← Κύπρος

Δημοκρατία ν. BADUR, Ποιν. Υπόθεση: 8297/22, 16/3/2023

Δημοκρατία ν. BADUR, Ποιν. Υπόθεση: 8297/22, 16/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2023:4 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Χ. B. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ. Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Ποιν. Υπόθεση: 8297/22 Δημοκρατία ν. [ ] BADUR Κατηγορουμένου 16 Μαρτίου 2023 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Όλγα Σοφοκλέους, για Γενικόν Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κ. Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτου Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος σε δύο κατηγορίες και συγκεκριμένα για: · Κατοχή πυροβόλου όπλου κατηγορίας «Α» κατά παράβαση του άρθρου 51 του περί Πυροβόλων Όπλων και μη Πυροβόλων Όπλων Ν.113(Ι)/04 (Κατηγορία 1). · Κατοχή εκρηκτικών υλών κατά παράβαση του άρθρου 4 του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ.54 (Κατηγορία 2). Γεγονότα Τα γεγονότα εμφαίνονται στην εκδοθείσα καταδικαστική απόφαση ημερ. 9.2.23 και δεν απαιτείται λεπτομερής παράθεση τους για σκοπούς ποινής. Εν συντομία επισημαίνουμε ότι στις 6.2.22 κατόπιν πληροφορίας και συνακόλουθης παρακολούθησης η Αστυνομία ανέκοψε τρίτο πρόσωπο, φίλο του Κατηγορούμενου και εν συνεχεία εντόπισε σε εγκαταλελειμμένο πλαστικό ντεπόζιτο σε εκτροφείο πτηνών στην Αγροκηπιά, μεταξύ άλλων (
  2. i)δύο έμφορτα πιστόλια, (
  3. ii)αριθμό φυσιγγίων, (iii) 2.695 γρ. κοκαΐνης, (
  4. iv)3.300 γρ. κάνναβης και (
  5. v)τρεις ζυγαριές ακριβείας. Το τρίτο αυτό πρόσωπο, το οποίο στην παρούσα κατέθεσε ως Μ.Υ.2, κατηγορήθηκε για όλα τα πιο πάνω αντικείμενα σε ξεχωριστή ποινική υπόθεση υπ' αρ.503/22 και κατόπιν παραδοχής του είχε τιμωρηθεί από το παρόν Κακουργοδικείο (υπό διαφορετική σύνθεση) στις 15.7.22 με διάφορες συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με ψηλότερη τη 13ετή φυλάκιση για την κατοχή της κοκαΐνης . Για την κατοχή των πιστολιών, (που τότε είχαν ταξινομηθεί ως κατηγορίας Β), τιμωρήθηκε με 3ετή φυλάκιση σε κάθε κατηγορία ενώ για την κατοχή των 16 πλήρων φυσιγγίων τιμωρήθηκε με φυλάκιση ενός έτους σε κάθε κατηγορία (η μια για τα 10 φυσίγγια της παρούσας). Ο Κατηγορούμενος για τα δύο αδικήματα που αντιμετώπιζε στην παρούσα, προέβαλε πως δεν είχε οποιαδήποτε σχέση είτε με το ένα αυτόματο πιστόλι μάρκας BLOW είτε με τα 10 φυσίγγια τα οποία εντοπίστηκαν στον γεμιστήρα του και έδωσε διάφορες εξηγήσεις ή ερμηνείες σε σχέση με το γενετικό υλικό που είχε εντοπιστεί αφενός στο πάνω μέρος του γεμιστήρα με το πρώτο φυσίγγιο (τοποθετηθέν τελευταίο) και αφετέρου στη χειρολαβή του πιο πάνω πιστολιού. Τόσον ο ίδιος όσον και ο φίλος του είχαν καταθέσει προς υπεράσπιση του, προβάλλοντας ότι δεν σχετίζετο με τα αντικείμενα αυτά ο ίδιος (ο Κατηγορούμενος). Αμφισβήτηση υπήρξε και περί του ότι το πιστόλι ήταν πυροβόλο με προώθηση εισήγησης ότι παρέμεινε πάντα αθλητικό, ως είχε αρχικώς κατασκευαστεί. Όπως έχουμε πει το σκεπτικό επί του οποίου εν τέλει στοιχειοθετήθηκε η κατοχή του ενός πιστολιού και των 10 φυσιγγίων παρατίθεται στην προηγηθείσα απόφαση μας. Ειδικότερη αναφορά θα γίνει κατωτέρω εάν και όπου απαιτηθεί. Προηγούμενη Καταδίκη Ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη στην ποινική υπόθεση υπ' αρ.17138/20 του Ε.Δ. Λευκωσίας, όπου στις 2.12.20 για τα αδικήματα (
  6. i)της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη και (
  7. ii)της ανησυχίας, τιμωρήθηκε με ποινές φυλάκισης τριών και ενός μηνός αντίστοιχα, με τριετή αναστολή. Αγόρευση προς Μετριασμό Αγορεύοντας προς μετριασμό ο κ. Χατζηπαναγιώτου κατ' αρχάς υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και εν συνεχεία αναφέρθηκε στην ανάγκη για διαφοροποίηση από περιπτώσεις χρήσης όπλου και στο ότι ως βάση πρέπει να τεθούν οι ποινές της προηγηθείσας υπόθεσης υπ' αρ.503/22 και μάλιστα επί το επιεικέστερον καθότι εκεί βρέθηκαν στον χώρο ελέγχου του εκεί κατηγορούμενου και μάλιστα μαζί με μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών, αναγνωρίζοντας βέβαια ότι εκεί υπήρξε παραδοχή. Κατέληξε επικαλούμενος τις επιπτώσεις της φυλάκισης στην οικογένεια του Κατηγορούμενου και επισημαίνοντας στοιχεία από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ενώ για την προηγούμενη καταδίκη είπε πως εκ της φύσης των αδικημάτων εκείνη δεν έχει καμμιά σχέση ουσιαστικά με τα εκδικαζόμενα εδώ αδικήματα. Νομική Πτυχή Η σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος φαίνεται κατ' αρχάς από τις προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές. Για την παράνομη κατοχή πυροβόλου όπλου προνοείται στο άρθρο 51 του Ν.113(Ι)/04 φυλάκιση μέχρι και 15 έτη ή πρόστιμο μέχρι €42.715 ή και οι δύο ποινές (κατηγορία 1) ενώ για την παράνομη κατοχή εκρηκτικών υλών προνοείται στο άρθρο 4

(4)του Κεφ.54 φυλάκιση μέχρι 10 έτη ή πρόστιμο μέχρι €5.000 ή και οι δύο ποινές. Είναι πολύ καλά γνωστή η αρχή ότι η προβλεπόμενη στον Νόμο ποινή αποτελεί τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή την οποία θα επιβάλει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Είναι επίσης προφανές ότι η σοβαρότητα της παρούσας εστιάζεται ακριβώς στους κινδύνους που εμπεριέχει αφενός η εύκολη πρόσβαση σε απαγορευμένα όπλα και αφετέρου η συνεπακόλουθη δυνατότητα κτήσης και μεταφοράς τέτοιων όπλων, σε οποιονδήποτε χώρο. Ιδιαίτερα αν συνδυαστεί με την ετοιμότητα τους προς χρήση είτε προς επίλυση διαφορών είτε για άλλους πιθανούς λόγους. Οι δυνητικές αυτές και ανεπιθύμητες συνέπειες έχουν τονιστεί πολλές φορές στη νομολογία όπως στην υπόθεση Παναγή ν. Δημοκρατίας
(2015)2(Β) Α.Α.Δ.875 όπου τονίστηκε - υπό τις περιστάσεις εκείνης - ότι: «Η κίνηση του αιφνίδιου πυροβολισμού ... κατέστη δυνατή μόνο διότι ο εφεσείων κυκλοφορούσε με παράνομο οπλισμό». Όπως πιο ξεκάθαρα είχε τεθεί στην υπόθεση Γ.Ε. ν. Chronyy
(2006)2 Α.Α.Δ.117: «Η κατοχή πυροβόλου όπλου και μάλιστα και πυρομαχικών, συνιστά εν δυνάμει κίνδυνο περαιτέρω σοβαρής παρανομίας και απειλής», (βλ. και Μπενάκης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.79/16, ημερ. 13.3.18). Αναμφίβολα πρόκειται για υψίστης σοβαρότητας αδικήματα και καθίστανται ακόμη σοβαρότερα λόγω της καταρράκωσης του αισθήματος ασφάλειας των πολιτών και των συνεπειών που δυνατόν να επιφέρει η παράνομη κατοχή και η συνεπακόλουθη εν δυνάμει οπλοχρησία (μόνιμες σωματικές βλάβες ή ακόμα και θάνατο). Από πολύ παλιά το Ανώτατο Δικαστήριο είχε τονίσει με ιδιαίτερη ένταση την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους αδικήματα. Ειδικότερα στην υπόθεση Athinis v. The Republic
(1982)2 C.L.R 145, λέχθηκαν τα πιο κάτω (σε μετάφραση): «Χωρίς αμφιβολία η παράνομη κατοχή και χρήση πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών αποτελούν σοβαρά αδικήματα γιατί αναμφισβήτητα υπονομεύουν την έννομη τάξη και ανοίγουν το δρόμο προς την αναρχία, κάτι που ισοδυναμεί με τον χειρότερο εχθρό της Δημοκρατίας και μιας ευτυχισμένης ζωής μέσα σε συνθήκες Δημοκρατίας η οποία θα είναι ασφαλής και ελεύθερη από φόβο και εκφοβισμό. Η πρόσφατη ιστορία της Κύπρου αποτελεί συνεχή υπενθύμιση για το τίμημα που έχει πληρώσει αυτό το νησί και ο λαός του λόγω της ανεύθυνης και παράνομης κατοχής και χρήσης όπλων. Κατά συνέπεια παρόμοια αδικήματα πρέπει να τιμωρούνται με αυστηρότητα από τα Δικαστήρια τα οποία τελικά βαρύνονται με την ευθύνη του νόμου και την προστασία της πολιτείας και των πολιτών της από τα κακά τα οποία προέρχονται από τη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων.» Όπως επίσης και στην υπόθεση Gasteratos v. The Republic
(1986)2 C.L.R.170, αναφέρθηκαν (σε ελεύθερη μετάφραση) τα εξής: "Αυτό το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως και επιμόνως τονίσει τη σοβαρότητα των αδικημάτων που σχετίζονται με την παράνομη και χωρίς εξουσιοδότηση κατοχή, μεταφορά και χρησιμοποίηση πυροβόλων όπλων. Οι οδυνηρές συνέπειες αυτών των αδικημάτων είναι γνωστές και πρέπει να υπάρξει μια γενική επαγρύπνηση· και εκτός αν εξαπολυθεί ένας αμείλικτος πόλεμος εναντίον τέτοιων εγκληματιών, η προστασία των νομοταγών πολιτών και οι δημοκρατικές διαδικασίες σ' αυτή την πολιτεία θα βρίσκονται σε συνεχή κίνδυνο." Στην υπόθεση Θεοδούλου ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ.206 με αναφορά στις παλαιότερες υποθέσεις, σημειώθηκε ότι: "Η παράνομη κατοχή όπλων υπονομεύει την έννομη τάξη, οδηγεί στην αναρχία και δημιουργεί ένα αίσθημα ανασφάλειας στους φιλήσυχους και νομοταγείς πολίτες, στοιχείο που δεν έχει θέση στη ζωή σε μια Δημοκρατική κοινωνία.». Στην υπόθεση Νικολεττή ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ.279 τονίστηκε πως "η έξαρση εγκλημάτων οπλοφορίας γενικά .... καθιστά το καθήκον αποτροπής τους μέσω της τιμωρίας των παραβατών πλέον επιβεβλημένο. Μάλιστα εξηγήθηκε ότι η μεταφορά όπλου είναι υπό οποιεσδήποτε συνθήκες σοβαρό έγκλημα, αλλά καθίσταται ακόμη σοβαρότερο όταν συνοδεύεται με την κατοχή πυρομαχικών τα οποία καθιστούν δυνατή τη χρήση του.» Στην υπόθεση Κίτα ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.433 το Ανώτατο Δικαστήριο χαρακτήρισε ως ορθό, και παρέθεσε αυτούσιο, το ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση: «Η διάπραξη των αδικημάτων που σχετίζονται με την κατοχή και μεταφορά πυροβόλων όπλων είναι από τα πιο σοβαρά της ποινικής μας νομοθεσίας και αυτό μπορεί να γίνει κατανοητό τόσο από τις προβλεπόμενες ποινές όσο και από τις ποινές οι οποίες επιβάλλονται. Πρόκειται για αδικήματα τα οποία ως εκ της φύσης τους εμπεριέχουν τον κίνδυνο κατά της σωματικής ακεραιότητας συνανθρώπων μας, της ζωής τους ή εκφοβισμού τους και ως εκ τούτου οι ποινές οι οποίες θα πρέπει να επιβάλλονται θα πρέπει να εμπεριέχουν τον αποτρεπτικό τους χαρακτήρα ενόψει των κινδύνων που ενέχει η παράνομη κατοχή και μεταφορά τους αλλά και τις δοκιμασίες στις οποίες έχει εκτεθεί η κυπριακή κοινωνία από την παράνομη κατοχή και μεταφορά πυροβόλων όπλων.» Όσον αφορά τις επιβαλλόμενες ποινές η μελέτη της νομολογίας καταδεικνύει ότι, ως επί το πλείστον, στις περιπτώσεις προσώπων λευκού ποινικού μητρώου σε συνδυασμό με παραδοχή οι ποινές για παράνομη κατοχή και μεταφορά (πιστολιού, περιστρόφου, τυφεκίου ή παρόμοιου πυροβόλου όπλου) κυμαίνονται περί τα 4 έτη φυλάκισης (βλ. Khodr v. The Republic
(1998)2 C.L.R.185, Alarsan v. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ.1, Νικολεττή ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ.279, Titos v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ.409, Γεν. Εισαγγελέας ν. Chronyy
(2006)2 A.A.Δ.117, Κίτα ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.433. Διευκρινίζεται πως η προαναφερθείσα ποινική μεταχείριση αφορά την απλή κατοχή και μεταφορά, χωρίς δηλαδή ταυτόχρονη χρήση του πυροβόλου όπλου. Σημειώνεται επίσης πως και το είδος του όπλου έχει τη σημασία του και πως γενικά επιβάλλονται αυστηρότερες ποινές στις περιπτώσεις στρατιωτικών τυφεκίων, πιστολιών ή περιστρόφων (παρά για παράνομη κατοχή κυνηγετικών). Λαμβάνουμε δικαστική γνώση ότι το φαινόμενο της παράνομης οπλοκατοχής και παράνομης οπλοχρησίας δεν έχει υποχωρήσει στον τόπο μας. Το ίδιο το Δικαστήριο, όπως και όλοι οι νομοταγείς πολίτες ενημερώνονται συχνά για φόνους, τραυματισμούς, απειλές ή απόπειρες με τη χρήση παρανόμως κατεχομένων όπλων (κάποτε και εναντίον μελών της Αστυνομίας). Δυστυχώς η έξαρση που είχε διαπιστωθεί κατά το 2000 στην υπόθεση Νικολεττής (ανωτέρω), καθώς και το 2007 στην υπόθεση Γ.Ε. ν. Βασιλείου κ.ά.
(2007)2 Α.Α.Δ.84, εξακολουθεί να παρατηρείται μέχρι και σήμερα, όπως διαπιστώνουμε και εμείς από τη συχνότητα τέτοιου είδους υποθέσεων. Καθίσταται λοιπόν αναμφισβήτητο από τα πιο πάνω πως παρά τις προσπάθειες των αρμοδίων αρχών και τη διαχρονική αυστηρή αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, εντούτοις μέχρι σήμερα υπάρχει έξαρση στη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων, καθώς και αντίστοιχη ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών. Ιδιαίτερα σε σχέση με την παρούσα υπενθυμίζουμε πως αυτό που αναδύεται ως ουσιώδες μέσα από τα ευρήματα και συμπεράσματα μας είναι ότι ο Κατηγορούμενος υπήρξε το πρόσωπο το οποίο, σε κάποια χρονική στιγμή προ του εντοπισμού των αντικειμένων στο ντεπόζιτο, έλαβε στην κατοχή του αφενός τον γεμιστήρα και τοποθέτησε σε αυτόν τουλάχιστον το τελευταίο φυσίγγιο αφού είχε ήδη προηγηθεί η τοποθέτηση των άλλων εννέα ανευρεθέντων στον γεμιστήρα και αφετέρου είχε στην κατοχή του και το αυτόματο πιστόλι (σ.58 έως 63 της Απόφασής μας). Στοιχεία τα οποία επιτείνουν τη σοβαρότητα στη βάση των λεχθέντων στη Νικολεττή (ανωτέρω), λόγω της δημιουργούμενης δυνατότητας χρήσης. Σε καμμιά περίπτωση δεν παραγνωρίζουμε το προβληθέν υπό του κ..Χατζηπαναγιώτου (e contrario) ότι ο νυν Κατηγορούμενος δεν ήλεγχε ή σχετίζετο με τον χώρο στον οποίο εντοπίστηκαν το όπλο, τα φυσίγγια και τα ναρκωτικά. Στοιχείο το οποίο όντως λειτουργεί μετριαστικά σε σχέση με τον Κατηγορούμενο. Από την άλλη πλευρά όμως δεν μπορούμε και να παραγνωρίσουμε δύο άλλες διαπιστώσεις μας, οι οποίες είχαν προκύψει στη βάση της μαρτυρίας του φίλου του Κατηγορούμενου, ήτοι του Μ.Υ.2, καθώς και του συνόλου των γεγονότων, ως έγιναν δεκτά. Πρόκειται πρώτον για το ότι ο Μ.Υ.2 είχε αποκτήσει το πιστόλι με τα φυσίγγια για τον σκοπό προφύλαξης, ο οποίος σχετίζετο με την κατοχή και διακίνηση ναρκωτικών και δεύτερον ότι το πιστόλι και τα φυσίγγια, ακριβώς για να εξυπηρετούν τον σκοπό τους φυλάσσοντο από κοινού στο ίδιο σημείο εντός τσάντας στο ντεπόζιτο (σ.61-62 της Απόφασής μας). Τονίζουμε με όση έμφαση δύναται να αποδώσει η γραφή ότι σε καμμιά περίπτωση δεν διασυνδέουμε τον ίδιο τον Κατηγορούμενο με τον συγκεκριμένο χώρο ή το ντεπόζιτο και προπαντός ούτε με τα ανευρεθέντα ναρκωτικά. Αυτό το οποίο λέμε και λαμβάνουμε υπόψιν είναι πως η δική του ενέργεια και δράση, ήτοι η κατοχή όπλου και η ολοκλήρωση της τοποθέτησης φυσιγγίων στον γεμιστήρα κατέληξε, εν τέλει, να είναι χρήσιμη και απαραίτητη σε τρίτους που ασχολούντο με φύλαξη και διακίνηση ναρκωτικών. Παραθέσαμε ήδη την υπόθεση Νικολεττή (ανωτέρω) περί του ότι η κατοχή όπλου καθίσταται ακόμη σοβαρότερο αδίκημα όταν συνοδεύεται από την κατοχή πυρομαχικών (όπως εδώ) και ακριβώς, όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Κίτα (ανωτέρω), ως εκ της φύσης τους τα αδικήματα αυτά εμπεριέχουν τον κίνδυνο τραυματισμού ή εκφοβισμού άλλων. Η μέγιστη λοιπόν απαξία των κρινόμενων αδικημάτων έγκειται στον δυνητικό αυτό κίνδυνο, ο οποίος και δικαιολογεί αντιστοίχως τον αποτρεπτικό χαρακτήρα στην ποινή για όποιον συμβάλλει στην ύπαρξη τέτοιου κινδύνου, ο δε Κατηγορούμενος είναι πρόσωπο το οποίο αναμφίβολα έχει συμβάλει σε ένα τέτοιο κίνδυνο, στον βαθμό και με τον τρόπο που κρίναμε στην απόφαση μας. Παρά τη διαπιστωθείσα σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη για επιβολή αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής, υπάρχει πάντοτε και το καθήκον προς εξατομίκευση της, ούτως ώστε αυτή να προσιδιάζει στις περιστάσεις της υπόθεσης και των κατηγορουμένων, το οποίο δεν ατονεί. Στα πλαίσια του καθήκοντος αυτού σημειώνουμε και λαμβάνουμε υπόψιν τις προσωπικές, οικογενειακές και άλλες περιστάσεις του Κατηγορούμενου, όπως αυτές κατεγράφησαν στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και έχουν περαιτέρω τονιστεί από τον συνήγορο του. Ειδικότερα λαμβάνουμε υπόψιν ότι ο ίδιος είναι 29 ετών, κατάγεται από την Τουρκία, όπου και εξακολουθούν να διαμένουν τόσον οι γονείς όσον και τα έξι από τα οκτώ μεγαλύτερα του αδέλφια ενώ ένα εξ αυτών ευρίσκεται επίσης στην Κύπρο, όπου και ο Κατηγορούμενος έφτασε προ πέντε ετών, αν και το ακριβές καθεστώς παραμονής του δεν κατέστη δυνατό να διευκρινιστεί. Μετά την ολοκλήρωση του σχολείου είχε εργαστεί ως οικοδόμος στην Τουρκία από την οποία έφυγε για να μην εκτίσει εκεί στρατιωτική θητεία. Στην Κύπρο συνέχισε να εργάζεται ως υπάλληλος σε οικοδομές εξασφαλίζοντας εισοδήματα ύψους €1.500 μηνιαίως. Πριν την προφυλάκιση του είχε δημιουργήσει δεσμό με 23χρονη γυναίκα από τη Γεωργία, με την οποίαν απέκτησαν μια θυγατέρα προ 1,5 έτους. Η συμβία του δεν είχε οποιοδήποτε εισόδημα από εργασία και συντηρείτο από τον Κατηγορούμενο. Μέχρι την προφυλάκιση του διέμεναν μαζί σε ενοικιαζόμενη κατοικία ενώ αργότερα η οικογένεια του έχει μετακινηθεί σε άλλη κατοικία, για την οποίαν ο ίδιος δεν γνωρίζει τώρα λεπτομέρειες. Κατά την ετοιμασία της έκθεσης δεν ανέφερε θέματα υγείας αλλά παραδέχθηκε κατάχρηση αλκοόλης και χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών. Όλες οι πιο πάνω περιστάσεις λαμβάνονται δεόντως υπόψιν μη παραγνωρίζοντας όμως ότι η όποια εξατομίκευση δεν θα πρέπει να εξουδετερώνει είτε τη σοβαρότητα είτε το στοιχείο της αποτροπής, τα οποία επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά των αδικημάτων, τόσο για τον ίδιο προσωπικά όσο και γενικότερα (Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ.171). Ιδιαίτερη σημασία αποδίδουμε και στο ότι ο Κατηγορούμενος ήταν το στήριγμα της συμβίας του και του νεογέννητου παιδιού τους, προστασία η οποία ασφαλώς θα επηρεαστεί από τυχόν στερητική της ελευθερίας ποινή. Οι δυσμενείς αυτές επιπτώσεις στην οικογένεια ασφαλώς λαμβάνονται υπόψιν πλην όμως σε τέτοια αδικήματα δεν είναι αποφασιστικής σημασίας κατά την επιλογή του είδους της ποινής (Domotov κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ.32). Ο Κατηγορούμενος δεν έχει προς όφελος του το λευκό ποινικό μητρώο. Σε σχέση με την προηγούμενη καταδίκη του κατ' αρχάς δεν θα συμφωνήσουμε με την εισήγηση ότι αυτή είναι εντελώς άσχετη με τα εκδικαζόμενα αδικήματα. Η καταδίκη αυτή αφορά βέβαια δύο σαφώς ελαφρύτερα αδικήματα πλην όμως δεν διαλανθάνει την προσοχή ότι το ένα στρέφεται κατά της σωματικής ακεραιότητας άλλου (σωματική βλάβη) και το άλλο εναντίον της γενικότερης ευημερίας του κοινού (ανησυχία). Ενέχουν δηλαδή προσβολή αγαθών τα οποία δυνητικά διαταράσσει και η παράνομη κατοχή όπλων και εκρηκτικών, για την ανάγκη αποτροπής της οποίας έχουμε ήδη εξηγήσει προηγουμένως. Αυτό με το οποίο συμφωνούμε ασφαλώς είναι πως σε καμμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι ο Κατηγορούμενος θα τιμωρηθεί ξανά για τα παλαιότερα εκείνα αδικήματα. Αποτελεί όμως πάγια νομολογιακή αρχή πως η ύπαρξη της προηγούμενης αυτής καταδίκης μειώνει την επιείκεια την οποία θα μπορούσαμε να επιδείξουμε στον Κατηγορούμενο και έτσι μόνον την αντιμετωπίζουμε επειδή συνιστά ένδειξη για τον σεβασμό στον Νόμο και στην τήρηση της τάξης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ.1). Η εισήγηση του κ. Χατζηπαναγιώτου ότι θα πρέπει να τεθεί ως βάση η 3ετής φυλάκιση με την οποία τιμωρήθηκε ο Μ.Υ.2 στη δική του υπόθεση άπτεται (έστω και αν δεν υπήρξε ρητή αναφορά) της αρχής της ίσης μεταχείρισης παραβατών. Η αρχή αυτή όντως στοχεύει στο να θεραπεύσει οποιαδήποτε αίσθηση αδικίας και άνισης μεταχείρισης που δυνατόν να αισθανθεί κάποιος συγκρίνοντας την ποινή του με ποινή άλλου εμπλεκομένου. Η αρχή αυτή δεν σημαίνει βέβαια αριθμητική εξίσωση της ποινής αλλά συνιστά διασφάλιση έναντι αυθαίρετων διακρίσεων, χωρίς να αποκλείει εύλογες διακρίσεις που κρίνονται απαραίτητες λόγω της ιδιάζουσας φύσης των πραγμάτων («Επιμέτρηση και Επιβολή Ποινών στο Κυπριακό Νομικό Σύστημα», Καπαρδής και Στεφάνου, 2020, σ.255 και σ.276). Το πρώτο που έχουμε να παρατηρήσουμε είναι ότι αυστηρώς ομιλούντες δεν υπήρξε εύρημα μας ότι ο Κατηγορούμενος και ο Μ.Υ.2 υπήρξαν συναυτουργοί ή συμμέτοχοι στο ίδιο αδίκημα από πλευράς χρόνου. Μάλιστα έχοντας ιδιαίτερη έγνοια διακρίναμε προηγουμένως την περίπτωση του νυν Κατηγορούμενου από οποιαδήποτε εμπλοκή με τον χώρο που ήταν το ντεπόζιτο, καθώς και τα ίδια τα ναρκωτικά. Αυτό επειδή η δική του κατοχή ενδέχεται να έγινε σε οποιονδήποτε άλλο χώρο και χρόνο τον οποίο αφορούσαν οι κατηγορίες και συγκεκριμένα σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ του έτους 2019 και της 6.2.22. Από την άλλη πλευρά είναι σαφές πως το κοινό σημείο, το οποίο και προφανώς ώθησε τον κ. Χατζηπαναγιώτου στην εισήγηση του, είναι το ότι ο νυν Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος για μέρος του οπλισμού για τον οποίον τιμωρήθηκε και ο Μ.Υ.2, ήτοι για ένα πιστόλι και 10 φυσίγγια. Οφείλουμε επ' αυτού να παρατηρήσουμε πως ο Μ.Υ.2 τιμωρήθηκε επί πολύ σοβαρότερου κατηγορητηρίου και ότι η σοβαρότητα αυτή αντικατοπτρίζεται στο σύνολο των ποινών που επιβλήθηκαν, με υψηλότερη τη 13ετή φυλάκιση για ναρκωτικά. Πέραν αυτού ο Μ.Υ.2 (
  1. i)είχε παραδεχθεί τις κατηγορίες δικαιούμενος έτσι σε μεγαλύτερη έκπτωση στην ποινή και (
  2. ii)δεν είχε προηγούμενη καταδίκη, δικαιούμενος έτσι σε μεγαλύτερη επιείκεια από το εκδικάσαν δικαστήριο. Κατά τη γνώμη μας τα πιο πάνω στοιχεία δικαιολογούν τη διαφοροποίηση στην ποινή χωρίς αυτό να συνιστά καθ' οιονδήποτε τρόπο άνιση μεταχείριση. Συνεκτιμώντας αφενός τη σοβαρότητα των αδικημάτων με την ανάγκη για αποτροπή και αφετέρου τις ως άνω περιστάσεις τόσο της υπόθεσης όσο και του Κατηγορούμενου, καταλήγουμε ότι η μόνη κατάλληλη υπό τις περιστάσεις ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Κρίνουμε αρμόζουσες και επιβάλλουμε: § Στην Κατηγορία 1 φυλάκιση 4,5 ετών. § Στην Κατηγορία 2 φυλάκιση 3 ετών. Η επιβολή ως ανωτέρω ποινών φυλάκισης, καθώς και ο χρόνος καταδίκης στα μεταγενέστερα αδικήματα της παρούσας και συγκεκριμένα το ότι εμπίπτει εντός της περιόδου εφαρμογής του προηγηθέντος διατάγματος αναστολής, δικαιολογεί την ενασχόληση με το κατά πόσον θα πρέπει ή όχι να ενεργοποιηθεί ολόκληρη ή μέρος της ανασταλείσας κατά το 2020 παλαιότερης ποινής του Κατηγορούμενου. Λαμβάνοντας υπόψιν τη συνολική εγκληματική συμπεριφορά του σε συνδυασμό με την αρχή της συνολικότητας της ποινής κρίνουμε πως ενόψει των ποινών που έχουμε επιβάλει στην παρούσα δεν είναι αναγκαία στο παρόν στάδιο η ενεργοποίηση της παλαιότερης ποινής ή οποιουδήποτε μέρους της. Θεωρούμε όμως ορθό όπως διατάξουμε την τροποποίηση του αρχικού διατάγματος διά αντικαταστάσεως της αρχικής τριετούς περιόδου με νέα διετή που θα αρχίζει σήμερα. Ως εκ τούτου η αρχική περίοδος αναστολής που είχε διαταχθεί στην ποινική υπόθεση 17138/20 στις 2.12.20 από το Ε.Δ. Λευκωσίας αντικαθίσταται με νέα περίοδο δύο ετών η οποία αρχίζει από σήμερα. Οι ποινές να συντρέχουν. Βάσει του άρθρου 117 της Ποινικής Δικονομίας να μειωθούν κατά το διάστημα που ο Κατηγορούμενος τελούσε σε προφυλάκιση (ήτοι από 6.4.22). Τα έξοδα εξ €105 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. Τα Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6 κατάσχονται προς δήμευση φ/δι της Αστυνομίας. (Εξηγούνται οι συνέπειες της νέας διετούς περιόδου αναστολής που αρχίζει σήμερα). (Υπ.) ............. Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.