← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ, ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 18506/21, 31/3/2023

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ, ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 18506/21, 31/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:B25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. ΣΑΒΒΙΔΗ, Προσ. Ε. Δ. ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 18506/21 ΜΕΤΑΞΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑ ΑΡΧΗ ν. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ Ημερομηνία: 31 Μαρτίου 2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για κατηγορούσα αρχή: κα Χρ. Θεμιστοκλέους Για κατηγορούμενο: κα Χλόη Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Εξαρχής σημειώνω ότι η παρούσα υπόθεση εδράζεται αποκλειστικά επί αναγνωριστικής μαρτυρίας, κατόπιν και της αμφισβήτησης της ορθότητας της, από την υπεράσπιση. Επομένως, ενόψει της κατ' ισχυρισμόν αναγνώρισης του κατηγορούμενου, ως οδηγού της μοτοσυκλέτας Suzuki Hayabusa, ο τελευταίος, κατηγορείται για τα αδικήματα της οδήγησης χωρίς άδεια οδήγησης [1η κατηγορία], χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου [2η κατηγορία], της αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης [3η κατηγορία], της παράλειψης του να φέρει στερεά προσδεδεμένο στο κεφάλι προστατευτικό κράνος [4η κατηγορία], της χρήσης της μοτοσυκλέτας χωρίς διακριτικά σημεία ταυτότητας [5η κατηγορία], της παράλειψης του να συμμορφωθεί με την ένδειξη κόκκινου φανού σε φωτεινούς σηματοδότες για οχήματα [6η κατηγορία], της παράλειψης συμμόρφωσης του με σήμα τροχαίας [7η κατηγορία] και τέλος της παράλειψης συμμόρφωσης του σε σήμα αστυνομικού [8η κατηγορία], κατά παράβαση των σχετικών άρθρων των Νόμων και Κανονισμών, ως τούτοι καταγράφονται στο κατηγορητήριο, αντίστοιχα, στη κάθε κατηγορία. Για να αποδείξει την υπόθεση της, η κατηγορούσα αρχή, κάλεσε δύο μάρτυρες και δη τον Αστ. 1725 Κ. Κουρσάρη [ΜΚ1] και τον Αστ. 1249, Στέλιο Γεωργίου [ΜΚ2]. ενώ από την πλευρά της υπεράσπισης, αφότου το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, ο τελευταίος επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής και να μην παρουσιάσει μάρτυρες υπεράσπισης. Στη διαδικασία κατατέθηκαν συνολικά 9 τεκμήρια. Β. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Για σκοπούς περιορισμού των επίδικων ζητημάτων, η υπεράσπιση συγκατατέθηκε όπως κατατεθούν ως παραδεκτά, για την αλήθεια του περιεχομένου τους: § Η Κατάθεση Αστ.1903 Στέλιου Παντελή - η οποία καλύπτει τις ενέργειες του που προέβη ο εν λόγω αστυφύλακας, εν σχέσει με τη διαδικασία λήψης ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου, καθώς επίσης και ότι κατηγόρησε, τον τελευταίο, εν σχέσει με τα κατ' ισχυρισμόν αδικήματα [βλ. Τεκμήριο 7], § Η Ανακριτική κατάθεση κατηγορούμενου, μαζί με τη βεβαίωση πληροφόρησης και παραλαβής έγγραφων δικαιωμάτων υπόπτων/ κατηγορουμένων. [Βλ. Τεκμήριο 8], § Η Γραπτή κατηγορία [Βλ. Τεκμήριο 9]. Επομένως, το περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων, καθίστανται, πλέον, ευρήματα Δικαστηρίου[1]. Γ. ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΘΕΣΕΙΣ ΜΕΡΩΝ Θέση, λοιπόν, της κατηγορούσας αρχής είναι ότι ο οδηγός που διέπραξε τα κατ' ισχυρισμόν αδικήματα, που αναφέρονται πιο πάνω, είναι ο κατηγορούμενος, ο οποίος έτυχε αναγνώρισης από τον ΜΚ1, ενώ, από την άλλη, η υπεράσπιση αμφισβητεί την ορθότητα της αναγνώρισης που προέβη ο ΜΚ1 και δη ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν ο οδηγός της επίδικης μοτοσυκλέτας. Απαιτούμενο, λοιπόν, στοιχείο για όλες τις κατηγορίες είναι η απόδειξη, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, από την κατηγορούσα αρχή, ότι το πρόσωπο που οδηγούσε την επίδικη ημέρα και ώρα, την εν λόγω μοτοσυκλέτα, ήταν ο κατηγορούμενος, αφού στη βάση της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής ως προς τον τρόπο δράσης του οδηγού της εν λόγω μοτοσυκλέτας, τον οποίο δεν αμφισβήτησε η υπεράσπισης, αποδεικνύονται τα λοιπά συστατικά στοιχεία όλων των αδικημάτων του κατηγορητηρίου, πλην φυσικά, εκείνων των συστατικών τα οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την ταυτότητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας. Δ. ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΜΚ1 Συνοπτικά, ο μάρτυρας αυτός, μέσα από την κατάθεση του [βλ. Τεκμήριο 1], ανέφερε ότι υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λευκωσίας και είναι τοποθετημένος στην Τροχαία Λευκωσίας, στην ομάδα «Ζ». Στις 11.08.2021 και ώρα 18:10 βρισκόταν υπηρεσιακό καθήκον [Βλ. Τεκμήριο 3] στην πλατεία Ελευθερίας στη Λευκωσία και συγκεκριμένα στην οδό Ομήρου, όπου έκανε σήμα στον οδηγό της μοτοσυκλέτας, μάρκας Suzuki Hayabusa, χρώματος πορτοκαλί, για να σταματήσει. Ο οδηγός της εν λόγω μοτοσυκλέτας, μόλις τον αντιλήφθηκε, κινήθηκε απότομα δεξιά, ως η πορεία του, για να αποφύγει τον έλεγχο, παραβιάζοντας τον κόκκινο σηματοδότη στη διασταύρωση της οδού Ομήρου με Ευαγόρου και οδηγώντας πάνω στη ζωγραφιστή νησίδα, ανέπτυξε ταχύτητα, κινήθηκε ζικ ζακ, σπινάροντας το πίσω ελαστικό και έπειτα, συνέχισε προς την Λεωφόρο Στασίνου. Η μοτοσυκλέτα δεν έφερε αρ. εγγραφής και ο οδηγός της δεν έφερε κράνος. Ο ΜΚ1 αναγνώρισε τον οδηγό της ως τον κατηγορούμενο, ο οποίος σύμφωνα με το σύστημα της αστυνομίας διαφάνηκε ότι δεν κατείχε ούτε άδεια οδηγού, εν σχέσει με τη κατηγορία της μοτοσυκλέτας που οδηγούσε [βλ. τεκμήριο 2]. Συμπληρωματικά των πιο πάνω, στη δια ζώσης μαρτυρία του, αφού αναγνώρισε το πρόσωπο που βρισκόταν στο εδώλιο του κατηγορούμενου, ως τον Ανδρονίκου - κατηγορούμενο, στη συνέχεια ανέφερε ότι κατά τα έτη 2018 -2019, όντας στον Ουλαμό Πρόληψης Εγκλημάτων Λευκωσίας [στο εξής ο « Ο.Π.Ε,»] παρακολούθησε 3 - 4 φορές τη δικαστική διαδικασία που διεξαγόταν εναντίον του Ανδρονίκου - τότε κατηγορούμενου- όντας σε υπηρεσιακό καθήκον. Περαιτέρω, ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διεξήχθησαν τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, διευκρίνισε ότι ενώ ήταν στα φώτα της συμβολής Ομήρου - Ευαγόρα, άκουσε μια μοτοσυκλέτα να έρχεται προς το μέρος του, πήγε στη μέση του δρόμου και σήκωσε το δεξί του χέρι, ώστε να την σταματήσει. Κατά την αντεξέταση του, πέραν των πιο πάνω, συμφώνησε με την υπεράσπιση ότι δεν αναφέρθηκε, στην τότε δικαστική διαδικασία, ο αριθμός της ταυτότητας του κατηγορούμενου καθώς ούτε οποιοδήποτε άλλο προσωπικό του στοιχείο. Από το 2018 -2019, δεν τον ξαναείδε, πάρα μόνον, πριν λίγο καιρό, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Ως προς τα λοιπά προσωπικά του στοιχεία, ήτοι τον αριθμό της ταυτότητας του και την διεύθυνση διαμονής του, τα εντόπισε από το σύστημα της Αστυνομίας καθώς επίσης και από το ημερολόγιο στον Ο.Π.Ε. Επίσης, ανέφερε ότι δεν είχε έγνοια να καταγγείλει το πρόσωπο που οδηγούσε την μοτοσυκλέτα, αλλά από τη στιγμή που τον αναγνώρισε, δηλαδή ήξερε το όνομα. το επίθετο, το παρατσούκλι του [Δημητρούι] και αφού βρήκε και τα άλλα προσωπικά του στοιχεία του από το σύστημα της αστυνομίας, προχώρησε στην καταγγελία εναντίον του. Εν σχέσει δε με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αναγνώρισε τον οδηγό της μοτοσυκλέτας, ανέφερε ότι όταν άκουσε την μοτοσυκλέτα που ερχόταν, πήγε στη μέση του δρόμου και του έκανε σήμα να σταματήσει στη μεσαία λωρίδα. Δεν είχε άλλη τροχαία κίνηση. Υπολόγισε την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας περίπου στα 60ΧΑΩ και σημείωσε με την ένδειξη «Χ» και «Χ1» στο τεκμήριο 4 (1η και 2η φωτογραφία σκηνής), το σημείο όπου αρχικά στεκόταν όταν άκουσε την μοτοσυκλέτα και έπειτα το σημείο όπου βρισκόταν τη στιγμή που έκανε σήμα στον οδηγό της μοτοσυκλέτας για να σταματήσει, αντίστοιχα. Σε ερώτηση για την απόσταση που βρισκόταν η μοτοσυκλέτα από την στιγμή που ο ΜΚ1 ήταν στο σημείο Χ1, απάντησε : « Την ώρα που άρχισα να πηγαίνω προς τον δρόμο, είχα ακούσει τη μοτοσυκλέτα που ερχόταν από μακριά. Πλησίασα προς το τέρμα του πεζοδρομίου και μόλις τον είδα να έρχεται και δεν έφερε κράνος, βγήκα στη μέση του δρόμου, εδώ στο σημείο Χ1 και του έκανα σήμα να σταματήσει.», διευκρινίζοντας, περαιτέρω, ότι πλησίασε στον δρόμο για να είναι έτοιμος, αν τυχόν έβλεπε κάποια παράβαση, την οποία θα διέπραττε ο οδηγός της μοτοσυκλέτας να τον σταματούσε. Διόρθωσε, εν σχέσει με την αρχική του αναφορά, σε προηγούμενη δικάσιμο, τον χρόνο που έδωσε κατάθεση [βλ. Τεκμήριο 1] και συγκεκριμένα ότι την κατάθεση του, εντέλει, δεν την έδωσε την ίδια ημέρα που αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, αλλά την επομένη. Σε δε υποβολή ότι η πράξη του τούτη, ήτοι ότι δεν προχώρησε με αυθημερόν καταχώρηση της υπόθεσης στο σύστημα της αστυνομίας και περαιτέρω σε σχετική κατάθεση εναντίον του κατηγορούμενου ήταν γιατί δεν ήταν σίγουρος εάν ήταν όντως ο κατηγορούμενος ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, απάντησε ότι ήταν 100% σίγουρος και δεν είχε δεύτερες σκέψεις. Προς εντοπισμό των λοιπών προσωπικών στοιχείων του κατηγορούμενου, ανέφερε ότι στο σύστημα της αστυνομίας εντόπισε 3 πρόσωπα με το ίδιο όνομα, όμως επειδή ήταν καταχωρημένο και το παρατσούκλι του κατηγορούμενου [Δημητρούι], κατάλαβε ότι ήταν αυτός και επομένως έλαβε τα σχετικά στοιχεία (ταυτότητα και διεύθυνση). Δεν θυμόταν τι φορούσε ο κατηγορούμενος την επίδικη ημέρα αλλά δεν θεώρησε αναγκαίο, από την στιγμή που τον αναγνώρισε, να τον καλέσουν σε αναγνωριστική παράταξη αφού, ως ανέφερε, θα μπορούσε να παρουσιαστεί με άλλα ρούχα, φαλακρός ή να αλλάξει μαλλί. Εν σχέσει τώρα με τον ιδιοκτήτη της μοτοσυκλέτα, έμαθε, από πληροφορίες, ότι ανήκει σε κάποιον Φάνο Χ¨ Γεωργίου, χωρίς όμως, να μπορεί να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες ή να μπορεί να συνδέσει τον κατηγορούμενο με τον τελευταίο καθώς ούτε και με την μοτοσυκλέτα. ΜΚ2 Ο εν λόγω μάρτυρας, ανέφερε, κατά την κυρίως εξέταση του ότι, την επίδικη περίοδο, υπηρετούσε στην Τροχαία Λευκωσίας, στην ομάδα «Ζ», και την επίδικη ημερομηνία και ώρα βρίσκονταν σε υπηρεσιακό καθήκον απέναντι από την πλατεία Ελευθερίας. Γνωρίζει τον Ανδρονίκου μέσα στα πλαίσια της εργασία του τόσον στην ομάδα Ζ όσο και από την περίοδο όπου υπηρετούσε στον Ο.Π.Ε Λευκωσίας. Ωστόσο, αν και είδε τον ΜΚ1 που έκαμε σήμα σε έναν οδηγό μοτοσυκλέτας να σταματήσει, την επίδικη ημέρα και ώρα, δεν ήταν βέβαιος 100% ότι ήταν ο κατηγορούμενος, επειδή ήταν λίγο πιο μακριά. Συγκεκριμένα ανέφερε « Ο συνάδελφος ο Κυριάκος κόντεψε του περισσότερο για να του κάμει σήμα, εγώ βρισκόμουν στο πεζοδρόμιο και αντιλαμβάνεστε εν κλάσματα δευτερολέπτου που είδα τον οδηγό». Κατά την αντεξέταση του, τοποθέτησε τον εαυτό του στο σημείο Χ της 1ης φωτογραφίας του Τεκμηρίου 4, ως το σημείο που βρισκόταν, χωρίς να θυμάται άλλες, περαιτέρω, λεπτομέρειες. Στη συνέχεια, εν σχέσει με τη θέση του ότι τον οδηγό τον είδε κλάσματα δευτερολέπτου απάντησε: « Αντιλαμβάνεστε μια μοτοσυκλέτα που κινείται με μια ταχύτητα δεν μπορείς να δεις πολλή ώρα τον οδηγό, απλά περνά από μπροστά σου και φεύγει, μετά βλέπεις την πλάτη μόνο.». Δεν μπορούσε να διευκρινίσει με τι ταχύτητα πήγαινε και εν συνεχεία, δεν γνώριζε οτιδήποτε άλλο σχετικό με την υπόθεση. Ε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στις ποινικές υποθέσεις αποτελεί πάγια αρχή ότι το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων της κάθε κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα αρχή και η ενοχή πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας [Woolmington v D.P.P. 25 Cr. App. R. 72, Charitonos and Others v. The Republic

(1971)2 CLR 40]. Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη [Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71]. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη, αλλά και σαφής [βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας [βλ. Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110]. Στη παρούσα υπόθεση, ως εξαρχής ανέφερα, ουσιαστικό στοιχείο είναι η σύνδεση του κατηγορούμενου με τα υπό αμφισβητήσει αδικήματα και συγκεκριμένα θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο τελευταίος ήταν το πρόσωπο που όντως οδηγούσε την επίδικη μοτοσυκλέτα. Καθίσταται συνεπώς αναγκαία, η εξέταση της ποιότητας της αναγνώρισης στην οποία προέβη ο ΜΚ1, στα πλαίσια που έχει θέσει η Νομολογία. Οι κατευθυντήριες γραμμές ως προς το θέμα της αναγνώρισης τέθηκαν στην υπόθεση R.V. Turnbull
(1976)3 All E.R. 549, η οποία έχει υιοθετηθεί σε πολλές αποφάσεις κυπριακών Δικαστηρίων (βλ. Rossides v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 391 , Θεοδωρίδης ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 160 και Λαζάρου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Προκύπτει από την πιο πάνω νομολογία ότι, τα ακόλουθα λαμβάνονται υπόψη ώστε να αποφασιστεί αν μπορεί να γίνει αποδεκτή η αναγνώριση ή όχι: (α) Για πόσο χρονικό διάστημα υπήρξε οπτική επαφή του μάρτυρα με τον κατηγορούμενο; (β) από πόση απόσταση; (γ) υπό ποιου είδους φωτισμού; (δ) αν υπήρχε οποιοδήποτε εμπόδιο στην ορατότητα; (ε) το κατά πόσο ο μάρτυρας είχε ξαναδεί τον Κατηγορούμενο ή το όχημα του και, αν ναι, πόσες φορές; (στ) κατά πόσο η αναγνώριση του κατηγορούμενου στηρίζεται σε μία παροδική ματιά (fleeting glance); Αν η αναγνώριση, με βάση τα πιο πάνω, είναι καλής ποιότητας, τότε το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει με ασφάλεια και να κρίνει την αξιοπιστία της μαρτυρίας αυτής, έστω και στην απουσία μαρτυρίας προς υποστήριξη. Όταν, όμως, η αναγνώριση είναι κακής ποιότητας, το Δικαστήριο θα πρέπει να απαλλάξει τον Κατηγορούμενο εκτός αν υπάρχει άλλη μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι το πρόσωπο αυτό, είναι το πρόσωπο που διέπραξε το αδίκημα. Και προχωρώ ευθύς αμέσως στην αξιολόγησης της μαρτυρίας. ΣΤ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά και βέβαια υπό το φως των κριτηρίων που η νομολογία έθεσε, των οποίων κυρίαρχο είναι το κατά πόσο διαπιστώνεται η προσήλωση του μάρτυρα στην αλήθεια. Η αξιολόγηση δεν είναι έργο μηχανικό, ούτε γίνεται με σύγκριση των λεπτομερειών της μιας υπόθεσης με την άλλη. Είναι η άμεση και ζωντανή εικόνα του μάρτυρα που κατά πρώτο λόγο καθορίζει τα πράγματα. Βέβαια, η αξιολόγηση δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση και στην πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του ο μάρτυρας, αλλά βασίζεται και στο περιεχόμενό της συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό.[2] Δεν είναι βέβαια κάθε αντίφαση που έχει σημασία. Οι αντιφάσεις που καθιστούν μια μαρτυρία αναξιόπιστη πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής σε σημείο που να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του μάρτυρα ή να φανερώνουν την διάθεση του να πει ψέματα. Αντιφάσεις σε λεπτομέρειες ή επουσιώδους σημασίας δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία η οποία είναι γενικά πειστική. Ο ΜΚ1 ανέφερε δια ζώσης στο Δικαστήριο ότι την ώρα του επίδικου συμβάντος δεν κινούταν οποιοδήποτε άλλο αυτοκίνητο στον δρόμο. Το παράδοξο δε, είναι ότι ο ΜΚ1 παρουσίασε σχετική διαταγή επιχείρησης [Βλ. τεκμήριο 3] από την οποία προκύπτει ότι στις 18:00, στην πλατεία Ελευθερίας θα υπήρχε εκδήλωση διαμαρτυρίας έναντι των μέτρων που λαμβάνονταν κατά της πανδημίας και εν προκειμένω θα αναμενόταν η τροχαία κίνηση να ήταν, αν μη τι άλλο, πυκνή ή έστω αραιή. Άλλο σημείο της μαρτυρίας του ΜΚ1 που δημιουργεί ερωτηματικά είναι η αναφορά του εν σχέσει με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα κατ' ισχυρισμόν αδικήματα. Και εξηγώ. Ενώ κατά την κυρίως εξέταση του, αλλά και στα αρχικά στάδια της αντεξέτασης του, ενώ ανέφερε ότι ακούγοντας τον ήχο της μοτοσυκλέτας, εισήλθε στη μεσαία λωρίδα της οδού Ομήρου με σκοπό να ανακόψει την πορεία του οδηγού αυτής, στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης, παρουσίασε τα γεγονότα με διαφορετικό τρόπο και συγκεκριμένα ότι όταν άκουσε τον ήχο της μοτοσυκλέτας, πλησίασε στο τέρμα του πεζοδρομίου και μόλις είδε τον οδηγό αυτής να πλησιάζει χωρίς να φέρει στο κεφάλι κράνος, τότε εισήλθε στη μέση του δρόμου, στο σημείο Χ1 [Βλ. 2η φωτογραφία τεκμηρίου 4] κάνοντας του σήμα για να σταματήσει. Διευκρίνισε δε ότι έπραξε τοιουτοτρόπως ώστε να είναι έτοιμος, εάν ο οδηγός της μοτοσυκλέτας διέπραττε οποιαδήποτε τροχαία παράβαση, να τον σταματήσει. Εν σχέσει με την αναγνώριση του προσώπου, στην κατάθεση του [Βλ. Τεκμήριο 1] αρκέστηκε να αναφέρει απλά ότι αναγνώρισε τον οδηγό της μοτοσυκλέτας ως τον Δημήτρη Ανδρονίκου, χωρίς να δώσει οποιαδήποτέ άλλη περιγραφή του προσώπου που είδε ως οδηγό της επίδικης μοτοσυκλέτας. Σε κανένα σημείο αυτής ή κατά την ενώπιον του δικαστηρίου μαρτυρία του, δεν ανέφερε το χρονικό διάστημα με το οποίο είχε οπτική επαφή με το πρόσωπο του οδηγού της μοτοσυκλέτας, ούτε έθεσε οποιαδήποτε περιγραφή του εν λόγω, ούτε οποιαδήποτε άλλη περιγραφή, πάρα μόνο το όνομα αυτού. Σημαντική, στην όλη υπόθεση είναι και η θέση του ΜΚ2, ο οποίος ανέφερε ότι η μοτοσυκλέτα κινείτο με τέτοια ταχύτητα που ο χρόνος για να μπορεί κάποιος να δει τον οδηγό της περιοριζόταν στα 1 - 2 δευτερόλεπτα και έπειτα το μόνο που θα μπορούσε κάποιος να δει ήταν την πλάτη του οδηγού. Ο ίδιος, πέραν τούτου, δήλωσε ότι δεν μπορεί να πει 100% ότι ο κατηγορούμενος ήταν και ο οδηγός της επίδικης μοτοσυκλέτας, συσχετίζοντάς τούτο κυρίως με τη θέση που βρισκόταν ήτοι επί του σημείου «χ» της 1ης φωτογραφίας του Τεκμηρίου 4. Ωστόσο, εάν παρατηρήσει κάποιος το σημείο Χ1 [θέση που ο ΜΚ1 ισχυρίζεται ότι βρισκόταν όταν έκανε σήμα του οδηγού της μοτοσυκλέτας] και το σημείο Χ [θέση που ο ΜΚ2 ισχυρίζεται ότι βρισκόταν ήτοι - στο πεζοδρόμιο δεξιά της επίδικης οδού], η απόσταση δεν είναι τέτοια ώστε, λαμβανομένης υπόψη ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας απέφυγε τον ΜΚ1, από τη δεξιά πλευρά του δρόμου, ο ΜΚ2 να μπορούσε να αναγνωρίσει τον οδηγό της μοτοσυκλέτας, εφόσον αυτός κινείτο με κινείτο με διαφορετική ταχύτητα (πιο χαμηλή). Επομένως, ουσιαστικό κριτήριο για την αναγνώριση, δεν ήταν η απόσταση μεταξύ του ΜΚ2 και του οδηγού της μοτοσυκλέτας, αλλά η ταχύτητα με την οποία κινείτο ο τελευταίος, η οποία ήταν τέτοια ώστε να περιορίζει την δυνατότητα αναγνώρισης του οδηγού, αυτής, με ασφάλεια. Επομένως, η παρέλευση του χρονικού διαστήματος που είδε, τελευταία φορά, ο ΜΚ1 τον κατηγορούμενο, ήτοι περί το έτος 2018 -2019, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η ταχύτητα με την οποία κινείτο ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, ως ανέφερε ο ΜΚ2, περιόριζε την δυνατότητα κάποιου να έχει το χρονικό περιθώριο, ώστε να μπορεί να έχει τέτοια οπτική επαφή με το πρόσωπο του οδηγού [1- 2 δευτερόλεπτα], χωρίς να μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα αν η ματιά που οδήγησε στην αναγνώριση ήταν φευγαλέα ή όχι και αυτό από τον ΜΚ2 που είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τον κατηγορούμενο από διάφορα πόστα που κατά καιρούς κατείχε στην αστυνομία σε αντιδιαστολή με τον ΜΚ1, του οποίου η όποια σχετική γνώση εδράζεται, προ ετών, στην εικόνα που αποκόμισε κατά την παρακολούθηση μιας δίκης, εντός της αίθουσας του δικαστηρίου, καθώς επίσης ότι καμία περιγραφή των χαρακτηριστικών του προσώπου, που ο ΜΚ1 είδε να οδηγεί την μοτοσυκλέτα ή άλλων τέτοιων χαρακτηριστικών καταγράφηκαν ή δόθηκαν, ώστε αυτά να συσχετιστούν με τα όποια ανάλογα χαρακτηριστικά του κατηγορούμενου, παρά μόνο το όνομα του κατηγορούμενου, θεωρώ ότι καθιστούν την μαρτυρία του ΜΚ1 ακροσφαλές υπόβαθρο για την επ' αυτής ασφαλή κρίση, ως προς την ταυτότητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας ως προς τη σιγουριά του για την ταυτότητα του προσώπου που οδηγούσε την μοτοσυκλέτα. Όσον αφορά, τον ΜΚ2, αυτός μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας αλλά θεωρώ ότι η μαρτυρία του δεν κρίνεται βοηθητική για την επίλυση του μόνου υπό αμφισβήτησή ζητήματος, που στην παρούσα υπόθεση απασχόλησε, ήτοι της ταυτότητας του οδηγού της μοτοσυκλέτας. Εν σχέση τώρα με τον κατηγορούμενο, αυτός επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής[3] αφότου το Δικαστήριο τον κάλεσε σε απολογία και δεν παρουσίασε άλλους μάρτυρες υπεράσπισης. Ζ. ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Στην βάση της ανωτέρω αξιολόγησης μου, ως προκύπτει από τα εκεί γραφόμενα μου, κρίνω ότι ενόψει του ότι η αναγνώριση του κατηγορούμενου, ως του οδηγού της επίδικης μοτοσυκλέτας, είναι φτωχή και αδυνατούσα να τεκμηριώσει θετικά και με ασφάλεια την αναγνώριση του κατηγορούμενου ως και του δράστη, καθιστώντας την ως κακής ποιότητας και χωρίς να έχω ενώπιον μου οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι το πρόσωπο αυτό είναι το πρόσωπο που προέβη στη διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων δεν έχω άλλη επιλογή παρά να απαλλάξω τον κατηγορούμενο. Για όλους του πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει τις κατηγορίες πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του κατηγορούμενου και επομένως ο τελευταίος, απαλλάσσεται και αθωώνεται από αυτές. (Υπ.) Π. Σαββίδης, Προσ. Ε. Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] βλ. κατ΄ αναλογίαν, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501, Γιαννίδης v. Αστυνομίας, Ποιν.Εφ.7007
(2002)2 Α.Α.Δ. 143. [2] Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρας
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Βούτουνος v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 71 και Ευαγγέλου v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 371. [3] Βλ. αρ.74
(1)(γ) Κεφ.155. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.