξέτασής του να είχε το οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο ερχόμενος στο Δικαστήριο για να καταθέσει. Εντούτοις, η μαρτυρία του παρουσιάζει ορισμένα κενά και ασάφειες, στα οποία θα αναφερθώ πιο κάτω. Σε σχέση με τα Τεκμήρια 2 και 3, το πρόχειρο και το τελικό σχεδιαγράφημα της σκηνής αντιστοίχως, ο ΜΚ1 δεν ήταν σε θέση να καθορίσει το σημείο σύγκρουσης, εφόσον ως ανέφερε, σημείωσε επί του σχεδιαγραφήματος που ετοίμασε 2 σημεία σύγκρουσης τα οποία του είχαν υποδειχθεί από τους οδηγούς των ενεχόμενων οχημάτων. Δεν ανέφερε ο ΜΚ1 να προέβη σε οποιαδήποτε άλλη διερεύνηση. Ούτε και υπήρχαν στη σκηνή ευρήματα που να στοιχειοθετούν το σημείο συγκρούσεως, ενώ όπως καταγράφεται στο Τεκ. 1, σύμφωνα με τις υπάρχουσες μαρτυρίες και τα ευρήματα, η μοτοσυκλέτα δεν είχε συρθεί καθόλου επί της ασφάλτου πριν την ανατροπή που είχε υποστεί. Ούτε και σε σχέση με την κηλίδα πετρελαίου ο ΜΚ1 ήταν σε θέση να τοποθετηθεί ικανοποιητικά. Σε σχέση με το ζήτημα της ορατότητας, ενώ ο ΜΚ1 στην κατάθεσή του αναφέρει ότι ένας οδηγός που βρίσκεται στο σημείο πριν το πεζοδρόμιο έχει απεριόριστη ορατότητα, αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι όταν ένας οδηγός φτάνει στο τέρμα του πεζοδρομίου, εμποδίζεται εν μέρει να δει ολόκληρο τον δρόμο, λόγω του σταθμευμένου οχήματος. Η θέση αυτή του μάρτυρα, σε συνδυασμό με το ότι δεν προσκομίστηκε καμία μαρτυρία στο Δικαστήριο αναφορικά με το κατά πόσο ένας οδηγός πρέπει υποχρεωτικώς να σταματήσει σε συγκεκριμένο σημείο όταν εξέρχεται για να εισέλθει στον επίδικο δρόμο, αλλά και σε αντιπαραβολή με τη μαρτυρία της κατηγορουμένης, δημιουργεί στο Δικαστήριο αμφιβολία. Επισημαίνω ότι ούτε επί των σχεδιαγραφημάτων, τα οποία συνιστούν με βάση την ισχύουσα νομολογία σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων,[5] σημειώνεται οποιοδήποτε σημείο ΑΛΤ. Έστω δε και αν θεωρηθεί ότι δεν υπήρχε υποχρεωτική στάση κατά την έξοδο των οχημάτων από τα συγκροτήματα, η θέση του ΜΚ1 είναι ότι σε κάποιο σημείο η ορατότητα περιορίζεται από οχήματα στα οποία επιτρέπεται η στάση και η στάθμευση στην αριστερή λωρίδα του δρόμου. Σε ότι αφορά στα Τεκμήρια 6 - 10(Α) τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια κατά την αντεξέταση του ΜΚ1, πρόκειται για φωτογραφίες που απεικονίζουν τον δρόμο όπου έλαβε χώρα το συμβάν, από διάφορες λήψεις. Ως είναι νομολογημένο, φωτογραφίες μπορούν να γίνουν αποδεκτές ως μαρτυρία είτε για την αλήθεια του περιεχομένου τους,[6] είτε ως πρωτογενής μαρτυρία προς απόδειξη του γεγονότος της γένεσής τους, είτε ως περιγραφική της σκηνής του εγκλήματος.[7] Το Δικαστήριο πρέπει πάντοτε να είναι προσεκτικό κατά την αξιολόγηση τέτοιας μαρτυρίας λαμβανομένων υπόψη των νομικών αρχών που διέπουν το ζήτημα.[8] Ο ΜΚ1 επαναλάμβανε αντεξεταζόμενος ότι οι συγκεκριμένες φωτογραφίες δεν μπορούν να καταδείξουν τη γραμμή ορατότητας της κατηγορουμένης, ενώ ήταν η θέση του ότι το μαύρο διπλοκάμπινο που φαίνεται στις φωτογραφίες δεν βρισκόταν στο σημείο όπου απεικονίζεται στις φωτογραφίες, όταν αυτός έφτασε στη σκηνή. Εν πάση περιπτώσει, λαμβανομένου υπόψη του ότι στα Τεκ. 6 - 10Α δεν διαφαίνεται η ώρα λήψης, ούτε τα ενεχόμενα οχήματα, είναι η κρίση μου ότι αυτά δεν μπορούν να αποτελέσουν ασφαλές υπόβαθρο στη βάση του οποίου το Δικαστήριο θα βασιστεί για να εξάξει τα όποια συμπεράσματά του. Αφής στιγμής, τα εν λόγω τεκμήρια δεν καταδεικνύουν τα ενεχόμενα οχήματα και όπως ο ίδιος ο ΜΚ1 αναφέρει, όταν έφτασε στη σκηνή τα ενεχόμενα οχήματα είχαν μετακινηθεί, η υπόθεση άπτεται της αξιολόγησης της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου. Αναφορικά με τον ΜΚ2, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας του για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του ΜΚ2 ή μέσω της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου δεν διαφάνηκε ή αναδύθηκε το οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο του μάρτυρα για να μην πει στο Δικαστήριο την αλήθεια. Ο μάρτυρας απαντούσε με ευθύτητα και δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις τέτοιας ουσιώδους σημασίας, έτσι ώστε να κλονιστεί η αξιοπιστία του. Σε σχέση με το ότι ερωτήθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης κατά πόσο μίλησε με τον ΜΚ1 και αν υπεβλήθη σε έλεγχο αλκοτεστ, ο ΜΚ2, σε συνάφεια και με τα όσα κατέθεσε ο ΜΚ1, απάντησε ότι πονούσε όταν ο ΜΚ1 έφτασε στη σκηνή του ατυχήματος και δεν μίλησαν. Παρόλο που ο ΜΚ2 δεν θυμόταν να υπεβλήθη σε έλεγχο αλκοτεστ, εν αντιθέσει με τα λεγόμενα του ΜΚ1 και της κατηγορουμένης, δεν κρίνω ότι το γεγονός αυτό συνιστά τέτοια ουσιώδη αντίφαση, έτσι ώστε να πλήξει την αξιοπιστία του ΜΚ2, δεδομένης της κατάστασης στην οποία βρισκόταν κατά τον συγκεκριμένο χρόνο και του διαρρεύσαντος χρονικού διαστήματος μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης. Σε ότι αφορά στον ΜΚ3, επρόκειτο για τυπικό μάρτυρα στη μαρτυρία του οποίου κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν αναδύθηκε το οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο, ούτε και προσκομίστηκε σχετική προς τούτο μαρτυρία. Αντιθέτως, ο μάρτυρας απαντούσε με σαφήνεια και επεξηγηματικότητα σε όλες τις ερωτήσεις που του υπεβλήθησαν, συνεπώς κρίνω ότι πρόκειται για αξιόπιστο μάρτυρα του οποίου αποδέχομαι την μαρτυρία. Σε ότι αφορά στην μαρτυρία της κατηγορουμένης, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας της για σκοπούς εξαγωγής συμπερασμάτων. Η κατηγορούμενη απαντούσε με ευθύτητα στις ερωτήσεις που της υπεβλήθησαν και δεν εντόπισα στη μαρτυρία της τέτοιες ουσιώδεις αντιφάσεις που να πλήττουν την αξιοπιστία της. Σε σχέση με τον αριθμό των σταθμευμένων οχημάτων στον επίδικο δρόμο, η θέση της κατηγορουμένης συνάδει με τη θέση του ΜΚ
  5. Σε αντίθεση έρχεται η θέση του ΜΚ1, ο οποίος ωστόσο όταν κατέφτασε στη σκηνή του ατυχήματος τα ενεχόμενα οχήματα δεν βρίσκονταν καν στις τελικές τους θέσεις. Επομένως δεν κρίνω ότι το θέμα αυτό πλήττει την αξιοπιστία της κατηγορουμένης, λαμβανομένου υπόψη και του ότι έχω αποδεχθεί τη θέση του ΜΚ2 επί τούτου. Δεν μου διαφεύγει ότι αντεξεταζόμενη η κατηγορούμενη υπέδειξε και σημείωσε επί του Τεκμηρίου 3 ως σημείο όπου σταμάτησε για να ελέγξει τον δρόμο το τέρμα του πεζοδρομίου, ενώ στην κατάθεση της είχε αναφέρει ότι σταμάτησε πριν το πεζοδρόμιο και έλεγξε τον δρόμο. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι είναι το ίδιο πράγμα και ενέμεινε σε κάθε περίπτωση σταθερή στη θέση της ότι βγήκε με χαμηλή ταχύτητα στον δρόμο και ότι σταμάτησε για να ελέγξει εάν ήταν καθαρός προτού εξέλθει σε αυτόν, καθώς ως ανέφερε, δεν μπορείς να μην σταματήσεις προτού βγεις από τα συγκροτήματα, διότι αυτό είναι επικίνδυνο. Λαμβανομένου υπόψη του ότι ενώπιον μου δεν τέθηκε μαρτυρία ότι ο οδηγός που εξέρχεται από το συγκρότημα των πολυκατοικιών στον δρόμο πρέπει να σταματά σε συγκεκριμένο σημείο του πεζοδρομίου και του ότι η κατηγορούμενη ενέμεινε σταθερή στη θέση της ότι σταμάτησε για να ελέγξει κατά πόσο ο δρόμος ήταν καθαρός και του ότι τα σταθμευμένα οχήματα ήταν στο συγκεκριμένο σημείο του δρόμου επειδή αυτό επιτρέπεται, ελλείψει άλλης μαρτυρίας, δεν κρίνω ότι τα πιο πάνω αποτελούν ουσιώδεις αντιφάσεις που πλήττουν την αξιοπιστία της κατηγορουμένης. Ανέφερε επίσης η κατηγορούμενη ότι η μοτοσυκλέτα μάλλον έτρεχε καθώς δεν πρόλαβε να την δει. Ο συνήγορος υπεράσπισης αναφέρθηκε στο θέμα της ταχύτητας τόσο στις αγορεύσεις του, όσο και αντεξετάζοντας τους μάρτυρες κατηγορίας. Επί του θέματος αυτού η νομολογία είναι σαφής και σύμφωνα με αυτήν, το Δικαστήριο δεν ενεργεί ως πραγματογνώμονας και δεν μπορεί να προβεί σε τέτοιο εύρημα χωρίς μαρτυρία ειδικού. Τέτοια μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιόν μου.[9] Ως αναφέρθηκε στην Κύπρος Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 816 όπου αυτό το οποίο απασχόλησε ήταν το κατά πόσο η κίνηση του οδηγού να στρίψει δεξιά συνιστούσε αμέλεια: «Η όποια αδυναμία ή αμφιταλάντευση του μοτοσικλετιστή για το θέμα του ορίου ταχύτητας που ίσχυε στο επίμαχο σημείο του δρόμου δεν οδηγεί αναπόφευκτα σε συμπέρασμα ότι ο μάρτυρας ψευδόταν, υπό τις συνθήκες της παρούσας υπόθεσης». Τέλος, σε σχέση με τον ΜΥ1, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας του για σκοπούς εξαγωγής συμπερασμάτων, για τον λόγο ότι κατέφτασε στη σκηνή ατυχήματος όταν είχαν ήδη μετακινηθεί τα ενεχόμενα οχήματα, 20 - 30 λεπτά αργότερα ως ανέφερε. Ο ΜΥ1 κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι τα οχήματα που απεικονίζονται στα Τεκμήρια 6-10(Α) πρέπει να ήταν εκεί από πριν καθώς δεν θα στάθμευε κάποιος εκεί μετά το ατύχημα. Επομένως εκ των πραγμάτων ο ΜΥ1 δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει εάν τα οχήματα που απεικονίζουν τα Τεκμήρια 6-10(Α) ήταν σταθμευμένα στο συγκεκριμένο σημείο, την ώρα που έλαβε χώρα το ατύχημα και η ίδια του η απάντηση αποτελεί εικασία του ιδίου. Ούτε και προσκομίστηκε οποιαδήποτε άλλη προς τούτο μαρτυρία. Νομική Πτυχή και Κατάληξη Δικαστηρίου Σύμφωνα με το άρθρο 8
(1)(γ) του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, οποιοσδήποτε οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οποιανδήποτε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, και προκαλεί σωματική βλάβη είναι ένοχος αδικήματος. Σύμφωνα με τη σχετική επί του θέματος νομολογία, η οδήγηση προϋποθέτει την άσκηση προσήκουσας προσοχής και το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης, είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση άσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό σχετίζεται με τη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι τέλειου οδηγού.[10] Ως αναφέρθηκε στην Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο και αυτό που διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Ως περαιτέρω αναφέρθηκε στη Σωκράτους (βλ. ανωτέρω), το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε πρόσωπο που είναι λογικά δυνατό να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης για να αποφασιστεί πρώτον η φύση του καθήκοντος, και δεύτερον, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Περαιτέρω, το καθήκον για τη λήψη μέτρων προφύλαξης μορφοποιείται με βάση τον κίνδυνο ο οποίος διαφαίνεται κατά λογική πρόβλεψη.[11] Η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Όταν η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια.[12] Ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις.[13] Ωστόσο, η απόφραξη του δρόμου, δεν προσδίδει αυτόματα ευθύνη στον οδηγό, για οποιοδήποτε επακόλουθο δυστύχημα ανεξάρτητο από τα αίτια του.[14] Το ασφαλές της εισόδου οχήματος σε δρόμο εξαρτάται από την κατάσταση της τροχαίας κίνησης και το κατά πόσο η κατάσταση είναι τέτοια που να καθιστά την είσοδο επικίνδυνη. Ο οδηγός οφείλει να μην εισέλθει μέχρις ότου είναι ασφαλές να το πράξει. Το κατά πόσο η είσοδος είναι ή δεν είναι λογικά ασφαλής στη δεδομένη περίπτωση είναι ζήτημα πραγματικό που αποφασίζεται αναλόγως των περιστάσεων.[15] Ο γενικός και βασικός κανόνας του δικαίου της απόδειξης είναι ότι η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[16] Υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι, δεν είναι επιτρεπτές. Επίσης, κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη.[17] Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[18] Εάν στο τέλος της υπόθεσης υπάρχει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.[19] Στην προκειμένη περίπτωση, αυτόπτης μάρτυρας στη σκηνή του ατυχήματος δεν υπήρχε. Σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ1, δεν ήταν δυνατός ο καθορισμός του σημείου σύγκρουσης καθώς τα οχήματα είχαν μετακινηθεί από τις τελικές τους θέσεις. Περαιτέρω, δεν τέθηκε μαρτυρία ενώπιόν μου αναφορικά με την ταχύτητα των οδηγών ή την τροχαία κίνηση του δρόμου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Επίσης, δεν υπήρχαν ευρήματα επί της ασφάλτου και με βάση τα λεγόμενα του ιδίου του ΜΚ1, στο σχεδιαγράφημα της σκηνής σημειώθηκαν τα σημεία σύγκρουσης που οι οδηγοί των ενεχόμενων οχημάτων υπέδειξαν. Ακόμα, δεν τέθηκε ενώπιον μου μαρτυρία αναφορικά με το κατά πόσο υπάρχει υποχρεωτική στάση προτού ένας οδηγός εξέλθει στον επίδικο δρόμο από το επίδικο συγκρότημα των πολυκατοικιών. Παρόλο που σύμφωνα με τη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιόν μου η ορατότητα πριν το πεζοδρόμιο που εμφαίνεται στο σχεδιαγράφημα σκηνής είναι απεριόριστη, ταυτόχρονα, σύμφωνα με την προσκομισθείσα πάντοτε μαρτυρία, δεν απαγορεύεται η στάση και η στάθμευση οχημάτων στον επίδικο δρόμο, ενώ ως ο ίδιος ο ΜΚ1 ανέφερε, εξαιτίας τούτου η ορατότητα του οδηγού «περιορίζεται μερικώς». Όπως φαίνεται από τη μαρτυρία των οδηγών των ενεχόμενων οχημάτων, καθένας παρουσίασε στο Δικαστήριο την δική του εκδοχή ως την αντιλήφθηκε, με κάποιες μικρές αντιφάσεις, όχι όμως τέτοιας ουσιώδους σημασίας ώστε να κριθούν αναξιόπιστοι. Υπό το φως των πιο πάνω, η αμφιβολία να παραμένει στο μυαλό του Δικαστηρίου και δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ενοχής της κατηγορουμένης, στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης σε ποινική διαδικασία. Σχετικά παραπέμπω στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, όπου η αμφιβολία οδήγησε σε αθώωση του κατηγορουμένου, καθώς με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία, δεν ήταν εφικτός ο καθορισμός της πορείας του οχήματος του θύματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, ανέφερε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Στην παρούσα υπόθεση η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής ήταν τέτοιας υφής που δεν δικαιολογούσε συμπέρασμα σε σχέση με την πορεία του θύματος με τη βεβαιότητα που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις. Στην απουσία θετικής μαρτυρίας, σε σχέση με την πορεία του θύματος, το συμπέρασμα του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι δεν αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ήταν πλήρως δικαιολογημένο. Αντίθετο συμπέρασμα από το Πρωτόδικο Δικαστήριο θα ήταν το αποτέλεσμα υποθέσεων οι οποίες, όμως, δεν επιτρέπονται. Αναφορικά με τα όσα εγείρονται με την παραγ. (β) πιο πάνω - συνεκτίμηση των εκδορών που υπήρχαν στο δρόμο και των ζημιών στο αυτοκίνητο του εφεσίβλητου - πρέπει να υποδείξουμε ότι τέτοια συνεκτίμηση είναι δυνατή μόνο αφού προηγηθεί σχετική μαρτυρία από εμπειρογνώμονα. Στην απουσία τέτοιας μαρτυρίας το δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε συνεκτίμηση τέτοιων παραγόντων. Θα υποδυθεί το ίδιο το ρόλο του εμπειρογνώμονα, πορεία η οποία δεν είναι επιτρεπτή (Βλ. Eliasides v. Police
(1978)2 C.L.R. 114, 118, Salih v. Sofocleous
(1979)1 C.L.R. 248, 253, Siakos v. Nicolaou
(1980)1 C.L.R. 333, 342, 343 και Σπύρου ν. Χριστοδούλου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1193, 1196)». Όπως έχει νομολογηθεί στην Σταυρινού ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 706: «Το Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει τη μαρτυρία στην ολότητά της και να την αξιολογεί με λογική προσέγγιση και στα πλαίσια της ορθής ανθρώπινης εμπειρίας ― Δεν είναι υποχρεωμένο να εξετάζει και να αξιολογεί διαζευκτικές εκδοχές, πιθανότητες ή θεωρίες που όχι μόνο δεν στοιχειοθετούνται, αλλά που ούτε καν μπορούν να αναδυθούν σε μια ενδεχόμενη κατάσταση πραγμάτων, στην απουσία μαρτυρικού υλικού». Υπό το φως των πιο πάνω, με βάση την όλη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιόν μου, δεν μπορώ να καταλήξω σε ασφαλές εύρημα ενοχής της κατηγορουμένης στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Η μαρτυρία που προσκόμισε η κατηγορούσα αρχή έχει, για τους λόγους που εξηγούνται ανωτέρω, δημιουργήσει την αμφιβολία στο Δικαστήριο. Δοθέντος του βαθμού και του επιπέδου απόδειξης που απαιτείται σε ποινικές διαδικασίες, η αμφιβολία αυτή είναι ικανή να οδηγήσει το Δικαστήριο σε αθωωτική απόφαση.[20] Συνεπακόλουθα, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία, συνεπώς η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται. Υπ.)...................................... Χρ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 & Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016. [2] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339. [3] Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού
(2010)2 ΑΑΔ 304 [4] Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454. [5] Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160. [6] R v. Senat
(1968)52 Cr App R 282. [7] Σταυρινού ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 706. [8] Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 ΑΑΔ 298. [9] Petros Ioakim v. Menas Soteriades
(1984)1 CLR 175 & Κύπρος Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 816. [10] Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 AAΔ.68, 73. [11] Βίκης v Νεοφύτου
(1990)1 ΑΑΔ 345. [12] Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 475 [13] Constantinou ν. Katsouris
(1975)1 CLR 188. [14] Στην Κυριάκου ν. Κανάρη
(1997)1Γ ΑΑΔ 1436 [15] Adamis v Eracleous
(1982)1 CLR 746. [16] Σιακόλα ν Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 110. [17] Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71. [18] Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401. [19] Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110. [20] GIVIKUT CHASHVILI ν. Αστυνομίας Π.Ε. Αρ. 94/2020, ημερ. 4.7.2022, ECLI:CY:AD:2022:B289 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.