← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. M.Π., Ποιν. Υπόθεση: 11293/21, 28/4/2023

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. M.Π., Ποιν. Υπόθεση: 11293/21, 28/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2023:6 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Χ. B. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ. Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Ποιν. Υπόθεση: 11293/21 Δημοκρατία Κατηγορούσα Αρχή ν. M.Π. Κατηγορουμένου 28 Απριλίου 2023 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ. Κυθραιώτου, για Γενικό Εισαγγελέα Για Κατηγορούμενο: κ. Ε. Ευσταθίου, με κ. Νικολετόπουλο. Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής σε τέσσερις κατηγορίες που αφορούν τα κάτωθι αδικήματα: · Απόπειρα φόνου κατά παράβαση του άρθρου 214(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (κατηγορία 2) · Μεταφορά πυροβόλου όπλου ΔΟΚΟ (κατηγορίας Γ8) εντός κλειστής περιόδου χωρίς άδεια κατά παράβαση του άρθρου 28

(2)του περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Ν.113
(1)/04 (κατηγορία 3) · Κατοχή εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια κατά παράβαση του άρθρου 4
(4)του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ.54 (κατηγορία 4) · Ανθρωποκτονία κατά παράβαση του άρθρου 205 και του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (κατηγορία 5) Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών ο Κατηγορούμενος στις 11.8.21 στο ΧΧΧΧΧ με τη χρήση πυροβόλου όπλου αποπειράθηκε αφενός να επιφέρει τον θάνατο του Φ.Α. και αφετέρου επέφερε τον θάνατο του Σ.Α. Οι κατηγορίες της παράνομης μεταφοράς ΔΟΚΟ και της κατοχής εκρηκτικών αφορούν το χρησιμοποιηθέν κατά τη διάπραξη των ανωτέρω αδικημάτων όπλο και τα 13 κατεχόμενα φυσίγγια αντίστοιχα. Σημειώνεται στο σημείο αυτό πως μετά την έκθεση των γεγονότων και την αγόρευση προς μετριασμό προέκυψαν αμφισβητήσεις αφενός κάποιων γεγονότων από την πλευρά της Υπεράσπισης και αφετέρου κάποιων θέσεων ή ελαφρυντικών παραγόντων από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, οι οποίες οδήγησαν στη διεξαγωγή δύο διαδικασιών τύπου Newton, (Κανονικής και Αντίστροφης) σε σχέση με τις οποίες εκδόθηκε σχετική ενιαία απόφαση στις 4.4.
  1. Πιο κάτω παρατίθενται τα γεγονότα ως έχουν αποκρυσταλλωθεί μετά την έκδοση της πιο πάνω απόφασης επί των δύο διαδικασιών Newton. Α. Γεγονότα
  2. Ο Φ.Α. («Παραπονούμενος») γεννήθηκε την ΧΧΧΧΧ. Είναι νυμφευμένος και από τον γάμο του απέκτησε δύο παιδιά, τον Σ.Α. («Θύμα») και την Ά.Α. (Μ.Υ.1). Κατά τον επίδικο χρόνο διέμενε σε ισόγειο οικία, στο ΧΧΧΧΧ, μαζί με τη σύζυγο του, τη θυγατέρα του (Μ.Υ.1) και τον σύντροφο της θυγατέρας του. Είναι συνιδιοκτήτης εργοληπτικής εταιρείας, στην οποία εργαζόταν μέχρι την επίδικη ημέρα.
  3. Το Θύμα γεννήθηκε στις ΧΧΧΧΧ. Το 2019 παντρεύτηκε και από το 2020 μέχρι και την ημέρα του θανάτου του, διέμενε με τη σύζυγο του (Λ.Ν.) σε ανώγειο κατοικία πάνω από την οικία του Παραπονούμενου. Εργαζόταν στην προαναφερθείσα εργοληπτική εταιρεία, ενώ παράλληλα σπούδαζε λογιστικά-χρηματοοικονομικά.
  4. Ο Κατηγορούμενος γεννήθηκε στις ΧΧΧΧΧ. Από το 2005 μέχρι και τη σύλληψη του, διέμενε σε οικία, που γειτνιάζει με τις οικίες του Παραπονούμενου και Θύματος, με τη σύζυγο του και τα τρία παιδιά τους. Μέχρι το 2014 εργαζόταν ως *** και από τότε είναι άνεργος.
  5. Το τεμάχιο εντός του οποίου βρίσκονται οι οικίες του Παραπονούμενου και του Θύματος (ισόγειος και ανώγειος) βρίσκεται ακριβώς δίπλα από το τεμάχιο της οικίας του Κατηγορούμενου. Τα εν λόγω δύο τεμάχια διαχωρίζονται με τοίχο ύψους 1,20 μέτρων περίπου («ο διαχωριστικός τοίχος»). Συγκεκριμένα από τη μία πλευρά του τοίχου βρίσκεται ο χώρος στάθμευσης του Παραπονούμενου και του Θύματος και από την άλλη πλευρά η αυλή του Κατηγορούμενου.
  6. Μέχρι και το επίδικο γεγονός, ο Κατηγορούμενος δεν διατηρούσε ιδιαίτερες σχέσεις με την οικογένεια του θύματος. Οι σχέσεις τους ήταν τυπικές. Ο Κατηγορούμενος όμως κατά διαστήματα προέβαινε σε παράπονα που αφορούσαν στη στάθμευση διαφόρων οχημάτων μπροστά στην οικία του, περιλαμβανoμένων οχημάτων επισκεπτών της οικογένειας του Θύματος. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο Κατηγορούμενος διαμαρτυρόταν έντονα (φώναζε) για τη στάθμευση των εν λόγω οχημάτων. Ως εκ τούτου η οικογένεια του Θύματος προσπαθούσε να είναι προσεκτική στον χώρο όπου στάθμευαν τα οχήματα τους για να μην δημιουργούνται προβλήματα με τον Κατηγορούμενο.
  7. Στις 10.8.21 ο Παραπονούμενος με το Θύμα προέβησαν σε επιδιόρθωση της ράμπας του χώρου στάθμευσης τους. Όταν το βράδυ τελείωσαν την εργασία τους, ο Παραπονούμενος στάθμευσε το φορτηγό όχημα του μπροστά στη ράμπα για να εμποδίσει την είσοδο μέχρι να στεγνώσει το μπετόν που είχαν τοποθετήσει.
  8. Τo πρωί της 11.8.21 το Θύμα με τη σύζυγο του (Λ.Ν.), καθώς και ο Παραπονούμενος με τη σύζυγο και θυγατέρα του βρίσκονταν στις οικίες τους λόγω καλοκαιρινών διακοπών. Από τες 07:00 περίπου ο Παραπονούμενος μαζί με το Θύμα βρίσκονταν στο εξωτερικό μέρος της οικίας τους προβαίνοντας σε κάποιες επιδιορθώσεις.
  9. To ίδιο πρωϊνό ο Κατηγορούμενος, όντας νευριασμένος με τους γείτονες του ένεκα γεγονότων που είχαν επισυμβεί την προηγούμενη μέρα και σχετίζοντο με το ζήτημα της στάθμευσης, αφού ξύπνησε και κατανάλωσε ¼ της φιάλης ζιβανία, βγήκε έξω στην αυλή για να κάνει κάποιες εργασίες και έριξε λιωμένες ντομάτες και σπαγγέττι στην αυλή του Παραπονούμενου και του Θύματος. Ο Παραπονούμενος με το Θύμα, οι οποίοι εκτελούσαν εργασίες στην οικία τους, αντιλήφθηκαν τις ντομάτες στον δικό τους χώρο στάθμευσης και εντόπισαν σε κάποια στιγμή τον Κατηγορούμενο να ευρίσκεται μέσα στην αυλή του να φωνάζει και να υβρίζει αναφορικά με το ζήτημα της στάθμευσης και εν γένει να ευρίσκεται σε «έξαρση» και εκτός εαυτού. Ο Παραπονούμενος στο στάδιο αυτό ήταν ήρεμος και προσπάθησε να ηρεμήσει και τον Κατηγορούμενο, ενώ επίσης ήρεμο ήταν και το Θύμα το οποίο ανέβηκε στην οικία του όπου η βρισκόταν η σύζυγος του (Λ.Ν.) την οποία ρώτησε κατά πόσον η σακούλα σκουπιδιών που είχαν κατεβάσει την προηγούμενη μέρα είχε ντομάτες μέσα, ενημερώνοντας την ότι βρήκαν ντομάτες και προσπαθώντας έτσι να διακριβώσει τη προέλευση των ντομάτων. Η Λ.Ν. απάντησε αρνητικά στο Θύμα, το οποίο κατέβηκε κάτω. Η ίδια κατέβηκε μετά από λίγο αφού άκουε πλέον φωνές τις οποίες δεν μπορούσε να προσδιορίσει και οι οποίες είχαν ήδη οδηγήσει τη σύζυγο και την κόρη του Κατηγορούμενου (Μ.Υ.3 και Μ.Υ.2), καθώς και τη Μ.Υ.1 και τη μητέρα της να βγουν έξω από τις οικίες τους.
  10. Στο ενδιάμεσο και αφότου διαφάνηκε πως οι ντομάτες προέρχονταν από τον Κατηγορούμενο, o οποίος συνέχιζε να υβρίζει και να φωνάζει, είχε αρχίσει ένας λεκτικός διαπληκτισμός μεταξύ Παραπονούμενου και Θύματος από τη μια και Κατηγορούμενου από την άλλη. Εξ ου και όταν η Λ.Ν. κατέβηκε κάτω, είδε το Θύμα, τον Παραπονούμενο και την πεθερά της να βρίσκονται στον χώρο στάθμευσης να λογομαχούν με τον Κατηγορούμενο ο οποίος βρισκόταν στην αυλή του. Στο πλαίσιο αυτό υπήρξε λεκτική αντιπαράθεση/λογομαχία μεταξύ των δυο πλευρών στο πλαίσιο της οποίας εκστομίστηκαν διάφορες εκφράσεις όπως «Εκατάστρεψες μου το σπίτι μου, ξιτιμάζεις τον άντρα μου, εμπλέξαμε μαζί σου», «Εν αντρέπεσαι; Ίντα που κάμεις του μιτσή; Εγέμωσες τον τόπο ντομάτες», «εν να σε σφάξω, εν να σας παίξω, εν να σε διαλύσω, εν να σε θάψω», «γαμώτα, εννά σε κάμω άχρηστο, εννά σε κάμω κιμά, εκατάστρεψες μας, εκατάστρεψες το σπίτι μας». Στην εν λόγω λογομαχία συμμετείχε και η σύζυγος του Θύματος (Λ.Ν.) η οποία είχε επίσης θυμώσει πολύ, φώναζε και ύβριζε ενώ επίσης θυμωμένοι ήταν και ο Παραπονούμενος και το Θύμα. Επίσης η Λ.Ν. αλλά και ο Παραπονούμενος έριξαν πίσω στην οικία του Κατηγορούμενου ντομάτες από εκείνες που βρήκαν στην αυλή τους.
  11. Ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η ως άνω λεκτική αντιπαράθεση, και στην παρουσία των Μ.Υ.1, ΜΥ.2 και Μ.Υ.3 αλλά και της Λ.Ν. και της συζύγου του Παραπονούμενου, ο τελευταίος ευρισκόμενος κοντά στον μεσότοιχο των δύο οικιών ακούμπησε τα χέρια του στον εν λόγω διαχωριστικό τοίχο, ενέργεια η οποία εκλήφθηκε από τον Κατηγορούμενο ως προσπάθεια του να εισέλθει στην οικία του. Τότε ο Κατηγορούμενος πήρε σβανά και επιχείρησε να χτυπήσει τον Παραπονούμενο, ο οποίος κινήθηκε προς τα πίσω αποφεύγοντας το χτύπημα. Κατά τον ίδιο χρόνο ο Κατηγορούμενος είπε στον Παραπονούμενο μεταξύ άλλων ότι θα τον θάψει, αναφορά στην οποία ο Παραπονούμενος απάντησε λέγοντας του « μα ποιον εν να θάψεις, εν να σε κάμω να φύεις νύχτα που δαμαί». Η σύζυγος του Παραπονούμενου προέτρεπε το Θύμα να καλέσουν την Αστυνομία. Το Θύμα είπε στη σύζυγο του να τηλεφωνήσει στην Αστυνομία και η ίδια ανέβηκε στην ανώγειο οικία τους για να πάρει το τηλέφωνο της. Την ίδια στιγμή η Μ.Υ.1 εισήλθε στην ισόγειο οικία για να τηλεφωνήσει από το σταθερό και αυτή στην Αστυνομία για τα διαδραματισθέντα.
  12. Σε αυτό το σημείο ο Κατηγορούμενος αποχώρησε από το σημείο της αυλής του όπου βρισκόταν, εισήλθε στην οικία του, πήγε στο υπνοδωμάτιο του και ανέσυρε από το ερμάρι του το επίδικο κυνηγετικό όπλο τύπου ΔΟΚΟ και αφού το συναρμολόγησε, έπιασε δύο πλήρη φυσιγγία από θήκη φυσιγγίων και τα έβαλε μέσα στο όπλο. Εξήλθε από την οικία του κρατώντας το και κατευθύνθηκε ξανά στο σημείο της αυλής του όπου βρισκόταν προηγουμένως, κοντά στον διαχωριστικό τοίχο και σημάδεψε πρώτα το Θύμα προς το οποίο και πυροβόλησε, επιφέροντας τον θάνατο του ενώ ακολούθως πυροβόλησε με στόχο τον Παραπονούμενο, τον οποίο και τραυμάτισε.
  13. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος (με πρόθεση θανάτωσης του Θύματος) σήκωσε το όπλο, σημάδεψε το θύμα και λέγοντας τη φράση «εννά σας θάψω» το πυροβόλησε. Από τον πυροβολισμό, το Θύμα έπεσε αιμόφυρτο στο έδαφος μπροστά στην καγκελόπορτα του χώρου στάθμευσης (κατηγορία 5). Ακολούθως και μετά τον πρώτο πυροβολισμό, ο Κατηγορούμενος (με πρόθεση θανάτωσης του Παραπονούμενου) έστρεψε το όπλο του προς τον Παραπονούμενο, τον σημάδεψε και τον πυροβόλησε με αποτέλεσμα και αυτός να πέσει στο έδαφος (κατηγορία 2). Ο Παραπονούμενος, κρατώντας το κεφάλι του, ζητούσε όπως του φέρουν ένα σεντόνι για να κλείσει την πληγή και ρωτούσε κατά πόσο το Θύμα ήταν καλά.
  14. Κατά τους πυροβολισμούς, Παραπονούμενος και Θύμα βρίσκονταν πίσω από το διαχωριστικό τοίχο σε πολύ κοντινή απόσταση από τον Κατηγορούμενο.
  15. Αμέσως η μητέρα του Θύματος, η οποία είναι νοσηλεύτρια, πλησίασε το θύμα για να του παράσχει πρώτες βοήθειες. Αντιλαμβανόμενη όμως ότι το Θύμα δεν είχε πλέον παλμό, υπέστη λιποθυμικό επεισόδιο.
  16. Λόγω των πυροβολισμών επικράτησε πανικός, με κάποιους από τους γείτονες να τρέχουν να κρυφτούν στα σπίτια τους, άλλους να τρέχουν να βοηθήσουν τον Παραπονούμενο και το Θύμα και άλλους να καλούν την Αστυνομία. Ένας εκ των γειτόνων, ο οποίος έτρεξε να βοηθήσει, είδε τον Κατηγορούμενο να στέκεται μέσα στην αυλή του, να κρατά το όπλο και να το γυρίζει προς το μέρος του χωρίς να του πει οτιδήποτε.
  17. Ακολούθως ο Κατηγορούμενος εισήλθε στην οικία του, φόρεσε τη δερμάτινη κυνηγετική ζώνη, η οποία περιείχε πλέον εννέα πλήρη φυσίγγια κυνηγετικού όπλου αφού τοποθέτησε στο όπλο που εξακολουθούσε να έχει στην κατοχή του δύο νέα πλήρη φυσίγγια κυνηγετικού όπλου, φοβούμενος μήπως τον αναζητήσουν συγγενείς του Θύματος.
  18. Στη συνέχεια διέφυγε από την πίσω πλευρά της αυλής του χρησιμοποιώντας μία μικρή σιδερένια σκάλα.
  19. Κατά τη διαφυγή του συνάντησε μία γειτόνισσα του, που τον φρόντιζε παλιά όταν αυτός νοσηλευόταν στο νοσοκομείο, και της ανέφερε: «Σ' ευχαριστώ που με φρόντιζες στην εντατική, δεν θα με ξαναδείς». Επίσης συνάντησε ακόμη ένα γείτονα του, στον οποίο όταν ρώτησε τι συνέβη, απάντησε: «Εφέραν με μέχρι το αμήν τζιαι έκαμα το. Εάν επαρεξηγηθήκαμε να με συγχωρέσεις». Του ανέφερε επίσης: «εννά ρτω δαμαί πόξω να περιμένω να έρτει η Αστυνομία να με πιάσει».
  20. Η μεταφορά του εν λόγω όπλου από τον Κατηγορούμενο, ως αναφέρεται ανωτέρω, έγινε κατά τη διάρκεια κλειστής περιόδου για το κυνήγι χωρίς ειδική άδεια από τον Αρχηγό Αστυνομίας. Συγκεκριμένα για το έτος 2021, κλειστή περίοδος κυνηγίου ήταν η περίοδος από 1.3.21 μέχρι 15.8.21 (κατηγορία 3).
  21. Η κατοχή, από τον Κατηγορούμενο, των 13 πλήρων φυσιγγίων κυνηγετικού όπλου, ως αυτά αναφέρονται πιο πάνω, ήταν χωρίς την άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών (κατηγορία 4).
  22. Περί ώρα 09:00, η Αστυνομία μετέβη στη σκηνή κατόπιν πληροφορίας ότι υπήρχε τραυματίας λόγω πυροβολισμών. Κατά την άφιξη της ενημερώθηκε από πρόσωπα που βρίσκονταν στο μέρος για τις συνθήκες διάπραξης του περιστατικού και για το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στην οικία του, έχοντας στην κατοχή του κυνηγετικό όπλο. Προς εντοπισμό του, δύο μέλη της Αστυνομίας κατευθύνθηκαν προς την οικία του όπου και τον εντόπισαν σε χωράφι στην πίσω πλευρά της οικίας του να έχει στην κατοχή του το όπλο, να φορεί την κυνηγετική ζώνη και να απομακρύνεται με γρήγορο βήμα. Η Αστυνομία κάλεσε τον Κατηγορούμενο να σταματήσει και τότε αυτός άνοιξε το κυνηγετικό όπλο που κρατούσε και έπεσαν από μέσα τα δύο φυσίγγια. Ακολούθως αφαίρεσε τη ζώνη που φορούσε.
  23. Ο Κατηγορούμενος τέθηκε υπό σύλληψη για τα αυτόφωρα αδικήματα που διέπραξε. Αφού του επεστήθη η προσοχή, αυτός προέβη στις ακόλουθες δηλώσεις: «έπιατο τζιαι έπαιξα τους, είπαν μου εννά με θάψουν, είμαι ένοχος εγώ φταίω τζείνοι εν φταίουν», «είπαν μου εννά με θάψουν τζιαι έπαιξα τους τζιαι τους θκιο», «ε αφού είπαν μου εννά με θάψουν έπαιξα τους εγώ πρώτος», «προσέχετε την γεναίκα μου τζιαι το μωρόν μου που εν μες το σπίτι μου».
  24. Στο εν λόγω σημείο και αφού του επεστήθη εκ νέου η προσοχή, αυτός ανέφερε τα πιο κάτω: «Για το τι έγινε σήμερα το πρωί δαμαί στο σπίτι μου θα σου το πω να το γράψεις. Εχτές είχα μια παρεξήγηση με τους γειτόνους μου, τους Σ... και Φ... που μεινίσκουν στο 17 δίπλα που το σπίτι μου. Η παρεξήγηση ήταν επειδή επαρκάραν το αυτοκινήτο τους μπροστά που την πόρτα του σπιτιού μου. Το θέμα έληξε όμως εχτές. Σήμερα το πρωί ο Σ... τζιαι ο Φ... εφωνάζαν μου για κάτι ντομάτες που εβρεθήκαν σπίτι τους. Η γυναίκα του Σ... εφώναζε ότι καλούσε την Αστυνομία και μου έσυρε πίσω 2-3 ντομάτες. Ακολούθησαν κάποιες απειλές από πλευράς τους ότι θα με κάμουν να φύγω νύχτα που δαμαί και ότι θα με θάψουν και ότι θα με παίξουν. Εγώ δεν τους είπα τίποτε μπήκα στο σπίτι μου έστησα το κυνηγετικό μου έβαλα 2 χαρτούτσιες τζιαι έπαιξα 2 χαρτούτσιες προς το μέρος τους τζιαι έφυα πήγα στο σπίτι μου.», «Εγώ έπαιξα προς το μέρος τους τζιαι ήρτε η Αστυνομία τζιαι εσυλλάβαν με. Εν όπως σου τα είπα τα πιο πάνω τζιαι έγραψες τα. Εγώ τούτα που έγραψες εδιάβασα τα τζιαι συμφωνώ».
  25. Στη σκηνή κλήθηκε ασθενοφόρο και με την άφιξη των νοσηλευτών διαπιστώθηκε ότι το Θύμα δεν έφερε σημεία ζωής. Κατά την αυτοψία στη σκηνή από ιατροδικαστές, διαπιστώθηκε ότι το Θύμα έφερε τραύματα από σφαιρίδια όπλου στο πρόσωπο, στην αριστερή τραχηλική καρωτιδική πλευρά και αριστερή ωμοπλάτη.
  26. Ο Παραπονούμενος διακομίστηκε με ασθενοφόρο στο Τ.Α.Ε.Π. του Γ.Ν. Λευκωσίας. Διαπιστώθηκε ότι αυτός έφερε τραύματα από πυροβόλο όπλο στη δεξιά ωμική ζώνη, δεξιά τραχηλική περιοχή, σχεδόν σε όλο το δεξί ήμισυ του προσώπου του, θλαστικό δεξιού ωτός, και κάταγμα κλείδας. Επειδή η κατάσταση της υγείας του κρίθηκε κρίσιμη, διασωληνώθηκε λόγω τραχηλικού αιματώματος και επαπειλούμενου αεραγωγού. Οδηγήθηκε στον αξονικό τομογράφο όπου τοποθετήθηκε σωλήνας θωρακικής παροχέτευσης λόγω αιμοθώρακα δεξιά και κεντρική φλέβα στην αριστερή μηριαία. Περαιτέρω έγινε συρραφή του θλαστικού λοβίου ωτός δεξιά. Οδηγήθηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας σε καταστολή όπου παρέμεινε μέχρι τις 19.8.
  27. Στις 20.8.21 μεταφέρθηκε στο Χειρουργικό Τμήμα. Πήρε εξιτήριο στις 25.8.
  28. Από την ιατροδικαστική εξέταση του Θύματος διαπιστώθηκε ότι ο θάνατος του επήλθε από αιμορραγικό σοκ συνεπεία ρήξεως αριστερής καρωτίδας και αγγείων του λαιμού, προκληθείσης από πυροβόλο όπλο.
  29. Ο Κατηγορούμενος συνελήφθη στις 11.8.21 βάσει δικαστικού εντάλματος για φόνο εκ προμελέτης, απόπειρα φόνου και για πράξεις που σκοπεύουν στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης. Αφού του επεστήθη η προσοχή στον νόμο, αυτός απάντησε: «Τον φόνο εκ προμελέτης δεν τον παραδέχομαι, τα άλλα παραδέχουμε τα». Έκτοτε τελεί υπό κράτηση.
  30. Ακολούθως ο Κατηγορούμενος προέβη σε θεληματική κατάθεση, στην οποία ομολόγησε ότι ήταν το πρόσωπο που πυροβόλησε τον Παραπονούμενο και το Θύμα, δίδοντας τους δικούς του ισχυρισμούς αναφορικά με τους λόγους που τον οδήγησαν σε αυτό.
  31. O Κατηγορούμενος εξετάστηκε από ψυχίατρο των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας όπου διαπιστώθηκε ότι είναι ικανός να παρακολουθήσει τη δικαστική διαδικασία.
  32. Ο Κατηγορούμενος προέβη επίσης σε υποδείξεις σκηνών. Μεταξύ άλλων υπέδειξε ένα σακούλι με ντομάτες στην πίσω αυλή του σπιτιού του αναφέροντας «εν τούτες οι τομάτες που έσυρα ποτζιεί», το σημείο έξω από την οικία του όπου λογομάχησε με Θύμα/Παραπονούμενο, το παράθυρο του υπνοδωματίου του ως το παράθυρο από το οποίο μπήκε για να πιάσει το κυνηγετικό όπλο, το σημείο του κρεβατιού πάνω στο οποίο συναρμολόγησε το όπλο και τοποθέτησε τα φυσίγγια, καθώς και το σημείο που στεκόταν όταν πυροβόλησε.
  33. Μετά το συμβάν, η οικογένεια του Θύματος εξετάστηκε και παρακολουθείται από ψυχίατρο των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας όπου διαπιστώθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με την υγεία τους: - O Παραπονούμενος παρουσιάζει Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες και ως εκ τούτου του χορηγείται φαρμακευτική αγωγή και παρακολουθείται. Συγκεκριμένα, παρουσιάζει μειωμένη διάθεση, άγχος (έντονο, όταν πλησιάζουν οι ημερομηνίες μνημοσύνων, όταν ακούει σειρήνες ασθενοφόρων, όταν συζητά το γεγονός), διαταραχές ύπνου, ευερεθιστικότητα, ανακλήσεις (flashbacks) του γεγονότος, δυσκολία να μεταβεί στην εργασία του, ενοχές και αποφευκτικές συμπεριφορές (δεν μπορεί να πάει στην εργασία του, στον χώρο όπου εργαζόνταν με το θύμα). Λόγω της ψυχικής του κατάστασης αλλά και των σωματικών προβλημάτων που ακόμη αντιμετωπίζει συνεπεία του τραυματισμού του εξακολουθεί να μην εργάζεται. Σημειώνεται ότι λόγω του τραυματισμού του, το δεξί χέρι του δεν λειτουργεί κανονικά, πράγμα που δεν του επιτρέπει να εξασκήσει το επάγγελμα του οικοδόμου που είναι το μοναδικό που γνωρίζει να κάνει. - Η μητέρα του Θύματος παρουσιάζει Διαταραχή Προσαρμογής και Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες. Συγκεκριμένα παρουσιάζει μειωμένη διάθεση, εκρήξεις θυμού, ευχές θανάτου, αϋπνία, έντονες ανακλήσεις (flashbacks) του γεγονότος και αποφευκτικές συμπεριφορές προς οτιδήποτε θυμίζει το γεγονός. Έλαβε φαρμακευτική αγωγή για μικρό χρονικό διάστημα την οποία διέκοψε. Λόγω της ψυχικής της κατάστασης εργάζεται περιστασιακά. - Η αδελφή του Θύματος παρουσιάζει μειωμένη διάθεση, διαταραχές συγκέντρωσης, εκρήξεις θυμού, κρίσεις πανικού και έντονες ανακλήσεις (flashbacks) του γεγονότος. Δεν έλαβε μέχρι σήμερα οποιαδήποτε φαρμακευτική αγωγή.
  34. Ο Κατηγορούμενος ήταν χρόνιος αλκοολικός. Το πρωί της 11.8.2021 κατανάλωσε ¼ της φιάλης ζιβανία, δηλαδή είτε 250ml είτε 175ml. Η πρωινή κατανάλωση αλκοόλ είναι ένδειξη αλκοολικού, ενώ η προαναφερθείσα ποσότητα αλκοόλ είναι μεγάλη. Εντός μίας ώρας από την εν λόγω κατανάλωση, υπήρχε ακόμα υψηλή αλκοόλη στο αίμα του Κατηγορούμενου και έτσι ούτε μπορούσε να ενεργοποιηθεί ούτε και ενεργοποιήθηκε στερητικό της αλκοόλης σύνδρομο. Από τη στιγμή της σύλληψής του μέχρι που εξετάστηκε από τις ψυχιάτρους Ταντελέ και Χριστοδουλίδου την επομένη το πρωί, ο Κατηγορούμενος δεν είχε πιει και δεν παρουσίαζε - κατά το χρόνο της εξέτασης - ούτε συμπτώματα αλκοολικής τοξίκωσης (μέθης δηλαδή), ούτε συμπτώματα απόσυρσης από το αλκοόλ (στερητικού συνδρόμου δηλαδή).
  35. Κατά τον επίδικο χρόνο των πυροβολισμών ο Κατηγορούμενος δεν έπασχε από στερητικό σύνδρομο και επομένως ούτε από τα συμπτώματα αυτού. Δεν παρουσίαζε ψευδαισθήσεις ή παραληρητικές ιδέες, δεν χαρακτηριζόταν από πλήρη σύγχυση ή αντιληπτικές διαταραχές, ούτε μπέρδευε την πραγματικότητα με φαντασιώσεις και ονειρικές καταστάσεις.
  36. Εν πάση περιπτώσει, τα όσα ο Κατηγορούμενος έπραξε την επίδικη μέρα, αμέσως πριν και αμέσως μετά τους πυροβολισμούς, υποδηλώνουν, ότι δεν ήταν ουσιωδώς επηρεασμένη η νοητική, αντιληπτική και κινητική λειτουργία του.
  37. Δεν μπορεί να εξακριβωθεί κατά πόσον ο Κατηγορούμενος, με το ¼ της μπουκάλας ζιβανίας που κατανάλωσε το πρωί της επίδικης μέρας, ήταν μεθυσμένος κατά τον επίδικο χρόνο. Με τον όρο μεθυσμένος, εννοείται, η επιστημονική επεξήγηση δηλαδή η συμπεριφορική εκδήλωση της αλκοολικής τοξίκωσης.
  38. Αυτό που μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα είναι ότι ο Κατηγορούμενος παρόλο που έπασχε από χρόνιο αλκοολισμό, κατά τον επίδικο χρόνο διένυε περίοδο αποχής από το αλκοόλ και η ανοχή του σε αυτό είχε μειωθεί. Τούτο σημαίνει, ότι η ποσότητα ζιβανίας που κατανάλωσε το πρωί της επίδικης μέρας ήταν ικανή να μειώσει μερικώς τον αυτοέλεγχο και τις αναστολές του.
  39. Ούτε υπήρξε εν προκειμένω μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος έφτασε, οποτεδήποτε πριν τον επίδικο χρόνο, σε πολύ προχωρημένο στάδιο αλκοολικής εγκεφαλοπάθειας και δεν έγινε δεκτό ότι ήταν μονίμως επηρεασμένη η κριτική του ικανότητα, ακόμα και όταν δεν είχε πιει.
  40. Ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Β. Αγόρευση προς Μετριασμό Μετά την έκδοση της απόφασης επί των διαδικασιών Newton δόθηκε στον συνήγορο υπεράσπισης η ευχέρεια να επανατοποθετηθεί επί του πλαισίου γεγονότων όπως αυτό αναδιαμορφώθηκε, οπότε και παρέδωσε νέο κείμενο, συμφωνώντας όπως τούτο αποτελέσει την αγόρευση του προς μετριασμό. Με την αγόρευση του ο κ. Ευσταθίου ζήτησε όπως ληφθεί υπόψιν το λευκό ποινικό μητρώο, η συνεργασία με την Αστυνομία, η ομολογία των πράξεων του, καθώς και η παραδοχή στο Δικαστήριο. Περαιτέρω ζήτησε όπως ληφθεί υπόψιν η απουσία προμελέτης, τονίζοντας πως τα αδικήματα τελέστηκαν, στο πλαίσιο μιας έντονης λογομαχίας κατά τη διάρκεια της οποίας εκστομίζοντο εκατέρωθεν ύβρεις και απειλές που είχαν ως συνέπεια, "να καταστέλλουν την ικανότητα για αυτοέλεγχο λόγω της εξάψεως της στιγμής χωρίς να παρέχεται ο χρόνος για κατευνασμό της ψυχικής ορμής των εμπλεκομένων". Επιπλέον κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψιν ότι ο Κατηγορούμενος είναι χρόνιος αλκοολικός ο οποίος τέλεσε τα αδικήματα ενώ βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλης, εισηγούμενος ότι είχε υπό τις περιστάσεις "άκρως μειωμένη ικανότητα προς καταλογισμό". Επίσης ζήτησε όπως ληφθεί υπόψιν το ότι δεν έγιναν αιματολογικές εξετάσεις ή έστω άλκοτεστ για να διαπιστωθεί το ποσοστό αλκοόλης στον οργανισμό του και στη βάση αυτού να καθοριστεί η υπαιτιότητα του και να μπορεί να επιμετρηθεί ορθά η επιβληθησόμενη ποινή. Περαιτέρω ζήτησε όπως ληφθούν υπόψιν οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου ως εμφαίνονται μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και όπως ο ίδιος περαιτέρω τις ανέλυσε, με ιδιαίτερη έμφαση στα προβλήματα υγείας και δη το γεγονός ότι πρόκειται για χρόνιο αλκοολικό ηλικίας 60 ετών, στον οποίο η πάθηση αυτή προκάλεσε αλυσιδωτές επιπτώσεις μεταξύ των οποίων κίρρωση ήπατος και οξεία παγκρεατίτιδα, μειώνοντας και το προσδόκιμο της ζωής του. Γ. Νομική Πτυχή Για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας κατά παράβαση του άρθρου 205 του Κεφ. 154 προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι και δια βίου. Η ίδια ποινή προβλέπεται και για το αδίκημα της απόπειρας φόνου κατά παράβαση του άρθρου 214(α) του Κεφ.
  41. Για δε το αδίκημα της μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατά παράβαση του περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Ν.113
(1)/04 προνοείται στο άρθρο 51 φυλάκιση μέχρι και 15 έτη ή πρόστιμο μέχρι €42.715 ή και οι δύο ποινές ενώ για το αδίκημα της κατοχής εκρηκτικών υλών κατά παράβαση του άρθρου 4
(4)του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ.54 προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 10 έτη ή πρόστιμο μέχρι €5.000 ή και οι δύο ποινές. Το αδίκημα της ανθρωποκτονίας που μαζί με την απόπειρα φόνου είναι τα σοβαρότερα στην παρούσα, συνιστούν ιδιάζουσας σοβαρότητας εγκλήματα και δη από τα σοβαρότερα του Ποινικού μας Κώδικα. Άλλωστε όπως επισημαίνεται και στην πρόσφατη απόφαση Αλεξάνδρου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ.152/17, ημερ. 20.6.22 αναφορικά με το αδίκημα της ανθρωποκτονίας, δεν είναι τυχαία η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή, η οποία ως είναι καλώς νομολογημένο αποτελεί και την αφετηρία για σκοπούς επιμέτρησης της αρμόζουσας ποινής. Εξ ου και δεν απαιτούνται πολλά για να καταδειχθεί η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων και η συνακόλουθη αναγκαιότητα για αυστηρή μεταχείριση των παραβατών. Αρκεί να λεχθεί πως είναι αυτονόητη η αξία της ανθρώπινης ζωής, η οποία αποτελεί το ύψιστο αγαθό, όπως αυτονόητο είναι και το γεγονός ότι η αφαίρεση της έχει πάντα ολέθριες συνέπειες, μεταξύ των οποίων και την εξάλειψη του αισθήματος ασφάλειας που πρέπει να ενυπάρχει σε κάθε πολιτισμένη κοινωνία. Το ίδιο δε το Ανώτατο Δικαστήριο υπενθυμίζει ακούραστα σε κάθε σχεδόν απόφαση του που αφορά το αδίκημα της ανθρωποκτονίας[1] τη μνημειώδη αναφορά στην Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ.556, ότι: «Η ανθρώπινη ζωή αποτελεί το ύψιστο αγαθό και η αφαίρεσή της μέγιστο έγκλημα. Η δέσμευση στην προστασία της ανθρώπινης ζωής επιβάλλει ανάλογο καθήκον για την περιφρούρησή της, γεγονός που αντανακλάται στην τιμωρία που επιβάλλεται για εγκληματικές πράξεις που επιφέρουν την απώλεια ανθρώπινης ζωής. Γι' αυτό το λόγο προσδίδεται αποτρεπτικός χαρακτήρας στην τιμωρία κάθε φονικής πράξης.» Παρομοίως και στη Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ.231, λέχθηκε πως: "Η ιερότητα της ζωής και η προστασία της αποτελούν την πρώτη σε ιεράρχηση μέριμνα της κάθε πολιτισμένης κοινωνίας. Η αφαίρεση της με εγκληματική πρόθεση αποτελεί κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες σοβαρό έγκλημα. Στον καθορισμό της εγκληματικότητας του δράστη λαμβάνεται σοβαρά υπόψη ο σχεδιασμός και ο βαθμός αδιαφορίας για την ανθρώπινη ύπαρξη". Αξιοσημείωτη είναι και η έξαρση που δυστυχώς παρατηρείται στη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων αλλά και η ευκολία με την οποία δυστυχώς πλέον συνάνθρωποί μας για ασήμαντες αιτίες δεν διστάζουν να αφαιρέσουν τη ζωή άλλου ανθρώπου. Γεγονός για το οποίο αντλούμε δικαστική γνώση από τον αριθμό υποθέσεων που άγονται ενώπιον μας και το οποίο απλώς επιβεβαιώνει την ήδη διαπιστωθείσα ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, η οποία υφίσταται ένεκα της εγγενούς σοβαρότητας του αδικήματος της ανθρωποκτονίας αλλά και αυτού της απόπειρας φόνου. Επιπρόσθετα σημειώνουμε ότι, από νομικής πλευράς, εντός του φάσματος του αδικήματος αυτού ψηλότερα στην ιεραρχία κατατάσσονται οι περιπτώσεις ηθελημένης ανθρωποκτονίας. Επί τούτου σημειώνουμε, εν είδει παρενθέσεως, ότι όπως με σαφήνεια επεξηγείται και στην Πουτζιουρής & Άλλος ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ.309, η πρόθεση προκλήσεως θανάτου δεν αποτελεί απαραίτητο στοιχείο του αδικήματος της ανθρωποκτονίας κατά παράβαση του άρθρου 205. Στις περιπτώσεις όμως που, πέραν των απαραίτητων στοιχείων του αδικήματος, αποδεικνύεται και πρόθεση του δράστη να προκαλέσει με την παράνομη πράξη του το θάνατο ετέρου προσώπου, η ανθρωποκτονία συνήθως περιγράφεται ως "ηθελημένη" σε αντιδιαστολή με την "αθέλητη" ανθρωποκτονία που διαπράττεται χωρίς να υπάρχει το στοιχείο της πρόθεσης προκλήσεως θανάτου του θύματος. Από πολύ παλαιά δε, έχει τονιστεί ότι, όταν το αδίκημα της ανθρωποκτονίας διαπράττεται ως αποτέλεσμα ηθελημένης παράνομης πράξης δικαιολογείται η επιβολή πολυετούς ποινής φυλάκισης (βλ. Philippou v. Republic
(1983)2 C.L.R.245 Σάββα ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Pernell, Ford Fowler v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ.417 και Καλανίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ.298). Ανασκόπηση της νομολογίας επιβεβαιώνει τις πιο πάνω αρχές και καταδεικνύει την αυστηρότητα με την οποία κατά κανόνα αντιμετωπίζεται το αδίκημα αυτό. Στην υπόθεση Malik κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ.36, ο θάνατος του θύματος επήλθε από αιμορραγία, ως αποτέλεσμα πλήρους διατομής των αγγείων του λαιμού με μαχαίρι. Οι εφεσείοντες ήταν μόνοι με το θύμα σε δωμάτιο ξενοδοχείου. Προηγήθηκε καβγάς, ο οποίος ξεκίνησε όταν το θύμα πρώτο πήρε το μαχαίρι για να το ανεμίσει επιθετικά, στη συνέχεια όμως το πήρε ο εφεσείων 1, ο οποίος κτύπησε το θύμα όταν αυτό ακόμη βρισκόταν στο κρεβάτι του. Στον καβγά ενεπλάκη και ο εφεσείων 2. Το θανατηφόρο πλήγμα στον λαιμό, έγινε από τον εφεσείοντα 1 τραβώντας το μαχαίρι με πίεση από τη μια άκρη του λαιμού στην άλλη. Επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 20 ετών στους εφεσείοντες για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας κατόπιν ακρόασης, λαμβανομένου υπόψη του βάρβαρου τρόπου με τον οποίο ενήργησαν, αφού κρίθηκε ότι η ενέργεια του θύματος να ανεμίσει το μαχαίρι σε προηγούμενο στάδιο δεν δικαιολογούσε όσα ακολούθησαν. Στην υπόθεση Μωυσίδης ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ.34 επικυρώθηκε φυλάκιση 14 ετών για ανθρωποκτονία όταν πατέρας τριών παιδιών και προστάτης οικογένειας, ενώ ευρίσκετο υπό την επήρεια αλκοόλ, κτύπησε με πολύ βίαιο τρόπο το θύμα με αποτέλεσμα να του προκαλέσει τον θάνατο. Δεν έγινε δεκτή η θέση ότι υπήρχε πρόκληση από το θύμα, αλλά λήφθηκε υπόψη ότι ο εφεσείων ήταν υπό την επήρεια αλκοόλης, ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός, ότι υπήρξε παραδοχή και ότι ο Εφεσείων ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Στην υπόθεση Verhvia v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ.131 επικυρώθηκε τόσο η καταδίκη όσο και η ποινή φυλάκισης 12 ετών για ανθρωποκτονία, υπό περιστάσεις όπου ο εφεσείων και το θύμα με ασήμαντη αφορμή ενεπλάκησαν σε έντονους διαπληκτισμούς που οδήγησαν σε πάλη. Συγκεκριμένα το θύμα έπιασε τον εφεσείοντα από τον λαιμό σε μια προσπάθεια να κλείσει τους αεραγωγούς σωλήνες του λαιμού του. Η πάλη σταμάτησε και ο εφεσείων κατόρθωσε να ελευθερωθεί από τα χέρια του θύματος, όμως, ακολούθως, πήγε στην κουζίνα από όπου πήρε ένα μαχαίρι και επέστρεψε εκεί που βρισκόταν το θύμα, το οποίο και κάλεσε να φύγει από το σπίτι. Το θύμα όμως προχωρούσε προς το μέρος του και τότε ο εφεσείων κατάφερε τη μαχαιριά η οποία και επέφερε τον θάνατό του. Και οι δυο τελούσαν σε κατάσταση μέθης. Στην υπόθεση Καλανίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ.298 οι εφεσείοντες 1 και 2 στην προσπάθεια τους να ληστέψουν το διαμέρισμα δυο κοπέλων έκλεισαν με κολλητική ταινία τις αναπνευστικές οδούς τους, με αποτέλεσμα η μια εξ αυτών να αποβιώσει. Το Εφετείο αύξησε την 8ετή και 10ετή ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας κατόπιν παραδοχής, σε 15ετή ποινή φυλάκιση για έκαστο. Στην υπόθεση Λοΐζου ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ.751 φυλάκιση 8 ετών για ανθρωποκτονία κατόπιν παραδοχής, μειώθηκε σε 5 έτη αφού κρίθηκε ότι σημαντικοί παράγοντες, όπως οι συνεχιζόμενες και διαδοχικές προκλήσεις από το θύμα, η έλλειψη πρόθεσης του εφεσείοντος για επέλευση θανάτου, σε συνδυασμό με το λευκό ποινικό μητρώο και τον καλό χαρακτήρα και τις άλλες προσωπικές συνθήκες του αν και λήφθηκαν υπόψη, δεν αντιπροσώπευαν ικανοποιητικά τη μείωση στην αυστηρότητα της ποινής, η οποία δικαιολογείτο υπό τις περιστάσεις. Στην υπόθεση Ιορδάνους v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ.152/14, ημερ. 19.4.18, επικυρώθηκε φυλάκιση 20 ετών στον εφεσείοντα ο οποίος κρίθηκε ένοχος για ανθρωποκτονία κατόπιν ακρόασης, αφού επέφερε τον θάνατο της συζύγου του ηλικίας 56 ετών πυροβολώντας την στο κεφάλι με κυνηγετικό όπλο ενώ αυτή καθόταν σε καναπέ του διαμερίσματος της και χωρίς να υπάρχει πρόκληση. Στην υπόθεση Δημοκρατία v. Θεμιστοκλέους, Ποιν. Έφ.202/18 , ημερ. 11.1.19, ο Εφεσείων 73 ετών με λευκό ποινικό μητρώο, επέφερε τον θάνατο του υιού του ηλικίας 20 ετών, πυροβολώντας τον εξ επαφής για ασήμαντη αιτία, χωρίς μεν προσχεδιασμό, αλλά με πρόθεση επέλευσης του θανάτου και απουσία πρόκλησης. Η επιβληθείσα κατόπιν ακρόασης ποινή των 10 ετών αυξήθηκε σε 15 έτη, κυρίως διότι κρίθηκε πως δόθηκε υπέρμετρη βαρύτητα στην ηλικία του εφεσείοντος με αποτέλεσμα οι προσωπικές περιστάσεις να είχαν αναδειχθεί σε ουσιώδη και καθοριστικό παράγοντα, εις βάρος του στοιχείου της αποτροπής, που είναι αναγκαίο ένεκα της ιδιαίτερης σοβαρότητας του συγκεκριμένου εγκλήματος. Στην υπόθεση Lasha Okmelashvili v. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. 146/20, ημερ. 20.12.21, επικυρώθηκε φυλάκιση 17 ετών μετά από παραδοχή. Το θύμα συνέτρωγε με άλλα δύο πρόσωπα σε εστιατόριο, όταν προσεγγίστηκε από τον εφεσείοντα (συνοδευόμενον από τους πρώην συγκατηγορούμενους του) ο οποίος είχε έρθει στην Κύπρο τις προηγούμενες μέρες με σκοπό να συναντήσει το θύμα και να απαιτήσει από αυτό να παύσει να εκβιάζει συγγενικό του πρόσωπο. Ο εφεσείων μετέφερε μαζί του έμφορτο πιστόλι, για σκοπούς ασφάλειας και αυτοάμυνας ως η θέση του, ωστόσο επιδεικτικά το ανέσυρε, χωρίς να έχει προκύψει ζήτημα ασφάλειας, πολύ περισσότερο αυτοάμυνας και το ακούμπησε στο τραπέζι, συνεχίζοντας να το κρατά. Η ενέργεια αυτή οδήγησε σε λογομαχία μεταξύ του εφεσείοντος και του θύματος και ακολούθως σε συμπλοκή των δύο και «κεφαλοκλείδωμα» του πρώτου από τον δεύτερο σε μια προσπάθεια να του αποσπάσει το πιστόλι. Τότε ο εφεσείων πυροβόλησε το θύμα τέσσερις φορές, με αποτέλεσμα να επιφέρει τον θάνατο του, ο οποίος κρίθηκε ότι ήταν αποτέλεσμα ηθελημένης πράξης του εφεσείοντα. Υπό εξαιρετικές περιστάσεις μειώθηκε η ποινή των 16 ετών σε 12 στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Τ.Μ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 89/21, ημερ. 9.12.22 στην οποία ο εφεσείων είχε σκοτώσει τον πατέρα του και παραδέχθηκε την κατηγορία της ανρθωποκτονίας. Και τούτο αφού κρίθηκε ότι οι ιδιάζουσες προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντος, τα πολλαπλά προβλήματα ψυχικής και ψυχιατρικής υφής που αντιμετώπιζε από παιδί, σε συνάρτηση με το περιβάλλον εντός του οποίου μεγάλωσε, όντας ο ίδιος θύμα ενδοοικογενειακής βίας από τον πατέρα του, με αποκορύφωμα τη συναισθηματική φόρτιση, αναστάτωση και ένταση που του προκλήθηκε στο χρονικό διάστημα πριν τη θανάτωση του θύματος για το ενδεχόμενο το θύμα να αποκτούσε την κηδεμονία της αδελφής του, διότι ήταν βίαιος μαζί τους και λόγω του χαρακτήρα του θα την κακομεταχειρίζετο και θα καταχράτο τα επιδόματα που λάμβανε η ανήλικη από το Κράτος, αν και μνημονεύονταν στην πρωτόδικη απόφαση, θεωρήθηκε ότι θα μπορούσαν να είχαν βαρύνει περισσότερο κατά την επιμέτρηση της ποινής, οδηγώντας στην επιβολή επιεικέστερης ποινή. Από την άλλη αξίζει να σημειωθεί πως υπήρξαν και περιπτώσεις όπου επιβλήθηκε ακόμη και το μέγιστο της προβλεπόμενης ποινής εκεί όπου κρίθηκε ότι οι περιστάσεις της υπόθεσης επέβαλλαν αυτή την πορεία (βλ. Mouzouris ν. Republic
(1966)2 C.L.R.9, loannides v. Republic
(1968)2 C.L.R.169 Θεόδωρος Κώστα Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας
(2015)2(Α) Α.Α.Δ.161). Σημειώνεται ότι η προηγηθείσα αναφορά σε νομολογία δεν γίνεται με το σκεπτικό ότι αποτελεί δεσμευτικό προηγούμενο, αλλά επί τω ότι είναι ενδεικτική του μέτρου τιμωρίας και εξυπηρετεί ώστε να υπάρχει όσο το δυνατόν πιο συνεπής και ομοιόμορφη αντιμετώπιση των παραβατών (Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ.217, 218), θωρακίζει τη δικαστική κρίση με την απαραίτητη πειστικότητα εξαλείφοντας την οποιαδήποτε υπόνοια για αυθαιρεσία ή τυχόν αίσθημα αδικίας του καταδικασθέντος, ενώ είναι υποβοηθητική και στο έργο του εντοπισμού ελαφρυντικών ή επιβαρυντικών λόγων, (Μαυρόλουκα ν. Δημοκρατίας
(2015)2(Α) Α.Α.Δ.30, Σαμπή ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ.100, Ιορδάνους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.152/14, ημερ. 19.4.18, Valdez ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.144/16 κ.ά., ημερ. 21.2.17 και στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Κωνσταντίνου, Ποιν. Έφ.147/17, ημερ. 13.3.18). Ερχόμενοι τώρα στην προκειμένη περίπτωση, σημειώνουμε ότι αυτό που έντονα αναδύεται είναι πώς επί μιας παντελώς ασήμαντης αφορμής ο Κατηγορούμενος αφαίρεσε με τη χρήση όπλου τη ζωή ενός νέου ηλικίας 29 ετών μπροστά στα έντρομα μάτια των οικείων του. Οι οποίοι υπήρξαν θεατές της εκτυλιχθείσας μέσα στο ίδιο τους το σπίτι τραγωδίας, ανήμποροι να πράξουν οτιδήποτε για να σταματήσουν την εκτός λογικής συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, ο οποίος έχοντας ολοκληρώσει την ως άνω απονενοημένη πράξη του, προχώρησε να πυροβολήσει και τον πατέρα του Θύματος (Παραπονούμενο) τον οποίο και τραυμάτισε εν τέλει σοβαρά, όπως άλλωστε καταδεικνύεται και από τα όσα υπέφερε. Αναφερόμαστε σε ασήμαντη αφορμή επειδή αιτία του εκνευρισμού του Κατηγορούμενου που τον οδήγησε στο να ρίξει τις λιωμένες ντομάτες και τα σπαγγέττι, που αργότερα πυροδότησαν τη λογομαχία μεταξύ των δύο πλευρών η οποία είχε την πιο πάνω δραματική εξέλιξη, ήταν ζητήματα στάθμευσης της προηγούμενης μέρας. Ζητήματα που παρόλη την ευτέλεια τους, δημιούργησαν τέτοιο θυμό στον Κατηγορούμενο που η μεσολαβήσασα νύχτα δεν κατάφερε να κατευνάσει, με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος ξυπνώντας το επόμενο πρωί, να παραμείνει σε τέτοιο βαθμό θυμωμένος και εκνευρισμένος έτσι που αφού κατανάλωσε και ¼ της φιάλης ζιβανία να βγει στην αυλή και να ρίξει στη γειτονική οικία ντομάτες και σπαγγέττι, να φωνάζει και εν γένει να ευρίσκεται στην "εκτός εαυτού" κατάσταση που τον εντόπισε ο Παραπονούμενος και το άτυχο Θύμα λίγο αργότερα. Η υπεράσπιση βέβαια προσπάθησε να υποβαθμίσει την ενέργεια του Κατηγορούμενου υποστηρίζοντας ότι για ένα όχι τόσο σοβαρό σφάλμα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος οδηγήθηκαν τα πράγματα σε ανταλλαγή ύβρεων και απειλών εκατέρωθεν μέχρι του σημείου που βγήκαν εκτός εαυτού οι εμπλεκόμενοι μη δυνάμενοι να ενθυμηθούν τί έλεγαν ή τί ύβρεις εσκτομίζοντο. Δεν αμφισβητείται βέβαια πως η λογομαχία ήταν έντονη και πως στο πλαίσιο της εκστομίστηκαν εκφράσεις ως αυτές που παρατίθενται στα ανωτέρω καταγραφέντα γεγονότα. Όμως το γεγονός αυτό δεν δύναται να διαφοροποιήσει το ουσιώδες του πράγματος που είναι πως ο ίδιος ο Κατηγορούμενος ήταν αυτός που εξαρχής και αδικαιολόγητα είχε ερειστική συμπεριφορά αφού εντοπίστηκε να φωνάζει και να είναι εκτός εαυτού έχοντας ήδη πετάξει τις ντομάτες και σπαγγέτι στην οικία των γειτόνων του. Ενέργειες οι οποίες ήταν αναμενόμενο πως θα πυροδοτούσαν αρνητικές αντιδράσεις από τους ιδιοκτήτες της γειτνιάζουσας οικίας, οι οποίοι διαπίστωσαν την οχληρία και επέμβαση στην ιδιοκτησία τους χωρίς καμία νόμιμη αιτία ή δικαιολογία. Πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί πως παρά τη μη προώθηση ρητής εισήγησης περί ύπαρξης πρόκλησης εντούτοις εντοπίζουμε στην αγόρευση (σελ. 5) ισχυρισμούς οι οποίοι ισοδυναμούν με προβολή εμμέσως και συγκεκαλυμμένως τέτοιας εισήγησης έστω και χωρίς την περαιτέρω επιχειρηματολογία ή παράθεση νομολογίας. Συγκεκριμένα λέχθηκε πως τα αδικήματα διαπράχθηκαν «σε στιγμή μεγάλης εξάψεως» και ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη «έντονη λογομαχία η οποία είχε και τα στοιχεία συμπλοκής», «Με ύβρεις και απειλές που εξεστομίζοντο εκατέρωθεν και με επιθετικές κινήσεις των εμπλεκομένων που είχαν ως συνέπεια να καταστείλουν την ικανότητα για αυτοέλεγχο λόγω της εξάψεως της στιγμής χωρίς να παρέχεται ο χρόνος για κατευνασμό της ψυχικής ορμής των εμπλεκομένων». Η έννοια της πρόκλησης περιγράφεται στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ.17, με αναφορά στην υπόθεση Duffy [1949] 1 All E.R.932, όπου αναφέρεται ότι πρόκληση είναι πράξη ή σειρά πράξεων τελουμένων από το «θύμα» προς τον κατηγορούμενο οι οποίες θα προκαλούσαν σε κάθε λογικό άνθρωπο, και στην πραγματικότητα προκαλούν στον κατηγορούμενο, ξαφνική και προσωρινή απώλεια του αυτοελέγχου του, καθιστώντας τον σε τέτοιο βαθμό υποκείμενον στο πάθος ώστε στιγμιαία να μην είναι κύριος του μυαλού του (βλ. και Σακαρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ.272). Η εισήγηση ότι οι ενέργειες του Θύματος ή και του Παραπονούμενου ή και των μελών της οικογένειας του συνιστούσαν πρόκληση εν τη εννοία που προαναφέρθηκε, δεν μας βρίσκουν σύμφωνους, αφού αδυνατούμε να δεχθούμε πως το ρίξιμο ντομάτων από κάποια μέλη της οικογένειας του Θύματος πίσω στην αυλή του Κατηγορούμενου από μόνο του ή σε συνδυασμό με τις φράσεις που καταγράφονται ως εκστομισθείσες από την πλευρά της οικογένειας του Θύματος συμπεριλαμβανομένης και της φράσης «μα ποιον εν να θάψεις, εν να σε κάμω να φύεις νύχτα που δαμαί» που ανέφερε ο Παραπονούμενος, ήταν τέτοιες που θα προκαλούσαν σε κάθε λογικό άνθρωπο, ξαφνική και προσωρινή απώλεια του αυτοελέγχου του, καθιστώντας τον σε τέτοιο βαθμό υποκείμενον στο πάθος ώστε στιγμιαία να μην είναι κύριος του μυαλού του. Ούτε βεβαίως αποδεχόμαστε πως είχαν αυτή την επίπτωση στον Κατηγορούμενο ο οποίος ως σαφώς καταγράφεται στα ευρήματα της πρώτης διαδικασίας Newton, εντοπίστηκε από προηγουμένως να ευρίσκεται εκτός εαυτού φωνάζοντας και έχοντας ρίξει ντομάτες στην αυλή τους, προκαλώντας στην ουσία ο ίδιος τη λογομαχία που ακολούθησε. Επρόκειτο για μια λογομαχία μεταξύ γειτόνων οι οποίοι καθ' όσον αφορά την πλευρά της οικογένειας του Θύματος, ούτε επιτέθηκαν ούτε κρατούσαν επιθετικό όργανο ή όπλο στα χέρια τους. Τουναντίον ήταν ο ίδιος ο Κατηγορούμενος που επιτέθηκε, αρχικά με τον σβανά, για να καταλήξει τελικά να διαπράξει τα επίδικα εγκλήματα με τη χρήση όπλου. Θα πρέπει να πούμε πως ακόμα και στην υποθετική περίπτωση που κάποιος θα θεωρούσε τις ύβρεις και λεκτικές απειλές από την γειτονική αυλή ως πρόκληση και πάλι θα συσχετίζετο με αυτές μόνον η φραστική ανταπόδοση τους από τον Κατηγορούμενο. Με άλλα λόγια δεν θα ήταν δυνατόν υπό τις περιστάσεις της παρούσας οι οποιεσδήποτε λέξεις από δίπλα να εκληφθούν ως πρόκληση για την απόφαση κάποιου να φύγει από την σκηνή, να βρει και συναρμολογήσει ΔΟΚΟ και τέλος επιστρέφοντας να επιτύχει πυροβολώντας και τους δύο στόχους που ήθελε. Κρίνουμε πως τα όσα είχαν αναφερθεί στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 581 θα συνιστούσαν επαρκέστατη απάντηση ότι και η παρούσα συνιστά μια αδικαιολόγητη πράξη αυτοδικίας: «Οι ύβρεις του παραπονουμένου συνιστούσαν πρόκληση. Η ανταπόδοσή τους από τον εφεσείοντα, παρόλο που δεν ευρίσκει έρεισμα στο δίκαιο, συσχετίζεται με την πρόκληση. Η μετέπειτα ενέργεια του εφεσείοντος να εξέλθει από το αυτοκίνητο και να επιδοθεί σε βίαια επίθεση κατά του παραπονουμένου, δεν μπορεί παρά να χαρακτηρισθεί ως πράξη χειροδικίας. Ανέλαβε ο εφεσείων το έργο του τιμωρού αντιμαχόμενος το δίκαιο και την έννομη τάξη. Τέτοιες πράξεις περιορίζουν ασφυκτικά τα περιθώρια επιεικούς μεταχείρισης του παραβάτη.» Από δε τα διαπιστωθέντα γεγονότα είναι εμφανές πως οι ενέργειες αυτές του Κατηγορούμενου συνηγορούν αναμφίβολα προς το ότι συνιστούσαν πράξεις που είχαν σκοπό τη θανάτωση την οποία και επέφεραν στο Θύμα, με τον Παραπονούμενο να έχει αποφύγει το μοιραίο καθαρά από τύχη, αφού ο Κατηγορούμενος είχε με βάση τα γεγονότα στοχεύσει επιτυχώς και προς το μέρος του. Και βέβαια επρόκειτο για πράξεις που είχαν ως σκοπό τη θανάτωση αφού έχοντας πάρει το επίδικο όπλο ο Κατηγορούμενος και βάζοντας σε αυτό δύο πλήρη φυσίγγια και πυροβολώντας στη συνέχεια από κοντινή απόσταση το Θύμα, σε ζωτικό όργανο του σώματος του, και ακολούθως τον Παραπονούμενο δεν μπορεί παρά να ανέμενε και εν πάση περιπτώσει όφειλε να γνωρίζει ότι ήταν (πολύ) πιθανόν με αυτές τις ενέργειες να επιφέρει το θάνατο τους. Υπενθυμίζουμε ότι στην υπόθεση Okmelashvili (άνω) κρίθηκε ως ηθελημένη πράξη ο πυροβολισμός από πρόσωπο που συμμετείχε σε καβγά κρατώντας το όπλο. Δεν έχουμε καμμιά αμφιβολία πως και στην παρούσα που ο Κατηγορούμενος αναχώρησε επί τούτου και επέστρεψε έχοντας το ΔΟΚΟ ακριβώς για να πυροβολήσει σχεδόν εξ επαφής, ήθελε αυτό ακριβώς το οποίο πέτυχε, τον θάνατο. Είναι εμφανές πως πρόκειται για μια από τις πιο σοβαρές περιπτώσεις του είδους ακριβώς επειδή η ασήμαντη αφορμή δεν οδήγησε σε κάποιο επεισόδιο από το οποίο τυχαία ή αμελώς να επήλθε ο θάνατος αλλά δημιούργησε την πρόθεση θανάτωσης ενός νεαρού άνδρα στο ξεκίνημα της ζωής του, καθώς και του πατέρα του ο οποίος ως ήδη λέχθηκε καθαρά από τύχη απέφυγε το μοιραίο. Και όλα αυτά κατά τη διάρκεια ενός κατά τα άλλα ανέμελου πρωϊνού των διακοπών του Αυγούστου, που σίγουρα δεν επέτρεπε σε κανέναν να σκεφτεί πως έμελλε να είναι το τελευταίο για το θύμα και ένα που θα άλλαζε ριζικά και ανεπιστρεπτί τη ζωή όλων των εμπλεκομένων. Τόσον η κοινωνία όσον και τα δικαστήρια γίνονται πολύ συχνά μάρτυρες περιστατικών τα οποία ενώ θα μπορούσαν να είχαν επιλυθεί ομαλά και αναίμακτα μεταξύ των εμπλεκομένων (γειτόνων, φίλων, γνωστών, συγγενών) εντούτοις απολήγουν στη χρήση τέτοιας βίας με ή χωρίς (επιθετικά) όπλα που οδηγεί τόσο πρόωρα στον θάνατο συμπολίτες μας, αφήνοντας συντετριμμένες τις οικογένειες τους και ανήμπορες να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες. Όπως άλλωστε ξεκάθαρα φαίνεται να έχει συμβεί και στην προκειμένη περίπτωση όπου, προκύπτουν και λαμβάνονται υπόψιν, ως επιβαρυντικό στοιχείο, οι σοβαρότατες επιπτώσεις που είχε για τους οικείους του Θύματος και του Παραπονούμενου το γεγονός ότι βίωσαν τα δραματικά γεγονότα της επίδικης ημερομηνίας, οι οποίοι φαίνεται πως ακόμα και μετά την πάροδο αρκετού χρόνου από το συμβάν δεν έχουν καταφέρει να ξεπεράσουν την τραγωδία που εκτυλίχθηκε μπροστά τους και βιώνουν ακόμη τις ψυχολογικές συνέπειες του συμβάντος. Η προηγηθείσα διαπίστωση της σοβαρότητας, ιδιαίτερα του αδικήματος της ανθρωποκτονίας και της παράλληλης ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, αλλά και της σοβαρότητας των γενικότερων περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης δεν εξουδετερώνει την ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε πρόσφατα στην Τ.Μ v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) αναμφίβολα το δικό μας νομικό σύστημα αναγνωρίζει ελαφρυντικά στοιχεία εκεί και όπου υπάρχουν, ακόμη και στα πιο ειδεχθή εγκλήματα αφού η εξατομίκευση έχει πάντα τη θέση της[2]. Στο πλαίσιο αυτό η εξατομίκευση καθιστά το άτομο του παραβάτη έναν από τους άξονες προσδιορισμού της τιμωρίας και τούτο ακόμα και στις περιπτώσεις, όπως η προκειμένη, όπου η σοβαρότητα της, καθιστά την επιβολή αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής επιβεβλημένη. Στο πλαίσιο εξατομίκευσης της ποινής και προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνουμε υπόψιν κατ' αρχάς το λευκό του ποινικό μητρώο, καθώς και τον πρότερο έντιμο βίο του σε συνάρτηση με την ηλικία του (60 ετών), ως ένδειξη της στάσης του ως προς την τήρηση των νόμων. Συνεκτιμούμε προς τούτο και το ότι διατήρησε το λευκό του ποινικό μητρώο παρά τις στερήσεις και δυσκολίες που διαχρονικά βίωσε. Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψιν τη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές αφότου συνελήφθη, την ομολογία του κατά το ανακριτικό στάδιο αλλά και την παραδοχή του στο Δικαστήριο, η οποία ήταν άμεση σε σχέση με την προστεθείσα κατηγορία 5, ενώ σε σχέση με τις λοιπές κατηγορίες, παρότι δεν ήταν άμεση, εντούτοις έλαβε χώρα προτού αρχίσει οποιαδήποτε ακροαματική διαδικασία. Ως προς το γεγονός ότι κατέστη αναγκαία ως εκ των προβληθεισών θέσεων η διεξαγωγή διαδικασιών Newton με αποτέλεσμα ο Παραπονούμενος και η θυγατέρα (πατέρας και αδελφή του Θύματος) να αναγκαστούν να επαναβιώσουν σε κάποιο βαθμό τα γεγονότα, σημειώνουμε πως τούτο δεν θεωρούμε πως δύναται να επενεργήσει κατά τρόπο επιζήμιο στη σημασία που μπορεί να δοθεί στην παραδοχή του Κατηγορούμενου στην προκειμένη περίπτωση, αφού προσμετρά με αντίθετη ροπή το γεγονός ότι σε κάποιο βαθμό τα γεγονότα έχουν πράγματι διαφοροποιηθεί σε σχέση με τα αρχικώς εκτεθέντα, χωρίς ωστόσο να διαλανθάνει την προσοχή μας πως δεν έγιναν αποδεκτές εν όλω οι εισηγήσεις της υπεράσπισης. Γενικότερα δε όσον αφορά τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη συνεργασία του Κατηγορούμενου με την Αστυνομία και την ομολογία, αυτή πρέπει να λεχθεί πως ποικίλλει ανάλογα με την περίπτωση. Όπου συμβάλλει αποτελεσματικά στη διερεύνηση της υπόθεσης και πηγάζει από πραγματική μεταμέλεια του έχει μεγαλύτερη αξία. Επίσης μεγαλύτερη αξία δύναται να αποδοθεί στην παραδοχή σε υποθέσεις όπου η απόδειξη του αδικήματος θα ήταν χρονοβόρα και δύσκολη (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ.442), καθώς και όταν δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία στα χέρια της Αστυνομίας, η οποία αδυνατεί έτσι να εξιχνιάσει το έγκλημα (βλ. Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ 228 Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 216 και Ναζίπ ν. Αστυνομίας
(2014)2(Β) Α.Α.Δ.808). Στην προκειμένη περίπτωση τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τις κατηγορίες εκτυλίχθηκαν μπροστά τα μάτια των οικείων τόσο του Θύματος όσο και του Κατηγορούμενου. Υπό το φως των πιο πάνω δεν θεωρούμε πως η παρούσα ήταν περίπτωση όπου η εξιχνίαση της υπόθεσης βασίζετο αποκλειστικά στη δική του ομολογία. Όμως το ουσιώδες είναι πως με την παραδοχή του περιέσωσε σημαντικό δικαστικό χρόνο και σίγουρα θα αμειφθεί με ανάλογη έκπτωση στην ποινή, αφού ως είναι καλώς νομολογημένο, αυτή η πορεία «ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων» (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Επίσης εκλαμβάνουμε την παραδοχή του και ως ένδειξη της μεταμέλειας του. Μεταμέλεια η οποία επίσης προκύπτει και μέσα από τη συνεργασία του με την Αστυνομία αφότου συνελήφθη. Επίσης ως μετριαστικό στοιχείο υπέρ του προσμετρούμε και την απολογία του ως εκφράστηκε μέσω του συνηγόρου του. Επίσης προς όφελος του λαμβάνουμε υπόψιν την απουσία προσχεδιασμού (βλ. Μωυσίδης ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.575 και Yeates κ.ά. v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ.320) αφού η εγκληματική συμπεριφορά εκδηλώθηκε κατόπιν λογομαχίας στο πλαίσιο της οποίας εκστομίστηκαν εκατέρωθεν ύβρεις και απειλές. Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψιν τις προσωπικές του περιστάσεις και συγκεκριμένα ότι ο Κατηγορούμενος, ηλικίας 60 ετών, είναι το μεγαλύτερο από τα τρία τέκνα που απέκτησαν οι γονείς του οι οποίοι μετά τον εκτοπισμό τους από την Κυθρέα λόγω της Εισβολής εγκαταστάθηκαν σε συνοικισμό στα Λατσιά. Σύμφωνα δε με τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας ο Κατηγορούμενος σε ηλικία 14 ετών υπέστη κάταγμα ποδιού και έκτοτε φέρει στο πόδι του πλατίνα. Από την ίδια ηλικία αναγκαζόταν να εργάζεται ούτως ώστε να βοηθήσει την οικογένεια του η οποία αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα. Ο ίδιος αποφοίτησε από τον εμπορικό κλάδο του Λυκείου, με κατεύθυνση τη Λογιστική. Την περίοδο 1981-1983 υπηρέτησε κανονικά τη στρατιωτική του θητεία σε Τάγμα Πεζικού. Ακολούθως εγκαταστάθηκε ως εργάτης σε διάφορους κλάδους, όπως οικοδομές, επιπλοποιείο, εργοστάσιο αναψυκτικών, κονσερβοποιείο κ.ά., ενώ για περίοδο ενάμισι έτους εργάστηκε ως αποθηκάριος σε επιβατικό πλοίο. Από το 1992 έως το 2014, που παρουσίασε προβλήματα υγείας, εργαζόταν ως οδηγός ταξί. Το 1998 τέλεσε γάμο με τη Μ.Ρ.Π. (53 ετών σήμερα) από τις Φιλιππίνες έπειτα από σύντομη σχέση που διατηρούσαν και από το γάμο τους απέκτησαν τρία παιδιά, όλα ενήλικα σήμερα. Η ίδια αρχικά εργαζόταν ως οικιακή βοηθός αλλά αργότερα παρέμεινε στο σπίτι ασχολούμενη με τη φροντίδα των παιδιών και τα οικιακά. Το 2010 διαγνώστηκε με νεφριτικό σύνδρομο που δεν της επέτρεπε να εργάζεται πολλές ώρες. Σήμερα εργάζεται σε σχολείο ως καθαρίστρια με μερική απασχόληση. Η οικογένεια τους άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα το 2012 λόγω μειωμένου κύκλου εργασιών του Κατηγορούμενου εξαιτίας και της οικονομικής κρίσης ενώ την ίδια περίοδο η σύζυγος του δεν μπορούσε να εργαστεί λόγω των προβλημάτων υγείας που παρουσίασε. Επιπρόσθετα κατά τον ίδιο χρόνο η θυγατέρα του παρουσίασε συμπτωματολογία αναιμίας και μέχρι σήμερα παρακολουθείται συστηματικά από ειδικούς ιατρούς. Στην προσπάθεια του να διαχειριστεί τις διάφορες κοινωνικοοικονομικές προκλήσεις που του παρουσιάστηκαν, συμπεριλαμβανομένων των ασθενειών της συζύγου και της θυγατέρας του, άρχισε να προβαίνει σε κατάχρηση αλκοόλ, καταλήγοντας εν τέλει σε χρόνιο αλκοολισμό, γεγονός το οποίο του δημιούργησε σταδιακά πολλαπλά προβλήματα υγείας, συμπεριλαμβανομένης οξείας παγκρεατίτιδας και κίρρωσης ήπατος, οι οποίες αντιμετωπίζονται με συντηρητική θεραπεία. Το 2014 νοσηλεύτηκε για τρεις μήνες στην Εντατική και ακολούθως συνέχισε τις θεραπείες και υποβλήθηκε σε αριθμό χειρουργικών επεμβάσεων, όπως νεφροστομία. Όσον αφορά την οικονομική του κατάσταση λαμβάνουμε υπόψιν ότι από το 2016, η οικογένεια συντηρείτο οικονομικά κυρίως από τη μερική απασχόληση της συζύγου του ή και από κρατικά επιδόματα λόγω ανικανότητας για εργασία. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος ήταν λήπτης του Ε.Ε.Ε, το οποίο όμως από τον Σεπτέμβριο του 2021 και λόγω της κράτησης του για την παρούσα διακόπηκε και η οικογένεια έκτοτε συντηρείται από τη μερική απασχόληση τόσο της θυγατέρας του, η οποία εργάζεται σε καφετέρια όσο και της συζύγου του, η οποία εργάζεται ως καθαρίστρια. Δεν υπάρχουν αποταμιεύσεις ούτε και ακίνητη περιουσία στο όνομα της οικογένειας του αφού το σπίτι στο οποίο από 15ετίας διέμεναν ανήκε στη μητέρα του Κατηγορούμενου. Το σπίτι αυτό μετά τα επίδικα συμβάντα το εγκατέλειψαν για να διαμείνουν σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα σε άλλη περιοχή. Αυτό που προκύπτει έντονα από το σύνολο των προσωπικών του περιστάσεων και το οποίο λαμβάνουμε ιδιαίτερα υπόψιν είναι το ότι πέραν των οικονομικών δυσκολιών με τις οποίες δυστυχώς βρέθηκε από νωρίς αντιμέτωπος στη ζωή του ο Κατηγορούμενος, είναι και χρόνιος αλκοολικός με όλες τις αλυσιδωτές επιπτώσεις που η χρόνια κατάχρηση αλκοόλης επιφέρει. Ιδιαίτερα αναφερόμαστε στην παγκρεατίτιδα και στην κίρρωση ήπατος, οι οποίες επηρεάζουν εν τινί τρόπω και το προσδόκιμο ζωής. Υπενθυμίζουμε σχετικά πως αποτέλεσε κατάληξη μας κατά τη δεύτερη διαδικασία Newton ότι οι κιρρωτικοί ασθενείς ζουν, κατά μέσο όρο, λιγότερο από τους μη κιρρωτικούς. Πράγμα το οποίο ισχύει και για τον Κατηγορούμενο γενικά και το οποίο λαμβάνουμε υπόψιν προς όφελος του, χωρίς όμως να μπορεί να λεχθεί κάτι πιο συγκεκριμένο ως προς το μέγεθος τέτοιας μείωσης. Μεγάλο μέρος της αγόρευσης προς μετριασμό αναλώνεται στο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν υπεβλήθη σε εξέταση αίματος ή έστω σε άλκοτεστ για να καταδειχθεί η ποσότητα αλκοόλης που υπήρχε στον οργανισμό του με αποτέλεσμα να μην μπορεί να προσδιοριστεί ο βαθμός υπαιτιότητας του και να επιμετρηθεί στη βάση αυτού ορθά η αρμόζουσα ποινή. Επί τούτου πρέπει να πούμε πως παρόλο που τέτοια εξέταση ενδεχομένως να είναι χρήσιμο να γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις, εντούτοις δεν συμφωνούμε πως μια τέτοια ένδειξη μπορεί να καταδείξει πάντοτε και προ πάντως από μόνη της το βαθμό υπαιτιότητας ενός ατόμου, αφού το πώς κάποιος αντιδρά έχοντας στον οργανισμό του συγκεκριμένο ποσοστό αλκοόλης διαφέρει από άτομο σε άτομο. Πέραν τούτου η παράλειψη διεξαγωγής των ως άνω εξετάσεων ειδικότερα υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, δεν θεωρούμε πως αφαιρεί από το παρόν Δικαστήριο τη δυνατότητα να εκτιμήσει το βαθμό υπαιτιότητας του Κατηγορούμενου και κατ' επέκταση να επιμετρήσει ορθά την ποινή, δεδομένων των λοιπών γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση και τα οποία τέθηκαν ενώπιον μας κατά τη δεύτερη διαδικασία Νewton. Για να το θέσουμε αλλιώς τα ίδια τα ευρήματα μας στο πλαίσιο της αντίστροφης διαδικασίας Newton βασιζόμενα στα γεγονότα της υπόθεσης παρέχουν την ευχέρεια στο Δικαστήριο να αντιληφθεί και να προσδιορίσει το βαθμό υπαιτιότητας του Κατηγορούμενου. Σύμφωνα λοιπόν με τα εν λόγω ευρήματα μας, ο Κατηγορούμενος ο οποίος ήταν χρόνιος αλκοολικός. Το πρωί της 11.8.2021 κατανάλωσε ¼ της φιάλης ζιβανία, δηλαδή είτε 250ml είτε 175ml με αποτέλεσμα εντός μιας ώρας από την εν λόγω κατανάλωση (οπότε έλαβε χώρα το συμβάν) να υπήρχε ακόμα υψηλή αλκοόλη στο αίμα του Κατηγορούμενου και έτσι ούτε μπορούσε να ενεργοποιηθεί ούτε και ενεργοποιήθηκε στερητικό της αλκοόλης σύνδρομο. Από τη στιγμή δε, της σύλληψής του μέχρι που εξετάστηκε από τις ψυχιάτρους την επομένη το πρωί, ο Κατηγορούμενος δεν είχε πιει και δεν παρουσίαζε - κατά τον χρόνο της εξέτασης - ούτε συμπτώματα αλκοολικής τοξίκωσης (μέθης δηλαδή), ούτε συμπτώματα απόσυρσης από το αλκοόλ (στερητικού συνδρόμου δηλαδή). Κατά τον επίδικο χρόνο των πυροβολισμών ο Κατηγορούμενος δεν έπασχε από στερητικό σύνδρομο και επομένως ούτε από τα συμπτώματα αυτού. Δεν παρουσίαζε ψευδαισθήσεις ή παραληρητικές ιδέες, δεν χαρακτηριζόταν από πλήρη σύγχυση ή αντιληπτικές διαταραχές, ούτε μπέρδευε την πραγματικότητα με φαντασιώσεις και ονειρικές καταστάσεις. Εξάλλου αποτέλεσε εύρημα μας στηριζόμενο στη μαρτυρία του Δρος Σαμαρτζή πως τα όσα ο Κατηγορούμενος έπραξε την επίδικη μέρα, αμέσως πριν και αμέσως μετά τους πυροβολισμούς, υποδηλώνουν, ότι δεν ήταν ουσιωδώς επηρεασμένη η νοητική, αντιληπτική και κινητική λειτουργία του Κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα του υποβλήθηκε σενάριο προσομοιάζον με τα γεγονότα της παρούσας για να τοποθετηθεί, στο ερώτημα εάν αυτού του ατόμου η κινητική του ικανότητα είχε μειωθεί καθ' οποιονδήποτε τρόπο και η απάντηση του δρος Σαμαρτζή ήταν σαφώς πως όχι. Σε σχέση δε με την αντιληπτική του ικανότητα, λέχθηκε πως φαίνεται να ήταν και αυτή φυσιολογική, αφού αντιλήφθηκε το τι έπραξε και συνακόλουθα τον κίνδυνο να του επιτεθούν οι συγγενείς και γι' αυτό έβαλε τη ζώνη φυσιγγίων. Είχε, επίσης, αντίληψη της πραγματικότητας στον βαθμό που χρειαζόταν, ούτως ώστε να πει σε τρίτους ότι τον θύμωσαν και θα έρθει η Αστυνομία να τον πάρει. Κατάλαβε, δηλαδή, τι έκανε και για ποιον λόγο το έκανε και προσπάθησε να προστατεύσει τον εαυτό του. Επιπλέον και με βάση πάντα τα ευρήματα μας, δεν είχε φτάσει να προκληθεί σε αυτόν αλκοολική εγκεφαλοπάθεια και δεν έγινε δεκτό ότι ήταν μονίμως επηρεασμένη η κριτική του ικανότητα, δηλαδή ακόμα και όταν δεν είχε πιει. Βεβαίως αποδεχθήκαμε πως επρόκειτο για άτομο που έπασχε από χρόνιο αλκοολισμό καταλήγοντας όμως πως κατά τον επίδικο χρόνο διένυε περίοδο αποχής από το αλκοόλ και η ανοχή του σε αυτό είχε μειωθεί. Τούτο, όπως καταλήξαμε σημαίνει, ότι η ποσότητα ζιβανίας που κατανάλωσε το πρωί της επίδικης μέρας ήταν ικανή να μειώσει, μερικώς τον αυτοέλεγχο και τις αναστολές του. Στην Pernell κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(1998)2 Α.Α.Δ.417 αναφέρθηκε ότι σύμφωνα με την κυπριακή νομολογία η επήρεια του ποτού είναι παράγων ο οποίος λαμβάνεται υπόψη με ποικίλες όμως επιπτώσεις στην ποινή. Μπορεί ανάλογα με την επίδραση του στη διάπραξη του εγκλήματος, σε συνάρτηση με τη φύση του εγκλήματος, να προσμετρήσει είτε ως επιβαρυντικός είτε ως ελαφρυντικός παράγοντας. Έχει λεχθεί στην Pernell (ανωτέρω) ότι στο βαθμό που η μέθη αμβλύνει τον αυτοέλεγχο και η χαλαρότητα που επιφέρει επιδρά στις πράξεις του παραβάτη, μπορεί να προσμετρήσει ως ελαφρυντικός παράγοντας νοουμένου ότι η κατανάλωση αλκοόλ δεν έχει ως λόγο τη διευκόλυνση της υλοποίησης απόφασης για τη διάπραξη του εγκλήματος. (βλ. Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ.51 και Λάτο ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ.351, Μωυσίδης, ανωτέρω). Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει ένδειξη ότι η κατανάλωση αλκοόλ έγινε με σκοπό να διευκολύνει ο Κατηγορούμενος τον εαυτό του στη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων και συνεπώς το στοιχείο αυτό δυναται να προσμετρηθεί και το προσμετρούμε εν προκειμένω προς όφελος του. Παρόλο δε που αποδεχθήκαμε ότι είχε καταναλώσει την προαναφερθείσα ποσότητα αλκοόλης εντούτοις δεν ήταν δυνατόν να εξακριβωθεί κατά πόσον ο Κατηγορούμενος, με το ¼ της μπουκάλας ζιβανίας που κατανάλωσε, ήταν μεθυσμένος κατά τον επίδικο χρόνο εν τη εννοία που έδωσε στον όρο ο δρ Σαμαρτζής. Ακόμα κι αν ήταν όμως, αποτέλεσε κατάληξη μας πως δεν είχε φτάσει σε βαριά μέθη, ώστε να επηρεάζεται η νοητική, αντιληπτική και κινητική του λειτουργία. Σε σχέση με την εισήγηση της Υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος φέρει μειωμένη ευθύνη λόγω του αλκοολισμού του, σημειώνεται ότι η «μειωμένη ευθύνη» (diminished responsibility) δεν αποτελεί υπεράσπιση (βλ. Sentencing in Cyprus, 2nd Ed., G.M. Pikis, p. 66). Το δίκαιο, όμως, αναγνωρίζει περιπτώσεις μειωμένης ευθύνης λόγω ψυχικών διαταραχών, στοιχείο το οποίο αποτελεί μετριαστικό παράγοντα κατά την επιβολή ποινής. Όμως για να μπορεί να πιστωθεί σε κατηγορούμενο μειωμένος καταλογισμός για τη διενέργεια παράνομης πράξης, πρέπει η συμπεριφορά του να δύναται να αποδοθεί σε λόγους πέραν του ελέγχου του. Στη Demetriou v. Republic
(1984)2 C.L.R.323, ο Δικαστής Πικής σημείωσε: «The relevance of mental affliction in the sentencing process lies primarily in the information it supplies about the element of culpability in the conduct of the accused. And if it points to diminished responsibility for reasons beyond the control of the accused, it constitutes a factor that can legitimately be taken into account as mitigating the gravity of the crime committed by the accused.» Στην R.ν. Chambers
(1983)Crim. L.R.688 το Αγγλικό Ποινικό Εφετείο έδωσε χρήσιμες κατευθυντήριες γραμμές αναφορικά με τη μειωμένη ευθύνη λόγω ψυχιατρικών διαταραχών. Η αντιμετώπιση του Δικαστηρίου εξαρτάται από το πόσο μειωμένη είναι η ευθύνη του κατηγορούμενου, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εξαιτίας των ψυχιατρικών διαταραχών που αποδεικνύονται με αξιόπιστη μαρτυρία πραγματογνωμόνων. Είναι προφανές από την ημεδαπή νομολογία ότι το μετριαστικό στοιχείο του μειωμένου καταλογισμού πιστώθηκε μέχρι στιγμής βασικά σε ψυχιατρικά ασθενείς κατηγορούμενους. (Βλ. Λεμής ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ.340, Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ.445, Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ.309, Πεπέκκος ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ.86). Παρόλο που ο αλκοολισμός εμπίπτει στο πεδίο της ψυχιατρικής, σύμφωνα με την αποδεχθείσα μαρτυρία του δρος Σαμαρτζή και θα μπορούσε, υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις, να παρέχει βάση σε επιχείρημα μειωμένου καταλογισμού, εν τούτοις εν προκειμένω αυτό δεν έχει γίνει κατορθωτό. Τούτο διότι, σύμφωνα με τα ευρήματά μας, η θανάτωση του Θύματος και η παρ' ολίγον θανάτωση του Παραπονούμενου δεν ήταν πράξεις, που εξαιτίας του αλκοολισμού του Κατηγορούμενου, να ήταν εκτός του ελέγχου του. Αφενός διότι αποτέλεσε εύρημά μας ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε φτάσει με το αλκοόλ που κατανάλωσε σε βαριά μέθη, ώστε να επηρεάζεται η νοητική, αντιληπτική και κινητική του λειτουργία. Ούτε παρουσίαζε ψευδαισθήσεις ή παραληρητικές ιδέες, ούτε χαρακτηριζόταν από πλήρη σύγχυση ή αντιληπτικές διαταραχές, ούτε μπέρδευε την πραγματικότητα με φαντασιώσεις και ονειρικές καταστάσεις. Είχε επομένως επίγνωση του τι έπραττε και οι πράξεις του δεν ήταν εκτός του ελέγχου του. Αφετέρου διότι παρόλο τον χρόνιο αλκοολισμό του, ο Κατηγορούμενος διένυε περίοδο αποχής από το αλκοόλ - αφού εάν δεν ήταν έτσι θα έπασχε από στερητικό σύνδρομο την επομένη μέρα το πρωί - και επομένως δεν ήταν ο εθισμός του που του υπαγόρευσε την κατανάλωση τόσο μεγάλης ποσότητας αλκοόλης από το πρωί. Καταδεικνύεται δηλαδή ότι η επίδικη κατανάλωση αλκοόλης ήταν αποτέλεσμα της επιλογής του ιδίου του Κατηγορούμενου και όχι πορεία που υπαγορεύτηκε από τον εθισμό του. Επομένως και για τους πιο πάνω λόγους δεν μπορούμε να θεωρήσουμε τον Κατηγορούμενο ως μειωμένου καταλογισμού. Βεβαίως, η διαπίστωση μας αυτή δεν αλλοιώνει την έτερή μας διαπίστωση ότι ο Κατηγορούμενος πράγματι ήταν υπό την επήρεια αλκοόλης κατά τον επίδικο χρόνο, η οποία όντως άμβλυνε τον αυτοέλεγχο του και όντως επέφερε χαλαρότητα στις πράξεις του, στοιχείο το οποίο ως ήδη αναφέραμε προσμετρούμε προς όφελος του. Όσον αφορά την ηλικία του Κατηγορούμενου σημειώνουμε πως μέσα από τη νομολογία καθορίστηκε ότι η μεγάλη ηλικία ενός κατηγορουμένου και η ενδεχόμενη ταλαιπωρία λόγω προχωρημένης ηλικίας λειτουργεί ως σοβαρός μετριαστικός παράγοντας[3]. Στο πλαίσιο αυτό έχει παρατηρηθεί ότι είναι σημαντικό όταν επιβάλλεται ποινή σε άτομο προχωρημένης ηλικίας, να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι ο χρόνος είναι πιο πολύτιμος για το ηλικιωμένο άτομο και το αποτέλεσμα μιας ποινής φυλάκισης σε αυτόν είναι δυσμενέστερο, καθότι η προσδοκία ζωής του είναι μικρότερη. (βλ. R. v. Lucas, R. v. Walsh
(2000)All E.R.CD183). Τονίστηκε, ταυτοχρόνως, ότι σε τέτοια περίπτωση πρέπει να διατηρείται για τον καταδικασθέντα φως στο τέλος της σήραγγας, έχοντας υπόψη ακριβώς την προσδοκία ζωής ενός ηλικιωμένου ατόμου. Θα πρέπει όμως στο σημείο αυτό να υπομνησθεί ιδιαιτέρως ότι για αδικήματα σοβαρής μορφής, όπως το υπό συζήτηση, οι προσωπικές περιστάσεις και ιδιαιτέρως η ηλικία, δεν μπορούν να έχουν καταλυτική σημασία καθότι τα δικαστήρια θα έστελναν λανθασμένα μηνύματα προς άτομα μιας ηλικίας[4]. Στην προκειμένη περίπτωση ο Κατηγορούμενος ως ήδη λέχθηκε είναι 60 ετών. Δεν θεωρούμε πως ευρίσκεται σε μια τόσο προχωρημένη ηλικία. Ωστόσο η ηλικία του και τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει με προεξάρχουσα την παγκρεατίτιδα και την κίρρωση ήπατος που ως έγινε αποδεκτό μειώνουν το προσδόκιμο ζωής κάποιου πάσχοντος και εν προκειμένω του Κατηγορούμενου, λαμβάνονται υπόψη υπό το φως των ανωτέρω παραμέτρων και σε συνάρτηση πάντα με το ύψος της τυχόν ποινής φυλάκισης που ήθελε επιβληθεί σε αυτόν αλλά και υπό το φως της θεώρησης που αναφέρεται στην υπόθεση Θεμιστοκλέους (πιο πάνω), όπου τονίστηκε ότι το Δικαστήριο δικαιούται και πρέπει να έχει μια πραγματιστική αντίληψη σε σχέση με τις δυνατότητες που παρέχει ο περί Φυλακών Ν.62(Ι)/96 είτε για υποβολή αίτησης στο Συμβούλιο για αποφυλάκιση είτε για μείωση της ποινής λόγω καλής διαγωγής και συμπεριφοράς, στοιχεία τα οποία έχουμε υπόψιν, ως εκεί έχουν αναλυθεί (άρθρα 14Α και 12 αντίστοιχα). Υπήρξε τέλος εισήγηση ότι «οι πολύ σοβαρές ασθένειες του κατηγορούμενου αποτελούν σοβαρό μετριαστικό παράγοντα διότι το περιβάλλον των Φυλακών επιδεινώνει όχι μόνο την υγεία του κρατούμενου αλλά και επαυξάνει τη δυσφορία αλλά και τις πνευματοσωματικές επιπτώσεις που έχουν οι ανίατες ασθένειες στους ασθενείς». Αντιλαμβανόμαστε ότι ο κ. Ευσταθίου αναφέρεται στην κίρρωση ήπατος, στην παγκρεατίτιδα και στον αλκοολισμό του Κατηγορούμενου. Το πρώτο που πρέπει να λεχθεί αναφορικά με τα προβλήματα υγείας είναι πως σύμφωνα με τη νομολογία μας δυνατόν να επηρεάσουν το μέγεθος της ποινής, κάτι που αναμφίβολα ισχύει στην παρούσα υπόθεση (βλ. Chokami v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ.189). Πέραν αυτού έχει αναφερθεί στην υπόθεση Khalife v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ.315 πως αν λόγω κάποιας σωματικής ανικανότητας ή ασθένειας η φυλάκιση θα προκαλέσει σε έναν αδικοπραγούντα ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού αυτό επενεργεί ως ελαφρυντικός παράγοντας. Στην υπόθεση El Kara v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ.239 για λοίμωξη αναπνευστικού, φλεγμονή στομάχου, πάρεση, νεφρική ανεπάρκεια, υπέρταση και αμφιβληστροειδοπάθεια η έφεση απορρίφθηκε αφού προηγουμένως έγινε αναφορά σε παλαιότερες υποθέσεις που παραθέτουμε κατωτέρω. Στη Landau v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ.178, στην οποία η έφεση απορρίφθηκε παρά το ότι, όπως διαπιστώθηκε, η εφεσείουσα είχε όγκο στο στήθος, πρόβλημα στη βαλβίδα της καρδιάς λόγω ρευματικού πυρετού, αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα και ήταν άτομο αγχώδες. Στη Γεωργίου άλλως "Κακής" v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ.162 στην οποία ο εφεσείων έπασχε από διαβήτη, χρόνια βρογχίτιδα, παροξυσμική αρρυθμία, είχε πέτρες στα νεφρά και ο θεράπων ιατρός του γνωμάτευσε ότι η φυλάκισή του θα επιδείνωνε την υγεία του. Δεν είχε διαπιστωθεί επιδείνωση που να δικαιολογούσε μείωση της ποινής, στις Φυλακές τύγχανε της αναγκαίας περίθαλψης και η έφεση απορρίφθηκε. Στην Khalife v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ.315 στην οποία μειώθηκε η ποινή από 12 σε 9 μήνες φυλάκιση αφού, όπως διαπιστώθηκε μετά την καταδίκη, η φυλάκιση επαγόταν ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού. Ο εφεσείων έπασχε από ηπατίτιδα Β και βρισκόταν συνεχώς στην απομόνωση. Στην Hadavand v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ.359 στην οποία επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 6½ ετών (για εμπορία ηρωίνης) παρά το ότι ο εφεσείων έπασχε από σοβαρό καρδιακό πρόβλημα. Στην Ανδρέας Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ.144 στην οποία έφεση απορρίφθηκε αφού δεν υπήρχε ιατρική ή άλλη μαρτυρία που να βεβαίωνε πως η κατάσταση της υγείας του εφεσείοντα επιδεινώθηκε ή θα επιδεινωνόταν λόγω της φυλάκισης. Στην υπόθεση Λαζάρου ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ.129 επειδή η κατάσταση της υγείας δεν ενέτασσε την περίπτωση στις εξαιρετικές η έφεση απορρίφθηκε και είχε επεξηγηθεί πως δεν αρκούσε η έκφραση ιατρικής γνώμης ότι η περαιτέρω κράτηση του εφεσείοντα στις Φυλακές θα επιδείνωνε την κατάσταση της υγείας του κατά τρόπο γενικό. Σε συνάρτηση με τις τελευταίες αυτές δύο υποθέσεις επισημαίνουμε βέβαια πως δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε ιατρική μαρτυρία περί του ότι θα επιδεινωθεί η κατάσταση του Κατηγορούμενου σε περίπτωση φυλάκισης. Να σημειωθεί πως οι περί Φυλακών Κανονισμοί Κ.Δ.Π. 121/97 προβλέπουν με λεπτομέρειες τις διενεργούμενες εξετάσεις για τη σωματική και ψυχική υγεία, οι οποίες συμπεριλαμβάνουν και τη διερεύνηση του ιστορικού ενός κρατούμενου που με τη σειρά του συμπεριλαμβάνει τη διερεύνηση και του κατά πόσον υπάρχουν ειδικές ανάγκες και προβλήματα, ούτως ώστε να δοθεί η αναγκαία ψυχολογική και ιατρική υποστήριξη, όπως ρητώς αναφέρεται (Καν. 19, 21). Μάλιστα υπάρχει και ειδική διάταξη (Καν. 48) για ψυχικά ασθενείς που δυνατόν να κριθούν επικίνδυνοι για τον εαυτό τους ή τους άλλους, οι οποίοι και μπορούν να μεταφερθούν σε άλλους χώρους "για την καλύτερη ψυχιατρική περίθαλψη και προστασία". Οι καν.62-85 αναφέρονται επίσης στην ιατρική περίθαλψη και περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων και πρόνοιες για εξέταση από ιατρό της επιλογής του κρατούμενου ή και παραπομπή του για θεραπεία σε Ιδιωτική Κλινική. Κρίνεται λοιπόν και στην παρούσα αφενός πως η κατάσταση του Κατηγορούμενου δεν είναι τέτοια που η τυχόν φυλάκιση θα τού προκαλούσε ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού ή εξαιρετικής φύσης και αφετέρου πως όλα τα στοιχεία υποστηρίζουν πως η ιατρική περίθαλψη που μπορεί να έχει σε περίπτωση φυλάκισης δεν υπολείπεται κατά οποιονδήποτε τρόπο εκείνης την οποία θα κατάφερνε να εξασφαλίσει αν ήταν ελεύθερος (El Kara v. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Καταληκτικά, τονίζουμε πως η εξατομίκευση της ποινής δεν θα πρέπει να αφήνεται να οδηγεί σε εξουδετέρωση, είτε της σοβαρότητας του αδικήματος, είτε του στοιχείου της αποτροπής και της εν γένει αποτελεσματικότητας του Νόμου. Οι δε προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, οι οποίες λαμβάνονται βέβαια υπόψη, απολήγουν σε τέτοιες περιπτώσεις να είναι ήσσονος σημασίας, αφού προέχει το στοιχείο της αποτροπής με απώτερο στόχο την προστασία της κοινωνίας. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα δεδομένα που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη καθώς και τη φύση και σοβαρότητα των αδικημάτων, ιδιαίτερα της πέμπτης κατηγορίας και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής και χωρίς να παραβλέπουμε το σύνολο των ελαφρυντικών του κατηγορούμενου, ως ανωτέρω αναλύθηκαν, σε συνδυασμό με τις προσωπικές του περιστάσεις, κρίνουμε ότι οι μόνες αρμόζουσες ποινές είναι οι ποινές φυλάκισης. Θεωρούμε κατάλληλες και επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο τις εξής ποινές: Στην Κατηγορία 2 ποινή φυλάκισης 8 ετών. Στην Κατηγορία 5 ποινή φυλάκισης 20 ετών. Δεν επιβάλλουμε ποινές στις Κατηγορίες 3 και 4 δεδομένου ότι τα γεγονότα τους είναι στενά συνυφασμένα με τα γεγονότα των Κατηγοριών 2 και 5. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Βάσει του άρθρου 117 του Κεφ.155 οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης να μειωθούν κατά το χρονικό διάστημα που ο Κατηγορούμενος τελούσε σε προφυλάκιση (από 20.8.21). (Υπ.) ............. Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. [1] (βλ, Lasha Okmelashvili ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 146/20, ημερ. 20.12.21, Παναγιώτης Αλεξάνδρου v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Τ.Μ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 89/21 ημερ. 9.12.22) [2] (βλ. και Παναγιώτου v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 478, 484-485, Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 124, 129-130 και Jovanovic v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 635, 638) [3]Δημοκρατία v. Θεμιστοκλέους, Ποιν. Έφ. 202/18, ημερ. 11.1.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4, Γενικός Εισαγγελέας v. Χρίστου, Ποιν.Εφ. 20/15 ημερ. 6/11/17, R. v. Tussler
(1920)15 Cr. App. Rep.59 και Pittas v. The Police
(1968)2 C.L.R.137 [4] Βλ. Chokami v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ.189 και Στυλιανού ν. Δημοκρατίας
(2015)2(Β) Α.Α.Δ.680 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.