Δημοκρατία ν. Παφίτης, Ποιν. Υπόθεση: 11293/21, 4/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:B12 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Χ. B. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ. Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Ποιν. Υπόθεση: 11293/21 Δημοκρατία Κατηγορούσα Αρχή ν. ΧΧΧ Παφίτης Κατηγορουμένου 4 Απριλίου 2023 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Κ. Κυθραιώτου, για Γενικό Εισαγγελέα Για Κατηγορούμενο: κ. Ε. Ευσταθίου, με κ. Νικολετόπουλο. Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ (Δύο Διαδικασίες Newton Trial) Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής σε τέσσερις κατηγορίες για: · Απόπειρα φόνου κατά παράβαση του άρθρου 214(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (κατηγορία 2) · Μεταφορά πυροβόλου όπλου ΔΟΚΟ (κατηγορίας Γ8) εντός κλειστής περιόδου χωρίς άδεια κατά παράβαση του άρθρου 28
(2)του περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Ν.113
(1)/04 (κατηγορία 3) · Κατοχή εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια κατά παράβαση του άρθρου 4
(4)του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ.54 (κατηγορία 4) · Ανθρωποκτονία κατά παράβαση του άρθρου 205 και του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (κατηγορία 5) Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών ο Κατηγορούμενος στις 11.8.21 στο Γέρι αποπειράθηκε με τη χρήση πυροβόλου όπλου να επιφέρει το θάνατο του Φ.Α., ενώ κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο με τη χρήση πυροβόλου όπλου επέφερε τον θάνατο του Σ.Α. Οι κατηγορίες της μεταφοράς πυροβόλου όπλου και κατοχής εκρηκτικών αφορούν το χρησιμοποιηθέν κατά τη διάπραξη των ανωτέρω αδικημάτων όπλου και τα 13 κατεχόμενα φυσίγγια αντίστοιχα. Α. Γεγονότα Τα γεγονότα της υπόθεσης ως εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή παρατίθενται πιο κάτω με μόνο σκοπό την ευχερέστερη κατανόηση των όσων θα ακολουθήσουν, εφόσον επί αυτών υπήρξαν αμφισβητήσεις οι οποίες οδήγησαν σε διαδικασίες τύπου Newton. Έχουν ως εξής: «1.Ο Φ.Α. («Παραπονούμενος») γεννήθηκε την 7.11.
- Είναι νυμφευμένος και από τον γάμο του απέκτησε δύο παιδιά, τον Σ.Α. («Θύμα») και την Ά.Α. Αντωνίου (Μ.Υ.1). Κατά τον επίδικο χρόνο διέμενε σε ισόγειο οικία, στο Γέρι της επαρχίας Λευκωσίας, μαζί με τη σύζυγο του, τη θυγατέρα του (Μ.Υ.1) και τον σύντροφο της θυγατέρας του. Είναι συνιδιοκτήτης εργοληπτικής εταιρείας, στην οποία εργαζόταν μέχρι την επίδικη ημέρα. 2.Το Θύμα γεννήθηκε την 6.4.
- Το 2019 παντρεύτηκε και, από το 2020 μέχρι και την ημέρα του θανάτου του, διέμενε με τη σύζυγο του (Λ.Ν.) στην ανώγειο κατοικία που βρίσκεται πάνω από την οικία του Παραπονούμενου. Εργαζόταν στην προαναφερόμενη εργοληπτική εταιρεία, ενώ παράλληλα σπούδαζε λογιστικά-χρηματοοικονομικά. 3.Ο Κατηγορούμενος γεννήθηκε την 25.5.
- Από το 2005 μέχρι και τη σύλληψη του, διέμενε σε οικία, που γειτνιάζει με τις οικίες του Παραπονούμενου και Θύματος, μαζί με τη σύζυγο του και τα τρία παιδιά τους. Μέχρι το 2014 εργαζόταν ως οδηγός ταξί και από τότε είναι άνεργος. 4.Το τεμάχιο εντός του οποίου βρίσκονται οι οικίες του Παραπονούμενου και Θύματος (ισόγειος και ανώγειος) βρίσκεται ακριβώς δίπλα από το τεμάχιο της οικίας του Κατηγορούμενου. Τα εν λόγω δύο τεμάχια διαχωρίζονται με τοίχο ύψους 1,20 μέτρων περίπου («ο διαχωριστικός τοίχος»). Συγκεκριμένα από την μία πλευρά του τοίχου βρίσκεται ο χώρος στάθμευσης του Παραπονούμενου και του Θύματος και από την άλλη πλευρά η αυλή του Κατηγορούμενου. 5.Μέχρι και το επίδικο γεγονός, ο Κατηγορούμενος δεν διατηρούσε ιδιαίτερες σχέσεις με την οικογένεια του θύματος. Οι σχέσεις τους ήταν τυπικές. Ο Κατηγορούμενος όμως κατά διαστήματα προέβαινε σε παράπονα που αφορούσαν στη στάθμευση διαφόρων οχημάτων μπροστά στην οικία του, περιλαμβανόμενων οχημάτων επισκεπτών της οικογένεια του Θύματος. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο Κατηγορούμενος διαμαρτυρόταν έντονα (φώναζε) για τη στάθμευση των εν λόγω οχημάτων. Ως εκ τούτου η οικογένεια του θύματος προσπαθούσε να είναι προσεκτική στο χώρο όπου στάθμευαν τα οχήματα τους για να μην δημιουργούνται προβλήματα με τον Κατηγορούμενο. 6.Την 10.8.21 ο Παραπονούμενος με το Θύμα προέβησαν σε επιδιόρθωση της ράμπας του χώρου στάθμευσης τους. Όταν το βράδυ τελείωσαν την εργασία τους, ο Παραπονούμενος στάθμευσε το φορτηγό όχημα του μπροστά στη ράμπα για να εμποδίσει τη διέλευση οποιουδήποτε προσώπου εντός του τεμαχίου του μέχρι να στεγνώσει το μπετόν που είχαν χρησιμοποιήσει για την εν λόγω επιδιόρθωση. 7.Τo πρωί της 11.8.21 το Θύμα με τη σύζυγο του (Λ.Ν.), καθώς και ο Παραπονούμενος με τη σύζυγο και θυγατέρα του (Μ.Υ.1) βρίσκονταν στις οικίες τους λόγω καλοκαιρινών διακοπών. 8.Από η ώρα 07:00 περίπου ο Παραπονούμενος μαζί με το Θύμα βρίσκονταν στο εξωτερικό μέρος της οικίας τους προβαίνοντας σε κάποιες επιδιορθώσεις. Σε κάποια στιγμή αντιλήφθηκαν τον Κατηγορούμενο να βρίσκεται στην αυλή της οικίας του (κοντά στο διαχωριστικό τοίχο), να βρίζει και να τους φωνάζει ζητώντας, μεταξύ άλλων, εξηγήσεις από τον Παραπονούμενο για το σημείο που είχε σταθμεύσει το προηγούμενο βράδυ το όχημα του. 9.Τότε ο Παραπονούμενος και το Θύμα μετέβηκαν στο χώρο στάθμευσης τους (κοντά δηλαδή στο διαχωριστικό τοίχο) για να δουν τι συμβαίνει. Ο Παραπονούμενος προσπάθησε να εξηγήσει στον Κατηγορούμενο το τι είχε συμβεί την προηγούμενη το βράδυ και ότι το όχημα του ήταν σταθμευμένο εντός των ορίων της οικίας του. Ο Κατηγορούμενος όμως συνέχισε να φωνάζει και να βρίσκεται εκτός εαυτού. 10.Ακολούθως ο Κατηγορούμενος μετέβη στην πίσω πλευρά της οικίας του και επέστρεψε κοντά στο διαχωριστικό τοίχο κρατώντας ένα μεγάλο σιδερένιο σβανά με ξύλινη λαβή. Ενώ ο Παραπονούμενος στεκόταν μπροστά του (σε πολύ κοντινή απόσταση από τον Κατηγορούμενο), ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να τον τραυματίσει με το σβανά φωνάζοντας: «εννα σε σφάξω, εννα σας παίξω, εννα σε διαλύσω, εννα σε θάψω». Ο Παραπονούμενος κατάφερε να κάνει λίγα βήματα πίσω και έτσι ο Κατηγορούμενος δεν κατάφερε να τον κτυπήσει. Τότε ο Κατηγορούμενος άρχισε να χτυπά τον σβανά πάνω στο διαχωριστικό τοίχο και να φωνάζει πολύ δυνατά. Ο Παραπονούμενος του απάντησε λέγοντας του: «ποιον εννά θάψεις εννά σε κάμω να φύεις νύχτα που δαμέ τζιαι αν δεν μπορώ εγώ μπορεί ο νόμος». 11.Τις φωνές αντιλήφθηκε η σύζυγος του Θύματος (Λ.Ν.), η οποία εξήλθε της οικίας της για να δει τι συμβαίνει. Τότε ο Παραπονούμενος της ζήτησε όπως ειδοποιήσει την αστυνομία. Ο Κατηγορούμενος αντέδρασε αναφέροντας «οι αστυνομία, οι αστυνομία». 12.Ακολούθως ο Παραπονούμενος και το Θύμα έφυγαν από το χώρο στάθμευσης και μετέβηκαν στην άλλη πλευρά των οικιών τους, μη έχοντας πλέον επαφή με τον Κατηγορούμενο. Όταν μετά την πάροδο κάποιων λεπτών κατευθύνθηκαν ξανά στο χώρο στάθμευσης τους, αντιλήφθηκαν ότι στο χώρο τους υπήρχαν πεταγμένες ντομάτες και ζυμαρικά. Τότε ξεκίνησαν να φωνάζουν και να ζητούν από τον Κατηγορούμενο, ο οποίος στεκόταν στην αυλή του και τους έβλεπε, τον λόγο που προέβη σε αυτή την πράξη. Οι φωνές έγιναν αντιληπτές από τη μητέρα και αδελφή του Θύματος, καθώς και από γείτονες της περιοχής οι οποίοι είχαν βγει από τα σπίτια τους για να δουν τι συμβαίνει. 13.Το Θύμα άρχισε να μαζεύει τις ντομάτες λέγοντας δυνατά «Έτσι μου κάνει, συνέχεια δημιουργεί προβλήματα, εγέμωσε μου τον τόπο ντομάτες.». Ανέφερε επίσης ότι ο ίδιος σταθμεύει το όχημα στο χώρο στάθμευσης της οικίας του και ότι ο Κατηγορούμενος κατεβάζει το όχημα του από τη ράμπα μπροστά από την οικία τους. Ο Παραπονούμενος και το Θύμα είπαν επίσης στον Κατηγορούμενο: «εννα πιάμε την Αστυνομία», «σταμάτα», «έκαμες μας τα γέριμα», «δουλεύκουμε σκληρά μια ζωή». Ενώ ο Κατηγορούμενος τους ανέφερε: «φύετε. Εννα πιάσω το σιηπέττο», «εννα σας παίξω». 14.Εκείνη τη στιγμή η σύζυγος του Θύματος προσπαθούσε να βρει το τηλέφωνο της Αστυνομίας για να την ειδοποιήσει για τα διαδραματισθέντα. 15.Τότε ο Κατηγορούμενος αποχώρησε από το σημείο της αυλής του που βρισκόταν, εισήλθε στην οικία του, πήγε στο υπνοδωμάτιο του και ανέσυρε από το ερμάρι του το κυνηγετικό όπλο τύπου ΔΟΚΟ με αριθμό Β12149 μάρκας BAIKAL (πιο κάτω αναφερόμενο ως «το όπλο»). Αφού το έστησε, πήρε από θήκη φυσιγγίων που είχε δυο πλήρη φυσίγγια κυνηγετικού όπλου και τα έβαλε μέσα στο όπλο. Εξήλθε από την οικία του κρατώντας το και κατευθύνθηκε ξανά στο σημείο της αυλής του που βρισκόταν προηγουμένως, κοντά στο διαχωριστικό τοίχο. 16.Τότε ο Κατηγορούμενος (με πρόθεση θανάτωσης του Θύματος) σήκωσε το όπλο, σημάδεψε το θύμα και λέγοντας τη φράση «εννά σας θάψω» το πυροβόλησε. Από τον πυροβολισμό, το Θύμα έπεσε αιμόφυρτο στο έδαφος μπροστά στην καγκελόπορτα του χώρου στάθμευσης [5η κατηγορία]. 17.Αμέσως μετά τον πρώτο πυροβολισμό, ο Κατηγορούμενος (με πρόθεση θανάτωσης του Παραπονούμενου) έστρεψε το όπλο του προς τον Παραπονούμενο, τον σημάδεψε και τον πυροβόλησε με αποτέλεσμα και αυτός να πέσει στο έδαφος [2η κατηγορία]. Ο Παραπονούμενος, κρατώντας το κεφάλι του, ζητούσε όπως του φέρουν ένα σεντόνι για να κλείσει την πληγή και ρωτούσε κατά πόσο το Θύμα ήταν καλά. 18.Κατά τους πυροβολισμούς, Παραπονούμενος και Θύμα βρίσκονταν πίσω από το διαχωριστικό τοίχο σε πολύ κοντινή απόσταση από τον Κατηγορούμενο. 19.Αμέσως η μητέρα του Θύματος, η οποία είναι νοσηλεύτρια, πλησίασε το θύμα για να του παράσχει πρώτες βοήθειες. Αντιλαμβανόμενη όμως ότι το Θύμα δεν είχε πλέον παλμό, υπέστη λιποθυμικό επεισόδιο. 20.Από τους πυροβολισμούς επικράτησε πανικός, με κάποιους από τους γείτονες να τρέχουν να κρυφτούν στα σπίτια τους, άλλους να τρέχουν να βοηθήσουν τον Παραπονούμενο και το Θύμα και άλλους να καλούν την Αστυνομία. Ένας εκ των γειτόνων, ο οποίος έτρεξε να βοηθήσει, είδε τον Κατηγορούμενο να στέκεται μέσα στην αυλή του, να κρατά το όπλο και να το γυρίζει προς το μέρος του χωρίς να του πει οτιδήποτε. 21.Ακολούθως ο Κατηγορούμενος εισήλθε στην οικία του, φόρεσε τη δερμάτινη κυνηγετική ζώνη, η οποία έφερε εννέα
(9)πλήρη φυσίγγια κυνηγετικού όπλου και τοποθέτησε στο όπλο που εξακολουθούσε να έχει στην κατοχή του δύο νέα
(2)πλήρη φυσίγγια κυνηγετικού όπλου φοβούμενος μήπως τον αναζητήσουν συγγενείς του Θύματος. 22.Στη συνέχεια διέφυγε από την πίσω πλευρά της αυλής του χρησιμοποιώντας μία μικρή σιδερένια σκάλα. .»» Β. Διαδικασία Μετά την έκθεση των γεγονότων και την αγόρευση προς μετριασμό προέκυψαν αμφισβητήσεις αφενός κάποιων γεγονότων από την πλευρά της Υπεράσπισης και αφετέρου κάποιων θέσεων ή ελαφρυντικών παραγόντων από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής. Συγκεκριμένα στη βάση των εκτεθέντων γεγονότων και της αγόρευσης προς μετριασμό, προέκυψαν οι ακόλουθες αμφισβητήσεις εκατέρωθεν:
- Πώς ξεκίνησαν και εξελίχθηκαν τα γεγονότα την επίδικη μέρα ήτοι, ποιο ήταν το έναυσμα της λογομαχίας και συγκεκριμένα αν πρώτος άρχισε να βρίζει και να φωνάζει ο Κατηγορούμενος ζητώντας εξηγήσεις από τον Παραπονούμενο για το σημείο στο οποίο είχε σταθμεύσει το προηγούμενο βράδυ (όπως υποστήριξε η Κατηγορούσα Αρχή) ή αν άρχισαν τη λογομαχία το Θύμα και ο Παραπονούμενος επειδή βρήκαν στην αυλή τους ντομάτες τις οποίες πέταξε το πρωί της επίδικης μέρας ο Κατηγορούμενος, το οποίο θεώρησαν προσβολή (όπως υποστηρίζει η Υπεράσπιση στη σελ.5 της Αγόρευσης Μετριασμού).
- Αν ο Παραπονούμενος είχε εκστομίσει την απειλή ότι θα κάνει τον Κατηγορούμενο κομμάτια (σελ.8 Αγόρευσης, τελευταία παράγραφος).
- Αν ο Κατηγορούμενος ο οποίος είναι αποδεκτό ότι κατανάλωσε ¼ της φιάλης (των 700ml ή 1000ml) ζιβανία είχε όλες τις επιπτώσεις που αναφέρονται στις σελίδες 9, 10 και 13, τρίτη και τέταρτη παράγραφος, της Αγόρευσης προς μετριασμό.
- Αν το προσδόκιμο ζωής του Κατηγορουμένου είναι μειωμένο ως αναφέρεται στη σελίδα 15 της Αγόρευσης προς μετριασμό (παρ.2).
- Αν η οικογένεια του Κατηγορούμενου έτυχε μιας σιωπηλής διαχρονικής υποτιμητικής συμπεριφοράς και καταφρόνησης από την οικογένεια του Παραπονούμενου (σελ. 16 της Αγόρευσης, τέταρτη παράγραφος). Για τα σημεία 1 και 2 ανωτέρω διατάχθηκε Συνήθης δίκη τύπου Νewton με το βάρος απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας να το φέρει η Κατηγορούσα Αρχή (Newton Trial 1) ενώ για τα σημεία 4, 5 και 6 διατάχθηκε Αντίστροφη δίκη τύπου Νewton με το βάρος απόδειξης να το φέρει η Υπεράσπιση στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (Newton Trial 2). Σχετικά με τη δικονομία τέτοιων διαδικασιών παραπέμπουμε στα όσα αναλυτικά παρατίθενται στο σύγγραμμα των Ηλιάδης & Σάντης «Το Δίκαιο της Απόδειξης», 2014, σελ. 1031-
- Το ουσιώδες κατ' αρχάς είναι πως κατά τη διαδικασία τύπου Newton, εφαρμόζονται οι ίδιες αρχές και δικονομία όπως και κατά την απόδειξη των ποινικών υποθέσεων μετά από μη παραδοχή σύμφωνα με τις αρχές του αντιπαραθετικού συστήματος απονομής της δικαιοσύνης. Η δεύτερη βασική αρχή είναι πως το Δικαστήριο αποφαινόμενο επί των θεμάτων που εγείρονται, επιβάλλεται να ακολουθεί αυστηρώς τους αποδεικτικούς κανόνες και να αξιολογεί τη μαρτυρία κατά τον ίδιο τρόπο που θα έπραττε στα πλαίσια κατάληξης σε ετυμηγορία κατά την κυρίως δίκη. Γ. Σύνοψη Μαρτυρίας-Newton Trial 1 Στο πλαίσιο της πρώτης δίκης τύπου Newton η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα και συγκεκριμένα τον Παραπονούμενο, Φ.Α. (Μ.Κ.), πατέρα του αποβιώσαντος Θύματος, ενώ η Υπεράσπιση κάλεσε τέσσερις μάρτυρες και συγκεκριμένα την Α.Α. (Μ.Υ.1) αδελφή του αποβιώσαντος Θύματος και κόρη του Φ.Α., την Ε.Π. (Μ.Υ.2) θυγατέρα του Κατηγορούμενου, την Μ.Ρ.Σ.Π. (Μ.Υ.3), σύζυγο του Κατηγορούμενου και τον Λοχ. 2861 Κ.Π. (Μ.Υ.4). Ο Παραπονούμενος (Μ.Κ.), καταθέτοντας ενόρκως παρουσίασε μέρος της κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία (Έγγραφο Α) και συγκεκριμένα τις γραμμές 86-138, όπου αναφέρεται στα γεγονότα της επίδικης ημερομηνίας μέχρι και τη στιγμή των πυροβολισμών εναντίον του γιου του αλλά και του ιδίου. Υποστήριξε ότι την επίδικη ημερομηνία είχαν αρχίσει εργασίες με το Θύμα στην οικία τους περί τις 7.00-7.30π.μ., όταν σε κάποια στιγμή αντελήφθησαν τον Κατηγορούμενο να ευρίσκεται σε «έξαρση», να φωνάζει και να βρίζει για τον τρόπο με τον οποίο ο Παραπονούμενος είχε σταθμεύσει το όχημα του την προηγούμενη νύχτα. Ο Παραπονούμενος προσπάθησε να τον ηρεμήσει αλλά αυτός δεν αντιλαμβανόταν. Ενώ δε ο Παραπονούμενος στεκόταν κοντά στον διαχωριστικό τοίχο των δύο οικιών, ο Κατηγορούμενος έφυγε και επέστρεψε κρατώντας ένα μεγάλο σιδερένιο σβανά με ξύλινη λαβή και προσπάθησε ευρισκόμενος στην αυλή του, να επιτεθεί στον Παραπονούμενο ο οποίος βρισκόταν εντός της δικής του αυλής, απλώνοντας το χέρι του για να τον τραυματίσει και φωνάζοντας «εν να σε σφάξω, εν να σας παίξω, εν να σε διαλύσω, εν να σε θάψω.» Ο Παραπονούμενος βλέποντας τον να συμπεριφέρεται έτσι έκανε βήματα προς τα πίσω και έτσι ο Κατηγορούμενος δεν τον πέτυχε. Ο Κατηγορούμενος συνέχιζε να είναι εκτός εαυτού και να φωνάζει πάρα πολύ δυνατά χτυπώντας τον σβανά πάνω στον διαχωριστικό τοίχο. Ο Παραπονούμενος απάντησε στον Κατηγορούμενο λέγοντας του «Ποιον εν να θάψεις; Εν να σε κάμω να φύεις νύχτα που δαμέ τζαι αν δεν μπορώ εγώ, μπορεί ο νόμος». Εκείνη την ώρα είδε τη γυναίκα του θύματος (Λ.N.) πάνω στην εξωτερική σκάλα του σπιτιού της και της είπε να τηλεφωνήσει στην αστυνομία γιατί ο Κατηγορούμενος ήταν εκτός εαυτού. Ο Κατηγορούμενος τότε άρχισε να φωναζει «όι αστυνομία, όι αστυνομία» και ο Παραπονούμενος μαζί με το Θύμα έφυγαν από τον χώρο στάθμευσης της οικίας τους που συνορεύει με την οικία του Κατηγορούμενου και πήγαν στη δεξιά πλευρά του σπιτιού τους και έτσι δεν είχαν επαφή μαζί του μέχρι να καλέσει η Λ.N. την αστυνομία. Μετά από δύο λεπτά περίπου κατευθύνθηκε με το Θύμα στο σημείο όπου βρίσκονταν προηγουμένως με σκοπό να ανεβούν πάνω και να ρωτήσουν τη Λ.N αν κάλεσε την Αστυνομία και σε πόση ώρα θα ερχόταν. Εκείνη την ώρα βγήκε έξω η σύζυγος του Παραπονούμενου και μπήκε στο χώρο στάθμευσης ενώ η κόρη του στεκόταν στη μπροστινή βεράντα του σπιτιού τους. Ο ίδιος στεκόταν ακόμα στο πεζοδρόμιο μπροστά από το χώρο στάθμευσης και το Θύμα λίγο πιο μπροστά του και είδε ντομάτες και μακαρόνια στο χώρο στάθμευσης του σπιτιού τους και φώναξε προς τον Κατηγορούμενο «Γιατί ρε Μιχάλη εγέμοσες τον τόπο ντομάτες» χωρίς όμως να προλάβει την κουβέντα του αφού άκουσε το Θύμα να φωνάζει απλά τη λέξη «όπλο» και αμέσως άκουσε ένα πυροβολισμό και είδε το Θύμα να πέφτει κάτω μπροστά από την καγκελόπορτα του χώρου στάθμευσης του σπιτιού τους. Ο Παραπονούμενος έκανε ένα βήμα προς τα πίσω στο πεζοδρόμιο μπροστά από το χώρο στάθμευσης και σε κλάσματα δευτερολέπτου χωρίς να προλάβει να αντιδράσει δέχθηκε και ο ίδιος πυροβολισμό και έπεσε στην άσφαλτο. Αρνήθηκε ότι καθ' ον χρόνο εξελίσσονταν τα γεγονότα ανέφερε στον Κατηγορούμενο ότι θα τον έκανε κομμάτια, ενώ ανέφερε ότι όταν προσπαθούσε να τον ηρεμήσει η φωνή του ήταν χαμηλόφωνη. Επίσης διευκρίνισε ότι οι ντομάτες και τα μακαρόνια δεν υπήρχαν, προτού αποχωρήσουν για να πάνε στην άλλη πλευρά του σπιτιού που δεν συνορεύει με το σπίτι του Κατηγορούμενου. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι κατά τον χρόνο που ο Κατηγορούμενος φώναζε για το ζήτημα της στάθμευσης δεν υπήρχαν άλλοι παρόντες εκτός από τον ίδιο και το Θύμα. Ανέφερε ότι οι φωνές του διήρκεσαν 5-10 λεπτά αλλά η γυναίκα και η κόρη του (Μ.Υ.1) δεν ήταν παρούσες κατά τη διάρκεια της λογομαχίας ούτε έλαβαν μέρος σε αυτήν και επέμεινε ότι η γυναίκα και η κόρη του δεν ήταν στο μέρος όταν επέστρεψε από την αριστερή πλευρά του σπιτιού του. Επέμεινε επίσης ότι δεν ήταν αιτία της λογομαχίας οι ντομάτες και τα μακαρόνια και πως ο ίδιος δεν έριξε πίσω ντομάτες προς την αυλή του Κατηγορούμενου ούτε και οποιοσδήποτε άλλος. Επίσης υποστήριξε πως δεν έλαβαν μέρος στη λογομαχία οποιαδήποτε άλλα άτομα. Απέρριψε τη θέση ότι προσπάθησε να «πεταχτεί» στην αντίθετη πλευρά και ότι ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να τον εμποδίσει χτυπώντας τον σβανά πάνω στον τοίχο. Δεν δέχθηκε επίσης ότι εκστόμισε προς τον Κατηγορούμενο άλλη απειλή πέραν αυτής που αναφέρει στην κατάθεση του. Ούτε δέχθηκε ότι λέχθηκαν πολλές απειλές προς τον Κατηγορούμενο με αποτέλεσμα να επισυμβεί η επίδικη τραγική κατάληξη. Η Μ.Υ.1 αδελφή του Θύματος και κόρη του Παραπονούμενου, καταθέτοντας ενόρκως υιοθέτησε μέρος της κατάθεσης της προς την Αστυνομία (Έγγραφο Β) και συγκεκριμένα από τη γραμμή 74-105, όπου αναφέρει ότι ενώ κοιμόταν στο ισόγειο και είχε κλειστά τα παράθυρα αφού είχε σε λειτουργία το κλιματιστικό, ξύπνησε από πολύ δυνατές φωνές. Σηκώθηκε και είδε τη μητέρα της να κοιτά έξω από το παράθυρο και να της λέει να πάνε γρήγορα έξω. Η ίδια έμεινε στη βεράντα ενώ η μητέρα της προχώρησε προς το γκαράζ. Ο Παραπονούμενος στεκόταν κοντά στον κοινό τοίχο που έχουν με τους γείτονες, έχοντας δίπλα του το Θύμα (αδελφό της) και πιο πίσω τη νύφη της (Λ.Ν.). Είδε επίσης τον Κατηγορούμενο να στέκεται από την πλευρά του δικού του σπιτιού κοντά στον τοίχο και να πετά προς τη μεριά τους ντομάτες και μακαρόνια σπαγγέττι, προσθέτοντας πως πρέπει να είχε ρίξει και προηγουμένως αφού είχε ήδη αρκετές στο έδαφος. Είδε τον Παραπονούμενο να παίρνει ντομάτα και να την ρίχνει πίσω στην αυλή του του Κατηγορούμενου και ενώ συνέχισαν να λογομαχούν ο Παραπονούμενος ακούμπησε τα χέρια του στον τοίχο και τότε είδε τον Κατηγορούμενο να κρατά μια μεγάλη σιγάτσα και με τα δυο του χέρια να προσπαθεί να χτυπήσει τον Παραπονούμενο στα χέρια του κινώντας την με κάθετη φορά προς τα κάτω. Ο Παραπονούμενος τότε κινήθηκε προς τα πίσω αποφεύγοντας το χτύπημα. Υπέθεσε ότι τη σιγάτσα την έχει κάπου εκεί κοντά, αφού δεν είδε τον Κατηγορούμενο να φεύγει από τη σκηνή. Ταυτόχρονα άκουγε τον Κατηγορούμενο που φώναζε απευθυνόμενος προς το Θύμα «κάμνεις μου μπουλιγκ» και το θύμα του έλεγε να σταματήσει ενώ η νύφη της του έλεγε «Εκατάστρεψες μου το σπίτι μου ξιτιμάζεις μου τον άντρα μου, εμπλέξαμε μαζί σου». Η κόρη και η γυναίκα του Κατηγορούμενου (Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3 αντίστοιχα) οι οποίες είχαν βγει έξω δεν επενέβησαν. Όπως αναφέρει ήταν η πρώτη φορά που είδε τόσο νευριασμένους τον Παραπονούμενο και το θύμα. Της δόθηκε η εντύπωση ότι ο Κατηγορούμενος είχε βάλει σκοπό του να τους βγάλει εκτός εαυτού. Η ίδια κατά τη διάρκεια που βρισκόταν εκεί δεν κατάλαβε την αιτία του καβγά, άκουγε μόνο φωνές χωρίς συζήτηση οποιουδήποτε ουσιαστικού ζητήματος. Η μητέρα της με το που βγήκαν έξω είπε στο Θύμα να καλέσουν την Αστυνομία και η Λ.Ν. πήγε στην ανώγειο οικία να φέρει το τηλέφωνο της και η ίδια μπήκε μέσα για να πάρει το σταθερό. Βγήκε έξω με το τηλέφωνο και το έδωσε στο Θύμα και άκουσε τον Κατηγορούμενο να λέει στον Παραπονούμενο «εν να σε θάψω εσένα» και τότε ο Παραπονούμενος του απάντησε «μα ποιον εν να θάψεις ρε; Εν να σε κάμω να φύεις νύχτα που δαμέ.» και τότε είδε τον Κατηγορούμενο να μπαίνει στο σπίτι του. Με την προφορική της μαρτυρία διευκρίνισε ότι η ίδια ξύπνησε από δυνατές φωνές και βγήκε έξω αλλά προτού ξυπνήσει και βγει έξω δεν μπορούσε να γνωρίζει τί προηγήθηκε. Επίσης κατέθεσε σχεδιάγραμμα (Έγγραφο Γ) για να υποδείξει που ήταν το δωμάτιο στο οποίο κοιμόταν διευκρινίζοντας ότι το δωμάτιο στο οποίο κοιμόταν βρισκόταν από την άλλη πλευρά από αυτήν που βρισκόταν το γκαράζ όπου διαδραματίζονταν τα γεγονότα. Επίσης ανέφερε ότι πέραν από αυτό που αναφέρει στην κατάθεση της δεν θυμόταν να είπε οτιδήποτε άλλο ο Παραπονούμενος προς τον Κατηγορούμενο. Η Μ.Υ.2 κόρη του Κατηγορούμενου υιοθέτησε μέρος της κατάθεσης της Έγγραφο Δ και συγκεκριμένα από τη γραμμή 36 μέχρι τη γραμμή 76, όπου αναφέρει ότι κατά την επίδικη ημερομηνία ξύπνησε από δυνατές φωνές γύρω στις 9:00 π.μ., χωρίς ωστόσο να είναι βέβαιη ως προς την ώρα επειδή δεν είχε κοιτάξει το ρολόι της. Βγήκε έξω και είδε τη μητέρα της να στέκεται στη βεράντα και να κοιτάζει προς τον Κατηγορούμενο ο οποίος βρισκόταν κάτω από το σκαλί της βεράντας και ήταν γυρισμένος προς τον κοινό τοίχο. Στην άλλη πλευρά ήταν ο Παραπονούμενος με τον γιο του (θύμα) και τη γυναίκα του. Η κόρη του Μ.Υ.1 ήρθε και αυτή μετά έξω. Φώναζαν προς τον Κατηγορούμενο και τον έβριζαν με τις φράσεις «γαμώτο, εν να σε κάμω άχρηστο, εν να σε κάμω κιμά, εκατάστρεψες μας εκατάστρεψες το σπίτι μας, και η γυναίκα του θύματος του είπε «εν να σε κάμω άχρηστο». Ο Κατηγορούμενος σύμφωνα με τη μάρτυρα τους έβριζε και εκείνος πίσω με ανάλογες εκφράσεις. Του έλεγαν ότι θα καλέσουν αστυνομία, εκείνος τους έλεγε να την καλέσουν και εκείνοι φώναζαν πιο πολύ αλλά κυρίως φώναζε η γυναίκα του Θύματος. Κατά τη διάρκεια των πιο πάνω ήρθε και η σύζυγος του Παραπονούμενου η οποία ήταν ήρεμη και προσπαθούσε να ηρεμήσει την οικογένεια της αλλά και τον Κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος πήγε να επιτεθεί στον Παραπονούμενο με ένα ξύλινο αντικείμενο, όταν ο Παραπονούμενος ακούμπησε τα χέρια του στον τοίχο κάνοντας κίνηση για να ανέβει στον τοίχο, αλλά ο Παραπονούμενος έκανε κίνηση προς τα πίσω και τον απέφυγε. Η ίδια φώναζε στον πατέρα της (Κατηγορούμενο) να σταματήσει και τότε αυτός έκανε πίσω. Είπε επίσης στη Μ.Υ.3 να του πει να σταματήσει, αλλά αυτή της είπε να τους αφήσει. Ακολούθως ο Κατηγορούμενος πήγε στο πίσω μέρος της αυλής και γύρισε με ένα κυνηγετικό όπλο, σημάδεψε το Θύμα και τον Παραπονούμενο και πυροβόλησε 2 φορές προς το μέρος τους. Κατά την αντεξέταση της δέχθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τί είχε προηγηθεί ή διαμειφθεί μεταξύ των δύο πλευρών προτού η ίδια βγει έξω. Η Μ.Υ.3 σύζυγος του Κατηγορούμενου υιοθέτησε μέρος της κατάθεση της Έγγραφο Ε και συγκεκριμένα τις γραμμές 52-88, όπου αναφέρει ότι κατά την επίδικη ημερομηνία ξύπνησε στις 7:30 π.μ. και ετοίμασε πρωινό στον Κατηγορούμενο ο οποίος βγήκε έξω μόνος του και η ίδια έμεινε μέσα, άκουγε μουσική και έβλεπε βίντεο. Λίγα λεπτά μετά τις 8 άκουσε το Θύμα και τη γυναίκα του να φωνάζουν «Ρε [ ]» και τον Παραπονούμενο να του να φωνάζει «Εν να σε κάμω κομμάτια». Η ίδια πήγε στην πόρτα της κουζίνας αλλά δεν βγήκε στη βεράντα. Είδε τον Κατηγορούμενο να φωνάζει χωρίς να καταλαβαίνει τί έλεγε από το θυμό του. Η ίδια δεν τον είχε ξαναδεί τόσο νευριασμένο. Γενικά όμως όλοι φώναζαν και μιλούσαν πολύ γρήγορα και τσακώνονταν επειδή οι γείτονες είχαν βρει ντομάτες στην αυλή τους τις οποίες πέταξε ο Κατηγορούμενος, χωρίς η ίδια να γνωρίζει πότε και οι γείτονες τους τις έριξαν πίσω. Μόλις ο Παραπονούμενος του είπε ότι θα τον κάνει κομμάτια ο Κατηγορούμενος κατέβηκε από τη βεράντα και πήρε το σβανά χωρίς να μπει στο σπίτι και έκανε κίνηση προς τον Παραπονούμενο αλλά δεν τον χτύπησε. Συνέχισαν να φωνάζουν και η σύζυγος του Παραπονούμενου φώναζε ότι θα φέρουν Αστυνομία. Από τις φωνές ξύπνησε και η κόρη της η οποία βγήκε στη βεράντα και έμεινε κοντά της. Ο Παραπονούμενος είπε ξανά στον Κατηγορούμενο ότι θα τον κάνει κομμάτια και στη συνέχεια χωρίς να γνωρίζει μετά από πόση ώρα και χωρίς να έχει δει τον Κατηγορούμενο να μπαίνει στο σπίτι, τον είδε να έρχεται κρατώντας όπλο και να πυροβολεί δύο φορές. Κατά την αντεξέταση της δέχθηκε ότι η Μ.Υ.2, της είπε να σταματήσει το σύζυγο της αλλά η ίδια δεν θυμόταν ακριβώς τί είπε επειδή ως ανέφερε είναι σοκαρισμένη και δεν τα θυμάται όλα και ξεκαθάρισε ότι η ίδια όταν ξεκίνησε ο καβγάς ήταν μέσα και δεν μπορούσε να έχει προσωπική γνώση του πώς ακριβώς ξεκίνησε. Επίσης ανέφερε ότι άκουγε μουσική και φορούσε ακουστικά τα οποία στη συνέχεια έβγαλε, χωρίς όμως να διευκρινιστεί επακριβώς πότε. Ο Μ.Υ.4 καταθέτοντας ενόρκως ανέφερε ότι έλαβε κατάθεση από τον Κατηγορούμενο στο πλαίσιο της οποίας ο τελευταίος έδωσε τη δική του εκδοχή ως προς το πώς άρχισε το τραγικό συμβάν και κατέθεσε την εν λόγω κατάθεση ως Τεκμήριο 2 διευκρινίζοντας πως ο ίδιος δεν γνωρίζει αν αυτά που ανέφερε ή μέρος τους ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Με την κατάθεση του ο Κατηγορούμενος παραδέχεται ότι είχαν διαφορές με τους γείτονες για το ζήτημα της στάθμευσης επειδή ως η θέση του οι γείτονες στάθμευαν τα οχήματα τους μπροστά στην πόρτα του. Επίσης παραδέχεται ότι την επίδικη ημερομηνία το πρωί είχε καταναλώσει ¼ της φιάλης ζιβανία και πέταξε λιωμένες ντομάτες στην αυλή του Παραπονούμενου και του Θύματος επειδή πίστευε ότι την προηγούμενη μέρα το Θύμα με την οικογένεια του και τρίτο πρόσωπο που τους επισκέφθηκε τον κορόιδεψαν, μετά που ο ίδιος είχε κορνάρει για να μετακινηθεί ένα όχημα που είχε σταθμεύσει μπροστά στην οικία του Κατηγορούμενου. Μετά που πέταξε τις ντομάτες ανέφερε ότι το Θύμα, ο Παραπονούμενος και οι γυναίκες τους κατέβηκαν και φώναζαν για τις ντομάτες, και ο ίδιος τους είπε ότι αυτός τις έριξε και ότι θα τις μάζευε. Η μητέρα ή η αδελφή του θύματος είχαν πει ότι θα καλούσαν την Αστυνομία και αυτός τους είπε να την καλέσουν. Η σύζυγος του θύματος έριξε τις ντομάτες στην αυλή του και του είπε ότι θα πιάσει το όπλο και θα τον παίξει. Το θύμα φώναζε και αυτός αλλά χωρίς να θυμάται τί του έλεγε. Ο Παραπονούμενος του είπε ότι θα τον κάνει να φύγει νύχτα, ότι θα τον θάψει και έκανε κίνηση να πεταχτεί στην αυλή του και τότε άρπαξε ένα ξύλο ή σβανά και τον γύρισε προς τον Παραπονούμενο χωρίς να τον πετύχει ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι θόλωσε επειδή του είπε αυτή τη φράση ο Παραπονούμενος οπότε πήρε το όπλο και πυροβόλησε δύο φορές χωρίς να σημαδέψει. Έμεινε εκεί περί τα 5' για να δει αν έπαθαν μεγάλη ζημιά και ακολούθως είδε κάποιον να προσπαθεί να μπει στο σπίτι του και έστρεψε το όπλο προς τα πάνω του και τότε αυτός δεν επέμεινε να μπει μέσα. Ακολούθως έβαλε άλλα δυο φυσίγγια στο όπλο επειδή φοβήθηκε μήπως έρθουν οι συγγενείς του Θύματος. Πέραν των ως άνω μαρτύρων που κλήθηκαν και έδωσαν προφορική μαρτυρία, κατατέθηκε εκ συμφώνου η κατάθεση της συζύγου του θύματος Λ.Ν. (Τεκμήριο 1) η οποία αναφέρει ότι κατά την επίδικη ημερομηνία το θύμα με τον Παραπονούμενο βρίσκονταν στην ανώγειο οικία τους συζητώντας για εργασίες που προγραμμάτιζαν να εκτελέσουν και μετά από λίγο κατέβηκαν για να ξεκινήσουν. Καθώς ασχολείτο με δουλειές της κουζίνας το Θύμα ανέβηκε και την ρώτησε αν μέσα στο σακούλι σκουπιδιών που είχαν πετάξει την προηγούμενη υπήρχαν ντομάτες, επειδή νόμισε ότι το έσκισαν οι γάτοι και γέμισε ο τόπος ντομάτες. Η ίδια του απάντησε πως δεν υπήρχαν ντομάτες και ότι θα πήγαινε για να δει. Κατέβηκε πρώτα ο σύζυγος της, η ίδια άκουγε φωνές αλλά δεν ήξερε τι συνέβαινε. Όταν κατέβηκε η ίδια κάτω είδε το θύμα και τον Παραπονούμενο με τη σύζυγο του να βρίσκονται στον χώρο στάθμευσης που ήταν γεμάτος ντομάτες και να μαλώνουν με τον Κατηγορούμενο. Το Θύμα φώναζε στον Κατηγορούμενο και η ίδια προσπάθησε να του πει να ηρεμήσει. Ως αναφέρει η ίδια είχε θυμώσει πάρα πολύ, ήταν εκτός εαυτού και φώναζε και δεν θυμόταν τι βρισιές έλεγε και έπαιρνε τις ντομάτες από το πάτωμα και τις έριχνε πίσω στην αυλή του Κατηγορούμενου. Όλοι ευρίσκονταν κοντά στον τοίχο, και ο Κατηγορούμενος σε κάποια στιγμή πήρε μια σιγάτσα και προσπάθησε να κόψει τα χέρια του Παραπονούμενου ο οποίος βρισκόταν δίπλα από τον διαχωριστικό τοίχο και είχε τα χέρια του πάνω σε αυτόν. Πρόλαβε όμως και έφυγε τα χέρια του και δεν του χτύπησε. Οι φωνές τους ήταν δυνατές. Το Θύμα της είπε να πάρει την Αστυνομία και επειδή το κινητό της ήταν στο ανώγειο σπίτι της, ανέβηκε πάνω για να πάρει το τηλέφωνο της. Κατέβηκε κάτω αμέσως και τους έλεγε να της πουν τον αριθμό της Αστυνομίας όταν άκουσε ένα πυροβολισμό και είδε το Θύμα να πέφτει στο έδαφος μπροστά από την καγκελόπορτα του χώρου στάθμευσης. Δ. Αξιολόγηση Μαρτυρίας-Newton Trial 1 Έχουμε παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες και εξετάσαμε όπως επιβάλλεται τη μαρτυρία τους, καθώς και κάθε άλλη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί υπό μορφή δηλώσεων ή εγγράφων. Είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε την αξιοπιστία των μαρτύρων και την ως άνω μαρτυρία, προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων επί των αμφισβητούμενων γεγονότων. Πριν την αξιολόγηση, οφείλουμε να σημειώσουμε εκ προοιμίου πως η Υπεράσπιση αμφισβητώντας το έναυσμα της φιλονικίας, στην ουσία έθεσε υπό αμφισβήτηση την αλληλουχία των γεγονότων όπως τα περιγράφει ο Παραπονούμενος (Μ.Κ.). Αυτό προκύπτει από το ότι η Υπεράσπιση εισηγείται πως πριν γίνουν αντιληπτές οι ντομάτες, δεν υπήρχε οποιαδήποτε διαμάχη ή φωνές και πως το όλο συμβάν άρχισε και εξελίχθηκε δραματικά λόγω των αντιδράσεων των μελών της οικογένειας του Θύματος μόλις αντελήφθησαν τις ντομάτες που έριξε ο Κατηγορούμενος. Αντιδράσεις οι οποίες συμπεριελάμβαναν ύβρεις και απειλές εκατέρωθεν υπό το πρίσμα των οποίων ο Κατηγορούμενος, διέπραξε τα επίδικα εγκλήματα. Είναι εμφανές πως η τυχόν διαφορετική διαπίστωση, σε σχέση με το έναυσμα και τον χρόνο που αυτό έγινε, αναδιαμορφώνει τα γεγονότα εκείνου του πρωινού σε ό,τι ενδιαφέρει για την επιβολή ποινής. Επ' αυτού ήταν ορθή η εισήγηση της Κατηγορούσας Αρχής πως το πρώτο σημείο διαφωνίας των μερών ήταν εν σχέσει με το «πώς ξεκίνησαν και εξελίχθηκαν τα γεγονότα την επίδικη μέρα». (Πρακτικά, σελ.26). Στη βάση των ανωτέρω είναι σαφές ότι η εξέταση του επίδικου ζητήματος που αφορά το έναυσμα της φιλονικίας, εξυπακούει και την ανάγκη διακρίβωσης της αλληλουχίας των μετέπειτα γεγονότων και το πώς εξελίχθηκαν εφόσον αυτά διαφέρουν σε κάποιο βαθμό ανάλογα με την εκδοχή που το Δικαστήριο θα αποδεχθεί ως ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. Υπό το πρίσμα αυτό θα αξιολογηθεί η προσφερθείσα μαρτυρία. Αρχίζοντας με τον Παραπονούμενο, σημειώνουμε ότι αυτός βασικά διαχωρίζει το όλο συμβάν σε δύο μέρη: Το πρώτο κατά το οποίο δεν είχαν ακόμη ριχθεί οι ντομάτες και ο ίδιος με τον γιο του εντοπίζουν τον Κατηγορούμενο να βρίσκεται σε «έξαρση» φωνάζοντας και εξυβρίζοντας για το θέμα της στάθμευσης, με τον Παραπονούμενο να προσπαθεί να τον ηρεμήσει χωρίς επιτυχία οπότε ακολουθεί έπειτα η επίθεση του Κατηγορούμενου προς τον Παραπονούμενο με τον σβανά και στη συνέχεια έκκληση του τελευταίου προς τη Λ.Ν. για να κληθεί η αστυνομία, οπότε και ο Παραπονούμενος μεταβαίνει με το Θύμα στην αντίθετη πλευρά της κατοικίας τους, αναμένοντας την Αστυνομία. Το δεύτερο κατά το οποίο όταν ο ίδιος με το Θύμα επανήλθαν μετά από δύο λεπτά στην πλευρά του σπιτιού που γειτνιάζει με την αυλή του Κατηγορούμενου, διαπίστωσαν ότι ο Κατηγορούμενος είχε στο μεταξύ ρίξει ντομάτες στην αυλή τους, οπότε ο Παραπονούμενος απευθυνόμενος προς τον Κατηγορούμενο τον ρώτησε για τον λόγο που γέμισε το σπίτι του με ντομάτες, χωρίς όμως να προλάβει να τελειώσει την κουβέντα του αφού ο Κατηγορούμενος αμέσως μετά πυροβόλησε το Θύμα και ακολούθως τον ίδιο. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Παραπονούμενος στο προβληθέν ως άνω πρώτο μέρος του συμβάντος, και με εξαίρεση την αναφορά του ότι προς το τέλος είδε τη νύφη του (τη Λ.Ν.) στη σκάλα, δεν τοποθετεί κανένα άλλο πρόσωπο ως παρόν στη σκηνή. Η πρώτη φορά που το πράττει είναι κατά την αναφερόμενη επάνοδο τους από την άλλη πλευρά του σπιτιού στον μεσότοιχο, οπότε και αναφέρεται στην έξοδο της συζύγου του από το σπίτι. Θα πρέπει όμως εξαρχής να παρατηρήσουμε πως υπάρχει πληθώρα μαρτυρίας ότι και άλλοι μάρτυρες είχαν παρακολουθήσει τουλάχιστον τμήμα των γεγονότων του προαναφερθέντος πρώτου μέρους. Αυτό επιβεβαιώνεται από το ότι, (πέραν της Λ.Ν. την οποία τοποθετεί στη σκάλα ο ίδιος ο Παραπονούμενος) και αυτοί οι άλλοι μάρτυρες είχαν παρακολουθήσει το περιστατικό με τον σβανά, το οποίο ο Παραπονούμενος τοποθετεί χρονικά στο (από τον ίδιο διαχωριζόμενο ως) πρώτο μέρος του συμβάντος. Πρόκειται βασικά για τις τρεις πρώτες μάρτυρες υπεράσπισης, ήτοι τις Μ.Υ.1, τη Μ.Υ.2 και τη Μ.Υ.
- Όπως εξηγούμε κατωτέρω δεν θεωρούμε τις όποιες αντίθετες τοποθετήσεις του Παραπονούμενου ως σκόπιμες και επιτηδευμένες. Σχηματίσαμε την άποψη πως η κατάσταση την οποία βίωσε και στην οποία περιήλθε σε συνδυασμό με την χρονική απόσταση από τα γεγονότα διαδραμάτισαν τον ρόλο τους, ως εκτενέστερα αναφέρουμε πιο κάτω. Εν σχέσει με τις μάρτυρες αυτές, ήτοι τις Μ.Υ.1, Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3, σημειώνουμε πως δεν παραγνωρίζουμε ότι ήταν πρόσωπα που είχαν εξ αίματος ή εξ αγχιστείας συγγενική σχέση είτε με το Θύμα είτε με τον Κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου είχαμε συνεχώς και αδιάλειπτα κατά νουν τον κίνδυνο η μαρτυρία και οι τοποθετήσεις τους, να επηρεάζονται από την επιθυμία τους να βοηθήσουν την πλευρά με την οποία είχαν σχέση. Προσεγγίσαμε συνεπώς σε κάθε στάδιο τη μαρτυρία τους με την ανάλογη προσοχή έχοντας παράλληλα κατά νουν πως οι μάρτυρες αυτές ήταν παρούσες σε ένα γεγονός γρήγορα εξελισσόμενο με αποτέλεσμα να είναι αναμενόμενο να υπάρχουν κάποιες διαφορές στον τρόπο που αντελήφθησαν τα συμβάντα. Ιδιαίτερα εάν συνεκτιμηθεί πως δεν απέκτησαν ακουστική-οπτική δυνατότητα την ίδια ακριβώς στιγμή και ούτε ήταν δυνατό να βλέπουν ή ακούουν όλα ή ακριβώς τα ίδια πράγματα. Σε καμμιά όμως περίπτωση δεν διαπιστώσαμε να υπήρξε ενσυνείδητη καταφυγή στο ψεύδος ή έστω πρόθεση παραπλάνησης ή αλλοίωσης γεγονότων. Με εξαίρεση κάποιες επιμέρους και εν πολλοίς επουσιώδεις αναφορές και για τους λόγους που εξηγούμε σε κατάλληλο σημείο κατωτέρω, αισθανόμαστε ασφαλείς να στηριχθούμε στη δική τους μαρτυρία, στον βαθμό και για τους λόγους που επίσης εξηγούμε. Υπενθυμίζεται πως η πρώτη είναι θυγατέρα του Παραπονούμενου και αδελφή του Θύματος. Πρόκειται για τρεις μάρτυρες οι οποίες έδωσαν γραπτές καταθέσεις πολύ σύντομα μετά το περιστατικό και θα ήταν φοβερά παράλογο ακόμα και να σκεφθεί κάποιος ότι υπό τέτοιες συνθήκες υπήρξε οποιαδήποτε συνεννόηση μεταξύ τους για το περιστατικό με τον σβανά. Είναι δε ενδεικτικό πως αυτό το περιστατικό ήταν εκείνο το οποίο ώθησε την κόρη του Κατηγορούμενου, τη Μ.Υ.2, να τον πλησιάσει λέγοντας του να σταματήσει («κάνει ρε παπά, κανεί»). Εύκολα αντιλαμβάνεται κάποιος πως αν δεν είχε δει τέτοιο περιστατικό δεν υπήρχε καμμιά ανάγκη να παραθέσει κάτι τέτοιο εις βάρος του πατέρα της. Όπως θα διαφανεί κατωτέρω, οι διαπιστώσεις μας αυτές επηρεάζουν καθοριστικά και το κρίσιμο ζήτημα της όλης έναρξης των διαπληκτισμών δεδομένου ότι, ως διαφαίνεται, υπήρχαν μάρτυρες νωρίτερα και πάντως προ του χρονικού σημείου που ο Παραπονούμενος προβάλλει ότι είχε για πρώτη φορά αντιληφθεί τις ντομάτες, ήτοι προ του δεύτερου μέρους, ως ο ίδιος το οριοθετεί. Σε σχέση με τον Μ.Υ.4 σημειώνεται πως η αναντίλεκτη μαρτυρία του περιορίζεται στην παρουσίαση της γραπτής κατάθεσης του Κατηγορούμενου, την οποία έλαβε το απόγευμα της ίδιας μέρας, μετά το τραγικό συμβάν. Ως προς την ίδια την κατάθεση του Κατηγορούμενου σημειώνουμε πως αυτή θα εξεταστεί υπό το φως και κατ' αναλογία των συνήθων αρχών αξιολόγησης κατάθεσης Κατηγορουμένου. Σχετική είναι η Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.109, η οποία υιοθετήθηκε στην Γαβριήλ v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ.693. Στις πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου υιοθετήθηκε η αγγλική υπόθεση Duncan, 73 Cr. App. R.359 όπου αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος τέτοιας κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται και το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και δύναται να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης. Αναγνωρίζεται δε ότι όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο περιέχει δηλώσεις εναντίον του συμφέροντος του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης στα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. Ως γενικά προκύπτει από τη νομολογία η εκτίμηση της κατάθεσης κατηγορούμενου είναι θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να κρίνει την αξιοπιστία των μαρτύρων (βλ. και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ.190, Διευθυντής Τελωνείων ν. Καλλή
(1996)2 Α.Α.Δ.55, Γούμενος ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ.10). Ως προς τη σύζυγο του Θύματος τη Λ.Ν., σημειώνουμε ότι η Υπεράσπιση προτίθετο να καλέσει την ίδια ως μάρτυρα παρουσιάζοντας έτσι την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και προς τούτο είχε εκδώσει σχετική κλήση (στις 28.11.22). Εν τέλει αντί της ίδιας παρουσιάστηκε εκ μέρους της συνήγορος (κ. Παπαχρυσοστόμου) ο οποίος παραδίδοντας σχετικές ιατρικές εκθέσεις νευρολόγου και κλινικής ψυχολόγου, εξήγησε ότι εξαιτίας των περιστατικών της υπόθεσης η Λ.Ν. παρουσιάζει σοβαρά ψυχιατρικά και ψυχολογικά προβλήματα και δη υποτροπιάζουσα καταθλιπτική διαταραχή ένεκα της οποίας δεν ήταν ικανή να παραστεί στο δικαστήριο. Ο συνήγορος υπεράσπισης εξέφρασε την πρόθεση να κλητεύσει τον αστυφύλακα ο οποίος είχε λάβει την κατάθεση της Λ.Ν. αλλά εν τέλει και μετά από συζήτηση περί της δυνατότητας παρουσίασης της εκ συμφώνου αυτή κατατέθηκε από κοινού και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (βλ. Δαμιανού ν. White Knight Holdings Ltd κ.ά.
(2012)1(A) Α.Α.Δ.699). Διευκρινίζουμε πως σε καμμιά περίπτωση η κατάθεση αυτή δεν παρουσιάστηκε για περιορισμένο σκοπό (Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ.104, Palatino Developments Ltd v. Telectronics Communication Ltd
(2012)1(B) Α.Α.Δ.962, Ανθίμου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ.56). Κατά συνέπειαν θεωρούμε πως υπόκειται σε αξιολόγηση το σύνολο του περιεχομένου της και για όλους τους σκοπούς, ήτοι ως προς το αληθές του περιεχομένου της (βλ. «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Ηλιάδης και Σάντης, 2014, σελ.392), όπως και πράξαμε, ως θα διαφανεί κατωτέρω, σε συνάρτηση και με την υπόλοιπη μαρτυρία. Συναφώς, επισημαίνουμε πως κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας της εν λόγω κατάθεσης λάβαμε υπόψιν το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες δύναται να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία και ειδικότερα: (α) Ότι λόγω των σημερινών ζητημάτων υγείας της Λ.Ν. δεν ήταν αντικειμενικά εφικτή η κλήτευση της και αυτό δεν έχει αμφισβητηθεί. (β) Ότι η μαρτυρία αυτή κατεγράφη στις 22.10.21, ήτοι 50 ημέρες μετά τα επίδικα γεγονότα, πράγμα το οποίο είχαμε συνεχώς κατά νουν λόγω της εγγενούς πιθανότητας η πάροδος χρόνου να επηρέασε τη μνήμη. (γ) Ότι το κείμενο αποτελεί καταγραφή του αστυφύλακα ο οποίος έλαβε την κατάθεση από τη Λ.Ν. οπότε ελεγχόμενη βάσει των κανόνων εξ ακοής μαρτυρίας αυτή δεν υπερβαίνει τον πρώτο βαθμό τέτοιας μαρτυρίας. (δ) Ότι προέρχεται από σύζυγο του Θύματος και νύμφη του Παραπονούμενου οπότε ενδεχομένως λόγω της σχέσης αυτής να υπήρχε κίνητρο παρουσίασης μιας εκδοχής ευνοϊκής για τους ίδιους ή γενικά για την οικογένεια τους. (ε) Ότι πρόκειται για γραπτή κατάθεση την οποία έλαβε μέλος της Αστυνομίας χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη ή υποψία ή εισήγηση από οποιονδήποτε ότι ο εν λόγω αστυφύλακας δεν κατέγραψε επακριβώς τα λεχθέντα υπό της καταθέτουσας Λ.Ν. (στ) Ότι ο αστυφύλακας έλαβε την κατάθεση προφανώς στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης καθώς και του δικού του καθήκοντος να καταγράψει τη μαρτυρία της και δεν υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη πρόθεσης αλλοίωσης των λεχθέντων. (ζ) Ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε το οποίο να δημιουργεί έστω υπόνοια ότι διαφέρουν τα καταγραφέντα από τα λεχθέντα υπό της Λ.Ν. (η) Ότι η κατάθεση προσκομίστηκε από κοινού από τις δύο πλευρές χωρίς να καταστεί αναγκαία η κλήτευση του αστυφύλακα που την έλαβε και ότι υπό τις περιστάσεις αυτές δεν παρατηρείται καμμιά δυσκολία όσον αφορά την ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της ούτε και υπήρξε οποιαδήποτε προσπάθεια προς την αντίθετη κατεύθυνση. Στη βάση των πιο πάνω κρίνουμε πως καθηκόντως έχουμε εντάξει την εν λόγω κατάθεση στο προς αξιολόγηση μαρτυρικό υλικό. Ερχόμενοι τώρα ειδικότερα στα γεγονότα της επίδικης ημερομηνίας σημειώνουμε εν πρώτοις ότι τόσο η Μ.Υ.1, όσο και η Μ.Υ.2 και η Μ.Υ.3 (αλλά και η Λ.Ν.) αναφέρουν ότι βγήκαν έξω αφού άκουσαν δυνατές φωνές. Τούτο δεν αμφισβητείται από οποιαδήποτε πλευρά και αποτελεί και δικό μας εύρημα. Συνάμα όμως οδηγεί με τη σειρά του στο μόνο λογικό συμπέρασμα ότι κάτι είχε προηγηθεί το οποίο οι εν λόγω μάρτυρες εφόσον δεν ήταν παρούσες από την αρχή, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν και να αναφέρουν. Άλλωστε αυτή ήταν εντίμως και η θέση των Μ.Υ.1, Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3 κατά την αντεξέτασή τους. Τονίζουμε πως δεν ήταν ακριβώς κατά το ίδιο δευτερόλεπτο στο οποίο εξήλθε της οικίας της η κάθε μάρτυρας από τις προαναφερθείσες. Τα ουσιώδη όμως είναι άλλα και συγκεκριμένα ότι: - Όλες άκουσαν δυνατές φωνές από καβγά, πράγμα που ήταν και η αφορμή για να εξέλθουν. - Όλες όταν εξήλθαν αντιλήφθηκαν ότι υπήρχαν ντομάτες στην αυλή του Παραπονούμενου. - Όλες παρακολούθησαν το περιστατικό με τον σβανά. Βέβαια το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος έριξε κάποια στιγμή εκείνο το πρωινό ντομάτες δεν αμφισβητείται μεταξύ των δύο πλευρών. Η βασική αιτία της διαφωνίας των μερών επί του γεγονότος αυτού είναι ο ακριβής χρόνος (εν σχέσει με άλλα γεγονότα) που έριξε αυτές τις ντομάτες. Ο δε Κατηγορούμενος στην κατάθεση του, ως ήδη λέχθηκε, παραδέχεται πως λόγω γεγονότων της προηγούμενης ημέρας την επομένη το πρωί όντως έριξε λιωμένες ντομάτες στην αυλή των γειτόνων του. Η αναφορά του αυτή είναι ιδιαιτέρως σημαντική κατά την κρίση μας διότι καταδεικνύει πως ώρες μετά τα όποια συμβάντα της προηγούμενης μέρας ο Κατηγορούμενος ευρίσκετο ακόμα σε τέτοια κατάσταση θυμού που τον οδήγησε να ρίξει λιωμένες ντομάτες (και σπαγγέττι) στην αυλή των γειτόνων του, προφανώς για να τους εκνευρίσει ή έστω να ανταποδώσει τα όσα ο ίδιος πίστευε ότι του έκαναν. Δεν αμφισβητείται ότι οι πρώτοι οι οποίοι βρέθηκαν κάτω στην αυλή του Παραπονούμενου ήταν ο ίδιος και το Θύμα και λογικό είναι πως αυτοί οι δύο ήταν και οι πρώτοι οι οποίοι αντιλήφθηκαν τις ντομάτες. Των πιο πάνω δεδομένων και έχοντας κατά νουν το επίσης μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος ευρίσκετο υπό την επήρεια αλκοόλης αφού είχε καταναλώσει ¼ της φιάλης ζιβανία το ίδιο πρωί, αποδεχόμαστε την αναφορά του Παραπονούμενου ότι τον εντόπισαν να ευρίσκεται μέσα στην αυλή του, να φωνάζει και να υβρίζει αναφορικά με το ζήτημα της στάθμευσης και εν γένει να ευρίσκεται σε «έξαρση» και εκτός εαυτού. Επίσης αποδεχόμαστε ότι στο στάδιο αυτό ο Παραπονούμενος ήταν ήρεμος και προσπάθησε να ηρεμήσει και τον Κατηγορούμενο, ως αναφέρει και στην κατάθεση του. Η κατάληξη μας αυτή συνάδει και με την κατάσταση στην οποία φαίνεται να βρισκόταν το Θύμα στο σημείο εκείνο ως προκύπτει από την κατάθεση της συζύγου του Λ.Ν.. Συγκεκριμένα η εν λόγω η Λ.Ν. η οποία βρισκόταν στην ανώγειο οικία της αναφέρει στην κατάθεση της Τεκμήριο 2 ότι ο σύζυγος της ανέβηκε και της ανέφερε «Αγάπη μου το σακούλι που κατεβάσαμε κάτω εχτές, είχε ντομάτες μέσα; Επειδή εν γεμάτο το γκαράζ ντομάτες». Ως μάλιστα επεξηγεί στην κατάθεση της το Θύμα είχε νομίσει ότι το σακούλι σκουπιδιών που είχαν κατεβάσει κάτω την προηγούμενη μέρα και το οποίο είχε μέσα ντομάτες σκίστηκε από τους γάτους με αποτέλεσμα να γεμίσει το γκαράζ τους ντομάτες. Από τα πιο πάνω λοιπόν προκύπτει κατ' αρχάς πως οι ντομάτες είχαν ήδη ριχθεί στο στάδιο εκείνο και περαιτέρω πως το Θύμα προσπαθούσε ακόμα να διακριβώσει την προέλευση τους. Διαπιστώσεις οι οποίες αφενός δεν επιτρέπουν την αποδοχή της θέσης του Παραπονούμενου αναφορικά με το πότε ρίχθηκαν οι ντομάτες, (ζήτημα το οποίο αναλύεται και στη συνέχεια) και αφετέρου δεν επιτρέπουν ούτε την αποδοχή της θέσης της Υπεράσπισης ότι το όλο συμβάν άρχισε εξαιτίας και μόνο των ντομάτων. Και τούτο διότι φαίνεται πως ο Κατηγορούμενος από το πρωί εκείνης της μέρας φώναζε και ύβριζε και ήταν εν γένει εκτός εαυτού για λόγους που αφορούσαν ζητήματα στάθμευσης της προηγούμενης μέρας, ενώ παράλληλα είχε πετάξει και τις ντομάτες ως και ο ίδιος παραδέχεται. Και όλα αυτά πριν το Θύμα και ο Παραπονούμενος εξακριβώσουν ότι αυτός ήταν που είχε ρίξει τις ντομάτες στην αυλή τους και αρχίσει μεταξύ τους λογομαχία. Εφόσον δε η Λ.Ν. απάντησε αρνητικά στον σύζυγο της, αυτός κατέβηκε κάτω, για να ακολουθήσει και η ίδια μετά από πάροδο ολίγου χρόνου, αφού άκουε πλέον φωνές τις οποίες δεν μπορούσε να προσδιορίσει. Φωνές οι οποίες είχαν ήδη οδηγήσει τη Μ.Υ.3 αλλά και τη Μ.Υ.2, καθώς και τη Μ.Υ.1 και τη μητέρα της να βγουν έξω από τις οικίες τους. Προκύπτει λοιπόν πως αφότου διαφάνηκε πως οι ντομάτες προέρχονταν από τον Κατηγορούμενο, o οποίος συνέχιζε να υβρίζει και να φωνάζει, άρχισε ένας λεκτικός διαπληκτισμός μεταξύ Παραπονούμενου και Θύματος από τη μια και Κατηγορούμενου από την άλλη, εξ ου και η Λ.Ν. δέχεται ότι όταν η ίδια κατέβηκε κάτω αντιλήφθηκε πλέον το Θύμα, τον Παραπονούμενο και την πεθερά της να βρίσκονται στον χώρο στάθμευσης και να λογομαχούν με τον Κατηγορούμενο, ο οποίος βρισκόταν στην αυλή του. Στο πλαίσιο αυτό αποδεχόμαστε ότι υπήρξε λεκτική αντιπαράθεση μεταξύ των δυο πλευρών στο πλαίσιο της οποίας εκστομίστηκαν διάφορες εκφράσεις όπως «Εν αντρέπεσαι; Τι κάμνεις του μιτσή; Εγέμωσες τον τόπο ντομάτες»[1], «Εκατάστρεψες μου το σπίτι μου, ξιτιμάζεις τον άντρα μου, εμπλέξαμε μαζί σου»[2], «εν να σε σφάξω, εν να σας παίξω, εν να σε διαλύσω, εν να σε θάψω»[3], «γαμώτα, εννά σε κάμω άχρηστο, εννά σε κάμω κιμά, εκατάστρεψες μας, εκατάστρεψες το σπίτι μας»[4]. Η ίδια εξάλλου η Λ.Ν. παραδέχεται στην κατάθεση της (Τεκμήριο 2) πως είχε θυμώσει πάρα πολύ, φώναζε και ύβριζε. Η δε Μ.Υ.1 αναφέρεται σε λογομαχία και προσθέτει ότι πρώτη φορά είδε τόσο νευριασμένους τον Παραπονούμενο και το Θύμα, ενώ και η Μ.Υ.2 εξηγεί ότι κανένας δεν θα μπορούσε να ηρεμήσει τον δικό της πατέρα, τον Κατηγορούμενο, ο οποίος ούτως ή άλλως δεν άκουε κανένα. Είναι επομένως προφανές πως δεν μπορούμε να δεχθούμε τη θέση του Παραπονούμενου πως δεν έλαβε μέρος οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο στο συμβάν πλην του ιδίου και του Θύματος. Η ίδια δε η Λ.Ν. παραδέχεται πως πήρε και η ίδια μια ντομάτα και την έριξε στην άλλη πλευρά, ενώ η Μ.Υ.1 αποδίδει αντίστοιχη ενέργεια και στον Παραπονούμενο ο οποίος όμως ανέφερε πως δεν είδε κανένα να ρίχνει ντομάτες[5], αρνούμενος ουσιαστικά πως και ο ίδιος προέβη σε τέτοια ενέργεια. Όμως οι πιο πάνω αναφορές της Μ.Υ.1 αλλά και της Λ.Ν. συνάδουν και με τη μαρτυρία της Μ.Υ.3 η οποία αναφέρει πως στην αυλή τους υπήρχαν λιωμένες ντομάτες που είχαν πετάξει πίσω οι γείτονες, στοιχεία τα οποία μας οδηγούν στην αποδοχή αυτής της πτυχής της μαρτυρίας της Μ.Υ.1, της Λ.Ν. και της Μ.Υ.3, και στην αντίστοιχη απόρριψη των αντίθετων αναφορών που εντοπίζονται στη μαρτυρία του Παραπονούμενου. Δεν θεωρούμε βεβαίως πως οι ως άνω αναφορές του Παραπονούμενου συμπεριλαμβανομένης και της αναφοράς του περί μη εμπλοκής άλλου προσώπου, έγιναν επί σκοπώ. Και τούτο διότι έχουμε υπόψιν πως ήταν πρόσωπο που βίωσε πολύ τραυματικά γεγονότα, αφού ο Κατηγορούμενος πυροβόλησε και τραυμάτισε σοβαρά τον ίδιο μετά που πυροβόλησε και σκότωσε τον γιο του μπροστά στα μάτια του ιδίου και των οικείων του. Προφανώς ένεκα της κατάστασης του, έδωσε κατάθεση όχι αμέσως μετά τα γεγονότα αλλά στις 12.9.21, δηλαδή ένα μήνα μετά, γεγονός που έχει και αυτό τη σημασία του. Έτσι παρόλο που δεν άφησε καθ' οιονδήποτε τρόπο την εντύπωση προσώπου που είχε πρόθεση επιτηδευμένα να παραποιήσει τα γεγονότα, εντούτοις υπό το φως και των ανωτέρω στοιχείων της μαρτυρίας του, που για τους λόγους που επεξηγήθηκαν δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά, προσεγγίζουμε τη μαρτυρία του με προσοχή, αφού αντιλαμβανόμαστε ότι οι γενικότερες περιστάσεις που βίωσε, έστω και αθέλητα, δεν του επέτρεψαν να αποτυπώσει ορθά ή και με την ακριβή χρονολογική σειρά τα γεγονότα. Πράγμα το οποίο δεν εκπλήσσει δεδομένων των δραματικών γεγονότων που ο ίδιος αναγκάστηκε δυστυχώς να βιώσει. Η πιο πάνω διαπίστωση μας ουσιαστικά επιβεβαιώνει την προαναφερθείσα αδυναμία μας να αποδεχθούμε τη θέση του Παραπονούμενου ως προς το πότε ακριβώς ρίχθηκαν οι ντομάτες. Ο ίδιος, ως ήδη λέχθηκε, τοποθετεί το ρίξιμο των ντομάτων μετά την επίθεση του Κατηγορούμενου με τον σβανά, διευκρινίζοντας μάλιστα κατά την κυρίως εξέταση του πως οι ντομάτες κατά το πρώτο μέρος του συμβάντος, (ως το διαχώρισε) δεν είχαν ακόμη ριχθεί. Επίσης υποστηρίζει πως κατά το πρώτο μέρος του επεισοδίου που περιλαμβάνει την επίθεση με τον σβανά, ο ίδιος δεν είχε αντιληφθεί άλλους παρόντες. Όπως έχουμε πει όμως, όλοι οι υπόλοιποι μάρτυρες που κατέθεσαν περιλαμβανομένης και της θυγατέρας του (της Μ.Υ.1), υποστηρίζουν ότι είδαν την επίθεση με τον σβανά, ενώ οι ντομάτες είχαν ήδη ριχθεί, γεγονός το οποίο μας οδηγεί στο ότι ο Παραπονούμενος προφανώς ένεκα των όσων βίωσε, περιέπλεξε σε κάποιο βαθμό την αλληλουχία των γεγονότων. Επομένως και επανερχόμενοι στα γεγονότα του συμβάντος, αποδεχόμαστε πως αφότου έγινε αντιληπτό ότι τις ντομάτες έριξε ο Κατηγορούμενος και βρισκόταν σε εξέλιξη λεκτική αντιπαράθεση μεταξύ τους, στην παρουσία των μαρτύρων υπεράσπισης (Μ.Υ.1, ΜΥ.2 και Μ.Υ.3) αλλά και της Λ.Ν. και της συζύγου του Παραπονούμενου, ο τελευταίος ευρισκόμενος κοντά στο διαχωριστικό τοίχο των δύο οικιών ακούμπησε τα χέρια του στον εν λόγω διαχωριστικό τοίχο. Τότε ο Κατηγορούμενος πήρε τον σβανά και επιχείρησε να κτυπήσει τον Παραπονούμενο, ο οποίος προστατευόμενος κινήθηκε προς τα πίσω αποφεύγοντας το κτύπημα. Αποδεχόμαστε ότι κατά τον ίδιο χρόνο ο Κατηγορούμενος είπε στον Παραπονούμενο μεταξύ άλλων ότι θα τον θάψει, αναφορά στην οποία ο Παραπονούμενος απάντησε λέγοντας του «μα ποιον εν να θάψεις, εν να σε κάμω να φύεις νύχτα που δαμαί». Τα πιο πάνω προκύπτουν από τη μαρτυρία της Μ.Υ.1 η οποία σημειώνουμε πως έδωσε την κατάθεση της πολύ σύντομα μετά τα γεγονότα και δη στις 14.8.21 και η οποία παρόλο που, όπως η Μ.Υ.2 και η Μ.Υ.3, δεν ήταν παρούσα από την αρχή του συμβάντος εντούτοις, σε γενικές γραμμές η μαρτυρία της από τη στιγμή που βγήκε έξω, συνάδει με τη ροή των βασικών γεγονότων που αφηγούνται και οι προαναφερθείσες μάρτυρες υπεράσπισης, (αλλά και η Λ.Ν.). Τυχόν δε μικροδιαφοροποιήσεις στο πλαίσιο της μαρτυρίας τους θεωρούμε πως είναι εύλογες και φυσιολογικά αναμενόμενες σε ένα συμβάν στο οποίο ήταν παρόντα τελικώς πολλά άτομα και κατά τη διάρκεια του οποίου τα γεγονότα διαδέχονταν με γρήγορη ροή το ένα το άλλο. Παρά ταύτα πρέπει όμως να επισημάνουμε σε σχέση με τη Μ.Υ.3 και την αναφορά της ότι άκουσε τον Παραπονούμενο να αναφέρει στον Κατηγορούμενο πως θα τον «κάνει κομμάτια», ότι η ίδια προβάλλει πως άκουσε τη φράση αυτή να εκστομίζεται για πρώτη φορά ενώ ήταν μέσα στο σπίτι και άκουε μουσική και φορώντας ακουστικά και πως μετά από αυτή τη φράση ο Κατηγορούμενος κατέβηκε από τη βεράντα και πήρε τον σβανά, οπότε ακολούθησε η επίθεση προς τον Παραπονούμενο. Ωστόσο δεν διευκρινίστηκε επαρκώς αν είχε αφαιρέσει και σε ποια χρονική στιγμή τα ακουστικά, έτσι που με δεδομένο πως κανένας άλλος μάρτυρας δεν αναφέρει τη φράση αυτή- ούτε καν ο ίδιος ο Κατηγορούμενος- αδυνατούμε να την αποδεχθούμε, έχοντας κατά νου και τη γενικότερη στάση της στο Δικαστήριο όπου ανέφερε ότι ήταν σοκαρισμένη και δεν ήταν σε θέση να τα θυμάται όλα. Αυτή δε η γενικότερη στάση της στο Δικαστήριο σε συνδυασμό με το γεγονός πως κανένας άλλος μάρτυρας δεν αναφέρει πως ο Παραπονούμενος ανέφερε στον Κατηγορούμενο πως θα τον κάνει κομμάτια αμέσως πριν αυτός φύγει για να επιστρέψει με το όπλο, αποτελεί και τον λόγο για τον οποίο δεν μπορούμε να αποδεχθούμε ούτε τη δεύτερη αναφορά στην απειλή «θα σε κάνω κομμάτια», την οποία ανέφερε η Μ.Υ.
- Η πιο πάνω κατάληξη μας όμως, ουδόλως μεταβάλλει το γενικότερο πλαίσιο λεκτικής αντιπαράθεσης στο οποίο αναφερθήκαμε ανωτέρω και το οποίο αναδύεται από το σύνολο της μαρτυρίας και το οποίο αναμφίβολα αποδεχόμαστε ως μέρος των επίδικων γεγονότων. Σε εκείνο λοιπόν το χρονικό σημείο, το μόνο άτομο που φαίνεται να είχε παραμείνει πιο ψύχραιμο ήταν η σύζυγος του Παραπονούμενου η οποία προέτρεπε το Θύμα να καλέσουν την Αστυνομία. Σχετική με αυτό είναι και η μαρτυρία της Μ.Υ.
- Το Θύμα είπε στη σύζυγο του να πάρει την Αστυνομία, οπότε η τελευταία ανέβηκε στην ανώγειο οικία τους για να πάρει το τηλέφωνο της. Την ίδια στιγμή η αδελφή του Θύματος εισήλθε στην ισόγειο οικία για να τηλεφωνήσει από το σταθερό στην Αστυνομία για τα διαδραματισθέντα. Σχετική με τα γεγονότα αυτά είναι η μαρτυρία τόσο της Λ.Ν. όσο και της Μ.Υ.
- η οποία δεν αμφισβητήθηκε. Ακολούθως δεν αμφισβητείται πως ο Κατηγορούμενος αποχώρησε από το σημείο της αυλής του όπου βρισκόταν, εισήλθε εντός της οικίας του, πήγε στο υπνοδωμάτιο του και ανέσυρε από το ερμάρι του το επίδικο κυνηγετικό όπλο το οποίο αφού συναρμολόγησε, πήρε από θήκη φυσιγγίων δυο πλήρη φυσίγγια κυνηγετικού όπλου και τα έβαλε στο όπλο. Εξήλθε από την οικία του κρατώντας το και κατευθύνθηκε ξανά στο σημείο της αυλής του όπου βρισκόταν προηγουμένως, κοντά στο διαχωριστικό τοίχο και σημάδεψε πρώτα το Θύμα το οποίο και πυροβόλησε, ενώ ακολούθησε πυροβολισμός με στόχο τον Παραπονούμενο ο οποίος και τραυματίστηκε. Ως προς την ώρα του συμβάντος θα πρέπει να σημειωθεί πως ουδείς εκ των μαρτύρων μπορούσε να την προσδιορίσει επακριβώς ούτε βέβαια και είναι στοιχείο που θα αναμένετο να μπορούν να καθορίσουν υπό τις περιστάσεις οι μάρτυρες με μαθηματική ακρίβεια. Σίγουρα όμως δεν μπορεί να αποδοθεί στον Παραπονούμενο αντίφαση ένεκα της αναφοράς του σε χρόνο 7.00-7.30 π.μ. σε αντιπαραβολή με τους υπόλοιπους μάρτυρες που αναφέρονται σε χρόνο μεταξύ 8.00-9.00π.μ. Και τούτο διότι ό,τι επιχείρησε να προσδιορίσει ο Παραπονούμενος με την αναφορά στις 7-7.30 π.μ., ήταν την ώρα που άρχισαν τις εργασίες τους, αφού εξάλλου και ο ίδιος αναφέρει πως είναι σε κάποιο στάδιο μετά που αντελήφθησαν τον Κατηγορούμενο να ευρίσκεται στην έξαλλη κατάσταση που περιέγραψε, υβρίζοντας και φωνάζοντας έναντι τους. Επομένως ως προς την ακριβή ώρα του συμβάντος καταλήγουμε πως ούτε ο ίδιος ο Παραπονούμενος μπορούσε να την προσδιορίσει επακριβώς όπως δεν μπορούσαν να την προσδιορίσουν με ακρίβεια ούτε και οι μάρτυρες υπεράσπισης και επομένως καταλήγουμε πως η λογομαχία και το επίδικο συμβάν έλαβε χώρα σε κάποια στιγμή μεταξύ 8-9 π.μ. της 11.8.
- Από την ανωτέρω αξιολόγηση προκύπτουν και τα ευρήματα μας αναφορικά με τα επίδικα ζητήματα της πρώτης δίκης Νewton τα οποία παρατίθενται σε σύνοψη στο τέλος της παρούσας απόφασης προς αποφυγή επαναλείψεων. Δεύτερη δίκη «Reverse Newton Trial» Ε. Σύνοψη μαρτυρίας - Newton Trial 2 Μαρτυρία στην Αντίστροφη δίκη τύπου Newton πρόσφερε μόνον η πλευρά του Κατηγορούμενου καλώντας τρεις μάρτυρες. Πρώτη ήταν η Ε.Δ., υπάλληλος στο ιατρικό αρχείο του Γ.Ν. Λευκωσίας, η οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο πιστό αντίγραφο του ιατρικού φακέλου του Κατηγορούμενου. Το περιεχόμενο του φακέλου και οι νοσηλείες του Κατηγορούμενου δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Κατηγορούσα Αρχή. Ό,τι μπορεί να εξαχθεί από τα περιεχόμενα του φακέλου και είναι σχετικό με την παρούσα σημειώνεται κατωτέρω. Δεύτερος μάρτυς ήταν ο Δρ Σαμαρτζής, ψυχίατρος, ο οποίος εργάζεται στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του Υπουργείου Υγείας και του ΟΚΥΠΥ από το
- Με τη μαρτυρία του η Υπεράσπιση θέλησε να επεξηγήσει πτυχές του αλκοολισμού του Κατηγορούμενου. Ο οποίος εντάσσεται στα πλαίσια της ψυχιατρικής. Του ζητήθηκε να τοποθετηθεί και τοποθετήθηκε επί των δύο, έγκυρων, κατά την άποψη του Δρος Σαμαρτζή, πτυχιακών εργασιών, η πρώτη με θέμα «Οι επιπτώσεις της κατάχρησης του αλκοόλ στις διαπροσωπικές σχέσεις» των M. Αντωνίου και Χ. Κρίγκου, με υπεύθυνη καθηγήτρια την Α. Καλαϊτζάκη, του τμήματος κοινωνικής εργασίας του Τ.Ε..Ι Κρήτης, 2005 (″η πρώτη μελέτη″) και η δεύτερη με θέμα «Αλκοολισμός και Κατάθλιψη», πτυχιακή εργασία της μεταπτυχιακής φοιτήτριας νοσηλευτικής Γ. Μπουζούκη, με υπεύθυνο καθηγητή τον Σ. Μπάκουρα, του τμήματος νοσηλευτικής στο Τ.Ε.Ι. Θεσσαλίας, 2015 (″η δεύτερη μελέτη″). Όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκαν οι τοποθετήσεις του Δρος Σαμαρτζή από την Κατηγορούσα Αρχή, αλλά, θεωρήθηκαν ως δεδομένες, ούτως ώστε η κα Κυθραιώτου να θέσει στον μάρτυρα συγκεκριμένα σενάρια, που προσομοίαζαν με τις περιστάσεις της εδώ υπόθεσης, για να δώσει την επιστημονική του άποψη. Περισσότερα για τις θέσεις του Δρος Σαμαρτζή επεξηγούνται κατωτέρω. Σημειώνουμε ότι ο Δρ Σαμαρτζής έδωσε, ως οφείλουν οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες, τα αναγκαία εφόδια στο Δικαστήριο για να αντιληφθεί την επιστημονική μαρτυρία του και την επιστημονική του άποψη. Δεχόμαστε λοιπόν ως ορθά τα όσα ανέφερε ο Δρ Σαμαρτζής και συνοψίζουμε τα σχετικά ευρήματα μας κατωτέρω. Η Μ.Ρ.Π., η σύζυγος του Κατηγορούμενου, ήταν η τρίτη και τελευταία μάρτυρας που κλήθηκε από την Υπεράσπιση στην αντίστροφη δίκη Newton, διά της μαρτυρίας της οποίας επιχειρήθηκε να αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος και η οικογένειά του τύγχαναν διαχρονικά σιωπηλής καταφρονητικής συμπεριφοράς από τις οικογένειες του Παραπονούμενου και του θύματος. Τα ζητήματα προς καθορισμό στην αντίστροφη διαδικασία Newton, ως οριοθετήθηκαν από τους διαδίκους και καθορίστηκαν από το Δικαστήριο, έχουν ως εξής (διατηρουμένης της αρχικής μας αρίθμησης): 3) Ήταν ο Κατηγορούμενος χρόνιος αλκοολικός και εάν ναι, είχε κατά τον επίδικο χρόνο συμπτώματα και ποιά; 4) Έχει ο Κατηγορούμενος μειωμένο προσδόκιμο ζωής λόγω κίρρωσης του ήπατος και οξείας παγκρεατίτιδας; 5) Τύγχανε ο Κατηγορούμενος και η οικογένειά του μιάς διαχρονικά και σιωπηλά καταφρονητικής συμπεριφοράς από την οικογένεια του θύματος και του Παραπονούμενου; Θεωρούμε ορθότερη την εξέταση των ερωτημάτων κατά σειρά. 3) Ήταν ο Κατηγορούμενος χρόνιος αλκοολικός και εάν ναι, είχε κατά τον επίδικο χρόνο συμπτώματα και ποια; Η Κατηγορούσα Αρχή δέχτηκε εξαρχής ότι ο Κατηγορούμενος ήταν χρόνιος αλκοολικός (βλ. σελίδα 27 των πρακτικών). Η κα Κυθραιώτου το δέχτηκε αυτό και κατά την αντεξέταση του Δρος Σαμαρτζή (βλ. σελ. 121 πρακτικών). Ήταν, επίσης, παραδεκτή από την Κατηγορούσα Αρχή η έκθεση της Δρος Φ. Θωμά του ΟΚΥΠΥ ημερ. 23.12.21, την οποία η εν λόγω ψυχίατρος συνέταξε, κατόπιν εξέτασης του Κατηγορούμενου στις Κεντρικές Φυλακές, Τεκμήριο ΙΙ. Όπως συνάγεται από την εν λόγω έκθεση, ο Κατηγορούμενος αξιολογήθηκε ψυχιατρικά στις 23.08.21 και εκ του ιστορικού του προέκυψε χρόνια κατάχρηση αιθυλικής αλκοόλης. Συνεστήθη η συνέχιση φαρμακευτικής αγωγής, που είχε χορηγηθεί από το παθολογικό ιατρείο και αφορούσε σε στερητική της χρήσης αιθυλικής αλκοόλης συμπτωματολογία, την οποία ο Κατηγορούμενος αρνείτο να λάβει. Επαναξιολογήθηκε στις 30.8.21 εμμένοντας στη μη λήψη φαρμακευτικής αγωγής. Στις 2.12.21 εξετάστηκε (για πρώτη φορά απ' ότι φαίνεται) από τη Δρα Θωμά, η οποία συνέστησε φαρμακευτική αγωγή, αφού πρώτα θα γινόταν εργαστηριακός έλεγχος ηπατικής, νεφρικής και λοιπής λειτουργικής κατάστασης, δεδομένου του αναφερόμενου από τον ίδιο παθολογικού ιστορικού (παγκρεατίτιδας, νεφρολιθίασης και χολολιθίασης). Από τις 20.12.21 ο Κατηγορούμενος λαμβάνει συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή. Βάσει των πιο πάνω, η απάντηση στο κατά πόσον ο Κατηγορούμενος ήταν χρόνιος αλκοολικός κατά τον επίδικο χρόνο, είναι σαφώς καταφατική. Ως προς τη συμπτωματολογία που βίωνε κατά τον επίδικο χρόνο, δηλαδή στις 11.08.21, δόθηκε μαρτυρία ότι την επόμενη των τραγικών γεγονότων, στις 12.08.21 δηλαδή, ο Κατηγορούμενος εξετάστηκε από δύο ψυχιάτρους στα εξωτερικά ιατρεία Ψυχιατρικής Στροβόλου, παρουσία της Αστυνομίας και έδωσε γραπτή συγκατάθεση για να γνωστοποιηθεί το αποτέλεσμα της εξέτασής του στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας. Η έκθεση τους, Τεκμήριο ΙΙΙ, ήταν παραδεκτή μεταξύ των μερών. Προκύπτει, από το περιεχόμενο της έκθεσης ότι η εξέταση αποσκοπούσε στο να διαπιστωθεί κατά πόσο ο Κατηγορούμενος ήταν σε θέση να παρακολουθήσει τη δικαστική διαδικασία. Οι ψυχίατροι Δρ Ταντελέ και Δρ Χριστοδουλίδου ανέφεραν αυτολεξεί: «[....] Κατά την παρούσα εξέταση είναι προσανατολισμένος σε χώρο, χρόνο, πρόσωπα, ήρεμος ψυχοκινητικά και νορμοθυμικός. Πάντα επί του θέματος στις ερωτήσεις, χωρίς διαταραχή στη δομή/ροή της σκέψης. Αρνείται παραληρητικές ιδέες ή αντιληπτικές διαταραχές. Αναφέρει καθημερινή χρήση αλκοόλ. Δεν διαπιστώνονται συμπτώματα τοξίκωσης ή απόσυρσης από αλκοόλ. Αρνείται χρήση παράνομων ουσιών. Χωρίς αυτοκτονικό ιδεασμό ή πρόθεση επί της παρούσης. Γνωρίζει γιατί κατηγορείται, γνωρίζει τον ρόλο του Δικαστή και του Δικαστηρίου και μπορεί να δώσει οδηγίες στον συνήγορο Υπεράσπισής του.» Εκ της έκθεσης αυτής προκύπτει, σαφώς, πως σύμφωνα με τα λεγόμενα του ιδίου του Κατηγορούμενου, δεν είχε παραληρητικές ιδέες ή αντιληπτικές διαταραχές κατά τις 12.08.
- Το ουσιώδες βέβαια είναι πως ούτε οι εξετάσαντες αυτόν ιατροί διαπίστωσαν ή ανέφεραν έστω ενδείξεις για τέτοιες ιδέες ή διαταραχές. Τούτο βέβαια δεν απαντά το ερώτημα ως προς τον επίδικο χρόνο, δηλαδή ποια ήταν η κατάστασή του στις 11.08.21 το πρωί. Έτσι απαιτείται αναφορά στη λοιπή μαρτυρία που δόθηκε. Ο Δρ Σαμαρτζής σημείωσε εξαρχής ότι δεν έχει εξετάσει ο ίδιος τον Κατηγορούμενο, επομένως δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί συγκεκριμένα για τον ίδιο, ενώ κάτι τέτοιο δεν ήταν ούτε ιατρικώς δεοντολογικά σωστό. Ξεκαθάρισε ότι οι τοποθετήσεις του θα ήταν αναγκαστικά γενικές. Εξήγησε πως η ψυχίατρος Δρ Θωμά, που εξέτασε τον Κατηγορούμενο, παραιτήθηκε από τον ΟΚΥΠΥ, χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει πού βρίσκεται. Είπε πάντως ότι η φαρμακευτική αγωγή που η Δρ Θωμά συνέστησε στον Κατηγορούμενο και αυτός άρχισε να λαμβάνει από τις 20.12.21, αποσκοπούσε στην πρόληψη και θεραπεία στερητικού συνδρόμου ασθενούς, που είναι εξαρτημένος από το αλκοόλ, στην περίπτωση που αυτός διακόψει απότομα τη χρήση αλκοόλης. Η απότομη διακοπή του εθισμένου στο αλκοόλ έχει πολύ έντονες συνέπειες τις πρώτες μέρες ανέφερε, οι οποίες κορυφώνονται την τρίτη μέρα και μετά παρουσιάζουν ύφεση. Ως προκύπτει από το Τεκμήριο ΙΙ, ο Κατηγορούμενος φαίνεται να πέρασε το στερητικό σύνδρομο χωρίς θεραπεία, λόγω δικής του άρνησης να την πάρει, ενώ άλλαξε γνώμη αργότερα. Ανέφερε πως και οι δύο πιο πάνω πτυχιακές μελέτες είναι έγκυρες και ότι τις έχει μελετήσει. Αυτό ήταν εμφανέστατο από το ότι ήταν σε θέση να τοποθετηθεί με επάρκεια επί των περιεχομένων αυτών, ως του υποδείχθηκαν από τον κ. Ευσταθίου. Εξήγησε πως το αλκοόλ είναι ουσία κατασταλτική. Δηλαδή, η χρόνια χρήση του μπορεί να οδηγήσει κάποιον σε κατάθλιψη. Κάποιος, ο οποίος πίνει καθημερινά και όλη τη μέρα, έχει στο αίμα του υψηλά επίπεδα αλκοόλης. Όταν τα επίπεδα αυτά μειωθούν, γίνεται ευερέθιστος, διότι μειώνεται η κατασταλτική επίδραση της αλκοόλης. Δέχτηκε πως «η μακρόχρονη κατανάλωση οδηγεί, πάντα, σε μία βαθμιαία επιδείνωση της ψυχικής διάθεσης. Με τη μακροχρόνια χρήση, το άτομο, που πίνει πολύ, θα αρχίσει να νιώθει περισσότερη κατάθλιψη και ευερεθιστότητα» (σελ. 36 πρώτης μελέτης). Είπε, όμως, ότι δεν συμφωνεί πλήρως με την έτερη τοποθέτηση της μελέτης, ήτοι ότι μπορεί να δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει άλλους ανθρώπους και να έχει δυσάρεστες και καχύποπτες σκέψεις (επίσης σελ. 36). Τούτο συμβαίνει σπανίως και εάν ο αλκοολικός έχει φτάσει στον βαθμό της αλκοολικής ψύχωσης εξήγησε. Συμφώνησε πως, με τον όρο ″αλκοολική τοξίκωση″ εννοείται η γνωστή μέθη, που έχει ως χαρακτηριστικά τις δυσπροσαρμοστικές μεταβολές της συμπεριφοράς, δηλαδή έκπτωση της κρίσης (σελ.37 της πρώτης μελέτης). Εξήγησε ότι ο μεθυσμένος έχει επηρεαστεί στην κριτική του ικανότητα, ιδιαιτέρως παρουσιάζει άρση αναστολών και πιθανόν να προβεί σε συμπεριφορές, στις οποίες δεν θα προέβαινε, εάν δεν ήταν μεθυσμένος. Η ποσότητα που χρειάζεται κάθε άνθρωπος για να μεθύσει είναι διαφορετική. Εξήγησε πως ο αλκοολικός στα αρχικά στάδια της κατάχρησης αλκοόλ έχει μεγαλύτερη ανοχή σε αυτό. Δηλαδή, μπορεί να έχει πιεί μεγάλη ποσότητα και να μην παρουσιάζει συμπεριφορικές ή κινητικές διαταραχές. Μετά, όμως, με τη συνέχιση της κατάχρησης και όταν έχει αρχίσει και προχωρεί η ηπατοπάθεια, παρουσιάζεται το φαινόμενο της ″αντίστροφης ανοχής″. Δηλαδή, λόγω της ηπατοπάθειας, αρχίζει να μην αντέχει το αλκοόλ και σε κάθε κατανάλωση παρουσιάζει πλέον ευκολότερα και συντομότερα τις επιπτώσεις της μέθης. Έχει, δηλαδή, αποκτήσει αντίστροφη ανοχή και πιο γρήγορα μειώνονται οι κριτικές και κινητικές του ικανότητες. Όταν ο χρόνιος αλκοολικός είναι ξεμέθυστος, η κριτική του ικανότητα δεν είναι επηρεασμένη. Επηρεάζεται μόνο όταν είναι μεθυσμένος. Η κριτική του ικανότητα δυνατόν να επηρεαστεί μονίμως μόνο εάν, με τα χρόνια κατάχρησης, παρουσιαστούν συνοδές επιπλοκές, κίρρωση του ήπατος ή παγκρεατίτιδα, και τούτο οδηγήσει σε ένα προχωρημένο στάδιο αλκοολικής εγκεφαλοπάθειας. Αυτό είναι ένα τελικό στάδιο, που παρατηρείται σε ασθενείς με πολύ βαριά κίρρωση και πολύ μειωμένη ηπατική λειτουργία. Εν προκειμένω, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος έφτασε σε πολύ προχωρημένο στάδιο αλκοολικής εγκεφαλοπάθειας, οπότε δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι ήταν μονίμως επηρεασμένη η κριτική του ικανότητα, δηλαδή ακόμα και όταν ήταν ξεμέθυστος. Η χρόνια σοβαρή εξάρτηση από το αλκοόλ οδηγεί σε μείωση της λειτουργικότητας στην εργασία και στις διαπροσωπικές σχέσεις. Οι εξαρτήσεις δεν είναι μόνο πρόβλημα ατομικής υγείας, αλλά και δημόσιας υγείας, λόγω των κοινωνικών τους προεκτάσεων. Ο αλκοολικός δυνατόν να χρησιμοποιεί το αλκοόλ για αυτοθεραπεία του άγχους και αργότερα το άγχος να προέρχεται από το ίδιο το αλκοόλ. Δηλαδή, όταν δεν πίνει, να παρουσιάζει άγχος στο πλαίσιο του στερητικού συνδρόμου, το οποίο θεραπεύει λαμβάνοντας πάλι αλκοόλ και έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Το ότι όταν κάποιος είναι μεθυσμένος, δεν μπορεί να ελέγξει τις αντιδράσεις του είναι γενικά ορθό, αλλά ισχύει σε άλλο βαθμό, ανάλογα με τον βαθμό της μέθης και την προσωπικότητα του μεθυσμένου. Το πώς ο μεθυσμένος θα συμπεριφερθεί εξαρτάται από το πόσο έχει πιει και από την ιδιοσυγκρασία του. Ο συγκροτημένος άνθρωπος με αυτοέλεγχο και αυτοπειθαρχία, όταν πιει αλκοόλ, δεν είναι τόσο ανεξέλεγκτος διότι, από κάτω, υπάρχει μία προσωπικότητα συγκροτημένη, είπε χαρακτηριστικά. Όταν ένας χαρακτήρας είναι ευερέθιστος και παρορμητικός, το αλκοόλ, το οποίο αναστέλλει τις κοινωνικές και ηθικές αναστολές, μπορεί να παρουσιάσει μεγαλύτερη παρορμητικότητα και ανεξέλεγκτη έως και βίαιη συμπεριφορά. Δεν δέχτηκε, όμως, την τοποθέτηση της πρώτης μελέτης, (στη σελ. 44 αυτής), ότι η επαφή του αλκοολικού με το περιβάλλον του όταν είναι μεθυσμένος «χαρακτηρίζεται από πλήρη σύγχυση, μπερδεύοντας την πραγματικότητα με φαντασιώσεις και ονειρικές καταστάσεις». Είπε ότι αυτό αφορά πολύ βαριά περίπτωση μέθης. Όταν δηλαδή κάποιος έχει πλέον διαταραχή προσανατολισμού και δεν γνωρίζει πού βρίσκεται, γιατί ή πώς βρέθηκε εκεί. Συμφώνησε με την τοποθέτηση της πρώτης μελέτης, (στη σελ. 53 αυτής), ότι ο αλκοολικός «σε κάποιες στιγμές κατακλύζεται από μίαν τεράστια βία, μη ελεγχόμενη, που δεν πυροδοτείται από συγκεκριμένη εξωτερική αιτία και έχει σαν αντικείμενό της τους άλλους ή ακόμα και τον ίδιο τον εαυτό του». Μάλιστα, το αλκοόλ μειώνει την ικανότητα του ατόμου να επικοινωνεί καθαρά με τρίτους και να κατανοεί τη συμπεριφορά τους, μειώνει την ικανότητα του ατόμου να παίρνει σωστές αποφάσεις και να εκτελεί οδηγίες γρήγορα, ενώ επηρεάζεται και η ικανότητά του να συνειδητοποιεί τις αρνητικές επιπτώσεις και τα αποτελέσματα κάποιας εγκληματικής του πράξης (σελ. 55). Τα πιο πάνω όμως, όπως εξήγησε, εξαρτώνται από τον βαθμό της μέθης και την προσωπικότητα του ατόμου. Εάν λ.χ. κάποιος είναι βίαιος και έχει πιεί πολύ, θα παρουσιάσει επιθετική συμπεριφορά, άλλος που είναι εξωστρεφής χαρακτήρας και έχει πιεί πολύ θα αρχίσει να τραγουδάει και άλλος που είναι εσωστρεφής θα κάθεται σε μία γωνιά και θα κλαίει. Συμφώνησε με την τοποθέτηση της δεύτερης μελέτης (στη σελ. 16 αυτής), πως ο χρόνιος αλκοολισμός οδηγεί σε ψυχικές ανωμαλίες, σε μείωση της πνευματικής ικανότητας και της ικανότητας για εργασία και στην απώλεια του αισθήματος του καθήκοντος. Δέχτηκε πως η σημαντικότερη βλάβη του αλκοόλ στα εσωτερικά όργανα συντελείται στο συκώτι, η γνωστή κίρρωση του ήπατος, στην οποίαν οφείλονται οι περισσότεροι θάνατοι από χρόνια κατάχρηση. Δεν δέχτηκε πως ένα ποσοστό 70% περίπου των δραστών αδικημάτων βίας είχαν καταναλώσει προηγουμένως αλκοόλ, ή ότι το 50% περίπου είναι εξαρτημένοι από αυτό (σελ. 30 της δεύτερης μελέτης), διότι δεν αναφέρεται η πηγή των τοποθετήσεων αυτών κι έτσι δεν δύναται να τις επιβεβαιώσει. Δέχτηκε, όμως, τη γενική αρχή ότι η βία σχετίζεται με το αλκοόλ. Εξήγησε πως στους αλκοολικούς, κατά τη διάρκεια του στερητικού συνδρόμου, παρουσιάζονται ψυχωτικού τύπου συμπτώματα, ψευδαισθήσεις και παραληρητικές ιδέες, ενώ οι ψυχοκινητικές διαταραχές παρατηρούνται στη βαριά χρήση αλκοόλ (σχολιάζοντας τη σελ. 33 της δεύτερης μελέτης). Είναι πιθανόν κάποιος να αποβιώσει από αλκοολισμό, όταν υπάρχουν οργανικές επιπλοκές, όπως παγκρεατίτιδα και κίρρωση, ρήξη οισοφάγου, ογκολογικά προβλήματα, αλκοολική εγκεφαλοπάθεια και ο αλκοολικός δεν συνεργάζεται για θεραπεία και δεν σταματά το ποτό. Αντεξεταζόμενος, έδωσε περισσότερη έμφαση στο ότι η κάθε περίπτωση αλκοολικού είναι διαφορετική. Ο ένας μπορεί να έχει συγκεκριμένα συμπτώματα και κάποιος άλλος άλλα. Οπωσδήποτε, δεν γνωρίζει τα συμπτώματα του Κατηγορούμενου κατά τον επίδικο χρόνο, αφού δεν τον εξέτασε, ούτε και γνωρίζει την προσωπικότητά του ή πώς συμπεριφέρεται όταν είναι σε περιόδους που πίνει ή δεν πίνει. Αν, δηλαδή, έχει αντικοινωνικά στοιχεία ως χαρακτήρας, πόσο αλκοόλ χρειάζεται για να μεθύσει, ποιο το επίπεδο ανοχής του, εάν πάσχει από μακροχρόνια κατάχρηση - κάτι το οποίο θα οδηγούσε σε αντίστροφη ανοχή του οργανισμού του στο αλκοόλ κ.τ.λ. Όταν κάποιος έχει φτάσει σε κίρρωση μεγάλου βαθμού, έχει χάσει δηλαδή την περισσότερη ηπατική λειτουργία, τότε παρουσιάζεται η αντίστροφη ανοχή. Υπεραμύνθηκε πειστικά της θέσης του ότι, επειδή κάποιος έχει καταναλώσει ποσότητα αλκοόλης, δεν σημαίνει ταυτόχρονα πως είναι και μεθυσμένος. Η μέθη είναι η συμπεριφορική εκδήλωση της αλκοολικής τοξίκωσης. Η μέθη έχει και κινητικές επιδράσεις, δηλαδή έχει τοξική επίδραση στον εγκέφαλο, που ελέγχει τις κινήσεις των χεριών, ποδιών και σώματος και έτσι επηρεάζει την ικανότητα του εγκεφάλου να τα ελέγχει. Γι' αυτό ο μεθυσμένος έχει μειωμένη ικανότητα χειρισμού μηχανημάτων ή μειωμένη ικανότητα βάδισης, ανάλογα με τον βαθμό της μέθης. Η κα Κυθραιώτου έθεσε στον ψυχίατρο σενάριο γεγονότων, που προσομοιάζουν με τις περιστάσεις εν προκειμένω για να τοποθετηθεί. Συγκεκριμένα ρώτησε για άτομο που καταναλώνει το πρωί αλκοόλη, μετά από λίγο τσακώνεται με τρίτους, αποφασίζει να επιτεθεί, μπαίνει στην οικία του, παίρνει το κυνηγετικό, το συναρμολογεί, τοποθετεί φυσίγγια, εξέρχεται, πάει στη σκηνή, στοχεύει το ένα άτομο, το πυροβολεί, το σκοτώνει και μετά σημαδεύει και άλλο άτομο, το πυροβολεί και μετά από το περιστατικό εισέρχεται ξανά στην οικία του, φορά ζώνη φυσιγγίων, τοποθετεί στο όπλο ξανά φυσίγγια και προσπαθεί να διαφύγει, φοβούμενος ότι θα μπορούσαν να τον αναζητήσουν οι συγγενείς των θυμάτων. Το ερώτημα ήταν εάν αυτού του ατόμου η κινητική του ικανότητα είχε μειωθεί καθ' οποιονδήποτε τρόπο. Η απάντηση του Δρος Σαμαρτζή ήταν σαφώς πως όχι. Σε σχέση με την αντιληπτική του ικανότητα, φαίνεται να ήταν και αυτή φυσιολογική, είπε ο ιατρός, αφού αντιλήφθηκε το τι έπραξε και συνακόλουθα τον κίνδυνο να του επιτεθούν οι συγγενείς και γι' αυτό έβαλε τη ζώνη φυσιγγίων. Είχε, επίσης, αντίληψη της πραγματικότητας στον βαθμό που χρειαζόταν, ούτως ώστε να πει σε τρίτους ότι τον θύμωσαν και θα έρθει η Αστυνομία να τον πάρει. Κατάλαβε, δηλαδή, τι έκανε και για ποιον λόγο το έκανε και προσπάθησε να προστατεύσει τον εαυτό του. Η αναφορά σε παθολογικό ιατρείο, στο Τεκμήριο ΙΙ, της Δρος Θωμά, εξήγησε ότι σημαίνει πως, αφότου ο Κατηγορούμενος νοσηλεύτηκε στη μονάδα εντατικής θεραπείας για οξεία παγκρεατίτιδα και απολύθηκε, επισκεπτόταν ως εξωτερικός ασθενής το παθολογικό ιατρείο, το οποίο του συνέστησε φαρμακευτική αγωγή, που αρνείτο να λάβει. Εξήγησε πειστικότατα ότι το στερητικό σύνδρομο είναι το σύνολο των συμπτωμάτων, το οποίο οφείλεται στην απότομη διακοπή του αλκοόλ από έναν άνθρωπο που είναι εξαρτημένος στο αλκοόλ και τα συμπτώματα αυτού ξεκινούν λίγες ώρες μετά τη διακοπή και κλιμακώνονται μεταξύ 48 και 72 ωρών. Αναφέροντας το αυτονόητο είπε ότι η ένταση και η διάρκεια του στερητικού συνδρόμου δεν είναι η ίδια σε όλους, αλλά εξαρτάται από τη γενικότερη κατάσταση της υγείας του αλκοολικού, το πόσο αλκοόλ πίνει κάθε μέρα και για πόσα χρόνια το πίνει. Εύλογη ήταν η θέση του ότι το ένα τέταρτο της φιάλης ζιβανία, που υπολόγισε σε 250 ml, είναι μεγάλη ποσότητα αλκοόλης ενώ τεκμηριωμένη επιστημονικά ήταν η θέση του πως η πρωινή κατανάλωση αλκοόλης είναι ένδειξη αλκοολικού. Συναφώς εξήγησε ότι εντός μίας ώρας από την κατανάλωση, υπάρχει ακόμα, σίγουρα, υψηλή αλκοόλη στο αίμα και έτσι δεν μπορεί να ξυπνήσει το στερητικό σύνδρομο. Επίσης λογικό και εν πολλοίς αυτονόητο ήταν το επιχείρημα πως αφού ο Κατηγορούμενος δεν έπασχε από στερητικό σύνδρομο κατά τον επίδικο χρόνο, δεν έπασχε ούτε από τα συμπτώματα αυτού. Δεν παρουσίαζε ψευδαισθήσεις ή παραληρητικές ιδέες, ούτε μπέρδευε την πραγματικότητα με φαντασιώσεις και ονειρικές καταστάσεις. Τούτο μπορεί να γίνει, όταν επέλθει υπερκατανάλωση, όταν δηλαδή το άτομο κοντεύει να πέσει σε κώμα από το ποτό και δεν μπορεί, καν, να περπατήσει ή να αναγνωρίσει κατά πόσον κάτι συμβαίνει στον ύπνο του ή στον ξύπνιο του. Για το προαναφερθέν σενάριο είπε επίσης πειστικά πως το άτομο υποκείμενο του σεναρίου δεν είχε φτάσει σε τέτοια βαριά μέθη, αφού ήταν σε θέση να διεξάγει εκείνες τις αναφερθείσες λειτουργίες. Περαιτέρω, ο Δρ Σαμαρτζής παρέθεσε την καθόλα λογική θέση πως αφού ο Κατηγορούμενος την επόμενη της ανθρωποκτονίας εξετάστηκε από τις ψυχιάτρους Ταντελέ και Χριστοδουλίδου και βρέθηκε να μην παρουσιάζει συμπτώματα απόσυρσης από το αλκοόλ, δηλαδή συμπτώματα στερητικού συνδρόμου, έπεται ότι ο Κατηγορούμενος, που ήπιε ζιβανία το πρωί, πάσχει μεν από χρόνιο αλκοολισμό, αλλά, στον κρίσιμο χρόνο, ήταν σε περίοδο αποχής από το αλκοόλ και η ανοχή του είχε μειωθεί. Αλλιώς θα είχε στερητικό σύνδρομο την επόμενη το πρωί, όταν τον εξέτασαν οι ψυχίατροι Ταντελέ και Χριστοδουλίδου. Όταν ο αλκοολικός είναι σε ύφεση, η ανοχή μειώνεται και αντίστοιχα μειώνεται και η ένταση του στερητικού συνδρόμου. Όταν δηλαδή κάποιος αλκοολικός, ο οποίος δεν πίνει καθημερινά, μία μέρα τύχει να πιεί πολύ δεν έχει την επόμενη στερητικό σύνδρομο, όπως συνέβη εν προκειμένω με τον Κατηγορούμενο. Στη βάση, λοιπόν, της δοθείσας μαρτυρίας προβαίνουμε σε ευρήματα σε σχέση με το πρώτο ερώτημα τα οποία παραθέτουμε σε μεταγενέστερο σημείο. 4) Έχει ο Κατηγορούμενος μειωμένο προσδόκιμο ζωής λόγω κίρρωσης του ήπατος και οξείας παγκρεατίτιδας; Βάσει του ιατρικού του φακέλου, που τηρείται, ο Κατηγορούμενος προσήρχετο στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του εν λόγω νοσοκομείου τουλάχιστον από τον Μάιο του 2014, αναφέροντας επιγαστραλγία με αντανάκλαση στην αριστερή οσφύ και δήλωνε κατανάλωση αλκοόλ, περίπου μισή μπουκάλα ουίσκι ημερησίως, τουλάχιστον από πενταμήνου. Στη συνέχεια νοσηλεύτηκε στο εν λόγω νοσοκομείο από τις 6.6.14 μέχρι και τις 17.8.
- Ειδικότερα από τις 7.6.14 μέχρι και τις 7.7.14 νοσηλεύτηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας και από τις 7.7.14 μέχρι και τις 17.8.14, οπότε και έλαβε εξιτήριο, στο παθολογικό τμήμα του εν λόγω νοσοκομείου. Παρουσίαζε ιστορικό οξείας ή νεκρωτικής παγκρεατίτιδας με ψευδοκύστες παγκρέατος και υπεβλήθη σε διενέργεια διαγαστρικής παγκρεατοκυστοστομίας. Δεχόμαστε τη θέση του Δρος Σαμαρτζή πως στον χρόνιο αλκοολικό η χρόνια τοξική επίδραση του οινοπνεύματος στα διάφορα ζωτικά όργανα προκαλεί δυσλειτουργία στα όργανα αυτά, καθώς και ότι, ως αναφέρεται και στην πρώτη μελέτη (σελ.32 αυτής), η κίρρωση του ήπατος επηρεάζει το προσδόκιμο ζωής. Δηλαδή, οι κιρρωτικοί ασθενείς ζουν, κατά μέσο όρο, λιγότερο από τους μη κιρρωτικούς. Παρομοίως και η παγκρεατίτιδα επηρεάζει το προσδόκιμο ζωής, η οποία είναι βαριά νόσος. Η, δε, οξεία παγκρεατίτιδα, πιθανόν να οδηγήσει στην εντατική τον ασθενή - όπως έγινε εν προκειμένω - και, εάν μπει στην εντατική, υπάρχουν πιθανότητες να καταλήξει. Αυτό που συνδέει την κίρρωση με την παγκρεατίτιδα είναι ότι και οι δύο παθήσεις δύναται να προκληθούν από την κατάχρηση αλκοόλ, διαπίστωση η οποία δεν αμφισβητήθηκε ούτε από την Κατηγορούσα Αρχή. Ειδικότερα όμως ως προς την παρούσα, να σημειωθεί πως, ενώ αποδείχθηκε ότι ο Κατηγορούμενος νοσηλεύτηκε λόγω οξείας παγκρεατίτιδας κατά το 2014, δεν δόθηκε καμμία μαρτυρία ως προς τον βαθμό λειτουργίας του ήπατος ή του παγκρέατος κατά τον επίδικο χρόνο των αδικημάτων, που ήταν 7 χρόνια μετά. Κατά ανάλογο τρόπο, ενώ αποδείχθηκε ότι έπασχε από κίρρωση του ήπατος, εντούτοις δεν αποδείχθηκε από ποίου βαθμού κίρρωση πάσχει. Κατά τον επίδικο χρόνο, επομένως, πέραν της γενικής αυτής διαπίστωσης, δεν είναι δυνατόν να συγκεκριμενοποιηθεί το πόσο μειωμένο είναι το προσδόκιμο ζωής για τον Κατηγορούμενο, εξαιτίας των παθήσεων αυτών. 5) Τύγχανε ο Κατηγορούμενος και η οικογένειά του μίας διαχρονικά και σιωπηλά καταφρονητικής συμπεριφοράς από την οικογένεια του Θύματος και του Παραπονούμενου; Η σύζυγος του Κατηγορούμενου στην κατάθεσή της, Τεκμήριο Ε, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η ίδια δεν μιλούσε με κανένα γείτονά τους στο Γέρι. Θεωρούσε πως, επειδή είναι Φιλιππινέζα, δεν ήθελαν να της μιλούν. Έτυχε να ακούσει μέλη της οικογένειας του Θύματος να μιλούν για την ίδια και να αναφέρονται σε αυτήν ως ″η Φιλιππινέζα″. Η ίδια δεν ασχολείτο μαζί τους ή με το τι έλεγαν και δεν είχαν καθόλου σχέσεις. Οι γείτονες της έλεγαν για αυτούς ότι είναι φτωχοί και τους άκουγαν σε όλη τη γειτονιά. Τα άκουσε από άλλη Φιλιππινέζα αυτά. Με τον άνδρα της οι γείτονες τσακώνονταν για χρόνια για τη στάθμευση, καθώς και για το ότι τα Σαββατοκύριακα έκτιζαν το σπίτι τους και έριχναν πράγματα στην αυλή τους, τα οποία η μάρτυρας καθάριζε χωρίς να παραπονιέται. Εξήγησε στη μαρτυρία της ότι δεν είχε καμμία σχέση με τους γείτονες. Ούτε αντάλλασσαν ευχές στις γιορτές, ούτε και έλαβε από αυτούς οποιαδήποτε βοήθεια, όταν ο άνδρας της ήταν στο νοσοκομείο. Πιστεύει ότι οι γείτονες αυτοί δεν ήθελαν να της μιλούν, διότι η ίδια είναι από άλλη χώρα. Είπε πως ο άνδρας της είναι νευρικός, όμως ποτέ δεν ήταν πρόβλημα για την ίδια και την οικογένειά της αυτό. Έτυχε κάποια φορά να σπάσει πράγματα στο σπίτι αλλά ποτέ σε σημείο που να φοβηθεί ότι θα κάνει στην ίδια και στα παιδιά κακό. Τώρα, στο Δικαστήριο αντιλήφθηκε ότι ο άνδρας της έπινε ποτό. Εκείνη τη μέρα, τον είδε «κανονικά», εννοώντας χωρίς κάποια διαφορά από άλλες μέρες. Αξιολογώντας τη μάρτυρα, προκύπτει ότι η θέση της πως οι γείτονες δεν ήθελαν να της μιλούν, διότι είναι Φιλιππινέζα, δεν βασίζεται σε κάποιο γεγονός ή ενέργεια ή λόγο των γειτόνων, πέραν του ότι έτυχε ν' ακούσει, σε μία περίπτωση, μέλη της οικογένειας του Θύματος να μιλούν για την ίδια και να αναφέρονται σε αυτήν ως ″η Φιλιππινέζα″. Είναι σαφές πως αυτή και μόνον η μία φορά, που άκουσε κάτι σχετικό για την ίδια σε συνδυασμό με το ότι δεν είχαν κοινωνικές σχέσεις, υπό την έννοια ανταλλαγής επισκέψεων ή συναφών επαφών, της δημιούργησε την εντύπωση ότι την περιφρονούσαν και την αντιμετώπιζαν υποτιμητικά. Ακόμα όμως και αν λαμβάναμε τις πιο πάνω τοποθετήσεις της ως δεδομένες, δεν θα μπορούσαμε, άνευ ετέρου, να εξαγάγουμε συμπέρασμα ότι η οικογένεια του Θύματος και του Παραπονούμενου ενεργούσαν ρατσιστικά έναντι της ή καταφρονητικά έναντι ολόκληρης της οικογένειας. Ούτε μπορεί να προκύψει τέτοιο συμπέρασμα από την, παραδεκτή, απουσία σχέσεων μεταξύ των δύο οικογενειών. Άλλωστε ευθαρσώς και εντίμως παραδέχθηκε ότι ούτε η ίδια μιλούσε στους γείτονες της. Δεν έχουμε οποιαδήποτε αμφιβολία ότι πρόκειται για εικασίες της μάρτυρος, οι οποίες δεν υποστηρίζονται από κάποιο ικανοποιητικό υπόβαθρο γεγονότων, ούτως ώστε να μπορούσαν να χαρακτηριστούν βάσιμες. Για το περιστατικό με την αναφορά στην καταγωγή της θα απαιτούντο περισσότερες λεπτομέρειες για το ευρύτερο πλαίσιο χρήσης τέτοιου όρου (π.χ. ύφους, τόνου, διάθεσης κ.λ.π.) Για το ζήτημα των κοινωνικών σχέσεων, θα λαμβάνετο ασφαλώς υπ' όψιν πως δεν υπάρχουν κανόνες και ούτε δύναται να υποχρεωθεί οποιοσδήποτε να έχει τέτοιες σχέσεις, ενώ η ύπαρξη επιμέρους λειτουργικών ζητημάτων για μία καλή γειτονία (όπως αυτό της στάθμευσης, που η ίδια αναφέρει), θα συνιστούσε μία βασιμότερη εξήγηση για τον περιορισμό των κοινωνικών επαφών. Τέτοια ζητήματα και λεκτικές αντιπαραθέσεις παρατίθενται επαρκέστερα από τον Κατηγορούμενο στην κατάθεσή του, στον οποίον άλλωστε και η ίδια παρέπεμψε. Ούτε και μπορούμε να θεωρήσουμε ως αιτία την αναφορά της ότι μία άλλη Φιλιππινέζα τής είπε ότι έλεγαν γι' αυτούς σ΄όλη τη γειτονιά ότι είναι φτωχοί, αφού η Φιλιππινέζα αυτή δεν μαρτύρησε ενώπιον μας, για να αντεξεταστεί και να προκύψει με ασφάλεια σχετικό συμπέρασμα. Εν ολίγοις, τα πιο πάνω δεν μπορούν, αφ' εαυτών, να αποδείξουν ότι η οικογένεια του Κατηγορούμενου τύγχανε μίας διαχρονικά και σιωπηλά καταφρονητικής συμπεριφοράς από την οικογένεια του θύματος και του Παραπονούμενου. Το σχετικό ερώτημα απαντάται αρνητικά. Στ. Κατάληξη Επομένως και συνοψίζοντας αναφορικά με όλα τα ζητήματα που τέθηκαν προς απόφανση στο πλαίσιο των δύο διαδικασιών τύπου Newton καταλήγουμε ως ακολούθως:
- Ως προς το ερώτημα που αφορά το έναυσμα του επεισοδίου αποτελεί κατάληξη μας ότι τα γεγονότα εκτυλίχθηκαν ως εξής: Κατά το πρωί της 11.8.21 ο Κατηγορούμενος, όντας νευριασμένος με τους γείτονες του ένεκα γεγονότων που είχαν επισυμβεί την προηγούμενη μέρα και σχετίζοντο με το ζήτημα της στάθμευσης, αφού ξύπνησε και κατανάλωσε ¼ της φιάλης ζιβανία, βγήκε έξω στην αυλή για να κάνει κάποιες εργασίες και έριξε λιωμένες ντομάτες και σπαγγέττι στην αυλή του Παραπονούμενου και του Θύματος. Ο Παραπονούμενος με το Θύμα, οι οποίοι εκτελούσαν εργασίες στην οικία τους, αντιλήφθηκαν τις ντομάτες στον δικό τους χώρο στάθμευσης και εντόπισαν σε κάποια στιγμή τον Κατηγορούμενο να ευρίσκεται μέσα στην αυλή του να φωνάζει και να υβρίζει αναφορικά με το ζήτημα της στάθμευσης και εν γένει να ευρίσκεται σε «έξαρση» και εκτός εαυτού. Ο Παραπονούμενος στο στάδιο αυτό ήταν ήρεμος και προσπάθησε να ηρεμήσει και τον Κατηγορούμενο, ενώ επίσης ήρεμο ήταν και το Θύμα το οποίο ανέβηκε στην οικία του όπου η βρισκόταν η σύζυγος του (Λ.Ν.) την οποία ρώτησε κατά πόσον η σακούλα σκουπιδιών που είχαν κατεβάσει την προηγούμενη μέρα είχε ντομάτες μέσα, ενημερώνοντας την ότι βρήκαν ντομάτες, προσπαθώντας έτσι να διακριβώσει τη προέλευση των ντομάτων. Η Λ.Ν. απάντησε αρνητικά στο Θύμα, το οποίο κατέβηκε κάτω. Η ίδια κατέβηκε μετά από λίγο αφού άκουε πλέον φωνές τις οποίες δεν μπορούσε να προσδιορίσει. Φωνές οι οποίες είχαν ήδη οδηγήσει τη Μ.Υ.3, τη Μ.Υ.2, καθώς και τη Μ.Υ.1 και τη μητέρα της να βγουν έξω από τις οικίες τους. Στο ενδιάμεσο και αφότου διαφάνηκε πως οι ντομάτες προέρχονταν από τον Κατηγορούμενο, o οποίος συνέχιζε να υβρίζει και να φωνάζει, είχε αρχίσει ένας λεκτικός διαπληκτισμός μεταξύ Παραπονούμενου και Θύματος από τη μια και Κατηγορούμενου από την άλλη. Εξ ου και όταν η Λ.Ν. κατέβηκε κάτω, είδε το Θύμα, τον Παραπονούμενο και την πεθερά της να βρίσκονται στον χώρο στάθμευσης να λογομαχούν με τον Κατηγορούμενο ο οποίος βρισκόταν στην αυλή του. Στο πλαίσιο αυτό υπήρξε λεκτική αντιπαράθεση/λογομαχία μεταξύ των δυο πλευρών στο πλαίσιο της οποίας εκστομίστηκαν διάφορες εκφράσεις όπως «Εκατάστρεψες μου το σπίτι μου, ξιτιμάζεις τον άντρα μου, εμπλέξαμε μαζί σου»[6], «Εν αντρέπεσαι; Ίντα που κάμεις του μιτσή; Εγέμωσες τον τόπο ντομάτες»[7], «εν να σε σφάξω, εν να σας παίξω, εν να σε διαλύσω, εν να σε θάψω»[8], «γαμώτα, εννά σε κάμω άχρηστο, εννά σε κάμω κιμά, εκατάστρεψες μας, εκατάστρεψες το σπίτι μας»[9]. Στην εν λόγω λογομαχία συμμετείχε και η σύζυγος του Θύματος (Λ.Ν.) η οποία είχε επίσης θυμώσει πολύ, φώναζε και ύβριζε ενώ επίσης θυμωμένοι ήταν και ο Παραπονούμενος και το Θύμα. Επίσης η Λ.Ν. αλλά και ο Παραπονούμενος έριξαν ντομάτες από εκείνες που βρήκαν στην αυλή τους, πίσω στην οικία του Κατηγορούμενου. Ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η ως άνω λεκτική αντιπαράθεση, και στην παρουσία των Μ.Υ.1, ΜΥ.2 και Μ.Υ.3 αλλά και της Λ.Ν. και της συζύγου του Παραπονούμενου, ο τελευταίος ευρισκόμενος κοντά στον μεσότοιχο των δύο οικιών ακούμπησε τα χέρια του στον εν λόγω διαχωριστικό τοίχο, ενέργεια η οποία εκλήφθηκε από τον Κατηγορούμενο ως προσπάθεια του για να εισέλθει στην οικία του. Τότε ο Κατηγορούμενος πήρε σβανά και επιχείρησε να χτυπήσει τον Παραπονούμενο, ο οποίος κινήθηκε προς τα πίσω αποφεύγοντας το χτύπημα. Κατά τον ίδιο χρόνο ο Κατηγορούμενος είπε στον Παραπονούμενο μεταξύ άλλων ότι θα τον θάψει, αναφορά στην οποία ο Παραπονούμενος απάντησε λέγοντας του « μα ποιον εν να θάψεις, εν να σε κάμω να φύεις νύχτα που δαμαί». Η σύζυγος του Παραπονούμενου προέτρεπε το Θύμα να καλέσουν την Αστυνομία. Το Θύμα είπε στη σύζυγο του να τηλεφωνήσει στην Αστυνομία και η ίδια ανέβηκε στην ανώγειο οικία τους για να πάρει το τηλέφωνο της. Την ίδια στιγμή η Μ.Υ.1 εισήλθε στην ισόγειο οικία για να τηλεφωνήσει από το σταθερό και αυτή στην Αστυνομία για τα διαδραματισθέντα. Σε αυτό το σημείο ο Κατηγορούμενος αποχώρησε από το σημείο της αυλής του όπου βρισκόταν, εισήλθε στην οικία του, πήγε στο υπνοδωμάτιο του και ανέσυρε από το ερμάρι του το επίδικο κυνηγετικό όπλο και αφού το συναρμολόγησε, έπιασε δύο φυσιγγία από θήκη φυσιγγίων και τα έβαλε μέσα στο όπλο. Εξήλθε από την οικία του κρατώντας το και κατευθύνθηκε ξανά στο σημείο της αυλής του όπου βρισκόταν προηγουμένως, κοντά στον διαχωριστικό τοίχο και σημάδεψε πρώτα το Θύμα προς το οποίο και πυροβόλησε, επιφέροντας τον θάνατο του ενώ ακολούθως πυροβόλησε με στόχο τον Παραπονούμενο, τον οποίο και τραυμάτισε. Ως προς το δεύτερο ερώτημα που αφορά το εάν εκστομίστηκε η φράση «Εν να σε κάμω κομμάτια» καταλήγουμε ως εξής: Δεν αποδεχόμαστε τη θέση της Μ.Υ.3 ότι ο Παραπονούμενος εκστόμισε τη φράση αυτή για τους λόγους που επεξηγήθηκαν ανωτέρω.
- Ως προς το εάν ήταν ο Κατηγορούμενος χρόνιος αλκοολικός και εάν ναι, αν είχε κατά τον επίδικο χρόνο συμπτώματα και ποια, καταλήγουμε ως εξής: Ο Κατηγορούμενος ήταν χρόνιος αλκοολικός. Το πρωί της 11.8.2021 κατανάλωσε ¼ της φιάλης ζιβανία, δηλαδή είτε 250ml είτε 175ml. Η πρωινή κατανάλωση αλκοόλ είναι ένδειξη αλκοολικού, ενώ η προαναφερθείσα ποσότητα αλκοόλ είναι μεγάλη. Εντός μίας ώρας από την εν λόγω κατανάλωση, υπήρχε ακόμα υψηλή αλκοόλη στο αίμα του Κατηγορούμενου και έτσι ούτε μπορούσε να ενεργοποιηθεί ούτε και ενεργοποιήθηκε στερητικό της αλκοόλης σύνδρομο. Από τη στιγμή της σύλληψής του μέχρι που εξετάστηκε από τις ψυχιάτρους Ταντελέ και Χριστοδουλίδου την επομένη το πρωί, ο Κατηγορούμενος δεν είχε πιει και δεν παρουσίαζε - κατά το χρόνο της εξέτασης - ούτε συμπτώματα αλκοολικής τοξίκωσης (μέθης δηλαδή), ούτε συμπτώματα απόσυρσης από το αλκοόλ (στερητικού συνδρόμου δηλαδή). Κατά τον επίδικο χρόνο των πυροβολισμών ο Κατηγορούμενος δεν έπασχε από στερητικό σύνδρομο και επομένως ούτε από τα συμπτώματα αυτού. Δεν παρουσίαζε ψευδαισθήσεις ή παραληρητικές ιδέες, δεν χαρακτηριζόταν από πλήρη σύγχυση ή αντιληπτικές διαταραχές, ούτε μπέρδευε την πραγματικότητα με φαντασιώσεις και ονειρικές καταστάσεις. Εν πάση περιπτώσει, τα όσα ο Κατηγορούμενος έπραξε την επίδικη μέρα, αμέσως πριν και αμέσως μετά τους πυροβολισμούς, υποδηλώνουν, βάσει της μαρτυρίας του Δρος Σαμαρτζή, ότι δεν ήταν ουσιωδώς επηρεασμένη η νοητική, αντιληπτική και κινητική λειτουργία του Κατηγορούμενου. Με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας και με γνώμονα το ότι ο Δρ Σαμαρτζής ουδέποτε εξέτασε τον Κατηγορούμενο, αλλά και λαμβάνοντας υπόψη τη γενική του θέση ότι επειδή κάποιος έχει καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλης δεν σημαίνει απαραίτητα πως είναι και μεθυσμένος ή ότι παρουσιάζει συγκεκριμένη συμπεριφορά (επειδή τούτα εξαρτώνται από το πόσο ο αλκοολικός έχει πιει, ποιο το επίπεδο ανοχής του κατά τον επίδικο χρόνο και ποια η προσωπικότητά του), δεν μπορούμε να εξακριβώσουμε κατά πόσον ο Κατηγορούμενος, με το ¼ της μπουκάλας ζιβανίας που κατανάλωσε το πρωί της επίδικης μέρας, ήταν μεθυσμένος κατά τον επίδικο χρόνο. Με τον όρο μεθυσμένος, εννοούμε, την επιστημονική επεξήγηση που έδωσε ο Δρ Σαμαρτζής, δηλαδή την συμπεριφορική εκδήλωση της αλκοολικής τοξίκωσης. Αυτό που μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα είναι ότι ο Κατηγορούμενος παρόλο που έπασχε από χρόνιο αλκοολισμό, κατά τον επίδικο χρόνο διένυε περίοδο αποχής από το αλκοόλ και η ανοχή του σε αυτό είχε μειωθεί. Τούτο σημαίνει, ότι η ποσότητα ζιβανίας που κατανάλωσε το πρωί της επίδικης μέρας ήταν ικανή να μειώσει, μερικώς τον αυτοέλεγχο και τις αναστολές του. Ούτε υπήρξε εν προκειμένω μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος έφτασε, οποτεδήποτε πριν τον επίδικο χρόνο, σε πολύ προχωρημένο στάδιο αλκοολικής εγκεφαλοπάθειας, ώστε να μπορέσουμε να δεχθούμε ότι ήταν μονίμως επηρεασμένη η κριτική του ικανότητα, ακόμα και όταν δεν είχε πιει.
- Ως προς το εάν έχει ο Κατηγορούμενος μειωμένο προσδόκιμο ζωής λόγω κίρρωσης του ήπατος και οξείας παγκρεατίτιδας καταλήγουμε ως εξής: Η κίρρωση του ήπατος και η παγκρεατίτιδα επηρεάζουν το προσδόκιμο ζωής. Oι κιρρωτικοί ασθενείς ζουν, κατά μέσο όρο, λιγότερο από τους μη κιρρωτικούς, πράγμα το οποίο ισχύει και για τον Κατηγορούμενο γενικά, χωρίς όμως να μπορεί να λεχθεί κάτι πιο συγκεκριμένο ως προς το μέγεθος τέτοιας μείωσης.
- Ως προς το εάν τύγχανε ο Κατηγορούμενος και η οικογένειά του μιάς διαχρονικά και σιωπηλά καταφρονητικής συμπεριφοράς από την οικογένεια του θύματος και του Παραπονούμενου καταλήγουμε ως εξής: Για τους λόγους που επεξηγήθηκαν στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας που αφορά τη δεύτερη δίκη Newton (ανωτέρω) δεν γίνεται αποδεκτή στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας η θέση αυτή. (Υπ.) ............. Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. [1] Αναφορά που αποδίδεται από τη Λ.Ν στον Παραπονούμενο και τη γυναίκα του (Κατάθεση Τεκμήριο 1 σελ. 4 γραμμή 111-112 [2] Αναφορά που αποδίδεται στη Λ.Ν από την Μ.Υ.1, (Κατάθεση Έγγραφο Β σελ. 4 γραμμή 94-95) [3] Αναφορές που αποδίδονται στον Κατηγορούμενο από τον Μ.Κ.1 (Κατάθεση Έγγραφο Α, σελ. 3 γραμμή 110) [4] Αναφορές που αποδίδονται στον Παραπονούμενο, το Θύμα και τη Λ.Ν από την Μ.Υ. 2 (Έγγραφο Δ σελ. 2, γραμμή 46) [5] Βλ. πρακτικά σελ. 42 γραμμή 20-25 [6] Αναφορά που αποδίδεται στην Λ.Ν από την Μ.Υ.1, (Κατάθεση Έγγραφο Β σελ. 4 γραμμή 94-95) [7] Αναφορά που αποδίδεται από την Λ.Ν στον Παραπονούμενο και τη γυναίκα του (Κατάθεση Τεκμήριο 2 σελ. 4 γραμμή 111-112 [8] Αναφορές που αποδίδονται στον Κατηγορούμενο από τον Μ.Κ.1 (Κατάθεση Έγγραφο Α, σελ. 3 γραμμή 110) [9] Αναφορές που αποδίδονται στον Παραπονούμενο, το θύμα και τη Λ.Ν από την Μ.Υ. 2 (Έγγραφο Δ σελ. 2, γραμμή 46) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο