← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. ΜΑΡΙΟΥ ΡΟΥΧΜΠΑΝ, Αρ. Υπόθεσης: 562/20, 12/1/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. ΜΑΡΙΟΥ ΡΟΥΧΜΠΑΝ, Αρ. Υπόθεσης: 562/20, 12/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:B3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 562/20 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον ΜΑΡΙΟΥ ΡΟΥΧΜΠΑΝ Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 12/01/2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: κα Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. H Κατηγορία Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για κλοπή χρηματικού ποσού €75 και ηλεκτρικής κουζίνας αξίας €300 από το σπίτι της παραπονούμενης στις 6/9/19. Η Κατηγορία στηρίζεται στο άρθρο 255 και 266(β) Π.Κ.. Το πρώτο εξ' αυτών έχει ως ακολούθως: «-

(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει ο,τιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή- (
  1. i)με τέχνασμα (
  2. ii)με εκφοβισμό (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο (
  3. iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα (β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς. (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο.» Β. Μαρτυρία Μαρτυρία έδωσαν για υποστήριξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής η παραπονούμενη Μ.Κ.
  1. Katrina Hoijere, η μητέρα της Μ.Κ.
  2. Larisa Hoijere, η Αστ. 3208 Π. Χαραλάμπους. Ο Κατηγορούμενος προέβηκε μετά την κλήση του σε απόλογία σε ανώμοτη δήλωση ενώ έδωσε μαρτυρία για εκείνον και ο φίλος του Ανδρέας Γεωργιάδης (Μ.Υ.1.). Μ.Κ.
  3. Η παραπονούμενη Μ.Κ.
  4. υιοθέτησε το περιεχόμενο κατάθεσής της ημερομηνίας 2/10/19 η παραπονούμενη, όπου και αναφέρει τα πιο κάτω: Μεταξύ 1ης και 31/5/19 έγινε μια ανακαίνιση στο γραφείο τους κι ένας από τους ιδιοκτήτες μιας εταιρείας της σύστησε τον Κατηγορούμενο ως καλό επαγγελματία. Στις 19/6/19 τον κάλεσε στο σπίτι της για να της φτιάξει μια γυψοσανίδα και τον προπλήρωσε €
  5. Εκείνος δεν της έδωσε απόδειξη. Μετά από λίγες μέρες εκείνος πήγε στον τόπο κατοικίας της μαζί με ένα άλλο εργάτη κι έφτιαξαν τη γυψοσανίδα. Απέμενε η τοποθέτηση της πόρτας και αυτό έγινε στις 4/
  6. Στις 5/6/19 εκείνος επρόκειτο να φύγει και της είπε ότι σχεδόν τελειώνει. Εν τω μεταξύ του είπε ότι επρόκειτο να αγοράσει καινούριο φούρνο- πίνακα μαγειρέματος (σημειώνεται εδώ ότι ως έχει γίνει κατανοητό από τη μαρτυρία, εν τοις εφεξοίς οιαδήποτε αναφορά, κυρίως κατά την παράθεση της μαρτυρίας, σε γκάζι/φούρνο/εστία/μάτια, αναφέρεται στο ίδιο πράγμα , τουτέστιν: πάνω μέρος-πίνακα μαγειρέματος με τα λεγόμενα «μάτια» και όχι στο φούρνο μαγειρέματος) και ο τεχνικός της εταιρείας του είπε ότι μπορεί να χρειαστούν 2-4 εβδομάδες κι επειδή η ίδια θα έφευγε για Μόσχα δεν ήρθε η μητέρα της να μείνει χωρίς φούρνο. Της είπε ότι θα το έκανε για εκείνην και ότι την επόμενη μέρα θα πήγαινε να επιδιορθώσει τον τοίχο. Η ίδια του είπε ότι θα τον πλήρωνε €25, ποσό που θα πλήρωνε για τον τεχνικό της εταιρείας από την οποίαν αγόρασε το φούρνο. Εκείνος της είπε ότι δεν ήθελε λεφτά. Την επόμενη μέρα, στις 6/9/2019, αν κι εκείνος της είπε ότι δεν ήθελε πληρωμή η ίδια άφησε στη μητέρα της €100 ΕΥΡΩ, από τα οποία τα €75 ήταν για μάθημα ψυχολογίας και €25 για μάθημα αγγλικών του γιου της. Το πρωί μετέβηκε στην εργασία της κι όταν επέστρεψε πέρασε από κατάστημα και αγόρασε το νέο φούρνο και τον πήρε στο σπίτι του Κατηγορούμενου μετά που της έστειλε τη διεύθυνσή του. Της υποσχέθηκε ότι θα πήγαινε στο σπίτι της γύρω στις 11:00 το πρωί για να τέλειωνε με την εργασία για την πόρτα και να τοποθετούσε το φούρνο. Αργά το βράδυ όταν επέστρεψε στο σπίτι είδε τη μητέρα της θυμωμένη. Της είπε ότι ο Κατηγορούμενος κατέστρεψε την πόρτα και δεν έφτιαξε τον φούρνο. Προσπάθησε να τον ρωτήσει πόσα έπρεπε να πληρώσει δείχνοντάς του τα λεφτά στο τραπέζι της κουζίνας. Εκείνος πήρε όλα τα λεφτά κι έφυγε βιαστικά. Η μητέρα της δεν ομιλεί αγγλικά ή ελληνικά. Επίσης της είπε ότι δεν μπορούσε να βρει τον παλιό φούρνο και δεν ήξερε που τον είχε βάλει ο Κατηγορούμενος. Προσπάθησε να τηλεφωνήσει τον Κατηγορούμενο αλλά ήταν κλειστό το κινητό του. Την επόμενη μέρα έφυγε για τη Μόσχα κι όταν επέστρεψε πίσω του τηλεφώνησε ξανά. Αγνόησε τις ερωτήσεις της για το φούρνο και την πόρτα και της είπε ότι η μητέρα της παραπονέθηκε για την ποιότητα της εργασίας του κι εκείνος έφυγε χωρίς να τελειώσει και θα ερχόταν να τελειώσει όταν η ίδια θα ήταν στο σπίτι. Μετά το τηλεφώνημα του έστειλε μήνυμα ρωτώντας τον που είναι ο παλιός φούρνος κι εκείνος την αγνόησε χωρίς να της απαντήσει. Μετά του έστειλε μήνυμα ξανά ρωτώντας τον αν θα ερχόταν να ολοκληρώσει την εργασία. Εκείνος δεν απάντησε και δεν πήγε στο σπίτι της. Εκείνη ανέμενε όλο το Σαββατοκύριακο για να έρθει να φτιάξει τη ζημιά που έκανε αλλά εκείνος δεν πήγε. Έδωσε στην Αστυνομία αντίγραφο των μηνυμάτων που έστειλε στον Κατηγορούμενο. Στο τελευταίο αυτών τον απειλούσε με νομικά μέτρα κι εκείνος δεν της απάντησε. Στη συνέχεια τον κατήγγειλε στην Αστυνομία κι εκείνος είπε στην αστυνομικό, όταν τον ρώτησε, ότι η παραπονούμενη του είπε ότι δεν χρειάζεται τον παλιό φούρνο. Όταν η αστυνομικός του είπε να φέρει πίσω το φούρνο, εκείνος της είπε ότι τον πέταξε μακριά, κάτι το οποίο δεν ισχύει. Ο παλιός φούρνος ήταν ακριβός και της είχαν πει ότι επιδιορθώνεται και είχε πρόθεση να τον τοποθετήσει στο παλιό της διαμέρισμα. Αυτό το είχε αναφέρει στον Κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι πήγε αρκετές φορές στην Αστυνομία για το ζήτημα. Οι εργασίες για την πόρτα δεν είχαν ολοκληρωθεί. Δεν θυμάται ποια ώρα παρέλαβε η ίδια από το κατάστημα το φούρνο. Το φούρνο το μετέφερε εκεί όπου της υπέδειξε με μήνυμα ο Κατηγορούμενος. Σε υποβολή ότι δεν παρέλαβε η ίδια το φούρνο αλλά ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι ήταν η ίδια που τον πήρε στο σπίτι του. Για την εργασία της πόρτας πλήρωσε από πριν τον Κατηγορούμενο. Η ίδια στη μητέρα της άφησε €100 από τα οποία τα €75 ήταν για ιδιαίτερα μαθήματα του γιου της. Δεν είναι ευχαριστημένη από τις εργασίες του Κατηγορούμενου, ο οποίος της κατάστρεψε την πόρτα. Τη μέρα που θα άλλαζε το φούρνο, δεν είπε τίποτα στον Κατηγορούμενο για αυτό. Δεν του είπε να τον πετάξει κι εκείνος ήξερε ότι τι ήθελε να αφήσει το φούρνο για να τον πάρει αλλού. Λίγες μέρες πριν την αλλαγή του φούρνου τον είδε τεχνικός και της είπε ότι επιδιορθώνεται. Της είχε πει ότι θα έπρεπε να τον πάρει μαζί του στο εργαστήριο και χρειαζόταν 2 εβδομάδες για να τον επιδιορθώσει. Δεν προχώρησε σε τοποθέτηση καινούριου φούρνου με τεχνικό της εταιρείας που τον πωλούσε Δεν δέχθηκε ότι είπε στον Κατηγορούμενο να πετάξει το φούρνο. Τη νύχτα που επέστρεψε είδε ότι τα σύρματα και του κουτί του φούρνου ήταν εκεί. Σε υποβολή ότι χρειάστηκε και επιπλέον εξάρτημα για την τοποθέτηση του φούρνου είπε ότι δεν το γνωρίζει και αναρωτήθηκε γιατί να μην της το πει ο Κατηγορούμενος και σε υποβολή ότι ο Κατηγορούμενος πλήρωσε και το πρόσωπο με το οποίο τοποθέτησαν μαζί το φούρνο, ανέφερε ότι αν θα πλήρωνε θα φώναζε τον τεχνικό της εταιρείας. Εδώ κρίνω αναγκαίο να παραθέσω το περιεχόμενο των μηνυμάτων που ανταλλάχθηκαν μεταξύ Κατηγορούμενου και παραπονούμενης, γιατί ως θα αναπτύξω και κατά την ανάλυση της μαρτυρίας πιο κάτω έχουν ιδιαίτερη σημασία και δίνουν συγκεκριμένη εικόνα. Την Παρασκευή 13/9 -δηλαδή μια εβδομάδα μετά την τοποθέτηση του φούρνου στις 6/9/19 όπως αναφέρθηκε από τη Μ.Κ.
  7. και δεν υπήρξε αμφισβήτηση- στάλθηκε το ακόλουθο μήνυμα από την παραπονούμενη στον Κατηγορούμενο: «Marios good morning, where is the old cooking panel? I was going to take for repair and cannot find it. Also let me know when you can come for repair of the door.» Με αυτό το μήνυμα απευθύνεται στον Κατηγορούμενο η παραπονούμενη κι αφού τον ρωτά που έβαλε τη μαγειρική εστία, καθότι θα την έπαιρνε για επιδιόρθωση και δεν μπορεί να την εντοπίσει, του ζητά επίσης να την ενημερώσει πότε θα την επισκεφθεί για να επιδιορθώσει την πόρτα. Εκείνος της απαντά λίγα λεπτά μετά, λέγοντάς της ότι θα πάει στο σπίτι της το Σάββατο (επόμενη μέρα) και της ζητά να του τηλεφωνήσει όταν αυτή έχει χρόνο και της παραπονείται ότι δεν το έκανε. Η παραπονούμενη αποκρίνεται ότι δεν ήταν δυνατό να το πράξει την Τετάρτη (11/9) και ότι του στέλνει μήνυμα. Ο Κατηγορούμενος της απαντά «OK Don't worry». Το Σάββατο 14/9 τον ρωτά με νέο μήνυμα τι ώρα θα πάει εκεί την Κυριακή και του προτείνει μετά τις 14:00, του στέλνει το σήμα του ερωτηματικού κάποιες ώρες μετά (δείχνοντας ότι δεν έλαβε απάντηση) και την Κυριακή 15/9 σε έντονο ύφος του απευθύνεται διατυπώνοντάς του παράπονο ότι δεν τελείωσε με τον τοίχο και την πόρτα που ήταν υποχρέωσή του να συναρμολογήσει, ενώ πληρώθηκε από πριν. Επίσης του διατυπώνει παράπονο ότι τον μεταχειρίστηκε ως κύριο και του έδινε περισσότερη δουλειά στην οικοδομική βιομηχανία και γι' αυτό τον εμπιστεύτηκε να συζητήσει για τη μαγειρική εστία, που η αμοιβή του τεχνικού που της τον πώλησε ήταν €25, ενώ εκείνος πήρε €100 και δεν τον έκλεισε ως επαγγελματίας. Τον ενημερώνει τέλος ότι του παρέχει διορία τριών ημερών να φέρει πίσω την ηλεκτρική της εστία και να συμπληρώσει την εργασία με την πόρτα και τον τοίχο κατά επαγγελματικό τρόπο και σε περίπτωση που αποφασίσει να αρνηθεί το συγκεκριμένο μήνυμα τον πληροφορεί ότι θα προχωρήσει σε νομικά μέτρα. Τα μηνύματα έχουν σήμα στο τέλος που δείχνει -έχω δικαστική γνώση επί αυτού- ότι έχουν αναγνωστεί. Μ.Κ.
  8. Η Μ.Κ.
  9. Larisa Hoijere, μητέρα της παραπονούμενης Μ.Κ.
  10. υιοθέτησε το περιεχόμενο κατάθεσής της ημερ. 23/11/
  11. Σε αυτήν αναφέρει ότι στις 6/9/19 πήγε στο σπίτι κάποιος για να αλλάξει τον ηλεκτρικό φούρνο με γκαζιού. Έκανε τρύπα στον τοίχο για να τον αντικαταστήσει με γκάζι. Έλεγξε πρώτα ότι ήταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση τα ηλεκτρικά μάτια και τα αφαίρεσαν και έβαλαν μάτια γκαζιού. Γύρω στις 1340 ενημερώθηκε ότι τέλειωσε η εργασία ο τεχνίτης πήρε τα ηλεκτρικά μάτια, χωρίς να την ρωτήσει αν τα θέλουν. Στη συνέχεια της είπε ότι τέλειωναν τη δουλειά τους και θα έφευγαν και πήρε €100 που της είχε αφήσει η κόρη της από τα οποία τα 75 ήταν για φροντιστήρια του εγγονού της κι εκείνος πήρε και τα €100 ΕΥΡΩ και ξεκίνησε να φύγει. Εκείνη προσπαθούσε να του εξηγήσει ότι δεν ήταν όλα για εκείνον κι εκείνος προσποιήθηκε ότι δεν καταλάβαινε και πήρε τα λεφτά, της είπε ότι δεν πειράζει και ότι θα μιλούσε με τη θυγατέρα της κι έφυγε. Δεν ανησύχησε γιατί είχαν τα στοιχεία του. Στη συνέχεια έφυγαν όλοι από το μέρος. Περαιτέρω, ανέφερε ότι τα μάτια που αφαιρέθηκαν ήταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση. Τα παλιά μάτια όταν τα έβγαλε ο Κατηγορούμενος τα έβαλε στο κουτί και μετά τα πήρε μαζί, αφήνοντας το κουτί. Μόλις είδε τον Κατηγορούμενο να παίρνει τα λεφτά του είπε ότι δεν θα τα πάρει όλα και δεν είναι όλα δικά του. Εκείνος της είπε ότι θα εξηγηθεί με την κόρη της. Του είπε "you 25". Εκείνος της είπε ότι όλα ήταν εντάξει και ότι θα εξηγείτο. Αντεξεταζόμενη, είπε ότι ήρθαν στο σπίτι ο Κατηγορούμενος κι ένας ηλεκτρολόγος. Ο Κατηγορούμενος έβαλε την πόρτα αλλά την κατάστρεψε. Είχε πάει σπίτι τους 2-3 φορές για την πόρτα και μία φορά για να αλλάξει το φούρνο. Δεν θυμάται πότε ολοκλήρωσε την εργασία. Η ίδια του τηλεφώνησε για να έρθει να αλλάξει τα μάτια μια μέρα προηγουμένως. Το φούρνο εκείνος τον έφερε. Άλλαζαν το φούρνο γιατί άρεσε σε εκείνην να μαγειρεύει με γκάζι. Όταν ρωτήθηκε αν προηγουμένως ήρθε τεχνικός να δει τον παλιό φούρνο, απάντησε ότι δεν χρειάζονταν τεχνικό γιατί ήταν καλός ο φούρνος της. Εκείνη την ημέρα που ήρθε ο Κατηγορούμενος έφερε και μία πλαστική σωλήνα 1,5 μέτρου. Εκείνη την ημέρα χτύπησε πάνω στην πόρτα και είπα ότι θα ερχόταν την άλλη μέρα να τα διορθώσει.. Συνεννοούνταν με τον Κατηγορούμενο στα αγγλικά γιατί δεν ομιλούσε καλά τα ρωσικά ο Κατηγορούμενος. Δεν είδε από την κάμερα τον Κατηγορούμενο να παίρνει το φούρνο. Ο παλιός φούρνος δούλευε και μαγείρευε με αυτόν. M.K.
  12. Η Μ.Κ.3, Αστ. 3208 Π. Χαραλάμπους αναφέρθηκε στις ανακριτικές της ενέργειες υιοθετώντας περιεχόμενο ανακριτικής της κατάθεσης, Τεκμήριο
  13. Ανάμεσα σε αυτές ήταν και η λήψη κατάθεσης από τον κατηγορούμενο (πρόκειται για το Τεκμήριο 8). Εδώ θα παραθέσω την εκδοχή του Κατηγορούμενου ως παρατίθεται στο Τεκμ. 8 κατάθεσή του. Η εκδοχή του Κατηγορούμενου ως διατυπώνεται σε κατάθεσή του ημερομηνίας 1/12/1 ήταν ότι δεν θα έκλεβε ποτέ για να ταΐσει τα 7 παιδιά του. Γνωρίζει την παραπονούμενη από εργασίες στο γραφείο της και μετά στο σπίτι της. Στις 7/9/19 του τηλεφώνησε για δουλειές στο σπίτι της. Δούλεψε εκεί δύο μέρες και μόλις τέλειωσε τον ρώτησε αν ήξερε να τοποθετήσει μάτια του γκαζιού γιατί παλιά είχε ηλεκτρικά μάτια και ήταν χαλασμένα. Βρέθηκε μαζί της στις 9/9 στη Λευκωσία και του έδωσε τα μάτια γκαζιού που είχε αγοράσει από τη Scandia. Την επόμενη μέρα πήγε στην Κλήρου με ηλεκτρολόγο συνεργάτη του, με το όνομα Ανδρέας Γεωργιάδης και τοποθέτησαν τα μάτια του γκαζιού. Τρύπησαν τον τοίχο, έβαλαν λάστιχο καινούριο, το ένωσαν και δούλευε μια χαρά. Αγόρασε εξάρτημα από μαγαζί στην Κλήρου που στοίχιζε €40 ΕΥΡΩ. Όταν τέλειωσαν μάζεψαν τα εργαλεία και πήγε στη μητέρα της παραπονούμενης που ήταν μόνη στο σπίτι και του έδωσε €200 για όλη την εργασία δηλαδή για πόρτα, τσεκολαδούρες και το γκάζι. Έφυγε και μετά από 2 μέρες του είπε η μητέρα της παραπονούμενης ότι είχε πρόβλημα το γκάζι και μήπως έγινε κάποιο λάθος και πήρε την ίδια μέρα το άλλο πρόσωπο και πήγαν μαζί στην Κλήρου. Το γκάζι είχε κάποιο πρόβλημα αλλά ήταν εργοστασιακό το πρόβλημα. Όταν του είπε η παραπονούμενη να αλλάξει τα ηλεκτρικά μάτια με μάτια γκαζιού, του είπε να πετάξει τα ηλεκτρικά μάτια. Μετά τον πήρε τηλέφωνο και τον απειλούσε και τον κατηγόρησε για κλέφτη. Επανέρχομαι στη Μ.Κ.
  14. Αντεξεταζόμενη η Μ.Κ.3., ανέφερε ότι δεν θυμάται αν μετά την καταγγελία προσήλθε η παραπονούμενη στον Αστυνομικό Σταθμό. Δεν έδειξε να θυμάται επίσης άλλες λεπτομέρειες από τη διερεύνηση της υπόθεσης, πλην ότι της λέχθηκε ότι τα €75 που ισχυρίστηκε η παραπονούμενη ότι της κλάπηκαν, ήταν στο τραπέζι της κουζίνας. Ανώμοτη Δήλωση Κατηγορούμενου Ο Κατηγορούμενος, μετά την κλήση του σε απολογία, προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση. Σύμφωνα με αυτήν είχε τοποθετήσει μια πόρτα στην οικία της παραπονούμενης και δέχτηκε ότι η τοποθέτηση δεν ήταν ορθή. Του τηλεφώνησε η παραπονούμενη εάν μπορούσε να τοποθετήσει την εστία, την παρέλαβε από το κατάστημα και μετέβηκε στην Κλήρου μαζί με συνεργάτη του, έβγαλαν τρύπες, αγόρασε εξαρτήματα, τα εγκατέστησαν και η κυρία Κατρίνα του είπε να πετάξει την άλλη χαλασμένη εστία (που δεν λειτουργούσε). Τη δεύτερη μέρα επικοινώνησε μαζί του η παραπονούμενη, του είπε ότι έχει πρόβλημα και να μεταβεί στο σπίτι της, κάτι το οποίο έπραξε τηλεφωνώντας και στον ΜΥ
  15. Εκεί βρήκε τη μητέρα της παραπονούμενης η οποία του ανέφερε ότι η εστία δε λειτουργούσε και ο Μ.Υ.1 της είπε ότι δεν υπήρχε κάποιο πρόβλημα. Αυτά έγιναν τη δεύτερη μέρα πριν φύγουν. Τη μέρα που τοποθέτησαν την εστία ανέφερε στην παραπονούμενη ότι η χρέωση ήταν 100 ευρώ, 100 για την πόρτα και 100 «για το τζάμι» (αντιλαμβάνομαι ότι αναφερόταν στην εστία). Εκείνη του είπε στο τηλέφωνο ότι στο κατάστημα θα τη χρέωναν 25 ευρώ και εκείνος της απάντησε ότι δεν θα γινόταν με 25 ευρώ η τοποθέτηση. Μετά από κάποιες μέρες επικοινώνησαν μαζί του τηλεφωνικώς από τον Αστυνομικό Σταθμό Κλήρου και εκείνος είπε ότι δεν θα επισκεπτόταν ξανά το σπίτι της παραπονούμενης. Μ.Υ.1 Α. Γεωργιάδης Ο Μ.Υ.1, Ανδρέας Γεωργιάδης, γνωρίζει τον Κατηγορούμενο για πολλά χρόνια. Τον θεωρεί μέλος της οικογένειάς του. Δεν εργάζεται μαζί του αλλά αν κάποια φορά θέλει βοήθεια ο Κατηγορούμενος εκείνος τον βοηθά, όπως και το αντίθετο. Σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, του τηλεφώνησε ο Κατηγορούμενος ότι πρέπει να δώσει μαρτυρία γηια μία τοποθέτηση ενός φούρνου σε μία οικία, κάτι για το οποίο συμφώνησε. Πήγαν εκεί και άρχισαν να εργάζονται. Σε κάποια στιγμή βγήκε έξω ο Κατηγορούμενος για να φέρει κάποια εξαρτήματα τα οποία χρειάζονταν και όταν επέστρεψε έκαναν την εγκατάσταση. Το σπίτι ήταν σε ένα χωριό και τους άνοιξε μια ηλικιωμένη γυναίκα. Από το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου έβγαλαν ένα ηλεκτρικό μάτι. Δεν υπήρχε άλλο άτομο στο σπίτι εκτός από τη συγκεκριμένη γυναίκα. Δεν είδε λεφτά μέσα στην κουζίνα. Ο ίδιος δεν πλήρωσε, μετέβηκε αφιλοκερδώς για τον Κατηγορούμενο και όταν τέλειωσαν την εργασία άρχισε να καθαρίζει τα εργαλεία μέσα στο αυτοκίνητο και φώναξαν του Κατηγορούμενου να πληρωθεί. Δεν ξέρει τι έγινε μετά. Τα παλιά μάτια γκαζιού που έβγαλαν, δεν δούλευαν και τα έβγαλαν. Όταν έφυγαν υπήρχαν κάποια χαρτόνια και η ηλικιωμένη τους είπε να τα πετάξουν. Εκεί ήταν και τα παλιά μάτια. Τα πήραν σε ένα σημείο που έχει κάποιον που παραλαμβάνει παλιά ηλεκτρικά είδη και φώναξαν σε κάποιον να έρθει να τα πάρει. Την επόμενη μέρα του τηλεφώνησε ο Κατηγορούμενος ότι δεν δούλευε ο φούρνος και πήγαν πίσω και δούλευε κανονικά. Ο ίδιος δε μίλησε καθόλου με εκείνη τη γυναίκα η οποία μιλούσε μόνο ρωσικά. Ο Κατηγορούμενος μιλά ελληνικά, αγγλικά, αραβικά και κάπως τα ρωσικά, ώστε να μπορεί να συνεννοηθεί. Έλειπαν μερικά εξαρτήματα και ο Κατηγορούμενος μετέβηκε για ένα λάστιχο και ρολόι που χρειαζόταν για το γκάζι, γιατί ο ίδιος έπρεπε να βγάλει μία τρύπα για να περάσει το λάστιχο του γκαζιού. Γνωρίζει ότι ο Κατηγορούμενος έκανε εργασίες στο εν λόγω σπίτι. Του ανέφερε ο Κατηγορούμενος ότι πληρώθηκε αλλά δεν γνωρίζει πόσα. Αντεξεταζόμενος, δεν δέχθηκε ότι σκοπός του ήταν να βοηθήσει το φίλο του δίοντα μαρτυρία αλλά να αναφέρει αυτά που είδε όντας στο μέρος. Ο ίδιος πήγε με τον Κατηγορούμενο για να βάλει την εστία και να ανοίξει τρύπα για να τοποθετηθεί λάστιχο. Τα παλιά μάτια δεν δούλευαν αλλά δεν έλεγξε κάτι τέτοιο ο ίδιος.Τα μάτια ήταν ηλεκτρικά και ο φούρνος από κάτω δούλευε με γκάζι. Ο ίδιος ήταν μέσα στο σπίτι και δεν βγήκε έξω στην αυλή όταν γινόταν η εργασία. Λειτούργησε το μάτι και βγήκε έξω και έμεινε ο Κατηγορούμενος και τον φώναξε η γυναίκα για να πληρωθεί. Του είπε ότι πληρώθηκε. Όταν βγήκε η ηλικιωμένη έξω μιλούσαν στα ρωσικά, όχι σε έντονο ύφος, για να βγάλουν τα πράγματα και να καθαρίσουν. Συνεννοούνταν στη ρωσική και στην αγγλική ο Κατηγορούμενος με την κυρία. Τα μάτια, τον ειδοποίησε ο Κατηγορούμενος και ήρθαν και τα πήραν από την ανακύκλωση όπου τα είχαν δώσει και τα έχει ο ίδιος στο κατάστημά του. Γ. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014, σελ. 135: «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489) αλλά αντιπαραβάλλεται και διρευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 159/09, ημ. 4.5.12).» Στην υπόθεση Αθηνής Σωτήρης ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, τονίστηκε ότι: « Ο δικάζων, επομένως, δικαστής βρίσκεται στην πλεονεκτική θέση να παρακολουθεί τη ζωντανή διαδικασία και να κρίνει από το σύνολο της συμπεριφοράς του μάρτυρα την έμφυτη κλίση του προς την φιλαλήθεια ή το ψεύδος. Όταν βεβαίως αναφερόμαστε σε συμπεριφορά του μάρτυρος δεν εννοούμε το ύφος με το οποίο εξωτερικεύει τη μαρτυρία του, γιατί μπορεί π.χ. να έχει υποκριτικές ικανότητες ή αντίθετα κάποια εγγενή αδυναμία στην εκφορά του λόγου. Εννοούμε, κατά κύριο λόγο, το περιεχόμενο της μαρτυρίας το οποίο ελέγχεται με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Ασφαλώς στην αξιολόγηση όλων των πιο πάνω κυρίαρχο ρόλο έχει ο δικαστής που χρησιμοποιεί εκτός από τις νομικές του γνώσεις και την εμπειρία και κοινή λογική. Με αυτά τα κριτήρια, και στη βάση του συνόλου της συμπεριφοράς του μάρτυρα, κρίνει για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα.». Όσον αφορά την ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορούμενου, δεν αξιολογείται μεν, αλλά έχει κάποια σημασία και λαμβάνεται υπόψη μάλλον έχοντας πειστική αντί αποδεικτική αξία. Όπως λέχθηκε στην Α.Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 91/2014, ημερ. 22.6.16: « Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v. Coughlan [1976] Crim.L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Η αξιολόγηση του δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan, ανωτέρω). » Τέλος, έχω πάντα κατά νουν ότι «..η μαρτυρία, είτε άμεση, είτε περιστατική, αξιολογείται συνολικά και στη βάση μιας ενιαίας προσέγγισης και όχι κατά τρόπο μικροσκοπικό ή αποσπασματικό που θα έτεινε να εκτρέψει την αξιολόγηση από την ορθή της διάσταση» (Θεόδωρος Κώστας Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 215/2012 6/4/2015). Είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας τους μάρτυρες σε συνδυασμό με τη συμπεριφορά του; στο εδώλιο. Προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, μέσα από το ύφος τους, τις αντιδράσεις τους, την αμεσότητα των απαντήσεών τους, το περιεχόμενό αυτών και τη λογική των διατυπωθέντων ισχυρισμών.Δεν εξετάζω εδώ βεβαίως -εκτός όπου κρίνεται αναγκαίο για σκοπούς αξιοπιστιας- τον κάθε ισχυρισμό που διατυπώθηκε -π.χ. την ποιότητα της δουλειάς επί του τοίχου ή της τοποθέτησης του φούρνου κλπ- . Εξετάζω μόνο κατά πόσον στην προκειμένη περίπτωση, υπήρξε κλοπη €75 και ηλεκτρικής εστίας μαγειρέματος. Ξεκινώ από τη Μ.Κ.
  1. Ήταν ανεξάρτητη μάρτυρας, χωρίς συμφέρον επί της έκβασης της υπόθεσης κι αναφέρθηκε στις ανακριτικές της ενέργειες και μπορεί να γίνει πιστευτή επί αυτών, αφού σε σχέση με την ουσία της μαρτυρίας της είτε δεν αμφισβητήθηκε είτε δεν προέκυψε επί αυτής κάποια αντίφαση. Δέχομαι ως αληθή συνεπώς τη μαρτυρία της -βεβαίως όχι όπου απλά αναπαράγονταν εξ' ακοής ισχυρισμοί της παραπονούμενης, π.χ. για την αξία της παλιάς εστίας, βλ. και κατωτέρω-. Έρχομαι στους υπόλοιπους. Καταρχήν θεωρώ ότι από το περιεχόμενο των μηνυμάτων μεταξύ παραπονούμενης και Κατηγορούμενου προκύπτει μία εικόνα διαφορετική από αυτήν που η ίδια η παραπονούμενη ισχυρίζεται. Συγκεκριμένα, όσον αφορά τα €75 που ισχυρίζεται ότι της έκλεψε γιατί είχε αφήσει άλλο ποσό στη μητέρα της, σε καμία περίπτωση δεν διατυπώνει τέτοιο ισχυρισμό προς εκείνον, αλλά αυτό που λέει είναι ότι ο Κατηγορούμενος πήρε €100 ενώ ο τεχνικός της εταιρείας που της πώλησε την εστία χρέωνε €25 (« . Ι trusted you to discuss about cooker which the selling technician wages was €25 BUT you have took €100 and didn't closed it what you claimed as professional.»). Παραπονείται δηλαδή για το ύψος της αμοιβής που εκείνος έλαβε και όχι ότι της πήρε - έκλεψε €75 ενώ συμφώνησαν για €25 ως ισχυρίστηκε στην κατάθεσή της. Του ζητά στο τέλος να φτιάξει την πόρτα και τον τοίχο και να επιστρέψει το φούρνο. Δεν του ζητά επιστροφή €
  2. Συνεπώς καταρρίπτεται η εκδοχή που ανέπτυξε στην κατάθεσή της κι εκείνη και η μητέρα της -προφανώς προσυνεννοημένα- για τα €75 από τα €100 που ήταν για άλλο σκοπό και που τα πήρε ο Κατηγορούμενος από την κουζίνα χωρίς να τα δικαιούται. Αυτό πλήττει βεβαίως καταλυτικά την αξιοπιστία αμφοτέρων M.K.
  3. και Μ.Κ.
  4. θυγατέρας και μητέρας, οι οποίες δεν μπορούν να γίνουν πιστευτές ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, επί του οποίου μάλιστα οι αναφορές τους στις καταθέσεις του δείχνουν με δεδομένο και το περιεχόμενο των μηνυμάτων και την προσυνεννόησή τους και συνεπώς οδηγούμαι αναπόφευκτα στο να αξιολογήσω με ιδιαίτερη επιφύλαξη τους υπόλοιπους ισχυρισμούς τους και ειδικότερα, μόνο όπου προκύπτουν, είτε από μη αμφισβήτηση είτε σε συνδυασμό με την υπόλοιπη μαρτυρία, να μπορώ να τους αποδεχθώ. Επισημαίνω επιπλέον και την προσπάθειά τους στο να παρουσιάσουν ότι η εστία ήταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση, με τη μία - Μ.Κ.
  5. θυγατέρα- να δηλώνει ότι ο φούρνος μπορούσε να επιδιορθωθεί και τον είχε επιθεωρήσει πριν τεχνικός και με τη Μ.Κ.
  6. μητέρα να δηλώνει ότι ο φούρνος λειτουργούσε και ότι δεν τον είχε επιθεωρήσει προηγουμένως τεχνικός και ότι ήθελε την αλλαγή από ηλεκτρικο σε γκάζι γιατί «της άρεσε να μαγειρεύει με γκάζι». Την εκδοχή του Κατηγορούμενου, είτε ως διατυπώνεται στην κατάθεσή του είτε στην ανώμοτη δήλωσή του, δεν πρόκειται να την αποδεχθώ, καθότι ως προς την παλιά εστία, τον διέψευσε ο φίλος του, Μ.Υ.2, ο οποίος και μαρτύρησε ενόρκως και του οποίου τη μαρτυρία μπορώ κατά βάση να αποδεχθώ. Θα αναφερθώ πιο κάτω αναλυτικά επί τούτου, αφού πρώτα αξιολογήσω τη μαρτυρία του Μ.Υ.
  7. . Ο Μ.Υ.
  8. μου έδωσε την εντύπωση ότι ήταν αυθεντικός και τα όσα ισχυρίστηκε ήταν αληθινά, αφού ήταν ξεκάθαρο ότι αν και δέχθηκε την πολύ στενή του σχέση με τον Κατηγορούμενο ότι δεν προσπάθησε σε καμία περίπτωση να τον βοηθήσει (αρκέστηκε να αναφέρει όσα ο ίδιος θυμόταν χωρίς οτιδήποτε περιττό). Αποδέχθηκε -και θεωρώ ότι αυτό ανταποκρίνεται στην αλήθεια και προβαίνω σε σχετικό εύρημα- ότι το φούρνο τον έχει υπό φύλαξη ο ίδιος στο κατάστημά του, μετά που ο Κατηγορούμενος τον ενημέρωσε ότι η παραπονούμενη τον ήθελε πίσω και τότε επανέκτησαν την κατοχή της εστίας από την ανακύκλωση όπου την είχαν αρχικά δώσει. Η εικόνα που απεκόμισα δηλαδή ήταν ότι σε γενικές γραμμές -είναι φυσικό για μικρολεπτομέρειες να υπάρχουν κάποια κενά η μικροαντιφάσεις, όπως π.χ. το εάν λειτουργούσε ή όχι η εστία όταν πήγαν για δεύτερη φορά στο σπίτι της παραπονούμενης, αλλά δεν θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ περαιτέρω- ότι επί των όσων αφορούν την ουσία της Κατηγορίας, είπε την αλήθεια ο Μ.Υ.
  9. . Δέχομαι εκτός των υπολοίπων και ότι ξαναμετέβηκαν στο σπίτι της παραπονούμενης με τον Κατηγορούμενο και ότι άσχετα εάν υπήρξε ή όχι στο μεταξύ πρόβλημα την εστία, δεν παρέμενε μετά κάποιο πρόβλημα στη λειτουργία της εστίας -γι' αυτό άλλωσε και δεν ζητούσε από τον Κατηγορούμενο η παραπονούμενη στα μηνύματά της οιαδήποτε επιδιόρθωση του φούρνου αλλά απλώς διατύπωνε παράπονα για την αρχική τοποθέτηση-. Συνοψίζω: αυτό που επί της Κατηγορίας συγκρατώ και επί του οποίου μπορώ να προβώ σε εύρημα, είναι ότι (ενώ βρίσκω ότι δεν συμφωνήθηκε ποτέ ο Κατηγορούμενος να την πάρει μαζί του αρχικά ως προκύπτει και από τα μηνύματα) επανέκτησε ο Κατηγορούμενος κατοχή της παλιάς εστίας σε μεταγενέστερο στάδιο, παίρνοντας την πίσω από το χώρο όπου τον είχαν δώσει για ανακύκλωση και παρέλειψε να τον επιστρέψει στην παραπονούμενη ιδιοκτήτριά του ενώ αυτό του ζητήθηκε κι ενώ η εστία είναι ακόμη στο κατάστημα-αποθήκη του Μ.Υ.
  10. Ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, δηλαδή την παλιά εστία και τις οδηγίες που έλαβε να την πετάξει, ο Κατηγορούμενος διαφάνηκε με βάση και τα πιο πάνω ότι παραπλάνησε το Δικαστήριο, αφού:
  11. Τον διέψευσε ο ίδιος ο φίλος του Μ.Υ.
  12. ο οποίος είπε ότι μετά πήγαν και πήραν πίσω την εστία. Ο Κατηγορούμενος δε παρέλειψε να αναφέρει ότι πήραν πίσω από την ανακύκλωση την παλιά εστία και παρέλειψε να την επιστρέψει, ως όφειλε, εφόσον του ζητείτο.
  13. Απέφυγε και να απαντήσει στο σχετικό μήνυμα της παραπονούμενης στις 13/9 και να της απαντήσει στο μήνυμα που εκείνη του έστειλε στις 15/9 και με το οποίο του ζητούσε πίσω το φούρνο. Η εν λόγω παράλειψή του να απαντήσει επί του προκειμένου έχει τη σημασία της βεβαίως για σκοπούς αξιολόγησης, αφού συνιστά έμμεση παραδοχή ότι δεν συμφωνήθηκε ποτέ και δεν του δόθηκαν σχετικές οδηγίες να ληφθεί από τον ίδιον ή και να πεταχθεί η παλιά εστία ως ισχυρίζεται. Παραπέμπω στην υπόθεση Galatariotis Telecommunications Ltd ν. Σωτήρη Βασιλείου,
(2003)1 Α.Α.Δ. 318, με αναφορά στην κλασσική κυπριακή υπόθεση για την έμμεση παραδοχή μέσω σιωπής, Theodora Vassiliou ν. Soterios Demetriou
(1971)1 C.L.R. 429 και σε αγγλική νομολογία, παρατέθηκαν τα ακόλουθα: «Η σιωπή του εφεσίβλητου σήμαινε παραδοχή ότι η κατηγορία ήταν αληθινή. Ο δικηγόρος της εφεσείουσας παρέπεμψε στην απόφαση Theodora Vassiliou ν. Soterios Demetriou
(1971)1 C.L.R. 429, που υιοθετεί τον κανόνα, όπως διατυπώνεται στην Wiedemann v. Walpole [1891] 2 Q.B. 534 στη σελ. 539: "Silence is not evidence of admission, unless there are circumstances which render it more reasonably probable that a man would answer the charge made against him than that he would not." Σε μετάφραση: «Η σιωπή δεν είναι μαρτυρία παραδοχής, εκτός αν υπάρχουν περιστάσεις που το καθιστούν πιο λογικά πιθανό ότι ένα πρόσωπο θα απαντούσε την κατηγορία που του προσάπτεται παρά ότι δε θα την απαντούσε.» .................. Η γενική αρχή του δικαίου της απόδειξης είναι ότι σε περίπτωση που διατυπώνεται κατηγορία εκτός δικαστηρίου κατά διαδίκου, η απάντηση του, είτε προφορική είτε διά συμπεριφοράς, δυνατό να αποτελεί παραδοχή στο βαθμό που αποτελεί αναγνώριση ολόκληρης της κατηγορίας ή μέρους της. Η σιωπή μπορεί να εκληφθεί ως παραδοχή αν οι περιστάσεις είναι τέτοιες που λογικά αναμένεται κάποια εξήγηση ή ακόμη και άρνηση (βλ. Adrian Keane "The Modern Law of Evidence", 5η έκδοση, σελ. 313). Το παρακάτω απόσπασμα από τον I.H. Denis "The Law of Evidence" έκδ.1999, εξηγεί πως το δικαστήριο προσεγγίζει τέτοια μαρτυρία. Υπογραμμίζουμε ό,τι ιδιαίτερα αφορά αυτή την υπόθεση: «It is clear that the Lords intended this principle, of the possible acceptance of accusing statements by demeanour, to apply equally to whatever form a defendant's reaction took. Denials, physical conduct and silence all seem to have been thought capable of interpretation as an informal admission of the truth of the statement. In relation to silence, in the form of a failure to deny the accusation, it became clear that an inference of acceptance could be drawn where a denial could reasonably be expected if the accusation were untrue. A critical factor in deciding this issue is whether the parties were on equal terms; if they were, it would prima facie be reasonable to expect the accused to deny a false accusation. Parties are generally on even terms in informal settings where one is not a position of authority over the other." Ακολουθεί η μετάφραση της περικοπής αυτής: «Είναι σαφές ότι το δικαστήριο της Βουλής των Λόρδων είχε την πρόθεση όπως η αρχή αυτή, της πιθανής αποδοχής των δηλώσεων που εμπερικλείουν κατηγορία διά συμπεριφοράς, ισχύει εξίσου οποιαδήποτε μορφή και αν παίρνει η αντίδραση του κατηγορούμενου. Αρνήσεις, φυσική διαγωγή και σιωπή όλα θεωρήθηκαν ότι μπορούσαν να ερμηνευθούν ως ανεπίσημη παραδοχή της αλήθειας τέτοιων δηλώσεων. Σε σχέση με τη σιωπή, που παίρνει τη μορφή παράλειψης να αρνηθεί ένας την κατηγορία, κατέστη σαφές ότι το συμπέρασμα παραδοχής θα μπορούσε να συναχθεί όπου λογικά θα αναμενόταν η διάψευση αν η κατηγορία δεν ήταν αληθής. Ένας ζωτικός παράγων για να αποφασισθεί το θέμα είναι κατά πόσο οι διάδικοι λειτουργούσαν επί ίσοις όροις. αν πράγματι έτσι είχαν τα πράγματα, θα ήταν εκ πρώτης όψεως λογικό να αναμένεται ο κατηγορούμενος να αρνηθεί μια ψευδή καταγγελία. Αυτή η ισότητα γενικά υφίσταται όπου ο περίγυρος είναι ανεπίσημος όπου ο ένας δε βρίσκεται σε θέση εξουσίας ή υπεροχής έναντι στον άλλο.» Στις υποσημειώσεις για το παραπάνω σχόλιο γίνεται αναφορά στη Wiedemann, ανωτέρω, και στην επίσης κλασσική επί του θέματος προηγούμενη υπόθεση Bessela v. Stern [1877] 2 C.P.D. 265. Στο σύγγραμμα του Keane, ανωτέρω, πάλιν στη σελ. 313, απαριθμούνται οι γενικοί παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για την αξιολόγηση των ανεπίσημων παραδοχών. Μεταξύ αυτών είναι evidence adduced by its maker at the trial with a view to explaining it away (μαρτυρία που προσάγει στη δίκη ο δηλώσας που σκοπό έχει να δώσει ικανοποιητική εξήγηση γιαυτή). Το σχόλιο αυτό γίνεται σε σχέση με το Άρθρο 4 της Civil Evidence Act 1995, αλλά δεν υπάρχει λόγος να αγνοηθεί εδώ η παραπάνω σοφή παρατήρηση.» Όσον αφορά τέλος την αξία της εστίας, πέραν από μία αόριστη αναφορά εξ' ακοής από τη Μ.Κ.3. για €300 δεν έγινε οιαδήποτε αναφορά από την παραπονούμενη και δεν είναι αυτό αρκετό για να προβώ σε εύρημα για το ότι το ποσό των €300 ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ε. Ως προς την αθωότητα ή την ενοχή του Κατηγορούμενου στην Κατηγορία To σημαντικό που απομένει να απαντηθεί είναι αν έλαβε ή όχι χώρα από τον Κατηγορούμενο το αδίκημα της κλοπής ως αυτό προβλέπεται στο άρθρο 224 Π.Κ. και στο άρθρο 266(β) του Κεφ. 154. Έχει παρατεθεί πιο πάνω το άρθρο 224 Π.Κ. Το 266(β) αφορά σε αυστηρότερη ποινή εάν το αντικείμενο κλαπεί από οικία. Στην Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 486 αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Στο Άρθρο 255 του Κεφ. 154 το οποίο αφορά το αδίκημα της κλοπής ορίζεται και η έννοιά της. Στην υπόθεση Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας
(1978)2 C.L.R. 382, έγινε πλήρης ανάλυση της νομολογίας από το Larceny Act 1916 που ίσχυε στην Αγγλία μέχρι και το Theft Act 1968 που αντικατέστησε αυτό μεταγενέστερα. Στην υπόθεση αναφέρθηκε επίσης η R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, στην οποία λέχθηκε ότι στοιχεία της κλοπής είναι
(1)η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη
(2)χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και
(3)με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Στην υπόθεση Ζησιμίδη αναφέρθηκε και η υπόθεση Πλατρίτης ν. Αστυνομίας
(1967)2 C.L.R. 174, όπου στη σελίδα 188 έγινε αναφορά και επεξήγηση της έννοιας «fraudulently» και όπου επίσης σημειώνεται η διαφορά ως προς την πρόθεση με το Larceny Act. Από την ανάλυση προκύπτει ότι η λέξη «fraudulently» δείχνει πράξη σκόπιμη και με πρόθεση. Στην υπόθεση Ζησιμίδης επίσης αναφέρθηκε η προγενέστερη Αγγλική υπόθεση R. v. Feely [1973] 1 All ER 341. Η λέξη «fraudulently» είχε ήδη αντικατασταθεί στο Theft Act της Αγγλίας με τη λέξη «dishonestly» και είχε επεξηγηθεί από τα Αγγλικά Δικαστήρια ότι με τη νέα έννοια εισάγεται πλέον η αναγκαιότητα ύπαρξης και ηθικού στιγματισμού της πράξης ως μέρος της έννοιας της κλοπής. Οποιεσδήποτε αμφιβολίες διατυπώθηκαν στην Κυπριακή Νομολογία σχετικά με την πραγματική έννοια της λέξης «fraudulently», μετά την υπόθεση Feely, επεξηγήθηκαν από τη μεταγενέστερη υπόθεση Azinas a.o. v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, όπου, μετά από ολοκληρωμένη ανάλυση της νομολογίας στις σελ. 82-85, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το «fraudulently» όπως είχε αποφασίσει και η Πλατρίτης, σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως. Αυτή η πρόθεση φανερώνεται μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης που εκδικάζεται. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14, 26, όπου επίσης διαπιστώθηκε η μη άμεση αντιστοιχία του Κεφ. 154, ως προς το Larceny Act και μετέπειτα το Theft Act. Όπως αναφέρεται στον Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice, 36η έκδ., σελ. 364, παρ. 1010, η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα ανευρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. Στη μεταγενέστερη έκδοση του Archbold του 2007, γίνεται πλήρης ανάλυση στις σελ. 1754-1756, παρ. 17-34 με 17-39.» Υπήρξε απόκτηση κατοχής και αποκόμιση εν τη εννοία του νόμου της εν λόγω εστίας, αφού ποτέ δε δόθηκε άδεια από την παραπονούμενη στον Κατηγορούμενο να πάρει την εστία από το σπίτι της για να την πετάξει κι ακομη κι όταν μετά ενημερώθηκε ο Κατηγορούμενος ότι δεν είχε εκείνη τέτοια πρόθεση, σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Υ.1., προκύπτει και καταδεικνύεται ότι: δόλια κι επί σκοπού - αφού δηλαδή πήραν Μ.Υ.1 και Κατηγορούμενος πίσω το φούρνο από εκεί που τον είχαν πάρει για ανακύκλωση- αποστέρησε ο Κατηγορούμενος την εν λόγω εστία από την ιδιοκτήτρια μόνιμα. Απέκρυψε ο ίδιος ότι πήρε πίσω την εστία και παρέλειψε να την επιστρέψει στην παραπονούμενη ακόμη και μετά την πάροδο τόσων ετών. Ενώ δηλαδή πήρε την εστία από οικία αρχικά, χωρίς να το πράττει δόλια, για να την πετάξει -πάρει για ανακύκλωση (δεν δέχομαι βεβαίως ότι του λέχθηκε-υποδείχθηκε προηγουμένως να το πράξει), όταν του ζητήθηκε η εστία πίσω, εκείνος, πήγε με το φίλο του Μ.Υ.1 και την παρέλαβαν και παρέλειψε να την επιστρέψει στην παραπονούμενη ως όφειλε να πράξει και παραμένει η εστία στην κατοχή του φίλου του. Συνεπώς ο Κατηγορούμενος βρίσκεται ένοχος στην Κατηγορία 1, σε σχέση την κλοπή της ηλεκτρικής εστίας -όχι όμως των €75- στις 6/9/19 από την κατοικία της παραπονούμενης. ......... Ξενής Ξενοφώντος, ΕΔ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.