ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ARSHDEEP SINGH DHILLON, ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ 9443/2022, 20/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:B23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ Π. ΣΑΒΒΙΔΗ, Προσ. Ε. Δ ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ 9443/2022 ΜΕΤΑΞΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑ ΑΡΧΗ ν. ARSHDEEP SINGH DHILLON ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ Ημερομηνία: 20 Μαρτίου 2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για κατηγορούσα αρχή: κα Παναγή για να ακούσει απόφαση ο κος Τσαγγαρίδης Για κατηγορούμενο: αυτοπροσώπως Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ [ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΥΠΟΘΕΣΗ] Η κατ' ισχυρισμόν παράλειψη του κατηγορούμενου να συμμορφωθεί με τους φωτεινούς σηματοδότες της συμβολής της Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου και Διγενή Ακρίτα, στη Λευκωσία, οδήγησαν στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης εναντίον του. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή και επομένως η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Για να αποδείξει την υπόθεση της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε έναν μάρτυρα και συγκεκριμένα τον Αστ.988, Αντρέα Παπασάββα. Στη διαδικασία κατατέθηκαν 2 τεκμήρια. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, δεν υπήρξε εισήγηση για το εκ πρώτης όψεως, παρόλο που εξηγήθηκαν, από το Δικαστήριο, στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του, ενώ από την άλλη η Κατηγορούσα αρχή, αγορεύοντας, ανέφερε ότι μέσα από τη μαρτυρία που έχει προσκομίσει έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και γι' αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να καλέσει τον τελευταίο, σε απολογία στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο, οφείλει, στο στάδιο αυτό να εξετάσει καθηκόντως εάν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, προτού προχωρήσει την υπόθεση. Αναφορικά, λοιπόν, με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας και άλλος
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. .... Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 5-9/2012 ημερομηνίας 11.12.12 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
- a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
- b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας και άλλος
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, θα εξετάσω κατά πόσο ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κληθεί σε απολογία για την κατηγορία που αντιμετωπίζει στη βάση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας αντικειμενικά ιδωμένη, χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα. Ωστόσο, προτού προχωρήσω, θεωρώ ορθό στο στάδιο αυτό να παραθέσω εν συντομία τη νομική πτυχή των ζητημάτων που εδώ ενδιαφέρουν, χωρίς να παρίσταται ανάγκη περαιτέρω εντρυφήσεως: Σύμφωνα με τον κ. 58
(2)(δ) του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984: «58.
(2)- Κάθε πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκινήτου οχήματος, έχει τα πιο κάτω καθήκοντα και υποχρεώσεις- ..... (δ) να συμμορφώνεται προς όλα τα σήματα τροχαίας, συμπεριλαμβανομένων πινακίδων, που τοποθετούνται ή χαράσσονται πάνω ή κοντά σε οποιοδήποτε δρόμο με ή κατ' εντολή της Αστυνομίας ή αρχής τοπικής διοίκησης ή άλλης αρχής, στην οποία ανατεθεί δυνάμει οποιασδήποτε νομοθετικής διάταξης ο έλεγχος ή η ρύθμιση της τροχαίας κυκλοφορίας: Νοείται ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου συντρέχουν ειδικοί λόγοι, ο Αρχηγός Αστυνομίας μπορεί, μετά από υποβολή σχετικής αίτησης, να παραχωρήσει άδεια για τη μη τήρηση απαγόρευσης που επιβάλλεται με σήμα τροχαίας» Η κατηγορούσα αρχή λοιπόν, οφείλει να αποδείξει ότι (α) ο κατηγορούμενος οδηγούσε στις 24.12.2021 το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ], και (β) στην διασταύρωση των Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου και Διγενή Ακρίτα, στη Λευκωσία, παρέλειψε να συμμορφωθεί με σήμα τροχαίας, ήτοι δεν συμμορφώθηκε με την ένδειξη του κόκκινου φανού των φωτεινών σηματοδοτών που ρυθμίζουν την πιο πάνω διασταύρωση. Έχοντας κατά νουν τα πιο πάνω και μετά από αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής και χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε υποκειμενική αξιολόγηση αυτής ή να καταλήγω σε οποιοδήποτε εύρημα, παρατηρώ ότι τούτη στερείται πειστικότητας, σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή, ώστε να δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Και εξηγώ. Το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό, αντικειμενικά και μόνον ορώμενο, θεωρώ ότι δεν επαρκή για να κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία, καθότι είναι εντελώς αδύναμο για να συσχετίσει τον τελευταίο με την διάπραξη του αδικήματος που αντιμετωπίζει. Μολονότι ο ΜΚ1, στα αρχικά στάδια της μαρτυρίας του υπέδειξε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που κατήγγειλε για την διάπραξη του υπό επίδικου αδικήματος, εντούτοις καθ' όλη τη διάρκεια της υπόλοιπης μαρτυρίας ήταν διάχυτη η αδυναμία του να θυμηθεί ουσιαστικά γεγονότα ή και ακόμα το ίδιο το περιστατικό και επομένως να συσχετίσει και τον κατηγορούμενο με τη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος. Σε τουλάχιστον τρεις περιπτώσεις, εάν όχι και περισσότερες, ευκαιρίας δοθείσας να αναφερθεί στην οδική συμπεριφορά του κατηγορούμενου, χωρίς ενδοιασμό, δήλωνε ξεκάθαρα ότι, λόγω παρόδου χρόνου, αλλά και του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος, επαγγέλλετο τον δια μοτοσικλέτας διανομέα, που φέρει κράνος, πρόσωπα τα οποία καταγγέλλει πολλές φορές, δεν ήταν σε θέση να ενθυμείται την πορεία που τηρούσε ή, αν το αδίκημα το διέπραξε μετά από επαναστροφή και άλλα σχετικά. Στην ουσία, εκείνο που, συναφώς, ισχυριζόταν, ήταν ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα, διαφορετικά δεν θα του εξέδιδε σχετικό εξώδικο. Μια εκ των αναφορών του είναι η εξής: « Όχι, για να καταγγελθεί για κόκκινο σημαίνει παραβίασε τον κόκκινο φωτεινό σηματοδότη, αν μπήκε στη διασταύρωση τζαι έκαμε επαναστροφή, παραβίασε τον φωτεινό σηματοδότη. ..». Ήταν ξεκάθαρο, λοιπόν, ότι ο ΜΚ1 δεν θυμόταν τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, ούτε τον ίδιο τον κατηγορούμενο, και ότι στην πραγματικότητα, η θέση του περί του ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα, εδραζόταν απλά και μόνον στο γεγονός ότι εναντίον του εξέδωσε εξώδικο, το οποίο εν πάση περιπτώσει ο κατηγορούμενος υπέβαλε ότι ουδέποτε έλαβε. Ενδεικτική της εντελώς συμπερασματικής, σχετικής, τοποθέτησης του είναι και η εξής αναφορά: « Α. Για το αδίκημα το οποίο καταγγέλθηκε από εμένα είναι καθαρά ότι παραβίασε τον κόκκινο φωτεινό σηματοδότη, τώρα από ποια κατεύθυνση δεν μπορώ να θυμηθώ, έχουν περάσει 14 μήνες, έχω κάνει χιλιάδες καταγγελίες, οι συγκεκριμένοι οι οποίοι είναι delivery τζαι γυρίζουν μέρα νύκτα με το κράνος, έχουν όλοι τον ίδιο σωματότυπο, δεν μπορώ να θυμούμαι την κάθε παράβαση τζαι τον κάθε κατηγορούμενο ακριβώς[1]. Έχοντας υπόψη, λοιπόν τα πιο πάνω, κρίνω ότι η ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία, αντικειμενικά και μόνο ορώμενη, είναι τόσο αντινομική και στερείται τέτοιας πειστικότητας, σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Εντέλει, στην ουσία, η μαρτυρία που προσκόμισε η κατηγορούσα αρχή, έστω και για αυτό το στάδιο, δεν ήταν τέτοιας ποιότητας ώστε να συσχετιστεί ο κατηγορούμενος με το υπό κρίση αδίκημα Υπενθυμίζω, ότι δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι, και η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή [βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 363]. Άλλωστε ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να κληθεί σε απολογία απλώς και μόνον για να διορθωθούν οι ατέλειες ή να συμπληρωθούν τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Ενόψει όλων των πιο πάνω, καταλήγω, ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου στο βαθμό που απαιτείται, έτσι ώστε να κληθεί σε απολογία. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα που δημιουργήθηκαν στην διαδικασία, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. [Υπ.].............. Π. Σαββίδης, Προσ. Ε. Δ Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] Η υπογράμμιση δική μου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο