← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΜΙΧΑΛΗ ΠΑΤΣΑΛΟΣΑΒΗ, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 9227/2022, 20/1/2023

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΜΙΧΑΛΗ ΠΑΤΣΑΛΟΣΑΒΗ, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 9227/2022, 20/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:B13 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. ΣΑΒΒΙΔΗ, Προσ. Ε. Δ Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 9227/2022 ΜΕΤΑΞΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑ ΑΡΧΗ και ΜΙΧΑΛΗ ΠΑΤΣΑΛΟΣΑΒΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟ Ημερομηνία: 20 Ιανουαρίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Παναγή Για τον Κατηγορούμενο: κα Ν. Βραχίμη για Ε. Βραχίμη & Σια ΔΕΠΕ Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, στη βάση των προνοιών του Κανονισμού 58

(14)(α) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 66/84, μια κατηγορία, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της οποίας στις 21.09.2021 στην οδό Δημοσθένη Σεβέρη στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ], δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα ώστε τα χέρια του, πέρα από το ασφαλές κράτημα του τιμονιού, να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος, δηλαδή χρησιμοποιούσε τηλέφωνο με το χέρι[1]. Με την άρνηση της κατηγορίας, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της, παρουσίασε, ως μάρτυρα κατηγορίας, τον Αστ. 3957 Χρυσόστομο Χρυσοστόμου [ΜΚ1] ενώ από την πλευρά της υπεράσπισης, αφότου το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως χωρίς να παρουσιάσει άλλους μάρτυρες υπεράσπισης. Συνολικά κατατέθηκαν 2 Τεκμήρια. Δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω με λεπτομέρεια την ενώπιον μου μαρτυρία. Σκοπός της παρούσας απόφασης, δεν είναι η λεπτομερής παράθεση του συνόλου της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κάτι τέτοιο, θεωρώ, ότι δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Όπως θα διαφανεί πιο κάτω, τα γεγονότα που συνιστούν κοινό και αδιαμφισβήτητο έδαφος μεταξύ των μερών, καθιστούν τη παράθεση και αξιολόγηση όλης ανεξαιρέτως της τεθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, αχρείαστη και μη εξυπηρετούσα οποιουδήποτε ουσιαστικού σκοπού, ιδιαίτερα λαμβανομένης υπόψη και της φύσης του αδικήματος ως αυτό περιέχεται στο σχετικό άρθρο[2]. Αναφορά στη μαρτυρία θα γίνει όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. Αρχικά σημειώνω ότι, για σκοπούς της διαδικασίας και περιορισμό των επίδικων θεμάτων, δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα [τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο] ότι ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που οδηγούσε το επίδικο όχημα, κατά τον εν λόγω χρόνο, επί της οδού ως τούτα καταγράφονται στις λεπτομέρειες του αδικήματος. Επίσης παρά το ότι δεν δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα, εντούτοις δεν αμφισβητήθηκε, από πλευράς υπεράσπισης, η ιδιότητα του ΜΚ1 ως αστυφύλακα και ότι τούτος είχε την εξουσία να εκδίδει εξώδικα για τροχαίες παραβάσεις και ότι έπραξε τούτο, κατά την επίδικη μέρα, για το αδίκημα της χρήσης τηλεφώνου με τα χέρια κατά την οδήγηση, προς τον κατηγορούμενο. Κατά συνεπεία τα ανωτέρω παραδεκτά γεγονότα ή μη αμφισβητηθέντα γεγονότα, καθίστανται πλέον ευρήματα Δικαστηρίου. Στη βάση λοιπόν των ανωτέρω η υπό σύγκρουση εκδοχές των μερών είναι οι εξής: Σύμφωνα με τον ΜΚ1, ότι ο κατηγορούμενος κρατούσε το τιμόνι έχοντας παράλληλα, στο δεξί του χέρι, το κινητό του τηλέφωνο ενώ σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, το κινητό του τηλέφωνο ήταν επι του μηρού του κάτι που δεν μπορούσε, κατά τον ίδιο, να το αντιληφθεί ο ΜΚ1, καθότι αυτός την δεδομένη στιγμή επέβαινε επί μοτοσυκλέτας σε σημείο πίσω από το όχημα του. Κρίνω επίσης σημαντικό να σημειώσω ότι η υπεράσπιση, προβάλει και την επιπρόσθετη θέση ότι η σύμφωνη γνώμη του ΜΚ1, σε σχετική ερώτηση που του τέθηκε, ότι ο κατηγορούμενος, υπό τις συνθήκες που οδηγούσε, είχε τον άμεσο, ασφαλή και πλήρη έλεγχο του οχήματος του, θα πρέπει να οδηγήσει στην αθώωση του. Η πιο πάνω αναφερομένη συνοπτική, πλην όμως πλήρως περιεκτική εκδοχή των δύο μερών, καλύπτει και τις βασικές θέσεις των μαρτύρων για το επίδικο υπό αμφισβήτηση ζήτημα της παρούσας υπόθεσης. Επειδή ζητούμενο στην υπό εξέταση υπόθεση δεν είναι απλά να αναδειχθεί ο τρόπος δράσης του κατηγορούμενου (αν πχ κρατούσε με τα χέρια το τηλέφωνο ή αν το είχε σε άλλο σημείο του σώματος του) κατά την επίδικη μέρα, αλλά και κατά πόσον την δεδομένη στιγμή είχε άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος του, κρίνω ορθότερο προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, να παραθέσω τη νομική πτυχή των ζητημάτων που εδώ ενδιαφέρουν, ώστε να διαφανεί αν νομολογιακά έχουν ορισθεί συνθήκες υπό τις οποίες προκύπτει απώλεια του άμεσου, πλήρους και ασφαλούς ελέγχου του οχήματος. Αυτό συνέβη στην υπόθεση Αχιλλέας Θεοδότου ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 695, στην οποία αναφέρθηκε ότι « . Στερέωση του τηλεφώνου στο αυτί με τη χρήση του ώμου, ενώ οι παλάμες είναι στο τιμόνι, σημαίνει κατά την κρίση μας, ότι το τηλέφωνο συγκρατείται στο αυτί εν μέρει με τη χρήση της παρειάς και εν μέρει με τη χρήση του ώμου. Ο ώμος, όμως, είναι μέρος του χεριού. Γίνεται, επομένως, σε τέτοια περίπτωση, χρήση του τηλεφώνου με τα χέρια, με αποτέλεσμα να διαπράττεται το ποινικό αδίκημα του Κανονισμού 58
(5). Περαιτέρω, θεωρούμε ότι, όταν το τηλέφωνο είναι στο αυτί με τη χρήση του ώμου, σαφώς επηρεάζεται η ελεύθερη κίνηση των χεριών, ανεξάρτητα του εάν οι παλάμες είναι στο τιμόνι ή αλλού. Τούτο αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας για το οποίο ούτε το Δικαστήριο είχε ούτε εμείς έχουμε την ανάγκη μαρτυρίας ειδικού εμπειρογνώμονα για να μας το επεξηγήσει.». Αυτό που αβίαστα προκύπτει από την απόφαση Θεοδότου (ανωτέρω) είναι ότι κάθε ενέργεια η οποία επηρεάζει την ελεύθερη κίνηση των χεριών κατά την οδήγηση, ανεξάρτητα, του που τούτα (τα χέρια) βρίσκονται τη δεδομένη στιγμή, οδηγεί στην απώλεια του άμεσου, πλήρους και ασφαλούς ελέγχου του οχήματος. Προκύπτει ακόμα ότι εκεί που η Κατηγορούσα αρχή αποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος προέβη, κατά την οδήγηση, σε χρήση τηλεφώνου με τα χέρια, τότε αποδεικνύει τη διάπραξη του υπό εξέταση αδικήματος, καθότι κάθε τέτοια χρήση καθιστά μη ελεύθερη τη κίνηση των χεριών για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος. Παρατηρείται βεβαίως, ότι ο κανονισμός που ίσχυε κατά τον ουσιώδη, για την απόφαση Θεοδότου (ανωτέρω) χρόνο ήταν διαφορετικός, αφού μεταγενέστερα είχε τροποποιηθεί. Συγκεκριμένα ο κανονισμός 58
(5), ως ίσχυε τότε, προνοούσε ότι «Κατά την οδήγηση οι οδηγοί μηχανοκινήτων οχημάτων οφείλουν να λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε τα χέρια τους να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος. Ειδικότερα απαγορεύεται η χρήση τηλεφώνου με τα χέρια.» Ωστόσο, οι αλλαγές που επέφερε η μεταγενέστερη τροποποίηση του κανονισμού, όχι μόνο δεν αναιρούν το προηγούμενο που έχει δημιουργηθεί με την υπόθεση Θεοδότου (ανωτέρω), αλλά θα μπορούσε να λεχθεί ότι ο νομοθέτης έχει επιβάλλει πιο αυστηρές ευθύνες σε έναν οδηγό εφόσον έχει προστεθεί η πρόνοια για ασφαλές κράτημα του τιμονιού, καθώς επίσης και ρητή απαγόρευση πέραν του κινητού τηλεφώνου και οποιουδήποτε αντικειμένου άσχετου με την οδήγηση. Τα ανωτέρω αρκούν, κατά τη γνώμη μου, για σκοπούς της παρούσας απόφασης, χωρίς να παρίσταται ανάγκη περαιτέρω εντρυφήσεως, ως εκ των εγειρόμενων θεμάτων. Και προχωρώ ευθύς αμέσως στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Εξαρχής σημειώνω ότι αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ1 σε αντιδιαστολή με αυτή του κατηγορούμενου. Σε ότι αφορά τη μαρτυρία του ΜΚ1, τούτη ήταν σαφής, αταλάντευτη, χωρίς υπεκφυγές και δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του από την συνήγορο του κατηγορούμενου. Παρέμεινε σταθερός στη θέση του ως προς το σημείο που βρισκόταν όταν αντιλήφθηκε, για πρώτη φορά, τον κατηγορούμενο να κρατά το κινητό του τηλέφωνο και με λεπτομέρεια περιέγραψε τόσο την απόσταση που είχε από τον κατηγορούμενο αλλά και την δυνατότητα του να τον δει από τη θέση στην οποία βρισκόταν. Ως προς τη σύμφωνη γνώμη του ΜΚ1 προς την υποβολή της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος είχε άμεσο, ασφαλή και πλήρη έλεγχο του οχήματος του, σημειώνω ότι σε αυτήν δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε σημασία, καθότι, πρώτον πρόκειται για το ζητούμενο στην παρούσα υπόθεση, κάτι για το οποίο τάχθηκε για να αποφανθεί το Δικαστήριο και όχι ο μάρτυρας και δεύτερον ότι δεν είναι ζήτημα που εξετάζεται υποκειμενικά, στη βάση της αντίληψης οποιουδήποτε τρίτου, αλλά αντικειμενικά στη βάση των σχετικών ευρημάτων του Δικαστηρίου με γνώμονα και την νομική πτυχή του θέματος, ως αυτή αναδύεται μέσα από τη σχετική με το ζήτημα νομολογία. Επομένως στον βαθμό που η μαρτυρία του ΜΚ1 αφορά στα γεγονότα της υπόθεσης γίνεται αποδεκτή, ενώ ως προς τη γνώμη του για το κατά πόσον ο κατηγορούμενος είχε άμεσο, ασφαλή και πλήρη έλεγχο του οχήματος, σε τούτη δεν μπορεί να της αποδοθεί η δυναμική που θέλει να της προσδώσει η υπεράσπιση. Στην αντίπερα όχθη, για του λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω, στην μαρτυρία του κατηγορούμενου δεν κρίνεται ορθό να προσδοθεί βαρύτητα. Πιο συγκεκριμένα ήταν η βασική του θέση, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, ότι δεν κρατούσε το κινητό τηλέφωνο με το χέρι, καθότι τούτο βρισκόταν πάνω στον αριστερό του μηρό, κάτι, που κατά τον ίδιο, ο ΜΚ1 δεν μπορούσε να αντιληφθεί ενόψει του σημείου που βρισκόταν την δεδομένη στιγμή, δηλαδή πιο πίσω από το όχημα του. Ωστόσο, η θέση του, ήτοι ότι ο ΜΚ1 βρισκόταν καθόλη της διάρκεια πίσω από το όχημα του, προβλήθηκε για πρώτη φορά κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του χωρίς να τεθεί στον ΜΚ1 ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθεί επί τούτου, παρόλο που καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του, τοποθετούσε τον εαυτό του (ο ΜΚ1) στη δεξιά μεριά του οχήματος του κατηγορούμενου σε σημείο που του επέτρεπε να έχει οπτική επαφή με μαζί του. Η παράληψη αυτή της υπεράσπισης με οδηγεί στην κρίση ότι δεν πρέπει να προσδώσω βαρύτητα στη σχετική θέση του κατηγορούμενου [βλ. Frederickou Schools Co. Ltd και Άλλοι ν. Acuac Inc.
(2002)1 ΑΑΔ 1527]. Στη βάση, λοιπόν, της πιο πάνω αξιολόγησης του Δικαστηρίου, καταλήγω, με δεδομένο πλέον ότι ο κατηγορούμενος κρατούσε το κινητό του τηλέφωνο με το δεξί του χέρι, παράλληλα με το τιμόνι του οχήματος του, ότι σαφώς επηρεάζετο η ελεύθερη κίνηση των χεριών του και συνεπακόλουθα επηρεάζετο, πέραν από το ασφαλές κράτημα του τιμονιού, και ο άμεσος, ασφαλής και πλήρης έλεγχος που απαιτείται από τον οδηγό να έχει οποιαδήποτε στιγμή επί του οχήματος του. Τούτο αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας για το οποίο το Δικαστήριο δεν έχει την ανάγκη μαρτυρίας ειδικού εμπειρογνώμονα για να το επεξηγήσει, ως αναφέρθηκε στην Θεοδότου (ανωτέρω). Για όλους του πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και συνεπώς την κατηγορία εναντίον του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στη κατηγορία που αντιμετωπίζει. [Υπ.].............. Π. Σαββίδης, Προσ. Ε. Δ Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] Κάθε οδηγός, κατά την οδήγηση µηχανοκίνητου οχήµατος, οφείλει να λαµβάνει κάθε αναγκαίο µέτρο ώστε τα χέρια του, πέρα από το ασφαλές κράτηµα του τιµονιού, να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδοµένη στιγµή για άµεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήµατος. Ειδικότερα ο οδηγός απαγορεύεται κατά τη διάρκεια της οδήγησης µηχανοκίνητου οχήµατος να κρατά οποιοδήποτε αντικείµενο άσχετο µε την οδήγηση, περιλαµβανοµένου και κινητού τηλεφώνου. [2] Βλ. σχ. Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας [2008] 2 ΑΑΔ 486, 534-535, Ιωάννου ν. Αληφαντή Π.Ε 163/17, ημερ. 07.10.2019, Οδυσσέα ν. Αστυνοµίας
(1999)2 ΑΑΔ 490 και Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέως δια ανάρμοστη συμπεριφορά, Αίτηση 1/15 ημερ. 24/9/2015, σελ. 27, 28. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.