← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. Ι. Μ. Κ., Ποινική Υπόθεση 11394/20, 3/2/2023

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. Ι. Μ. Κ., Ποινική Υπόθεση 11394/20, 3/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:B16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α.Γ. Λοΐζου, Ε.Δ. Ποινική Υπόθεση 11394/20 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν. Ι. Μ. Κ. Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 3/2/2023 Για κατηγορούσα αρχή: κα. Α. Παναγή Για τον Κατηγορούμενη: κος Σ. Μάτσας Κατηγορούμενη: Παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει 3 κατηγορίες στις οποίες καταχώρισε απάντηση μη παραδοχής. Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει αφορούν: 1. Αμελής οδήγηση κατά παράβαση του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/1972, 2. Υπέρβαση ορίου ταχύτητας κατά παράβαση του άρθρου 6

(2)
(3)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/1972 και, 3. Παράλειψή της να προσαρμόσει την ταχύτητα και την πορεία του οχήματός της κατά τρόπο να ώστε διευκολύνεται η διακίνηση ποδηλάτη κατά παράβαση των άρθρων 2, 14
(1)(α), 27
(3)(α), 26 και 29 του περί Ρύθμισης της Διακίνησης Ποδηλάτων Νόμου 19(I)/
  1. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο τα αδικήματα έλαβαν χώρα στις 19/06/19 στον δρόμο Περιστερώνας ‑ Ορούντας της επαρχίας Λευκωσίας, ενώ όσον αφορά τη δεύτερη κατηγορία, η ταχύτητα με την οποία κατηγορείται ότι οδηγούσε ήταν 93 σε σημείο όπου η ανώτατη επιτρεπόμενη ήταν 65 χιλιόμετρα ανά ώρα. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 7 Μάρτυρες Κατηγορίας, τον Αστυφύλακα Αναστάση Αναστασίου (στο εξής ΜΚ1), τον Αστυφύλακα Μάριο Κόκκινο (στο εξής ΜΚ2), τον Αστυφύλακα Δημήτρη Δημητρίου (στο εξής ΜΚ3), τον Λοχία Μιχάλη Σκούλλο (στο εξής ΜΚ4), τον Λοχία Ευριπίδη Ανδρέου (στο εξής ΜΚ5), τον Sarath Jaysinghe Thalahiti Gamaralalage (στο εξής ΜΚ6) και την ιατροδικαστή Δρ. Ελένη Αντωνίου (στο εξής ΜΚ7). Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής το Δικαστήριο βρήκε την Κατηγορούμενη εκ πρώτης όψεως ένοχη και την κάλεσε σε απολογία. Η Κατηγορούμενη επέλεξε να δώσει μαρτυρία υπό όρκο και κάλεσε ένα μάρτυρα υπεράσπισης, τον πραγματογνώμονα σε θέματα διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων Άγγελο Αγαθαγγέλου (στο εξής ο ΜΥ1). Κατά την ακρόαση δηλώθηκαν διάφορα παραδεκτά γεγονότα και κατατέθηκε αριθμός τεκμηρίων. Για σκοπούς συγγραφής της παρούσας απόφασης, κρίνω άσκοπο να παραθέσω με κάθε λεπτομέρεια το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου. Τονίζω ότι παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν στο Δικαστήριο και διεξήλθα και μελέτησα προσεκτικά το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που έχει κατατεθεί. Παραθέτω πιο κάτω σύνοψη των κυριοτέρων σημείων της μαρτυρίας. Μαρτυρία ΜΚ1 Πρώτος εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής έδωσε μαρτυρία ο ΜΚ1, Αστυφύλακας Αναστάσης Αναστασίου. Ο ΜΚ1 στις 19/06/19 και ώρα 00:37 επισκέφτηκε τη σκηνή σοβαρού τροχαίου δυστυχήματος που είχε προκληθεί την ίδια ημέρα και περί ώρα 00:25 στον δρόμο Περιστερώνας - Ορούντας. Ενεχόμενα μέρη ήταν, η Κατηγορούμενη, που οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής [ ] (στο εξής το Αυτοκίνητο), και το Θύμα Kolombage Susantha Laksiri (στο εξής το Θύμα), που οδηγούσε ποδήλατο (στο εξής το Ποδήλατο). Ενώ βρισκόταν στη σκηνή ενημερώθηκε ότι το Θύμα, το οποίο στο μεταξύ είχε μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, είχε υποκύψει στα τραύματά του. Ο ΜΚ1 ήταν το πρόσωπο που έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορούμενη, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. Όταν έλαβε την ανακριτική κατάθεση η Κατηγορούμενη του ανέφερε ότι «ήταν εντάξει» . Εξ όσων ήταν σε θέση να θυμάται, το Ποδήλατο του Θύματος μπροστά δεν είχε καθόλου φωτισμό, πίσω είχε μια κόκκινη λάμπα η οποία πιστεύει ότι δεν ήταν σε λειτουργία και υπήρχαν επίσης «φωσφόρα» στα πετάλια, τα οποία όμως δεν ήταν ορατά από κάποιο αυτοκίνητο που θα ερχόταν πλευρικά σε σχέση με την πορεία του Ποδηλάτου. Στον συγκεκριμένο δρόμο δεν υπήρχε οδικός φωτισμός. Η αλκοόλη που εντοπίστηκε στο αίμα του Θύματος ήταν 179 mg/dl (βλέπε Τεκμήριο 8 που κατατέθηκε εκ συμφώνου ως παραδεκτό γεγονός για την αλήθεια του περιεχομένου του). Ο φίλος του Θύματος (ΜΚ6), που κατά τον χρόνο του δυστυχήματος οδηγούσε άλλο ποδήλατο, πλησίον του Θύματος, τους είχε αναφέρει ότι και αυτός είχε καταναλώσει αλκοόλη, πλην όμως δεν τον είχαν υποβάλει σε οποιοδήποτε έλεγχο, καθώς δεν είχε εμπλοκή στο δυστύχημα. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα του ΜΚ1, το Θύμα οδηγούσε το Ποδήλατο από αριστερά προς δεξιά σε σχέση με την κατεύθυνση που ακολουθούσε η Κατηγορούμενη, και η σύγκρουση Αυτοκινήτου - Θύματος ήταν μεταξύ μπροστινού προφυλακτήρα και δεξιάς πλευράς του Θύματος. Ήταν επίσης η θέση του ότι στο Ποδήλατο δεν υπήρχαν χτυπήματα από το Αυτοκίνητο. Διαφώνησε σε υποβολή ότι η επαφή του Αυτοκινήτου με το Ποδήλατο ήταν στο αριστερό πετάλι του ποδηλάτου. Ανέφερε ότι το δεξιό πόδι του Ποδηλάτη στο σημείο λίγο πάνω από τον αστράγαλο είχε σπάσει. Ανέφερε ότι κατά τη νεκροψία η ιατροδικαστής Δρ. Ελένη Αντωνίου (ΜΚ7) του ανέφερε προφορικά ότι όλα τα τραύματα του Θύματος που προκλήθηκαν από την σύγκρουση με το Αυτοκίνητο ήταν στη δεξιά πλευρά του σώματος του. ΜΚ2 Δεύτερος εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής κλήθηκε να δώσει μαρτυρία, ο ΜΚ2, Αστυφύλακας Μάριος Κόκκινος, ο οποίος κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 10, δέσμη από 27 φωτογραφίες που είχε λάβει από την σκηνή του δυστυχήματος. Ο συγκεκριμένος μάρτυρας εκτός από την κατάθεση του Τεκμηρίου 10 απάντησε σε μερικές ερωτήσεις των δύο συνηγόρων, με τις οποίες κυρίως περιέγραψε το τι περιλαμβάνουν οι εν λόγω φωτογραφίες. Διευκρίνισε ότι δεν έχει καμία εμπειρία σε σχέση με διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων. ΜΚ3 Ο τρίτος μάρτυρας της Κατηγορούσας Αρχής ήταν ο ΜΚ3, Αστυφύλακας Δημήτρης Δημητρίου. Ο ΜΚ3 κατέθεσε πρόχειρο σχεδιαγράφημα (Τεκμήρια 12) και σχέδιο επί κλίμακας (Τεκμήριο 13) που είχε ετοιμάσει στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, έλαβε εκπαίδευση στην Αστυνομική Ακαδημία Κύπρου και συγκεκριμένα το πρόγραμμα «Διερεύνησης Οδικών - Τροχαίων Δυστυχημάτων» και είναι εξουσιοδοτημένος εξεταστής και σχεδιαστής τροχαίων δυστυχημάτων. Στο παρελθόν συμμετείχε στη διερεύνηση διαφόρων τροχαίων δυστυχημάτων. Στις 19/06/2019 περί η ώρα 02:05 επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος όπου βρήκε τα εμπλεκόμενα οχήματα στην τελική τους θέση. Στη σκηνή βρήκε συναδέλφους του, την Κατηγορούμενη και τον φίλο του Θύματος Sarath Gamaralalage (ΜΚ6), ο οποίος ποδηλατούσε πλησίον του Θύματος κατά την ώρα της σύγκρουσης. Το Θύμα είχε ήδη μεταφερθεί με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Κατά τη παρουσία του στη σκηνή διαπίστωσε ότι, το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της νύχτας, ο καιρός ήταν αίθριος, ο δρόμος δεν φωτιζόταν από οδικό φωτισμό και χωρίς τη χρήση του φωτισμού των διερχόμενων οχημάτων επικρατούσαν συνθήκες απόλυτου σκότους. Η άσφαλτος ήταν στεγνή και καθαρή, ο δρόμος διπλής κατεύθυνσης, με μια λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε πορεία, οι οποίες στη μέση διαχωρίζονταν με διακεκομμένη άσπρη γραμμή. Στις δύο άκρες του δρόμου υπήρχε ασφάλτινο έρεισμα («παγκέτο»), το οποίο δεν είχε υψομετρική διάφορα σε σχέση με την άσφαλτο. Μετά το ασφάλτινο έρεισμα ακολουθούσε χωμάτινο έρεισμα, επίσης στο ίδιο υψομετρικό επίπεδο με το ασφάλτινο. Στο σημείο του δυστυχήματος, το όριο ταχύτητας ήταν 65 χιλιόμετρα ανά ώρα, αφού βρίσκεται εκτός κατοικημένης περιοχής. Κατά τη διερεύνηση εντόπισε ως άμεση μαρτυρία επί της σκηνής ίχνη τροχοπέδησης των αριστερών τροχών του Αυτοκινήτου της Κατηγορούμενης, συνολικού μήκους 36,40 μέτρα, τα οποία σημείωσε στο σχεδιαγράφημα (Τεκμήρια 12 και 13) με το γράμμα «I». Το γεγονός ότι εντόπισε ίχνη από τους αριστερούς τροχούς (στην κατάθεση του αναφέρει «αριστερούς τροχούς» ενώ κατά την κυρίως εξέταση ανέφερε «αριστερό τροχό») το απέδωσε στην κλίση του δρόμου προς τα αριστερά για απομάκρυνση των όμβριων υδάτων ή και στον τρόπο που αντέδρασε η Κατηγορούμενη (στρίψιμο τιμονιού) την ώρα που ενεργοποίησε τα φρένα του Αυτοκινήτου περί τον χρόνο της σύγκρουσης. Το σημείο της σύγκρουσης το σημείωσε με το γράμμα «Χ». Το τοποθέτησε με βάση την υπόδειξη της Κατηγορούμενης, αλλά και σύμφωνα με τη τελική θέση του ενεχόμενου Ποδηλάτου, το οποίο σημειώθηκε με το γράμμα «Δ.1» επί του σχεδιαγραφήματος. Η απόσταση από το σημείο σύγκρουσης μέχρι το σημείο που κατέληξε το Θύμα ήταν περίπου 39 μέτρα. Εντόπισε ζημιές στο Αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης στην δεξιά μπροστινή πλευρά και στον μπροστινό ανεμοθώρακα. Στο Ποδήλατο που οδηγούσε το Θύμα (όπως ανέφερε) δεν υπήρχε ζημιά, εφόσον δεν ήρθε σε επαφή με το Αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης. Σύμφωνα με τον ΜΚ3, το Θύμα είχε άμεση επαφή με το Αυτοκίνητο αλλά το Αυτοκίνητο δεν είχε άμεση επαφή με το ποδήλατο του Θύματος. Η σέλλα του ποδηλάτου του Θύματος είχε μια κλίση η οποία θεωρεί ότι προκλήθηκε από την «κλίση που πήρε το Θύμα που τη φατσιά». Αυτό τον οδήγησε στο συμπέρασμα ότι το Θύμα δέχτηκε το χτύπημα από το Αυτοκίνητο από τη δεξιά του πλευρά. Όπως ανάφερε, το Θύμα που είχε τραυματιστεί θανάσιμα, μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου πιστοποιήθηκε ο θάνατος του. Στις 02:45 της ίδιας ημέρας, δηλαδή 19/06/2019 επεξήγησε το πρόχειρο σχέδιο σκηνής του δυστυχήματος στην Κατηγορούμενη, η οποία αφού συμφώνησε, το υπόγραψε στην παρουσία του. Κατά την αντεξέταση ανάφερε ότι το ποδήλατο του Θύματος είχε φωσφορίζουσες αντανακλαστικές πέτρες στα πετάλια και, πίσω, κάτω από τη σέλα, ένα φαναράκι το οποίο όμως δεν άναβε. Μπροστά ή πίσω από το ποδήλατο δεν υπήρχε οτιδήποτε άλλο που να εκπέμπει ή να αντανακλά φως. Το θύμα δεν έφερε οποιοδήποτε εξοπλισμό, που να αντανακλά το φως (ζώνη ή ταινία ώμου, αστραγάλου, κλπ). Με βάση με τις παρατηρήσεις του στη σκηνή και τη νεκροψία, κατέληξε ότι το Θύμα επιχείρησε να διασταυρώσει κάθετα σε σχέση με την πορεία του Αυτοκινήτου της Κατηγορούμενης από αριστερά προς τα δεξιά. Ήταν η θέση του ότι η ζημιά που υπήρχε στο Αυτοκίνητο προκλήθηκε από το σώμα του Θύματος και όχι από το Ποδήλατο. Σημειώνεται ότι διαφώνησε σε υποβολή ότι ο ΜΚ6 ήταν μεθυσμένος όταν έδωσε κατάθεση. ΜΚ4 Ο ΜΚ4, Λοχίας Μιχάλης Σκούλλος έδωσε μαρτυρία ως πραγματογνώμονας σε θέματα διερεύνησης και αναπαράστασης τροχαίων συγκρούσεων, τεχνικό έλεγχο οχημάτων και χειρισμού συσκευής Vericon για υπολογισμό του συντελεστή τριβής με δόκιμη τροχοπέδησης. Στις 19/06/2019 στον Αστυνομικό Σταθμό Αστρομερίτη, επιθεώρησε τα δύο εμπλεκόμενα οχήματα. Το Αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης είχε σπάσιμο στην κάτω πλευρά του μπροστινού προφυλακτήρα, σε απόσταση 0,70 μέτρων από τη δεξιά άκρη του Αυτοκινήτου. Πιο πάνω στην ίδια απόσταση υπήρχαν «πουλλώματα» στον προφυλακτήρα και στο μπροστινό καπό. Υπήρχε ζημιά διαμέτρου 0,40 μέτρα άμεσης επαφής στον μπροστινό ανεμοθώρακα, η οποία προκλήθηκε από την επαφή με το σώμα του Θύματος. Όλες οι ζημιές που βρέθηκαν στο Αυτοκίνητο ήταν άμεσης επαφής με ξένο σώμα και η κατεύθυνση ώθησης ήταν ευθυγραμμισμένη. Τα ελαστικά του ποδήλατου του Θύματος ήταν σε καλή κατάσταση, διέθετε σύστημα συγκράτησης με «παπούτσες» και στους δύο τροχούς. Διέθετε πορτοκαλί αντανακλαστικές πέτρες στα πετάλια και στον σωλήνα/βάση της σέλας, υπήρχε τοποθετημένο ένα κόκκινο φαναράκι, το οποίο όμως δεν λειτουργούσε. Στο ποδήλατο δεν διαπίστωσε οποιαδήποτε ζημιά από το δυστύχημα, παρά μόνο η σέλα ήταν γυρισμένη προς τα αριστερά σε απόσταση 5 εκατοστών του μέτρου από τη θέση ευθυγράμμισης της. Την ίδια ημέρα, επισκέφθηκε στη σκηνή του δυστυχήματος με τον ΜΚ3 και εντόπισε ίχνη τροχοπέδησης από τους αριστερούς τροχούς του Αυτοκινήτου της Κατηγορούμενης μήκους 36,40 μέτρων. Στις 20/06/2019 παρέστη στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου έγινε η νεκροψία - νεκροτομή επί της σωρού του Θύματος από την Ιατροδικαστή, Δρ. Ελένη Αντωνίου (ΜΚ7). Την ίδια ημέρα, στον Αστυνομικό Σταθμό Αστρομερίτη επιχείρησε να εντοπίσει τη θέση που βρισκόταν το Ποδήλατο του Θύματος κατά τον ουσιώδη χρόνο επαφής με το Αυτοκίνητο. Σύμφωνα με την ταύτιση των ζημιών διαπίστωσε τα ακόλουθα. Στο χαμηλότερο σημείο ζημίας στο Αυτοκίνητο, όπου υπήρχε το σπάσιμο στον προφυλακτήρα, ήρθε σε επαφή το δεξιό άκρο του Θύματος. Η επαφή αυτή, φαίνεται να έφερε το σοβαρό τραύμα στη δεξιά φτέρνα. Ακολούθως, ο δεξιός μηρός του ήρθε σε επαφή με το πάνω μέρος του προφυλακτήρα και το κορμί του έπεσε πάνω στο μπροστινό καπό. Στη συνέχεια, το κορμί του σύρθηκε προς τα πάνω και το κεφάλι του κτύπησε στον μπροστινό ανεμοθώρακα. Λόγω του ότι το ενεχόμενο Αυτοκίνητο, είχε μεγαλύτερη ορμή σε σχέση με την ορμή του Θύματος, το Θύμα σπρώχτηκε βίαια μπροστά και έπεσε στο οδόστρωμα, όπου σύρθηκε μέχρι το σημείο που κατέληξε. Οι εκδορές στο κορμί του δείχνουν ότι σύρθηκε με την αριστερή πλευρά και την πλάτη. Η κίνηση του κορμιού του προς τα δεξιά, ήταν και ο λόγος μετακίνησης της σέλας προς τα αριστερά όπως φαίνεται στις φωτογραφίες που περιλαμβάνει στο Τεκμήριο
  3. Κατά τον ουσιώδη χρόνο της επαφής, το Ποδήλατο βρισκόταν μπροστά από το ενεχόμενο Αυτοκίνητο σε εντελώς κάθετη θέση. Το Αυτοκίνητο κατά τη σύγκρουση ήταν επίσης ευθυγραμμισμένο. Μετά το τέλος της διαδικασίας μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος για να προβεί σε έρευνες με σκοπό τον υπολογισμό της ταχύτητας του Αυτοκινήτου της Κατηγορούμενης πριν το δυστύχημα με βάση το ίχνος τροχοπέδησης που εντοπίστηκε στον δρόμο. Λόγω του ότι το ενεχόμενο όχημα δεν ήταν διαθέσιμο, ο έλεγχος έγινε με υπηρεσιακό «saloon» όχημα μάρκας ΚΙΑ, μοντέλο SEED (παρόμοιου τύπου με το Αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης). Προέβη μετρήσεις και κατέληξε σε δύο τιμές τροχοπέδησης χρησιμοποιώντας τη συσκευή «Vericom», την οποία έλεγξε προηγουμένως και λειτουργούσε κανονικά. Tα αποτελέσματα ήταν 0,987 και 0,
  4. Ανέφερε την εξίσωση κίνησης που χρησιμοποίησε για τους υπολογισμούς του, με την οποία χρησιμοποίησε τον χαμηλότερο συντελεστή τριβής και κατέληξε ότι η ταχύτητα του οχήματος που οδηγούσε η Κατηγορούμενη ήταν 93,62Km/h. Όπως ανέφερε, λόγω του ότι η χρήση φρένων έγινε μετά την επαφή του Αυτοκινήτου της Κατηγορούμενης με το Θύμα, η ταχύτητα αυτή ήταν η πραγματική ταχύτητα του Αυτοκίνητου της Κατηγορούμενης προτού να αρχίσει η τροχοπέδηση. Ως προς την ορατότητα, ανέφερε ότι κατά την παρουσία του στη σκηνή του δυστυχήματος διαπίστωσε ότι, χωρίς τη χρήση φώτων πορείας του οχήματός του επικρατούσαν συνθήκες απόλυτου σκότους. Σε έλεγχο της ακτίνας των φώτων, άλλου αυτοκινήτου από το εμπλεκόμενο (στο οποίο λόγω βλάβης που προκλήθηκε από το δυστύχημα, το δεξιό μπροστινό φανάρι δεν λειτουργούσε), το αποτέλεσμα ήταν ότι με τα φώτα πορείας στη χαμηλή στάση, η ακτίνα ορατότητας κυμαίνεται από 22 μέχρι 39 μέτρα, ενώ με τα φώτα στη ψηλή στάση, κυμαίνεται από 75 μέχρι 90 μέτρα. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, συμφωνεί με το σημείο σύγκρουσης το οποίο υπέδειξε η Κατηγορούμενη. Ήταν η θέση του ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο της σύγκρουσης το Θύμα οδηγούσε κάθετα, μπροστά από το Αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης με κατεύθυνση από αριστερά προς τα δεξιά. Αμέσως πριν την πρόκληση του δυστυχήματος, το Αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης βρισκόταν σε ευθεία πορεία στη δεξιά πλευρά της λωρίδας κυκλοφορίας του. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τη θέση που εντοπίστηκε το σημείο σύγκρουσης («Χ» επί του σχεδίου σκηνής), επιβεβαιώνει τη θέση της Κατηγορούμενης ότι όταν είδε τον πρώτο ποδηλάτη (ΜΚ6), κινήθηκε προς τη μέση της λωρίδας της για να τον προσπεράσει. Θέση του ήταν ότι, παρόλο που ο δρόμος δεν διέθετε λαμπτήρες οδικού φωτισμού, η Κατηγορούμενη είχε δυνατότητα να δει το Θύμα, αφού την πορεία της δεν έφρασσε οποιοδήποτε τεχνητό ή φυσικό εμπόδιο και το Θύμα ποδηλατούσε πίσω από τον προπορευόμενο ποδηλάτη (ΜΚ6) τον οποίο η Κατηγορούμενη είδε. Ως προς το ότι βρέθηκε μόνο ένα ίχνος τροχοπέδησης, ανέφερε ότι το έχει ξανασυναντήσει. Το γεγονός αυτό δεν σημαίνει ότι δεν λειτούργησε κανονικά το σύστημα πέδησης αφού το να σχηματίζονται ελαφριά ίχνη είναι χαρακτηριστικό αυτοκίνητων που διαθέτουν σύστημα ABS. Είναι κάτι που μπορεί να προκύψει από την κλίση του δρόμου ή από κίνηση του τιμονιού προτού να «γράψουν» τα ίχνη στον δρόμο, κατά την οποία γίνεται μία μετατόπιση βάρους ανάλογα με τη φορά που έστριψε το τιμόνι. Όπως ανέφερε, δεν υπάρχει καμιά διαφοροποίηση στο αποτέλεσμα των μετρήσεων όταν υπάρχουν ίχνη από δύο τροχούς ή από τέσσερις. Υπήρξαν ερωτήσεις προς τον μάρτυρα ως προς το κατά πόσο τα ίχνη έπρεπε να μετρηθούν από τον μπροστινό τροχό ή τον πίσω τροχό. Ο μάρτυρας αρχικά δεν τοποθετήθηκε ξεκάθαρα ως προς το κατά πόσο τα ίχνη που παρουσιάζονται στα σχέδια σκηνής μετρήθηκαν από τον μπροστά ή πίσω τροχό. Σε κατοπινό στάδιο της αντεξέτασης, παραδέχτηκε ότι ήταν από τον πίσω τροχό που έγινε η μέτρηση. Διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν αξιολόγησε τα ίχνη τροχοπέδησης, αλλά πήρε ως δεδομένο τον αριθμό της μέτρησης των ιχνών που ήταν 36,40 μέτρα. Κατά την αντεξέταση ουσιαστικά παραδέχτηκε ότι στο Ποδήλατο προκλήθηκε ελαφριά στρέβλωση του αριστερού πεταλιού, αναφέροντας ότι η συγκεκριμένη ζημιά δεν συνάδει με επαφή στο Αυτοκίνητο αλλά φαίνεται να προκλήθηκε από την πτώση στην άσφαλτο. Ως προς τη ζημιά που φαίνεται στη φωτογραφία 19, 20 και 21, του Τεκμηρίου 10 (σπάσιμο/ ράγισμα κάτω μέρους προφυλακτήρα), ο μάρτυρας αναφέρει ότι προκλήθηκε από τον δεξιό αστράγαλο του Θύματος. Ανέφερε ότι ήταν παρών κατά τη διάρκεια της νεκροψίας και περίγραψε τις δικές του παρατηρήσεις οι οποίες στηρίχτηκαν και στα όσα συζήτησε με την ΜΚ
  5. ΜΚ5 Ως πέμπτο μάρτυρα κατηγορίας η κατηγορούσα αρχή κάλεσε τον ΜΚ5, Λοχία Ευριπίδη Ανδρέου, ο οποίος έδωσε μαρτυρία ως πραγματογνώμονας σε θέματα εξέτασης των ζημιών των δύο εμπλεκομένων οχημάτων. Σύμφωνα με τα ευρήματά του, το Αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης ήταν κατασκευής Alfa Romeo, μοντέλο Giulietta, χρώματος άσπρου και κατασκευής
  6. Εντόπισε σε αυτό ζημιά στον μπροστινό προφυλακτήρα, καπό, ανεμοθώρακα. Το δεξιό φανάρι δεν λειτουργούσε και η ζημιά του προκλήθηκε από τη σύγκρουση. Τα ελαστικά του αυτοκινήτου ήταν του 2018 και σε άριστη κατάσταση. Το Ποδήλατο ήταν τύπου mountain bike και ήταν χρώματος άσπρου και μαύρου, τα ελαστικά του ήταν σε καλή κατάσταση, διέθετε σύστημα συγκράτησης με «παπούτσες» και στους δύο τροχούς, υπήρχαν αντανακλαστικές πέτρες στα πετάλια, ως επίσης και φαναράκι κόκκινο κάτω και πίσω από το κάθισμα του Ποδηλάτου, το οποίο δεν λειτουργούσε. Δεν υπήρχε ζημιά στο Ποδήλατο που να προκλήθηκε από τη σύγκρουση με το Αυτοκίνητο, ούτε εντοπίστηκε οποιαδήποτε ζημιά στο πίσω μέρος. Το κάθισμα του ποδηλάτου (σέλλα) ήταν μετατοπισμένο προς τα αριστερά (όπως κάθεται ο ποδηλάτης), λόγω της πίεσης που δέχτηκε. Οι αντανακλαστικές πέτρες δεν μπορούσαν να είναι ορατές όταν ο ποδηλάτης κινείτο κάθετα σε σχέση με την πορεία του Αυτοκινήτου, καθώς δεν θα υπήρχε αντανάκλαση φωτός. Αρνήθηκε υποβολή ότι το αριστερό πετάλι του Ποδηλάτου ήταν στραβωμένο και δη σε σημείο που είχε πλέον καταστεί αδύνατη η περιστροφή του. Ανέφερε ότι είχε ποδηλατήσει το Ποδήλατο χωρίς να αντιληφθεί κάτι τέτοιο. ΜΚ6 Στην γραπτή του κατάθεση που είχε δώσει στην αστυνομία, ο ΜΚ6, Sarath Jaysinghe Thalahiti Gamaralalage, ανέφερε ότι στις 18/06/2019, γύρω στις 20:30 πήγε στο σπίτι του Θύματος με το ποδήλατο του για να γιορτάσουν τα γενέθλια του παιδιού του, όπου κατανάλωσαν μισό μπουκάλι ουίσκι και μερικούς ξηρούς καρπούς. Περί τις 23:00 πήρε το ποδήλατο του για να επιστρέψει σπίτι του και το Θύμα τον ακολούθησε με το δικό του Ποδήλατο για να τον καθοδηγήσει επειδή ο ίδιος είχε καταναλώσει αλκοόλ. Καθώς ποδηλατούσαν προς το μέρος όπου διαμένει, ξαφνικά, το μόνο πράγμα που θυμάται, ήταν ότι το Θύμα έπεσε μπροστά του στον δρόμο. Επειδή το Θύμα τον ακολουθούσε δεν είχε δει τι συνέβη. Είδε επίσης, ένα Αυτοκίνητο να έρχεται και να σταματάει μερικά μέτρα μπροστά από τον ίδιο και το Θύμα. Στη συνέχεια, σταμάτησε το ποδήλατό του κοντά σε ένα δέντρο και πήγε στο Θύμα όπου πρόσεξε αίμα να βγαίνει από τα αυτιά του. Όπως ανέφερε, πριν από το δυστύχημα δεν υπήρχαν αυτοκίνητα στον δρόμο. Παραδέχθηκε ότι, τα δύο ποδήλατα (του ιδίου και του Θύματος) δεν διέθεταν φώτα που να ήταν σε χρήση και ότι στον χώρο του δυστυχήματος, δεν υπήρχε οποιοσδήποτε φωτισμός. Κατά την κυρίως εξέταση, σχολιάζοντας ερώτηση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ως προς τη δήλωσή του στην κατάθεση ότι ο φίλος του (Θύμα) τον ακολούθησε με το ποδήλατο, για να τον καθοδηγήσει σπίτι του, απάντησε: «Δεν θυμάμαι να ήρθε πίσω. Θυμάμαι ότι κάποιος τον χτύπησε και έπεσε κάτω.». Σε ερώτηση αν ήταν σε θέση να δώσει κατάθεση και αν καταλάβαινε ή αντιλαμβάνονταν τη διαδικασία, απάντησε: «Δεν καταλάβαινα, γιατί είμαι αλκοολικός»[1]. Στη συνέχεια διευκρίνισε περαιτέρω: «Δεν τα θυμόμουν πριν όλα, αλλά, τώρα που διάβασα, μου έρχονται στον νου λίγο, γι' αυτό είπα ότι είναι σωστά όλα. Εκείνη τη στιγμή όμως, εκείνη τη μέρα, είχα πιεί.». Εξ' όσων ήταν σε θέση να θυμηθεί, υπήρχε πολύ σκοτάδι και δεν υπήρχαν καθόλου αυτοκίνητα, αλλά δεν θυμόταν πολύ καλά, καθώς είχε καταναλώσει αλκοόλ. Σε ερώτηση ως προς το κατά πόσον το Θύμα είχε επηρεαστεί από την κατανάλωση αλκοόλης απάντησε: «Δεν θυμάμαι καλά, αλλά εκείνος ήταν καλά.» Ως προς τη θέση του Θύματος την ώρα της σύγκρουσης, ανέφερε, με βεβαιότητα, ότι ο ίδιος βρισκόταν μπροστά από το Θύμα την ώρα της σύγκρουσης. Στήριξε την θέση του ότι το Θύμα ποδηλατούσε πίσω όταν έγινε η σύγκρουση στο γεγονός ότι, πρώτα άκουσε τον θόρυβο της σύγκρουσης από πίσω του, και έπειτα είδε το Θύμα και το Αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης να εμφανίζονται μπροστά, ο μεν πρώτος να προσγειώνεται στην άσφαλτο και τη δεύτερη στο τελικό σημείο που σταμάτησε το Αυτοκίνητο. Σε κατοπινό σημείο της αντεξέτασης άλλαξε την εκδοχή του, αναφέροντας ότι το Θύμα είχε πέσει πίσω του και πως στο άκουσμα της σύγκρουσης είχε στρέψει πίσω το κεφάλι του για να τον δει. Ήταν η θέση του ότι, αν ίσχυε η θέση της Κατηγορούμενης ότι το θύμα επιχειρούσε να διασταυρώσει από δεξιά προς αριστερά και κινείτο μπροστά από το σημείο που βρισκόταν αυτός (ως η πορεία τους) την ώρα της σύγκρουσης, τότε το Θύμα θα έπρεπε να είχε πέσει στην άσφαλτο δίπλα του, ενώ στην πραγματικότητα είχε πέσει πίσω του. ΜΚ7 Η τελευταία μάρτυρας της Κατηγορούσας Αρχής ήταν η ΜΚ7, ιατροδικαστής που διενήργησε νεκροψία - νεκροτομή επί της σορού του Θύματος, Δρ. Ελένη Αντωνίου. Η Μεταθανάτιος Ιατροδικαστικής της Έκθεση (Τεκμήριο 22) κατατέθηκε εκ συμφώνου ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της. Πιο κάτω παρατίθενται τα σχετικά ευρήματα που καταγράφονται στην σχετική έκθεση. (το κύριο μέρος της οποίας μεταφέρω αυτούσιο). Ημερομηνία θανάτου 19/06/
  7. Ημερομηνία νεκροψίας 20/06/19 «Εξωτερική εξέταση: Φέρει εκδορές τριβής σε τραχεία επιφάνεια στην αριστερή παρειά, αριστερό γόνατο, αριστερό βραχιόνιο, δεξιό γόνατο. Φέρει στικτές εκδορές από θρύψαλα γυαλιού στο κεφάλι. Το μήκος της σωρός είναι 168 εκ. Από το κεφάλι μέχρι τον πρώτον τραυματισμό του δεξιού πλαγίου θώρακα 50 εκ. και τελειώνει στα 80 εκ. Από τη πτέρνα μέχρι τον τραυματισμό του δεξιού γλουτού το μήκος είναι 84 εκ. Στην ραχιαία επιφάνεια του σώματος εκτεταμένες εκδορές τριβής. Εκδορά στον δεξιό αγκώνα και δεξιό αντιβραχιόνιο. Εσωτερική εξέταση: Αιμορραγική θλάση με διατομή του θωρακικού νωτιαίου μυελού, συνεπεία επιπλεγμένου κατάγματος 12ου θωρακικού σπονδύλου.» Ακολούθως αναφέρει ότι εντόπισε διάφορες μικροθλάσεις στον πνεύμονα, ήπαρ και δεξιό νεφρό. Στο σκελετικό και μυϊκό σύστημα εντόπισε «Κάταγμα δεξιάς φτέρνας στο ύψος της ένωσης του κνημιαίου οστού με τη πτέρνα. Κατάγματα 5ης δεξιάς πρόσθιας πλευράς και 4ης δεξιάς πλάγιας πλευράς. Επιπλεγμένο κάταγμα 12ου θωρακικού σπονδύλου.» Ως αιτία θανάτου αναφέρει: «Πολυτραυματισμός, συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος.» Κατά τη δια ζώσης μαρτυρία της διευκρίνισε ότι θυμόταν την συγκεκριμένη υπόθεση, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι θυμόταν ότι η σύγκρουση του Θύματος ήταν με ένα «λευκό αυτοκίνητο». Απάντησε σε διάφορες διευκρινιστικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν από τις δύο πλευρές. Όπως ανέφερε, η ίδια δεν μπορούσε να εκφέρει άποψη ως προς το κατά πόσον το Αυτοκίνητο είχε χτυπήσει κατά την πρώτη σύγκρουση το Θύμα από την αριστερή ή την δεξιά του πλευρά. Οι τραυματισμοί υποδεικνύουν χτύπημα από αυτοκίνητο που κινείτο με πέραν των 60 ΧΑΩ. Τα εξωτερικά τραύματα (εκδορές τριβής) προκλήθηκαν από την τριβή του Θύματος με την άσφαλτο. Οι τραυματισμοί του 12ου θωρακικού σπονδύλου και το ήπαρ τραυματίστηκαν από την σύγκρουση με το καπό του Αυτοκινήτου. Διευκρίνισε ότι η ίδια δεν ανέφερε ότι το κάταγμα της φτέρνας προήλθε από σύγκρουση με κάποιο σημείο του Αυτοκινήτου και πως δεν μπορεί να διευκρινιστεί από πού προήλθε το συγκεκριμένο κάταγμα. Κατηγορουμένη Η Κατηγορούμενη υιοθέτησε τη γραπτή ανακριτική κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία η οποία λήφθηκε στις 19/06/2019 κατά η ώρα 05:15 (Τεκμήριο 2). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 2, στις 19/6/2019 και περί ώρα 00:25 αναχώρησε από σπίτι φίλης της στο χωριό Ακάκι, για να μεταβεί με το Αυτοκίνητο της, στο χωρίο της, στην Αγία Μαρίνα Ξυλιάτου, αφού έστριψε με το αυτοκίνητό της αριστερά από φώτα Τροχαίας στην Περιστερώνα, πήρε τον δρόμο που οδηγεί στην Ορούντα. Όταν βγήκε από το χωριό Περιστερώνα, η ταχύτητα του οχήματός της ήταν γύρω στα 70 χιλιόμετρα ανά ώρα, ενώ το όριο ταχύτητας στη συγκεκριμένη περιοχή ήταν 65 χιλιόμετρα ανά ώρα. Όταν εισήλθε σε ευθεία, αμέσως μόλις εξήλθε από το χωριό Περιστερώνας, σε κάποια στιγμή πρόσεξε ένα ποδήλατο σε πολύ μικρή απόσταση από αυτήν να οδηγεί στην αριστερή πλευρά εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που οδηγούσε και η ίδια, χωρίς να έχει στο ποδήλατο οποιοδήποτε φως ή φωσφόρο, ώστε να είναι ορατός από μακριά. Η Κατηγορούμενη προέβη σε ελαφρύ ελιγμό προς τα δεξιά (σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε) για να τον αποφύγει. Μόλις πέρασε το πιο πάνω ποδήλατο, πρόσεξε άλλο ποδηλάτη να διασταυρώνει τον δρόμο, οδηγώντας το Ποδήλατό του από τα δεξιά προς τα αριστερά (σύμφωνα με την πορεία της) και προτού προλάβει να αντιδράσει, λόγω της πολύ μικρής απόστασης που είχε με τον εν λόγω Ποδηλάτη, αυτός εισήλθε στην λωρίδα της, ακριβώς μπροστά από το Αυτοκίνητό της με αποτέλεσμα να ακούσει ένα δυνατό χτύπημα και αμέσως είδε τον ανεμοθώρακα του Αυτοκινήτου της να σπάζει και να μην μπορεί να δει τίποτα μπροστά της. Τότε πάτησε σιγά - σιγά τα φρένα του Αυτοκινήτου της, κράτησε το τιμόνι σε ευθεία και σταμάτησε στο τελικό σημείο που βρέθηκε από την Αστυνομία. Αμέσως μετά το δυστύχημα, κάλεσε την Αστυνομία από το κινητό της τηλέφωνο και τους ενημέρωσε για το δυστύχημα. Ανέφερε ότι μετά το δυστύχημα, το Ποδήλατο που βρέθηκε στη μέση του δρόμου, το Θύμα και το Αυτοκίνητό της, δεν μετακινηθήκαν καθόλου από τη στιγμή της σύγκρουσης μέχρι την άφιξη της Αστυνομίας. Την στιγμή του δυστυχήματος στο σημείο ήταν «εντελώς σκοτεινά», οι δύο ποδηλάτες φορούσαν σκούρα χρώματα και δεν είχαν καθόλου φως στα ποδήλατα τους, με αποτέλεσμα να μην είναι ορατοί από μακριά. Η Κατηγορούμενη υιοθέτησε επίσης δεύτερη (συμπληρωματική) ανακριτική της κατάθεση ημερομηνίας 08/07/2019, κατά την οποία ανέφερε ότι, δεν θυμόταν σε ποια στάση είχε τα φώτα του Αυτοκινήτου της κατά τη στιγμή του δυστυχήματος, όμως λειτουργούσαν κανονικά και τα είχε αναμμένα. Τα φρένα του οχήματός της ήταν σε καλή και λειτουργήσιμη κατάσταση. Ανέφερε διευκρινιστικά ότι, ως προς την πορεία του Ποδηλάτη (Θύματος) που ανέφερε στην προηγούμενη της κατάθεση, δεν τον είδε να διασταυρώνει τον δρόμο με το Ποδήλατο, απλά όταν τον είχε προσέξει μπροστά της, η κατεύθυνσή του ήταν από τα δεξιά προς τα αριστερά. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι είχε δει μόνο τον ένα ποδηλάτη, που ήταν στην αριστερή πλευρά, ο οποίος ήταν ο φίλος του Θύματος (ΜΚ6). Δεν είχε δει το Θύμα. Δεν υπήρχαν οποιαδήποτε άλλα οχήματα. Σε υποβολή ότι, κατά το προσπέρασμα του ποδηλάτη (ΜΚ6), η επιλογή της να κάνει ελιγμό, ελαφρώς προς τα δεξιά και να μην αφήσει περισσότερη απόσταση από το Ποδήλατο του Θύματος, ήταν λανθασμένη, απάντησε ότι επέλεξε αυτήν την κίνηση, για να περάσει τον ποδηλάτη (ΜΚ6) και στη συνέχεια να συνεχίσει την πορεία της κανονικά. Παραδέχθηκε ότι δεν πέρασε εντελώς στην απέναντι λωρίδα, αλλά κινήθηκε ελαφρώς δεξιά, ούτως ώστε να μπορέσει να τον προσπεράσει. Δήλωσε σίγουρη για το τι είδε, δηλαδή ότι ο ένας ποδηλάτης βρισκόταν στα αριστερά (ΜΚ6), τον οποίον προσπέρασε και, μόλις τον προσπέρασε, ήρθε ένα Ποδήλατο, το οποίο πρόσεξε ακριβώς όταν βρέθηκε μπροστά της, από τα δεξιά προς τα αριστερά, και χωρίς να προλάβει να αντιδράσει έγινε η σύγκρουση. Ως προς την αναφορά της στη δεύτερη της κατάθεση (Τεκμήριο 3) ότι δεν είχε προσέξει το Θύμα, όταν ερχόταν, διευκρίνισε ότι εννοούσε ότι δεν τον είχε προσέξει μέχρι που βρέθηκε ακριβώς μπροστά της και κοίταζε προς τα αριστερά. Αμέσως μετά τη σύγκρουση, αρχικά υπέστη σοκ και στη συνέχεια, λόγω του ότι ο ανεμοθώρακας ήταν σπασμένος και δεν έβλεπε μπροστά της, άργησε να αντιδράσει λίγο, αλλά, μόλις αντέδρασε, εφάρμοσε σιγά - σιγά τα φρένα. Ισχυρίστηκε ότι η ταχύτητά της ήταν, περίπου, 70 χιλιόμετρα ανά ώρα, χωρίς να θυμάται ακριβώς. Γνώριζε ότι ο συγκεκριμένος δρόμος είναι σκοτεινός αφού πέρναγε καθημερινά από εκεί. Αρνήθηκε ότι ήταν αμελής με τον τρόπο που οδήγησε, αναφέροντας ότι ήταν πολύ προσεκτική, γεγονός που (όπως) ανέφερε, φαίνεται από το ότι είχε προσέξει τον έναν ποδηλάτη που είχε προσπεράσει. Συνεπώς κάτω από τις δεδομένες συνθήκες του δυστυχήματος θα είχε προσέξει και τον δεύτερο ποδηλάτη, αν κάτι τέτοιο ήταν εφικτό. ΜΥ1 Στη συνέχεια, μαρτυρία εκ μέρους της υπεράσπισης έδωσε ο ΜΥ1, κος Άγγελος Αγαθαγγέλου, μηχανολόγος αυτοκίνητων (automotive engineer assessor) και πραγματογνώμονας σε θέματα διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 34 έκθεση του ετοίμασε στα πλαίσια της υπόθεσης. Με την έκθεσή του ο ΜΥ1 καταλήγει στα ακόλουθα συμπεράσματα: Πρώτα έγινε σύγκρουση και μετά η Κατηγορούμενη αντέδρασε. Η ζημιά στο πάνω μέρος του προφυλακτήρα του αυτοκινήτου της Κατηγορούμενης, στο δεξιό μπροστινό φανάρι, στο καπό και στον ανεμοθώρακα προέκυψαν από το Θύμα. Το σπάσιμο στο κάτω μέρος του προφυλακτήρα προέκυψε από το ποδήλατο. Το ποδήλατο δεν είχε ζημιά, εκτός από το πετάλι, το οποίο στρέβλωσε ελαφρώς προς τα πίσω σε σχέση με την πορεία που είχε. Μετά την πρώτη κρούση που είχε το Ποδήλατο του Θύματος με το Αυτοκίνητο, ακολούθησε δεύτερη κρούση, όπου το Θύμα χτύπησε στο καπό του Αυτοκίνητου και κατέληξε σε τρίτη σύγκρουση με τον ανεμοθώρακα. Οι ζημιές (του Αυτοκινήτου) τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι το Αυτοκίνητο απορροφώντας την ενέργεια της σύγκρουσης, μετέφερε το Θύμα μέχρι το σημείο όπου η Κατηγορούμενη χρησιμοποίησε τα φρένα του Αυτοκινήτου της, όπου το Θύμα σπρώχθηκε βίαια από την ορμή που απέκτησε από την ταχύτητα του Αυτοκινήτου και κατάληξε στο οδόστρωμα, όπου σύρθηκε στην άσφαλτο μέχρι το σημείο της τελικής του θέσης. Η τελική θέση του Ποδηλάτου, δηλαδή στη δεξιά λωρίδα πάρα τη διαχωριστική γραμμή με το μπροστινό μέρος του Ποδηλάτου να βρίσκεται με κατεύθυνση προς Ορούντα (ως η πορεία του Ποδηλάτου), συνάδει με τη περιστροφή του καθίσματος του ποδηλάτου προς τα αριστερά και δείχνει ότι η πορεία του Θύματος κατά τη σύγκρουση ήταν διαγώνια, από τα δεξιά προς τα αριστερά. Αυτό σύμφωνα με τον ΜΥ1 σημαίνει ότι το Θύμα κινείτο στη δεξιά άκρη της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την επαφή του αριστερού πεταλιού του ποδηλάτου με το κάτω μέρος του δεξιού μπροστινού προφυλακτήρα του Αυτοκινήτου, η οποία από τη μεταξύ τους επαφή έσπρωξε το Ποδήλατο από χαμηλά, με αποτέλεσμα η πτώση του στον δρόμο να είναι στην αριστερή πλευρά του, όπως ακριβώς συνέβη η πτώση του ποδηλάτου στο καπό του Αυτοκινήτου. Σύμφωνα με τον ΜΥ1, η πιο πάνω τεχνική ανάλυση των γεγονότων συνάδει με τον ισχυρισμό της Κατηγορούμενης ότι ο Ποδηλάτης εισήλθε διαγώνια στην αριστερή λωρίδα, από τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας σε σχέση με τη πορεία που ακολουθούσαν οι εμπλεκόμενοι. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, η ταχύτητα του Αυτοκινήτου ακριβώς πριν τη σύγκρουση, μπορεί να υπολογιστεί από την απόσταση των ιχνών τροχοπέδησης, σύμφωνα με τον φυσικό νόμο κίνησης του Νεύτωνα, χρησιμοποιώντας τις μαθηματικές εξισώσεις, νοουμένου ότι τα ίχνη τροχοπέδησης σχηματίζονται επί της ασφάλτου, όταν οι τροχοί του οχήματος κλειδώσουν, μετά από έντονη άσκηση πίεσης στο πετάλι των φρένων και το όχημα ολισθήσει. Όταν συμβεί αυτό, το όχημα θα ολισθήσει σε ευθεία κατεύθυνση και θα αφήσει δύο συνεχόμενα παράλληλα ίχνη, με αποτέλεσμα ο οδηγός να μην έχει τον έλεγχο του οχήματος, ως προς την κατεύθυνση που θέλει να ακολουθήσει, δηλαδή το όχημα δεν ανταποκρίνεται σύμφωνα με τη κλίση που ο οδηγός δίνει στο τιμόνι. Από τη δεκαετία του 1980 σχεδόν όλες οι κατασκευάστριες εταιρείες μηχανοκίνητων, αντιμετώπισαν το πρόβλημα αυτό με το αντιολισθητικό σύστημα πέδησης (ΑΒS). Ως εκ τούτου, ένα όχημα σε κίνηση, μπορεί να επιβραδύνει και να σταματήσει πιο αποτελεσματικά, χωρίς να χάσει ο οδηγός τον έλεγχο του οχήματος. Τα οχήματα που είναι εξοπλισμένα με αυτό το αντιολισθητικό σύστημα πέδησης (ΑΒS), δεν αφήνουν ίχνη τροχοπέδησης και γι' αυτό έχουν γίνει δοκιμές και έρευνες σε πόση απόσταση ένα όχημα μπορεί να σταματήσει. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, οι αποστάσεις αυτές υιοθετήθηκαν και αναφέρονται στον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, σελίδα 76, του Περί μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας κίνησης Νόμου Ν.86/
  8. Ο μάρτυρας υπολόγισε την ταχύτητα της Κατηγορουμένης κατά τη στιγμή της σύγκρουσης σε 70,4 ΧΑΩ. Για την κατάληξη του αυτή, χρησιμοποίησε την απόσταση που χρειάστηκε η Κατηγορουμένη για να σταματήσει το Αυτοκίνητο από το σημείο που πάτησε το πετάλι των φρένων και προέβη σε υπολογισμούς χρησιμοποιώντας τις τιμές που αναφέρονται στον πίνακα της σελίδας 76 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (όπου αναφέρονται οι ασφαλείς αποστάσεις που πρέπει να τηρούνται κατά την οδήγηση ανάλογα με την ταχύτητα που κινείται ένας οδηγός). Για να υπολογίσει την απόσταση που χρειάστηκε η Κατηγορουμένη για να σταματήσει το Αυτοκίνητο από το σημείο που πάτησε το πετάλι των φρένων, έλαβε υπόψη του την απόσταση από το τελικό σημείο που βρέθηκε το Θύμα μέχρι το τελικό σημείο του Αυτοκινήτου (21 μέτρα) και πρόσθεσε ακόμα 4 με 5 μέτρα, απόσταση που (όπως ανέφερε) υπολογίζει ότι πρέπει να είχε πατήσει φρένο η Κατηγορουμένη (έτσι κατέληξε στα 26 μέτρα). Το συμπέρασμα του αυτό, προκύπτει από την θέση του ότι το Αυτοκίνητο μετέφερε το Θύμα από το σημείο της σύγκρουσης μέχρι το σημείο από το οποίο το Αυτοκίνητο άρχισε να επιβραδύνει ταχύτητα (ήτοι, από το σημείο που βρισκόταν το Αυτοκίνητο όταν η Κατηγορούμενη πάτησε το πετάλι των φρένων) . Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι ήταν αδύνατο το Αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης να άφησε ένα ίχνος τροχοπέδησης όπως καταγράφεται στο σχέδιο σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήρια 12 και 13). Ως εκ τούτου, ο υπολογισμός της ταχύτητας που έγινε με βάσει την απόσταση του ίχνους, δεν είναι επιστημονικά αποδεκτός και στο οποιοδήποτε αποτελέσματα ταχύτητας έχει καταλήξει ο ΜΚ4, είναι λανθασμένο. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, ο ΜΚ4 χρησιμοποίησε για τον υπολογισμό της ταχύτητας της Κατηγορούμενης λάθος δεδομένα και δη, ότι η Κατηγορούμενη αντέδρασε εντός χρόνου 0,7 δευτερολέπτου. Κατά τον ΜΥ1 αυτός ο χρόνος δεν είναι αποδεκτός για αντίδραση οδηγού από απρόσμενο κίνδυνο. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι για ακριβή υπολογισμό του συντελεστή τριβής ο ΜΚ4 έπρεπε να χρησιμοποιήσει το ίδιο αυτοκίνητο με το Αυτοκίνητο που οδηγούσε η Κατηγορούμενη. Ήταν επίσης θέση του ότι το ίχνος τροχοπέδησης που εντοπίστηκε δεν ανήκε στο Αυτοκίνητο αλλά σε μοτοσικλέτα. Συμφώνησε πάντως ότι ο ΜΚ4 χρησιμοποίησε σωστό τύπο για τον υπολογισμό της ταχύτητας της Κατηγορουμένης πλην όμως ήταν η θέση του ότι αυτός ο τύπος μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε δυστύχημα όπου βρέθηκαν δύο ίχνη τροχοπέδησης και όχι εδώ που βρέθηκε μόνο ένα. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω και να ακούσω με προσοχή και υπομονή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Έχοντας διεξέλθει της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στη βάση του συνόλου της και όχι αποσπασματικά, θα προχωρήσω στην αξιολόγησή της αντλώντας καθοδήγηση από τις αρχές που τίθενται από τη σχετική νομολογία, λαμβάνοντας μεταξύ άλλων παραγόντων υπόψη μου, τη φυσικότητα, ευθύτητα, αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων, τυχόν ύπαρξη υπερβολών, ουσιωδών αντιφάσεων, προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν αλλά και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (βλ. μεταξύ άλλων, Στυλιανίδη v Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97, Αυξεντίου v. Δίγκλη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1 A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173 κ.α.). Έλαβα επίσης υπόψη μου ότι αντιφάσεις σε επουσιώδη και δευτερευούσης σημασίας ζητήματα, δεν οδηγούν σε κατάληξη περί αναξιοπιστίας σε αντίθεση με τις αντιφάσεις ουσιαστικής μορφής που οδηγούν σε ρήγματα στην υπόθεση (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 254, Χρίστου v. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 46/2017, 19/7/2019). Αντιθέτως, μπορεί να οδηγήσουν στην αντίθετη κατεύθυνση, ενδυναμώνοντας την πεποίθηση του Δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός ώστε να επιτευχθεί η καταδίκη του Κατηγορουμένου (Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 243/2012, ημερ. 2/5/2014, ECLI:CY:AD:2014:B289, ECLI:CY:AD:2014:B289, Γεώργιος Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑ.Δ. 612, Μohammed Jaber Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148). Ως προς τη μαρτυρία των πραγματογνωμόνων, στην απόφαση Νικολάου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 162/2014, ημερομηνίας 2/5/2017 συνοψίζονται οι ακόλουθες αρχές: «Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Aστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ' ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματογνώμονας (Δέστε R. v Clarke
(20013)EWCA, Crim. 162).» Σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Άννας Κονναρή
(2011)1 ΑΑΔ 2298 αναφέρθηκε ότι: «..βασική και πάγια νομολογιακή αρχή ότι για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων ισχύουν οι ίδιοι κανόνες που ισχύουν στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα. Το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, επιστημονικές πληροφορίες, έτσι ώστε το δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας αυτές τις πληροφορίες στα γεγονότα της ενώπιον του υπόθεσης που έχουν αποδειχθεί, να σχηματίσει τη δική του κρίση. (Βλ. Νικολάου (πιο πάνω), Πιττάλης κ.ά. v. Ianira Enterprises Ltd. κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814 και Cybarco Ltd. v. Kovascik
(2001)1 Α.Α.Δ. 2013).» Σημειώνεται ότι, το συμπέρασμα του πραγματογνώμονα δεν θα πρέπει να στηρίζεται σε μη αποδεκτή μαρτυρία (βλ. Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 ΑΑΔ 746), ούτε σε γεγονότα που δεν έχουν τεθεί ως μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Παύλου ν. Ανδρέου, Πολιτική Έφεση Αρ. 185/2009, 26/3/2014), ECLI:CY:AD:2014:A
  1. Με εξαίρεση τον ΜΚ6, οι υπόλοιποι μάρτυρες δεν ήταν παρόντες κατά τη στιγμή του δυστυχήματος. Η Ημαρτυρία τους αφορούσε στις ενέργειες και τα ευρήματά τους κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Όσον αφορά τους μη εμπειρογνώμονες αστυνομικούς σημειώνεται ότι, σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ανδρέου ν Αστυνομίας Ποινική Έφεση 209/2020, ημερομηνίας 20/7/2021, αστυνομικός μπορεί να προβεί σε διαπιστώσεις ως αποτέλεσμα παρατηρήσεών του στη σκηνή με υπόβαθρο την εμπειρία του στην εξέταση τροχαίων συγκρούσεων, χωρίς να χρειάζεται να είναι πραγματογνώμονας. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές παραθέτω πιο κάτω την αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου. Ο ΜΚ1 μου άφησε καλή εντύπωση ως προς την πρόθεση του να αναφέρει την αλήθεια. Τα συμπεράσματα του ως προς την πορεία που ακολουθούσε το Θύμα κατά τη σύγκρουση (αριστερά προς δεξιά) και το πού χτυπήθηκε το Θύμα από το Αυτοκίνητο κατά τη σύγκρουση δεν γίνονται αποδεκτά. Όπως εξήγησε, αυτά στηρίχθηκαν στα όσα του ανέφερε η ΜΚ
  2. Όμως η ΜΚ7 όμως - η οποία έχει και την κατάλληλη πραγματογνωμοσύνη και εμπειρία για να εκφέρει άποψη επί των τραυμάτων του Θύματος - ξεκαθάρισε ότι με βάση τα ευρήματά της από τη νεκροψία δεν μπορούν να εξαχθούν τέτοια συμπεράσματα. Η μαρτυρία του ΜΚ2 ήταν τυπικής φύσεως και δεν έχει αμφισβητηθεί. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Ο ΜΚ3 μου άφησε καλή εντύπωση και αποδέχομαι τη μαρτυρία του με εξαίρεση τα όσα αναφέρω πιο κάτω εξηγώντας και τους λόγους μη αποδοχής τους. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του σε σχέση με τις ενέργειες και παρατηρήσεις του στη σκηνή. Με εξαίρεση το ίχνος τροχοπέδησης που σημειώνεται ως σημείο «Ι» (για λόγους που εξηγώ στη συνέχεια), κρίνω ότι τα Τεκμήρια 12 και 13 αποτελούν ορθή καταγραφή της πραγματικής μαρτυρίας που εντόπισε κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης και αποτελούν ευρήματα μου. Παραθέτω πιο κάτω, απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χατζηελευθερίου v. Κανάρη, Πολιτική Έφεση 233/2014, ημερ. 27/6/2022, ECLI:CY:AD:2022:A264, σε σχέση με την χρησιμότητα της πραγματικής μαρτυρίας σε υποθέσεις οδικών δυστυχημάτων: «Όπως έχει επανειλημμένα διαπιστωθεί, η πραγματική μαρτυρία συνιστά αμετακίνητο οδηγό του οδικού ατυχήματος που ιχνηλατεί τα περιστατικά του και μπορεί να αποτελέσει οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας και της ακρίβειας της μαρτυρίας που διαφωτίζει ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος, ως και έλεγχο της ακρίβειας προφορικής μαρτυρίας αναφορικά με τις συνθήκες που το περιβάλλουν. Η σημασία της πραγματικής μαρτυρίας για τη διαπίστωση των συνθηκών του οδικού δυστυχήματος εξηγείται σε μεγάλο αριθμό αποφάσεων (βλ. Ioannides v. Kyriacou
(1988)1 C.L.R. 639, Georghios Prokopiou Haloumias v. The Police
(1970)2 C.L.R. 154, Meshiou v. Eleftheriou
(1982)1 C.L.R. 486, Adatnis and Another v. Eracleous
(1982)1 C.L.R. 746, Charalambous and Another v. Kaifas
(1986)1 C.L.R. 278, Tektima Ltd v. A. P. Lanitis
(1987)1 C.L.R. 614, Derek Knell v. Της Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51 και Βάσος Κονναρή ν. Κυριάκου Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ. 267). Είναι αυτονόητο ότι η σημασία της ποικίλει ανάλογα με το βαθμό στον οποίο διαφωτίζει ως προς τα ουσιώδη γεγονότα. Αν η πραγματική μαρτυρία είναι ουδέτερη ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος, δεν μπορεί, όπως επεσημάνθηκε στην υπόθεση Ευαγγέλου ν. Γιαννακού
(1992)1 Α.Α.Δ. 1243, να βοηθήσει ουσιωδώς στην αξιολόγηση της μαρτυρίας για τα γεγονότα που περιστοιχίζουν το δυστύχημα. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Μιλτιάδης Φιντανάκης ν. Αστυνομίας,
(2014)2 (Β) ΑΑΔ, 695 είναι σχετικό: «Η πραγματική μαρτυρία, συνιστάμενη από αναμφισβήτητα στοιχεία απόδειξης, μεταφέρει κατά τρόπο αντικειμενικό, επιδεχόμενη, έτσι, και την ελάχιστη ερμηνεία, την εικόνα στη σκηνή, αποκαλυπτική της φάσης η οποία έχει εξελιχτεί και η οποία έχει καταλήξει στη σύγκρουση των ενεχομένων οχημάτων, εφόσον πρόκειται για τροχαίο δυστύχημα. Η ποιότητά της ως μαρτυρία είναι δυνατό να επισκιάσει κάθε άλλη μαρτυρία, η οποία είναι αντίθετη από αυτή, οδηγώντας, συγχρόνως, στη μη αποδοχή της, (βλ. Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51 και την εκτενή νομολογία επί του ιδίου θέματος που αναφέρεται σ' αυτή).» Ο ισχυρισμός του ΜΚ3 ότι ο ΜΚ6 δεν ήταν μεθυσμένος όταν έδωσε γραπτή κατάθεση, καταρρίπτεται από τη μαρτυρία του ιδίου του ΜΚ6. Τα συμπεράσματά του ως προς τις ζημιές στο Ποδήλατο και τα τραύματα του Θύματος δεν λαμβάνονται υπόψη καθώς ο εν λόγω μάρτυρας δεν έδωσε μαρτυρία ως πραγματογνώμονας (για τα συγκεκριμένα θέματα δόθηκε μαρτυρία από πραγματογνώμονες). Ως προς το θέμα των ιχνών τροχοπέδησης που σημειώθηκαν στα Τεκμήρια 12 και 13, κρίνω ως αποδεκτό ότι ο ΜΚ3 πράγματι είδε τα συγκεκριμένα ίχνη τροχοπέδησης όπως τα σημείωσε. Το κατά πόσον τα ίχνη αυτά αποτελούν ίχνη τροχοπέδησης του Αυτοκινήτου της Κατηγορουμένης είναι ένα ζήτημα που αμφισβητήθηκε έντονα από την υπεράσπιση. Τέθηκαν ερωτήματα που δεν απαντήθηκαν ικανοποιητικά, γεγονός που έμμεσα αποδέχτηκε και ο ΜΚ4 ο οποίος ανέφερε ότι δεν μπορούσε να τα απαντήσει (παραπέμποντας στον ΜΚ3) και δηλώνοντας με ειλικρίνεια ότι ο ίδιος έλαβε απλώς ως δεδομένη τη μέτρηση των ιχνών χωρίς να τα αξιολογήσει («Εντιμότατε, δεν ξέρω, δεν ξέρω πώς αξιολογήθηκαν από τον Δημήτρη που έκαμε το σχέδιο. Εγώ πήρα τον αριθμό και ήταν 36.40»). Όμως, στο στάδιο αντεξέτασης του ΜΚ3 ως προς τα τεχνικά θέματα αξιολόγησης των ιχνών τροχοπέδησης, ο μάρτυρας παρέπεμψε τον συνήγορο υπεράσπισης στον ΜΚ4 που είναι πραγματογνώμονας. Στο σημείο αυτό εντοπίζεται μια ουσιώδης αδυναμία στη θέση της Κατηγορούσας Αρχής. Ο ΜΚ3 αξιολόγησε ένα ίχνος τροχοπέδησης που βρήκε στον δρόμο, το οποίο συμπέρανε ότι προήλθε από το Αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης. Ο ΜΚ3 όμως δεν είναι πραγματογνώμονας. Δεδομένης της κρισιμότητας της συγκεκριμένης μαρτυρίας θα ανέμενε κάποιος ότι το συγκεκριμένο ίχνος θα είχε αξιολογηθεί από πραγματογνώμονα, έτσι ώστε να εξεταζόταν το ενδεχόμενο να υπήρχε ήδη στο οδόστρωμα πριν το δυστύχημα. Σημειώνω ότι δεν δόθηκε καν μαρτυρία που να βεβαιώνει ότι υπήρχε κάποια ταύτιση του ίχνους τροχοπέδησης (όπως π.χ. του πλάτους και των αποτυπωμάτων) με τα ελαστικά του Αυτοκινήτου της Κατηγορουμένης. Προσέτι, τόσον ο ΜΚ3 όσο και ο ΜΚ4, συμφώνησαν ότι είχε χρησιμοποιηθεί λάθος τρόπος για φωτογράφηση των ιχνών τροχοπέδησης, με αποτέλεσμα αυτά να μην είναι ορατά από τις φωτογραφίες της σκηνής (Τεκμήριο 10). Ενδεχομένως αν γινόταν (έστω) σωστή φωτογράφηση των ιχνών, οι φωτογραφίες να έδιναν απαντήσεις στα ερωτηματικά που παρέμειναν αναπάντητα. Για τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι είναι ακροσφαλές να προβώ σε εύρημα ότι το ίχνος τροχοπέδησης που σημειώθηκε με το σημείο «Ι» στα Τεκμήρια 12 και 13, δημιουργήθηκε από το Αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης. Το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη συμφώνησε με το Τεκμήριο 12 και το υπόγραψε δεν αναιρεί την πιο πάνω κατάληξη, καθώς έχω αποδεχτεί ότι το ίχνος τριβής που σημειώθηκε στο Τεκμήριο 12 πράγματι υπήρχε στον δρόμο, απλά δεν έχει αποδειχτεί ότι ανήκε στο Αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης. Ο ΜΚ4 μου άφησε πολύ καλή εντύπωση. Απαντούσε με τρόπο ευθύ, αμερόληπτο, άμεσο και σαφή. Υποστήριξε τη μαρτυρία του και τα ευρήματά του με βιβλιογραφία και εξήγησε με τρόπο πειστικό πώς κατέληξε στα διάφορά του ευρήματα. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολό της, με εξαίρεση στα πιο κάτω σημεία για τους λόγους που εξηγώ: · Τα συμπεράσματά του σε σχέση με το πώς προήλθαν οι τραυματισμοί του Θύματος, καθώς δεν επιβεβαιώνονται από την Ιατροδικαστή (ΜΚ7). · Ο ισχυρισμός του ότι το πετάλι του Ποδηλάτου στράβωσε συνεπεία πρόσκρουσης του Ποδηλάτου στην άσφαλτο καθώς τέθηκε αόριστα («φαίνεται να προκλήθηκε»), χωρίς ο μάρτυρας να έχει εξηγήσει πώς καταλήγει σε αυτό το συμπέρασμα. · Οι μετρήσεις και υπολογισμοί του για εξακρίβωση της ταχύτητας που είχε η Κατηγορούμενη κατά τη σύγκρουση καθώς στηρίχθηκαν στο ίχνος τροχοπέδησης (σημείο «Ι» επί των Τεκμηρίων 12 και 13) μήκους 36.40 μέτρων, το οποίο όμως κρίθηκε ότι δεν έχει αποδειχτεί ότι προήλθε από το Αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης. Ο ΜΚ5 δεν μου έχει αφήσει καλή εντύπωση. Κατά την παρουσία του στο εδώλιο διέκρινα μια απροθυμία να απαντήσει με ευθύτητα και σαφήνεια. Σε υποβολή ότι το αριστερό πετάλι του ποδηλάτου είχε στραβώσει από τη σύγκρουση ο ΜΚ5 απάντησε: «Όπως ανέφερα, στο ποδήλατο δεν εντόπισα καμία ζημιά τζαι το συγκεκριμένο μέταλλο που μου λέτε, δεν είχε οποιαδήποτε ζημιά πάνω σε αυτό που να προκλήθηκε από το δυστύχημα». Το πιο πάνω είναι μια ασαφής απάντηση, σ' ένα ουσιώδες για την υπόθεση θέμα. Με την απάντηση του αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο να υπήρχε ζημιά, την οποία όμως δεν αναφέρει γιατί έκρινε ότι δεν προκλήθηκε από το δυστύχημα. Σε άλλη ερώτηση σε σχέση με τις ζημιές που εντόπισε στο ποδήλατο απάντησε: «Έμμεση αν υπήρχε κάπου σε κάποιο σημείο ελαφριά, απλώς δεν την εντόπισα, διότι. από τη σύγκρουση, αλλά ως άμεση επαφή δεν εντόπισα επαφή των δύο οχημάτων». Και αυτή του η απάντηση στερείται πληρότητας και σαφήνειας. Ο συγκεκριμένος μάρτυρας είχε ως μοναδικό καθήκον στην παρούσα υπόθεση να ερευνήσει τα εμπλεκόμενα οχήματα και να καταγράψει τις ζημιές τους. Δεν είναι αποδεκτή η θέση ότι μπορεί να υπήρχαν ζημιές τις οποίες δεν ανάφερε στο Δικαστήριο, είτε γιατί δεν τις εντόπισε, είτε γιατί έκρινε ότι δεν προκλήθηκαν από το δυστύχημα. Από μόνο το γεγονός ότι αφήνει ανοικτό τέτοιο ενδεχόμενο δημιουργεί σοβαρό πλήγμα στην αξιοπιστία της μαρτυρίας του. Για τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι δεν μπορώ να στηριχτώ στη μαρτυρία του ΜΚ5 για εξαγωγή συμπερασμάτων. Η μαρτυρία του ΜΚ6 παρουσιάζει σημαντικές αδυναμίες, τις οποίες ο ίδιος ο μάρτυρας παραδέχτηκε. Κατ' αρχάς ο ΜΚ6 δεν είχε δει τη σύγκρουση, παρά μόνο είχε ακούσει τον θόρυβο που προκλήθηκε από αυτήν. Ούτε είχε προσέξει (με τα μάτια του) πώς κινείτο το Θύμα προ της σύγκρουσης. Περαιτέρω, ο ίδιος ο μάρτυρας ομολογεί ότι πριν το δυστύχημα κατανάλωσε σημαντική ποσότητα αλκοόλης. Συνεπεία αυτού, όταν έδιδε κατάθεση στην αστυνομία (πέραν των τριών ωρών μετά το δυστύχημα, ήτοι μεταξύ 03:45 και 05:00) δεν βρισκόταν σε καλή κατάσταση. Κατά τη διάρκεια της δια ζώσης μαρτυρίας του ισχυρίστηκε ότι πλέον θυμόταν καλύτερα τα γεγονότα, η μαρτυρία που έδωσε όμως ήρθε να τον διαψεύσει. Αρχικά ισχυρίστηκε ότι άκουσε την σύγκρουση και έπειτα πρόσεξε το Θύμα να προσγειώνεται μπροστά του, και το Αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης να προχωρά μέχρι το σημείο που σταμάτησε. Στη συνέχεια διαφοροποίησε αυτή του την εκδοχή, αναφέροντας ότι άκουσε τον ήχο της σύγκρουσης και έστρεψε πίσω το βλέμμα του, όπου πρόσεξε το Θύμα να προσγειώνεται στην άσφαλτο. Δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστο το ότι ανέφερε ότι μετά που διάβασε την κατάθεσή του (αυτή που έδωσε όταν δεν ήταν καλά λόγω της επήρειας της αλκοόλης) θυμήθηκε καλύτερα τα γεγονότα. Αυτό από μόνο του θέτει εν αμφιβόλω τα όσα ο μάρτυρας ανέφερε, τόσο κατά τη λήψη της κατάθεσης, όσο και κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του. Πέραν των πιο πάνω επισημάνσεων, η εικόνα του από το εδώλιο ήταν τέτοια που αποκάλυπτε άτομο που τελούσε υπό πλήρη σύγχυση σε σχέση με τις συνθήκες του δυστυχήματος. Συνεπεία των πιο πάνω κρίνω ότι η μαρτυρία του ΜΚ6, τουλάχιστον ως προς τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν τη σύγκρουση, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Η ΜΚ7 μου άφησε πολύ καλή εντύπωση με την μαρτυρία της. Απαντούσε με τρόπο σαφή και άμεσο και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι τα όσα ανέφερε είναι ορθά και ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Εξάλλου η έκθεση της (Τεκμήριο 22) κατατέθηκε εκ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχομένου της και η δια ζώσης μαρτυρία που έδωσε δεν έχει αμφισβητηθεί επί της ουσίας. Η Κατηγορούμενη μου άφησε καλή εντύπωση. Απαντούσε με τρόπο ανεπιτήδευτο, άμεσο και σαφή. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας της ήταν πειστικό και λογικό. Δεν έχω διακρίνει οποιαδήποτε διάθεση από μέρους της να παραπλανήσει το Δικαστήριο ή να αποκρύψει γεγονότα. Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης παρέμεινε συνεπής στα γεγονότα που είχε καταθέσει, χωρίς να περιπέσει σε αντιφάσεις και χωρίς να κλονιστεί η αξιοπιστία της. Σημειώνεται ότι τους κύριους ισχυρισμούς της ως προς τον τρόπο που έγινε δυστύχημα τους έδωσε με κατάθεση στην αστυνομία (Τεκμήριο 2), μερικές μόνο ώρες μετά το δυστύχημα. Θετική άποψη μου άφησε επίσης το γεγονός ότι δεν δίστασε με τη μαρτυρία της να παραδεχτεί (από την πρώτη στιγμή) το γεγονός ότι οδηγούσε με ταχύτητα περίπου 70 ΧΑΩ (ταχύτητα δηλαδή ψηλότερη από την ανώτατη επιτρεπόμενη των 65 ΧΑΩ). Σημειώνω επίσης ότι, κατά τη λήψη συμπληρωματικής κατάθεσης από την Κατηγορούμενη (Τεκμήριο 3), τέθηκε σε αυτήν υπό μορφή υποβολής η ακόλουθη ερώτηση: «Ερώτηση 5: Σύμφωνα με τα ευρήματα του Ιατροδικαστή κατά την νενομισμένη νεκροτομή νεκροψία του θανόντα ήταν όλα στην δεξιά πλευρά του σώματος του, ενώ με όσα λες εσύ στην κατάθεση σου δηλαδή την κατεύθυνση που είδες τον θανόντα να είναι στο ποδήλατο πριν χτυπήσετε, θα έπρεπε τα χτυπήματα στο σώμα του να είναι στην αριστερή του πλευρά. Απάντηση 5: Όπως σου ανέφερα και πιο πάνω όταν τον είδα μπροστά μου η κατεύθυνση του ήταν από δεξιά προς αριστερά.» Το πιο πάνω αποκαλύπτει ότι η Κατηγορούμενη ήταν βέβαιη γι' αυτό που ανέφερε ότι είδε. Η βεβαιότητά της αυτή, δεν κατέστη δυνατό να κλονιστεί, παρά την κατ' ισχυρισμό αντίκρουση της με επιστημονικά τεκμήρια. Ο ΜΥ1 δεν μου άφησε καλή εντύπωση. Σε πολλά σημεία η έκθεσή του (Τεκμήριο 34) και τα τελικά του συμπεράσματα παρουσιάζουν ουσιαστικά κενά τα οποία παραθέτω πιο κάτω. Αγνοείται και δεν λαμβάνεται υπόψη η τελευταία παράγραφος της σελίδας 11, της έκθεση του μάρτυρα Τεκμήριο 34, όπου παραθέτει αξιολόγηση της μαρτυρίας του δεύτερου ποδηλάτη (ΜΚ6), απορρίπτοντας μάλιστα την εκδοχή του, αφού αυτό είναι έργο που θα επιτελέσει το Δικαστήριο, αφού αξιολογήσει τα επιστημονικά δεδομένα, που θέτει ο μάρτυρας ενώπιόν του, αντιπαραβάλλοντας τα με την υπόλοιπη μαρτυρία της υπόθεσης. Το ίδιο ισχύει και με τα υπόλοιπα μέρη της έκθεσης όπου ο μάρτυρας προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρία και/ή σε ευρήματα που εκφεύγουν της επιστημονικής του άποψης και εισέρχονται σε θέματα που άπτονται ευρημάτων που αποτελούν έργο του Δικαστηρίου. Όπως για παράδειγμα, η ανάλυση του σε σχέση με τα ευρήματα της Ιατροδικαστού Δρ Ελένης Αντωνίου και τους τραυματισμούς του Θύματος. Στα πιο κάτω σημεία, ο ΜΥ1 δεν έχει παραθέσει τις πηγές του, ούτε παραπέμπει σε βιβλιογραφία, με αποτέλεσμα το δικαστήριο να μην μπορεί να ελέγξει την ορθότητα και αξιοπιστία της μαρτυρίας του επί των συγκεκριμένων σημείων: · Στη μαρτυρία του σε σχέση με απόσταση ορατότητας οδηγού τη νύχτα σε δρόμο χωρίς φωτισμό. Το ίδιο ισχύει και για το σχετικό γράφημα που παραθέτει. (βλ. 14 της έκθεσης του - τεκμήριο 34). · Στη μαρτυρία του ότι τα αυτοκίνητα με αντιολισθητικό σύστημα πέδησης (ABS) δεν αφήνουν ίχνη τροχοπέδησης (σελ. 16 της έκθεσης του - τεκμήριο 34). Τούτο εξάλλου έρχεται σε αντίφαση με τη μαρτυρία που έδωσε δια ζώσης, όπου ανέφερε ότι τα αυτοκίνητα με τέτοιο σύστημα αφήνουν ένα μικρό ίχνος πέδησης στην αρχή κι ένα στο τέλος. · Στη μαρτυρία του ότι τα αυτοκίνητα είναι με τέτοιο τρόπο κατασκευασμένα, ούτως ώστε τα οι εμπρόσθιοι τροχοί να φρενάρουν περισσότερο από τους οπίσθιους. · Στη μαρτυρία του ως προς το ότι για να ήταν ακριβής ο υπολογισμός του συντελεστή τριβής με την συσκευή που χρησιμοποίησε ο ΜΚ4, θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί το Αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης κάτω από τις ίδιες καιρικές συνθήκες. · Στη μαρτυρία του ότι όταν υπάρχει ένα ίχνος τροχοπέδησης, ο συντελεστής τριβής μοιράζεται. Περαιτέρω, δεν αποδέχομαι τη θέση του ότι ο ΜΚ4 χρησιμοποίησε για τον υπολογισμό της ταχύτητας της Κατηγορούμενης μη αποδεκτά δεδομένα και συγκεκριμένα ότι η Κατηγορούμενη αντέδρασε σε χρόνο 0,7 δευτερολέπτου. Η πιο πάνω θέση τέθηκε για να αμφισβητήσει την ορθότητα των υπολογισμών του ΜΚ4, πλην όμως τέτοια θέση δεν είχε τεθεί κατά την αντεξέταση του ΜΚ4 για να σχολιαστεί (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd και Άλλοι ν. Acuac Inc.
(2002)1 ΑΑΔ 1527). Δεν αποδέχομαι ούτε τους υπολογισμούς του ΜΥ1, σύμφωνα με τους οποίους έχει καταλήξει ότι το Αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης κινείτο κατά την σύγκρουση με 70,4 ΧΑΩ. Ο υπολογισμός του στηρίζεται σε ένα πίνακα που περιλαμβάνεται στον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, όπου αναφέρονται οι ασφαλείς αποστάσεις που πρέπει να τηρούνται μεταξύ οχημάτων κατά την οδήγηση ανάλογα με την ταχύτητα που κινούνται. Η λογική υπαγορεύει ότι ο συντάκτης του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, έλαβε υπόψη ότι δεν σταματούν όλα τα αυτοκίνητα με την ίδια ευκολία και στην ίδια απόσταση. Προφανώς, ο συντάκτης αυτού του κώδικα αναφέρει τις πιο συντηρητικές αποστάσεις που πρέπει να τηρούνται, έτσι ώστε να παρέχει ασφαλείς οδηγίες προς τον οδηγό κάθε είδους αυτοκινήτου. Ο ίδιος ο μάρτυρας παραδέχτηκε ότι «αυτός ο πίνακας δίνει παραπάνω απόσταση από ό,τι τα οχήματα μπορούν να σταματήσουν». Αποδέχεται δηλαδή ότι ο συγκεκριμένος πίνακας δεν καταγράφει επιστημονικά την απόσταση που το (συγκεκριμένο) Αυτοκίνητο (της Κατηγορούμενης) χρειάζεται για να σταματήσει με αυτές τις ταχύτητες. Δεν χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε άλλο. Η χρήση του εν λόγω πίνακα είναι φανερό ότι δεν προορίζεται για υπολογισμό ταχύτητας αυτοκινήτων αλλά ως καθοδήγηση προς τους οδηγούς για ασφαλή οδήγηση. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, με τον πιο πάνω τρόπο υπολογισμού της ταχύτητας που χρησιμοποίησε ο ΜΥ1, δεν έλαβε υπόψη ότι η Κατηγορουμένη ανέφερε με τη μαρτυρία της ότι πάτησε «σιγά σιγά» τα φρένα του Αυτοκινήτου. Προφανώς οι μετρήσεις του Κώδικα δεν αναφέρονται σε τέτοια χρήση των φρένων. Συνεπώς αυτό αποτελεί επιπλέον λόγο για τον οποίο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο υπολογισμός του. Ως προς τους μάρτυρες που έχω κρίνει αξιόπιστους, δέον να σημειωθεί ότι δεν διέλαθε της προσοχής μου ότι σε κάποια σημεία μαρτυρία τους, εντοπίζονται κάποιες αντιφάσεις και κενά σε επουσιώδη θέματα. Δεν ήταν όμως τέτοιες ή τέτοια, που να μπορούν να με οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι κάποιος από τους μάρτυρες είναι αναξιόπιστος ή ότι υπήρξε, από οποιοδήποτε από αυτούς, εσκεμμένη προσπάθεια να παρουσιάσει τα γεγονότα με τρόπο που θα βοηθούσε την μια ή την άλλη πλευρά. Εξάλλου είναι φυσιολογικό, μετά από την παρέλευση σημαντικού χρονικού διαστήματος να μην θυμόντουσαν κάθε λεπτομέρεια που περιβάλλει την υπόθεση. Παραπέμπω σχετικά με το θέμα στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» Β Έκδοση των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, στη σελίδα 136 - 137, «(γ) Μνήμη Μαρτύρων Και παρέλευση Χρόνου. Ίσως είναι και ανθρωπίνως αδύνατο - χωρίς τούτο να υπονοεί ότι δεν υπάρχουν και άτομα με εξαιρετικό μνημονικό (Coleman v Wathen
(1793)5 TR 245) - όταν οι μάρτυρες καταθέτουν μετά από παρέλευση χρόνου να θυμούνται κάθε λεπτομέρεια του επίδικου περιστατικού (Ιωσηφίδη v Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 243/12, ημ. 2.5.14) και να περιγράφουν τα γεγονότα κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο που τα περιέγραψαν στην Αστυνομία (Κλεοβούλου V Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 17). Όταν η μαρτυρία αφορά σε ανάκληση γεγονότων που συνέβησαν πολύ παλιά, το Δικαστήριο οφείλει να την προσεγγίζει με επιφυλακτικότητα και να αυτοπροειδοποιείται δεόντως (Damevski v. Hope
(2016)NSWSC 1231). Στην Σκορδέλλη και Άλλων v Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 101/13, ημ. 6.6.16, το Εφετείο, διά της Ψαρά-Μιλτιάδους, Δ., σημείωσε ότι: «η ανθρώπινη μνήμη δεν λειτουργεί μηχανιστικά και σίγουρα ο ανθρώπινος νους δεν εργάζεται ως ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής ώστε να καταγράφει εξομοιωτικά και να αναπαράγει με τον ίδιο τρόπο λεπτομέρειες περιγράφοντας μια σκηνή ή ένα επεισόδιο. Στο κάθε άτομο, ενδεχομένως να εντυπώνονται διαφορετικές λεπτομέρειες με βάση τα προκρίματα και τα ενδιαφέροντα του.» Ευρήματα Στις 19/06/2019 περί η ώρα 00:25 η Κατηγορούμενη οδηγούσε το Αυτοκίνητο με κατεύθυνση από Περιστερώνα προς Ορούντα. Όταν βγήκε από το χωριό Περιστερώνα, και ενώ η ταχύτητά της ήταν περίπου 70 ΧΑΩ, αντιλήφθηκε σε πολύ μικρή απόσταση από αυτήν τον ΜΚ6 να ποδηλατεί στην αριστερή πλευρά του δρόμου και να έχει επίσης κατεύθυνση προς Ορούντα. Η Κατηγορούμενη με μικρό ελιγμό προς τα δεξιά (ως η πορεία της) προσπέρασε τον ΜΚ6. Μόλις η Κατηγορούμενη προσπέρασε τον ΜΚ6, πρόσεξε το Θύμα να διασταυρώνει κάθετα με κατεύθυνση από δεξιά προς αριστερά (ως η πορεία της) και λόγω της πολύ μικρής απόστασης δεν πρόλαβε να αντιδράσει, με αποτέλεσμα να επέλθει η μοιραία σύγκρουση που προκάλεσε και τον θάνατό του Θύματος. Ούτε το Θύμα ούτε το Ποδήλατο έφεραν φώτα ή αντανακλαστικά που να βοηθούν στον εντοπισμό τους στο σκοτάδι. Το Ποδήλατο διέθετε πορτοκαλί αντανακλαστικές πέτρες στα πετάλια αλλά με δεδομένο ότι η κατεύθυνση του ποδηλάτου ήταν κάθετη ως προς την πορεία της Κατηγορουμένης δεν ήταν καθόλου βοηθητικές. Έφερε επίσης στο πίσω μέρος φαναράκι το οποίο όμως δεν λειτουργούσε. Το Θύμα φορούσε σκούρα ρούχα. Το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της νύχτας, ο καιρός ήταν αίθριος, ο δρόμος δεν φωτιζόταν από οδικό φωτισμό και χωρίς τη χρήση του φωτισμού των διερχόμενων οχημάτων επικρατούσαν συνθήκες απόλυτου σκότους. Δεν υπήρχαν οποιαδήποτε τεχνητά ή φυσικά εμπόδια που να εμπόδιζαν την ορατότητα της Κατηγορουμένης προς το Θύμα. Είναι άγνωστη η στάση των φώτων πορείας της Κατηγορούμενης κατά τον ουσιώδη χρόνο όμως είχε τα φώτα της σε λειτουργία. Η άσφαλτος ήταν στεγνή και καθαρή, ο δρόμος διπλής κατεύθυνσης, με μια λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε πορεία οι οποίες στη μέση διαχωρίζονταν με διακεκομμένη άσπρη γραμμή. Στις δύο άκρες του δρόμου υπήρχε ασφάλτινο έρεισμα, το οποίο δεν είχε υψομετρική διάφορα σε σχέση με την άσφαλτο. Μετά το ασφάλτινο έρεισμα ακολουθούσε χωμάτινο έρεισμα, επίσης στο ίδιο υψομετρικό επίπεδο με το ασφάλτινο. Το σημείο του δυστυχήματος βρίσκεται εκτός κατοικημένης περιοχής και το όριο ταχύτητας ήταν 65 ΧΑΩ. Στα 24,30 μέτρα πριν από το σημείο σύγκρουσης («Χ» στο σχέδιο σκηνής) υπήρχε πινακίδα που έδειχνε ότι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν 65 ΧΑΩ. Πριν το σημείο αυτό το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ήταν 50 ΧΑΩ. Νομική Πτυχή Στις ποινικές υποθέσεις αποτελεί πάγια αρχή ότι το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων της κάθε κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα Αρχή και η ενοχή πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Woolmington v D.P.P. 25 Cr. App. R. 72, Charitonos and Others v. The Republic
(1971)2 CLR 40). Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη, αλλά και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας (Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110). Πρώτη Κατηγορία Σύμφωνα με το Άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972 (86/1972) (ως ίσχυε κατά την 3/3/2018): «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1 είναι σχετικό με το τι συνιστά αμέλεια: «Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκο φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού· τον γείτονα, όπως επιγραμματικα αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson [1932] A.C. 562. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Διαφωτιστική είναι επίσης και η πρόσφατη απόφαση Χαραλάμπους ν. Mc Gill, Πολιτική Έφεση Αρ. 38/2015, 18/12/2019 όπου αναφέρθηκε ότι: «Υπό το φως των αλώβητων ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι φανερό ότι ο εφεσείων είχε πλήρη ευθύνη έχοντας υπόψη την διαχρονική και σαφή νομολογία ότι ένας οδηγός οφείλει να επιδεικνύει την ανάλογη επιμέλεια κινούμενος με το όχημα του, έχει δε καθήκον φροντίδας για τους υπόλοιπους που χρησιμοποιούν επίσης τον δρόμο, περιλαμβανομένων και πεζών. Η αμέλεια επί των τροχαίων ατυχημάτων είναι η ίδια και στο αστικό και στο ποινικό δίκαιο και ό,τι διαφέρει είναι ως προς το βάρος απόδειξης, (Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202). Όπως τονίστηκε επανειλημμένα το καθήκον φροντίδας και μέριμνας οφείλεται και επιδεικνύεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη δυνατό να επηρεαστεί από τις πράξεις ενός οδηγού. Το κριτήριο για την διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, με μέτρο το μέσο συνετό και προσεκτικό οδηγό και η πρόβλεψη για την δυνατότητα κινδύνου συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες οδήγησης και το καθήκον της δέουσας παρατηρητικότητας. Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αναμενόμενη ή αντιληπτή, τότε η παράληψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378). Αναφέρθησαν και από τις δυο πλευρές διάφορες αποφάσεις ως προς την κατανομή της ευθύνης και την κατ΄ ισχυρισμόν επίδειξη συντρέχουσας αμέλειας από την πλευρά της εφεσίβλητης. Δεν χρειάζεται όμως αναφορά σε αυτές δεδομένου ότι όπως έχει υποδειχθεί και στη Γεώργιου Μάρκου ν. Παναγιώτη Μιχαήλ ECLI:CY:AD:2018:A310, Πολιτική Έφεση αρ. 246/12 ημερ. 27.6.2018, η αμέλεια ως νομική έννοια εξαντλείται στην πράξη στην εξέταση των πραγματικών γεγονότων της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης. Ούτε είναι μετρήσιμη με απολύτους μαθηματικούς υπολογισμούς, παραμένουσα ζήτημα εκτίμησης και υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών του ατυχήματος στις καθιερωμένες νομολογιακές αρχές. Ο οδηγός έχοντας υπόψη το αντικειμενικό επίπεδο επιμέλειας έχει την υποχρέωση να συμπεριφέρεται κατά τον έλεγχο του οχήματος του όπως αναμένεται από ένα μέσο συνετό οδηγό (Κωνσταντίνου ν. Κατσιάρδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1178). Από την άλλη, οι άλλοι χρήστες του δρόμου, είτε οδηγοί, είτε πεζοί, υπέχουν συντρέχουσα αμέλεια εάν δεν λαμβάνουν μέτρα αυτοπροστασίας. Η συντρέχουσα αμέλεια δεν εδράζεται σε καθήκον επιμέλειας που φέρει ο ενάγων απέναντι στον εναγόμενο, αλλά σε καθήκον αυτοπροστασίας, (Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ ν. Mohammad Al Sharif
(2012)1 Α.Α.Δ. 28). Παράλληλα με τα πιο πάνω, τονίζεται ότι σύμφωνα με την Λουκά v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 187/2018, ημερ. 18/9/2019 ECLI:CY:AD:2019:B375, σε ποινική υπόθεση, έστω και μικρού βαθμού αμέλεια είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη. Δεύτερη Κατηγορία Σύμφωνα με τα εδάφια 2 και 3 του άρθρου 6 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 (ως ίσχυαν στις 19/6/2019):
(2)Τη συναινέση του Αρχηγού της Αστυνομίας, η αρμοδία αρχή δύναται να ορίση, αναφορικώς προς οιανδήποτε οδόν, ανώτατον ή κατώτατον όριον ταχύτητος, όπερ, καθ' όσον αφορά εις οδόν κειμένην εν τη κατωκημένη περιοχή οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου, δεν δύναται να υπερβαίνη τα τεσσαράκοντα μίλια την ώραν το ούτω καθοριζόμενον όριον ταχύτητος θέλει αναγραφή επί πινακίδων τοποθετουμένων επί των οδών κατά τοιούτον τρόπον ώστε ευχερώς να διακρίνωσι ταύτας οι χρησιμοποιούντες τας τοιαύτας οδούς οδηγοί η αρμοδία αρχή δύναται, ωσαύτως τη συναινέσει του Αρχηγού της Αστυνομίας, να μεταβάλη παν ούτω ορισθέν όριον ταχύτητος: Νοείται ότι μέχρις ου η αρμοδία αρχή προβή εις τον ορισμόν τοιούτου ορίου ταχύτητος, τούτο δεν δύναται να υπερβαίνη, εντός των κατωκημένων περιοχών οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου, το όριον των τριάκοντα μιλίων την ώραν.
(3)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού με ταχύτητα μεγαλυτέραν του ανωτάτου ή μικροτέραν του κατωτάτου ορίου ταχύτητος όπερ έχει ορισθή υπό της αρμοδίας αρχής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)ή της επιφυλάξεως αυτού είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης, εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης. Συνεπώς, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, τα οποία θα πρέπει να αποδείξει η Κατηγορούσα Αρχή για να στοιχειοθετήσει την πιο πάνω κατηγορία, είναι τα ακόλουθα: Α) την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος από την Κατηγορούμενη, Β) σε οδό, Γ) ότι στην οδό αυτή η αρμόδια αρχή είχε θέσει ως ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας τα 65 ΧΑΩ Δ) ότι στην συγκεκριμένη οδό είχε τοποθετηθεί πινακίδα που αναγράφει ότι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν τα 65 ΧΑΩ Ε) ότι η Κατηγορούμενη υπερέβηκε το όριο ως αναγράφεται στο Κατηγορητήριο. Τρίτη Κατηγορία Η Τρίτη κατηγορία στηρίζεται στο άρθρο 14
(1)του περί Ρύθμισης της Διακίνησης Ποδηλάτων Νόμος του 2018 (19(I)/2018) που προνοεί ότι: 14.-
(1)Οδηγός μηχανοκίνητου οχήματος οποιασδήποτε κατηγορίας και οποιουδήποτε είδους ή μεγέθους, που οδηγεί το όχημά του σε οποιοδήποτε δρόμο στον οποίο κινείται κατά τον ίδιο χρόνο ποδηλάτης- (α) Προσαρμόζει την ταχύτητα και την πορεία του οχήματός του κατά τρόπο ώστε να διευκολύνεται η διακίνηση του ποδηλάτη. Εφαρμογή ευρημάτων Στην παρούσα υπόθεση αποτελεί εύρημα μου ότι η Κατηγορούμενη πρόσεξε το Θύμα να διασταυρώνει από δεξιά προς αριστερά σε πολύ κοντινή απόσταση από αυτήν. Στο σημείο επικρατούσαν συνθήκες απόλυτου σκότους, το Θύμα και το Ποδήλατό του δεν διέθεταν αντανακλαστικά ή φωτισμό που να βοηθούσαν στον εντοπισμό του και το μόνο που τον καθιστούσε ορατό ήταν τα φώτα πορείας του Αυτοκινήτου της Κατηγορουμένης. Από την πλευρά που ήρθε το Θύμα όμως, βρέθηκε εντός της ακτίνας των φώτων πορείας την τελευταία στιγμή πριν την σύγκρουση. Η Κατηγορούμενη οδηγούσε με ταχύτητα περίπου 70 ΧΑΩ (σε σημείο το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ήταν 65 ΧΑΩ) και ως προς τον ΜΚ6 επέδειξε την απαιτούμενη επιμέλεια αφού παρά γεγονός ότι ούτε αυτός διέθετε φωτισμό στο ποδήλατό του τον πρόσεξε και τον προσπέρασε. Προτού προχωρήσω με εξέταση του κατά πόσον η Κατηγορούμενη ήταν αμελής, διευκρινίζεται ότι η υπερβολική ταχύτητα από μόνη της δεν αποτελεί αμέλεια, εκτός εάν αυτή συνδυαστεί με άλλους παράγοντες. Το ζητούμενο είναι - και αυτό εξετάζεται σε κάθε περίπτωση - εάν το δυστύχημα είναι απόρροια της ταχύτητας, εάν υπάρχει δηλαδή αιτιώδης συνάφεια ταχύτητας και σύγκρουσης (βλ. Savencu v. Αστυνομίας, Ποινική ΄Εφεση Αρ. 194/2019, ημερ. 9/7/2020, Demou v. Constantinou
(1979)1 CLR 21). Στην παρούσα υπόθεση το δυστύχημα ήταν το άμεσο αποτέλεσμα της παράλειψης του Θύματος να αντιληφθεί την παρουσία του Αυτοκινήτου της Κατηγορουμένης στον δρόμο και η προσπάθεια του να διασταυρώσει κάθετα εισερχόμενος στην πορεία της σε σημείο που δεν της άφησε περιθώρια αντίδρασης (βλ. Οδυσσέως Σώζος ν. Νιόβης Χατζηλουκά
(2000)1 ΑΑΔ 185)). Όταν εκδηλώθηκε ο κίνδυνος, η απόσταση του Αυτοκινήτου της Κατηγορούμενης από το Θύμα δεν παρείχε εξ αντικειμένου δυνατότητα αποτροπής της σύγκρουσης (βλ. Murrel ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 217). Σημειώνεται ότι το καθήκον για λήψη προφυλακτικών μέτρων μορφοποιείται ενόψει κινδύνου ο οποίος διαφαίνεται κατά λογική πρόβλεψη (βλ. Βίκης v. Νεοφύτου,
(1990)1 ΑΑΔ 345). Παράλειψη εξαιρετικών προφυλάξεων κατ' απλών πιθανοτήτων δεν συνιστά αμέλεια (Βλ. Βλάσιος ν. Αντωνίου
(1990)1 ΑΑΔ 815). Σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην Κωνσταντίνου v Κατσιαρδή,
(2007)1 ΑΑΔ 1178: «Όταν ο κίνδυνος είναι απρόσμενος και ξαφνικός και δεν προσφέρονται περιθώρια χώρου και χρόνου, έστω δευτερολέπτου, δεν αναμένεται ο οδηγός να ασκήσει ήρεμη κρίση. Η αντίδραση του θα οφείλεται, κατά κύριο λόγο, μάλλον στη λειτουργία των αντανακλαστικών του. Σ΄ αυτή την αγωνιώδη προσπάθεια ο κάθε οδηγός μπορεί να αντιδράσει διαφορετικά. Δεν αναμένεται να κριθεί η ορθότητα της αντίδρασης του εκ των υστέρων με την άνεση χρόνου και σκέψης που διαθέτουν τρίτοι, οι οποίοι και σε μια τέτοια περίπτωση προβαίνουν σε άσκηση επί χάρτου.» Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές στην παρούσα υπόθεση καταλήγω ότι δεν έχει αποδειχτεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η Κατηγορούμενη έχει διαπράξει το αδίκημα της πρώτης Κατηγορίας. Ως προς το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, δεν μου έχει διαφύγει ότι η Κατηγορουμένη ανέφερε ότι οδηγούσε με περίπου 70 ΧΑΩ. Ούτε η αναφορά της αυτή όμως είναι ικανή να οδηγήσει σε καταδίκη, έστω για την συγκεκριμένη υπέρβαση. Είναι σαφές ότι η Κατηγορούμενη ανέφερε αυτή την ταχύτητα κατά προσέγγιση και ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι είχε προσέξει ότι αυτή ήταν η ακριβής ταχύτητα που πράγματι οδηγούσε. Μια τέτοια αναφορά ασφαλώς δεν μπορεί να οδηγήσει σε καταδίκη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Με δεδομένο λοιπόν ότι οι μετρήσεις και των δύο πραγματογνωμόνων ως προς την ταχύτητά της δεν έγιναν αποδεκτές από το Δικαστήριο, δεν έχει αποδειχτεί ούτε η διάπραξη της δεύτερης κατηγορίας. Ούτε το αδίκημα της Τρίτης κατηγορίας έχει αποδειχτεί, αφού ως προς τον ΜΚ6 η Κατηγορούμενη προσάρμοσε τόσο την ταχύτητα όσο και την πορεία της με τρόπο που διευκόλυνε την πορεία του. Ως προς το καθήκον της έναντι στο Θύμα (με βάση το άρθρο 14
(1)του Ν. 19(Ι)/2018), για τους ίδιους λόγους που αναλύονται πιο πάνω προκύπτει ξεκάθαρα και χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε περαιτέρω ανάλυση ότι δεν έχει αποδειχτεί η κατηγορία. Κατάληξη Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει αποδείξει την ενοχή της Κατηγορουμένης στις κατηγορίες 1, 2 και 3. Η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες. [Υπ.] .............. Α. Γ. Λοΐζου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Δεν αποκλείεται να αποδόθηκε λανθασμένη μετάφραση καθώς το «αλκοολικός» και το «μεθυσμένος» στην Αγγλική αποδίδονται με τη λέξη «drunk». Σημειώνεται ότι η Αγγλική ήταν η ενδιάμεση γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε για μετάφραση από τα Σριλανκέζικα στα Ελληνικά. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.