← Κύπρος

ΔΗΜΟΣ ΛΑΤΣΙΩΝ ν. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΑΣΠΑΣΙΑ, ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 4423/2022, 31/1/2023

ΔΗΜΟΣ ΛΑΤΣΙΩΝ ν. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΑΣΠΑΣΙΑ, ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 4423/2022, 31/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:B14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. ΣΑΒΒΙΔΗ, Προσ. Ε. Δ. ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 4423/2022 ΜΕΤΑΞΥ ΔΗΜΟΣ ΛΑΤΣΙΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑ ΑΡΧΗ ν. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΑΣΠΑΣΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗ Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου 2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για κατηγορούσα αρχή: κα Κουππάρη Για κατηγορούμενη: αυτοπροσώπως Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούμενη αρνήθηκε την κατηγορία της παρακώλησης της κυκλοφορίας και δη ότι στις 06.10.2021 και ώρα 19:16 μ.μ., στην οδό Φιλίππου, εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Λατσιών, ενώ είχε τον έλεγχο ή την ευθύνη του οχήματος με αρ. εγγραφής [ ], στάθμευσε αυτό κατά τρόπο που παρακώλυε την ομαλή οδική κυκλοφορία, κατά παράβαση των προνοιών των σχετικών νόμων και κανονισμών, ως τούτοι καταγράφονται στο κατηγορητήριο, με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση. Η Κατηγορούσα Αρχή, για απόδειξη της υπόθεσης της, κάλεσε ένα μάρτυρα, τον [ΜΚ1] Χρίστο Θρασυβούλου, δημοτικό τροχονόμο του Δήμου Λατσιών ενώ από τη πλευρά της υπεράσπισης, αφότου το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης, η τελευταία επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής. Στη διαδικασία κατατέθηκε 1 τεκμήριο. Δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω με λεπτομέρεια την ενώπιον μου μαρτυρία. Σκοπός της παρούσας απόφασης, δεν είναι η λεπτομερής παράθεση του συνόλου της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κάτι τέτοιο, θεωρώ, ότι δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Όπως θα διαφανεί πιο κάτω, τα γεγονότα που συνιστούν κοινό και αδιαμφισβήτητο έδαφος μεταξύ των μερών, καθιστούν τη παράθεση και αξιολόγηση όλης ανεξαιρέτως της τεθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, αχρείαστη και μη εξυπηρετούσα οποιουδήποτε ουσιαστικού σκοπού, ιδιαίτερα λαμβανομένης υπόψη και της φύσης του αδικήματος ως αυτό περιέχεται στο σχετικό άρθρο[1]. Αναφορά στη μαρτυρία θα γίνει όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. Για σκοπούς περιορισμού των επίδικων θεμάτων, από κοινού, οι δύο πλευρές προχώρησαν σε παραδεκτά γεγονότα, τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, και συγκεκριμένα ότι: Α. η οδός Φιλίππου, όπου έλαβε χώρα το κατ' ισχυρισμό αδίκημα, βρίσκεται εντός των ορίων του Δήμου Λατσιών, Β. η κατηγορούμενη ήταν η ιδιοκτήτρια του οχήματος με αρ. εγγραφής [ ], το οποίο είχε στη κατοχή και υπό τον έλεγχο της τον επίδικο χρόνο, και ότι Γ. η κατηγορούμενη στάθμευσε το όχημα της επί της οδού Φιλίππου, κατά τον επίδικο χρόνο. Επίσης, δεν αμφισβητήθηκε ότι η κατηγορούμενη, κατά τον επίδικο χρόνο, δεν ήταν παρούσα, κατά την διέλευση του ΜΚ1 από το σημείο όπου είχε σταθμευμένο το όχημα της. Κατά συνεπεία, τα πιο πάνω παραδεκτά και μη αδιαμφησβήτητα γεγονότα καθίστανται πλέον ευρήματα Δικαστηρίου. Και προχωρώ. Σε αδρές γραμμές, εκείνο που στην ουσία αποτέλεσε τη διαφωνία των μερών ήταν, σύμφωνα με τον ΜΚ1, ότι το όχημα της κατηγορούμενης ήταν σταθμευμένο, κατά τέτοιο τρόπο όπου προκαλούσε πραγματική παρακώληση της οδικής κυκλοφορίας, επί της οδού Φιλίππου ενώ θέση της κατηγορούμενης ήταν ότι το όχημα της δεν προκαλούσε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο παρακώληση της οδικής κυκλοφορίας, σύμφωνα με τις δικές της εκτιμήσεις και υποθέσεις, αφού το πλάτος και το μήκος του εν λόγω δρόμου αλλά και οι διαστάσεις τόσον του οχήματος της όσον του οχήματος που οδηγούσε ο ΜΚ1, παρέμειναν άγνωστα στο Δικαστήριο. Επίσης, αναφέρθηκε και στο γεγονός ότι στην ίδια κατεύθυνση με το όχημα της υπήρχε σταθμευμένο και άλλο όχημα, επιδιώκοντας έτσι να υποστηρίξει ότι δεν υπήρχε παρακώληση της κυκλοφορίας. Κρίνω επίσης σημαντικό να αναφέρω ότι η υπεράσπιση αμφισβήτησε και την εξουσία του ΜΚ1, αλλά και γενικά των εκάστοτε τροχονόμων, να εκδίδει εξώδικα, εν σχέση με τροχαία αδικήματα, ενόψει κατάργησης του Περί Εξωδίκων Ρυθμίσεως Τροχαίων Αδικημάτων Νόμο, στον οποίο γίνεται αναφορά στο άρθρο 88

(2)(η) του Περί Δήμων Νόμος του 1985 και βάση αυτού, δίνονταν οι σχετικές εξουσίες. Η πιο πάνω αναφερομένη συνοπτική, πλην όμως πλήρως περιεκτική εκδοχή των δύο μερών καλύπτει και τις βασικές τους θέσεις για το επίδικο ζήτημα της παρούσας υπόθεσης. Προτού προχωρήσω με τα περαιτέρω, κρίνω αναγκαίο, σε αυτό το στάδιο, να επισημάνω ότι μέρος της μαρτυρίας αφορούσε σε υποθετικά σενάρια και θεωρίες ως προς το πώς θα μπορούσε να προκληθεί παρακώλυση κυκλοφορίας σε σχέση με το πλάτος του δρόμου και τις διαστάσεις οχημάτων που πιθανό να διέρχονταν από το συγκεκριμένο δρόμο. Την ίδια στιγμή, τέτοιου είδους σενάρια συνοδεύονταν από εκτιμήσεις στη βάση των διαστάσεων του δρόμου ή ενός μέσου οχήματος ή του οχήματος της κατηγορούμενης ή και του οχήματος του ΜΚ1, σε μια προσπάθεια να καταδειχθεί πόσα οχήματα μπορούν, αν όντως μπορούν, να περάσουν από το επίδικο σημείο. Σύμφωνα με τη Νομολογία, στην οποία θα αναφερθώ κατωτέρω, τέτοιου είδους μαρτυρία είναι επιτρεπτό να τίθεται ενώπιον δικαστηρίου σε περιπτώσεις διαφορετικές από την υπό εξέταση ήτοι αυτών της ενδεχόμενης (potential) παρακώλυσης, σε αντιδιαστολή με την υπό εξέταση υπόθεση, η οποία αφορά πρόκληση πραγματικής (actual) παρακώλησης[2], εκτός φυσικά της περίπτωσης που στη βάση μιας τέτοιας μαρτυρίας μπορεί να αναδειχθεί το αναξιόπιστο της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής, όπως πχ στην περίπτωση που το πλάτος του δρόμου, σε συνδυασμό με το πλάτος των εμπλεκομένων οχημάτων είναι τέτοιο που καθιστά την εκδοχή της τελευταίας εξωπραγματική ή στερούμενη οποιουδήποτε λογικού υποβάθρου. Επομένως, αφού η παρούσα υπόθεση αφορά στο αδίκημα της πραγματικής (actual) παρακώλυσης της κυκλοφορίας και ενώπιον του δικαστηρίου δεν έχουν τεθεί σαφείς θέσεις ως προς το ακριβές πλάτος είτε του δρόμου είτε των εμπλεκομένων οχημάτων, τόσο η μαρτυρία όσο και η επιχειρηματολογία των μερών η οποία αφορά σε σενάρια, θεωρίες και εκτιμήσεις στη βάση των οποίων θα μπορούσε θεωρητικά και μόνο να καταδειχτεί παρακώλυση ή μη, στο βαθμό που δεν κρίνεται σχετική με τα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης, θα αγνοηθεί. Επισημαίνω ότι, το ζητούμενο στη παρούσα υπόθεση, ως προς το θέμα της παρακώλησης, δεν είναι το κατά πόσο, στη βάση του τρόπου που στάθμευσε το όχημα της η κατηγορούμενη ήταν δυνατόν να παρακώλυε την τροχαία κίνηση, αλλά εάν όντως πραγματικά παρακώλυσε τούτην κατά τον επίδικο χρόνο. Ωστόσο, επειδή στην παρούσα απόφαση το υπό αξιολόγηση ζήτημα δεν είναι μόνο να διαφανεί κατά πόσον, την δεδομένη στιγμή, το όχημα της κατηγορουμένους ήταν σταθμευμένο κατά τέτοιο τρόπο που να προκαλούσε πραγματική παρακώλυση αλλά και κατά πόσον ο ΜΚ1 είχε την εξουσία, εκ του Νόμου, να εκδίδει τέτοια εξώδικα [βλ. Τεκμήριο 1], κρίνω ορθότερο προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, να παραθέσω τη νομική πτυχή των ζητημάτων που εδώ ενδιαφέρουν. Στη βάση των προνοιών του Κ. 58
(10)(γ) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, διαπράττεται ποινικό αδίκημα από πρόσωπο «.το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο» και το οποίο «εγκαταλείπει το όχημα χωρίς να λάβει προηγουμένως όλες τις αναγκαίες προφυλάξεις κατά τρόπο ώστε αυτό να μη μπορεί να τεθεί σε κίνηση κατά την απουσία του και επιπρόσθετα να μην εγκαταλείπει σε δρόμο κατά τρόπο ώστε να εμποδίζει αδικαιολόγητα πεζούς ή την τροχαία κίνηση[3]». Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Ευγενία Πέτσα ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 27/2014, ημερομηνίας 12.02.2016, η φράση «και επιπρόσθετα» έχει την έννοια δύο διαφορετικών τρόπων εγκατάλειψης. Ο κανονισμός 58(δ)(γ) δημιουργεί δύο διαφορετικά αδικήματα προς αντιμετώπιση δύο διαφορετικών έκνομων καταστάσεων και όχι σώρευση συστατικών στοιχείων σε ένα και μόνο αδίκημα. Στην εν λόγω υπόθεση Πέτσα, ανωτέρω, σημειώθηκε ότι τα σχετικά συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι (α) η εγκατάλειψη του οχήματος σε δρόμο και (β) η εξ αυτής αδικαιολόγητη παρεμπόδιση της τροχαίας κίνησης. Ως προς την έννοια δε της παρεμπόδισης, το αδίκημα μπορεί να συντελεστεί και με τη δημιουργία αισθητά μειωμένης δυνατότητας στη χρήση του δρόμου στην οποία υποβάλλεται άλλος οδηγός, όπως προκύπτει από την ουσιαστική ερμηνεία του όρου στο σύγγραμμα Words and Phrases Legally Defined, Τόμος 4, σελ. 9, ως ακολούθως: «"Obstruction" . is not a term of art nor has it acquired any special meaning, but it is always used in describing a particular kind of nuisance, viz. the obstruction of a highway. What is obstruction of a highway? It is not only an obstruction which actually prevents someone from exercising his right on the highway; it is any obstruction which interferes to an appreciable practical extent with the right which every member of the public has to use the highway, and to use it at all times and under all circumstances. The right of each person is not restricted to the particular part of the highway which may happen not to be in use by others at the time; it extends to the whole of the highway. Everybody has the right to use the whole of the highway at any time he thinks fit for the purpose of passing and repassing, and anything which appreciably and practically interferes with that right is an obstruction of the highway." Haywood v. Mumford
(1908)7 C.L.R. 133, per O'Connor, J., at pp. 140, 141 ......» Όπως, λοιπόν, αναφέρεται στο σύγγραμμα Motoring Offences, London, Butterworths, 1967, σελ 106, το κατά πόσο μια συγκεκριμένη πράξη αναλογεί σε αδικαιολόγητη παρακώλυση είναι θέμα πραγματικό και εξαρτάται από τα συγκεκριμένα γεγονότα. Ως εκ τούτου το νομολογιακό προηγούμενο είναι απλά καθοδηγητικής σημασίας και η κάθε υπόθεση θα πρέπει να εξετάζεται με τα δικά της περιστατικά. Στην Αγγλική υπόθεση Wade v Grange [1977] R.T.R. 417 αναφέρθηκε και ότι: «. what amounts to obstruction is primarily a question of fact .». Στην Nagy v Weston [1965] 1 All ER 78, ο Lord Parker CJ ανέφερε τα ακόλουθα: «.While there must be proof of unreasonable use, whether or not use amounting to an obstruction was or was not unreasonable use was a question of fact, depending on all the circumstances, including the length of time the obstruction continued, the place where it occurred, the purpose for which it was done and whether it caused an actual as opposed to a potential obstruction.» Σε ελεύθερη δική μου μετάφραση: «Αν και θα πρέπει να υπάρχει μαρτυρία για παράλογη χρήση, το κατά πόσο η χρήση αποτελούσε παρακώλυση ή όχι είναι ζήτημα γεγονότων, λαμβανομένων υπόψη όλων των παραγόντων, συμπεριλαμβανομένου του χρόνου διάρκειας της παρακώλυσης, του τόπου που έλαβε χώρα, τον σκοπό για τον οποίο προκλήθηκε και αν προκάλεσε πραγματική παρά πιθανή παρακώλυση.» Στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 23th ed, 2007, στη σελ. 537, παρ. 6.206, αναφέρεται ότι η παρακώλυση της κυκλοφορίας μπορεί να προκληθεί από πραγματική παρακώλυση λωρίδας κυκλοφορίας, π.χ. καταλαμβάνοντας το μισό μέρος στενού, πολυσύχναστου δρόμου, έτσι ώστε να καθίσταται αναγκαία η χρήση μιας λωρίδας, ή μπορεί να είναι παράλογη η χρήση δικαιώματος στάσης ακόμη και αν υπάρχει χώρος διέλευσης της κυκλοφορίας[4]. Παρακώλυση της τροχαίας κίνησης μπορεί να προκληθεί ακόμη και αν ο οδηγός οχήματος σταθμεύσει σε σειρά οχημάτων[5] [βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, ανωτέρω, στη σελ. 540, παρ. 6.210 με αναφορά στη Solomon v. Durbridge
(1956)120 J.P. 231]. Επίσης μπορεί να υφίσταται παρακώλυση για πολύ μικρό χρονικό διάστημα [βλ. Wall v Williams 1966] Crim LR 50 - πενήντα δευτερόλεπτα]. Ο δε σκοπός της στάθμευσης, σύμφωνα με τη νομολογία, φαίνεται να σχετίζεται περισσότερο με την ύπαρξη κάποιας νόμιμης δικαιολογίας και όχι με το κίνητρο ή τον σκοπό αυτό καθ' εαυτό του αδικοπραγούντα [βλ. W R Anderson (Motors) Ltd v Hargreaves -
(1962)1 All ER 129]. Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος ως επίσης και διάφορα παραδείγματα από τη νομολογία ως προς το τι θεωρήθηκε παρακώλυση και τι όχι παραπέμπω στο σύγγραμμα Butterworths Road Traffic Service ανωτέρω. Ως προς το θέμα δε της εξουσίας των τροχονόμων να επιδίδουν σχετικές ειδοποιήσεις σε αδικοπραγούντες, θα αρκεστώ στο να αναφερθώ στο άρθρο 5 §1, 2 του περί Εξωδίκου Ρυθμίσεως Αδικημάτων Νόμος του 1997 [47(Ι)/1997], όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «. Επίδοση ειδοποίησης σε αδικοπραγούντες -5.-
(1)Αν αστυνομικός θεωρεί ότι πρόσωπο διαπράττει ή έχει διαπράξει αδίκημα που εμπίπτει στις διατάξεις του παρόντος Νόμου, δύναται να επιδώσει μέσα σε χρονικό διάστημα σαράντα πέντε ημερών από την ημερομηνία του αδικήματος στο πρόσωπο αυτό γραπτή ειδοποίηση, η οποία εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, προσφέροντας με τον τρόπο αυτό στο εν λόγω πρόσωπο την ευκαιρία να απαλλαχθεί από οποιαδήποτε ενοχή για το πιο πάνω αδίκημα, αφού πληρώσει το εξώδικο πρόστιμο. Καμιά δίωξη δεν ασκείται, αν το εξώδικο πρόστιμο καταβληθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, πριν από την πάροδο τριάντα ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της ειδοποίησης: .
(2)Η εξουσία που χορηγείται σε αστυνομικό, με βάση το εδάφιο
(1), χορηγείται- (α) Σε τροχονόμο ή σε άλλο υπάλληλο δήμου, για αδικήματα σε σχέση με καθήκοντα που καθορίζονται από το Δημοτικό Συμβούλιο, δυνάμει του περί Δήμων Νόμου, ως κατάλληλα να εκτελούνται από αυτόν και για αδικήματα που αφορούν σε παραβίαση του περί Λοιμοκάθαρσης Νόμου και των δυνάμει αυτών εκδιδόμενων Κανονισμών και Διαταγμάτων. .». Στη βάση των ανωτέρω, αυτουσίως παρατεθέντων, προνοιών του 5 §1, 2 του περί Εξωδίκου Ρυθμίσεως Αδικημάτων Νόμος του 1997 [47(Ι)/1997, προκύπτει αβίαστα ότι, στη βάση τους, κάθε τροχονόμος, ως ο ΜΚ1, έχει τις εξουσίες που ο νόμος παρέχει και σε αστυνομικό, όπως η έκδοση εξωδίκου για τροχαία αδικήματα, όπως δηλαδή για το υπό εκδίκαση αδίκημα, και επομένως η θέση της υπεράσπισης δεν μπορεί παρά να κριθεί ως ανεδαφική. Και προχωρώ τώρα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Εξαρχής σημειώνω ότι αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ1, αφού ικανοποιήθηκα ότι απέδωσε στο Δικαστήριο την πραγματικότητα[6] όπως τη συνέλαβε και συγκράτησε χωρίς διαθλάσεις. Τούτη, λοιπόν, ήταν σαφής, αταλάντευτη, χωρίς υπεκφυγές και δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του από την κατηγορούμενη, η οποία χειρίστηκε την υπόθεση της αυτοπρόσωπος[ η οποία είναι δικηγόρος]. Μολονότι υποβλήθηκαν στον ΜΚ1 οι θέσεις της κατηγορούμενης, τούτος με πειστικότατο τρόπο και χωρίς να μεταβάλει την αρχική και κύρια του θέση επέμενε στον ισχυρισμό του και συγκεκριμένα ότι προχώρησε με έκδοση του σχετικού εξωδίκου [βλ. Τεκμήριο 1], αφού μεταξύ των ωρών 6:20 μέχρι 7:16, περιπόλησέ αρκετές φορές στο σημείο, στο σύνολο 3 φορές, και παρατήρησε ότι, επί της οδού Φιλίππου, ήταν παράνομα σταθμευμένα 2 αυτοκίνητα, ένα εκ των οποίων ήταν αυτό της κατηγορούμενης, τα οποία παρακώλυαν την ομαλή οδική κυκλοφορία. Συγκεκριμένα, σημείωσε ότι το ένα εξ΄ αυτών ήταν σταθμευμένο έξω από την πολυκατοικία με αρ. 11, δηλαδή στην Φιλίππου αρ.11 και το άλλο στη Φιλίππου αρ.9, στην ίδια κατεύθυνση, με απόσταση μεταξύ τους περίπου 20μέτρων. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ένας οδηγός για να περάσει από το σημείο θα έπρεπε πρώτα να ελαττώσει ταχύτητα και έπειτα να αλλάξει πορεία, δηλαδή, όπως σημείωσε, θα έπρεπε να βγει στη μέση του δρόμου, προφανώς να εισέλθει, τουλάχιστον, σε μέρος της κυκλοφορίας της αντίθετής κατεύθυνσης και τούτα σε χρόνο όπου υπήρχε τροχαία κίνηση. Κατά την αντεξέταση επί του σημείου, ο ΜΚ1 επανέλαβε, ουσιαστικά, την αρχική του θέση και συγκεκριμένα ανέφερε ότι ερχόμενος από την οδό Αγίου Γεωργίου και έχοντας στα αριστερά του, ως η πορεία του, το όχημα της κατηγορούμενης, έπρεπε να κινηθεί λοξός δεξιά έτσι ώστε να περάσει το όχημα της. Η κατηγορούμενη επέλεξε να τηρήσει σιωπή[7] αφότου το Δικαστήριο την κάλεσε σε απολογία και δεν παρουσίασε άλλους μάρτυρες υπεράσπισης. Πέραν, λοιπόν, των ευρημάτων που προέβηκα στο αρχικό στάδιο της παρούσα απόφαση, ως αυτά προκύπταν από τα κοινώς αδιαμφισβήτητα γεγονότα, καταλήγω στο επιπρόσθετο εύρημα ότι με τον τρόπο που η κατηγορούμενη στάθμευσε το όχημα της, οποιοδήποτε όχημα που κινείτο στην ίδια κατεύθυνση, με το όχημα της τελευταίας, θα έπρεπε, για να περάσει από το σημείο, να ελαττώσει ταχύτητα, να κινηθεί λοξός δεξιά, να εισέλθει στη μέση του δρόμου (προφανώς να προβεί σε χρήση μέρους και της εξ αντιθέτου λωρίδας κυκλοφορία) και ακολούθως, αφού περάσει το όχημα της κατηγορούμενης, να εισέλθει κανονικά στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Στη βάση λοιπόν των πιο πάνω τελικών μου ευρημάτων και με γνώμονα την αναφερθείσα νομική πτυχή, κρίνω ότι το γεγονός ότι η ύπαρξη κάποιου χώρου ή η δυνατότητα διέλευσης οχημάτων ή ακόμα και το γεγονός ότι το όχημα της κατηγορούμενης ακολουθούσε, σε απόσταση 20 μέτρων, άλλο σταθμευμένο όχημα, είναι στοιχεία, άνευ ουσιαστικά σημασίας, όπως άλλωστε επιμαρτυρεί και η νομολογία, την οποία έχω παραθέσει πιο πάνω. Για όλους του πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και συνεπώς την κατηγορία εναντίον της κατηγορούμενης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στη κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Π. Σαββίδης, Προσ. Ε. Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1]Βλ. σχ. Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας [2008] 2 ΑΑΔ 486, 534-535, Ιωάννου ν. Αληφαντή Π.Ε 163/17 κ.α, ημερ. 07.10.2019, Οδυσσέα ν. Αστυνοµίας
(1999)2 ΑΑΔ 490 και Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέως δια ανάρμοστη συμπεριφορά, Αίτηση 1/15 ημερ. 24/9/2015, σελ. 27,
  1. [2] Βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, 23th ed, 2007, σελ. 537, παρ. 6.206-6.210, καθώς και Motoring Offences του Paul H Niekirk Μ.Α, London, Butterworths, 1967 σελ 105-
  2. [3] περί ερμηνείας του άρθρου βλ σχετικά την Ποινική Έφεση 27/2014, Ευγενία Πέτσα ν. Αστυνομίας, 12.02.
  3. [4] Η υπογράμμιση δική μου. [5] Η υπογράμμιση δική μου. [6] Βλ. Volettos v. Republic
(1961)CLR 169, 180-182. [7] Βλ. αρ.74
(1)(γ) Κεφ.155. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.