← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΜΑΡΙΟΣ ΦΙΛΑΡΕΤΟΥ, ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 18012/2021, 21/2/2023

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΜΑΡΙΟΣ ΦΙΛΑΡΕΤΟΥ, ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 18012/2021, 21/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:B18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. ΣΑΒΒΙΔΗ, Προσ. Ε. Δ. ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 18012/2021 ΜΕΤΑΞΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑ ΑΡΧΗ ν. ΜΑΡΙΟΣ ΦΙΛΑΡΕΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ Ημερομηνία: 24 Φεβρουαρίου 2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για κατηγορούσα αρχή: κος Α. Τσαγγαρίδης Για κατηγορούμενο: κος Μ. Βιολάρης [για να ακούσει απόφαση η κα Μ. Χριστοφή] Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά 8 κατηγορίες. Δήλωσε μη παραδοχή στις 5 εξ΄ αυτών και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Εκδοχή της κατηγορούσας αρχής είναι ότι στα πλαίσια τροχονομικού ελέγχου, κατόπιν, παράλειψης του κατηγορούμενου να φέρει κράνος [5η κατηγορία] και έπειτα παραβίασης κόκκινου φανού [4η κατηγορία], διαπράχθηκαν, κατ' ισχυρισμό, και τα λοιπά, υπό κρίση, αδικήματα της 3ης κατηγορίας ήτοι, της άρνησης να δώσει δείγμα σάλιου για προκαταρκτική εξέταση [νάρκοτεστ], της 6ης κατηγορίας ήτοι, της δημόσιας εξύβρισης, της 7ης κατηγορίας ήτοι, της απειλής και τέλος της 8ης κατηγορίας ήτοι, της αντίστασης ή παρεμπόδισης οργάνου τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του, κατά παράβαση των σχετικών Νόμων και Κανονισμών ως τούτοι καταγράφονται στο κατηγορητήριο, αντίστοιχα, στη κάθε κατηγορία. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης, να σημειώσω ότι ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος της οδήγησης οχήματος χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης [1η κατηγορία], της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης [2η κατηγορία] και της παράλειψης του να φέρει στερεά προσδεδεμένο στο κεφάλι προστατευτικό κράνος [5η κατηγορία]. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τρεις μάρτυρες και δη τον Αστ. 3957 Χρ. Χρυσοστόμου [Μ.Κ.1], την Αστ. 976 Λ. Πούννα [ΜΚ2] και τον Α/707 Ε. Ευαγόρου [Μ.Κ.3] ενώ από την πλευρά της υπεράσπισης, αφότου το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, ο τελευταίος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως, χωρίς να παρουσιάσει άλλους μάρτυρες υπεράσπισης. Στη διαδικασία κατατέθηκαν συνολικά 9 τεκμήρια. Β. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ και ΜΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΘΕΝΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Οι συνήγοροι των δύο πλευρών προέβησαν στα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα, τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο: · Ότι ο κατηγορούμενος στις 16.10.2021 και μεταξύ των ωρών 13:55 -14:02, στον Αστυνομικό Σταθμό Στροβόλου, κατηγορήθηκε γραπτώς από την Αστ.384, Λ. Πούννα, και απάντησε μη παραδοχή [βλ. Τεκμήριο 5], και · Ότι ο κατηγορούμενος συγκατατέθηκε για ιατροδικαστική εξέταση του [βλ. Τεκμήριο 6]. Επίσης, αν και δεν εγκρίθηκαν προς τούτο σχετικά παραδεκτά γεγονότα, τα ακόλουθα γεγονότα δεν έχουν αμφισβητηθεί: · Ο κατηγορούμενος, στις 16.10.2021 ήταν ο οδηγός της υπό αναφορά, στο κατηγορητήριο, μοτοσυκλέτας. · Οδηγούσε τούτην, χωρίς να φέρει προσδεδεμένο στο κεφάλι του κράνος, επί της Λεωφόρου Στροβόλου, ερχόμενος από Κυριάκου Μάτση, με κατεύθυνση προς ΣΕΚ [Συνομοσπονδία Εργαζομένων Κύπρου]. · Η συμβολή της Λεωφ. Στροβόλου με την Λεωφ. Αθαλάσσας ελέγχεται από φωτεινούς σηματοδότες για οχήματα, οι οποίοι τοποθετήθηκαν από την αρμόδια αρχή και αποτελούν σήμα τροχαίας. · Όταν ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο να δώσει δείγμα σάλιου για σκοπούς διενέργειας προκαταρτικής εξέτασης για ναρκωτικά, αρνήθηκε να παράσχει τέτοιο δείγμα στον ΜΚ1.[1] Επομένως, τα ανωτέρω παραδεκτά και μη αμφισβητηθέντα γεγονότα, αποτελούν πλέον ευρήματα Δικαστηρίου[2]. Γ. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΜΚ1 - ΑΣΤ. 3957 ΧΡ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ Συνοπτικά, ο μάρτυρας αυτός, μέσα από την κατάθεση του [βλ. Τεκμήριο 1], ανέφερε ότι υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λευκωσίας και είναι τοποθετημένος στην Τροχαία Λευκωσίας, στην ομάδα «Ζ». Την επίδικη ημερομηνία και περί η ώρα 1020, ενώ βρισκόταν στην Πύλη εισόδου της Τροχαίας Λευκωσίας, πέρασε από μπροστά του ο κατηγορούμενος, ο οποίος δε φορούσε κράνος. Ξεκίνησε να τον ακολουθεί, με την υπηρεσιακή του μοτοσυκλέτα, και μόλις ο κατηγορούμενος τον αντιλήφθηκε, ο τελευταίος ανέπτυξε ταχύτητα παραβιάζοντας τους φωτεινούς σηματοδότες της εν λόγω συμβολής. Ανέφερε δε ότι με την βοήθεια των φάρων και της σειρήνας, της υπηρεσιακής μοτοσυκλέτας, έδειξε στον κατηγορούμενο για να σταματήσει στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Τότε, ήταν που ο κατηγορούμενος άρχισε να του φωνάζει ότι είναι ηλίθιος, σταματώντας έτσι στην στάση λεωφορείων της οδού Στροβόλου, μπροστά από την ΣΕΚ. Μόλις, ο κατηγορούμενος, κατέβηκε, από την μοτοσυκλέτα του, άρχισε να του φωνάζει «τώρα να δεις τι ένα σου κάμω ρε ηλίθιε» και αφού τον πλησίασε απειλητικά, σε απόσταση αναπνοής, του είπε «τι θέλεις ρε ηλίθιε». Τότε ήταν που ο μάρτυρας τον πληροφόρησε ότι διαπράττει το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης και αφού του επέστησε τη προσοχή του στο Νόμο, ο κατηγορούμενος του απάντησε «εννά σε σάσω καλά». Στις 10:25 τον ενημέρωσε ότι είναι υπό σύλληψη για τα αδικήματα της δημόσιας εξύβρισης και απειλής, του επέστησε τη προσοχή του στο νόμο και αυτός του απάντησε «εν θα τα καταφέρεις να με συλλάβεις». Στη προσπάθεια του δε να τον συλλάβει, ο κατηγορούμενος προέβαλε σθεναρή αντίσταση, με αποτέλεσμα να μην καταφέρει να τον συλλάβει. Κάλεσε για βοήθεια, μέσω ασυρμάτου, και άλλα μέλη της ομάδας «Ζ». Ωστόσο, κατά τη προσπάθεια του αυτή, περίπολο του Ο.Π.Ε έφθασε στο σημείο, με τον ΜΚ3 να εμφανίζεται στο σημείο, πρόσωπο το οποίο βοήθησε τον ΜΚ1, ώστε να βάλουν τις χειροπέδες στον κατηγορούμενο, με τον ΜΚ1 να χρησιμοποιεί την ανάλογη βία, καθώς ο κατηγορούμενος συνέχιζε να αντιστέκεται. Επίσης, αναφέρθηκε στα γεγονότα της άρνησης του κατηγορούμενου να παράσχει δείγμα σάλιου για προκαταρκτική εξέταση νάρκοτεστ. Συμπληρωματικά, ανέφερε, κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, ότι ένιωσε φόβο από την απειλή που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο. Τέλος, στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο ΜΚ1 αναφέρθηκε και στα γεγονότα που στοιχειοθετούν τα αδικήματα των κατηγοριών, 1, 2 και 5, τις οποίες και παραδέχθηκε ο κατηγορούμενος. Κατά την αντεξέταση του, σε σχέση με τις πρώτες κινήσεις όταν αντιλήφθηκε για πρώτη φορά τον κατηγορούμενο, εκείνη την ημέρα, αρχικά επανέλαβε τα όσα σχετικά ανέφερε και στην κυρίως εξέταση του, αλλά ακολούθως ανέφερε ότι, τις ενέργειες του κατηγορούμενου (α) να αναπτύξει ταχύτητα και (β) να εισέλθει στη συμβολή, ενώ ο φωτεινός σηματοδότης στην πορεία του ήταν κόκκινος, τις αντιλήφθηκε ενώ βρισκόταν στην Πύλη και όχι ενώ βρισκόταν στην μοτοσυκλέτα του, ακολουθώντας τον. Δέχθηκε, επίσης, ότι, για να προλάβει τον κατηγορούμενο, πέρασε και ο ίδιος με κόκκινο. Συμφώνησε με τη θέση της υπεράσπισης ότι, μεταξύ των ωρών 10:20 με 10:25, 200 μέτρα προηγουμένως, άλλος αστυνομικός σταμάτησε τον κατηγορούμενο και του έκδωσε εξώδικο πρόστιμο για το ότι δεν έφερε προσδεδεμένο κράνος στο κεφάλι του, γεγονός το οποίο πληροφορήθηκε εκ των υστέρων. Όταν όμως ακολούθως του ζητήθηκε να διαβαστούν οι λεπτομέρειες του σχετικού εξωδίκου [βλ. Τεκμήριο 3], αμφισβήτησε την αναγραφόμενή επ' αυτού ώρα έκδοσης, αναφέροντας ότι το συγκεκριμένο εξώδικο πρόστιμο τυπώθηκε με λανθασμένη ώρα. ΜΚ2 - ΑΣΤ. 976 ΛΕΥΚΗ ΠΟΥΝΝΑ Η μαρτυρία της περιορίστηκε στη κατάθεση του Τεκμηρίου 5 και δεν αντεξετάστηκε[3]. ΜΚ3 - ΑΣΤ. 707 Ε. ΕΥΑΓΟΡΟΥ Ο μάρτυρας, υιοθετώντας το περιεχόμενο της κατάθεσης του [βλ. Τεκμήριο 7], ανέφερε ότι την επίδικη ημέρα και ώρα 10:30 ενώ βρισκόταν περιπολία στη Λεωφ. Στροβόλου με κατεύθυνση προς το Προεδρικό, είδε, στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία του, έξω από το κτήριο της ΣΕΚ, έναν αστυφύλακα τροχαίας και ένα άτομο με επιθετική διάθεση απέναντι του. Τότε σταμάτησε, κινήθηκε, πεζός, προς το μέρος τους και άκουσε τον κατηγορούμενο να αποκαλεί τον ΜΚ1 ηλίθιο απειλώντας τον με τη φράση «εννά δεις τι θα σου κάμω». Ανέφερε, επίσης, ότι ο ΜΚ1 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι θα συλληφθεί για τα αδικήματα που διέπραξε και του επέστησε τη προσοχή του στο νόμο. Ο κατηγορούμενος προέβαλε σθεναρή αντίσταση και έτσι βοήθησε τον ΜΚ1, για να του περάσει χειροπέδες Κατά την αντεξέταση του, και ενώ προηγουμένως επανέλαβε ότι προσεγγίζοντας το σημείο άκουσε τον κατηγορούμενο να βρίζει τον ΜΚ1 με τη φράση «είσαι ηλίθιος», καθώς και να τον απειλεί με τη φράση «εννά δεις νάμπου να σου κάμω», σε ερώτηση εάν ο ΜΚ1 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο, για τα πιο πάνω, ότι θα συλληφθεί, απάντησε «όχι, όχι, δεν ήξερα καν γιατί τον σταμάτησε εγώ». Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν κτυπημένος από τον ΜΚ1 «.τζαι εύκολα του έβαλε χειροπέδες». Σε ερώτηση, επί του προκειμένου, γιατί τότε στην κατάθεση του αναφέρει ότι βοήθησε τον ΜΚ1 να βάλει του κατηγορούμενου τις χειροπέδες, ανέφερε ότι, ουσιαστικά, τον άγγιξε στον αριστερό ώμο και του είπε να βάλει τα χέρια του πίσω, διευκρινίζοντας, περαιτέρω, ότι η σθεναρή αντίσταση που προέβαλε ο κατηγορούμενος ήταν ότι δεν δεχόταν στην αρχή να του βάλουν τις χειροπέδες, ενώ όταν τους είδε και του δύο, αφού ο ΜΚ1 του πέρασε ήδη στο ένα χέρι τις χειροπέδες, τον άγγιξε πάνω στον ώμο και του είπε να βάλει το χέρι του πίσω και ο ΜΚ1 του έβαλε τις χειροπέδες και στα δύο χέρια. Χρονικά περιόρισε το περιστατικό σε 2-3 λεπτά. Αποχώρησε, όταν άλλα μέλη της ομάδας Ζ, κατέφθασαν στη σκηνή, περιορίζοντας έτσι τη παρουσία του μόνο ως προς τα πιο πάνω γεγονότα. ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ Ο κατηγορούμενος ετοίμασε γραπτή δήλωση [βλ. Τεκμήριο 8] την οποία και υιοθέτησε, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σε αυτήν, συνοπτικά, αναφέρει ότι περί η ώρα 10:24 του εκδόθηκε το εξώδικο πρόστιμο [βλ. Τεκμήριο 3] για την παράλειψη του να φέρει στο κεφάλι του προστατευτικό κράνος και συνέχισε τη πορεία προς το σπίτι του. Στη Λεωφ. Στροβόλου, απεκόπη η πορεία του από μοτοσυκλέτα μεγάλου κυβισμού με αποτέλεσμα να χτυπήσει στο πεζοδρόμιο και να πέσει στο έδαφος. Τότε ήταν που φώναξε «εν να μας σκοτώσεις ρε» χωρίς, τη δεδομένη στιγμή, να είχε αντιληφθεί πως πρόκειται για αστυνομικό. Ο ΜΚ1, αμέσως έβγαλε το πτυσσόμενο ρόπαλο του και χωρίς να φέρει οποιαδήποτε αντίσταση, ξεκίνησε να τον χτυπά ασταμάτητα. Με τη βία που χρησιμοποιήθηκε εναντίον του υπέστη σωματικές βλάβες και επομένως κατέληξε, την ίδια μέρα, στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Στο Νοσοκομείο οι γιατροί διαπίστωσαν ότι υπέστη κάκωση αρ. αγκώνα και του τοποθέτησαν στο δεξί του χέρι ιμάντα ανάρτησης[βλ. Τεκμήριο 9]. Εν σχέσει με τη θέση του ΜΚ1, ότι παρέλειψε να σταματήσει στον κόκκινο σηματοδότη της διασταύρωσης, επί του επίδικου σημείου, ανέφερε, αρχικά, ότι τον συγκεκριμένο δρόμο είναι πρακτικά αδύνατο κάποιος να τον περάσει με κόκκινο, λόγω της τροχαίας κίνησης που υπάρχει και περαιτέρω ότι πέρασε κανονικά με πράσινο. Δεν αντιλήφθηκε ότι ήταν αστυνομικός που προσπαθούσε να τον σταματήσει, αφού δεν έκανε χρήση φάρων αλλά ούτε του υπόδειξε καθ' οιονδήποτε τρόπο να σταματήσει και ανεκόπη τη στιγμή που ο ΜΚ1 του έκοψε τον δρόμο με την μοτοσυκλέτα του, χάνοντας έτσι τον έλεγχο της. Σημείωσε ότι, ο ΜΚ1 ισχυρίστηκε ότι τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη στις 10:25, κάτι το οποίο ήταν αδύνατο αφού το εξώδικο που έλαβε προηγουμένως [σε χρόνο πολύ περισσότερο του ενός λεπτού], αναφέρει ως ώρα έκδοσης του την 10:

  1. Τέλος, ανέφερε ότι από τα κτυπήματα που δέχθηκε από τον ΜΚ1 δεν του είχε απομείνει δύναμη για να μπορεί να αντιδράσει και δεν υπήρχε λόγος ο τελευταίος να καλέσει βοήθεια. Κατά την αντεξέταση του, συνοπτικά, ανέφερε ότι η μόνη έντονη αντίδραση του ήταν όταν φώναξε τη φράση «εννα μας σκοτώσεις ρε», την στιγμή που του ανεκόπη ο δρόμος, και ότι ήταν λόγω τούτου που ο ΜΚ1, μόλις κατέβηκε από την μοτοσυκλέτα του, κινήθηκε επιθετικά προς το μέρος του και έβγαλε το ρόπαλο του και άρχισε να τον κτυπά. Επίσης, ανέφερε ότι δεν αντιστάθηκε κατά τη σύλληψη του από τον ΜΚ1, λέγοντας συγκεκριμένα ότι «.αν κάποιος έρχεται κατά πάνω σου με σούστα, όπλο και σπρέι, ., πρέπει κάποιος να ήταν εκτός εαυτού για να πάει εναντίον και ο λόγος που το έκαμε (εννοώντας τον ΜΚ1) ήταν επειδή του φώναξα, λόγω του φόβου μου που χτύπησα με τη μοτοσυκλέτα πάνω στο πεζοδρόμιο.». Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο ΜΚ3 ήρθε μετά που ο ΜΚ1 τον κακοποίησε και του έβαλε τις χειροπέδες. Στο σημείο αυτό ήταν που είπε ότι ο λόγος που εξαρθρώθηκε ο αριστερός του αγκώνας ήταν επειδή ο ΜΚ1 γονάτισε πάνω στον αγκώνα του, για να του βάλει τις χειροπέδες. Τέλος, ανέφερε ότι ουδέποτε πέρασε με κόκκινο τη διασταύρωση, επιχειρηματολογώντας ουσιαστικά σε σχέση με την επικινδυνότητα να πράξει κάποιος τούτο λόγω της έντονης τροχαίας κίνησης που έχει. Εν σχέση με τους ισχυριζόμενους τραυματισμούς που υπέστη από τον ΜΚ1, ανέφερε ότι τα σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά από το ΤΑΕΠ του Γ. Ν. Λευκωσίας τα έδωσε στην Αστυνομία. Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι το Τεκμήριο 9, το οποίο αποτελεί ιατρικό πιστοποιητικό του ΤΑΕΠ του Γ. Ν. Λευκωσίας φέρει ημερομηνία 20.10.2021, ήτοι 4ημέρες μετά τα επίδικα γεγονότα. Τέλος, μέσα από την αντεξέταση του, παραδέχθηκε ότι αρνήθηκε να προβεί σε προκαταρκτική εξέταση νάρκοτεστ, λόγω του ότι ο ΜΚ1 του υποσχόταν, όταν ήταν στον σταθμό, ότι θα τον έπαιρνε στο Νοσοκομείο για να εξεταστεί, επειδή πονούσε, αλλά δεν το έπραττε, και επομένως ούτε αυτός (ο κατηγορούμενος) του έδινε δείγμα σάλιου για σκοπούς νάρκοτεστ. Δ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά και βέβαια υπό το φως των κριτηρίων που η νομολογία έθεσε, των οποίων κυρίαρχο είναι το κατά πόσο διαπιστώνεται η προσήλωση του μάρτυρα στην αλήθεια. Η αξιολόγηση δεν είναι έργο μηχανικό, ούτε γίνεται με σύγκριση των λεπτομερειών της μιας υπόθεσης με την άλλη. Είναι η άμεση και ζωντανή εικόνα του μάρτυρα που κατά πρώτο λόγο καθορίζει τα πράγματα. Βέβαια, η αξιολόγηση δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση και στην πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του ο μάρτυρας, αλλά βασίζεται και στο περιεχόμενό της συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό.[4] Δεν είναι βέβαια κάθε αντίφαση που έχει σημασία. Οι αντιφάσεις που καθιστούν μια μαρτυρία αναξιόπιστη πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής σε σημείο που να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του μάρτυρα ή να φανερώνουν την διάθεση του να πει ψέματα. Αντιφάσεις σε λεπτομέρειες ή επουσιώδους σημασίας δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία η οποία είναι γενικά πειστική. Εξαρχής, λοιπόν, σημειώνω ότι δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ3, ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα, αφού τούτη παρουσιάζει αδυναμίες, ασάφειες, αντιφάσεις και δεν συμβαδίζει με τη λογική και κοινώς αποδεκτή συνέχεια των πραγμάτων. Πιο συγκεκριμένα, ενώ η αρχική θέση του Μ.Κ.1 ήταν ότι αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο να παραβιάζει τον κόκκινο σηματοδότη καθώς ο ίδιος επέβαινε επί τη υπηρεσιακής του μοτοσυκλέτας και ακολουθούσε τούτον, και ότι, στο μεταξύ, ο κατηγορούμενος τον αντιλήφθηκε και ανέπτυξε ταχύτητα, προφανώς για να διαφύγει, κατά την αντεξέταση του, και σε πλήρη σύγκρουση με την ανωτέρω αρχική του θέση, ανάφερε, ότι, την παράληψη του κατηγορούμενου να σταματήσει στο κόκκινο φανάρι, την αντιλήφθηκε ενώ βρισκόταν ιστάμενος παρά την Πύλη της Τροχαίας, και η μετέπειτα ανάπτυξη ταχύτητας από τον κατηγορούμενο δεν διασυνδέθηκε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο με την όποια αντίληψη από πλευράς του κατηγορούμενου της εκεί παρουσίας του μάρτυρα. Σε σύγκρουση τώρα με την τελευταία αυτή θέση του, η οποία, κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί, ότι, ως η τελική του θέση, αποτελεί και την βασική εκδοχή του, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, απαντώντας θετικά σε σχετική ερώτηση, ισχυρίστηκε ότι πέρασε και ο ίδιος με κόκκινο φανάρι με σκοπό να σταματήσει τον κατηγορούμενο, κάτι που δεν συμβαδίζει με την λογική των πραγμάτων, αν τη στιγμή που ο κατηγορούμενος παραβίαζε το φανάρι, ο μάρτυρας ήταν ιστάμενος παρά της Πύλης της Τροχαίας Λευκωσίας. Έντονη ήταν και η προσπάθεια του να διαψεύσει τα γραφόμενα επί του προστίμου [βλ. τεκμήριο 3], μόλις αντιλήφθηκε ότι η ώρα που εκεί αναγραφόταν ερχόταν σε αντίθεση, ουσιαστικά, με την ώρα που ο ίδιος τοποθετούσε χρονικά το περιστατικό, προσπαθώντας έτσι να πείσει το Δικαστήριο για τις θέσεις του. Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό, ότι στη βάση της ενώπιον μου κοινώς αποδεκτής μαρτυρίας, 200μέτρα, πριν το σημείο που επεσυνέβησαν τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, είχε καταγγελθεί από άλλο αστυφύλακα σε σχέση με τη παράλειψη του να φέρει προσδεδεμένο κράνος, και ότι ακολούθως, διαδραματίστηκαν τα γεγονότα που αφορούν στην υπό εξέταση υπόθεση. Στη βάση και των δύο, ανωτέρω, συγκρουόμενων, εκδοχών του ΜΚ1, είναι αδύνατον στη βάση της λογικής και μόνον, στις 10:24 να καταγγέλλεται από τον άλλο αστυφύλακα [βλ. τεκμήριο 3] και εντός ενός λεπτού να έχουν διαδραματιστεί όλα τα υπόλοιπα γεγονότα, ως τα ισχυρίστηκε ο ΜΚ1 ώστε, στις 10:25, ως και πάλι ισχυρίστηκε ο ΜΚ1, να συλλαμβάνει τον κατηγορούμενο για αυτόφωρα αδικήματα που διέπραξε στο μεταξύ. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι είναι αυτό, το ασυμβίβαστο της εκδοχής του με τη λογική των πραγμάτων, που οδήγησε τον ΜΚ1 στο να αμφισβητήσει την ορθότητα της αναγραφείσας επί του Τεκμηρίου 3, ώρας καταγγελίας, και τούτο έξω και ανεξάρτητα από το αληθές ή μη του ισχυρισμού που προέβαλε, με μόνο σκοπό να επιδιώξει να γίνει πιστευτή η θέση του. Όσον τώρα αφορά στην από πλευράς του αντίδραση στις όποιες ενέργειες του κατηγορούμενου, κρίνω ότι η αναφορά του ότι ένιωσε φόβο από την απειλή που δέχθηκε από τον τελευταίο, αν και θα μπορούσε, ενδεχομένως, υπό άλλες περιστάσεις, εύλογα, όντως να του προκαλείτο τέτοιο αίσθημα λόγω μιας άμεσης απειλής, στη βάση των γεγονότων που ο ίδιος περιέγραψε, δεν μπορεί να γίνει δεκτή καθότι, ως, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας, ισχυρίστηκε, εκεί που ένιωσε ότι ο κατηγορούμενος δεν συμμορφωνόταν με τις υποδείξεις του (χρονικό σημείο στο οποίο ο μάρτυρας τοποθετεί και την απειλητική συμπεριφορά του κατηγορούμενου), χρησιμοποίησε ανάλογη βία εναντίον του με σκοπό να τον ακινητοποιήσει και να τον συλλάβει, δείχνοντας, τοιουτοτρόπως, την υπεροχή του, ενέργεια μετωπικά συγκρουόμενη με το κατ' ισχυρισμό αίσθημα φόβου που ένιωσε από την «απειλητική» συμπεριφορά του κατηγορούμενου. Ούτε η μαρτυρία του ΜΚ3, κρίνω ότι βοηθά καθ' οιονδήποτε τρόπο στην επίλυση των επίδικων ζητημάτων, καθότι επί των ουσιαστικών για τα ζητήματα αυτά ισχυρισμών του παρατηρείται ουσιώδης αντίφαση. Και εξηγώ. Ενώ στην κυρίως εξέταση του, μέσα από τα γεγονότα ως τα εξιστόρησε, τοποθέτησε τον εαυτό του στο σημείο, κατά το χρόνο όπου ο κατηγορούμενος, κατ' ισχυρισμό, έβριζε και απειλούσε τον ΜΚ1, με τον τελευταίο, τη δεδομένη στιγμή να πληροφορεί τον κατηγορούμενο ότι θα συλληφθεί για αυτόφωρα αδικήματα και ότι ακολούθως, ο κατηγορούμενος προέβαλε σθεναρή αντίσταση στη σύλληψη του με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να βοηθήσει τον ΜΚ1 για να συλλάβει τον πρώτον για να του τοποθετήσει τις χειροπέδες, κατά την αντεξέταση του, σε πλήρη σύγκρουση με τα ανωτέρω, δήλωσε άγνοια ως προς το κατά πόσον ο ΜΚ1 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι ήταν υπό σύλληψη, καθώς επίσης, ισχυρίστηκε ότι ο ΜΚ1 δεν άσκησε βία του κατηγορούμενου «.τζαι εύκολα του έβαλε χειροπέδες», κάτι το οποίο, ως ανάφερα ήδη έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την αρχική του θέση περί σθεναρής αντίστασης του κατηγορούμενου. Εν πάση περιπτώσει, η θέση του περί σθεναρής αντίστασης, από πλευράς του κατηγορούμενου, συγκρούεται και με έτερη δική του σχετική θέση σύμφωνα με την οποία το μόνο που ουσιαστικά ο ίδιος έπραξε, ήταν να αγγίξει τον κατηγορούμενο στον αριστερό του ώμο, αναφέροντας του να βάλει τα χέρια του πίσω, για να του βάλει χειροπέδες, πράγμα το οποίο και έπραξε. Με δεδομένο λοιπόν, ότι για την απόφανση επί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου στις κατηγορίες με αρ 6, 7 και 8, εκείνο που στην ουσία υπέχει καταλυτικής σημασίας είναι η κρίση του Δικαστηρίου ως προς τη συμπεριφορά που επέδειξε ο κατηγορούμενος, ακριβώς πριν αλλά και κατά τον χρόνο που επιδιώχθηκε η σύλληψη του, η πιο πάνω αδυναμία που παρατηρείται στην μαρτυρία του ΜΚ3, καθιστά τούτην ακροσφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων επί του προκειμένου και επομένως δεν την αποδέχομαι. Από την άλλη ο κατηγορούμενος μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια, ως προς τα γεγονότα εκείνης της ημέρας. Ενδεικτική της ειλικρίνειας του, είναι η παραδοχή του για άλλο αδίκημα που αντιμετωπίζει, η απόδειξη του οποίου εδράζεται αποκλειστικά στους ισχυρισμούς του ΜΚ1 [βλ. 5η κατηγορία - παράλειψη οδηγού να φέρει στερεά προσδεδεμένο στο κεφάλι προστατευτικό κράνος], που αν ψευδόταν και εναπόθετε τις ελπίδες του για αθώωση του σε κρίση αναξιοπιστίας του μάρτυρα αυτού, δεν θα παραδεχόταν τούτην, αλλά και στην λεκτική, κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, παραδοχή του ότι αρνήθηκε να παράσχει σάλιο, κάτι που ως θα φανεί κατωτέρω, οδηγεί στην ενοχή του στην σχετική κατηγορία [βλ. 3η κατηγορία]. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, αμεσότητα και γλαφυρότητα, χωρίς να παρατηρούνται οποιεσδήποτε ουσιώδης αντιφάσεις και γενικά αδυναμίες, ως αναμένεται να συμβαίνει εκεί που ένας μάρτυρας ψεύδεται. Η όλη στάση του ενώπιον του Δικαστηρίου, στη βάση της σχετικής εικόνας που αποκόμισε το Δικαστήριο ήταν στάση ενός ειλικρινούς μάρτυρα. Κατά συνέπεια, αποδέχομαι την μαρτυρία του στο σύνολο της. Ε. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Πέραν, λοιπόν, των ευρημάτων που προέβηκα στο αρχικό στάδιο της παρούσας απόφασης, ως αυτά προκύπταν από τα κοινώς παραδεκτά και μη αμφισβητηθέντα γεγονότα, καταλήγω στα επιπρόσθετα τελικά ευρήματα: Ενώ ο κατηγορούμενος κινείτο με την μοτοσυκλέτα του στη Λεωφ. Στροβόλου, χωρίς να έχει φέρει προσδεδεμένο κράνος στο κεφάλι του, ο ΜΚ1, ο οποίος επέβαινε στην υπηρεσιακή του μοτοσικλέτα, του ανέκοψε την πορεία, κινούμενος μπροστά από τη μοτοσικλέτα του, με αποτέλεσμα αυτός (ο κατηγορούμενος) να χάσει τον έλεγχο της, να χτυπήσει στο πεζοδρόμιο και να πέσει στο έδαφος. Συνεπεία του τρόπου που ενήργησε ο ΜΚ1, ο κατηγορούμενος φώναξε «εν να μας σκοτώσεις ρε». Ο ΜΚ1, αντιδρώντας στα λεγόμενα του κατηγορούμενου, κατέβηκε από την υπηρεσιακή του μοτοσικλέτα και άρχισε να τον κτυπά με το υπηρεσιακό του ρόπαλο, χωρίς, ο τελευταίος, να φέρει οιανδήποτε αντίσταση προς τον ΜΚ
  2. Ακολούθως, και αφού τον ακινητοποίησε στο έδαφος, γονάτισε πάνω στον αριστερό του αγκώνα και του φόρεσε τις χειροπέδες πισθάγκωνα. Έπειτα, στο σημείο κατέφθασε και ο ΜΚ
  3. Πέραν της όποιας λεκτικής αντίδρασης του κατηγορούμενου, καμία άλλη αντίσταση δεν έφερε στο όλο επεισόδιο. Έπειτα μεταφέρθηκε σε Αστυνομικό Σταθμό και του ζητήθηκε να δώσει δείγμα σάλιου για σκοπούς προκαταρτικής εξέτασης ναρκωτικών. Επειδή, ζητούσε επίμονα να τον μεταφέρουν σε ιατρό για να εξεταστεί, κάτι το οποίο μέχρι εκείνη την ώρα δεν είχε γίνει, αποφάσισε να μην παράσχει το δείγμα που του ζητείτο και ως εκ τούτου αρνήθηκε. Ζ. ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ Στην βάση της ανωτέρω αξιολόγησης αλλά και ευρημάτων μου, ως προκύπτουν από τα εκεί γραφόμενα μου, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στις κατηγορίες 4, 6, 7 και 8, ενώ αναφορικά με την 3η κατηγορία κρίνω ότι η σχετική παραδοχή του κατηγορούμενου επαρκεί για να κριθεί τούτος ένοχος, καθότι ανεξαρτήτως της πικρίας ή και των αισθημάτων που τον διακάτεχαν, τη δεδομένη στιγμή που του ζητήθηκε η παροχή δείγματος, τούτος επί σκοπό αρνήθηκε να το παράσχει. Όσον αφορά στην κρίση περί μη απόδειξης της ενοχής του κατηγορούμενου στις κατηγορίες 4, 6, 7 και 8, υπενθυμίζω ότι στη βάση της αποδεκτής ενώπιον μου μαρτυρίας, ο κατηγορούμενος δεν προκύπτει να εξύβρισε, να απείλησε ή να αντιστάθηκε -παρεμπόδισε τον ΜΚ1 κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του ήτοι, να τον συλλάβει. Υπενθυμίζω ότι, όπως παρατήρησε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πικής «.αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό. Δεν αποδεικνύει τίποτε.». Πρόσθεσε δε, ότι εφόσον ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος η εκδοχή του απορρίπτεται έστω και αν πιθανολογείται ως ορθή[5]. Παραπέμπω, επίσης, στα όσα είπε και ο Δικαστής κ. Χρυσοστομής. στην υπόθεση Νικήτα v. Medcon Construction Limited κ.ά.

(1997)1 ΑΑΔ 643: «. Το δικαστήριο εξάγει τα ευρήματά του και τα συμπεράσματά του από τη μαρτυρία που αποδέχεται σαν αξιόπιστη και η μαρτυρία που απορρίπτεται σαν αναξιόπιστη δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση ή να συνυπολογίζεται με αξιόπιστη και αποδεκτή μαρτυρία για την εξαγωγή πρωτογενών ευρημάτων και συμπερασμάτων..» Κατά συνέπεια ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 4, 6, 7 και 8 και κρίνεται ένοχος στην 3η κατηγορία. Ενόψει της πιο πάνω κρίσης μου και με δεδομένο ότι επί τις πλείστες κατηγορίες που διεξήχθη ακροαματική διαδικασία, ο κατηγορούμενος αθωώθηκε, κρίνω όπως τα έξοδα να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) Π. Σαββίδης, Προσ. Ε. Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ο περί Οδικής Ασφάλειας Νόμος του 1986 (174/1986)- Αρ. 11Γ [Προκαταρκτικές εξετάσεις και εργαστηριακή εξέταση] -11Γ
(7)
(7)Πρόσωπο το οποίο αρνείται ή αποφεύγει να μεταβεί με βάση τις διατάξεις του εδαφίου
(5)στον καθοριζόμενο αστυνομικό σταθμό ή αρνείται ή αποφεύγει με οποιοδήποτε τρόπο να δώσει δείγμα σάλιου για προκαταρκτική ή εργαστηριακή εξέταση όταν αυτό του ζητηθεί με βάση τις διατάξεις του παρόντος άρθρου διαπράττει ποινικό αδίκημα [2] βλ. κατ΄ αναλογίαν, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501, Γιαννίδης v. Αστυνομίας, Ποιν.Εφ.7007
(2002)2 Α.Α.Δ. 143. [3] Βλ. Παραδεκτά γεγονότα. [4] Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρας
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Βούτουνος v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 71 και Ευαγγέλου v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 371. [5] Βλ. Αθανασίου κ.ά. v. Κουνούνη
(1977)1 ΑΑΔ 614 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.