Δημοκρατία ν. Τζιάμας κ.α., Ποιν. Υπόθεση: 6775/23, 10/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2023:2 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Χ. B. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ. Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Ποιν. Υπόθεση: 6775/23 Δημοκρατία ν.
- ΧΧΧ Τζιάμας
- ΧΧΧ Τουμάζου Κατηγορουμένων 10 Απριλίου 2023 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Όλγα Σοφοκλέους για Γενικόν Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Δημήτρης Τσολακίδης Κατηγορούμενος 1 παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Αίτημα Κράτησης) Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 στις 13.3.23 παραπέμφθηκαν στο παρόν Κακουργοδικείο (για τις 6.4.23) για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος και για εμπρησμό οχήματος. Ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου η Κατηγορούσα Αρχή είχε συναινέσει στην απόλυση του Κατηγορούμενου 2 υπό όρους ενώ για τον Κατηγορούμενο 1, διαφοροποιούμενη λόγω αρκετών προηγούμενων καταδικών, ζήτησε την κράτηση του πρωτίστως στη βάση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων και δευτερευόντως στον κίνδυνο φυγοδικίας. Το Επαρχιακό Δικαστήριο, έχοντας δει το κατατεθέν ενώπιον του μαρτυρικό υλικό, υπό μορφή γραπτών καταθέσεων αλλά και ψηφιακού δίσκου με πλάνα από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης (Τεκμήρια Α και Γ ενώπιον του) κατέληξε ότι πληρούντο τα τρία αντικειμενικά κριτήρια του κινδύνου φυγοδικίας (ήτοι σοβαρότητα αδικημάτων, αυστηρότητα τυχόν ποινής και πιθανότητα καταδίκης) πλην όμως οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 1 καθιστούσαν μειωμένο τον κίνδυνο φυγοδικίας, οπότε δεν δικαιολογείτο η κράτηση επί αυτού του κινδύνου. Σε σχέση όμως με τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων το Επαρχιακό έκρινε ότι το ιδιαίτερα βεβαρυμένο ποινικό μητρώο με αδικήματα κατά περιουσίας κατεδείκνυε ροπή και δημιουργούσε ισχυρή εντύπωση περί υπάρξεως πιθανότητας διάπραξης άλλων αδικημάτων, οπότε στη βάση αυτή στοιχειοθετείτο ο κίνδυνος και καθίστατο δικαιολογημένο το αίτημα, το οποίο και ενέκρινε. Κατά την εμφάνιση ενώπιον μας οι δυο Κατηγορούμενοι αρνήθηκαν ενοχή και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 9.6.
- Η Κατηγορούσα Αρχή παρομοίως συναίνεσε στην εμφάνιση του Κατηγορούμενου 2 με τους όρους που είχαν ήδη τεθεί από το Επαρχιακό ενώ σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1 ζήτησε την κράτηση του αποκλειστικά πλέον στη βάση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων. Είναι δεκτό από την Υπεράσπιση ότι ο Κατηγορούμενος 1 βαρύνεται με τρεις προηγούμενες καταδίκες, στις δυο εκ των οποίων είχαν ληφθεί υπόψιν και άλλες υποθέσεις ως εξής: 1) Υπόθεση 32226/14 Διάρρηξη οικίας, κλοπή και κατοχή πυροβόλου στις 12.11.
- Καταδίκη στις 2.7.15 σε φυλακίσεις με ψηλότερη τη 18μηνη φυλάκιση. Λήφθηκαν υπόψιν τέσσερις υποθέσεις για: · διάρρηξη κτηρίου και κλοπή στις 20.2.11 · κλεπταποδοχή στις 19.12.13 · συνωμοσία και εμπρησμό οχήματος στις 31.8.13 2) Υπόθεση 10053/19 Διάρρηξη οικίας και κλοπή, διάρρηξη οικίας εν καιρώ νυκτός και κλοπή, κατοχή διαρρηκτικών οργάνων στις 26.1.
- Καταδίκη στις 9.7.19 σε φυλακίσεις με ψηλότερη την 30μηνη φυλάκιση. 3) Υπόθεση 24141/19 Διάρρηξη οικίας και κλοπή στις 21.2.
- Καταδίκη στις 12.5.20 σε φυλακίσεις με ψηλότερη τη 12μηνη φυλάκιση. Λήφθηκε υπόψιν μια υπόθεση για επίθεση με πραγματική σωματική βλάβη στα πλαίσια ενδοοικογενειακής βίας. Ενιστάμενος στο αίτημα ο κ. Τσολακίδης προέβαλε πως θα πρέπει να συνεξεταστεί και η πιθανότητα καταδίκης. Παραπέμποντας στην προαναφερθείσα απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου είπε συγκεκριμένα πως ο κίνδυνος διάπραξης νέων αδικημάτων δεν εξετάζεται μόνο στη βάση του ποινικού μητρώου αλλά συναρτάται και με την πιθανότητα καταδίκης, δηλαδή τη βαρύτητα της υπάρχουσας μαρτυρίας. Ήταν εξαιτίας αυτής της εισήγησης που ζητήσαμε για παν ενδεχόμενο να έχουμε τις θέσεις της Κατηγορούσας Αρχής και για την υφιστάμενη μαρτυρία εις βάρος του Κατηγορούμενου 1, οπότε η κα Σοφοκλέους παρέδωσε τις καταθέσεις του παραπονούμενου και του αδελφού του, στις οποίες αναφέρουν ότι είδαν τα πλάνα και αναγνώρισαν από το κλειστό κύκλωμα τον Κατηγορούμενο 1 (Έγγραφα Α, Β) ενώ στο ίδιο πλαίσιο ο κ. Τσολακίδης παρέδωσε έκθεση εμπειρογνώμονα (Έγγραφο Γ) του αστυνομικού Εργαστηρίου Φωτογραφίας (ΥΠ.ΕΓ.Ε.) σε σχέση με τα πλάνα που υπάρχουν στον ψηφιακό δίσκο. Η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου με την επισήμανση πάντοτε ότι το πρώτιστο είναι ο σεβασμός της προσωπικής ελευθερίας όπως κατοχυρώνει το Σύνταγμα (Ψύλλας ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ.731) και η κράτηση συνιστά μέτρο το οποίο διατάσσεται κατ' εξαίρεσιν. Το δικαίωμα της προσωπικής ελευθερίας υποχωρεί μπροστά στο δημόσιο συμφέρον οποτεδήποτε διαφαίνεται μεμονωμένα ή σωρευτικά κάποιος ή κάποιοι από τους νομολογιακά καθιερωθέντες κινδύνους. Όπως αναφέρθηκε σχετικά πρόσφατα στην Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 25/22, ημερ. 4.2.22: "Ο κίνδυνος διάπραξης νέων αδικημάτων αποτελεί έναν από τους τρεις αυτοτελείς λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη του. Στη Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ.45 αναφέρθηκε ότι η πρόβλεψη αναφορικά με την πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υπόδικου ή της υπόθεσης, είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της. Για να καταλήξει το Δικαστήριο σε συμπέρασμα για τη διάπραξη άλλου αδικήματος, δεν απαιτείται σύμφωνα με τη Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ.130, ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν, με βάση όλα τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, να δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει πιθανότητα. ................................... Στην υπόθεση Γιάγκου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ.216, 219, αναφέρθηκε ότι: «Το γεγονός της προηγούμενης καταδίκης του εφεσείοντα από μόνο του, δεν συνιστά και επιβεβαίωση του ενδεχόμενου ότι θα διαπράξει νέο ποινικό αδίκημα.». Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ.109, 121, γίνεται, σε αντιδιαστολή, αναφορά στην Matznetter v. Austria
(1969), όπου το ΕΔΑΔ θεώρησε ότι η πολύ παρατεταμένη συνέχιση αξιόμεμπτων πράξεων εκ μέρους του κατηγορούμενου, δικαιολογούσαν την άρνηση απόλυσης με εγγύηση για λόγο που σχετίζεται με την αποτροπή διάπραξης άλλου αδικήματος." Είναι λοιπόν σαφές ότι με δεδομένη την αυτοτέλεια του κάθε ενός από τους τρεις καθιερωμένους λόγους δεν απαιτείται να συνυπάρχει κάποιος από αυτούς με κάποιον από τους υπόλοιπους και ότι η στοιχειοθέτηση του ενός είναι αρκετή και δύναται να οδηγήσει στην κράτηση. Ο κ. Τσολακίδης δεν φάνηκε να διαφωνεί με τη νομολογία αυτή. Είναι δε γεγονός πως εντίμως και ορθώς δεν επιχείρησε καν να αμφισβητήσει πως ο Κατηγορούμενος 1 έχει ένα βεβαρυμένο μητρώο, δεχόμενος ουσιαστικά ότι όντως υπάρχει παρατεταμένη αξιόποινη συμπεριφορά, η οποία αφενός δημιουργεί την ισχυρή εντύπωση περί του κινδύνου διάπραξης νέων αδικημάτων και αφετέρου ότι είναι ικανή να δικαιολογήσει βάσει της υφιστάμενης νομολογίας την έγκριση του αιτήματος κράτησης. Παρέλκει να πούμε με τη σειρά μας ότι το ιστορικό του Κατηγορούμενου θεμελιώνει όντως επαρκώς την εντύπωση αυτή και στο δικό μας μυαλό, κατά τρόπον που την καθιστά ακλόνητη. Υπενθυμίζουμε προς τούτο ότι πρόκειται για σειρά εγκλημάτων κατά τη διάρκεια της τελευταίας περίπου 10ετίας, τα οποία, με εξαίρεση το αδίκημα βίας, στρέφονται κυρίως κατά περιουσίας άλλων πολιτών και μεταξύ αυτών παρατηρούνται εγκλήματα συνωμοσίας και εμπρησμού οχήματος, όπως και στην παρούσα υπόθεση, δηλαδή απολύτως ομοειδές αδίκημα. Αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως ο κ. Τσολακίδης εστίασε την προσοχή του στο ότι η ισχυρή αυτή εντύπωση δεν πρέπει να λειτουργήσει στην παρούσα περίπτωση και ούτε να επιφέρει συνέπειες κράτησης επειδή εάν εξεταστεί η ισχύς της υπόθεσης θα διαφανεί ότι δεν μπορεί να πιθανολογηθεί καταδίκη. Η εισήγηση έχει ως βάση την εκφρασθείσα στο Έγγραφο Γ γνώμη του εμπειρογνώμονα της ΥΠ.ΕΓ.Ε. πως το οπτικό υλικό, επί του οποίου ο παραπονούμενος και ο αδελφός του αναγνώρισαν τον Κατηγορούμενο 1, παρουσιάζει αδυναμίες και συγκεκριμένα περιέχει μακρινά πλάνα και χαμηλή ποιότητα εικόνας λόγω υψηλής συμπίεσης ή και ευκρίνειας. Είναι αλήθεια ότι δεν παρατηρούνται συχνά περιπτώσεις κατά τις οποίες το αίτημα κράτησης βασίζεται μόνο στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων (ή επηρεασμού μαρτύρων) και ίσως για αυτό δεν τίθεται συχνά και τέτοιο ζήτημα όπως στην παρούσα. Συνήθως το αίτημα βασίζεται και στον κίνδυνο φυγοδικίας οπότε αναπόφευκτα συνυπάρχει στη σχετική απόφαση και εξέταση της πιθανολόγησης καταδίκης (όπως εξάλλου έγινε και εδώ κατά το στάδιο της Παραπομπής). Δεν θεωρούμε ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας απαιτείται εξαντλητική συζήτηση και οριστική απόφανση επί του θέματος και δεν το επιχειρούμε. Εν είδει απλού σχολιασμού μπορούμε όμως να πούμε πως: Ακόμα και στην υπόθεση Σκούρος ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ.140, η οποία είναι μια από εκείνες τις υποθέσεις στις οποίες διετάχθη η κράτηση μόνο στη βάση του κινδύνου νέων αδικημάτων και στην οποία τονίστηκε με έμφαση ότι ο κάθε παράγοντας (κίνδυνος) είναι ανεξάρτητος και αυτόνομος, στο αντίστοιχο παράπονο (ότι δεν εξετάστηκε η πιθανότητα καταδίκης) υπήρξε επικουρικά σημείωση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι ούτως ή άλλως το μαρτυρικό υλικό ήταν ενώπιον του Επαρχιακού όταν είχε κρίνει πως αυτό δικαιολογούσε την παραπομπή. Στην ίδια υπόθεση λήφθηκαν υπόψιν και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, καθώς και ο χρόνος που μεσολαβούσε μέχρι τη δίκη. Θεωρητικά δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι σε ακραίες περιπτώσεις είτε μηδαμινής σοβαρότητας του αδικήματος (π.χ. πολύ χαμηλή χρηματική ποινή) είτε εντελώς ανύπαρκτης μαρτυρίας, πιθανόν να μην αρκεί όντως ένα βεβαρυμένο μητρώο για να καμφθεί η προσωπική ελευθερία κάποιου. Εν πάση περιπτώσει και ανεξαρτήτως των οποιωνδήποτε απόψεων για το εγειρόμενο νομικό θέμα οφείλουμε, με κάθε σεβασμό, να πούμε ότι διαφωνούμε με την εισήγηση ότι στην παρούσα θα τίθετο βάσιμα θέμα ότι δεν πιθανολογείται η καταδίκη. Ο Παραπονούμενος στο Έγγραφο Α, αναφέρεται σε βίντεο και φωτογραφίες που είδε, στην αναγνώριση του Κατηγορούμενου 1 τον οποίο γνωρίζει αρκετά χρόνια και σε χαρακτηριστικά στοιχεία βάσει των οποίων τον αναγνώρισε (όπως το περπάτημα και το χρώμα δέρματος του). Παρομοίως και ο αδελφός του Παραπονούμενου, στο Έγγραφο Β, αναφέρεται στο ότι γνωρίζει για πάρα πολλά χρόνια τον Κατηγορούμενο 1 και ότι τον αναγνώρισε από το περπάτημα και τη φυσιογνωμία. Ασφαλώς δεν επιτρέπεται και δεν θα εμπλακούμε επ' ουδενί σε σχολιασμό ή αξιολόγηση της αναγνωριστικής αυτής μαρτυρίας. Αρκούμαστε στο να πούμε πως ως θέμα αρχής δεν φαίνεται να υπάρχει διαφορά μεταξύ της μαρτυρίας κάποιου που βλέπει πλάνα σε ένα βίντεο και ενός αυτόπτη μάρτυρα που παρακολουθεί τα πρωτογενή γεγονότα, όσον αφορά τη μέθοδο δικαστικής αξιολόγησης. Σε μια τέτοια μαρτυρία το εκδικάζον δικαστήριο θα πρέπει να εφαρμόσει τις γνωστές αρχές της κλασικής υπόθεσης Turnbull όχι μόνο σε σχέση με τον μάρτυρα αλλά και σε σχέση με τη συσκευή καταγραφής και την ίδια την ποιότητα του οπτικού υλικού. Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα Archbold 2000, σελ.1331, §§14-91: «There is no effective distinction in principle between the evidence of a man who looks at a video tape, or a security officer who sees he incident on a security monitor, and that of a bystander who observes the primary facts. Thus a witness may give evidence that he recognizes or identities a person from his viewing of a video recording of the alleged offence. In such circumstances, the tribunal of fact has to apply the Turnbull directions having regard not only to the witness, but also to the position of the camera, the opportunity for viewing which it depicts, and to the nature and clarity of the film or recording Taylor v. Chief Constable of Cheshire, 84 Cr. App. R.191, DC.» Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Μαυρομιχάλης κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.165/20 κ.ά. ημερ. 22.10.20 σε ένα τέτοιο στάδιο το δικαστήριο δεν εξετάζει κατά πόσο η μαρτυρία είναι αποδεκτή ούτε και την αξιολογεί ως προς την αποδεικτικότητα της και βέβαια δεν εξετάζει το ενδεχόμενο να βασιστεί σε αυτή για να καταδικάσει και ούτε η μαρτυρία αυτή επιδέχεται ποσοτικών διαβαθμίσεων. Η παρούσα συνεπώς δεν είναι ούτως ή άλλως περίπτωση στην οποία είτε δεν υπάρχει καθόλου μαρτυρία είτε υπάρχει εντελώς ανίσχυρη μαρτυρία. Αντιθέτως υπάρχει μαρτυρία αναγνώρισης από δύο διαφορετικά πρόσωπα, η οποία θα αξιολογηθεί στο κατάλληλο στάδιο, όπως και οι όποιες απόψεις του εμπειρογνώμονα της ΥΠ.ΕΓ.Ε. με το εκδικάζον δικαστήριο να ευρίσκεται εξίσου σε θέση να δει και αξιολογήσει το ίδιο το οπτικό υλικό σε συσχετισμό με τη μαρτυρία των δύο προσώπων τα οποία προέβησαν σε αναγνώριση. Στη βάση αυτή καταλήγουμε ότι ακόμα και στην περίπτωση συνεξέτασης της ισχύος της μαρτυρίας η κατάληξη μας δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από το ότι πιθανολογείται καταδίκη του Κατηγορούμενου 1, χωρίς αυτό βέβαια να αποκλείει την εύλογη προσδοκία για το αντίθετο, αναλόγως της βεβαιότητας του εκδικάζοντος δικαστηρίου μετά τις κατάλληλες προειδοποιήσεις. Η υπόθεση έχει οριστεί για ακρόαση στις 9.6.23 και έχοντας υπόψιν τον χρόνο που μεσολαβεί και βασιζόμενοι και σε σχετική νομολογία, δεν θεωρούμε ότι είτε το δίμηνο που μεσολαβεί είτε ο συνολικός χρόνος των τριών περίπου μηνών, είναι τέτοιος που δικαιολογεί άνευ άλλου την απόλυση υπό όρους. (Βλ. Kalfat κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 125/20 κ.ά., ημερ.8.10.20, V.B. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.113/22, ημερ. 21.6.22, Μ.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.274/22, ημερ. 23.1.23). Ως εκ τούτου, διατάσσεται η κράτηση του Κατηγορούμενου 1 μέχρι την επόμενη δικάσιμο, ήτοι στις 9.6.23. (Υπ.) ............... Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο