Δημοκρατία ν. Κυριάκου, Ποιν. Υπόθεση: 6933/21, 23/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2023:11 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Χ. B. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ. Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Ποιν. Υπόθεση: 6933/21 Δημοκρατία ν. ΧΧΧ Κυριάκου Κατηγορουμένου 23 Μαΐου 2023 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Δημοκρατία: κα Χ. Κυθραιώτου για Γενικόν Εισαγγελέα Για Κατηγορούμενο: κ. Μ. Παπαμιχαήλ και κ. Μούσκος Κατηγορούμενος παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Αίτηση ημερ. 11.5.23 για Κράτηση) Στη βάση του κατηγορητηρίου το οποίο καταχωρίστηκε στο Κακουργοδικείο στις 29.3.21 ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά εννέα κατηγορίες για σεξουαλικής φύσης αδικήματα, τα οποία κατ' ισχυρισμόν διέπραξε μεταξύ των ετών 2003 έως 2015 εις βάρος τεσσάρων κοριτσιών ηλικίας κατά τους επίδικους χρόνους από 7 έως 17 ετών. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή και η υπόθεση εκκρεμεί για ακρόαση στις 4.7.23. Ας σημειωθεί πως για την εμφάνιση του είχαν εξαρχής τεθεί όροι εγγύησης, παράδοσης ταξιδιωτικών εγγράφων, απαγόρευσης εξόδου (stop list), παρουσίασης σε Αστυνομικό Σταθμό δις εβδομαδιαίως και περαιτέρω εκδόθηκαν διατάγματα, τα οποία με κάποιες διαφοροποιήσεις διατηρήθηκαν σε ισχύ από το Κακουργοδικείο και προβλέπουν ότι: o Απαγορεύεται στον Κατηγορούμενο να πλησιάζει τις τέσσερις Παραπονούμενες (ενήλικες πλέον) κοπέλες σε απόσταση μικρότερη των 200 μ. ή να επικοινωνεί με αυτές με οποιονδήποτε τρόπο. o Απαγορεύεται στον Κατηγορούμενο να εργάζεται ως προπονητής ή ως μασέρ σε ανήλικα πρόσωπα. Στις 11.5.23 η Δημοκρατία με αίτηση διά κλήσεως υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση ζήτησε όπως ο Κατηγορούμενος τεθεί υπό κράτηση μέχρι την ακρόαση. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Υπαστυνόμου Μιχαήλ, η οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι δύο εκ των παραπονουμένων (τις οποίες αφορούν οι κατηγορίες 1, 2 και 7, 8) προέβησαν σε σχετικές καταθέσεις στο ΤΑΕ Λάρνακας, το περιεχόμενο των οποίων ομιλεί αφ' εαυτού. Επισυνάπτει αντίγραφα τους ως Παραρτήματα Α και Β, προσθέτοντας ότι από τα καταγραφόμενα σε αυτές γεγονότα προκύπτει προσπάθεια επηρεασμού των δύο πιο πάνω μαρτύρων κατηγορίας με αποτέλεσμα να δικαιολογείται και να καθίσταται αναγκαία η κράτηση του Κατηγορούμενου. Οι παραπονούμενες είχαν αναφερθεί σε πρόσφατες τηλεφωνικές επικοινωνίες του Κατηγορούμενου με τις ίδιες, στο περιεχόμενο των οποίων θα γίνει αναφορά κατωτέρω. Ο Κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε ότι οι δύο Παραπονούμενες είχαν τις αναφερθείσες επικοινωνίες ούτε και ότι έδωσαν αντίστοιχα τις παρουσιασθείσες καταθέσεις στην Αστυνομία. Αρνήθηκε όμως ότι προέβη ο ίδιος σε οποιαδήποτε κλήση προς τις ίδιες, προέβαλε ότι είχε δώσει σχετική ανακριτική κατάθεση στα πλαίσια αστυνομικής διερεύνησης του θέματος και έφερε ένσταση στο αίτημα κράτησης, εισηγούμενος ότι θα έπρεπε να αναμένεται το πόρισμα της Αστυνομίας. Εκ μέρους της Δημοκρατίας η κα Κυθραιώτου δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έδωσε όντως κατάθεση το κείμενο της οποίας προσκομίστηκε και σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Ανεξαρτήτως του ότι το αίτημα είχε υποβληθεί γραπτώς, έχοντας υπόψιν τα λεχθέντα στην υπόθεση Ψύλλας ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ.731, περί της αναγκαιότητος προσαρμογής της διαδικασίας ούτως ώστε οι διάδικοι να έχουν την ευχέρεια να προβάλουν ολοκληρωμένες τις θέσεις τους, δώσαμε την ευκαιρία και στις δύο πλευρές να προσκομίσουν και οποιαδήποτε άλλη σχετική προφορική μαρτυρία επιθυμούσαν. Αμφότερες οι πλευρές περιορίστηκαν στα έγγραφα που έχουν προαναφερθεί. Νομική Πτυχή Όσον αφορά τη νομική πτυχή σημειώνουμε ότι σύμφωνα με το άρθρο 48 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155 (στο οποίο βασίζεται το αίτημα) παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει την κράτηση ενός κατηγορούμενου αντί της απόλυσης του επί εγγυήσει. Στην υπόθεση Θεοδωρίδης ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ.139 λέχθηκε πως η απόλυση επί εγγυήσει αποτελεί την πρώτη επιλογή, πράγμα το οποίο συνιστά απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητος, το οποίο κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα (άρθρο 12.4). Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ψύλλας ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ.731: «Το πρώτιστο, όπως διασφαλίζει το σύνταγμα, είναι ο σεβασμός της προσωπικής ελευθερίας. Το δικαίωμα όμως αυτό υποχωρεί μπροστά στο δημόσιο συμφέρον, όποτε διαφαίνεται ο κίνδυνος μεμονωμένα ή σωρευτικά: (α) μη προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη. (β) επηρεασμού μαρτύρων. και (γ) τέλεσης ομοειδών αδικημάτων στην περίπτωση που ο υπόδικος απολύεται. Η νομολογία στο σημείο αυτό συντάσσεται με εκείνη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.» Ειδικά όσον αφορά τον κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων, επί του οποίου στηρίζεται το αίτημα στην παρούσα, παραπέμπουμε κατ' αρχάς στην υπόθεση Χριστούδια ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ.689, στην οποία οι σχετικές αρχές συνοψίστηκαν ως εξής: «Το ενδεχόμενο επηρεασμού μαρτύρων αποτελεί από μόνο του παράγοντα ο οποίος μπορεί να δικαιολογήσει την κράτηση (Βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7, 11, Κακούρη κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 391, 396 και Κάλλης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 677. Αυτό που πρέπει να εξετάζει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο οι φόβοι της Αστυνομίας για επηρεασμό μαρτύρων ήσαν εύλογα δικαιολογημένοι με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα (Βλ. Σιημητρά κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 397). Κριτήριο είναι οι πιθανοί κίνδυνοι να επηρεασθούν μάρτυρες (Βλ. Κακούρη, πιο πάνω, σελ. 396, Λοϊζου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 304 και Πέτρου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 679. Βλ. και Κωνσταντινίδη ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109, 120, 121 στην οποία έγινε αναφορά σε νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σύμφωνα με την οποία αυτό που εξετάζεται είναι η ύπαρξη ευλόγως δικαιολογημένου φόβου επηρεασμού μαρτύρων. Βλ., επίσης, Κάλλης, πιο πάνω).» Στη μεταγενέστερη υπόθεση Φανιέρος Χαμπή ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ.472 αναφέρθηκε ότι: «Γενική δήλωση ότι ο κατηγορούμενος θα επέμβει στην πορεία της δικαιοσύνης δεν είναι αρκετή. Θα πρέπει προς τούτο να δοθεί μαρτυρία που υποστηρίζει τη δήλωση. ........................ Από τη στιγμή που διαπιστώνεται η πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων δεν παρέχεται πεδίον εξέτασης της εξασφάλισης της παρουσίας του κατηγορούμενου με εγγύηση.» Το ουσιώδες είναι ότι, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Μακαρίτης ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ.90, δεν απαιτείται απόδειξη ότι θα υπάρξει επηρεασμός μαρτύρων. Το δικαστήριο θα διατάξει την κράτηση αν ικανοποιηθεί ότι υπάρχουν ουσιαστικοί λόγοι οι οποίοι μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι υπάρχει κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Σημειώνεται δε, πως στην εν λόγω υπόθεση υπήρχε μαρτυρία ότι ήδη είχε εκδηλωθεί προσπάθεια από τη σύζυγο του κατηγορούμενου να επηρεάσει τη βασική μάρτυρα κατηγορίας, η οποία (μαρτυρία) και κρίθηκε αρκετή για να διαταχθεί η κράτηση. Στην υπόθεση Aslam ν. Αστυνομία, Ποιν. Έφ.191/19, ημερ. 14.11.19, ο παραπονούμενος και η σύζυγος του είχαν δώσει μαρτυρία ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου λέγοντας ότι άγνωστα πρόσωπα, προσκείμενα στον κατηγορούμενο, απείλησαν τους ίδιους με σκοπό να αποσύρουν το παράπονο τους και να μην δώσουν μαρτυρία. Το Εφετείο συμφώνησε ότι με βάση τα στοιχεία είχε αποδειχθεί πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων. Η υπόθεση Badea v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ.120/21, ημερ. 10.8.21, αφορούσε επίσης αδικήματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενηλίκου προσώπου. Υπήρχε συμπληρωματική κατάθεση της παραπονούμενης ότι, κατόπιν διευθέτησης του κατηγορούμενου, ο εξάδελφος του είχε επικοινωνήσει με τον αδελφό της, λέγοντας της ότι είναι μεγάλη οικογένεια και ότι αν ένας από αυτούς φυλακιστεί οι υπόλοιποι θα είναι έξω και θα πράξουν ανάλογα. Το Εφετείο συμφώνησε ότι αυτή ήταν δήλωση από την οποία προέκυπτε η εντύπωση διατύπωσης απειλής με την ενεργό συμμετοχή του κατηγορούμενου. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Bourel κ.ά., Ποιν. Έφ.206/11 κ.ά., ημερ. 28.12.21 είχε επαναληφθεί ότι η προσπάθεια ή η εκδήλωση επηρεασμού μάρτυρος σαφώς και καθιστά τον εν λόγω κίνδυνο υπαρκτό. Η υπόθεση αφορούσε κυρίως σεξουαλικής φύσης αδικήματα (κάποια εις βάρος ανηλίκου) και κρίθηκε ότι απεκάλυπτε πιθανότητα επηρεασμού η μαρτυρία της 18χρονης παραπονούμενης (
- i)ότι την είχαν προσεγγίσει εξ αποστάσεως με όχημα οι δύο εκ των κατηγορουμένων, (
- ii)ότι οι ίδιοι της τηλεφωνούσαν και επειδή δεν απαντούσε την καλούσαν αργότερα από άγνωστους αριθμούς, ζητώντας να μάθουν πού ευρίσκετο και (iii) ότι ένας εξ αυτών τής απέστειλε απειλητικό μήνυμα. Το Εφετείο ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, διατάσσοντας την κράτηση. Από την υπόθεση Ι.Γ. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ.130/22, ημερ. 21.6.22 θα πρέπει να επισημανθεί η ανάγκη όπως προσεγγίζονται σφαιρικά οι παράμετροι της κάθε υπόθεσης και να εκτιμάται η συνολική αντικειμενική εικόνα, η οποία αναδύεται μέσα από αυτές. Παράλληλα τονίζεται το λεχθέν στην υπόθεση Δ.Α. κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.159/22, ημερ. 29.9.22, ότι το ζήτημα της πιθανότητας επηρεασμού μαρτύρων δεν κρίνεται γενικόλογα αλλά εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας και απαιτείται η ύπαρξη στοιχείων τα οποία θεμελιώνουν δικαιολογημένο φόβο για επηρεασμό μαρτύρων. Ακριβώς εντός αυτών των πλαισίων και του καθήκοντος μας για σφαιρική και συνολική εξέταση σε σχέση με την παρούσα παρατηρούμε ότι: (α) Από τις 24.2.21 ευρίσκεται σε ισχύ δικαστικό διάταγμα το οποίο απαγορεύει στον Κατηγορούμενο να επικοινωνεί καθ' οιονδήποτε τρόπο με τις παραπονούμενες στην υπόθεση ή να τις πλησιάζει σε απόσταση μικρότερη των 200μ. (β) Λόγω της παρουσίας του στο δικαστήριο ο Κατηγορούμενος είχε προσωπική γνώση τόσο για την έκδοση του διατάγματος όσο και για την ανανέωση του σε κάθε δικάσιμο μέχρι και σήμερα. (γ) Στις δικασίμους 4.5.22 και 27.9.22 ενώπιον του Κακουργοδικείου, υπήρξαν εκ μέρους του Κατηγορούμενου δηλώσεις για την απώλεια εργασίας, την οικονομική εξαθλίωση του και τις οικογενειακές του περιστάσεις, παράλληλα με την υποβολή αιτημάτων που είχαν ως στόχο τη διαφοροποίηση της απαγόρευσης εκγύμνασης ανήλικων. (δ) Δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι δύο εκ των παραπονουμένων έδωσαν στις 29.4.23 καταθέσεις στην Αστυνομία, αναφερόμενες σε τηλεφωνικές επικοινωνίες του Κατηγορούμενου με τις ίδιες (Παραρτήματα Α και Β στην αίτηση). (ε) Οι εν λόγω κλήσεις παρουσιάζονται από τις Παραπονούμενες ως επικοινωνίες οι οποίες προέκυψαν μετά από πρωτοβουλία του ιδίου και ότι σχετίζονται με την ύπαρξη της παρούσας υπόθεσης εις βάρος του Κατηγορούμενου. (στ) Οι τηλεφωνικές κλήσεις έγιναν από δύο διαφορετικούς και άγνωστους στις κοπέλες αριθμούς. (ζ) Με βάση το Παράρτημα Α στην Παραπονούμενη των κατηγοριών 1 και 2 ο Κατηγορούμενος φέρεται να είπε μεταξύ άλλων: Ø Ότι θα ήθελε να βρεθούν από κοντά, να πάνε για καφέ και να μιλήσουν. Ø Ότι εάν εκείνη θεωρεί ότι της έκαμε κάποιο κακό θα έπρεπε να του το πει, ότι δεν ήταν ποτέ πρόθεση του να τής κάμει κάτι και ότι δεν της κρατά κακία για το τι έγινε και ότι τη συγχωρεί. Ø Ότι ο γιος του θα πάει για σπουδές, ότι η κόρη του έχει έξοδα, ότι τον έδιωξαν από όλες του τις δουλειές, ότι έχει πολλά οικονομικά προβλήματα, ότι ξόδεψε πολλά σε δικηγόρους, ότι δεν μπορεί να βρει δουλειά στην Κύπρο, ούτε να πάει στο εξωτερικό για τέτοιο σκοπό κατά τον Αύγουστο που ξεκινά η δουλειά που βρήκε και ότι έχει ανάγκη από χρήματα. Ø Ότι μίλησε και με τις άλλες παραπονούμενες και ότι δεν θα προχωρούσαν στο δικαστήριο. Ø Ότι η δικαστική διαδικασία θα ήταν πολύ κουραστική για όλους και χρονοβόρα. Ø Ότι θα την άφηνε κάποιες μέρες να το σκεφτεί και αν ήθελε (εκείνη) θα την έπαιρνε για να του πει την απάντηση της. Ø Ότι αν δεν το έκανε για τον ίδιο να το κάμει (η ίδια) για τα παιδιά του. (ζ) Με βάση το Παράρτημα Β στην Παραπονούμενη των κατηγοριών 7 και 8 ο Κατηγορούμενος φέρεται να ανέφερε: § Ότι αν ήθελε η ίδια θα την έβλεπε όταν είναι στη Λάρνακα. § Ότι χρειαζόταν τη βοήθεια της για κάτι και για αυτό ήθελε να συναντηθούν, για να της πει τι είναι αυτό. (η) Ο Κατηγορούμενος στη δική του κατάθεση στην Αστυνομία, Έγγραφο Α, δήλωσε μεταξύ άλλων: o Ότι γνωρίζει το διάταγμα που εκδόθηκε στην παρούσα και ότι προσπαθεί να το τηρεί στο μέγιστο των δυνατοτήτων του. o Ότι κατέχει ένα κινητό τηλέφωνο με δύο κάρτες (SIM) ταυτόχρονα, με αρ. κλήσεων ..790 και ..138, για τις οποίες έδωσε τους αριθμούς διεθνούς ταυτότητας (ΙΜΕΙ). o Ότι δεν είχε καμμιά επικοινωνία με τις δύο Παραπονούμενες οι οποίες προέβησαν στην καταγγελία. o Ότι δεν είναι δικά του τα τηλέφωνα με αρ. κλήσεων ..367 και ..871, τα οποία ανέφεραν οι Παραπονούμενες. Όσον αφορά το αίτημα κράτησης θα πρέπει να πούμε ότι, προς τιμήν του ο κ. Παπαμιχαήλ, εστίασε την προσοχή του στον βασικό λόγο της ένστασης και δεν φάνηκε να αμφισβητεί ότι τέτοιου είδους επικοινωνίες, ως οι αναφερόμενες, καθιστούν τους φόβους της Αστυνομίας για επηρεασμό μαρτύρων ευλόγως δικαιολογημένους. Αυτό συνάγεται από τη σαφέστατη δήλωση του πως αν διαπιστώνετο από την έρευνα ότι τηλεφώνησε ο Κατηγορούμενος τότε θα τον συμβούλευε αναλόγως και δεν θα ήγειρε ένσταση στην κράτηση. Όπως έχουμε αντιληφθεί οι ουσιαστικές θέσεις του κ. Παπαμιχαήλ είναι ότι η αίτηση είναι πρόωρη, καθότι δεν έχει ολοκληρωθεί η έρευνα της Αστυνομίας και ότι εφόσον αυτός που τηλεφώνησε παραμένει άγνωστος θα πρέπει να τύχει εφαρμογής η υπόθεση Γ.Φ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 265/22, ημερ. 21.12.22, στην οποία επίσης παρέμενε άγνωστη η γυναίκα που είχε τηλεφωνήσει στην εκεί παραπονούμενη. Είναι αντιληπτό πως η θέση της υπεράσπισης εδράζεται στο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος αρνείται ότι τηλεφώνησε. Στην υπόθεση εκείνη η παραπονούμενη κατέθεσε ότι δέχθηκε κλήση από κάποια η οποία της είπε ότι ονομαζόταν Σαμπρίνα πλην όμως η ίδια δεν γνώριζε καμμιά με αυτό το όνομα και ούτε κατάφερε να την εντοπίσει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης παρά την προσπάθεια της. Το Εφετείο επισήμανε ότι καμμιά μαρτυρία δεν προσκομίστηκε η οποία να κατεδείκνυε ότι πράγματι έγιναν οποιεσδήποτε ενέργειες προς διερεύνηση της καταγγελίας προκειμένου να εντοπιστεί το άγνωστο πρόσωπο ως και ότι αυτό συνδέετο με τον κατηγορούμενο. Κρίθηκε πως το Κακουργοδικείο δεν εκτίμησε ορθά τη μαρτυρία όταν κατέληξε ότι, υπό τις περιστάσεις πλήρους ασάφειας της καταγγελίας, αυτή ήταν αρκετή από μόνη της, χωρίς να ήταν αναγκαίο να τεθούν ενώπιον του οι συγκεκριμένες ενέργειες διερεύνησης της από την Αστυνομία. Η άποψη του Εφετείου ήταν πως οι τυχόν ενέργειες της Αστυνομίας προς εντοπισμό του άγνωστου προσώπου και της ενδεχόμενης σύνδεσης του με τον κατηγορούμενο έπρεπε να τεθούν υπόψιν του Κακουργιοδικείου, ούτως ώστε να συνεκτιμηθούν. Έχουμε την άποψη πως η παρούσα υπόθεση διακρίνεται από την ως άνω υπόθεση. Το βασικό διαφοροποιητικό στοιχείο είναι πως στην παρούσα οι καταθέσεις και κυρίως η κατάθεση Παράρτημα Α (της Γ.Κ.) δεν αφορά άγνωστο πρόσωπο. Όχι υπό την έννοια ότι ο καλών ανέφερε κάποιο όνομα αλλά υπό την έννοια ότι η Παραπονούμενη αυτή προβάλλει ρητώς πως αναγνώρισε φωνητικά το πρόσωπο που της τηλεφώνησε ως τον Κατηγορούμενο της παρούσας, εναντίον του οποίου είχε προβεί σε καταγγελία κατά το 2021. Υπενθυμίζουμε πως γίνεται αναφορά σε συνομιλία συνολικής διάρκειας 4 λεπτών και 13 δευτερολέπτων. Δεν έχει διαφύγει την προσοχή μας πως η Γ.Κ. είναι η Παραπονούμενη για περιστατικά του 2015 (κατηγορίες 1, 2), όταν δηλαδή η ίδια ήταν 17 ετών σε αντίθεση με όλα τα άλλα επίδικα περιστατικά που φέρονται να διαδραματίστηκαν κατά τα έτη 2003-2014 και οι παραπονούμενες εκεί να ήταν τότε από 7 έως 14 ετών, ήτοι μικρότερες της. Εκ του περισσού σημειώνουμε πως η καταγγέλλουσα στο Παράρτημα Α, ήτοι η Γ.Κ., διετέλεσε αθλήτρια του Κατηγορούμενου στον στίβο όπως κι ο ίδιος δήλωσε στο Έγγραφο Α (Απάντηση αρ.7). Επαναλαμβάνουμε ότι η ουσία είναι πως στη βάση των ακουσμάτων, που η Παραπονούμενη αυτή είχε, φέρεται να ταυτοποίησε τη φωνή που άκουσε στο τηλέφωνο με συγκεκριμένο γνωστό της πρόσωπο και δη με τον Κατηγορούμενο. Ασφαλώς ένα τέτοιο δικό μας σχόλιο δεν ισοδυναμεί με δικαστική ετυμηγορία σε οποιαδήποτε άλλη τυχόν υπόθεση προκύψει από τις έρευνες πλην όμως είναι υπεραρκετό αφ' εαυτού να σφραγίσει τη διαφοροποίηση της παρούσας από την προαναφερθείσα υπόθεση Γ.Φ. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω). Δεν συμφωνούμε με την εισήγηση ότι για την υποβολή του αιτήματος κράτησης συνιστούσε όρον εκ των ων ουκ άνευ η ύπαρξη του τελικού αστυνομικού πορίσματος επί της καταγγελίας διότι ακριβώς η παρούσα διαφοροποιείται αφού η καταγγελία αναφέρεται σε συγκεκριμένο υπαρκτό πρόσωπο το οποίο έτυχε κατ' ισχυρισμόν ακουστικής αναγνώρισης, στοιχεία τα οποία συνεκτιμήσαμε και συνυπολογίσαμε καθηκόντως. Εννοείται ότι το Δικαστήριο αποφασίζει στη βάση των στοιχείων, τα οποία το ίδιο έχει ενώπιόν του και όχι στη βάση πορίσματος ή γνώμης οποιουδήποτε, η οποία βέβαια δεν μας δεσμεύει. Ούτε είναι πρόθεση μας να αναλύσουμε ή ενδιατρίψουμε στο επιχείρημα ότι ο Κατηγορούμενος διαθέτει μόνο τους δύο αριθμούς κλήσεων και ΙΜΕΙ, τους οποίους ανέφερε στην κατάθεση του. Αρκούμαστε στο να πούμε ότι με δεδομένη την ευχέρεια εξασφάλισης τόσο περισσότερων τηλεφωνικών συσκευών όσο και καρτών προπληρωμένης κινητής τηλεφωνίας στον τόπο μας ένα τέτοιο επιχείρημα δεν προσθέτει οτιδήποτε. Ούτε βέβαια αλλοιώνει την κρίση μας το εντελώς θεωρητικό επιχείρημα ότι πιθανόν ένας άγνωστος, ο οποίος επιθυμούσε να δει τον κατηγορούμενο στη φυλακή, εκδικητικά, συγκέντρωσε όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες (ήτοι στοιχεία για τον ίδιο τον Κατηγορούμενο, για τις παραπονούμενες, για το παρελθόν, το παρόν τους και την εκκρεμή υπόθεση) και εντοπίζοντας τους αριθμούς τηλεφώνησε στις Παραπονούμενες ευελπιστώντας ότι θα καταγγείλουν, ότι θα ακολουθήσει αίτημα κράτησης και περαιτέρω ότι αυτό θα εγκριθεί. Καταληκτικά, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι η παρούσα είναι μια από τις περιπτώσεις στις οποίες το δικαστήριο είχε εξαρχής συμφωνήσει στην απόλυση του Κατηγορούμενου υπό όρους, ένας εκ των οποίων ήταν να μην πλησιάσει τις παραπονούμενες και να μην επιδιώξει επικοινωνία μαζί τους (Θεοφάνους ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ.176/20, ημερ. 29.10.20). Περί τα τέλη Απριλίου 2023 υπήρξαν τηλεφωνικές επικοινωνίες προς δύο εκ των παραπονουμένων, πράγμα το οποίο δεν αμφισβητείται. Δεν υπάρχει λόγος να επαναλάβουμε εδώ τα όσα καταγράψαμε προηγουμένως ως αναφορές των δύο παραπονουμένων για τα όσα άκουσαν από τον καλούντα στις τηλεφωνικές αυτές επικοινωνίες. Σημειώνουμε όμως ότι: v Δεν πρόκειται για επικοινωνίες με τυπικό ή κοινωνικό ή εθιμοτυπικό περιεχόμενο αφού και στις δύο περιπτώσεις παρουσιάζεται ο καλών να ζητά ή να αναμένει κάτι από τις παραπονούμενες. v Στο Παράρτημα «Β» δεν διευκρινίζεται τι είναι αυτό το «κάτι» το οποίο ζητά ο «καλών» πλην όμως στο Παράρτημα «Α» γίνεται αντιληπτό πως ζητά κάποια βοήθεια ή διαφορετική πορεία και μεταχείριση σε σχέση με δικαστική διαδικασία που εκκρεμεί. v Οι δύο καταγγέλλουσες είναι παραπονούμενες για σεξουαλικής φύσης αδικήματα. Κατά τη γνώμη μας τα πιο πάνω στοιχεία συνιστούν ουσιαστικούς λόγους στήριξης του συμπεράσματος μας στο οποίο και προβαίνουμε, ότι οι φόβοι περί της ύπαρξης κινδύνου επηρεασμού μαρτύρων είναι δικαιολογημένοι. Δεν πρόκειται για περίπτωση στην οποία άγνωστος που δεν συνδέεται με τον Κατηγορούμενο προέβη σε οποιεσδήποτε ενέργειες. Έχουμε ήδη εξηγήσει πως η μια εκ των παραπονούμενων αναγνώρισε ακουστικά τον Κατηγορούμενο της παρούσας υπόθεσης, η οποία εκκρεμεί προς ακρόαση στις 4.7.23. Ουσιαστικά η συνολική εικόνα και όλα τα στοιχεία τείνουν να δείξουν πως πρόκειται για προσπάθεια επηρεασμού μαρτύρων εκδηλωθείσα από τον Κατηγορούμενο, πράγμα το οποίο σαφώς και καθιστά τον κίνδυνο υπαρκτό. Το ότι αυτή η προσπάθεια εκδηλώθηκε ισχύοντος του απαγορευτικού διατάγματος απλώς καθιστά σαφέστερες τις προθέσεις του για επηρεασμό των μαρτύρων προς όφελος του και παράλληλα επιβεβαιώνει ότι εν τέλει οι όροι που είχαν τεθεί και το διάταγμα που είχε εκδοθεί ήταν ανεπαρκή στο να αποτρέψουν οποιαδήποτε προσέγγιση των μαρτύρων και απόπειρα επηρεασμού τους (βλ. Θεοφάνους, ανωτέρω). Στη βάση όλων των ανωτέρω καταλήγουμε ότι έχει στοιχειοθετηθεί στον απαιτούμενο βαθμό η ύπαρξη του κινδύνου επηρεασμού μαρτύρων. Κρίνουμε ότι το αίτημα είναι δικαιολογημένο στη βάση αυτή και ως εκ τούτου διατάσσεται η κράτηση του Κατηγορούμενου μέχρι την επόμενη δικάσιμο (4.7.23). (Υπ.) ............... Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο