Δημοκρατία ν. Ιωάννου, Ποιν. Υπόθεση: 10033/22, 17/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2023:10 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Χ. B. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ. Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Ποιν. Υπόθεση: 10033/22 Δημοκρατία ν. ΧΧΧ Ιωάννου Κατηγορουμένου 17 Μαΐου 2023 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Δημοκρατία: κα Η. Ζησίμου για Γενικόν Εισαγγελέα Για Κατηγορούμενο: κα Χ. Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Αίτημα Εξαίρεσης) Η Κατηγορούσα Αρχή στις 28.4.23 στα πλαίσια ακρόασης της παρούσας ολοκλήρωσε την προσκόμιση της μαρτυρίας της. Η υπεράσπιση δεν υπέβαλε εισήγηση για μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Το δικαστήριο καθηκόντως προχώρησε στην εξέταση του θέματος και ακολούθως, στη βάση των καθιερωμένων αρχών και στη βάση της πρόσφατης τροποποίησης του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Ν.64(Ι)/22), κάλεσε τον Κατηγορούμενο να προβάλει την υπεράσπιση του, πληροφορώντας τον για τα δικαιώματα του. Ενημερωθήκαμε ότι θα κατέθετε ενόρκως και στη βάση σχετικού αιτήματος της συνηγόρου του για αναβολή, ορίσαμε την υπόθεση για την παρουσίαση της μαρτυρίας του για τις 15.5.23. Στο μεσοδιάστημα και συγκεκριμένα στις 10.5.23 η συνήγορος του Κατηγορούμενου, η κα Κωνσταντίνου, συναντώντας τυχαία την κα Μαθηκολώνη (στον κοινόχρηστο χώρο του ορόφου μας, προ του κλιμακοστασίου του κτηρίου αρ.4) την ενημέρωσε ότι οι δύο συνήγοροι της υπόθεσης (ήτοι η κα Κωνσταντίνου κα η κα Ζησίμου) επιθυμούσαν να δουν τα μέλη του Κακουργοδικείου για να ενημερώσουν για μια εξέλιξη στην υπόθεση και συναφές θέμα που τις απασχολούσε και αφορούσε την περαιτέρω πορεία της υπόθεσης. Επειδή η τυχόν εξέλιξη επηρέαζε το πρόγραμμα μας και για σκοπούς προγραμματισμού της εργασίας μας δώσαμε την άδεια, η οποία κοινοποιήθηκε στους δικηγόρους μέσω του κλητήρα μας πλην όμως μέχρι και το τέλος της ημέρας δεν είχε καταστεί δυνατή η ενημέρωση μας για το θέμα, οπότε δώσαμε οδηγίες όπως αυτό γίνει την επόμενη ημέρα στις 9:30 π.μ. ήτοι αμέσως μετά το πέρας της άλλης εκκρεμούσας δικαστικής εργασίας μας και υπολογίζοντας ότι ο χρόνος που απαιτείτο για τη διεκπεραίωση της δεν θα υπερέβαινε τα 30 λεπτά από τις 9:00 που θα συνεδρίαζε το Κακουργοδικείο για τις άλλες δύο υποθέσεις (120/21, 610/22). Την επόμενη μέρα, 11.5.23, όντως μετά το πέρας των δύο άλλων υποθέσεων, η κα Ζησίμου με την κα Κωνσταντίνου ευρίσκοντο στην αίθουσα του δικαστηρίου. Καθηκόντως ρωτήσαμε αν ήθελαν να μας αναφέρουν οτιδήποτε πλην όμως από την αντίδραση αντιληφθήκαμε ότι θα μας ενημέρωναν στο γραφείο (in chambers), οπότε στην παρουσία όλων των μελών δεχθήκαμε τις δύο δικηγόρους στο γραφείο του προέδρου του Κακουργοδικείου αμέσως μετά. Στο γραφείο, οι δύο συνήγοροι μας ενημέρωσαν ότι μετά από μεταξύ τους επικοινωνία είχαν σχεδόν καταλήξει στο ότι θα γινόταν τροποποίηση στο κατηγορητήριο (ήτοι αντικατάσταση της κατηγορίας για εμπορία με κατηγορία για καλλιέργεια), η οποία αλλαγή και θα επέφερε άλλη εξέλιξη στην υπόθεση και δεν θα συνέχιζε η ακροαματική διαδικασία ως είχε προγραμματιστεί για τις 15.5.23 με τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου. Είναι αλήθεια πως η συνήγορος του Κατηγορούμενου δεν περιορίστηκε σε αυτή την ενημέρωση, η οποία ήταν αρκετή για τον δικαστικό προγραμματισμό. Στην παρουσία μας προβληματίστηκε μεγαλοφώνως για το ποιου χειρισμού θα τύγχανε στην υποτιθέμενη εξέλιξη η έκθεση του Γενικού Χημείου, η οποία είχε κατατεθεί κατά την ακρόαση. Απαντήσαμε ασφαλώς το αυτονόητο ότι στην περίπτωση που υπήρχε άλλη εξέλιξη σημασία θα είχαν οι λεπτομέρειες του αδικήματος με τα γεγονότα στα οποία θα συμφωνούσαν οι δύο πλευρές και ότι δεν θα λαμβάνετο υπόψιν μαρτυρικό υλικό της μερικής ακρόασης εκτός εάν συμπεριελάμβαναν κάποιο γεγονός στα γεγονότα που θα εκτίθεντο, θέμα το οποίο έπρεπε να δουν μεταξύ τους. Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο απαντήθηκε και το ζήτημα της περιεκτικότητας των φυτών σε THC που έθεσε η κα Κωνσταντίνου, υπό την έννοια ότι το Δικαστήριο ανέφερε πως σε περιπτώσεις κατηγορίας για καλλιέργεια οι λεπτομέρειες αναφέρονται σε φυτά των οποίων απαγορεύεται η κατοχή και όλα τα υπόλοιπα συνιστούν θέμα γεγονότων και αγόρευσης νοουμένου ότι δεν αντιμάχονται την παραδοχή. Κατά την αναχώρηση των συνηγόρων η κα Κωνσταντίνου μας δήλωσε πως κατά 99,9% η πορεία θα ήταν όπως μας είχαν ανακοινώσει. Εξ όσων αργότερα αντιληφθήκαμε η πορεία που μας είχε ανακοινωθεί δεν θα ακολουθείτο. Ειδικότερα στις 15.5.23 που ήταν ορισμένη η υπόθεση η κα Κωνσταντίνου μας ενημέρωσε, στην παρουσία του Κατηγορούμενου, ότι θα συνεχίσει η ακρόαση, κάτι που είναι απόλυτο συνταγματικό δικαίωμα και δεν είχε ούτως ή άλλως τεθεί εν αμφιβόλω ούτε στιγμή. Πλην όμως η κα Κωνσταντίνου δεν περιορίστηκε σε αυτό. Εκφράζοντας επανειλημμένως τις απολογίες της, προχώρησε να υποστηρίξει πως από τις θέσεις που προέβαλε το Δικαστήριο εκτός αιθούσης η ίδια θεωρούσε ότι δεν θα είναι αμερόληπτο με την απόφαση και εισηγήθηκε όπως εξαιρεθούμε από την εκδίκαση της υπόθεσης. Ζητήσαμε να εξηγήσει τη θέση της, οπότε προσέθεσε αόριστα πως θεωρεί ότι «έχει παρθεί εμμέσως πλην σαφώς η απόφαση του Δικαστηρίου». Δέχθηκε ότι «μπορεί και να είναι πάρα πολύ υπερβολικό» να καταλογίζει κάτι τέτοιο στο Δικαστήριο και απολογούμενη ξανά εξειδίκευσε τη θέση της στο ότι «είχε αναφερθεί το θέμα του THC» στο οποίο η πλευρά τους εμμένει (όπως είπε), με το Δικαστήριο να τονίζει και πάλι το αυτονόητο, ότι έχουν κάθε δικαίωμα να υποστηρίξουν και προβάλουν τη θέση τους. Ζητήσαμε να αγορεύσει με στόχο να αναλύσει και τεκμηριώσει το αίτημα της πλην όμως αρκέστηκε στο να επαναλάβει ότι όπως προανέφερε ζητά όπως η παρούσα αποπερατωθεί από άλλο Δικαστήριο. Η κα Ζησίμου διαφώνησε με το αίτημα επισημαίνοντας πρώτον ότι η ίδια η κα Κωνσταντίνου είχε ζητήσει να δει το Δικαστήριο για να μεταφέρει κάποιες θέσεις της και δεύτερον ότι δεν αντιλαμβάνεται γιατί γίνεται συζήτηση για εξαίρεση δεδομένου ότι δεν τέθηκε οτιδήποτε από το Δικαστήριο το οποίο να δικαιολογεί κατά την άποψη της το αίτημα. Νομική Πτυχή Το κριτήριο για την εξαίρεση δικαστή είναι το κατά πόσον δημιουργείται εντύπωση ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης από τον δικαστή στο μυαλό του μέσου εχέφρονος πολίτη. Εικασίες και καχυποψίες μόνο δεν είναι αρκετές (Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας
(1994)1 Α.Α.Δ.268). Ο δικαστής δεν εξαιρείται ανάλογα με τις επιθυμίες των διαδίκων, αφού μια τέτοια πορεία, στην απουσία βάσιμων λόγων θα υπονόμευε τον απρόσωπο προκαθορισμό της σύνθεσης του δικαστηρίου, στοιχείο το οποίο είναι μείζονος σημασίας για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης (βλ. Εκκλησία Κύπρου ν. Βουλής (Αρ.2)
(1990)3 Α.Α.Δ.69). Η ύπαρξη προκατάληψης πρέπει να έχει έρεισμα σε αντικειμενικά στοιχεία (βλ. Δημητρίου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2013)1(Α) Α.Α.Δ.825). Εκτός από τη νομολογία μας οι σχετικές αρχές έχουν κωδικοποιηθεί και στον Οδηγό Δικαστικής Συμπεριφοράς (στα Μέρη Γ και Δ). Βασικό κριτήριο για την πραγματική ή φαινομενική μεροληψία παραμένει η πιθανότητα τέτοιας εντύπωσης ή κρίσης «σε ένα εύλογο παρατηρητή». Όπως έχει λεχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Βικτώρια Νόρθροπ Κωνσταντίνου ν. Κωστάκη Κωνσταντίνου
(2009)1 Α.Α.Δ.761: «Έχει πια εγκαθιδρυθεί στη συνείδηση όλων, σε σημείο που να μη χρειάζεται καν αναφορά σε νομικές αυθεντίες, ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικαστεί δικαίως, δημοσίως από νόμιμο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο. Η βασική αυτή αρχή κατοχυρώνεται τόσο στο Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος, όσο και στο Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Οι δικαστές δεν θα πρέπει να συναινούν σε αιτήματα εξαίρεσής τους χωρίς πραγματικό και ουσιαστικό λόγο, γιατί αλλιώς θα φτάναμε στο ενδεχόμενο ο διάδικος να επιλέγει το δικαστή που θα τον δικάσει. Το κριτήριο, όπως επισημαίνεται και στις υποθέσεις Piersack v. Belgium [1982] 5 EHRR 169, De Cubber v. Belgium [1984] 7 EHRR236 και Hauschildt v. Denmark [1989] 12 EHRR266, είναι η διασφάλιση της διαφάνειας στη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης. Όπως έχει λεχθεί στην Πίτσιλλος v. Δημοκρατίας κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ.268, το κριτήριο για την εξαίρεση δικαστή είναι η δημιουργία στο νου του μέσου εχέφρονα πολίτη που γνωρίζει τα γεγονότα, δικαιολογημένης εντύπωσης ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης δικαστή. Εικασίες μόνο, δεν είναι αρκετές.» Η ευαισθησία του Δικαστή δεν αποτελεί τον οδηγό στη διαπίστωση κωλύματος. Τον οδηγό συνιστά η σωστή εκτίμηση του δικαστικού καθήκοντος και ό,τι αυτό επιβάλλει. Παραίτηση από αυτό το καθήκον ενέχει ορατούς κινδύνους για την απονομή της δικαιοσύνης. (Αποστολίδου ν. Δημοκρατίας (Αρ.1)
(2002)3 Α.Α.Δ.80). Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Μιχαηλίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.125/17 κ.ά., ημερ. 26.4.18: «Από την άλλη, η εγρήγορση για διασφάλιση των δικαιωμάτων ενός διαδίκου και ιδιαίτερα ενός κατηγορουμένου και η αδιαμφισβήτητη ανάγκη για διαφάνεια στην απονομή της δικαιοσύνης δεν είναι επιτρεπτό να οδηγήσουν το δικαστή σε αβασάνιστη ή, εν πάση περιπτώσει, αδικαιολόγητη παραίτηση από το καθήκον του να εκδικάσει την υπόθεση που του αναλόγισε και σε αναγνώριση δικαιώματος ενός διαδίκου να επιλέγει το δικαστή που θα τον δικάσει, κάτι που χαρακτηρίστηκε ως συνέπεια ολέθρια για το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης (Barry Evangeli
(1992)1 CLR 1443, Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας δια Ανάρμοστη Συμπεριφορά, Αίτηση Αρ. 1/2015, ημερ. 23.6.2015). Κριτήριο δεν είναι η προσωπική ευαισθησία του δικαστή, αλλά η ορθή εκτίμηση του δικαστικού καθήκοντος. Σ΄αυτά τα πλαίσια οι εικασίες και η απλή καχυποψία δεν είναι αρκετές (Πίτσιλλου ν. Δημοκρατίας, ανωτ., 273-274, Κωνσταντίνου ν. Κωνσταντίνου
(2009)1 ΑΑΔ, 761, 766, Markides v. Republic
(1984)3 CLR 304).» Πολύ πιο πρόσφατα στην υπόθεση Α.Β. ν. Γ.Α., Έφεση 23/21, ημερ. 23.6.22 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Θεωρούμε καθήκον μας να υπομνήσουμε πως τέτοια αιτήματα εξαίρεσης δεν πρέπει αβασάνιστα και χωρίς ισχυρούς λόγους να προβάλλονται και μάλιστα να ανακόπτουν αχρείαστα την πορεία εκδίκασης. Όταν δε, δεν στηρίζονται σε σοβαρούς λόγους μπορούν να εκληφθούν ως «μέτρα απειλής ή εκφοβισμού δικαστών» στο να πράξουν το καθήκον τους, κάτι απολύτως κατακριτέο.» Στην παρούσα υπόθεση αυτό που έχει τεθεί ενώπιον μας είναι η γνώμη της εκπροσώπου του Κατηγορούμενου ότι το Δικαστήριο έχει προαποφασίσει και με αυτό υπονοεί ότι έχουμε προαποφασίσει υπέρ της άλλης πλευράς. Παρότι δόθηκε η ευκαιρία εντούτοις η θέση αυτή δεν έχει εξειδικευθεί ως προς το στοιχείο εκείνο που θα καθιστούσε έστω και αμυδρώς βάσιμη μια τέτοια καχυποψία (βλ. Α.Γ. ν. Σ.Α.Τ., Έφεση 3/20, ημερ. 24.2.22). Αντιθέτως ακόμα και η ίδια η κα Κωνσταντίνου εντίμως δέχθηκε πως ενδεχομένως προβαίνει σε υπερβολές. Ανεξαρτήτως όμως αυτού το κριτήριο δεν είναι η προσωπική γνώμη οποιουδήποτε παράγοντος της δίκης, ως έχει εξηγηθεί. Η ουσία του πράγματος είναι πως το ότι οτιδήποτε μας ανακοινώθηκε και οτιδήποτε ερωτηθήκαμε και ό,τι και αν απαντήσαμε σχετίζετο με το υποθετικό σενάριο της μιας «άλλης εξέλιξης» που οι ίδιες οι συνήγοροι είχαν αναφέρει ότι δυνητικά μπορούσε να υπάρξει στην υπόθεση. Δεν θα επαναλάβουμε τα όσα καταγράψαμε πριν. Το μόνο ερώτημα είναι αν υπό αυτές τις περιστάσεις ένας μέσος, εχέφρων, λογικός και αντικειμενικός παρατηρητής, έχοντας όλα τα στοιχεία υπόψιν του θα σχημάτιζε την εντύπωση ότι υπάρχει φαινόμενη ή πραγματική προκατάληψη του παρόντος Δικαστηρίου. Θα πρέπει εδώ καθηκόντως να υπενθυμίσουμε τον ορισμό του αντικειμενικού παρατηρητή όπως αυτός δόθηκε στην υπόθεση Typye v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.279 ο οποίος έχει ως εξής: «Ο αντικειμενικός παρατηρητής δεν είναι ασφαλώς ο τυχαίος απληροφόρητος άνθρωπος που θα μπορούσε να σχηματίσει μια βεβιασμένη εντύπωση παρασυρόμενος από την υποκειμενική του μονομερή και αποσπασματική αντίληψη, αλλά εκείνος ο οποίος, με ολοκληρωμένη πληροφόρηση και κατανόηση του τρόπου λειτουργίας των διαδικασιών στα πλαίσιά τους, μπορεί έτσι να καταλήξει σε μια αντάξια της αντικειμενικότητας του άποψη ως προς το ζητούμενο.» Ο εν λόγω ορισμός υιοθετήθηκε στην υπόθεση Tekinder Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ.551 όπου για το σχετικό κριτήριο λέχθηκε ότι: «Το κριτήριο επανατοποθετήθηκε και σχετικά πρόσφατα στην υπόθεση Helow (AP) v. Secretary of State and Another [2008] UKHL 62, όπου η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων έδωσε τον ορισμό του δίκαιου σκεπτόμενου και πληροφορημένου παρατηρητή. Λέχθηκε ότι αυτό το άτομο δεν λαμβάνει βεβιασμένες αποφάσεις, αλλά επιφυλάσσει την απόφαση του σε κάθε σημείο μέχρι να είναι πλήρως ενήμερο των γεγονότων και να έχει σφαιρική αντίληψη των εκατέρωθεν επιχειρημάτων. Ταυτόχρονα δεν είναι υπέρμετρα ευαίσθητο ή καχύποπτο, δύναται να αποστασιοποιηθεί από την ενώπιον του υπόθεση, είναι δε και επαρκώς πληροφορημένο. Η ουσία παραμένει ότι η θεώρηση εκ μέρους του παραπονούμενου ατόμου ως προς την ύπαρξη φαινομενικής προκατάληψης, θα πρέπει στο τέλος της ημέρας να είναι δυνατόν να αιτιολογηθεί κατά αντικειμενικό τρόπο.» Στην παρούσα, εξειδίκευσε τη θέση της η κα Κωνσταντίνου λέγοντας ότι εδώ τίθεται θέμα επειδή «είχε αναφερθεί το θέμα του THC». Πρόκειται για θέμα βέβαια για το οποίο η ίδια, ως διεφάνη, ήθελε να ρωτήσει (και φαίνεται πως ήταν και ο λόγος που επιλέγηκε η ενημέρωση μας in chambers). Δεν συμφωνούμε όμως πως επειδή υπέβαλε μια ερώτηση επί του THC, λαμβάνοντας πίσω τη διευκρίνιση για τα γεγονότα επί ενός υποθετικού σεναρίου μιας άλλης πιθανής εξέλιξης είναι κάτι που θα δημιουργούσε στο μυαλό ενός μέσου, λογικού και εχέφρονος αλλά πλήρως πληροφορημένου παρατηρητή, την εντύπωση φαινόμενης ή πραγματικής προκατάληψης του παρόντος Δικαστηρίου. Αντιθέτως θα λέγαμε πως, χωρίς βάσιμους λόγους που να τη δικαιολογούν, η εξαίρεση μας θα ισοδυναμούσε με παραίτηση εκτέλεσης καθήκοντος, πράγμα επίσης ανεπίτρεπτο (Adidas Ltd v. Krashias Ltd (Αρ.1)
(1990)1 Α.Α.Δ.873). Ως εκ τούτου το αίτημα για εξαίρεση απορρίπτεται. (Υπ.) ............... Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο