ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 10243/2020, 28/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:B19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. ΣΑΒΒΙΔΗ, Προσ. Ε. Δ. ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 10243/2020 ΜΕΤΑΞΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑ ΑΡΧΗ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου 2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για κατηγορούσα αρχή: κα Παναγή Για κατηγορούμενο: κα Ν. Χρυσοστόμου για Νικόλα Κυριακίδη ΔΕΠΕ [για να ακούσει απόφαση κα Κ. Κατάπ] Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Στις 10.11.2019 και περί ώρα 2210, επεσυνέβη τροχαίο ατύχημα, επί της οδού Τεύκρου Ανθία, στην Βιομηχανική Περιοχή Δαλίου, στην Λευκωσία, μεταξύ του οχήματος του κατηγορούμενου και της ακολουθούσας, αυτού, μοτοσυκλέτας. Στην ουσία, η εν λόγω μοτοσικλέτα συγκρούστηκε επί της πίσω δεξιάς γωνίας του οχήματος του κατηγορούμενου. Ως αποτέλεσμα τούτου, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες και συγκεκριμένα αυτήν της αμελούς οδήγησης [1η κατηγορία] και αυτήν της παράλειψης του να συμμορφωθεί με σήμα τροχαίας ήτοι, ότι οδήγησε επί ζωγραφιστής νησίδας [2η κατηγορία]. Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε την 2η κατηγορία και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση εν σχέσει με την 1η κατηγορία, αυτήν της αμελούς οδήγησης. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες και δη τον Αστ.720 Παναγιώτη Αντωνίου [Μ.Κ.1] και τον Φίλιππο Μιχαήλ - οδηγός μοτοσυκλέτας [ΜΚ2] ενώ από την πλευρά της υπεράσπισης, αφότου το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, ο τελευταίος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως, χωρίς να παρουσιάσει άλλους μάρτυρες υπεράσπισης. Στη διαδικασία κατατέθηκαν συνολικά 17 τεκμήρια. Β. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Η συνήγορος για τον κατηγορούμενο προέβηκε στα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα[1], τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο: § Ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο οδηγός του ενεχόμενου προπορευόμενου οχήματος, το οποίο οδηγούσε, στις 10.11.2019 και περί ώρα 2210, επί της οδού Τεύκρου Ανθία, στην Βιομηχανική Περιοχή Δαλίου, στην Λευκωσία. § Ότι οι ζημιές στο όχημα του κατηγορούμενου βρίσκονται στο πίσω δεξιό φτερό και φανάρι [βλ. Έγγραφο Α'. 2η σελίδα]. § Ότι οι ζημιές της μοτοσυκλέτας του ΜΚ2, βρίσκονται στο μπροστινό μέρος της μοτοσυκλέτας, στο δεξιό πατίνι καθώς και στον πίσω τροχό.[βλ. Έγγραφο Α'. 3η σελίδα]. § Ότι ο κατηγορούμενος υπόγραψε την απόδειξη παραλαβής του οχήματος από τον Αστ. Σταθμό Πέρα Χωρίου, στις 05.12.2019 [βλ. Έγγραφο Α'. 4η σελίδα]. § Ότι ο κατηγορούμενος παρέδωσε στον ΜΚ1 τους τρεις λαμπτήρες και την πλακέτα αυτών, από το πίσω δεξί φανάρι του οχήματος του [βλ. Έγγραφο Α'. 5η σελίδα]. § Ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο Ιδιοκτήτης του οχήματος που οδηγούσε και ενέχετο στην επίδικη σύγκρουση [Έγγραφο Α'. 6η σελίδα]. Για σκοπούς πληρότητας και μόνο, σημειώνεται, στο σημείο αυτό, ότι πέραν των πιο πάνω, παραδεκτό αποτέλεσε και το γεγονός ότι δεν ανευρέθηκε ο ιατρικός φάκελος του ΜΚ2 από το αρχείο των ιατρικών φακέλων του Γ. Ν. Λευκωσίας και προς τούτο δόθηκε ιατρικό πιστοποιητικό με μόνη αναφορά ότι νοσηλεύτηκε στον γναθοπροσωποχειρουργικό θάλαμο. Επομένως, τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα, αποτελούν πλέον ευρήματα Δικαστηρίου[2]. Γ. ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΘΕΣΕΙΣ ΜΕΡΩΝ Η θέση της Κατηγορούσας αρχής είναι ότι ενώ ο κατηγορούμενος κινείτο εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που τηρούσε και σκοπούσε να οδηγήσει επί της εκ δεξιών ζωγραφιστής, επί της ασφάλτου, νησίδας, με σκοπό, ακολούθως να στρίψει δεξιά σε χώρο στάθμευσης ενός εργοστασίου, διασχίζοντας με τον τρόπο αυτό και την εξ αντιθέτου λωρίδα κυκλοφορίας της εν λόγω οδού, δεν έστρεψε την προσοχή του στο ενδεχόμενο η ενέργεια του αυτή να επηρεάσει την τροχαία κίνηση που τον ακολουθούσε (δεν αναζήτησε όπως ελέγξει την τροχαία κίνηση από πίσω του) και δεν έθεσε σε λειτουργία τον φωτεινό δεξιό δείκτη για κοινοποίηση της εν προκειμένω πρόθεσης του. Από την άλλη, η θέση της Υπεράσπισης είναι ότι πέραν της παράλειψης του κατηγορούμενου να συμμορφωθεί με σήμα τροχαίας, ήτοι ότι οδήγησε επί ζωγραφιστής νησίδας, κάτι που κατά την υπεράσπιση δεν απολήγει, υποχρεωτικά, σε κρίση ότι οδήγησε αμελώς, δεν υπέχει οποιασδήποτε ευθύνης για την πρόκληση του ατυχήματος, του οποίου την ευθύνη αποδίδει αποκλειστικώς στον οδηγό της μοτοσυκλέτας [ΜΚ2]. Δ. ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά, λαμβάνεται σοβαρότατα υπόψη από το Δικαστήριο και κρίνω ότι δεν είναι αναγκαία η λεπτομερής παράθεση της στα πλαίσια της σύνταξης της παρούσας απόφασης. Κάτι τέτοιο δεν θα εξυπηρετούσε κατά τη γνώμη μου κανένα πρακτικό σκοπό. Ωστόσο, θα αναφερθώ στα σημεία εκείνα που θεωρώ ότι κρίνονται επίδικα για την εξαγωγή ευρημάτων για το υπό κρίση αδίκημα. [ΜΚ1] Ο μάρτυρας, παρουσιάστηκε ως ο εξεταστής της υπόθεσης, και περαιτέρω κατέθεσε, ως εμπειρογνώμονας, σε σχέση αφενός με την εν γένει εξέταση τροχαίων ατυχημάτων, στα πλαίσια της οποίας, ετοίμασε και σχετικά σχεδιαγραφήματα της σκηνής [βλ. Τεκμήριο 3- πρόχειρο σχέδιο, Τεκμήριο 4 συμμετρικό σχεδιαγράφημα], καθώς επίσης και αναφορικά με το κατά πόσον ο λαμπτήρας του πίσω δεξιά δείκτη του οχήματος του κατηγορούμενου τέθηκε σε λειτουργία κατά τον επίδικο χρόνο. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του, υιοθέτησε το περιεχόμενο συνοπτικής έκθεσης [βλ. Τεκμήριο 1] που ετοίμασε, καθώς επίσης και το περιεχόμενο της κατάθεσης του [βλ. Τεκμήριο 2]. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήρια 5-8 τις γραπτές καταθέσεις και κατηγορίες που λήφθηκαν από τον κατηγορούμενο και τον ΜΚ
- Σημείωσε δε, ότι, όταν κατέφθασε στη σκηνή του ατυχήματος, τα ενεχόμενα οχήματα είχαν μετακινηθεί από τις τελικές του θέσεις. Η δε μοτοσυκλέτα, δεν είχε εντοπιστεί στην σκηνή. Στο σημείο Χ, επί του Τεκμηρίου 3, κατέληξε από το σημείο τριβής[3] που εντόπισε στην άσφαλτο και το οποίο συνέδεσε με το αποκομμένο πετάλι της μοτοσυκλέτας, το οποίο βρέθηκε στη σκηνή. Με το εν λόγω σημείο, όταν τούτο του υποδείχθηκε επί του πρόχειρου σχεδιαγραφήματος που ετοίμασε ο ΜΚ1, συμφώνησε και ο κατηγορούμενος, ο οποίος την δεδομένη στιγμή βρισκόταν στη σκηνή του ατυχήματος. Επιπρόσθετα, ανέφερε, ότι τη στιγμή της σύγκρουσης, βάση των ευρημάτων του, το όχημα του κατηγορούμενου ήταν κάθετα στην εξ αντιθέτου λωρίδα κυκλοφορίας, ως η πορεία του, δηλαδή 90Ο . Από τη σύγκρουση, ο ΜΚ2, ο οποίος δεν φορούσε κράνος, εκτινάχτηκε στα 19 μέτρα [βλ. ένδειξη «Κ» στο Τεκμήριο 4] και ενόψει του σοβαρού τραυματισμού του, μεταφέρθηκε στο ΤΑΕΠ με ασθενοφόρο, πριν την άφιξη της αστυνομίας στη σκηνή. Με το πρόχειρο σχέδιο [βλ. Τεκμήριο 3], ο ΜΚ2, όταν του υποδείχθηκε για να τοποθετηθεί εν σχέση με την ορθότητα του, μετά που εξήλθε του Νοσοκομείου, επικαλέστηκε τραυματισμό του στο χέρι και δεν το υπόγραψε. Περαιτέρω, ανέφερε ότι το ατύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της νύκτας, εντός οδού, με ικανοποιητικό φωτισμό από λαμπτήρες υψηλής έντασης. Ο καιρός ήταν αίθριος, η άσφαλτος στεγνή και η τροχαία κίνηση αραιή. Ο δρόμος ήταν ευθύς και επίπεδος, κατασκευασμένος από άσφαλτο, διπλής κατεύθυνσης, που διαχωρίζετο στο μέσο με ζωγραφιστή νησίδα. Η σήμανση επί του οδοστρώματος ήταν εμφανής και καθαρή. Το ανώτατο επιτρεπτό όριο ταχύτητας είναι 50ΧΑΩ και η ορατότητα από το σημείο σύγκρουσης και στις δύο κατευθύνσεις ήταν 400 μέτρα. Επίσης, αναφέρθηκε, στους τρεις λαμπτήρες που έλαβε, ακέραιους, από το δεξιό πίσω φανάρι, μαζί με την αντίστοιχη πλακέτα του φαναριού, διευκρινίζοντας ότι ο ένας εξ' αυτών, αφορούσε την λυχνία για την ομίχλη, ο άλλος ήταν για την ένδειξη της αλλαγής πορείας και ο τελευταίος ήταν για τα φρένα [βλ. Τεκμήριο 12]. Περαιτέρω, ανέφερε ότι, γενικά, οι λαμπτήρες λειτουργούν με νήμα πυρακτώσεως, το οποίο αφού λάβει ηλεκτρικό ρεύμα, μειώνεται το μήκος του νήματος με αποτέλεσμα να τεντώνει, κάτι, που κατά τον μάρτυρα αν συνέβαινε, λόγω λειτουργίας του λαμπτήρα κατά τον χρόνο της σύγκρουσης (ως ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου), θα είχε ως αποτέλεσμα, από τη σύγκρουση, να αποκοπεί το εν λόγω νήμα πυρακτώσεως. Ωστόσο, κατά τον μάρτυρα, το εν λόγω νήμα του λαμπτήρα του πίσω δεξιού δείκτη του οχήματος του κατηγορούμενου ήταν ακέραιο. Εν σχέσει με τις γνώσεις του αυτές, σημείωσε ότι είναι απόφοιτος της Ανώτατης Βιομηχανική Σχολής Πειραιά και κατά τον χρόνο της φοίτησης του, ένα από τα υποχρεωτικά μαθήματα, στο οποίο εξετάστηκε, ήταν η εισαγωγή στις φυσικές επιστήμες και τεχνολογίες λειτουργίας των εργοστασίων, που αναφέρονταν στον ηλεκτρισμό- ηλεκτρικοί λαμπτήρες ως τρόπος φωτισμού εργοστασίων, διευκρινίζοντας δε ότι κατά τον ίδιο τρόπο λειτουργούν και οι λαμπτήρες σε αυτοκίνητα. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, στην σκηνή παρουσιάστηκαν διάφορα πρόσωπα τα οποία δήλωσαν ότι ήταν αυτόπτες μάρτυρες του ατυχήματος, πλην όμως κατάθεση λήφθηκε από ένα εξ αυτών και δη κάποιον συγχωριανό του κατηγορούμενου, του οποίου η κατάθεση κατατέθηκε ως Τεκμήριο 14, στη βάση του γεγονότος ότι βρισκόταν στην κατοχή του ΜΚ
- Επίσης, αφού του υποδείχθηκε ότι στο πρόχειρο σχέδιο είχε τοποθετήσει το σημείο σύγκρουσης εντός της εξ αντιθέτου, της πορείας του κατηγορούμενου, λωρίδας κυκλοφορίας, σε αντιδιαστολή με το ότι στο συμμετρικό σχέδιο τοποθέτησε τούτο εντός της ζωγραφιστής διαχωριστικής νησίδας, απάντησε ότι ".Στο πρόχειρο δεν μπορώ να κρατώ τη γραμμή ευθεία ακριβώς όπως είναι στο συμμετρικό, το οποίο γίνεται με τη βοήθεια ηλεκτρονικού υπολογιστή και έχει μεγαλύτερη ακρίβεια από το πρόχειρο..», τονίζοντας στην ουσία ότι η ορθή αποτύπωση είναι αυτή που εμφαίνετε επί του συμμετρικού σχεδίου - Τεκμήριο
- Όσον αφορά την ταχύτητα με την οποία κινείτο ο ΜΚ2, δήλωσε αδυναμία να προσδιορίσει τούτη, πλην όμως ισχυρίστηκε ότι αυτή ήταν αυξημένη, χωρίς ωστόσο να αναφέρει οτιδήποτε διαφωτιστικό του λόγου που εξέφρασε τη γνώμη αυτή. Τέλος, συμφώνησε με την συνήγορο υπεράσπισης ότι την ώρα της σύγκρουσης το όχημα του κατηγορούμενου βρισκόταν κάθετα εντός της αντίθετης, με την πορεία του, λωρίδα κυκλοφορίας με μόνο το πίσω μικρό μέρος του οχήματος του να βρίσκεται εντός της ζωγραφιστής νησίδας, όπου και δέχθηκε το κτύπημα από την μοτοσικλέτα του ΜΚ2 [ΜΚ2] Ο ΜΚ2 υιοθέτησε την κατάθεση του [βλ. Τεκμήριο 7], αναφέροντας ότι ο λόγος που δεν την υπόγραψε, και εν πάση περιπτώσει δεν απάντησε στις ερωτήσεις του ανακριτή, ήταν κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου του. Περαιτέρω, ανέφερε ότι, ομοίως, εναντίον του καταχωρήθηκε ποινική δίωξη για το επίδικο ατύχημα, και μεταξύ των κατηγοριών που του προσάψαν ήταν και η αμελής οδήγηση, για την οποία και καταδικάστηκε. Εν σχέσει με τα γεγονότα του επίδικου ατυχήματος, ανέφερε ότι ενώ κινείτο δίπλα από την γραμμή της ζωγραφιστής νησίδας, εντός της λωρίδας του, με αναμμένα τα φώτα πορείας του, είδε σε κοντινή απόσταση, μπροστά του, ένα Volkswagen με μαύρα φανάρια, να στρίβει απότομα δεξιά. Προσπάθησε να το αποφύγει, κινούμενος πάνω στη διαχωριστική νησίδα χωρίς να τα καταφέρει. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει επακριβώς την ταχύτητα του επειδή δεν είχε μιλιμετρο, αλλά θυμόταν ότι είχε 2η ταχύτητα και κινείτο σιγά. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι δεν θυμόταν οτιδήποτε άλλο, αμνησία την οποία αποδίδει ο ίδιος στην σύγκρουση και του άγχους του. Το επόμενο πράγμα που θυμόταν ήταν ότι ξύπνησε στο νοσοκομείο. Σε ερώτηση δε, κατά πόσον θυμόταν εάν ο κατηγορούμενος είχε βγάλει δεξί δείκτη, ανέφερε ότι «ούτε σήμα κινδύνου είχε ούτε trafficator». Κατά την αντεξέταση του, ανέφερε ότι προσπάθησε να αποφύγει τη σύγκρουση, όταν ο κατηγορούμενος πήγε να στρίψει δεξιά, δηλαδή να τον προσπεράσει, από τα δεξιά. Έπραξε τούτο, επειδή ο κατηγορούμενος έστριψε και σταμάτησε, χωρίς να προχωρήσει και να εισέλθει μέσα στο χώρο στάθμευσης του εργοστασίου. Ως προς την ταχύτητα που τηρούσε ισχυρίστηκε ότι με την 2η ταχύτητα κάποιος μπορεί να κινηθεί το μέγιστο μέχρι τα 100ΧΑΩ, πλην όμως, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, δεν ανέπτυξε την εν λόγω μέγιστη ταχύτητα και κινείτο «χαλαρά». Ανάφερε ακόμα ότι δεν προσπάθησε να πατήσει φρένα ή να ελαττώσει ταχύτητα, όταν είδε τον κατηγορούμενο να στρίβει δεξιά και το μόνο που επιδίωξε ήταν, δια ελιγμού, να αποφύγει τη σύγκρουση. Σε υποβολή που του τέθηκε ότι, λόγω της αυξημένης ταχύτητας του δεν μπόρεσε να αντιληφθεί το όχημα του κατηγορούμενου και συγκρούστηκε μαζί του, αρχικά ζήτησε όπως να μην απαντήσει στην υποβολή αυτή, και ακολούθως είπε «. πιστεύω ότι δεν είχα το χρονικό διάστημα να σταματήσω, επειδή μπορεί να είχαμε απόσταση 2-3 αυτοκίνητα, αλλά επειδή σταμάτησε απότομα τζαι δεν έβγαλε trafficator δεν πρόλαβα να ανταπεξέλθω.». Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος μπορούσε να τον δει επειδή κινείτο δίπλα από την διαχωριστική γραμμή, δεν ήταν άκρια, είχε τα φώτα του αναμμένα καθώς επίσης ότι μπορούσε να τον ακούσει λόγω του θορύβου που προκαλούσε η εξάτμιση της μοτοσικλέτας. Τέλος, όταν δια σχετικής υποβολής του δόθηκε η ευκαιρία να δώσει εξήγηση γιατί δεν χρησιμοποίησε τα φρένα του και κατά πόσον είχε αντιληφθεί την παρουσία του οχήματος του κατηγορούμενου, απάντησε ότι «Δεν μπορούσα να σταματήσω, δεν τον είδα.». Ο ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ Ο κατηγορούμενος υιοθέτησε την κατάθεση που του λήφθηκε [βλ. Τεκμήριο 5], Ακολούθως του ζητήθηκε όπως περιγράψει πως επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα. Κρίνω ορθό να παραθέσω προς τούτο, αυτούσιες, τις σχετικές ερωτήσεις που του τέθηκαν και απαντήσεις που έδωσε : «Ε. Κύριε μάρτυρα, μπορείτε να μας αναφέρετε λίγο περιληπτικά πώς είχε γίνει το επίδικο ατύχημα; Ό,τι θυμάστε. Α. Πήγαινα στο δρόμο, σταμάτησα, ένεψα δεξιά για να στρίψω, σταμάτησε απέναντι αυτοκίνητο, περίμενα να περάσει, είδα από το καθρεφτάκι μου δεξιά και πέρασα από τη νησίδα για να παρκάρω και έγινε το ατύχημα. Ε. Διευκρινίστε μας, προτού προσπαθήσετε να στρίψετε δεξιά είχατε προβεί σε οποιανδήποτε άλλη ενέργεια προηγουμένως; Α. Είδα το καθρεφτάκι μου δεξιά, περίμενα ντο αυτοκίνητο και έστριψα. Ε. Στην κατάθεση σας, ερώτηση 9, που σας ρώτησε ο αστυνομικός, να διαβάσω από την κατάθεση του .. ¨Έκαμες οτιδήποτε άλλο πριν στρίψεις δεξιά; Απάντηση: όχι¨ Μπορείτε να μας διευκρινίσετε για ποιο λόγο απαντήσατε όχι στην ερώτηση του αστυνομικού; Α. Δεν μου διευκρίνισε τι ήθελε ακριβώς.» Κατά την αντεξέταση του, συμφώνησε ότι στον συγκεκριμένο δρόμο συνηθίζεται να γίνονται άτυποι αγώνες ταχύτητας [«κόντρες»], που ήταν και η αιτία που επισκέφθηκε και ο ίδιος τον συγκεκριμένο σημείο την επίδικη ημέρα [ώστε να τους παρακολουθήσει]. Συμφώνησε, ακόμα ότι συνεπεία του γεγονότος αυτού, θα έπρεπε να επιδείξει αυξημένη προσοχή και επιμέλεια καθότι ήταν υπαρκτός ο κίνδυνος τη δεδομένη στιγμή, επί της οδού, να κινούνται οχήματα με μεγάλη ταχύτητα. Τέλος, σε υποβολή που του τέθηκε ότι δεν έλαβε μέτρα προφύλαξης εξού και συγκρούστηκε με τη μοτοσυκλέτα, ανέφερε «Αφού σταμάτησα, περίμενα να περάσουν τα αυτοκίνητα, είχα ήδη τον δείκτη μου τζαι συγκρουστήκαμε πάνω στη νησίδα, η σύγκρουση ήταν πάνω στη νησίδα.». Ε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στις ποινικές υποθέσεις αποτελεί πάγια αρχή ότι το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων της κάθε κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα αρχή και η ενοχή πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας [Woolmington v D.P.P. 25 Cr. App. R. 72, Charitonos and Others v. The Republic
(1971)2 CLR 40]. Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη [Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71]. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη, αλλά και σαφής [βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας [βλ. Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110]. Το άρθρο 8, ως ίσχυε τότε, του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/72 - προνοεί ότι « Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης. Εκείνο που προκύπτει από την πλούσια, ομολογουμένως, νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ότι κατά την οδήγηση κάθε οδηγός πρέπει να ασκεί προσήκουσα προσοχή και το ερώτημα που εγείρεται ως προς το κατά πόσο ένας οδηγός οδηγούσε αμελώς είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση του εξασκώντας την απαραίτητη λογική φροντίδα και προσοχή για τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον δρόμο. Το εφαρμοστέο κριτήριο για τον έλεγχο αυτό είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του θα πρέπει να εξετάζονται σε συνάρτηση με την συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα οδηγού και όχι με την συμπεριφορά ενός τέλειου οδηγού. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας [Duty of Care] οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που λογικά μπορεί να προβλεφθεί ότι μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις και/ή ενέργειες του οδηγού. Σε ότι δε αφορά τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας, αυτά είναι τα ίδια που ισχύουν και στο αστικό δίκαιο. Το μόνο που διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Για να συγκεκριμενοποιηθεί το απρόσωπα προσδιορισμένο καθήκον κάθε οδηγού προς κάθε πρόσωπο που είναι λογικά δυνατόν να επηρεαστεί από τις πράξεις του πρώτου, θα πρέπει να εξεταστεί, στα πλαίσια των γεγονότων της κάθε υπόθεσης, έτσι που να διασαφηνιστεί η φύση του καθήκοντος, και στην περίπτωση που διαπιστώνεται τέτοιο καθήκον, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Η πρόβλεψη για σκοπούς του ελέγχου αυτού συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και την λογική συνέπεια. Κάθε οδηγός οφείλει να τηρεί την δέουσα παρατηρητικότητα, και η αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες. Παράλειψη δε, να δει κανείς ότι απλά είναι ορατό ή όπου η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή και ο οδηγός παραλείπει να λάβει μέτρα προφύλαξης αποτελούν αμέλεια. Η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια. Τέλος αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας [για μια ενδιαφέρουσα επί του θέματος συζήτηση βλ. Νικολαΐδη ν Οικονομίδη
(1963)2 C.L.R. 78, Κωνσταντίνου ν Κατσούρη
(1976)1 C.L.R. 188, Ioannis Charalambous v Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokalides v Police
(1987)2 C.L.R. 86, Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίττη ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, Θεοφάνους v Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Βασιλείου ν Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202, Παλαιομυλίτης ν Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Ξιπτέρα ν Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1696, Αναστάσης Παύλου ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Κουμής ν Χίνη
(2000)1 Α.Α.Δ. 383 και Κυριάκος Αργυρού ν Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378.]. Το Δικαστήριο, λοιπόν, για να καταλήξει, θα πρέπει να διαπιστώσει (α) ποιο ήταν το καθήκον επιμέλειας που είχε ο κατηγορούμενος υπό τις περιστάσεις και τα αντικειμενικά δεδομένα που υπήρχαν τη δεδομένη στιγμή [βλ. Markantonis v. Demakis
(1989)1 CLR 387, 392], και (β) αν ο κατηγορούμενος, έχοντας ως μέτρο το επίπεδο του μέσου συνετού και προσεκτικού οδηγού και όχι του ενεχόμενου ή τέλειου οδηγού, το παρέβη [βλ. ανωτέρω Markantonis και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 20]. Ζητούμενο, επομένως, είναι η διαπίστωση από το Δικαστήριο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αμέλειας[4] από πλευράς του κατηγορουμένου. Αμέλεια του άλλου εμπλεκομένου δεν εξουδετερώνει αφ' εαυτής την αμέλεια κατηγορούμενου, εάν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο κατηγορούμενος φέρει, έστω και κάποια, ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος. Αυτό που εξετάζεται είναι η οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου και σ' αναζητείται τυχόν ποινική ευθύνη του [βλ. σχόλια του Δ. Βασιλειάδη στην Triftarides v. Police
(1968)2 CLR 140,144 - 145[5] και στην Varnakkides v. Police
(1962)2 CLR 1, 3[6] κατ' αναλογία]. ΣΤ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά και βέβαια υπό το φως των κριτηρίων που η νομολογία έθεσε, των οποίων κυρίαρχο είναι το κατά πόσο διαπιστώνεται η προσήλωση του μάρτυρα στην αλήθεια. Η αξιολόγηση δεν είναι έργο μηχανικό, ούτε γίνεται με σύγκριση των λεπτομερειών της μιας υπόθεσης με την άλλη. Είναι η άμεση και ζωντανή εικόνα του μάρτυρα που κατά πρώτο λόγο καθορίζει τα πράγματα. Βέβαια, η αξιολόγηση δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση και στην πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του ο μάρτυρας, αλλά βασίζεται και στο περιεχόμενό της συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό.[7] Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, είχα επίσης υπόψη μου και τις τοποθετήσεις των μερών κατά τις τελικές τους αγορεύσεις. Ωστόσο, προτού προχωρήσω περαιτέρω, σημειώνω, στο σημείο αυτό, ότι δεν μου διαφεύγει ότι τα γεγονότα, σε περιπτώσεις ατυχημάτων, εξελίσσονται σε ελάχιστο χρόνο, ενώ τα οχήματα βρίσκονται σε κίνηση και δεν είναι αναμενόμενο και λογικό να μπορεί κάποιος να υπολογίζει με ακρίβεια τις αποστάσεις ή το χρόνο. Είναι αναμενόμενο να εντοπίζονται μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη σημεία, οι οποίες όμως, όχι μόνο δεν επηρεάζουν την ουσία της μαρτυρίας, αλλά φυσιολογικά αναμένεται να υπάρχουν [βλ. Τιμοθέου v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 671, 688-689]. Εξαρχής σημειώνω ότι θεωρώ ότι ο ΜΚ1 ανέφερε την αλήθεια στο Δικαστήριο εν σχέσει με τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά την διερεύνηση του επίδικου ατυχήματος. Σημειώνω εδώ ότι, σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Ανδρέου ν Αστυνομίας Ποινική Έφεση 209/2020, ημερομηνίας 20/7/2021, ECLI:CY:AD:2021:B344, ένας αστυνομικός μπορεί να προβεί σε διαπιστώσεις ως αποτέλεσμα παρατηρήσεων του στη σκηνή με υπόβαθρο την εμπειρία του στην εξέταση τροχαίων συγκρούσεων, χωρίς να χρειάζεται να είναι εμπειρογνώμονας. Παρόλο που, αρχικά, αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση η ορθότητα τοποθέτησής του σημείου σύγκρουσης Χ στο συμμετρικό σχέδιο, εν σχέσει με το πρόχειρο, εντέλει, παρέμεινε αναντίλεκτη η κατάληξη του μάρτυρα ως προς το πώς ήταν το όχημα του κατηγορούμενου, τη στιγμή της σύγκρουσης, ήτοι ότι το πίσω μέρους του βρισκόταν εντός της διαχωριστικής ζωγραφιστής νησίδας, ως τούτο αποτυπώνεται στο συμμετρικό σχέδιο [Βλ. Τεκμήριο 4] και επομένως, παρά τις ατέλειες που παρουσιάζει το πρόχειρο σχέδιο, εν σχέση με το σημείο σύγκρουσης Χ, ενόψει της πιο πάνω μη αμφισβητηθείσας θέσης του μάρτυρα, αλλά και της πειστικής εξήγησης που έδωσε ως προς την εν προκειμένω διαφορά μεταξύ του προχείρου και του συμμετρικού σχεδίου, αποδέχομαι ότι το σημείο σύγκρουσης βρισκόταν ως τούτο αποτυπώνεται στο συμμετρικό σχέδιο [βλ. Τεκμήριο 4]. Εν πάση περιπτώσει, ως θα φανεί κατωτέρω, λίγης έως και καθόλου σημασίας υπέχει για σκοπούς απόφανσης, ως προς την ενοχή ή μη του κατηγορούμενου που αντιμετωπίζει, το κατά πόσον η σύγκρουση επισυνέβη στο σημείο που υποδεικνύεται στο Τεκμήριο 4 ή λίγο αριστερότερα ως κάποιος θα μπορούσε να θεωρήσει στη βάση του προχείρου σχεδίου Τεκμήριο 3. Με δεδομένο δε ότι η ικανότητα του ΜΚ1 να ετοιμάζει σχέδια της σκηνής ενός ατυχήματος, καθώς επίσης και η εμπειρία του σε σχέση με τη διερεύνηση ατυχημάτων δεν αμφισβητήθηκαν, όπως ούτε αμφισβητήθηκε η ορθότητα της χρήσης συγκεκριμένου λογισμικού για την ετοιμασία του συμμετρικού σχεδίου, τούτο αποτελεί πραγματική μαρτυρία, με βάση την οποία το Δικαστήριο κρίνει και εξετάζει την αξιοπιστία των μαρτύρων καθώς επίσης και ελέγχει τις λεπτομέρειες της μαρτυρίας. Επιπρόσθετα, το συμμετρικό σχέδιο αποτελεί θεμέλιο για την εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το ατύχημα. (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή ν. Κυριάκου,
(1996)1Α ΑΑΔ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1388.) Εν σχέσει τώρα με τη μαρτυρία γνώμης, για τον τρόπο λειτουργίας των λαμπτήρων και εφόσον δεν είχαν αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση του οι γνώσεις και γενικότερα τα σχετικά ακαδημαϊκά του προσόντα, κρίνω ότι ο μάρτυρας μπορούσε να εκφράσει γνώμη και επί τούτης (της γνώμης) αντιμετωπίζεται από το Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας. Επιπροσθέτως, σημειώνω ότι ο ΜΚ1, μέσω της σχετικής μαρτυρίας του, έδωσε στο δικαστήριο όλες εκείνες τις απαραίτητες λεπτομέρειες, κριτήρια και εχέγγυα ώστε τούτο, αφενός να ελέγξει την ορθότητα των συμπερασμάτων του και αφετέρου να μπορεί να σχηματίσει τα δικά του ανεξάρτητα σχετικά συμπεράσματα. Είναι στη βάση αυτών των δεδομένων που αποτελεί και κρίση του Δικαστηρίου, ότι ο λαμπτήρας του πίσω δεξιά δείκτη του οχήματος του κατηγορούμενου, δεν τέθηκε σε λειτουργία κατά τον επίδικο χρόνο. Εν πάση περιπτώσει ο ΜΚ1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση και στο βαθμό που η μαρτυρία του σχετίζεται με τα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης δεν έχω καμία αμφιβολία ότι είπε στο δικαστήριο την αλήθεια. Ήταν σταθερός στις σχετικές τοποθετήσεις του και η ορθότητα και αληθεία τους, επιβεβαιώνεται σε μεγάλο βαθμό, από τα τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον μου πχ. αν και το κατά πόσον στα πλαίσια της διερεύνησης της υπόθεσης, παρέλαβε και το μπροστινό φανάρι του οχήματος του κατηγορούμενου, δεν υπέχει ουσιώδους σημασίας (αφού δεν εξέφρασε οποιανδήποτε γνώμη ως προς το κατά πόσον τέθηκε σε λειτουργία ή όχι, κατά τον ουσιώδη χρόνο) εντούτοις κατά την μαρτυρία του παρουσίασε τούτο (το μπροστινό φανάρι) ως τεκμήριο, χωρίς να υποβληθεί οποιαδήποτε ένσταση, με αποτέλεσμα το κατά πόσον εκδόθηκε ή όχι και για αυτό γραπτή απόδειξη, να μην υπέχει οποιασδήποτε σημασίας ως προς τη βασική θέση ότι όντως το συγκεκριμένο φανάρι είχε παραληφθεί από τον ΜΚ
- Να σημειώσω περαιτέρω, ότι, εν πάση περιπτώσει, ο ΜΚ1 δεν αντεξετάστηκε ως προς την ορθότητα της μεθοδολογίας που ακολούθησε, ούτε και των σχετικών συμπερασμάτων του, αναφορικά με τον λαμπτήρα του πίσω δεξιά δείκτη. Γενικότερα, παρά της αντεξέτασης που δέχθηκε, η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε και επομένως, επί των υπό αμφισβήτηση επιδίκων ζητημάτων τη μαρτυρία του, την αποδέχομαι. Έχοντας λοιπόν υπόψη, όλα τα πιο πάνω, αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ1 ως προς τις ενέργειες στις οποίες προέβη για την διερεύνηση του επίδικου ατυχήματος καθώς και την μαρτυρία του τόσον σε σχέση με τα ευρήματα που εντόπισε στην σκηνή όσον και τη μαρτυρία γνώμης που κατέθεσε, ως εμπειρογνώμονας. Όσον αφορά τον ΜΚ2, θεωρώ ότι η μαρτυρία του δεν κρίνεται βοηθητική προς την επίλυση των επίδικων ζητημάτων που εδώ απασχολούν και επομένως δεν μπορώ να προσδώσω, επ' αυτής οποιαδήποτε βαρύτητα. Και εξηγώ. Αρχικά τοποθετεί τον εαυτό του να κινείται εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, ως η πορεία του, δίπλα από την διαχωριστική νησίδα και να έχει 2 - 3 αυτοκίνητα απόσταση από το όχημα του κατηγορούμενου, υπονοώντας ξεκάθαρα ότι, την δεδομένη στιγμή έχει αντιληφθεί την εκεί παρουσία του ρηθέντος οχήματος και ότι όταν ο κατηγορούμενος έστριψε δεξιά, κινήθηκε και ο ίδιος δεξιά με σκοπό να τον προσπεράσει (από τα δεξιά), χωρίς να ελαττώσει ταχύτητα ή να χρησιμοποιήσει τα φρένα του, προσθέτοντας επίσης, υπό μορφή περαιτέρω διευκρίνησης, των όσων ειδικώς αντιλήφθηκε με την εκεί παρουσία και συμπεριφορά του οχήματος του κατηγορούμενου, ότι έστριψε και σταμάτησε παρά να προχωρήσει και να εισέλθει στο χώρο στάθμευσης του εργοστασίου. Ωστόσο, ως σημειώθηκε και κατά την συνοπτική παράθεση της μαρτυρίας του, σε σχετική υποβολή με την οποία του ζητείτο να τοποθετηθεί αναφορικά με τον χρόνο που είχε απ' όταν αντιλήφθηκε το όχημα του κατηγορούμενου να λάβει μέτρα αποτροπής και να αποφύγει τη σύγκρουση ανέφερε «Δεν μπορούσα να σταματήσω, δεν τον είδα». Η αδυναμία αυτή που παρατηρείται επί του πυρήνα των υπό αμφισβήτηση επιδίκων ζητημάτων και δη της οδικής συμπεριφοράς που επέδειξε κατά, τον ουσιώδη χρόνο, τόσο ο κατηγορούμενος όσον και ο ίδιος ο μάρτυρας σε συνάρτηση με την οδική συμπεριφορά του πρώτου, καθιστά την μαρτυρία του ακροσφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων, επί των επιδίκων ζητημάτων της παρούσας υπόθεσης. Υπενθυμίζω ότι κάθε σχετική με τη δική του οδική συμπεριφορά, αναφορά του ΜΚ2, γινόταν στην βάση της κατ' ισχυρισμό αντίληψης από πλευράς της οδικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, την παρουσία του οποίου, στη βάση της τελικής του τοποθέτησης δεν αντιλήφθηκε. Και του κατηγορούμενου η μαρτυρία παρουσιάζει ουσιώδεις αντιφάσεις, ειδικότερα επί των δικών του ισχυρισμών. Επίσης συγκρούεται με την κοινή λογική αλλά και την λογική εξέλιξη των πραγμάτων. Και εξηγώ. Ο βασικός ισχυρισμός του, που τέθηκε κατά τη δια ζώσης μαρτυρία τού σύμφωνα με τον οποίο, ακριβώς πριν επιχειρήσει την δεξιόστροφη πορεία του προς τον χώρο στάθμευσης του εργοστασίου, έλεγξε από το καθρεφτάκι του την τροχαία κίνηση που τον ακολουθούσε δεν απαντάτε στην κατάθεση που του λήφθηκε στα πλαίσια διερεύνησης του ατυχήματος. Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, κατά τον ίδιο τον κατηγορούμενο, η διεξαγωγή, κατά εκείνη την ημέρα, των άτυπων αγώνων ταχύτητας, καθιστούσε τον κίνδυνο χρήσης του δρόμου από οχήματα που κινούνται με μεγάλη ταχύτητα υπαρκτό και την ανάγκη να προβεί ο ίδιος σε σχετικό έλεγχο επιβεβλημένη. Στη βάση των δεδομένων αυτών, δεν θεωρώ πειστική την εξήγηση που έδωσε ότι απουσία σχετικής αναφοράς στην κατάθεση του, οφειλόταν στη μη εξειδικευμένη σχετική ερώτηση από πλευράς του αστυφύλακα. Εξάλλου, δεν τέθηκαν εξειδικευμένες ερωτήσεις για κάθε αναφορά του στην κατάθεση του. Είμαι λοιπόν της γνώμης ότι αν πραγματικά ο κατηγορούμενος είχε ελέγξει από το καθρεφτάκι του την τροχαία κίνηση που τον ακολουθούσε, ως στην δια ζώσης μαρτυρία του ισχυρίστηκε, σχετικός ισχυρισμός θα απαντάτο και στο περιεχόμενο της κατάθεσης του. Εξάλλου απουσία τέτοιου ισχυρισμού παρατηρείται και στην τελευταία σχετική τοποθέτηση του κατά το στάδιο της αντεξέτασης του όπου ανέφερε «.Αφού σταμάτησα, περίμενα να περάσουν τα αυτοκίνητα, είχα ήδη τον δείκτη μου τζαι συγκρουστήκαμε πάνω στη νησίδα, η σύγκρουση ήταν πάνω στη νησίδα.». Ούτε, με δεδομένη την ενώπιον μου, προς τούτο επιστημονική μαρτυρία και την μη αμφισβήτηση της ορθότητας της από πλευράς της υπεράσπισης, μπορώ να δεχθώ τον ισχυρισμό του ότι, προτού επιχειρήσει να κινηθεί δεξιόστροφα, έθεσε τον σχετικό δείκτη του σε λειτουργία. Εν πάση περιπτώσει και ανεξαρτήτως της όποιας σχετικής ενέργειας του κατηγορούμενου, ο λαμπτήρας του πίσω δεξιού δείκτη του οχήματος του (και μόνου, προφανώς, εμφανούς στους οδηγούς των οχημάτων που τον ακολουθούσαν), σίγουρα δεν λειτούργησε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Με δεδομένα τα κοινώς αποδεκτά γεγονότα μεταξύ των δυο πλευρών και ειδικότερα ότι ο κατηγορούμενος θέτοντας το όχημα του κάθετα επί της νησίδας και της εξ αντιθέτου λωρίδας ανέκοψε την πορεία του ΜΚ2 ο οποίος τη δεδομένη στιγμή επιχειρούσε να τον προσπεράσει, ουσιαστικής, αν όχι καταλυτικής σημασίας είχαν οι ισχυρισμοί του, περί του αν έλεγξε την τροχαία κίνηση που τον ακολουθούσε προτού επιχειρήσει την δεξιόστροφη πορεία του και αν κοινοποίησε με τον δείκτη του, στην τροχαία αυτή κίνηση την πρόθεση του να κατευθυνθεί δεξιά, και δη οι ισχυρισμοί, που για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω παρουσιάζουν ουσιώδεις αδυναμίες και χαρακτηρίζονται από αντιφατικότητα. Κατά συνέπεια την μαρτυρία του, στο βαθμό που δεν συμβαδίζει με την λοιπή ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία την απορρίπτω. Δεν μου διαφεύγει ότι ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε, υπό μορφή εγγράφου που κατείχετο από τον ΜΚ1, η κατάθεση [βλ. Τεκμήριο 14], προσώπου που παρουσίασε τον εαυτό του ως αυτόπτη μάρτυρα του ατυχήματος. Αν και κατά το στάδιο της κατάθεσης της, δηλώθηκε ρητώς ότι κατατεθείτε ως τεκμήριο ως έγγραφο που κατείχετο από τον ΜΚ1, εντούτοις εν απουσία άλλης σχετικής προσδιοριστικής αναφοράς, θα αντιμετωπίσω το περιεχόμενο της ως εξ ακοής μαρτυρία. Έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Κεφ. 9 και τους εκεί αναφερόμενους παράγοντες που υπέχουν σημασίας για την απόφανση ως προς την βαρύτητα που μπορεί να προσδοθεί σε τέτοια μαρτυρία, κρίνω ότι, δεν θα πρέπει να προδώσω στο περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσης οποιαδήποτε βαρύτητα καθότι προέρχεται από πρόσωπο που στην βάση των όσων τέθηκαν ενώπιον μου φαίνεται να διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον κατηγορούμενο, αλλά και γιατί δεν παρουσιάστηκε τούτος για να καταθέσει ως μάρτυρας, χωρίς να δοθεί καμία εξήγηση για το γεγονός αυτό, παράγοντας που σύμφωνα με τις ειδικές πρόνοιες του εν λόγω άρθρου λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την διεργασία αυτή του δικαστηρίου, αφού στην ουσία, συγκρούεται με τον έτερο εξίσου σημαντικό κανόνα αποδείξεως, και δι' αυτόν της προσκόμισης της καλύτερης δυνατής μαρτυρίας. Ζ. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας κατά νου την πιο πάνω αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας καθώς επίσης και τα παραδεκτά γεγονότα, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 10.11.2019 και περί ώρα 2210, ο κατηγορούμενος, ενώ κινείτο με το επίδικο όχημα, επί της οδού Τεύκρου Ανθία, στην Βιομηχανική Περιοχή Δαλίου, στην Λευκωσία, σε κάποιο σημείο του δρόμου, όπου υπήρχε ζωγραφιστή νησίδια [πλάτος 2.70 μέτρων], σταμάτησε, με σκοπό ακολούθως να κινηθεί δεξιά, και έπειτα χωρίς προηγουμένως να κοινοποιήσει τούτην την πρόθεση του, χρησιμοποιώντας τον δεξιό του δείκτη, ούτε να ελέγξει την τροχαία κίνηση που τον ακολουθούσε, ξεκίνησε να κινείται δεξιόστροφα, διασταυρώνοντας την εξ αντιθέτου λωρίδα κυκλοφορίας, ανακόπτοντας με την ενέργεια του αυτή, την ελεύθερη πορεία του ΜΚ2 ο οποίος επιχειρούσε να τον προσπεράσει με την μοτοσικλέτα του, με αποτέλεσμα τα δύο ενεχόμενα οχήματα να συγκρουστούν. Η. ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ Εκείνο που με σαφήνεια προκύπτει, από τα πιο πάνω ευρήματα μου και έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αναφερόμενες νομικές αρχές, είναι ότι ο κατηγορούμενος δεν άσκησε το καθήκον της προσοχής και δέουσας παρατηρητικότητας που βαρύνει κάθε οδηγό κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις ήτοι δεν έλεγξε την τροχαία κίνηση που υπήρχε πίσω του, με αποτέλεσμα να ανακόψει την ελεύθερη πορεία του ΜΚ
- Με την πιο πάνω κρίση μου επουδενί αποφαίνομαι ότι για το επίδικο ατύχημα αποκλειστική ευθύνη φέρει ο κατηγορούμενος. Εξάλλου τούτο δεν ήταν ποτέ το ζητούμενο στη παρούσα υπόθεση. Ας μην λησμονείται ότι στην συλλογιστική για την πιο πάνω διεργασία του δικαστηρίου δεν συνυπολογίστηκε η όποια ταχύτητα με την οποία κινείτο ο ΜΚ
- Σημειώνω, ωστόσο, συναφώς, ότι, ανεξαρτήτως της ταχύτητας με την οποία κινείτο ο ΜΚ2, τα 400 μέτρα ορατότητα που είχε ο κατηγορούμενος σε σχέση με την τροχαία κίνηση που τον ακολουθούσε είναι αρκετά μεγάλη απόσταση για να μπορεί να σταθεί στη βάσανο της λογικής, (και τούτο χωρίς να μετατρέπω τον εαυτό μου σε εμπειρογνώμονα) ότι την στιγμή που ο κατηγορούμενος ξεκίνησε την δεξιόστροφη πορεία του, ο ΜΚ2 δεν βρισκόταν εντός του πεδίου ορατότητας του και άρα δεν θα γινόταν αντιληπτός αν έλεγχε την τροχαία κίνηση που τον ακολουθούσε. Εν πάση περιπτώσει, η ακινητοποίηση και μόνο του οχήματος του κατηγορούμενου εντός της λωρίδας που κινείτο χωρίς να τεθεί σε λειτουργία ο όποιος ορατός προς τον ΜΚ2, δείκτης του οχήματος του, δεν αποτελεί ενέργεια συμβαδίζουσα με πρόθεση να κινηθεί δεξιά προς την αντίθετη λωρίδα πόσο μάλλον, όταν, για να πράξει τούτο, θα έπρεπε να παραβιάσει και το σήμα τροχαίας και δη την ζωγραφιστή νησίδα. Επομένως οι εν λόγω ενέργειες και παραλήψεις του κατηγορουμένου συνιστούν αμέλεια. Επαναλαμβάνω, στο σημείο αυτό, ότι για την διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου είναι αδιάφορο κατά πόσο υπάρχει συντρέχουσα ευθύνη του άλλου εμπλεκόμενου προσώπου, δηλαδή του ΜΚ2 (βλ. Νικολάου ν. Αστυνομίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. 748). Σημασία για την παρούσα ποινική υπόθεση έχει το γεγονός ότι, όταν ο κατηγορούμενος σταμάτησε το αυτοκίνητο του, με σκοπό να κινηθεί δεξιά, από σημείο που δεν αναμένετο κάποιος να κινηθεί - ζωγραφιστή νησίδα, και χωρίς να ασκήσει τη δέουσα παρατηρητικότητα ή να κοινοποίηση την πρόθεση του, κινήθηκε προς τα δεξιά και απόφραξε την ελεύθερη πορεία του ΜΚ2 και να προκληθεί το ατύχημα. Εκ του περισσού σημειώνω ότι, ως προκύπτει από την απόφαση Bullows v. Νεοφύτου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 41 ακόμη και αν ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου ότι γνωστοποίησε την πρόθεση του να κινηθεί δεξιά, γινόταν αποδεκτός, δεν θα ήταν από μόνος του ικανός να τον απαλλάξει ευθύνης. Τη δεδομένη στιγμή, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ελλόχευε ο κίνδυνος άλλο όχημα που κινείτο πίσω του να επηρεαστεί από την οδική του συμπεριφορά.. Επομένως το καθήκον του ήταν να ελέγξει την τροχαία κίνηση που τον ακολουθούσε, πράγμα το οποίο δεν έπραξε Δεν είδε καθόλου τη μοτοσικλέτα. Αν κοίταζε πίσω του, οπωσδήποτε θα έβλεπε τη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο ΜΚ2, αφού σε ελάχιστο χρόνο από τη στιγμή που άρχισε να κινείται δεξιά, ο ΜΚ2 συγκρούστηκε επί του δεξιού πίσω φτερού- φαναριού του οχήματος του. Θα μπορούσε έτσι να λάβει έγκαιρα περισσότερα μέτρα για την προστασία του και την αποφυγή του ατυχήματος. Δεδομένων όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει για αμελή οδήγηση. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου, τα έξοδα που δημιουργήθηκαν στην υπόθεση, να καταβληθούν από τον κατηγορούμενο. (Υπ.) Π. Σαββίδης, Προσ. Ε. Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Το περιεχόμενο της δήλωσης που κατατίθεται ως παραδεκτό γεγονός αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός αναγόμενο ουσιαστικά ως δεδομένο, τέτοιας σημασίας που ακόμα και στην περίπτωση μαρτυρίας η οποία αντίκειται προς αυτό η μαρτυρία εκείνη κρίνεται ανάλογα. Το δε δικαστήριο δεν έχει την δυνατότητα αναθεώρησης αποδοχής κάποιου γεγονότος ως παραδεκτού. Όταν υπάρχει σύγκρουση μαρτυρίας και παραδεκτών γεγονότων υπερέχουν τα παραδεκτά γεγονότα [βλ. Ευριπίδης Ανδρέα Γεωργίου άλλως Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 444, Ανδρέας Μ. Ανδρέα κ.α. ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, ΚΟΤ ν. Πάμπου Χαραλάμπους
(2000)2 Α.Α.Δ. 186, 603, Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143 και Ιωάννης Ανδρονίκου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 238/07 και 239/07 ημερ. 15.7.2008]. [2] βλ. κατ΄ αναλογίαν, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501, Γιαννίδης v. Αστυνομίας, Ποιν.Εφ.7007
(2002)2 Α.Α.Δ. 143. [3] Βλ. Πρακτικά ημ.04.10.22 σελ.14 γραμμή 7 «.Υπήρξε φρέσκα τριβή του ασφαλτικού οδοστρώματος, γδάρσιμο δηλαδή, το οποίο δεν εμπεριείχε ούτε σκόνη, ούτε οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που να υποδηλώνει ότι ήταν παλιό το γδάρσιμο.». [4] 'The prosecutor has to prove beyond reasonable doubt that the motorist is ''at fault'', i.e. had departed from the standard of a competent and careful driver in all the circumstances of the particular case.' (Βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, 25th ed, Vol. 1, par. 5.46 σελ. 424). [5] 'Careless driving, when the subject of a prosecution is the main element of the offence charged; and must be positively established by the prosecution as part of the conduct of the accused, constituting the offence. Simultaneous negligence on the part of other persons concerned, cannot affect the question of the guilt of a careless driver. It can only affect the sentence to be imposed in case of conviction: . The carelessness of the victim cannot affect the guilt or the innocence of the driver which must be found in his own conduct. The issue, which the Court has to decide is whether there is, or there is not, careless driving. The question whether, as a result, of careless driving there has been serious, trifling, or no injury at all, to another person is immaterial in a case of this kind.' [6] 'The case arises from the collision of two motor cars at a cross-road. Such a collision may give rise to civil claims and may also give rise to criminal liability. This court is not concerned with the way in which a civil court could look upon this same collision. The approach is different; and the consequences are different. In a criminal prosecution the position is that the driver who is negligent has a criminal liability regardless of the negligence of the other driver. If the collision is due to the negligence of the accused, either entirely or partly, his criminal liability is established, But not until then. The prosecution has to show criminal negligence beyond reasonable doubt; and to avoid confusion, the appropriate statute speaks of criminal liability for driving without due care and attention.' [7] Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρας
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Βούτουνος v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 71 και Ευαγγέλου v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 371. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο