← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΛΙΑΣΙΔΗΣ κ.α., ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 9956/2020, 2/3/2023

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΛΙΑΣΙΔΗΣ κ.α., ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 9956/2020, 2/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:B21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. ΣΑΒΒΙΔΗ, Προσ. Ε. Δ. ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 9956/2020 ΜΕΤΑΞΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑ ΑΡΧΗ ν.

  1. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΛΙΑΣΙΔΗΣ
  2. ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΙΑΣΙΔΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΙ Ημερομηνία: 02 Μαρτίου 2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για κατηγορούσα αρχή: κα Α. Παναγή Για κατηγορούμενο: κος Στ, Στυλιανού Κατηγορούμενοι παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η κατ' ισχυρισμόν οδήγηση, από τον 1ο κατηγορούμενο, μηχανοκίνητου οχήματος, στις 03.09.2019, επί τις οδού Διονύσιου Λιβέρα στην Ανάγυια της Επαρχίας Λευκωσίας, χωρίς να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης [1η κατηγορία] και κατ' επέκταση σχετικού πιστοποιητικού ασφάλισης έναντι τρίτου [2η κατηγορία], οδήγησαν στην καταχώρηση της παρούσας ποινικής υπόθεσης εναντίον του. Ο δε 2ος κατηγορούμενος, κατηγορήθηκε, ότι, ως ιδιοκτήτης του εν λόγω μηχανοκίνητου οχήματος, επέτρεψε στον 1ο κατηγορούμενο να χρησιμοποιεί το εν λόγω όχημα χωρίς να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης [3η κατηγορία] και χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης έναντι τρίτου [4η κατηγορία], κατά παράβαση των σχετικών άρθρων των Νόμων και Κανονισμών, αντίστοιχα, σε κάθε κατηγορία. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 [στο εξής οι «κατηγορούμενοι»] αρνήθηκαν ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Η Κατηγορούσα Αρχή, για να αποδείξει την υπόθεση της, κάλεσε δύο μάρτυρες, την Μαρία (Παχύ) Σπινθάκη [ΜΚ1] και τον Αστ. 4167 Κυριάκο Χρυσοστόμου [ΜΚ2], ενώ αφότου το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίων των κατηγορουμένων, οι τελευταίοι επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση, από το εδώλιο του κατηγορούμενου. Δεν κάλεσαν άλλους μάρτυρες προς υπεράσπιση. Στη διαδικασία κατατέθηκαν συνολικά 5 τεκμήρια. Β. ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά, λαμβάνεται σοβαρότατα υπόψη από το Δικαστήριο και κρίνω ότι δεν είναι αναγκαία η λεπτομερής παράθεση της στα πλαίσια της σύνταξης της παρούσας απόφασης. Κάτι τέτοιο δεν θα εξυπηρετούσε κατά τη γνώμη μου κανένα πρακτικό σκοπό. Ωστόσο, θα αναφερθώ στα σημεία εκείνα που θεωρώ ότι κρίνονται επίδικα για την εξαγωγή ευρημάτων για τα υπό κρίση αδικήματα. ΜΚ1 Η ΜΚ1, υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεση της, ημερομηνίας 16.09.2019, [βλ. Τεκμήριο 1], στην οποία αναφέρει ότι στις 03.09.2019 και περί ώρα 02:00 ενώ βρισκόταν στην είσοδο της πολυκατοικίας, όπου διέμενε, είδε τον 1ο κατηγορούμενο, ο οποίος διέμενε σε διπλανή πολυκατοικία, να οδηγεί το επίδικο όχημα. Επίσης, ανέφερε ότι γνώριζε ότι ο 1ος κατηγορούμενος, λόγω της ηλικίας του, δεν ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης. Περαιτέρω, χαρακτήρισε την οδική του συμπεριφορά ως επικίνδυνη και επομένως, μέσω της εν λόγω κατάθεσης της, ζήτησε την δίωξη του, λέγοντας συγκεκριμένα «τον θέλω να πάει δικαστήριο». Διευκρίνισε, κατά την κυρίως εξέταση της, ότι, ο λόγος που τον κρίνει επικίνδυνο είναι γιατί τρέχει με το αυτοκίνητο. Εν σχέσει με το εάν είδε και άλλες φορές τον κατηγορούμενο να οδηγεί, θέση της ήταν «Ναι. Είπα το τζαι στην κατάθεση μου τζαι είπα να πω μίαν απλά ημερομηνία που την θυμάμαι σίγουρα». Κατά την αντεξέταση της, εν σχέσει με το εάν θυμόταν τις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν την επίδικη ημέρα και ώρα, ήτοι εάν έβρεχε ή φυσούσε, απάντησε «Όχι, δεν είχε κάτι», αντιπαραβάλλοντας, ουσιαστικά, για την τοποθέτηση της αυτή, την επίδικη περίοδο (Σεπτέμβριος) με την παρούσα χρονική περίοδο εκδίκασης της υπόθεσης. Εντέλει, ανέφερε ότι δεν θυμόταν τις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν τότε. Ως προς το εάν αναγνώρισε τον 1ο κατηγορούμενο, παρά το ότι ήταν 02:00, διευκρίνισε ότι μπορούσε να τον δει επειδή εκεί που βρισκόταν, η ίδια, υπήρχε οδικός φωτισμός. Περαιτέρω, ανέφερε, ότι δεν προέβη σε άλλη προηγούμενη καταγγελία εναντίον του 1ου κατηγορούμενου και ο λόγος ήταν επειδή «.στην αρχή πήγαινε μια χαρά με το αυτοκίνητο, μετά ξεκίνησε έτρεχε, μετά ξεκίνησε έρχετουν με τους φίλους του κάτω στη γειτονιά ας πούμε η ώρα 02:00, 03:00 το πρωί.». Επικαλέστηκε δε ότι τούτες οι πράξεις του ήταν επικίνδυνες για τα παιδιά της γειτονιάς, ενώ ως προς τον λόγο για τον οποίο δεν τα ανέφερε όλα αυτά τα γεγονότα στην κατάθεση της, αρχικά, απάντησε ότι ήταν καταγεγραμμένα στην κατάθεση της, αναιρώντας, ακολούθως τη θέση της αυτή, λέγοντας ότι δεν γνωρίζει εάν όντως καταγράφηκαν στη κατάθεση της, καταλήγοντας, εντέλει, ότι «.ο άνθρωπος (εννοώντας τον ΜΚ2) είπε μου να γράψει τη συγκεκριμένη μέρα που θυμούμαι τάχα, ακριβώς την ώρα». Επίσης, για πρώτη φορά, αναφέρθηκε, κατόπιν σχετικής ερώτησης, στο τι προηγήθηκε της εν λόγω καταγγελίας της, επιβεβαιώνοντας ουσιαστικά ότι ο αδελφός της τσακώθηκε με την αδελφή του κατηγορούμενου, και ο οποίος (ο αδελφός της) αποπειράθηκε να την «τσιλλήσει», γεγονός που οδήγησε την αδελφή του κατηγορούμενου να προβεί σε σχετική καταγγελία, με τον αδελφό της ΜΚ1 να τελεί υπό σύλληψη. Στη δε υποβολή ότι, με τούτα τα δεδομένα, προχώρησε στην επίδικη καταγγελία εκδικητικά, χωρίς να το αρνηθεί, έμμενε στη θέση της ότι ο 1ος κατηγορούμενος οδηγούσε το επίδικο όχημα κατά τον επίδικο χρόνο και για να πείσει τον ΜΚ1, ως ανάφερε, παρουσίασε, στον τελευταίο, βίντεο με το οποίο φαινόταν ότι ο 1ος κατηγορούμενος οδηγούσε το εν λόγω βράδυ. Τοποθέτησε δε τον 1ο κατηγορούμενο σε απόσταση 5 μέτρων, από το σημείο στο οποίο βρισκόταν και για πρώτη φορά, και πάλι, στην αντεξέταση της, ανέφερε ότι τον είδε να φεύγει «ξερογυριστός». Τέλος ανάφερε ότι την επίδικη καταγγελία την έκανε την επόμενη ημέρα, απ' όταν η αδελφή του 1ου κατηγορούμενου κατάγγειλε τον αδελφό της στην Αστυνομία. Επικαλέστηκε δε ότι υπήρχαν και άλλοι μάρτυρες, εκείνο το βράδυ, αλλά δεν ήθελαν να καταθέσουν. ΜΚ2 Η εμπλοκή του εν λόγω μάρτυρα, αν και ο εξεταστής της υπόθεσης, ήταν περιορισμένη. Ουσιαστικά ήταν το πρόσωπο το οποίο έλαβε την κατάθεση της ΜΚ1 [βλ. Τεκμήριο 1] καθώς επίσης και τις ανακριτικές καταθέσεις των κατηγορουμένων [Βλ. Τεκμήρια 4 και 5]. Δεν προέβη σε οποιαδήποτε περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Εν σχέσει με τα γεγονότα, ανέφερε ότι η ΜΚ1 παρουσιάστηκε στον εν λόγω Αστυνομικό Σταθμό, θέλοντας να καταγγείλει τον 1ο κατηγορούμενο. Σε αυτό το σημείο, κρίνω σκόπιμο, να παραθέσω αυτούσια την απάντηση του, επί του σχετικού ερωτήματος της υπεράσπισης: «...Ήρθε στο σταθμό η Μαρία Παχύ, η οποία ήθελε να καταγγείλει τον Αλέξανδρο Λιασίδη ότι οδηγούσε όπως τον είδε, όπως μας είπε, να οδηγά με ένα συγκεκριμένο αυτοκίνητο τζαι η καταγγελία της αφορούσε στο ότι ήταν ανήλικος τζαι δεν είχε άδεια οδηγού, οπότε ούτε και ασφάλεια..». Συμφώνησε δε ότι, η ΜΚ1 είχε ουσιαστικά κίνητρο να προβεί στην καταγγελία λόγω φιλονικίας των αδελφών τους, αντίστοιχα, η οποία φιλονικία δημιουργήθηκε την προηγούμενη της επίδικης καταγγελίας, και για τούτο τον λόγο έθεσε, στην συνοπτική του έκθεση, σχετικές παρατηρήσεις. Γ. ΑΝΩΜΟΤΗ ΔΗΛΩΣΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΩΝ Μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, οι κατηγορούμενοι προέβηκαν σε ανώμοτη δήλωση, από το εδώλιο του κατηγορουμένου. Υιοθέτησαν πλήρως το περιεχόμενο των καταθέσεων τους [Βλ. Τεκμήριο 4 και 5]. Σε αυτό, λοιπόν το στάδιο, θα παραθέσω συνοπτικά το περιεχόμενο των ανακριτικών τους καταθέσεων, αντίστοιχα. Ο 1ος κατηγορούμενος ανέφερε, ότι την επίδικη ημέρα και ώρα, βρισκόταν με άλλα πρόσωπα στην Ψημολόφου, ενώ το επίδικο όχημα το είχε ο πατέρας του [2ος κατηγορούμενος]. Αρνήθηκε ότι οδηγούσε το επίδικο όχημα το εν λόγω βράδυ καθώς και οποιαδήποτε άλλη μέρα, αφού δεν είχε άδεια οδήγησης. Τέλος ανάφερε ότι η εν λόγω καταγγελία, υποθέτει ότι έγινε εις βάρος του, ψευδώς, επειδή η αδελφή του και ο πατέρας του κατάγγειλαν τον αδελφό της ΜΚ1 στην Αστυνομία. Ο 2ος κατηγορούμενος, αναφέρει ότι η εν λόγω καταγγελία, είναι ψευδής, με απώτερο σκοπό να τους εκδικηθεί η ΜΚ1, επειδή την ίδια νύχτα είχε συλληφθεί ο αδελφός της κατόπιν καταγγελίας που έκανε με την κόρη του εναντίον του τελευταίου. Ως προς το που βρισκόταν το επίδικο όχημα το βράδυ εκείνο, ανέφερε ότι είχε μεταβεί, με το επίδικο όχημα, για δουλεία στην Λάρνακα και επέστρεψε στη Λευκωσία η ώρα 03:
  3. Όσον αφορά την επιλογή των κατηγορουμένων να προβούν σε ανώμοτη δήλωση, πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι τούτο αποτελεί απόλυτο δικαίωμα τους και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον τους. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης, είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στην συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να την λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση [βλ. R v. Frost

(1964)64 Cr. App. R. 284]. Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση [βλ. Σάββα Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν Χρίστου Ορφανίδη, Ποινικές Εφέσεις 102/2014 και 115/2015, ημερομηνίας 23.10.2015, Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97]. Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Σαφώς, δεν μπορεί μέσω μιας ανόμωτης δήλωσης να αντικρουστεί ή να ανατραπεί μαρτυρία η οποία έχει κριθεί ως αξιόπιστη. Τα πιο πάνω επαναλαμβάνονται στην απόφαση Α.Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 91/2014, ημερ. 22.06.16, στην οποία γίνεται περαιτέρω αναφορά ως προς το πώς θα πρέπει να προσεγγίζεται τέτοια δήλωση. Ως λοιπόν αναφέρεται, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090). Όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση μιας ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Ο Δικαστής θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική. Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Θα πρέπει το Δικαστήριο να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Δ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στις ποινικές υποθέσεις αποτελεί πάγια αρχή ότι το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων της κάθε κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα αρχή και η ενοχή πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας [Woolmington v D.P.P. 25 Cr. App. R. 72, Charitonos and Others v. The Republic
(1971)2 CLR 40]. Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη [Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71]. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη, αλλά και σαφής [βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας [βλ. Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110]. Ε. ΑΞΙΟΛΟΓΙΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά και βέβαια υπό το φως των κριτηρίων που η νομολογία έθεσε, των οποίων κυρίαρχο είναι το κατά πόσο διαπιστώνεται η προσήλωση του μάρτυρα στην αλήθεια. Η αξιολόγηση δεν είναι έργο μηχανικό, ούτε γίνεται με σύγκριση των λεπτομερειών της μιας υπόθεσης με την άλλη. Είναι η άμεση και ζωντανή εικόνα του μάρτυρα που κατά πρώτο λόγο καθορίζει τα πράγματα. Βέβαια, η αξιολόγηση δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση και στην πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του ο μάρτυρας, αλλά βασίζεται και στο περιεχόμενό της συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό.[1] Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, είχα επίσης υπόψη μου και τις τοποθετήσεις των μερών κατά τις τελικές τους αγορεύσεις. Δεν είναι βέβαια κάθε αντίφαση που έχει σημασία. Οι αντιφάσεις που καθιστούν μια μαρτυρία αναξιόπιστη πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής σε σημείο που να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του μάρτυρα ή να φανερώνουν την διάθεση του να πει ψέματα. Αντιφάσεις σε λεπτομέρειες ή επουσιώδους σημασίας δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία η οποία είναι γενικά πειστική. Εξαρχής, λοιπόν, σημειώνω ότι δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της ΜΚ1, ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα, αφού τούτη παρουσιάζει αδυναμίες, ασάφειες, αντιφάσεις και δεν συμβαδίζει με τη λογική και κοινώς αποδεκτή συνέχεια των πραγμάτων. Και εξηγώ. Η ΜΚ1, προχώρησε σε καταγγελία για τον 1ο κατηγορούμενο, 13 ημέρες μετά που κατ' ισχυρισμό είδε τον τελευταίο να οδηγεί το επίδικο όχημα. Το έναυσμα για την καταγγελία της, αποτέλεσε η φιλονικία μεταξύ του αδελφού της ΜΚ1 και της αδελφής του 1ου κατηγορούμενου. Παρόλα αυτά, για να πείσει το Δικαστήριο για την αλήθεια των θέσεων της και ότι η πρόθεση της ήταν να καταγγείλει τον 1ο κατηγορούμενο επειδή όντως οδηγούσε, χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης, έφτασε στο σημείο να επικαλεστεί σχετικό βίντεο, το οποίο παρουσίαζε τον κατηγορούμενο να διαπράττει το εν λόγω αδίκημα, και το οποίο, ως ανέφερε, παρουσίασε στον ΜΚ2, για να τον πείσει για την αλήθεια των ισχυρισμών της. Κάτι τέτοιο όμως, πέραν του ότι αναφέρθηκε για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση της, δεν επιβεβαιώθηκε ούτε από τα λεγόμενα του ΜΚ2 ο οποίος αναφέρθηκε μόνον στους προφορικούς ισχυρισμούς της ΜΚ1, χωρίς τίποτα περισσότερο. Εν πάση περιπτώσει, κάτι τέτοιο αντιτίθεται οποιασδήποτε λογικής εξήγησης. Και εξηγώ. Ποιος ο λόγος η ΜΚ1 να προχωρήσει σε καταγραφή, μέσω βίντεο, του 1ο κατηγορούμενου να οδηγεί στις 03.09.2019, ενώ στη μαρτυρία της φαίνεται ότι σε κανένα προηγούμενο στάδιο πριν τις 16.09.2019, ημερομηνία κατά την οποία η αδελφή του 1ου κατηγορούμενου κατήγγειλε τον αδελφό της ΜΚ1 στην αστυνομία, δεν είχε πρόθεση να καταγγείλει τον 1ο κατηγορούμενο για την οδήγηση του επίδικου οχήματος. Ήταν εδώ που η αναξιοπιστία των εξηγήσεων της κορυφώθηκε και οι απαντήσεις της έχασαν κάθε ίχνος σοβαρότητας. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία της δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Εν σχέσει με τη μαρτυρία του ΜΚ2, ουσιαστικά τούτη μπορεί να χαρακτηρισθεί ως τυπική, αφού ο τελευταίος περιορίστηκε στη λήψη των καταθέσεων της παραπονούμενης, ΜΚ1, και των κατηγορουμένων, χωρίς να προχωρήσει σε οποιαδήποτε άλλη διερεύνηση των ισχυρισμών της ΜΚ1, γεγονός που καθιστά την μαρτυρία της τελευταίας και την μόνη ουσιαστική, για τη παρούσα υπόθεση. Επομένως, η μαρτυρία του, δεν βοηθά στην επίλυση των επίδικων εδώ ζητημάτων που απασχολούν. Αξιολογώντας τώρα το περιεχόμενο των καταθέσεων των κατηγορουμένων και υπό το φως των αρχών που έχω καταγράψει πιο πάνω, εν σχέσει με την ανώμοτη δήλωση, κρίνω ότι δεν μπορεί να τους δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα, εφόσον προβάλλονται γενικοί ισχυρισμοί για το που ήταν τόσον ο 1ος κατηγορούμενος όσον το επίδικο όχημα, το εν λόγω βράδυ, και επομένως χωρίς να έχω ενώπιον οτιδήποτε άλλο σχετικό, να μην μπορώ να καταλήξω σε οποιοδήποτε εύρημα. Εν πάση περιπτώσει, με την απόρριψη της μαρτυρίας της ΜΚ1, στην ουσία παρέμειναν εντελώς άγνωστες οι κινήσεις του 1ου κατηγορούμενου το επίδικο βράδυ και κατ΄ επέκταση και εάν ο 2ος κατηγορούμενος, όντας ιδιοκτήτης του επίδικου οχήματος, επέτρεψε στον 1ο κατηγορούμενο να το οδηγεί χωρίς να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης και επομένως και ασφαλιστικής κάλυψης έναντι τρίτου. Ωστόσο, υπενθυμίζεται ότι σε μια ποινική υπόθεση, ο Κατηγορούμενος δεν υπέχει οποιασδήποτε υποχρέωσης να αποδείξει την αθωότητά του[2]. ΣΤ. ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ Στην βάση της ανωτέρω αξιολόγησης μου, ως προκύπτει από τα εκεί γραφόμενα μου, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την ενοχή των κατηγορουμένων στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, αντίστοιχα. Υπενθυμίζω ότι, όπως παρατήρησε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πικής «.αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό. Δεν αποδεικνύει τίποτε.». Πρόσθεσε δε, ότι εφόσον ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος η εκδοχή του απορρίπτεται έστω και αν πιθανολογείται ως ορθή[3]. Παραπέμπω, επίσης, στα όσα είπε και ο Δικαστής κ. Χρυσοστομής. στην υπόθεση Νικήτα v. Medcon Construction Limited κ.ά.
(1997)1 ΑΑΔ 643: «. Το δικαστήριο εξάγει τα ευρήματά του και τα συμπεράσματά του από τη μαρτυρία που αποδέχεται σαν αξιόπιστη και η μαρτυρία που απορρίπτεται σαν αναξιόπιστη δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση ή να συνυπολογίζεται με αξιόπιστη και αποδεκτή μαρτυρία για την εξαγωγή πρωτογενών ευρημάτων και συμπερασμάτων..» Κατά συνέπεια οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, αντίστοιχα. Τα έξοδα που δημιουργήθηκαν στην υπόθεση, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) Π. Σαββίδης, Προσ. Ε. Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρας
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Βούτουνος v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 71 και Ευαγγέλου v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 371. [2] Woolmington v DPP 25 Cr.App.R. 72, Χαρίτωνος κ.α. ν Δημοκρατίας
(1971)2 ΑΑΔ 40), Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 22. [3] Βλ. Αθανασίου κ.ά. v. Κουνούνη
(1977)1 ΑΑΔ 614 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.