← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Γεώργιου Χατζηχρυσοστόμου, Αρ. Υπόθεσης: 24428/19, 30/1/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Γεώργιου Χατζηχρυσοστόμου, Αρ. Υπόθεσης: 24428/19, 30/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:B5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 24428/19 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Γεώργιου Χατζηχρυσοστόμου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 30/1/23 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Μιχαήλ Κατηγορούμενος αυτοπροσώπως ΑΠΟΦΑΣΗ Κατηγορείται ο Κατηγορούμενος σε 3 Κατηγορίες κοινής επίθεσης, δημόσιας εξύβρισης και απειλής. Συγκεκριμένα ότι στις 8/8/19 στη Λευκωσία επιτέθηκε εναντίον του Παναγιώτη Περικλέους (ψεκάζοντάς τον με εντομοκτόνο), ότι τον εξύβρισε δημόσια στις 9/8/19 με τις φράσεις «παλιάνθρωπε, καραγκιόζη» και ότι τον απειλησε στις 9/8/19 με τη φράση «θα σου κάμω κακό». Πρόκειται για δύο συναδέλφους στο Συμβούλιο Αποχετεύσεως Λευκωσίας ως διαφάνηκε από τη μαρτυρία με τεταμένες σχέσεις μεταξύ τους. Το παράπονο του Παναγιώτη Περικλέους λήφθηκε από τον Α/Αστ. 2891 που έδωσε μαρτυρία και του οποίου οι ανακριτικές ενέργειες δεν έτυχαν ουσιαστικά αμφισβήτησης. Ήταν αυτός πoυ έλαβε και κατάθεση από τον Κατηγορούμενο σε σχέση με την καταγγελία εναντίον του. Το παράπονο καταγράφεται σε κατάθεση ημερ. 9/8/19 - Τεκμήριο 4 , στο οποίο ο παραπονούμενος δηλώνει τα ακόλουθα. Εργάζεται από το 2005 στο Συμβούλιο Αποχετεύσεως Λευκωσίας και στις 8/8/19 ενώ βρισκόταν κάπου για ψεκασμό φρεατίων με τον Κατηγορούμενο και άλλο πρόσωπο έκανε παρατήρηση στους συναδέλφους του να δουλεύουν καλύτερα. Ο Κατηγορούμενος παραπονιόταν ότι ήταν ζέστη. Στη συνέχεια ενώ εργάζονταν πήρε εντομοκτόνο και τον ψέκασε στην πίσω πλευρά του. Το ανέφερε στους προϊσταμένους του. Του είπε επίσης ότι θα τον κατεβάζει κάτω και θα τον ψεκάζει. Στις 9/8/19 ενώ βρίσκονταν μέσα στο αυτοκίνητο, άρχισε να τον βρίζει με τις λέξεις «Παλιάνθρωπε, Καραγκιόζη» και να τον απειλεί ότι θα του κάνει κακό. Αφού οδηγούσε ο παραπονούμενος ακόμη κοντά στην περιοχή κυκλικού κόμβου, τράβηξε χειρόφρενο του οχήματος ο Κατηγορούμενος με κίνδυνο να προκαλέσουν ατύχημα. O Κατηγορούμενος τον προειδοποίησε ότι στην επόμενη κίνησή του θα τον κατάγγελλε στην αστυνομία. Εκείνος τράβηξε το χειρόφρενο, κατέβηκε κάτω και του είπε να πάει μόνος του. Τότε έφτασαν σε μία αποθήκη, ο Κατηγορούμενος πήρε μία σωλήνα του άγγιξε στο κεφάλι με τη σωλήνα αφού τον ρώτησε αν ξέρει τι ήταν και στη συνέχεια του είπε «Sorry». Μετά που είδαν τους προϊστάμενους τους. Πρόσθεσε επίσης ο παραπονούμενος Μ.Κ.2, ότι ο παραπονούμενος τον βρίζει στην αποθήκη και ότι ο Κατηγορούμενος καταναλώνει ουίσκι και φέρνει κάποιες γυναίκες από το εξωτερικό μέσα στην αποθήκη. Θεωρεί τον εαυτό του ο Κατηγορούμενος υπεράνω όλων. Τον απειλούσε, δεν διεκπεραίωνε την εργασία του και παρέσυρε διάφορους συναδέλφους του. Όταν του τέθηκε ότι πέρασε με κόκκινο επανάλαβε ουσιαστικά το περιεχόμενο της κατάθεσής του. Ο Κατηγορούμενος σε δική του κατάθεση ημερ. 18/9/19, Τεκμήριο 2 αναφέρει ότι υπήρξε λογομαχία μεταξύ εκείνου και του και του παραπονούμενου μετά που πέρασε ο παραπονούμενος με κόκκινο φανάρι και αναφέρθηκε σε απειλές που εκστόμισε προς εκείνον ο παραπονούμενος και σε ύβρεις που ξεστόμισε ο ίδιος εναντίον του Κατηγορούμενου (τον απεκάλεσε «γύφτο και κκιλίντζιρο») Ο Κατηγορούμενος, αναφέρθηκε επίσης σε απόλυσή του και απώλεια της εργασίας του, λόγω καταγγελιών από διάφορους μεταξύ των οποίων και του παραπονούμενου εναντίον του. Ο παραπονούμενος είναι προκλητικός. Δεν ψέκασε τον Κατηγορούμενο και του είπε ότι αν τον ψέκαζε θα τον ψέκαζε πολύ περισσότερο, Τράβηξε το χειρόφρενο γιατί πέρασε με κόκκινο ο παραπονούμενος. Τον έβρισε αλλά όχι με τις φράσεις που του απέδωσε ο παραπονούμενος. Δεν του είπε ότι θα του κάνει κακό. Μπορεί να έβρισε τον παραπονούμενο αλλά δεν τον απείλησε. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014, σελ. 135: «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας

(2004)2 ΑΑΔ 489) αλλά αντιπαραβάλλεται και διρευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 159/09, ημ. 4.5.12).» Στην υπόθεση Αθηνής Σωτήρης ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, τονίστηκε ότι: «Ο δικάζων, επομένως, δικαστής βρίσκεται στην πλεονεκτική θέση να παρακολουθεί τη ζωντανή διαδικασία και να κρίνει από το σύνολο της συμπεριφοράς του μάρτυρα την έμφυτη κλίση του προς την φιλαλήθεια ή το ψεύδος. Όταν βεβαίως αναφερόμαστε σε συμπεριφορά του μάρτυρος δεν εννοούμε το ύφος με το οποίο εξωτερικεύει τη μαρτυρία του, γιατί μπορεί π.χ. να έχει υποκριτικές ικανότητες ή αντίθετα κάποια εγγενή αδυναμία στην εκφορά του λόγου. Εννοούμε, κατά κύριο λόγο, το περιεχόμενο της μαρτυρίας το οποίο ελέγχεται με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Ασφαλώς στην αξιολόγηση όλων των πιο πάνω κυρίαρχο ρόλο έχει ο δικαστής που χρησιμοποιεί εκτός από τις νομικές του γνώσεις και την εμπειρία και κοινή λογική. Με αυτά τα κριτήρια, και στη βάση του συνόλου της συμπεριφοράς του μάρτυρα, κρίνει για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα.». Τέλος, έχω πάντα κατά νουν ότι «..η μαρτυρία, είτε άμεση, είτε περιστατική, αξιολογείται συνολικά και στη βάση μιας ενιαίας προσέγγισης και όχι κατά τρόπο μικροσκοπικό ή αποσπασματικό που θα έτεινε να εκτρέψει την αξιολόγηση από την ορθή της διάσταση» (Θεόδωρος Κώστας Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 215/2012 6/4/2015). Είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας τους μάρτυρες σε συνδυασμό με τη συμπεριφορά του; στο εδώλιο. Προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, μέσα από το ύφος τους, τις αντιδράσεις τους, την αμεσότητα των απαντήσεών τους, το περιεχόμενό αυτών και τη λογική των διατυπωθέντων ισχυρισμών και υπό το φως του έγγραφου μαρτυρικού υλικού. Στον Μ.Κ.
  1. έχω αναφερθεί. Παρέθεσε τις ανακριτικές του ενέργειες, δεν αμφισβητήθηκε και τα όσα ανέφερε σε σχέση με αυτές γίνονται αποδεκτά. Προχωρώ στον παραπονούμενο Μ.Κ.2.. 'Ηταν εμφανέστατα εμπαθής ενάντια στον Κατηγορούμενο. Δεν απαντούσε άμεσα επί ερωτήσεων που του τίθεντο. Ήτα γενικά συγκεχυμένος και δεν ήταν τέτοια η συνοχή στα λεγόμενά του προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε να μπορώ να βασιστώ στους ισχυρισμούς του. Δεν ήταν δηλαδή τέτοιας ποιότητας η μαρτυρία του ώστε να μπορώ να βασιστώ σε αυτήν για να προβώ σε ευρήματα επί γεγονότων για στοιχειοθέτηση μίας ποινικής υπόθεσης, η οποία απαιτεί υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ενοχής ενός Κατηγορούμενου. Πιθανόν να είχα καλύτερη εικόνα για το τι διημείφθη μεταξύ των δύο, εάν είχα μαρτυρία από το άλλο πρόσωπο που ήταν μαζί τους στο αυτοκίνητο στο οποίο έγινε αναφορά. Δεν είχα όμως ενώπιόν μου άλλη μαρτυρία επί των γεγονότων εκτός από αυτήν των παραπονούμενου- Κατηγορούμενου. Ο Κατηγορούμενος, αν και πλάτειαζε αδικαιολόγητα, μπορεί να γίνει πιστευτός σε σχέση με την ουσία των Κατηγοριών, ιδιαίτερα σημειώνοντας και την παραδοχή του ότι εξύβρισε τον Κατηγορούμενο, κάτι το οποίο έπραξε από την αρχή με την κατάθεσή του και που δείχνει, όλων των άλλων συνυπολογιζομένων, ειλικρίνεια. Ακόμη και αν δεν θυμόταν ακριβώς όταν έδινε μαρτυρία τι είπε στον παραπονούμενο -δεν το απέκλειε να τον ύβρισε- το τι είπε φαίνεται στο περιεχόμενο της κατάθεσής του όπου και αναφέρει ότι τον αποκάλεσε «γύφτο» και «κκιλίντζιρο». Οπότε, αν και δεν προβαίνω σε εύρημα ότι ψέκασε τον παραπονούμενο ή ότι τον απείλησε, μπορώ να προβώ σε εύρημα ότι τον αποκάλεσε με τις προηγούμενες φράσεις. Έρχομαι στις Κατηγορίες 1 και
  2. Δεν έχουν αποδειχθεί οι ισχυρισμοί γεγονότων που τις αφορούν. Για την Κατηγορία 1 όμως, ακόμη και να έβρισκα ότι ψέκασε ο Κατηγορούμενος τον παραπονούμενο στην πλάτη, δεν υπήρξε σαφής μαρτυρία ότι υπήρξε επιθετική ενέργεια μέσω ψεκασμού αφού από τα λεγόμενα του παραπονούμενου δεν αποκλείεται να ήταν ο ψεκασμός κάτι το τυχαίο ή από λάθος, για το οποίο να είχε μεν κάποιο παράπονο, αλλά στην κατάθεσή του δεν το εξέλαβε ο ίδιος ως επίθεση. Εξηγώ. Αναφέρει στην κατάθεση «. Στη συνέχεια ενώ εργαζόμασταν αυτός πήρε τον ψεκαστήρα και μου έριξε εντομοκτόνο στην πίσω πλευρά μου. . Εγώ το ανέφερα στους προϊσταμένους μου ..».Στο τέλος της κατάθεσής του όμως, δεν φαίνεται καν να το εκλαμβάνει ως επίθεση, αφού αναφέρει ότι «Έχω παράπονο για τις απειλές και την εξύβρισή προς το άτομό μου από τον Γιώργο Χατζηχρυσοστόμου.». Παράπονο δηλαδή διατυπώνει για εξύβριση, για απειλή αλλά όχι για επίθεση. Συνεπώς ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται στην Πρώτη Κατηγορία της κοινής επίθεσης και στην Τρίτη Κατηγορία της απειλής. Έρχομαι στη Δεύτερη Κατηγορία, αυτήν της δημόσιας εξύβρισης. Ο Κατηγορούμενος παρά το ότι αρνήθηκε τις φράσεις που του αποδίδονται από τον παραπονούμενο, δέχθηκε ότι τον αποκάλεσε με άλλα προσωνύμια (το «γύφτος» όπως λέχθηκε σε συνδυασμό με το «κκιλίντζιρος», είναι φανερό ότι εντάσσεται στη μειωτική -θα έλεγα- καθημερινή χρήση του όρου «γύφτος» - σύμφωνα με το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (Ιδρύματος Μαν. Τριανταφυλλίδη) «αυτός που ζει σε συνθήκες βρωμιάς και ακαταστασίας»-). Η λέξη «κκιλίντζιρος» έχω δικαστική γνώση ότι σημαίνει βρώμικος ή πρόσωπο που φορά λερωμένα ρούχα ή είναι ακατάστατα ενδεδυμένος, λέξη με μειωτικό προσδιορισμό για τον αποδέκτη. Η εξύβριση έγινε μέσα σε αυτοκίνητο. Ήταν δε Αύγουστος, ενώ οδηγείτο αυτό σε δημόσιο δρόμο. Κατά τρόπο που θεωρώ ότι σε κάθε περίπτωση ήταν πιθανόν να ακουστεί (δεν αναφέρθηκε π.χ. να ήταν κλειστά τα παράθυρα και να μην τους άκουγε κανένας στο δρόμο) από άλλο πρόσωπο ο παραπονούμενος. Μπορεί να θεωρηθεί ως δημόσια εξύβριση; Στο άρθρο 2 του Κεφ. 154 δίνεται ο ορισμός του «δημόσιου»: « "δημόσιος χώρος" ή "δημόσιο υποστατικό" περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση». Επίσης στο ίδιο άρθρο: «"δημόσια" αναφορικά με πράξεις που έχουν διενεργηθεί, σημαίνει είτε- (α) ότι οι πράξεις αυτές διενεργήθηκαν σε δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι ορατές από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται ή όχι σε δημόσιο χώρο είτε (β) ότι αυτές διενεργήθηκαν σε μη δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι πιθανόν να καταστούν ορατές από πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο» Σε σχέση με εν λόγω το αδίκημα, στην Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Δήμος Δήμου, Αρ. Υπόθεσης: 1001/13, 19/11/2015, ο συνάδελφος Τιμοθέου Φ., τότε Ε.Δ., σήμερα Α.Ε.Δ. ανέφερε τα ακόλουθα: «Το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης προβλέπεται από το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα και τα συστατικά του στοιχεία είναι τα ακόλουθα:
  3. Ο κατηγορούμενος να εξυβρίσει άλλον,
  4. Η εξύβριση να γίνεται με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση,
  5. Η εξύβριση να γίνεται σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο. Όσον αφορά το τι συνιστά δημόσιο χώρο, ο όρος αυτός ερμηνεύεται στο άρθρο 4 του Κεφ. 154, το οποίο ερμηνεύθηκε στις υποθέσεις Ευθυμιάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 25, Anthony Castelow and another v. The Police
(1970)2 C.L.R. 141 και Μιχαήλ κ.α ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 362). Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Στην υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 All E.R. 1297 που αφορούσε κατηγορία βάση του άρθρου 4 του Public Order Act, 1986, με παρόμοια συστατικά στοιχεία με αυτά του άρθρου 99 του Ποινικού μας Κώδικα, αποφασίσθηκε ότι η ερμηνεία της λέξης «insulting» (σε ελληνική μετάφραση «υβριστικός») δεν είναι νομικό θέμα και θα πρέπει να αποδίδεται σε αυτή το κανονικό της νόημα. Αναφέρθηκε δε σχετικά ότι ο μέσος συνετός άνθρωπος αντιλαμβάνεται την ύβρη όταν τη βλέπει ή την ακούει. Το κριτήριο για την ύπαρξη όλων των πιο πάνω στοιχείων είναι καθαρά αντικειμενικό. Στην Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 98 κρίθηκε ως ορθή η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η λέξη «καραγκιόζης» που είχε εκστομίσει η εφεσείουσα εναντίον Αστυνομικού, στον τόπο και υπό τις συνθήκες που χρησιμοποιήθηκε είναι υβριστική και εκδηλώνει περιφρόνηση προς το πρόσωπο προς το οποίο εκστομίζεται και είναι γενικά προσβλητική και μειωτική του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται. Επιπρόσθετα στην ίδια απόφαση κρίθηκε ότι δεν χρειάζεται απόδειξη ότι προκλήθηκε οποιοσδήποτε παρευρισκόμενος να επιτεθεί. Είναι αρκετόν ότι, όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβρισηνα αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Κάτι τέτοιο συνάγεται στην κάθε περίπτωση από τις περιστάσεις στο σύνολο τους. Ως προς το σημείο δε αυτό στην ίδια υπόθεση κρίθηκε ότι από το σύνολο των περιστάσεων ήταν βέβαιο ότι ο παραπονούμενος δε θεώρησε αθώα την επίμαχη έκφραση ούτε ασφαλώς την εξέλαβε ως εκδήλωση ευγένειας, διότι, αν μη τι άλλο, υπέβαλε παράπονο στην Αστυνομία.» Ο Κατηγορούμενος, δέχθηκε ότι εξύβρισε τον παραπονούμενο, πλην όμως με άλλες φράσεις από αυτές που ανέφερε στο Κατηγορητήριο και συγκεκριμένα «γύφτο» και «κκιλίντζιρο». Στην υπό κρίση περίπτωση, βρίσκονταν σε δημόσιο δρόμο κι εντός αυτοκινήτου και με δεδομένο ότι αυτό που απαιτείται είναι σε κάθε περίπτωση, ακόμη και να μη θεωρείτο ότι η θέση εντός του αυτοκινήτου ήταν σε δημόσιο χώρο, είναι να ενδέχετο να ακουστεί ο Κατηγορούμενος από πρόσωπο που ήταν σε δημόσιο χώρο, οπότε θεωρώ ότι πληρείται και το στοιχείο «δημόσιο» της εξύβρισης. Στοιχειοθετείται λοιπόν η Κατηγορία 2 σε σχέση με τις λέξεις «γύφτος» και «κιλίντζιρος» -και όχι με τις αποδιδόμενες «παλιάνθρωπος» και «καραγκιόζης»-, οι οποίες είναι προσβλητικές και μειωτικές για κάποιο πρόσωπο και λέχθηκαν σε τέτοιο πλαίσιο, ώστε πιθανόν να προκαλούσαν παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Οπότε ο Κατηγορούμενος βρίσκεται ένοχος μόνο στη Δεύτερη Κατηγορία, αυτήν της δημόσιας εξύβρισης. .......... Ξενής Ξενοφώντος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.