Δημοκρατία ν. Μ., Ποιν. Υπόθεση: 698/22, 7/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2023:5 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Χ. B. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ. Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Ποιν. Υπόθεση: 698/22 Δημοκρατία Κατηγορούσα Αρχή ν. [ ] Μ. Κατηγορούμενου 7 Απριλίου 2023 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Κ. Κυθραιώτου για Γενικόν Εισαγγελέα Για Κατηγορούμενο: κ. Γ. Καζαντζής Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής σε οκτώ συνολικά κατηγορίες και συγκεκριμένα σε: · Μια κατηγορία για στέρηση της ελευθερίας προσώπου κατά παράβαση του άρθρου 250 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (Κατηγορία 2). · Μια κατηγορία για απειλή κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Κεφ.154 (Κατηγορία 3). · Δύο κατηγορίες για παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία κατά παράβαση του άρθρου 122(β) του Κεφ.154 (Κατηγορίες 4,5). · Μια κατηγορία για κοινή επίθεση κατά παράβαση του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Ν.119(Ι)/2000 (Κατηγορία 6). · Δύο κατηγορίες για επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ.154 (Κατηγορίες 7,12) · Μια κατηγορία για άσκηση ψυχολογικής βίας κατά παράβαση του άρθρου 6 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Ν.115(Ι)2021 (Κατηγορία 8) Α. Γεγονότα Τα εκτεθέντα από την Κατηγορούσα Αρχή γεγονότα έχουν ως ακολούθως:
- H Μ.X. (στο εξής καλούμενη «Παραπονούμενη») γεννηθείσα στις [ ], εργάζεται ως γυμνάστρια και διατηρεί το δικό της στούντιο πιλάτες. Είναι διαζευγμένη και από το γάμο της απέκτησε μία θυγατέρα, η οποία σήμερα είναι ηλικίας 16 ετών.
- Τον Μάρτιο του 2021, η Παραπονούμενη γνώρισε τον Κατηγορούμενο σε διαδηλώσεις που γίνονταν κατά των εμβολίων του κορωνοϊού και έγιναν φίλοι. Τον Ιούνιο του 2021 συνήψαν δεσμό.
- Τον Ιούλιο του 2021, η Παραπονούμενη, μέσω ενός κοινού τους φίλου, ανακάλυψε ότι ο Κατηγορούμενος τής είχε αποκρύψει ότι ήταν παντρεμένος και ως εκ τούτου του ζήτησε να διακόψουν τον δεσμό τους. Κατόπιν όμως διαβεβαιώσεων του Κατηγορούμενου ότι ήταν πλέον σε διάσταση και θα προχωρούσε σε διαζύγιο, η Παραπονούμενη αποδέχτηκε να είναι ξανά μαζί και από τα μέσα Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους συγκατοικούσαν στο διαμέρισμα της.
- Ο Κατηγορούμενος ανέκαθεν επεδείκνυε μία ναρκισσιστική και αντικοινωνική συμπεριφορά. Διακατεχόταν από μία μεγαλειώδη αίσθηση σημαντικότητας του εαυτού του και από ανάγκη θαυμασμού προς το πρόσωπο του, ενώ ήταν απρόθυμος να αναγνωρίσει τα αισθήματα και τις ανάγκες των άλλων. Μέσα στο πλαίσιο αυτής της ναρκισσιστικής του συμπεριφοράς προέβαινε σε ψευδείς αναφορές προς τους άλλους (συμπεριλαμβανομένης και της Παραπονούμενης), όπως ότι ήταν ιατρός με πολλές ειδικότητες. Στην προσπάθεια του επίσης να δικαιολογήσει τη μη εγγραφή του στον Ιατρικό Σύλλογο στην Κύπρο, ανέφερε ότι αυτό οφειλόταν στον "πόλεμο" που δεχόταν από πολλούς λόγω των δικών του πεποιθήσεων για τα εμβόλια του κορωνοϊού. Επεδείκνυε επίσης αλαζονικές και υπεροπτικές συμπεριφορές, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την υποτίμηση άλλων προσώπων. Ανάλογη ήταν η συμπεριφορά του και προς την Παραπονούμενη. Από τον Ιούλιο του 2021 μέχρι και την καταγγελία της Παραπονούμενης κατά τον Ιανουάριο του 2022, ο Κατηγορούμενος εξύβριζε την Παραπονούμενη και κατέφευγε σε υποτιμητικά για το πρόσωπο της σχόλια. Την αποκαλούσε «σκατοχαρακτήρα», «δειλή», «πουτάνα» και τής έλεγε ότι η ίδια χρειάζεται ψυχολογική στήριξη. Επίσης, την μείωνε ως άτομο υποτιμώντας τη νοημοσύνη της και τις επαγγελματικές τις ικανότητες. Για παράδειγμα, τής έλεγε «Εγώ είμαι πιο μορφωμένος σου τζιαι πιο έξυπνος σου τζιαι πρέπει να με ακούεις τζιαι να κάμνεις ό,τι σου λαλώ», ότι δεν κάνει αγώνα να διορθώσει τον «σκατοχαρακτήρα» της και να αποκτήσει περισσότερα εισοδήματα από τη δουλειά της. Όλα τα πιο πάνω είχαν ως αποτέλεσμα να πλήξουν σοβαρά την ψυχολογική ακεραιότητα της Παραπονούμενης. Της δημιούργησαν θλίψη και στεναχώρια, ενώ παράλληλα την οδήγησαν στο σημείο να νιώθει ανεπαρκής και ανίκανη. Επίσης πάθαινε κρίσεις πανικού, με αποτέλεσμα να έχει ταχυκαρδίες και δύσπνοια (Κατηγορία 8).
- H αντικοινωνική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, η οποία εκφραζόταν με ευερεθιστότητα και επιθετικότητα, τον οδήγησε να προβεί και σε επιθέσεις εναντίον της Παραπονούμενης, ως κατωτέρω αναφέρεται.
- Ένα βράδυ, μεταξύ της 1ης και 18ης Σεπτεμβρίου 2021, η Παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος είχαν έντονη συζήτηση λόγω της επιμονής του να μάθει την ταυτότητα του προσώπου που αποκάλυψε στην Παραπονούμενη ότι ήταν παντρεμένος. Ενόψει του πιο πάνω τσακωμού, και ενώ βρίσκονταν στο διαμέρισμα της Παραπονούμενης με φιλικό τους ζευγάρι, η Παραπονούμενη ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να μαζέψει τα πράγματα του και να αποχωρήσει από την οικία της. Ο Κατηγορούμενος τότε εκνευρίστηκε και άρχισε να της φωνάζει και να τη βρίζει. Σε κάποια στιγμή, ενώ η Παραπονούμενη στεκόταν, ο Κατηγορούμενος την έσπρωξε με τα δύο του χέρια στο στήθος, με αποτέλεσμα η Παραπονούμενη να πέσει στον καναπέ. Στη συνέχεια, την τράβηξε από τα πόδια με αποτέλεσμα η Παραπονούμενη να πέσει στο έδαφος. Τότε ο Κατηγορούμενος σήκωσε το χέρι του ψηλά για να την κτυπήσει αλλά τα δύο άλλα πρόσωπα τον απέτρεψαν με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος ακολούθως να φύγει από το διαμέρισμα (Κατηγορία 6).
- Το πιο πάνω περιστατικό οδήγησε εκ νέου στη ρήξη της σχέσης τους, όμως γρήγορα υπήρξε επανασύνδεση τους αφού ο Κατηγορούμενος υποσχέθηκε στην Παραπονούμενη ότι δεν θα επαναλάμβανε τέτοια συμπεριφορά.
- Μία νύχτα, εντός του Δεκεμβρίου 2021, ενώ η Παραπονούμενη με τον Κατηγορούμενο βρίσκονταν στο καθιστικό του διαμερίσματος της, ο Κατηγορούμενος, για ακόμη μια φορά, άρχισε να προβαίνει σε υποτιμητικά σχόλια για αυτήν. Σε κάποια στιγμή, και ενώ η Παραπονούμενη ήταν όρθια, την άρπαξε με τα δύο του χέρια από τον λαιμό και την έσπρωξε πάνω στον καναπέ, με αποτέλεσμα αυτή να κτυπήσει το κεφάλι της στον τοίχο. Από το κτύπημα, προκλήθηκε στο πίσω μέρος της κεφαλής της σκληρό πρήξιμο-εξόγκωμα (καρούμπαλο), το οποίο είχε για μέρες. Αμέσως μετά η παραπονούμενη έτρεξε και εξήλθε του διαμερίσματος της. Κατόπιν όμως παράκλησης του Κατηγορούμενου, η παραπονούμενη δέχτηκε να τον συναντήσει και να συνεχίσουν τη σχέση τους (Κατηγορία 7).
- Στις 19.1.22, η Παραπονούμενη ετοιμαζόταν να μεταβεί στο στούντιο της για να εργαστεί. Το ίδιο θα έπραττε και ο Κατηγορούμενος, ο οποίος στον τότε χρόνο περιοδικά εργαζόταν και αυτός ως γυμναστής εκεί. Επειδή η παραπονούμενη του ζήτησε όπως μην καθυστερήσει στο μάθημα που εκείνος είχε, αυτός εκνευρίστηκε και αποχώρησε θυμωμένος. Η Παραπονούμενη τότε μετέβη στο στούντιο της και αφού ολοκλήρωσε τα μαθήματα που είχε, αποφάσισε όπως διανυχτερεύσει εκεί, φοβούμενη για τη σωματική της ακεραιότητα σε περίπτωση που η ίδια επέστρεφε σπίτι. Την επόμενη μέρα, ήτοι στις 20.1.22, η Παραπονούμενη, αφού έκανε τα μαθήματα πιλάτες που είχε το πρωί, μετέβη στο διαμέρισμα της κατά το μεσημέρι. Κατά την άφιξη της εκεί, αντιλήφθηκε ότι ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στο υπνοδωμάτιο και ως εκ τούτου η ίδια προτίμησε να ξεκουραστεί στο καθιστικό. Μετά από κάποιο διάστημα ήρθε και ο Κατηγορούμενος στο καθιστικό και άρχισε, για ακόμη μια φορά, να της φέρεται υποτιμητικά, λέγοντας της για παράδειγμα ότι δεν κάνει οτιδήποτε η ίδια για να βελτιώσει την οικονομική τους κατάσταση και την ποιότητα της ζωής τους. Σε κάποια στιγμή που η Παραπονούμενη ήταν όρθια, ο Κατηγορούμενος την άρπαξε από πίσω, έκλεισε σφιχτά με το ένα του χέρι τη μύτη και το στόμα της, γέρνοντας της πίσω το κεφάλι. Η Παραπονούμενη, η οποία φοβήθηκε και πανικοβλήθηκε επειδή δεν μπορούσε να αναπνεύσει, προσπαθούσε με κινήσεις να ξεφύγει από τον Κατηγορούμενο ο οποίος, καθ΄ όλη αυτή τη διάρκεια, επίμονα ρωτούσε την Παραπονούμενη αν είναι πρόθυμη να τον ακούσει. Σε κάποια στιγμή που αυτός χαλάρωσε λίγο το χέρι του και η Παραπονούμενη κατόρθωσε να του απαντήσει καταφατικά, τότε την άφησε. Αποτέλεσμα της πιο πάνω επίθεσης του Κατηγορούμενου ήταν να δημιουργηθούν στην Παραπονούμενη εκδορές και ερυθρότητα περιστοματικά και στον τράχηλο (Κατηγορία 12). Αφού άφησε την Παραπονούμενη ο Κατηγορούμενος, έχοντας πρόθεση να μην μπορεί αυτή να φύγει από το διαμέρισμα, κλείδωσε την πόρτα του διαμερίσματος πιάνοντας τη τσάντα και το κινητό της τηλέφωνο, με αποτέλεσμα η Παραπονούμενη να μην μπορεί να διαφύγει ούτε να καλέσει σε βοήθεια. Εκείνη τη στιγμή, κανένα άλλο πρόσωπο δεν γνώριζε που βρισκόταν η Παραπονούμενη (Κατηγορία 2). Σε κάποια στιγμή, η Παραπονούμενη ζήτησε από τον Κατηγορούμενο το κινητό της τηλέφωνο προφασιζόμενη ότι έπρεπε να ενημερώσει τις πελάτισσες της ότι θα ακύρωνε τα μαθήματα που είχε το απόγευμα. Ο Κατηγορούμενος της το έδωσε και κατ' αυτόν τον τρόπο η Παραπονούμενη κατάφερε χωρίς να την αντιληφθεί ο Κατηγορούμενος να ειδοποιήσει μέσω γραπτών μηνυμάτων την κόρη της και φίλες της ότι ήθελε να βοήθεια για να καλέσουν την Αστυνομία. Αφού τα εν λόγω πρόσωπα έλαβαν τα μηνύματα από την Παραπονούμενη, ειδοποίησαν την Αστυνομία, η οποία μετέβη στο μέρος. Ακριβώς πριν τα μέλη της Αστυνομίας κτυπήσουν την πόρτα του διαμερίσματος, ο Κατηγορούμενος είχε αρχίσει εκ νέου να γίνεται βίαιος προς την Παραπονούμενη αφού σήκωσε το χέρι του στον αέρα λέγοντας της δυνατά και με άγριο τρόπο: "Θωρείς το σιέρι μου αν κατεβεί τζιαι δώκω σου την εν να σε λύσω", με αποτέλεσμα η Παραπονούμενη να τρομοκρατηθεί (Κατηγορία 3). Ήταν εκείνη τη στιγμή που η Αστυνομία, ακούοντας τα πιο πάνω, κτύπησε δυνατά την πόρτα του διαμερίσματος και αμέσως η Παραπονούμενη, έχοντας πλέον την ευκαιρία να ξεφύγει από τον Κατηγορούμενο, άνοιξε την πόρτα και κλαίοντας απομακρύνθηκε τρέχοντας από το μέρος με τη συνοδεία της Αστυνομίας. Παρά την απομάκρυνση της Παραπονούμενης από το μέρος, ο Κατηγορούμενος εξακολουθούσε να βρίσκεται σε έξαλλη κατάσταση και να επιδεικνύει έναντι των αστυνομικών που βρίσκονταν μαζί του απρεπή συμπεριφορά. Ο Κατηγορούμενος τους ζητούσε επιτακτικά να φύγουν και τους έδινε στρατιωτικά παραγγέλματα, λέγοντας τους "χωρίς τη στολή είσαι ένα τίποτε και εν να τα πούμε εμείς οι δύο προσωπικά στο Δικαστήριο". Εν τέλει η Παραπονούμενη με τη συνοδεία μελών της Αστυνομίας μετέβη στην Αστυνομία για να καταγγείλει την υπόθεση, αφήνοντας εκεί τον Κατηγορούμενο.
- Ακολούθως την ίδια ημέρα, ο Κατηγορούμενος, με σκοπό να παρεμποδίσει την αστυνομική έρευνα που διεξαγόταν, άρχισε να στέλλει στο κινητό τηλέφωνο της Παραπονούμενης μηνύματα, με σκοπό να της προκαλέσει τύψεις ώστε να την αποτρέψει από το να προβεί σε καταγγελία εναντίον του. Μεταξύ άλλων της έγραψε: "Eγώ δεν πάω Αστυνομία να πω από τι υποφέρω και πόσες φορές κόντεψα να μείνω στον τόπο. Γτ? Γτ σέβομαι το μωρό σου και τη ζωή σου, δεν καταστρέφω ζωές όπως εσύ κάνεις τώρα", "H μόνη χάρη που σου ζητώ μην με εμποδίσεις ή μου κάνεις πρόβλημα με το πιο ιερό άτομο που έχω στη ζωή μου. Το μωρό μου και τη μάνα μου, εάν σου έχει απομείνει λίγη ανθρωπιά πάνω σου σεβάστου μόνο αυτούς τους δύο και όχι εμένα. Ξέρεις τι εννοώ" (Κατηγορία 4).
- Την επόμενη μέρα, ήτοι στις 21.1.22, ο Κατηγορούμενος επικοινώνησε τηλεφωνικώς με ένα κοινό τους φίλο, (τον Χ.Α.), ζητώντας του να επικοινωνήσει με την Παραπονούμενη για να την "ψαρέψει" και να την πείσει να αποσύρει την καταγγελία στην οποία είχε προβεί εναντίον του (Κατηγορία 5).
- Στις 22.1.22 o Κατηγορούμενος συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος.
- H πιο πάνω συμπεριφορά του Κατηγορούμενου είχε προκαλέσει στην Παραπονούμενη φόβο. Ακόμη και μετά τη σύλληψη του, η Παραπονούμενη φοβόταν να κυκλοφορήσει μόνη της νιώθοντας φόβο ότι μπορεί ο Κατηγορούμενος να έβαζε κάποιο άλλο άτομο να της κάνει κακό.
- Κατά τη διάρκεια της διερεύνησης της υπόθεσης, λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο ανακριτική κατάθεση, κατά την οποία άσκησε το δικαίωμα σιωπής.
- Ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Β. Αγόρευση προς Μετριασμό Ο κ. Καζαντζής αγορεύοντας ζήτησε όπως ληφθεί υπόψιν προς όφελος του Κατηγορούμενου η μετά την τροποποίηση του κατηγορητηρίου παραδοχή του την οποία κάλεσε το Δικαστήριο να προσμετρήσει υπό τις περιστάσεις ως άμεση, η μεταμέλεια και απολογία του, καθώς και το λευκό του ποινικό μητρώο. Επίσης αναφέρθηκε στις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων αφενός εισηγούμενος πως ο Κατηγορούμενος παρά την αξιόμεμπτη συμπεριφορά του ουδέποτε πίεσε την Παραπονούμενη να παραμείνει ή να επανέλθει στη σχέση τους κατά τις περιόδους όπου υπήρξε διακοπή και αφετέρου επισημαίνοντας πως δεν υπάρχει μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι οι σωματικές βλάβες που υπέστη η Παραπονούμενη ήταν σοβαρές, αλλά αντίθετα φαίνεται να ήταν επιπόλαιες και παροδικές. Αναφορικά δε με το αδίκημα της άσκησης ψυχολογικής βίας υποστήριξε ότι με εξαίρεση τα γεγονότα της 20.1.22, για τα λοιπά που συνθέτουν την εν λόγω κατηγορία, υπήρξε στην πράξη "συγχώρεση", ενώ υποστήριξε περαιτέρω πως δεν υπήρξε μαρτυρία ψυχολόγου ή ψυχιάτρου που να εκτιμά το βαθμό στον οποίο επλήγη η ψυχολογική ακεραιότητα της Παραπονούμενης. Ως προς τις ενέργειες του οι οποίες στοιχειοθετούν τα αδικήματα της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία, υποστήριξε ότι αυτές εμπεριέχουν το στοιχείο της μεταμέλειας και απολογίας και όχι των απειλών και πως με αυτά στην ουσία παρακαλούσε την Παραπονούμενη με ευγενικό τρόπο, εκφράζοντας προς αυτήν τα αισθήματα του ομολογώντας παράλληλα και τα αδικήματα του. Ως προς το αδίκημα του περιορισμού της ελευθερίας της τόνισε πως επρόκειτο για ολιγόλεπτη στέρηση της ελευθερίας της με απώτερο σκοπό να την κάνει να τον ακούσει, ενώ παράλληλα ο κ. Καζαντζής υποστήριξε πως κατά τη διάρκεια του περιορισμού ο Κατηγορούμενος συζητούσε ήρεμα μαζί της και ότι της έδωσε και το τηλέφωνο της για να ειδοποιήσει τις πελάτισσες της και πράγματι απέστειλε μηνύματα και είχε τηλεφωνικές επικοινωνίες. Πέραν των ανωτέρω κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψιν και τις προσωπικές του περιστάσεις, με ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι πρόκειται για διαζευγμένο και πατέρα ενός ανήλικου παιδιού, ο οποίος από το 2015 έχει διαγνωσθεί με ψυχιατρικά προβλήματα τα οποία έχουν στην πορεία επιδεινωθεί. Γ. Νομική Πτυχή Η σοβαρότητα όλων των αδικημάτων εμφαίνεται κατ' αρχάς από τις προβλεπόμενες στον νόμο ποινές. Το αδίκημα του περιορισμού της ελευθερίας κατά παράβαση του άρθρου 250 του Κεφ.154 που είναι και το σοβαρότερο (από απόψεως προβλεπόμενης ποινής), τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι και 7 έτη. Το αδίκημα της άσκησης ψυχολογικής βίας κατά παράβαση του άρθρου 6 του Ν.115(Ι)/2021 επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι 5 έτη ή χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €10.000 ή και τις δύο αυτές ποινές, ενώ το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ.154 επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι 3 έτη. Με ανώτατο όριο φυλάκισης τα 3 έτη φυλάκισης τιμωρείται και το αδίκημα της απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Κεφ.154 αλλά και το αδίκημα της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία κατά παράβαση του άρθρου 122(β) του Κεφ.
- Για το δε αδίκημα της κοινής επίθεσης, όταν αυτό διαπράττεται από ένα μέλος της οικογένειας κατά άλλου εν τη εννοία των προνοιών του Ν.119(Ι)/2000, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 2 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €1.708 (Λ.Κ.1.000) ή και οι δύο ποινές. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο το έργο επιμέτρησης της ποινής και παράλληλα σημαντικό στοιχείο που λαμβάνεται υπόψιν κατά τη διεργασία αυτή. Παράλληλα όμως η σοβαρότητα αναδύεται και από την ίδια τη φύση των αδικημάτων. Με τη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 250 του Κεφ.154 που ενέχει το στοιχείο του περιορισμού της ελευθερίας, καταρρακώνεται το δικαίωμα του ατόμου να επιλέγει και να ορίζει τις κινήσεις του και παραβιάζεται έτσι και το αντίστοιχο συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα της ελευθερίας και της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου. Βέβαια ο Κατηγορούμενος, πέραν αυτού αντιμετωπίζει και άλλα αδικήματα, τα οποία ενέχουν το στοιχείο της βίας, μεταξύ των οποίων και αδίκημα που εδράζεται στον περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Ν.115(Ι)2021, καθώς και στον περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Ν.119(Ι)/
- Τούτου δοθέντος τονίζουμε ότι ως έχει νομολογηθεί η σοβαρότητα της βίας υπό οποιαδήποτε έκφανση της (ψυχική ή σωματική), είναι αυτόδηλη όταν αυτή ασκείται κατά μελών της ίδιας οικογένειας αφού τέτοια εγκλήματα «.τείνουν να πλήξουν τη συνοχή της οικογένειας και την υπόσταση των μελών της. Χρήση βίας από το σύζυγο κατά της συζύγου του αποτελεί ιδιαίτερη πτυχή εγκλημάτων βίας στην οικογένεια, τα οποία έχουν ως γενεσιουργό αιτία τη χρήση βίας ως μέσο επιβολής της θέλησης του συζύγου επί της συζύγου του και την κυριαρχία του στην οικογένεια, με έρεισμα τη σωματική του δύναμη. Η βία αντικαθιστά το λόγο και η ισχύς τη λογική. Εξαρθρώνεται το κλίμα ισότητας που πρέπει να χαρακτηρίζει τις σχέσεις των συζύγων - (βλ. Κούλλουρος ν. Κούλλουρου & Άλλου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.50). Η άσκηση βίας από το σύζυγο εις βάρος της συζύγου του αποτελεί ανάθεμα για τις συζυγικές σχέσεις και πλήττει τον πυρήνα της οικογένειας. Τέτοια συμπεριφορά δε γίνεται ανεκτή. Πρέπει να εκριζωθεί από την οικογένεια.» (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Γεωργίου
(2002)2 Α.Α.Δ.464). Στα πιο πάνω θα πρέπει αναμφίβολα να προστεθεί και η κατ' επανάληψιν διαπιστωθείσα ανησυχητική τάση που παρουσιάζεται στη διάπραξη αδικημάτων που γενικά ενέχουν το στοιχείο της βίας, διαπίστωση στην οποία και εμείς δυστυχώς οδηγούμαστε, αντλώντας δικαστική γνώση από τον αριθμό υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιον μας και που στην συντριπτική τους πλειοψηφία αφορούν αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της ηθελημένης χρήσης βίας. Έχει δε υποδειχθεί ότι τέτοιας φύσεως αδικήματα «τα οποία διαπράττονται με απαράδεκτα μεγάλη συχνότητα και τα οποία ενέχουν το στοιχείο της αυθαιρεσίας, της αυτοδικίας και της βίαιης επιθετικότητας έναντι συνανθρώπου, η οποία συνιστά παράλληλα βάναυση προσβολή της προσωπικότητας του, θα πρέπει να τιμωρούνται αυστηρά και αποτρεπτικά, ιδιαίτερα όταν δεν ακολουθεί έμπρακτη μεταμέλεια.» (βλ. Αστυνομία ν. Μιχαήλ, Ποιν. Έφ.78/19, ημερ. 15.10.20 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ.221/17, ημερ. 15.10.19 και Αστυνομία ν. Καλλιτσιώνη κ.ά., Ποιν. Έφ.223/18 κ.ά., ημερ.27.11.19). Σε συνέχεια και σε συνάφεια με τα πιο πάνω θα πρέπει να σημειώσουμε πως, λόγω της αμείωτης συχνότητας περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας και βίας κατά γυναικών και παρά την ύπαρξη οποιωνδήποτε άλλων νομοθετημάτων, κατέστη αναγκαία η σύναψη ειδικής Σύμβασης στα πλαίσια του Συμβουλίου της Ευρώπης κατά το 2011. Την οποία η Δημοκρατία κύρωσε με τον Ν.14(ΙΙΙ)/2017 και θέσπισε τον ειδικό εφαρμοστικό Ν.115(Ι)21 σε μια προσπάθεια καταπολέμησης τέτοιων αδικημάτων επειδή ακριβώς οι γυναίκες συχνά εκτίθενται σε επαχθείς μορφές βίας όπως η ενδοοικογενειακή, η ψυχολογική και άλλες (ως παρατίθεται στο προοίμιο του κυρωτικού Νόμου). Όσον αφορά το αδίκημα της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά αφού είναι προφανείς οι κίνδυνοι από τη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων. Το κύρος της δικαιοσύνης πλήττεται ανεπανόρθωτα από τέτοιες συμπεριφορές, πράγμα το οποίο αναπόφευκτα καθιστά αναγκαία την επιβολή αποτρεπτικών ποινών για την πάταξη τέτοιων φαινομένων έτσι ώστε να αποστέλλεται ξεκάθαρα μήνυμα μηδενικής ανοχής. Η σοβαρότητα της παρούσας υπόθεσης όμως είναι εμφανής και από το σύνολο των εκτεθέντων γεγονότων. Μέσα από αυτά αναδύεται μια επαναλαμβανόμενη χειριστική και κακοποιητική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου που ενέχει στοιχεία ψυχολογικής, καθώς και σωματικής βίας ή επαπειλούμενης χρήσης της. Βία η οποία παρουσιάζεται με ποικιλόμορφες εκφάνσεις, για μια όχι αμελητέα περίοδο, ήτοι από τον Ιούλιο του 2021 μέχρι και τον Ιανουάριο του 2022, όπως άλλωστε μαρτυρούν και οι λεπτομέρειες των αδικημάτων που διέπραξε. Η προαναφερθείσα σοβαρότητα της υπόθεσης εντείνεται αν αναλογιστεί κάποιος ότι από τον Σεπτέμβριο του 2021 η Παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος συμβίωναν στο διαμέρισμα της, το οποίο αντί να αποτελεί το καταφύγιο της, αποτελούσε το μέρος όπου υφίστατο κατ' επανάληψη τόσο ψυχολογική όσο και σωματική βία από τον άνθρωπο με τον οποίο συμβίωνε. Κατάσταση η οποία την οδήγησε μάλιστα στο σημείο να διαμείνει στο χώρο εργασίας της ένα βράδυ ένεκα του φόβου που αισθανόταν για να επιστρέψει στο διαμέρισμα της όπου βρισκόταν ο Κατηγορούμενος. Εξ ου και σύμφωνα με τα γεγονότα η επίδειξη αυτής της συμπεριφοράς από πλευράς Κατηγορούμενου κατ' επανάληψη έπληξε σοβαρά τη ψυχολογική της ακεραιότητα, της δημιούργησε θλίψη και στεναχώρια κάνοντας την να αισθάνεται ανεπαρκής και ανίκανη, αλλά και να βιώνει κρίσεις πανικού με συνοδό ταχυκαρδία και δύσπνοια. Υποστήριξε ο συνήγορος του Κατηγορούμενου πως η Παραπονούμενη εν πολλοίς από δική της επιλογή παρέμενε σε σχέση μαζί με τον Κατηγορούμενο. Το σκεπτικό του περιστράφηκε γύρω από το ότι η Παραπονούμενη δεν εξαρτάτο οικονομικά από αυτόν, ότι η ίδια δεν ήταν αναγκασμένη να συνεχίσει τη σχέση της με τον Κατηγορούμενο, ότι αυτός παρά τη συμπεριφορά που επέδειξε δεν την ανάγκασε ούτε την πίεσε να παραμείνει στη σχέση τους ή να επανέλθει σε αυτήν μετά την κατά διαστήματα διακοπή της και ότι εν τέλει η σχέση τους ήταν απλά ένας σύντομος προβληματικός δεσμός. Η εισήγηση αυτή δεν μας βρίσκει καθόλου σύμφωνους. Όχι διότι πράγματι ο Κατηγορούμενος εξανάγκαζε την Παραπονούμενη να παραμένει μαζί του αλλά επειδή θεωρούμε ότι η σχετική εισήγηση της υπεράσπισης αποτελεί, μια υπεραπλουστευμένη θεώρηση των πραγμάτων, που παραγνωρίζει πλήρως την πραγματική διάσταση τους. Η οποία δεν είναι άλλη από το γεγονός ότι κατ' αρχάς ήταν ο ίδιος ο Κατηγορούμενος αυτός ο οποίος με υποσχέσεις, που προφανώς δεν ήταν σε θέση να τηρήσει, την έπειθε κάθε φορά να επανέλθει στη σχέση τους. Περαιτέρω η επιστροφή της δεν μπορεί να ιδωθεί, υπό τις περιστάσεις, ασύνδετα από τη χειριστική και ναρκισσιστική συμπεριφορά που επεδείκνυε έναντι της, μέσω της οποίας ο Κατηγορούμενος επιτύγχανε να εξυψώνει τον εαυτό του και να μειώνει την ίδια κάνοντας την να αισθάνεται ανεπαρκής και ανίκανη και καταφέρνοντας έτσι να κάμπτει τις αντιστάσεις της αλλά και να εκμεταλλεύεται τις αδυναμίες της, τις οποίες εν πολλοίς ο ίδιος υπέθαλπε με την εν λόγω συμπεριφορά του. Εν πάση δε περιπτώσει η υπόθεση δεν οδηγήθηκε στο δικαστήριο επειδή απλά απέτυχε ο ερωτικός δεσμός δύο προσώπων αλλά λόγω της εγκληματικής συμπεριφοράς του ενός εκ των δύο κατά τη διάρκεια της σχέσης. Ασφαλώς η ψυχολογία ή οι εσωτερικές δυνάμεις κάθε ανθρώπινου πλάσματος είναι διαφορετικές και δεν υπάρχουν προκαθορισμένοι ή άκαμπτοι κανόνες ως προς το πώς αντιδρά ή αντιστέκεται σε μια τέτοιου είδους κακοποιητική συμπεριφορά σε μια σχέση, στην οποία συνήθως μάλιστα εναποθέτει κάποιες ελπίδες χάριν των οποίων δίδει κάποτε και κάποιες ευκαιρίες αναλόγως των αισθημάτων του και των αντοχών του. Σε κάθε δε περίπτωση δεν αναμένεται από τον θύτη να αποδίδει στο θύμα ευθύνη επί τω ότι δεν απομακρύνθηκε ή δεν απεγκλωβίστηκε νωρίτερα. Ως ιδιαίτερα επιβαρυντικό στοιχείο λοιπόν προσμετρούμε τον επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα της κακοποιητικής του συμπεριφοράς και δη τον αριθμό αλλά και τον συνδυασμό των αδικημάτων που διέπραξε. Πέραν δε της άσκησης λεκτικής βίας, η αντικοινωνική του συμπεριφορά εκφραζόταν με ευερεθιστότητα και επιθετικότητα με αποτέλεσμα σε τρεις συνολικά περιπτώσεις να επιδείξει κλιμακωτά όλο και πιο βίαιη (σωματικά) συμπεριφορά έναντι της Παραπονούμενης προκαλώντας της μάλιστα και πραγματική σωματική βλάβη κατά τα δύο τελευταία περιστατικά. Το πρώτο εκ των τριών περιστατικών σωματικής βίας επεσυνέβη κατά τον Σεπτέμβριο του 2021 (κατηγορία 6) και αφορμή για αυτό στάθηκε η επιμονή του να λάβει την αναφερόμενη στα γεγονότα πληροφορία που επιζητούσε και την οποία η Παραπονούμενη αρνείτο να του δώσει, οπόταν ενώ η Παραπονούμενη βρισκόταν εντός του διαμερίσματος της και ενώπιον φιλικού ζεύγους την έσπρωξε με τα χέρια του στο στήθος της με αποτέλεσμα να πέσει στον καναπέ και ακολούθως την τράβηξε από τα πόδια οπόταν κατέληξε να πέσει στο έδαφος. Ακόμα και τότε όμως δεν σταμάτησε, αλλά επιχείρησε να την κτυπήσει με τα χέρια του, μέχρι που απετράπη τελικά από τα παριστάμενα άτομα. Παρά δε το ότι πρόκειται για περιστατικό χωρίς σωματική βλάβη, εντούτοις συνιστά άκρως επιβαρυντικό παράγοντα το γεγονός ότι η απαράδεκτη αυτή συμπεριφορά επιδείχθηκε ενώπιον τρίτων, γεγονός ιδιαίτερα σοβαρό αφού ως είναι νομολογημένο, η επίδειξη τέτοιας συμπεριφοράς στην παρουσία τρίτων συνθλίβει και καταρρακώνει έτι περαιτέρω την αξιοπρέπεια του ατόμου που υφίσταται την επίθεση προσδίδοντας στο όλο περιστατικό μια ιδιαίτερα επιβαρυντική χροιά (Ιωάννου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ.327). Δεν είναι ασύνδετο βεβαίως το γεγονός πως μετά το περιστατικό αυτό υπήρξε ρήξη στη σχέση τους, η οποία αποκαταστάθηκε κατόπιν συνήθων υποσχέσεων του Κατηγορούμενου ότι δεν θα επαναλάμβανε τέτοια συμπεριφορά. Η δεύτερη περίπτωση (Δεκέμβριος 2021) αφορούσε επίθεση που έλαβε χώρα και πάλιν στο διαμέρισμα της Παραπονούμενης, κατ' ιδίαν αυτή τη φορά. Τότε ο Κατηγορούμενος είχε αρπάξει την Παραπονούμενη από τον λαιμό και την έσπρωξε στον καναπέ με αποτέλεσμα αυτή τη φορά να υποστεί πραγματική σωματική βλάβη αφού χτύπησε το κεφάλι της στον τοίχο και υπέστη σκληρό πρήξιμο εξόγκωμα (καρούμπαλο) το οποίο είχε για μέρες (Κατηγορία 7). Η σχέση και πάλιν διακόπηκε για να συνεχίσει όμως ξανά κατόπιν νέων παρακλήσεων του Κατηγορούμενου. Κατά την τρίτη περίπτωση (κατηγορία 12) και πάλιν εξ ασήμαντης αφορμής ο Κατηγορούμενος θύμωσε με την Παραπονούμενη και ενδεικτικό του φόβου και της αγωνίας της για τη συμπεριφορά του ήταν η απόφαση της όπως μετά την εργασία της διαμείνει στο στούντιο όπου εργάζετο για να τον αποφύγει. Όταν την επομένη (20.1.22) το μεσημέρι μετέβη στο διαμέρισμα της, ο Κατηγορούμενος όχι μόνο της συμπεριφέρθηκε για άλλη μια φορά υποτιμητικά, αλλά της επιτέθηκε στη συνέχεια, αρπάζοντας την ενώ ήταν όρθια από πίσω και φράσσοντας σφιχτά με το ένα του χέρι τη μύτη και το στόμα της, σπρώχνοντας της το κεφάλι της προς τα πίσω. Οι πιο πάνω ενέργειες προκάλεσαν φόβο και πανικό στην Παραπονούμενη, η οποία δεν μπορούσε να αναπνεύσει και η οποία προσπαθούσε με κινήσεις να ξεφύγει από τον Κατηγορούμενο ο οποίος τη ρωτούσε κατ' επανάληψη αν είναι πρόθυμη να τον ακούσει, ερώτηση στην οποία του απάντησε καταφατικά μόλις ο Κατηγορούμενος χαλάρωσε λίγο το χέρι του. Χωρίς να παραβλέπεται ότι εν τέλει πέραν από τον φόβο και πανικό που της προκάλεσε, ο οποίος σίγουρα ήταν έντονος, δεν της προκλήθηκε σοβαρή σωματική βλάβη αλλά μόνο εκδορές και ερυθρότητα, εντούτοις η συμπεριφορά του δεν σταμάτησε εκεί. Ακολούθησε ο περιορισμός της ελευθερίας της αφού ο Κατηγορούμενος κλείδωσε την πόρτα αφαιρώντας της τη τσάντα και το κινητό της με προφανή στόχο τον οποίο και πέτυχε να μην μπορεί η Παραπονούμενη είτε να διαφύγει είτε να καλέσει βοήθεια ενώ κανένα άλλο πρόσωπο δεν γνώριζε πού βρισκόταν τη δεδομένη στιγμή, πράγμα που ενέτεινε τα συναισθήματα φόβου και πανικού που είχε προηγουμένως βιώσει. Ως προς τη θέση του συνηγόρου ότι ο Κατηγορούμενος της έδωσε το τηλέφωνο της και ότι μπόρεσε μάλιστα να επικοινωνήσει με άλλα πρόσωπα, σημειώνεται ότι και αυτή η θέση θεωρούμε πως διαστρεβλώνει τουλάχιστον εν μέρει τα πραγματικά δεδομένα, αφού πρώτον αυτό έγινε μετά την πάροδο κάποιου χρόνου και δεύτερο πρόθεση του, πράττοντας ως ανωτέρω, δεν ήταν να τής παράσχει γενική ευχέρεια επικοινωνίας, αλλά απλά την ευκαιρία να ειδοποιήσει τις πελάτισσες της ότι δεν θα μετέβαινε για το μάθημα που είχαν, ασχέτως αν η ίδια δραττόμενη της ευκαιρίας κατάφερε τελικώς να ειδοποιήσει μέσω οικείων της προσώπων την Αστυνομία. Εν ολίγοις δηλαδή και παρά τις προβληθείσες από πλευράς υπεράσπισης θέσεις η ουσία του πράγματος παραμένει πως το τηλέφωνο της δόθηκε για συγκεκριμένο και περιορισμένο σκοπό με τον ίδιο να «επιβλέπει» την κατάσταση και να διατηρεί την πόρτα κλειδωμένη, δεδομένα τα οποία σε συνδυασμό με τη βίαιη συμπεριφορά που επέδειξε έναντι της ευλόγως της δημιούργησαν έντονα συναισθήματα φόβου και πανικού. Ούτε βέβαια διαφοροποιεί τα πράγματα η θέση του ότι το κίνητρο του ήταν απλά για να την κάνει να τον ακούσει, αφού εξυπακούεται πως ένα τέτοιο κίνητρο δεν συνιστά ελαφρυντικό για τέτοια συμπεριφορά και ασφαλώς τούτο ουδόλως δικαιολογεί τη συμπεριφορά του ούτε και μπορούσε να μειώσει καθ' οιονδήποτε τρόπο τα συναισθήματα που βίωσε η Παραπονούμενη. Δεν περιορίστηκε στα ανωτέρω όμως ο Κατηγορούμενος. Ακόμα και όταν η Παραπονούμενη κατάφερε με δυσκολίες και με δικό της ευρηματικό τρόπο να τον παραπλανήσει και να ειδοποιήσει την Αστυνομία και εν τέλει να προβεί σε καταγγελία εναντίον του, ο Κατηγορούμενος προσπάθησε και πάλιν μέσω της ίδιας χειριστικής συμπεριφοράς να την αποτρέψει από του να προωθήσει την καταγγελία της. Υποστήριξε βέβαια ο συνήγορος του Κατηγορούμενου πως μέσα από τα μηνύματα δεν αναδύεται το στοιχείο των απειλών αλλά το στοιχείο της μεταμέλειας και της απολογίας και πως με αυτά στην ουσία ο Κατηγορούμενος παρακαλούσε την Παραπονούμενη με ευγενικό τρόπο εκφράζοντας προς αυτήν τα αισθήματα του και ομολογώντας τα αδικήματα του. Παρά το ότι πράγματι δεν εντοπίζονται απειλές προς την Παραπονούμενη για να αποσύρει ή να μην προωθήσει την καταγγελία της εντούτοις, η εισήγηση του κ. Καζαντζή δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Και τούτο διότι η ίδια η ενέργεια της αποστολής μηνυμάτων καθώς και το περιεχόμενο τους σαφέστατα αποσκοπούσαν μέσω της «πεπατημένης», ήτοι της χειριστικής συμπεριφοράς και της άσκησης ψυχολογικής πίεσης και συγκεκριμένα μέσω τύψεων να επιτύχουν το ζητούμενο που δεν ήταν άλλο από το να αποσύρει τις κατηγορίες και να αποφύγει ο Κατηγορούμενος οποιεσδήποτε συνέπειες των πράξεων του. Όταν δε έβλεπε πως μέσω των τύψεων που προσπαθούσε να δημιουργήσει στην Παραπονούμενη δεν έβρισκε ανταπόκριση, έκρινε ορθό να επιστρατεύσει και τρίτο πρόσωπο με τον ίδιο πάντοτε σκοπό, επιβεβαιώνοντας έτσι πως μοναδική του έγνοια ήταν να απεμπλακεί με κάθε τρόπο από τις σοβαρές κατηγορίες με τις οποίες αντιλαμβανόταν ότι θα βρισκόταν σύντομα αντιμέτωπος. Όπως ήδη έχει διαφανεί, η δράση του Κατηγορούμενου από πλευράς είδους κάλυψε αριθμό αδικημάτων εναντίον της Παραπονούμενης και δη περιορισμό της ελευθερίας, επιθέσεις, απειλή αλλά και ψυχολογική βία, καθώς και παρεμπόδιση της προώθησης της καταγγελίας της, ενώ από πλευράς χρόνου η εγκληματική του δράση εκτείνεται σε περίοδο περίπου επτά μηνών. Περίοδος η οποία αναμφίβολα και χωρίς υπερβολή μπορεί να χαρακτηριστεί ως μαρτυρική για την ίδια κυρίως λόγω της συνεχόμενης ψυχολογικής βίας που υφίστατο ένεκα της χειριστικής και ναρκισσιστικής συμπεριφοράς που επεδείκνυε έναντι της ο Κατηγορούμενος, μέσα στο ίδιο της το διαμέρισμα. Η πιο πάνω συμπεριφορά του δε, ιδωμένη συνολικά καταδεικνύει αναμφίβολα μια επικίνδυνη ροπή του Κατηγορούμενου ιδιαίτερα προς τη διάπραξη αδικημάτων που ενέχουν το στοιχείο της βίας, τέτοια που σε συνδυασμό με τη γενικότερη σοβαρότητα των αδικημάτων ως αυτή ανωτέρω αναλύθηκε, να καθιστά αναγκαία την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Πάρα τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν σημειώνουμε πως η σοβαρότητα των αδικημάτων και η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση τους δεν μειώνει σε καμμιά περίπτωση την ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να αρμόζει στο πρόσωπο που συγκεκριμένου κατηγορούμενου. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής (βλ. Ιωάννου κ.ά ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ.171). Στο πλαίσιο αυτό και προς όφελος του λαμβάνουμε υπόψιν κατ' αρχάς το λευκό του ποινικό μητρώο, ενδεικτικό του ότι πριν τη επίδειξη αυτής της οπωσδήποτε αξιοκατάκριτης συμπεριφοράς δεν είχε απασχολήσει τη δικαιοσύνη με οποιοδήποτε τρόπο. Επίσης συνυπολογίζουμε υπέρ του και το γεγονός ότι ευρισκόμενος στις Φυλακές δεν έχει υποπέσει σε οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα. Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψιν την παραδοχή του στο Δικαστήριο, για την οποία σημειώνουμε ότι έλαβε χώρα μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφού ακούστηκαν συνολικά 11 μάρτυρες κατηγορίας, μεταξύ των οποίων και η ίδια η Παραπονούμενη. Παρά το στάδιο στο οποίο έλαβε χώρα η παραδοχή του Κατηγορούμενου ο συνήγορος του Κατηγορούμενου μας κάλεσε να προσμετρήσουμε την παραδοχή του ως άμεση επί τω ότι έλαβε χώρα αμέσως μετά την τροποποίηση του κατηγορητηρίου δια της προσθήκης της κατηγορίας 12 και διακοπή της πρώτης κατηγορίας, η οποία εάν δεν υπήρχε θα οδηγούσε, σύμφωνα πάντα με τον συνήγορο, την υπόθεση σε άλλη πορεία εξαρχής. Δεν μπορούμε να αποδεχθούμε την εν λόγω εισήγηση παρά μόνο σε σχέση με την κατηγορία 12, την οποία ο Κατηγορούμενος πράγματι παραδέχθηκε άμα τη προσθήκη της, αφού λαμβάνοντας υπόψιν τις αντικειμενικές υποστάσεις των υπόλοιπων αδικημάτων (actus reus), θεωρούμε πως τίποτε, δεν εμπόδιζε τον Κατηγορούμενο να δηλώσει παραδοχή στις λοιπές κατηγορίες και να παραμείνει να αμφισβητεί την Κατηγορία 1, η οποία τελικώς διεκόπη. Η θέση ότι αν δεν υπήρχε το αδίκημα της κατηγορίας 1 ο Κατηγορούμενος θα παραδεχόταν εξαρχής και τις υπόλοιπες κατηγορίες στερείται λογικού ερείσματος και δεν μπορεί κατά την κρίση μας να στηρίξει τη σχετική εισήγηση της υπεράσπισης υπό τις περιστάσεις. Παρά ταύτα όμως η παραδοχή του έστω και στο στάδιο κατά το οποίο έγινε περιέσωσε πολύτιμο δικαστικό χρόνο και έξοδα και υπό το πιο πάνω πρίσμα λαμβάνεται ουσιωδώς υπόψιν προς όφελος του βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ.28, M.C.T. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.222/20, ημερ. 10.10.22). Η παραδοχή του εκλαμβάνεται και ως ένδειξη της μεταμέλειας του, η οποία εμφαίνεται και από την συγγνώμη του ως αυτή εκφράστηκε μέσω του συνηγόρου του. Περαιτέρω προς όφελος του λαμβάνουμε υπόψιν, ως ήταν άλλωστε και η εισήγηση του συνηγόρου του, και την αγωνία που βίωσε καθ' ον χρόνο αντιμετώπιζε τη σοβαρότερη κατηγορία που τελικώς διεκόπη. Σε σχέση με τις περιστάσεις διάπραξης και παρά την εγγενή σοβαρότητα της συμπεριφοράς του ως την προδιαγράψαμε, προσμετρούμε υπέρ του το γεγονός πως δεν προκύπτει να έχουν μείνει οποιαδήποτε μόνιμα σωματικά κατάλοιπα από τις επιθέσεις στην Παραπονούμενη. Επίσης λαμβάνουμε υπόψιν ότι η διάρκεια του κάθε περιστατικού σωματικής βίας ήταν σχετικά σύντομη, χωρίς ωστόσο να διαλανθάνει την προσοχή μας ότι την επίθεση κατά το τρίτο περιστατικό ακολούθησε ο περιορισμός της ελευθερίας της Παραπονούμενης, με όλα τα επακόλουθα του, ο οποίος ενέτεινε τον φόβο και την αγωνία της. Από την άλλη όμως υπενθυμίζεται πως η ψυχολογική βία, που ήταν και η σοβαρότερη μορφή βίας την οποία υπέστη υπό τις περιστάσεις η Παραπονούμενη, ήταν στην ουσία μια συνεχής επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά και μάλιστα για όλη την επτάμηνη περίοδο, κατά την οποία ο Κατηγορούμενος και η Παραπονούμενη διέμεναν μαζί. Προς τιμήν του ο ίδιος ο κ. Καζαντζής αναγνώρισε ότι η συχνότητα διάπραξης και το χρονικό πλαίσιο είναι ένα επιβαρυντικό στοιχείο. Βέβαια και παράλληλα με την πιο πάνω αναγνώριση και χωρίς αναίρεσης καθ' οιονδήποτε τρόπο της παραδοχής, ο κ. Καζαντζής υποστήριξε ότι υπάρχουν και διαβαθμίσεις στην ίδια την έννοια του «σοβαρού πλήγματος» από υποτιμητικά σχόλια, την οποία προϋποθέτει ο Νόμος (άρθρο 6 του Ν.115(Ι)/21). Μάλιστα υποστήριξε ότι θα απαιτείτο ψυχολόγος ή ψυχίατρος για να εκτιμήσει με ακρίβεια τον βαθμό του πλήγματος και να κατατάξει την περίπτωση. Δεν διαφωνούμε ότι ένας ειδικός επιστήμονας ενδεχομένως να χαρακτηρίσει και κατατάξει το πλήθος των πληγμάτων που παρουσιάζονται σε λιγότερο σοβαρά, σοβαρά, σοβαρότερα ή σοβαρότατα. Μια τέτοια κατάταξη και χαρακτηρισμός όμως δεν θα αναιρούσε καθόλου την αξιόποινη συμπεριφορά που θέλησε να τιμωρήσει ο Νομοθέτης και η οποία είναι η πρόκληση σοβαρού πλήγματος στην ψυχολογική ακεραιότητα γυναίκας. Σε σχέση με άλλη εισήγηση του κ. Καζαντζή δεν παραγνωρίζουμε καθόλου τη μη αμφισβητηθείσα αναφορά του ότι η Παραπονούμενη πάθαινε κρίσεις πανικού από το 2011 μέχρι το 2016. Πρόκειται χρονικά για μια πιο μακρινή περίοδο και σίγουρα δεν μας έχει αναφερθεί αιτία για εκείνες τις κρίσεις πανικού. Στα γεγονότα της παρούσας περιλαμβάνεται (ως ανάλυση του πλήγματος ψυχολογικής ακεραιότητας) το ότι λόγω των υποτιμητικών σχολίων η Παραπονούμενη υπέστη θλίψη, στεναχώρια, αισθήματα ανεπάρκειας, αισθήματα ανικανότητας και πάθαινε κρίσεις πανικού, με αποτέλεσμα να έχει ταχυκαρδίες και δύσπνοια. Είναι δηλαδή σαφές ότι παρέχεται αναντίλεκτη αιτία για τις πολύ μεταγενέστερες χρονικά κρίσεις πανικού. Το γεγονός ότι κάποιο θύμα είχε οποιαδήποτε παλαιότερα περιστατικά εξαιτίας άλλων αιτιών σε καμμιά περίπτωση δεν σημαίνει είτε πως πρόκειται για χρόνια κατάσταση (ως υπεστηρίχθη) είτε πως μειώνεται η βαρύτητα μεταγενέστερων αιτιών οι οποίες ενεργοποιούν την ίδια κατάσταση σε μια γυναίκα. Εν ολίγοις το κάθε πλήγμα στην ψυχολογική ακεραιότητα γυναίκας είναι διακριτό και κατ' αναλογίαν θα μπορούσε να λεχθεί πως αντιμετωπίζεται όπως και ένα διακριτό κτύπημα στη σωματική ακεραιότητα, το οποίο ούτως ή άλλως βρίσκει το θύμα του στην κατάσταση στην οποία εκείνο ευρίσκεται. Μόνο με αυτό τον τρόπο και έτσι αντιμετωπίζουμε την εισήγηση ότι ο Κατηγορούμενος συνέδραμε στην κακή ψυχολογική κατάσταση της Παραπονούμενης. Τέλος και αναφορικά με την εισήγηση ότι εν σχέσει με τις συμπεριφορές προ της 20.1.22 υπήρξε συγχώρεση επειδή η Παραπονούμενη αποδεχόταν να επανέρχεται στη σχέση της με τον Κατηγορούμενο, σημειώνουμε ότι δεν συμμεριζόμαστε αυτό το εν πολλοίς αυθαίρετο συμπέρασμα του συνηγόρου υπεράσπισης. Ό,τι αναδύεται από τα γεγονότα είναι τα συναισθήματα και η καλοπιστία της Παραπονούμενης η οποία στηριζόταν στις υποσχέσεις του Κατηγορούμενου για να του δίδει ευκαιρίες, ευρισκόμενη και η ίδια στην ευάλωτη κατάσταση που περιγράφηκε ανωτέρω, μέχρι που αντελήφθη πως η μόνη οδός ήταν η καταγγελία του στην Αστυνομία, στην οποία και προχώρησε συμπεριλαμβάνοντας πλέον σε αυτή το σύνολο των γεγονότων που βίωσε. Επιπρόσθετα των ανωτέρω συνεκτιμούμε και τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου ως εμφαίνονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας και ως περαιτέρω αναλύθηκαν ενώπιον μας από το συνήγορο του. Ειδικότερα λαμβάνουμε υπόψιν ότι πρόκειται για άτομο ηλικίας 53 ετών, προερχόμενο από πενταμελή οικογένεια και ο οποίος έχασε τον πατέρα του το 1975 σε ατύχημα στην οικία του, ενώ ο ίδιος ήταν σε ηλικία 6 ετών. Αφότου ολοκλήρωσε τη φοίτηση του, εξέτισε τη στρατιωτική του θητεία και ακολούθως έλαβε πτυχίο στη Διεύθυνση Ξενοδοχείων, μεταπτυχιακό στη Διατροφολογία και απασχολήθηκε σε διάφορες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Το 1994 παντρεύτηκε και από το γάμο του απέκτησε μια θυγατέρα 12 ετών σήμερα. Η οικογένεια του αντιμετώπιζε διάφορες οικονομικές δυσκολίες καθώς ο ίδιος ήταν άνεργος από το 2018 με αποτέλεσμα οι σχέσεις τους να διασαλευτούν και να οδηγηθούν σε οριστική διάσταση τον Ιούνιο του 2021, με τον ίδιο να αποχωρεί από την οικογενειακή κατοικία και τη φύλαξη και φροντίδα του παιδιού να έχει η μητέρα. Ο ίδιος μέχρι τη σύλληψη του διατηρούσε επικοινωνία με τη θυγατέρα του, επικοινωνία η οποία διακόπηκε με τη σύλληψη του για να αποκατασταθεί στη συνέχεια σταδιακά με αποτέλεσμα να διατηρεί πλέον με τη θυγατέρα του τηλεφωνική επικοινωνία. Τον Μάρτιο του 2021 γνώρισε την Παραπονούμενη με την οποία συμβίωναν και με την οποία η σχέση είχε την εξέλιξη που καταγράφηκε ανωτέρω. Επιπρόσθετα προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος ευρίσκεται σε δεινή οικονομική κατάσταση αφού για πολλά χρόνια δεν εργάζεται ενώ έχει χρέος της τάξεως των €70.000 από επιχειρηματικές δραστηριότητες το οποίο αδυνατεί να αποπληρώσει. Πέραν των ανωτέρω λαμβάνουμε υπόψιν και τα ιατρικά προβλήματα που αντιμετώπισε και αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος και συγκεκριμένα ότι κατά το 2018 είχε ατύχημα στο σπίτι του όπου χτύπησε στο κεφάλι και για μεγάλο διάστημα παρακολουθείτο από νευρολόγο. Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψιν ότι ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και ψυχιατρικής φύσεως προβλήματα. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με την ιατρική έκθεση ημερ. 18.2.23 που επισυνάπτεται στην αγόρευση, κατά το 2015 εξετάστηκε από ιδιώτη ψυχίατρο εφόσον είχε εμφανή συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης με στοιχεία ψύχωσης και παρανοϊκές ιδέες καταδίωξης και διαταραχές συμπεριφοράς για τις οποίες ο ίδιος δεν μπορούσε να δώσει εξήγηση. Διαπιστώθηκε τότε ότι έπασχε από διπολική διαταραχή, ενώ σε κάποιο στάδιο της παρακολούθησης του εξέφραζε αυτοκαταστροφικό ιδεασμό και παρουσίαζε εξάρτηση στις βενζοδιαζεπίνες. Έτυχε θεραπείας με αγχολυτικά, αντιψυχωσικά και αντιμελαγχολικά φάρμακα, θεραπεία την οποία συνέχισε. Στις 27.1.22 εισήχθη στο νοσοκομείο Αθαλάσσας και ακολούθως κρατείται σε ειδική πτέρυγα των φυλακών και παρακολουθείται από τον προαναφερθέντα ιδιώτη ψυχίατρο που τον παρακολουθούσε από το 2015, σύμφωνα με την έκθεση του οποίου ο Κατηγορούμενος παρουσιάζει ψυχωσικά στοιχεία, εθισμό στις βενζοδιαζεπίνες και ιδέες αυτοκαταστροφής. Από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας είναι προφανές ότι η ψυχική υγεία του Κατηγορούμενου είναι χρόνια διαταραγμένη, χωρίς ωστόσο να έχει φτάσει στο επίπεδο που να χρήζει θεραπείας δυνάμει του Νόμου 77(Ι)/97 ή και στο σημείο να μην έχει αντίληψη ή επίγνωση των πράξεων του ή και των επιπτώσεων τους. Έχοντας κατά νου τα ανωτέρω και στη βάση της σχετικής με το θέμα νομολογίας (βλ. Μαυραντωνίου v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ 333, Γρηγορίου v. Δημοκρατίας (Αρ.1)
(2001)2 Α.Α.Δ.299, Κύπρου Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ.53) λογίζουμε υπέρ του ως μετριαστικό παράγοντα την επιβάρυνση αυτή της ψυχικής του υγείας, έχοντας κατά νου και το ότι ως φαίνεται ο ίδιος λάμβανε και συνεχίζει να λαμβάνει για αυτήν θεραπεία. Ως προς τις δυσμενείς επιπτώσεις της ενδεχόμενης φυλάκισης στο ανήλικο παιδί του με το οποίο η επικοινωνία στο στάδιο αυτό είναι ως φαίνεται τηλεφωνική, αυτές λαμβάνονται υπόψιν, αφού αποτελούν επίσης μετριαστικούς παράγοντες, πλην όμως αυτές δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής (βλ. Domotov κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ.32 και Αναστασίου ν. Γενικός Εισαγγελέας
(2005)2 Α.Α.Δ.492, Μ.Θ. v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.174). Τέλος λαμβάνουμε υπόψιν και τις επιπτώσεις στον ίδιο από τυχόν επιβολή ποινής φυλάκισης υπό την έννοια τόσο του εγκλεισμού του όσο και των επιπτώσεων της στη ψυχιατρική του κατάσταση. (Βλ. Ψύλλας ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ.430 και Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ.445). Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες, οι οποίοι λαμβάνονται υπόψιν για σκοπούς μετριασμού της ποινής δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου. Τονίζεται ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας ούτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.ά ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ.171). Καταλήγουμε ότι οι μόνες κατάλληλες ποινές είναι αυτές της φυλάκισης. Σε σχέση με το ύψος των ποινών δεν θεωρούμε ότι υπό τις περιστάσεις και έχοντας υπόψιν το σύνολο των γεγονότων δικαιολογείται διαφοροποίηση των ποινών στα αδικήματα του περιορισμού της ελευθερίας και της άσκησης ψυχολογικής βίας. Στην κατάληξη μας αυτή λάβαμε υπόψιν αφενός τις περιστάσεις περιορισμού που έλαβε χώρα εντός του χώρου διαμονής της Παραπονούμενης και για σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα και αφετέρου τη μεγάλη χρονική διάρκεια και τις συνέπειες της ψυχολογικής βίας. Κρίνουμε ως αρμόζουσες και επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο: · Στην κατηγορία 2 φυλάκιση 2 ετών · Στην κατηγορία 3 φυλάκιση 12 μηνών · Στην κάθε μια εκ των κατηγοριών 4 και 5 φυλάκιση 12 μηνών σε κάθε μια · Στην κατηγορία 6 φυλάκιση 8 μηνών · Σε κάθε μια εκ των κατηγοριών 7 και 12 φυλάκιση 12 μηνών σε κάθε μια · Στην κατηγορία 8 φυλάκιση 2 ετών Δ. Δυνατότητα Αναστολής Σε σχέση με την εισήγηση για αναστολή, η βασική νομολογιακή αρχή, όπως εν τέλει έχει αποκρυσταλλωθεί στις υποθέσεις Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ.930 και Αργυρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ.449, είναι ότι επανεξετάζεται κάθε παράγοντας ο οποίος δυνατόν να έχει σημασία ως προς την αναστολή. Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, μπορούν ή πρέπει αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί την παροχή μιας δεύτερης ευκαιρίας στον κατηγορούμενο (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22). Αυτό απαιτεί την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου - είτε επιβαρυντικές είτε μετριαστικές - οι οποίες δυνατόν να καθοδηγήσουν την άσκηση της σχετικής διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Εν τέλει το ουσιώδες ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Σημειώνουμε παραθέτοντας επί του θέματος τα λεχθέντα στην πρόσφατη υπόθεση Νεοφύτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 9/21, ημερ. 29.7.21 με τα οποία συμφωνούμε απολύτως: «Σε πλήρη συμφωνία με την Αριστοδήμου προσθέτουμε ότι ποινή φυλάκισης, που θα μπορούσε να θεωρηθεί και αυστηρή λόγω του εύρους της, μπορεί να απωλέσει το στοιχείο της αποτροπής εφόσον ανασταλεί, ακόμα και να καταστεί ανεπαρκής για την τιμωρία του καταδικασθέντα. Το στοιχείο της γενικής αποτροπής γεννάται από την αντίδραση του κοινού, μέσα στο οποίο είναι και ο επίδοξος παραβάτης, στο άκουσμα της ποινής που επιβλήθηκε στον καταδικασθέντα. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή είναι ποινή φυλάκισης για όλους τους σκοπούς, με τη δραματική όμως διαφορά ότι η εκτέλεση της αναστέλλεται υπό όρους. Την αποτροπή δημιουργεί η επίπτωση που είχε η συναφής καταδίκη, με έμφαση στο άμεσο αποτέλεσμα και εφόσον η ποινή φυλάκισης ανασταλεί, το στοιχείο της αποτροπής εξασθενεί σε μεγάλο βαθμό.» Θεωρούμε πως, εν προκειμένω, οφείλουμε να ασκήσουμε τη διακριτική μας ευχέρεια εναντίον της αναστολής, αφού σε αντίθετη περίπτωση θα δίνονταν στον Κατηγορούμενο και στην κοινωνία τα λανθασμένα μηνύματα. Τα ελαφρυντικά που προαναφέραμε επενέργησαν ως προς το ύψος της ποινής που επιβλήθηκε και δεν μπορούν να επεκταθούν και στην αναστολή της. Ως εκ τούτου η σχετική εισήγηση για αναστολή απορρίπτεται. Ε. Κατάληξη Επομένως οι επιβληθείσες άμεσες ποινές φυλάκισης να συντρέχουν και η περίοδος έκτισης τους μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση, ήτοι από τις 25.2.22. Έχοντας υπόψιν τις εκατέρωθεν θέσεις, συμφωνούμε ότι δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος αποκλεισμού. Ως εκ τούτου, εκδίδεται Διάταγμα διά του οποίου απαγορεύεται στον Κατηγορούμενο (Μιχάλη Μαρκίδη με Α.Δ.Τ.690232) να πλησιάζει σε απόσταση 150 μέτρων την Παραπονούμενη (Μαρίνα Χρυσάνθου) οπουδήποτε και ή στον εκάστοτε χώρο διαμονής και ή εργασίας της. Απαγορεύεται επίσης στον Κατηγορούμενο να εισέρχεται ή παραμένει για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα στον εκάστοτε χώρο διαμονής ή εργασίας της Παραπονούμενης. Ο χρόνος ισχύος των πιο πάνω διαταγμάτων θα είναι δύο έτη από την αποφυλάκιση του Κατηγορούμενου. (Υπ.) ............. Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο