ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. C. H. E. J J. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 749/2019, 9/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2023:9 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Στ. Σταύρου, Π.Ε.Δ. Χρ. Παρπόττα, Α.Ε.Δ. Α. Πανταζή-Λάμπρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 749/2019 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v.
- C. H. E. J J.
- Κ. Κ.
- Γ. Σ.
- Ε. Π.
- Μ. Μ. Κατηγορούμενοι --------------------------------------- 9 Μαΐου
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Αριστείδης Για την Κατηγορούμενη 1: κ. Π. Παφίτης Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Α. Ευτυχίου Για τον Κατηγορούμενο 3: κα Σ. Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο 4: κ. Β. Δημητριάδης Κατηγορούμενοι 1-4 παρόντες Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η υπόθεση Η υπόθεση αυτή συγκλόνισε την κυπριακή κοινωνία. Αφορούσε και αφορά την αρπαγή στις 27.4.2017 ενός τετράχρονου μωρού, μπροστά στα μάτια της μητέρας του, την ώρα που το κατέβαζε μπροστά στην πύλη του νηπιαγωγείου στο XXX όπου φοιτούσε. Η κινητοποίηση της Αστυνομίας και γενικά των αρχών του κράτους υπήρξε πρωτοφανής, καθ' ότι οι πρώτες πληροφορίες ήταν ότι εμπλεκόταν σπείρα που δρούσε σε συνεργασία ή για λογαριασμό του XXX πατέρα του παιδιού και εν διαστάσει συζύγου της μητέρας. Αλλεπάλληλες έρευνες και εξετάσεις διεξάγονταν για μήνες, για δύο σχεδόν χρόνια κατ' ακρίβεια, μέχρι που στις 19.3.2019 καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1-
- Το κατηγορητήριο Στο αρχικό κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε στο Κακουργιοδικείο στις 30.5.2019 υπήρχαν πέντε κατηγορίες. Ωστόσο δυόμιση σχεδόν χρόνια μετά και συγκεκριμένα στις 14.10.2021, η Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε και πέτυχε την προσθήκη τεσσάρων καινούργιων κατηγοριών (κατηγορίες 6-9) και προχώρησε στην αναστολή ποινικής δίωξης αναφορικά με τις κατηγορίες 1-
- Οι κατηγορούμενοι 1-5 κατηγορήθηκαν στις νέες αυτές κατηγορίες και διατήρησαν την ίδια στάση «μη παραδοχής» όπως και προηγουμένως. Η ακρόαση άρχισε λίγο χρόνο αργότερα, στις 18.11.2021 με τους κατηγορούμενους 1-5 να βρίσκονται στο εδώλιο του κατηγορούμενου και να εκπροσωπούνται ο καθένας ξεχωριστά από τον δικηγόρο της επιλογής του. Ωστόσο στις 15.4.2022, μετά τη συμπλήρωση της μαρτυρίας του ΜΚ18, η Κατηγορούσα Αρχή επέλεξε να αναστείλει την ποινική δίωξη εναντίον του κατηγορουμένου 5, με αποτέλεσμα την πλήρη απαλλαγή και αποχώρηση του από την υπόθεση. Η ακρόαση εναντίον των υπολοίπων κατηγορουμένων συνεχίστηκε κανονικά. Οι κατηγορίες 6-9 που αντιμετωπίζουν αφορούν τα εξής αδικήματα: - Αρπαγή από νόμιμη κηδεμονία κατά παράβαση των άρθρων 246 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 6). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος οι κατηγορούμενοι κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία και τόπο, μαζί με άλλο πρόσωπο, αφαίρεσαν την ανήλικη XXX ηλικίας XXX ετών από τη φύλαξη της μητέρας και νόμιμου κηδεμόνα της, XXX. - Αρπαγή από πρόσωπο που ασκεί κοινή κηδεμονία κατά παράβαση των άρθρων 245Α και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (κατηγορία 8). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αυτής της κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι μεταξύ 27.4.2017 - 31.5.2017 στην Κυπριακή Δημοκρατία, παρείχαν βοήθεια σε άλλο πρόσωπο, δηλαδή τον XXX εκ XXX, να διαπράξει το αδίκημα της αρπαγής από πρόσωπο που ασκεί κοινή κηδεμονία, δηλαδή παρείχαν βοήθεια να μεταφέρει την ανήλικη θυγατέρα του XXX εκτός των ορίων της Δημοκρατίας, χωρίς τη συναίνεση της μητέρας της. - Συνωμοσία για διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορίες 7 και 9). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αυτών των κατηγοριών, οι κατηγορούμενοι συνωμότησαν με άλλο πρόσωπο, ήτοι των XXX για να διαπράξουν τα αδικήματα των κατηγοριών 6 και
- Υπάρχει μικρή διαφορά στον χρονικό προσδιορισμό της κάθε συνωμοσίας, αφού για τη μεν συνωμοσία της κατηγορίας 7, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες, φέρεται να έλαβε χώρα μεταξύ 18.4.2017-27.4.2017 ενώ για τη συνωμοσία της κατηγορίας 9, φέρεται να έλαβε χώρα μεταξύ Απριλίου 2017 και Μάϊου
- Η ακροαματική διαδικασία Η μέχρι τώρα ακροαματική διαδικασία για απόδειξη των προαναφερθεισών κατηγοριών υπήρξε μακρά και επίπονη. Κλήθηκαν και κατέθεσαν για την Κατηγορούσα Αρχή οι ακόλουθοι 31 μάρτυρες: Λοχίας 1848 Στέφανος Ιωάννου (ΜΚ1), Αστυφύλακας 4045 Μάριος Πετρίδης (ΜΚ2), Αστυφύλακας 924 Αντρέας Δανιήλ (ΜΚ3), Λοχίας 136 Νατάσα Αναστασιάδου (ΜΚ4), Αστυφύλακας 80 Ηλίας Ηλία (ΜΚ5), Υπαστυνόμος Παύλος Λοΐζου (ΜΚ6), Λουκάς Κοκκίνης (ΜΚ7), Αστυφύλακας 4846 Ανδρέας Σταυρίδης (ΜΚ8), Αστυφύλακας 4791 Ελπινίκη Ραφίδια (ΜΚ9), Λοχίας 3848 Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου (ΜΚ10), Αστυφύλακας 2225 Λεωνίδας Γενναδίου (ΜΚ11), Λοχίας 3082 Κυριάκος Παναγίδης (ΜΚ12), Αρχιαστυφύλακας 2514 Ανθή Σάββα (ΜΚ13), Μάριος Καριόλου (ΜΚ14), Λοχίας 3515 Μάκης Νικολάου (ΜΚ15), Αστυφύλακας 3276 Γιώργος Μικελλίδης (ΜΚ16), Αρχιαστυφύλακας 1798 Δημήτρης Χρίστου (ΜΚ17), Μιχάλης Μαϊμάρης (ΜΚ18), Basel Kando (ΜΚ19), XXX (ΜΚ20), Μαριλένα Πιτσιλλίδου (ΜΚ21), Αστυνόμος Α΄ Θεμιστός Αρναούτης (ΜΚ22), Αλέξανδρος Κακογιάννης (ΜΚ23), Αρχιαστυφύλακας 4916 Θάλεια Νεοφύτου (ΜΚ24), Ελευθέριος Βούρκος (ΜΚ25), Απόστολος Θεοδώρου (ΜΚ26), Σεμέλη Βύζακου (ΜΚ27), Σταύρος Θεοδοσιάδης (ΜΚ28), Νίκος Αλκιβιάδης (ΜΚ29), Υπαστυνόμος Δώρος Ευστρατίου (ΜΚ30) και Αστυφύλακας 722 Φώτης Ιορδάνου (ΜΚ31). Τα τεκμήρια της υπόθεσης είναι ακόμα περισσότερα και συγκεκριμένα πέραν των
- Αναφορά σε μαρτυρία και τεκμήρια που θεωρούμε σχετικά με το υπό επίλυση ζήτημα, θα κάνουμε στη συνέχεια εκεί και όπου χρειάζεται. Την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής συμπληρώνουν κάποια δευτερευούσης σημασίας παραδεκτά γεγονότα, ως τα πρακτικά ημερ. 18.11.2021, 19.11.2021, 15.12.2021, 16.12.2021, 9.2.2022, 13.3.2022, 16.3.2022, 15.4.2022, 8.6.2022 και 7.12.
- Η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής δεν έπεισε τους συνηγόρους Υπεράσπισης, αφού όλοι ανεξαιρέτως υπέβαλαν εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Όχι μόνον αυτό. Αμφισβητούν και την καθ' ύλην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδικάσει τις κατηγορίες 8 και
- Τις ξεχωριστές αυτές εισηγήσεις τις αναπτύσσουν σε εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις που ετοίμασαν και κατέθεσαν ενώπιον μας. Στις αγορεύσεις αυτές, απάντησε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, με δική του εμπεριστατωμένη γραπτή αγόρευση. Όλες τις αγορεύσεις τις έχουμε μελετήσει με ενδελέχεια, προσοχή και περίσκεψη. Αναφορά και σχολιασμός θα γίνει στη συνέχεια, εκεί και όπου χρειάζεται. Δικαιοδοσία/Αρμοδιότητα Δικαστηρίου Ως ζήτημα θεμελιακό για την ενασχόληση με την ουσία της υπόθεσης, θα εξετάσουμε πρώτα το θέμα της δικαιοδοσίας/αρμοδιότητας. Η καθ' ύλην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου είναι μείζονος σημασίας ζήτημα δημόσιας τάξης. Μπορεί να τεθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμα και από το ίδιο το Δικαστήριο (ex prorio motu). Η εισήγηση των συνηγόρων Υπεράσπισης έχει στο επίκεντρο το άρθρο 5
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 το οποίο έχει ως ακολούθως: «5.—
(1)Ο Ποινικός Κώδικας και οποιοσδήποτε άλλος νόµος που συνιστά αδίκηµα, εφαρµόζονται σε όλα τα αδικήµατα τα οποία διαπράχτηκαν (α) εντός του εδάφους της ∆ηµοκρατίας, ή (β) εντός των Κυρίαρχων Περιοχών των Βάσεων, από Κύπριο εναντίον ή σε σχέση µε Κύπριο, ή (γ) σε οποιαδήποτε ξένη χώρα από πολίτη της ∆ηµοκρατίας ενόσω αυτός είναι στην υπηρεσία της ∆ηµοκρατίας, ή (δ) σε οποιαδήποτε ξένη χώρα από πολίτη της ∆ηµοκρατίας, αν το αδίκηµα τιµωρείται στη ∆ηµοκρατία µε φυλάκιση που υπερβαίνει τα δύο χρόνια και η πράξη ή η παράλειψη που συνιστά το αδίκηµα, είναι επίσης αξιόποινη πράξη σύµφωνα µε το νόµο της χώρας όπου αυτό διαπράχτηκε, ή (ε) σε οποιαδήποτε ξένη χώρα από οποιοδήποτε πρόσωπο αν το αδίκηµα (
- i)είναι προδοσία ή αδίκηµα εναντίον της ασφάλειας της ∆ηµοκρατίας ή της Συνταγµατικής Τάξης, ή (
- ii)είναι πειρατεία, ή (iii) συνδέεται µε το νόµισµα ή το χαρτονόµισµα της ∆ηµοκρατίας, ή (
- iv)αφορά παράνοµη εµπορία επικίνδυνων φαρµάκων, ή (
- v)είναι ένα από τα αδικήµατα για τα οποία, δυνάµει οποιασδήποτε ∆ιεθνής Συνθήκης ή Σύµβασης που δεσµεύει τη ∆ηµοκρατία, εφαρµόζεται ο νόµος της ∆ηµοκρατίας, ή· (
- vi)έχει ως ένα από τα συστατικά του στοιχεία πράξη ή παράλειψη, το αντικείµενο της οποίας είναι ακίνητη περιουσία που βρίσκεται στη ∆ηµοκρατία, περιλαµβανοµένης και συνοµωσίας, ή απόπειρας ή διέγερσης ή απόπειρας υποκίνησης άλλου προς διάπραξη αδικήµατος που έχει ως ένα από τα συστατικά του στοιχεία πράξη ή παράλειψη το αντικείµενο της οποίας είναι ακίνητη περιουσία που βρίσκεται στη ∆ηµοκρατία, ή (vii) προκάλεσε βλάβη ή ζηµία σε περιουσία ή αποστέρησε ή κατακρατεί περιουσία που βρίσκεται εκτός της ∆ηµοκρατίας και που ανήκει άµεσα ή έµµεσα στη ∆ηµοκρατία ή σε πρόσωπο που έχει τη µόνιµη διαµονή του στη ∆ηµοκρατία ή σε εταιρεία που έχει το εγγεγραµµένο γραφείο της στη ∆ηµοκρατία ή σε εµπίστευµα, που διέπεται από το κυπριακό δίκαιο, ή (viii) αφορά παράνοµη κατακράτηση ανηλίκου εκτός των ορίων της ∆ηµοκρατίας.» (η υπογράμμιση είναι δική μας) Σχετικό βέβαια είναι και το άρθρο 20
(1)(α) του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 το οποίο προβλέπει ότι: «
(1)Τηρουµένου του άρθρου 156 του Συντάγµατος έκαστον Κακουργιοδικείον θα έχη δικαιοδοσίαν να δικάζη όλα τα αδικήµατα τα τιµωρούµενα υπό του Ποινικού Κώδικος ή οιουδήποτε άλλου νόµου, τα οποία διεπράχθησαν— (α) εντός των ορίων της ∆ηµοκρατίας, ή (β) εντός των Κυριάρχων Περιοχών των Βάσεων υπό Κυπρίου εναντίον ή εν σχέσει προς Κύπριον, ή (γ) εις οιανδήποτε ξένην χώραν υπό πολίτου της ∆ηµοκρατίας ενώ ούτος διετέλει εν τη υπηρεσία της ∆ηµοκρατίας, ή (δ) επί πλοίου ή αεροπλάνου εγγεγραµένου εν τη ∆ηµοκρατία, ή (ε) εις τοιαύτα άλλα µέρη και υπό τοιαύτας περιστάσεις δι' ας δυνατόν να γίνη πρόβλεψις διά νόµου.» Από την επιχειρηματολογία των ευπαιδεύτων συνηγόρων Υπεράσπισης προκύπτει ότι θεωρούν τις κατηγορίες 8 και 9 «αλληλένδετες» και ότι τα αδικήματα που αφορούν εκφεύγουν των παραμέτρων του προαναφερθέντος άρθρου 5. Καταρχάς να σημειώσουμε ότι οι κατηγορίες δεν είναι «αλληλένδετες». Αφορούν αυθύπαρκτα αδικήματα με ξεχωριστά και διαφορετικά συστατικά στοιχεία το καθένα. Η διάπραξη του ενός αδικήματος δεν προϋποθέτει ή προεξοφλεί τη διάπραξη και του άλλου αδικήματος και το αντίθετο βέβαια. Ας τα δούμε με περισσότερη προσοχή. Το αδίκημα της αρπαγής προσώπου που ασκεί κοινή κηδεμονία δυνάμει του άρθρου 245Α (αντικείμενο της κατηγορίας 8) έχει τα εξής συστατικά στοιχεία: 1.Άσκηση κοινής κηδεμονίας ανηλίκου 2.Μεταφορά ανηλίκου εκτός ορίων της Δημοκρατίας 3.Χωρίς συναίνεση άλλου ή άλλων νόμιμων κηδεμόνων. Σε αντίθεση με την συλλογιστική της επιχειρηματολογίας των συνηγόρων Υπεράσπισης, δεν θεωρούμε ότι το εν λόγω αδίκημα διαπράττεται σε ξένη χώρα. Συνεπώς, καμία ανάγκη προσκόμισης μαρτυρίας δυνάμει του άρθρου 5
(1)(δ) για το αξιόποινο της πράξης σύμφωνα με τον Νόμο ξένης χώρας δεν υπάρχει. Πρόκειται για αδίκημα που κατά μείζονα και ουσιαστικό τρόπο σχετίζεται και διαπράττεται στην Κύπρο. Απ΄ εδώ προφανώς ξεκινά η μεταφορά του ανηλίκου εκτός των ορίων της Δημοκρατίας. Η Κύπρος, ως νησί, δεν συνορεύει με καμιά χώρα. Έτσι, το αδίκημα, όπως σωστά παρατηρεί ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, κ. Αριστείδης, συντελείται ή ολοκληρώνεται μόλις το ανήλικο εξέλθει των ορίων της Δημοκρατίας. Αυτό, μπορεί να είναι τη στιγμή που το ανήλικο διαπεράσει τη θαλάσσια ζώνη της Κύπρου και εισέλθει σε διεθνή ύδατα, όταν η μεταφορά γίνεται ατμοπλοϊκώς ή τη στιγμή που το ανήλικο εξέλθει του εναέριου χώρου της Κύπρου και εισέλθει σε διεθνή εναέριο χώρο, σε περίπτωση που η μεταφορά γίνεται αεροπορικώς. Καμία απολύτως ανάγκη υπάρχει, το ανήλικο να φτάσει σε ξένη χώρα ώστε να τίθεται ζήτημα διάπραξης αδικήματος σε ξένη χώρα. Ο νομοθέτης προέβλεψε για την ανάκτηση δικαιοδοσίας από τα Δικαστήρια μας για αδικήματα που αφορούν «παράνομη κατακράτηση ανηλίκου εκτός των ορίων της Δημοκρατίας» - άρθρο 5(ε)(viii) του Ποινικού Κώδικα. Το άρθρο αυτό, στην όψη του, φαίνεται να σχετίζεται με το αντίστοιχο αδίκημα του άρθρου 248Α
(1). Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι όντως διαφορετικό από το αδίκημα του υπό συζήτηση άρθρου 245Α. Ωστόσο τα συστατικά στοιχεία του άρθρου 245Α υπερκαλύπτονται από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 248Α
(1)αφού στο τελευταίο, ρητά, γίνεται λόγος για «μεταφορά» (συναινετικά στην περίσταση αυτή) του ανηλίκου εκτός των ορίων της Δημοκρατίας πριν την τελική παράνομη πράξη της «κατακράτησης» του. Η «κατακράτηση» είναι έννοια σαφώς πιο παγιωμένη και δυνητικά μακροχρόνια από τη «μεταφορά». Ως εκ τούτου, κατ' εφαρμογή του χρυσού κανόνα ερμηνείας (golden rule of interpretation), κρίνεται ότι το άρθρο 5(ε)(viii) καλύπτει όχι μόνο το πλατύτερο αδίκημα (wider offence) της «κατακράτησης» του άρθρου 248Α
(1), αλλά και το στενότερο αδίκημα της «μεταφοράς» (narrower offence) του άρθρου 245Α. Ακόμα όμως και αν δεν ήταν έτσι τα πράγματα, η ανάληψη δικαιοδοσίας προκύπτει από το γεγονός ότι το αδίκημα σχετίζεται με την Κύπρο και με καμία άλλη χώρα. Κατά μείζονα και ουσιαστικό λόγο διαπράττεται εδώ. Επί τούτου απόλυτα σχετική είναι η νομολογία στην οποία μας παρέπεμψε ο κ. Αριστείδης, με προεξάρχουσα την υπόθεση R v. Smith (Wallace Duncan) (No.4) [2004] QBD 1418, στην οποία γίνεται αναφορά σε προηγούμενη νομολογία, μνημονεύοντας, μεταξύ άλλων, το εξής απόσπασμα: "The English courts have decisively begun to move away from definitional obsessions and technical formulations aimed at finding a single situs of a crime by locating where the gist of the crime occurred or where it was completed. Rather, they now appear to seek by an examination of relevant policies to apply the English criminal law where a substantial measure of the activities constituting a crime take place in England, and restrict its application in such circumstances solely in cases where it can seriously be argued on a reasonable view that these activities should, on the basis of international comity, be dealt with by another country." Για το αδίκημα της συνωμοσίας για διάπραξη κακουργήματος - αντικείμενο της κατηγορίας 9 - τα πράγματα είναι ακόμα πιο απλά. Η συνωμοσία είναι αδίκημα προπαρασκευαστικό του ουσιαστικού αδικήματος. Αφορά στη συμφωνία διάπραξης ουσιαστικού αδικήματος - ενέργεια δηλαδή προγενέστερη και ξέχωρη. Δεν χρειάζεται η συνωμοσία και το ουσιαστικό αδίκημα να διαπράττονται στον ίδιο τόπο. Ούτε και ταυτίζονται τα δύο αδικήματα. Αντίθετα, είναι καλύτερα η Κατηγορούσα Αρχή να επιλέγει σε ποιο από τα δύο αδικήματα θα στηριχθεί, χωρίς βέβαια η μη επιλογή να οδηγεί από μόνη της σε ακυρότητα (βλ. Constantinides ν. the Republic
(1977)2 CLR 337 και Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 22). Μπορεί κάλλιστα μια συνωμοσία να διαπραχθεί ολικώς ή μερικώς στην Κύπρο και να αφορά αδίκημα που έχει διαπραχθεί ολικώς ή μερικώς στο εξωτερικό. Στην προκειμένη περίπτωση, προκύπτει από τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας 8, ότι η συνωμοσία τοποθετείται να έγινε εξ ολοκλήρου στην Κυπριακή Δημοκρατία, άρα δικαιοδοσία έχουν τα κυπριακά Δικαστήρια. Εν όψει των πιο πάνω το σκέλος της εισήγησης των συνηγόρων Υπεράσπισης που αφορά σε έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου μας να εκδικάσει τις κατηγορίες 8 και 9, απορρίπτεται. Η «εκ πρώτης όψεως» εισήγηση Προχωρούμε με την «εκ πρώτης όψεως εισήγηση» κάνοντας αρχή από τις εφαρμοστέες νομικές αρχές. Το δικαίωμα ενός κατηγορούμενου να υποβάλει εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του προβλέπεται στο άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155. Η παλαιά αγγλική πρακτική - Practice Note -
(1962)1 All E.R. 448 που εκδόθηκε από το High Court (Queen´s Bench Division) ως καθοδήγηση για τους Άγγλους Δικαστές, όταν εξετάζουν κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, έχει πλειστάκις υιοθετηθεί από τα κυπριακά δικαστήρια. Προβλέπει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «.... A. submission that there is no case to answer may properly be made and upheld: (
- a)When there has been no evidence to prove an essential element in the alleged offence; (
- b)when the evidence adduced by the prosecution has been so discredited as a result of cross examination or is so manifestly unreliable that no reasonable tribunal could safely convict on it.¨ ..................... Οι αρχές που διέπουν το εύρος της «εκ πρώτης όψεως υπόθεσης» έχουν αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θα λέγαμε ότι σταθμοί στη σχετική νομολογία υπήρξαν οι υποθέσεις R. v. Mustafa Kara Mehmet 16 C.L.R. 46, Αζίνας ν. Αστυνομίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, IACOVOU BROTHERS (CONCRETE) Ltd v. Action Construction & Development Ltd Ποινική Έφεση. 184/14 ημερ. 10/02/16 και E.C. Fresh Meat Ltd v. Γεωργίου Ποινική Έφεση 43/17 ημερ. 05/12/2018. Σχετικό απόσπασμα, από τις σελίδες 144 και 145 της Χριστοδούλου (ανωτέρω), μέσα από το οποίο αποκρυσταλλώνονται και κωδικοποιούνται οι αρχές παρατίθεται: «Όπως ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Χρήσιμη ανάλυση του όρου «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» γίνεται στην απόφαση της ολομέλειας In Re Kakos
(1985)1 C.L.R. 250. .......................... Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ΄ αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου.» Επακριβέστερη διατύπωση των αρχών καταγράφεται στην R v. Galbraith [1981] 2 All ER 1060, 1062, η οποία απαντά στο κλασσικό ερώτημα ως εξής: «How then should the judge approach a submission of no case?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
- a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
- b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury.». (Η υπογράμμιση είναι πάλι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην υπόθεση E.C. Fresh Meat Ltd (ανωτέρω) αναφέρονται τα ακόλουθα σημαντικά: «Το εκ πρώτης όψεως στάδιο σε ποινική υπόθεση παραμένει ένα θεμελιακό στάδιο της ποινικής δίκης που προστατεύει στην ουσία τον κατηγορούμενο από τον εξαναγκασμό του να δώσει μαρτυρία για λόγους που δεν άπτονται στην έννοια της καλώς νοούμενης απονομής της δικαιοσύνης. Με δεδομένο ότι η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη αποκαλύψει και παρουσιάσει όλη τη μαρτυρία που είχε στη διάθεση της, το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει την υπόθεση εάν η μαρτυρία είναι θνησιγενώς ελαττωματική κατά νόμο οπότε και ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να τίθεται σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του. Δεν πρέπει συναφώς να διαφεύγει της προσοχής ότι είναι η κατηγορούσα αρχή που οφείλει να αποδείξει την κατηγορία και κάθε συστατικό στοιχείο αυτής, με, εκ πρώτης όψεως, βάρος κατά το κλείσιμο της υπόθεσης της, που μετατρέπεται σε αποδεικτικό βάρος απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στο τελικό στάδιο.» Με αυτές τις νομικές αρχές κατά νουν, ξεκινούμε την εξέταση από τις κατηγορίες 6 και 7 που αφορούν στο αδίκημα της αρπαγής από νόμιμη κηδεμονία κατά παράβαση του άρθρου 246. Στο εν λόγω άρθρο γίνεται αναφορά σε «νόμιμο κηδεμόνα» του ανήλικου. Στις ερμηνευτικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα δεν υπάρχει ο ορισμός του «νόμιμου κηδεμόνα». Γενικά ομιλούντες, η «νόμιμη κηδεμονία» για σκοπούς του προαναφερθέντος άρθρου, δεν περιορίζεται σε ένα πρόσωπο. Δηλαδή, είναι δυνατόν τη «νόμιμη κηδεμονία» ενός ανήλικου να την ασκούν από κοινού δύο πρόσωπα, για παράδειγμα οι γονείς του, και σε κάποια χρονική συγκυρία που το ανήλικο βρίσκεται υπό τη φύλαξη του ενός γονέα, τρίτο πρόσωπο να το υφαρπάξει (διά αφαίρεσης ή παράσυρσης) διαπράττοντας έτσι το υπό αναφορά αδίκημα. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, από τις λεπτομέρειες αδικήματος, προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι δεν ενήργησαν αυτόβουλα και ανεξάρτητα, αλλά μαζί με τον πατέρα της ανήλικης XXX. Τούτο, προκύπτει και από τη μαρτυρία της μητέρας (ΜΚ20) η οποία ανέφερε ότι την ημέρα της φυσικής αρπαγής από το νηπιαγωγείο, έλαβε ηλεκτρονικό μήνυμα από τον πατέρα ότι η ανήλικη βρισκόταν μαζί του (τεκμήριο 83). Η θέση αυτή υιοθετείται και στην αγόρευση του κ. Αριστείδη όπου στη σελ.6 αναφέρεται ότι «την αρπαγή οργάνωσε ο πατέρας της ανήλικης XXX που βρισκόταν στη Δημοκρατία». Συνεπώς, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, για σκοπούς απόδειξης της κατηγορίας 6, αλλά και της κατηγορίας 7, είναι απαραίτητο να αποδειχθεί ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι τον Απρίλιο του 2017, η μητέρα ήταν η αποκλειστική «νόμιμη κηδεμόνας» της ανήλικης. Διαφορετικά, αν ήταν και ο πατέρας «νόμιμος κηδεμόνας» δεν τίθεται θέμα αρπαγής υπό την έννοια του άρθρου 246 από τον ίδιο και/ή από άλλους ενεργώντας εκ μέρους του. Ομοίως, δεν είναι δυνατό να στοιχειοθετηθεί αδίκημα συνωμοσίας για τέλεση μιας τέτοιας πράξης. Το πιο πάνω γεγονός φαίνεται να το αναγνωρίζει και η Κατηγορούσα Αρχή, αφού στη σελ.6 της αγόρευσης του ο ευπαίδευτος συνήγορος κ. Αριστείδης αναφέρει πως «ακόμα όμως και αν ήθελε κριθεί ότι η ΜΚ20 δεν ασκούσε από μόνη της την κηδεμονία/φύλαξη της θυγατέρας της, τότε η αρπαγή και μεταφορά της ανήλικης εκτός Δημοκρατίας, χωρίς τη συναίνεση της, στοιχειοθετεί το αδίκημα του άρθρου 245Α ΠΚ [την κατηγορία 8]». Όπως προαναφέραμε ο ορισμός της «νόμιμης κηδεμονίας» ή του «νόμιμου κηδεμόνα» δεν υπάρχει στον Ποινικό Κώδικα. Είναι περιγραφική έννοια που άπτεται της εξάρτησης ενός προσώπου από άλλο και συναντάται περισσότερο σε παλαιότερες νομοθεσίες, σχέσεις και διαδικασίες. Κάποια καθοδήγηση ως προς την παλαιότερη αντίληψη της έννοιας της κηδεμονίας μπορεί ίσως να αντληθεί από το καταργηθέν Cap.277 (Guardianship of Infants and Protigals Law), το οποίο προέβλεπε στα άρθρα 3
(1), 4 και 5 τα ακόλουθα: "3.
(1)A guardian of an infant may be guardian of- (
- a)the person of the infant; (
- b)the property of the infant; or (
- c)the person and property of the infant. 4. The guardian of the person of an infant shall have the custody of the infant, and shall, subject to the extent of the infant's property, be responsible for his support and education. 5.
(1)A guardian of the property of an infant- (
- a)shall accept on behalf of the infant any gift of property made to the infant; (
- b)shall have the control and management of the property of the infant; (
- c)shall deal with the property of the infant as carefully as a person of ordinary prudence would deal with his own property; (
- d)may, subject to the provisions of the Law, institute and defend all proceedings and generally do all acts which are reasonable and proper for the protection, preservation or realization of the property of the infant.
(2)A guardian of the property of an infant may make reasonable provision out of the income of such property for the support and education of the infant having regard to his station in life: Provided that no sum exceeding ten pounds per month may be so applied without the leave of the Court." (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας). Από τα προαναφερθέντα φαίνεται ότι ο κηδεμόνας του προσώπου του ανηλίκου (guardian of the person of the infant) είχε την επιμέλεια (custody) και την ευθύνη για μέριμνα και εκπαίδευση (support and education) του ανήλικου και ο κηδεμόνας της περιουσίας του ανηλίκου (guardian of the property of an infant) είχε ευρεία ευθύνη σε σχέση με τη διοίκηση της περιουσίας του. Οι έννοιες αυτές είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την ευρεία έννοια της «γονικής μέριμνας» ως προσδιορίζεται στον περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμο 216/1990. Στον εν λόγω Νόμο γίνεται αναφορά στην έννοια της «γονικής μέριμνας» που καθορίζει και ρυθμίζει αριθμό ζητημάτων που αφορούν το ανήλικο. Σχετικό είναι το άρθρο 5, το οποίο στον βαθμό που ενδιαφέρει, προβλέπει τα εξής: «5.
(1)(α) Η µέριµνα για το ανήλικο τέκνο («γονική µέριµνα») είναι καθήκον και δικαίωµα των γονέων οι οποίοι το ασκούν από κοινού. (β) Η γονική µέριµνα περιλαµβάνει τον προσδιορισµό του ονόµατος, την επιµέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του. ......» Σύμφωνα δε με το άρθρο 9
(1)του Νόμου, η επιμέλεια του τέκνου περιλαμβάνει ιδίως την ανατροφή και επίβλεψη, τη διαπαιδαγώγηση και εκπαίδευση του καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής του. Σύμφωνα με τα άρθρα 14 και 15, σε περίπτωση διαζυγίου ή διακοπής της συμβίωσης, η άσκηση της γονικής μέριμνας ρυθμίζεται από το Δικαστήριο. Μπορεί δε να ανατεθεί στον ένα γονέα ή και στους δύο από κοινού. Η συνάφεια των όρων «γονική μέριμνα», «επιμέλεια» και «κηδεμονία» προκύπτει και από την πρόσφατη απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Α.Β v. Γ.Δ Έφεση 23/2021, ημερ. 23.6.2022 στην οποία παρατηρήθηκαν τα εξής: "Το άρθρο 5
(1)(α) του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν.216/90), αναφέρει ότι η γονική μέριμνα είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων, οι οποίοι το ασκούν από κοινού. Το περιεχόμενο της γονικής μέριμνας καθορίζεται στο εδάφιο
(1)(β) του άρθρου 5 του Ν.216/90, το οποίο αναφέρει ότι περιλαμβάνει τον προσδιορισμό του ονόματος, την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του. Παρόμοιος ορισμός δίδεται και στο άρθρο 2 του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Διαδικαστικού Κανονισμού του 1990 (2/1990), σύμφωνα με τον οποίο γονική μέριμνα σημαίνει την κηδεμονία, επιμέλεια του προσώπου, φύλαξη, επικοινωνία και εκπροσώπηση του ανηλίκου, διαχείριση της περιουσίας του και κάθε θέμα που αφορά το πρόσωπο και την περιουσία ανηλίκου. Η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου αποτελεί μια πτυχή της γονικής μέριμνας και περιλαμβάνει ιδίως την ανατροφή, επίβλεψη, διαπαιδαγώγηση, εκπαίδευση και τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής του τέκνου (άρθρα 5 και 9 του Ν.216/90). Σε περίπτωση διαφωνίας των γονέων κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας, και εάν το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει τη λήψη απόφασης, το ζήτημα ρυθμίζεται από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε από τους γονείς (άρθρο 7 του Ν.216/90).» Στην υπό εξέταση περίπτωση προκύπτει από τη μαρτυρία της ΜΚ20 ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή τον Απρίλιο του 2017, βρισκόταν σε διάσταση με τον σύζυγο της και πατέρα της ανήλικης XXX. Κατά τον χρόνο εκείνο η ΜΚ20 δεν είχε την αποκλειστική γονική μέριμνα της ανήλικης και άρα ούτε την αποκλειστική «νόμιμη κηδεμονία» της ανήλικης. Την αποκλειστική γονική μέριμνα την απέκτησε μεταγενέστερα, στις 23.10.2017 με το αντίστοιχο διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου που εκδόθηκε στα πλαίσια της Αίτησης XXX. Το εν λόγω διάταγμα κατατέθηκε ως τεκμήριο 89 κατά την αντεξέταση της μάρτυρος από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου 2, κ. Ευτυχίου. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μας ότι στα πλαίσια της ίδιας Αίτησης, είχε εκδοθεί από το 2015, προσωρινό διάταγμα (το οποίο έπειτα κατέστη απόλυτο) που ανέθετε στη ΜΚ20 τη φύλαξη και φροντίδα της ανήλικης, ως επίσης και διατάγματα που απαγόρευαν την έξοδο της από την Κύπρο (σχετικά είναι τα τεκμήρια 84 και 85). Τα εν λόγω διατάγματα όμως ουδόλως επηρέασαν το καθήκον και την υποχρέωση της γονικής μέριμνας, η οποία, διά Νόμου συνέχισε να ασκείται από κοινού. Ούτε βεβαίως και η προσωρινή φύλαξη και φροντίδα της ανήλικης είναι δυνατόν να εξισωθεί ή να ταυτιστεί με «νόμιμη κηδεμονία» ειδικά όταν συναντάται σε Ποινικό Νομοθέτημα. Επί τούτου ας μην ξεχνούμε ότι ποινικά νομοθετήματα θα πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρά και όπου ένας όρος είναι δεκτικός δύο ερμηνειών, θα πρέπει πάντοτε να επιλέγεται ο ευνοϊκότερος για τον κατηγορούμενο (βλ. Tuck & Sons v. Priester
(1887)19 QBD 629). Ομοίως οποιαδήποτε αμφιβολία ή ασάφεια θα πρέπει να αποφασίζεται υπέρ του κατηγορούμενου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Παπαλαζάρου κ.ά.
(1995)2 Α.Α.Δ. 128). Με δεδομένο λοιπόν ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η ΜΚ20 δεν είχε την αποκλειστική γονική μέριμνα της ανήλικης, κρίνουμε, ότι δεν είχε ούτε την αποκλειστική «νόμιμη κηδεμονία» της. Συνακόλουθα, η αποδιδόμενη στους κατηγορούμενους 1-4, αρπαγή (κατηγορία 6) και προηγηθείσα συνωμοσία (κατηγορία 7), εξ αντικειμένου, δεν στοιχειοθετούνται υπό τις περιστάσεις και θα πρέπει έτσι αμφότερες οι κατηγορίες τούτες να απορριφθούν από αυτό το στάδιο. Αυτό, ανεξαρτήτως της όποιας αποδεικτικής δύναμης ή αδυναμίας της λοιπής μαρτυρίας, ζήτημα με το οποίο θα ασχοληθούμε κατά την εξέταση των κατηγοριών 8 και 9 που αμέσως ακολουθεί. Ερχόμαστε λοιπόν στην κατηγορία 8. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ήδη τα έχουμε καταγράψει στη σελίδα 8 ανωτέρω. Ως προκύπτει από τις λεπτομέρειες αδικήματος, οι κατηγορούμενοι διώκονται για «την παροχή βοήθειας» δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Το πρόσωπο προς το οποίο φέρονται να παρείχαν τη βοήθεια είναι βεβαίως ο πατέρας της ανήλικης XXX. Με άλλα λόγια παρουσιάζονται ως συνεργοί του πατέρα. Πέρα από κάποια συμπεράσματα που φέρονται να προκύπτουν από αναφορές των κατηγορουμένων 3 και 4 στις καταθέσεις τους, η μαρτυρία που υπάρχει εναντίον των κατηγορουμένων είναι εξ ολοκλήρου περιστατική. Στην πρόσφατη υπόθεση ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 76/2022, ημερ. 19.1.2023 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά με την περιστατική μαρτυρία: «.Παρέπεμψε στην πάγια νομολογία ότι όχι μόνο δεν υπάρχει προκατάληψη εναντίον της [ενισχυτικής μαρτυρίας], αλλά τουναντίον μπορεί να οδηγήσει από μόνη της σε καταδίκη, νοουμένου βέβαια ότι όπου η καταδίκη στηρίζεται καθ' ολοκληρίαν ή ουσιαστικά πάνω σε περιστατική μαρτυρία το δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει όχι μόνο κατά πόσο τα αποδειχθέντα γεγονότα συμβιβάζονται με την ενοχή του κατηγορούμενου, αλλά εάν το καταδικαστικό συμπέρασμα τότε μόνο είναι επιτρεπτό εάν βρίσκεται σε σχέση άμεσης συνάφειας με τα στοιχεία που συνθέτουν την περιστατική μαρτυρία και εάν είναι το μόνο λογικό συμπέρασμα που προκύπτει από τέτοια μαρτυρία (Fournides v. Republic
(1986)2 CLR 73, Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 444, Γαβριήλ ν. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 693, Μαμαλικόπουλος ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 25/14, 20.9.2018, ECLI:CY:AD:2018:D411). Τα γεγονότα δεν αρκεί να συμβιβάζονται με την ενοχή του κατηγορουμένου, αλλά δεν θα πρέπει να συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα από εκείνο ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα (Αθηνής ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Παφίτης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 102). Διαφορετικά καταλείπεται εύλογη αμφιβολία.» Τα στοιχεία που υπάρχουν εναντίον των κατηγορουμένων συνοψίζονται στην αγόρευση του κ. Αριστείδη. Για την κατηγορούμενη 1 τα στοιχεία εναντίον της συγκεντρώνονται στα ακόλουθα: · Τη μαρτυρία του ΜΚ23, με τον οποίο φέρεται να επικοινώνησε η κατηγορούμενη 1 στις 21.4.2017 και να διευθέτησε τη διαμονή του πατέρα της ανήλικης σε διαμέρισμα που διατηρούσε ο μάρτυρας στο χωριό XXX. Τα δε έξοδα διαμονής κατά τον μάρτυρα, τα πλήρωσε η ίδια η κατηγορούμενη
- · Τη μαρτυρία του ΜΚ19, αδελφότεκνου του πρώην κατηγορούμενου 5 Μ. Μ., σύμφωνα με την οποία επισκέφθηκαν το σπίτι της κατηγορούμενης 1 το απόγευμα του περιστατικού στις 27 Απριλίου
- Στο σπίτι βρισκόταν και ο γιος της κατηγορούμενης
- Μετά από στιχομυθία της κατηγορούμενης 1 με τον Μ. στην αγγλική γλώσσα, την οποία ο μάρτυρας δεν κατανόησε, ο Μ. του είπε ότι θα πήγαιναν οι τρεις τους, δηλαδή, αυτός, ο Μ. και ο γιος της κατηγορούμενης 1 να πάρουν τρόφιμα σε κάποιους ανθρώπους που τα είχαν ανάγκη. Αναχώρησαν με το αυτοκίνητο, αγόρασαν από φούρνο και περίπτερο κάποια προϊόντα και έψαχναν να βρουν τα πρόσωπα στα οποία θα τα παρέδιδαν. Σε κάποια στιγμή μάλιστα ο γιος της κατηγορούμενης 1 την πήρε τηλέφωνο για να τους κατευθύνει. Τελικά, δεν μπόρεσαν να εντοπίσουν τα πρόσωπα και επέστρεψαν στο σπίτι της κατηγορούμενης
- Κατά την επιστροφή τους στη Λεμεσό με τον Μ., ο τελευταίος του ανέφερε ότι η κατηγορούμενη 1 του είχε προηγουμένως προτείνει, έναντι αμοιβής, να μεταφέρει ένα πατέρα και ένα μωρό από ένα μέρος της Λευκωσίας σε άλλο. Πρόκειται για τον πατέρα και το παιδί της υπόθεσης αυτής. · Το γενετικό υλικό της κατηγορούμενης 1 εντοπίστηκε σε διάφορα αντικείμενα εντός του οχήματος με αρ. εγγ. XXX που οδηγείτο κατά τον ουσιώδη χρόνο από τον κατηγορούμενο
- Το όχημα αυτό φαίνεται να καταγράφεται από κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης στην οδό Μητροπούλου, κατά τον χρόνο του συμβάντος. Η πιο πάνω μαρτυρία, συνειρμικά, με βαθμό εικασίας ενδεχομένως και νοουμένου ότι το Δικαστήριο αποδεχτεί πολλαπλή εξ ακοής μαρτυρία (multiple hearsay), το μέγιστον που τείνει να καταδείξει είναι ότι η κατηγορούμενη 1 είχε ανάμειξη στην άφιξη και διαμονή του πατέρα στην Κύπρο πριν το συμβάν. Συνάμα, γνώριζε για την φυσική αρπαγή από το νηπιαγωγείο και απόκρυψη της ανήλικης από τον πατέρα και προσπάθησε να μεριμνήσει για τη σίτιση τους, λόγω προφανώς της ανάγκης να παραμείνουν κρυμμένοι. Τέλος, ότι σε κάποια άγνωστη χρονική στιγμή βρισκόταν στο όχημα του κατηγορούμενου 4, το οποίο φέρεται να χρησιμοποιήθηκε στην όλη διαδικασία της φυσικής αρπαγής από το νηπιαγωγείο. Δεν υπάρχει όμως κανένα στοιχείο ή μαρτυρία που να καταδεικνύει εμπλοκή, συνδρομή ή βοήθεια του πατέρα στη μεταφορά της ανήλικης εκτός των ορίων της Δημοκρατίας, ενέργεια που παραμένει άγνωστο πώς και πότε έλαβε χώρα. Η αρπαγή υπό την έννοια του άρθρου 245Α είναι ακριβώς αυτή τη στιγμή που συντελείται - την ώρα δηλαδή που το ανήλικο μεταφέρεται εκτός των ορίων της Δημοκρατίας. Η όποια εμπλοκή, συνδρομή και βοήθεια στη φυσική αρπαγή από το νηπιαγωγείο, αλλά και στη συνακόλουθη απόκρυψη ή διακίνηση από ένα σημείο της Κύπρου σε άλλο, ουδόλως εκτείνεται στη μετέπειτα, ουσιαστική και ποινικά κολάσιμη πράξη αρπαγής δυνάμει του άρθρου 245Α. Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να γίνει αναφορά στο τεκμήριο 83 το οποίο παρουσίασε η ΜΚ
- Το τεκμήριο 83 είναι ηλεκτρονικό μήνυμα που φέρεται να απέστειλε ο XXX στη ΜΚ20 το μεσημέρι της ίδιας ημέρας που διαδραματίστηκε το όλον συμβάν στο νηπιαγωγείο και με το οποίο την πληροφορεί ότι η ανήλικη και ο ίδιος είναι καλά, ότι σκοπεύουν να περάσουν περίπου μια βδομάδα μαζί σε παραλιακό θέρετρο της Κύπρου και έπειτα θα μιλήσει με τους δικηγόρους του για τα περαιτέρω. Την πληροφορεί επιπρόσθετα, ότι, θα επικοινωνήσει μαζί της εκ νέου σε περίπου μια βδομάδα και την προειδοποιεί να μην τον αναζητήσει, αλλιώς θα αναγκαστεί να ειδοποιήσει τις αρχές. Από το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα, χωρίς ποσώς να αξιολογούμε την αυθεντικότητα ή την αλήθεια του περιεχομένου του, δεν φαίνεται να υπάρχει από μέρους του XXX, εκδήλως διατυπωμένη και διαμορφωμένη πρόθεση - τουλάχιστον την ημέρα αποστολής του μηνύματος - μεταφοράς της ανήλικης εκτός των ορίων της Δημοκρατίας, πόσο μάλλον να μπορεί να αποδοθεί ευθύνη στην κατηγορούμενη 1 για το γεγονός της μεταφοράς, με την περιστατική μαρτυρία που προσκομίστηκε εναντίον της, όπως την καταγράψαμε και σχολιάσαμε ανωτέρω. Κλείνοντας με την κατηγορούμενη 1 να επισημάνουμε ότι πέραν της ένοχης πράξης (actus reus) δηλαδή (α) της παροχής βοήθειας (β) στη διάπραξη του αδικήματος, απαιτείται και ένοχη διάνοια (mens rea) αμφότερων των στοιχείων αυτών. Μάλιστα, η ένοχη διάνοια είναι στενότερη και πιο απαιτητική απ' ότι συνήθως ισχύει για τον κυρίως δράστη, αφού απαιτείται πρόθεση και γνώση και δεν αρκεί η απερισκεψία, αμέλεια ή οποιαδήποτε άλλη υποδεέστερη νοητική κατάσταση. Σχετική επί τούτου είναι η αναφορά του Lord Goddard CJ στην Johnson v. Youden [1950] 1 KB 544, 566 ως μνημονεύεται στο σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2000, σελ.700 στο οποίο εύστοχα παραπέμπουν όλοι οι συνήγοροι Υπεράσπισης στις αγορεύσεις του. Σύμφωνα με την αναφορά «before a person can be convicted of aiding and abetting the commission of an offence he must at least know the essential matters which constitute that offence». Ομοίως στη Χατζηξενοφώντος v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 26/2020, ημερ. 6.10.2021, το Ανώτατο Δικαστήριο μετά από λεπτομερή ανάλυση του τι συνιστά «συνέργεια» δυνάμει του άρθρου 20, καταλήγει στο να επικυρώσει την καταδίκη του εφεσείοντα για συνέργεια στα αδικήματα της διάρρηξης και ληστείας, στηριζόμενο ακριβώς στη γνώση του εφεσείοντα. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα εξής: "Τα ίδια δεδομένα αφορούν και στη διαμόρφωση της απαραίτητης ένοχης διάνοιας για συμμετοχή στη διάπραξη δυνάμει του άρθρου 20 του Κεφ.
- Εφόσον ο εφεσείων γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος 1 θα διέπραττε τα αδικήματα της διάρρηξης και ληστείας, έχοντας συνωμοτήσει μαζί του για την πραγματοποίηση τους, είχε γνώση των συνθηκών και σαφή πρόθεση συνδρομής προς τον κατηγορούμενο 1, τον οποίο και συνέδραμε με τη θέληση του." Για τον κατηγορούμενο 2 τα σημαντικά στοιχεία που υπάρχουν είναι τα ακόλουθα: · Η μαρτυρία του ΜΚ7, σύμφωνα με την οποία στις 27.4.2017, σε κάποιο σημείο του δρόμου Τσερίου προς Χαλεπανιές, είδε δύο αυτοκίνητα να είναι σταματημένα. Το ένα ήταν το ταξί με αρ. εγγραφής XXX που ανήκε στον κατηγορούμενο 3 και το άλλο ιδιωτικό όχημα με αρ. εγγραφής XXX που οδηγείτο από τον κατηγορούμενο
- Από το ταξί αποβιβάστηκε μια γυναίκα με ξανθό μαλλί κρατώντας στην αγκαλιά ένα μωρό και επιβιβάστηκαν στο ιδιωτικό όχημα, το οποίο ακολούθησε και είδε να εισέρχεται στην οδό Ακροπόλεως στο Τσέρι όπου βρίσκεται και το σπίτι του κατηγορούμενου
- · Στις 27.4.2017 ο κατηγορούμενος 2 αναχώρησε από τον χώρο εργασίας του, ήτοι την [ ] 23 στη Αθαλάσσα μεταξύ 10:10 και 10:20 και δεν επέστρεψε ξανά την ημέρα εκείνη - μαρτυρία ΜΚ25 και ΜΚ
- · Από το όχημα του παραλήφθηκε μια τρίχα (το τεκμήριο 16) επί της οποίας, σύμφωνα με τον γενετιστή (ΜΚ18), εντοπίστηκε γενετικό υλικό άγνωστης γυναίκας. Το ίδιο γενετικό υλικό εντοπίστηκε μαζί με το γενετικό υλικό της ανήλικης σε τσιμπιδάκι που εντοπίστηκε στην οδό Μητροπούλου (τεκμήριο 25) μαζί με τα υπόλοιπα ρούχα της. Η μαρτυρική εικόνα σε ότι αφορά τον κατηγορούμενο 2, κρινόμενη πάντοτε στον μέγιστο της βαθμό, είναι ακόμα πιο ισχνή. Κατά το βέλτιστο, δύναται να καταδείξει εμπλοκή του κατηγορούμενου 2 στα όσα διαδραματίστηκαν στις 27.4.
- Καμία μαρτυρία για σύνδεση ή σχέση του με τον πατέρα, αλλά και κανένα στοιχείο για ανάμειξη του στην μετέπειτα αρπαγή, η οποία υπενθυμίζουμε, για σκοπούς του άρθρου 245Α είναι η πράξη μεταφοράς της ανήλικης εκτός των ορίων της Δημοκρατίας, όπως και όποτε αυτό συνέβη. Για τον κατηγορούμενο 3, η ουσιαστική μαρτυρία, σύμφωνα πάντοτε και με την Κατηγορούσα Αρχή, είναι η εξής: · Η ανακριτική κατάθεση του ιδίου ημερ. 30.4.2017 (τεκμήριο 60). Σ' αυτή, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι ήρθε στη Λευκωσία στις 26.4.2017 κατόπιν τηλεφωνήματος που έλαβε από την Χριστίνα «την Ολλανδέζα» και η οποία του πρότεινε να διενεργήσει μια κούρσα στη Λευκωσία για το χρηματικό ποσό των €100, πράγμα που δέχθηκε. Αφού διανυκτέρευσε στο σπίτι της, το πρωί της 27.4.2017 αποχώρησε και με την τηλεφωνική καθοδήγηση άγνωστου άντρα μετέβηκε κοντά στη CYTA απέναντι από το αρχηγείο Αστυνομίας, σημείο πλησίον του νηπιαγωγείου. Εκεί παρέλαβε έναν άντρα, αλλοδαπής καταγωγής, ηλικίας περίπου 50 ετών μαζί με ένα κοριτσάκι ηλικίας περίπου 4 με 5 χρονών. Το κορίτσι έκλαιγε με λυγμούς. Στη συνέχεια και κατόπιν τηλεφωνικής καθοδήγησης από τον άγνωστο άντρα, τους μετέφερε σε σημείο που βρισκόταν στην κτηνοτροφική περιοχή στο Τσέρι, όπου, αφού αποβιβάστηκαν από το ταξί του, επιβιβάστηκαν σε αυτοκίνητο με φιμέ τζάμια, του οποίου ο οδηγός τους ανάμενε και τους παρέλαβε. Για τη συγκεκριμένη διαδρομή έλαβε από τον αλλοδαπό επιβαίνοντα το χρηματικό ποσό των €
- Σημειώνουμε επί του προκειμένου, ότι παρά την επίκληση της πιο πάνω μαρτυρίας ως στοιχείο ενοχοποιητικό για τον κατηγορούμενο 3, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, χαρακτηρίζει ψευδή την αναφορά για αποβίβαση άντρα μαζί με την ανήλικη, παραπέμποντας στη μαρτυρία του ΜΚ7 ως την αυθεντική, σύμφωνα με την οποία είναι ξανθή γυναίκα που αποβιβάστηκε με την ανήλικη. · Στις υποδείξεις που έκανε ο ίδιος ο κατηγορούμενος 3 τοποθέτησε το ταξί του στην οδό Μητροπούλου, ως το σημείο που παρέλαβε τον άντρα με το κορίτσι στις 27.4.
- Από την καταγραφή του CCTV, προκύπτει ότι παραλήφθηκαν από οικία στην οδό Μητροπούλου και ότι το ταξί, τη δεδομένη στιγμή δεν έφερε πινακίδες εγγραφής. Το δε πρόσωπο που παραλαμβάνει φαίνεται να τρέχει και να μπαίνει στο ταξί. Τα δύο αυτά στοιχεία, κατά την Κατηγορούσα Αρχή (χωρίς πινακίδες και τρέξιμο προς το ταξί), καταδεικνύουν γνώση του κατηγορούμενου 3 ως προς την συμμετοχή σε παράνομη ενέργεια. Προβαίνοντας στην ίδια διεργασία όπως και για τους κατηγορούμενους 1 και 2 καταλήγουμε στο ίδιο ακριβώς συμπέρασμα. Η εναντίον του κατηγορούμενου 3 μαρτυρία, κρινόμενη αντικειμενικά, χωρίς ποσώς να την αξιολογούμε, στον μέγιστον της βαθμό, τείνει να καταδείξει εμπλοκή του στα διαδραματισθέντα που έλαβαν χώρα στις 27.4.
- Τούτο, νοουμένου ότι απορριφθούν κατόπιν αξιολόγησης τα μέρη της ανακριτικής του κατάθεσης όπου αρνείται γνώση και εμπλοκή και γίνουν αποδεκτά τα μέρη της κατάθεσης που τείνουν να τον εμπλέξουν. Ακόμα όμως και αν γίνει τούτο, ειδικά σε ότι αφορά την εμπλοκή του κατηγορούμενου 3 στην υπόθεση, παραμένει ασυμβίβαστη η ανακύπτουσα αντίφαση στο κατά πόσο βρισκόταν άντρας ή γυναίκα μαζί με την ανήλικη στο αυτοκίνητο του. Δηλαδή, τι είναι εκείνο που τελικά καλείται το Δικαστήριο να αποτιμήσει αντικειμενικά σε τούτο το στάδιο; Ότι ο κατηγορούμενος 3 είναι τον πατέρα που παρέλαβε με την ανήλικη από τη Μητροπούλου - γνωρίζοντας μάλιστα ότι η ενέργεια του ήταν παράνομη αφού το ταξί τη δεδομένη στιγμή δεν είχε πινακίδες εγγραφής και ο πατέρας έτρεχε προς το μέρος του - ή ότι είναι γυναίκα που αποβιβάστηκε με την ανήλικη από το ταξί του για να επιβιβαστούν στη συνέχεια στο όχημα του κατηγορούμενου 2; Το στοιχείο αυτό δεν αφορά σε λεπτομέρεια ή σε δευτερευούσης σημασίας ζήτημα, αλλά βρίσκεται στον πυρήνα της εκδοχής του αυτόπτη μάρτυρα ΜΚ7, αλλά και της αποκλίνουσας μαρτυρίας στην οποία η Κατηγορούσα Αρχή στηρίζει την εισήγηση της για κλήση του κατηγορούμενου 3 σε απολογία. Κατά την κρίση μας αποτελεί αντίφαση ουσιαστική και απροσπέλαστη, ακόμα και αν η λοιπή μαρτυρία έτεινε να καταδείξει εμπλοκή του κατηγορούμενου 3 στην αρπαγή, πάντοτε υπό την έννοια του άρθρου 245Α, κάτι το οποίο, όπως προσπαθήσαμε να εξηγήσαμε ανωτέρω, δεν συμβαίνει. Τέλος, η μαρτυρία που αφορά τον κατηγορούμενο 4 είναι η ακόλουθη: · Σε προφορική του ανάκριση στις 11.5.2017, κατόπιν επίστησης στον Νόμο (σχετικό το τεκμήριο 64 και η μαρτυρία των ΜΚ12 και ΜΚ22) αρνήθηκε μεν οποιαδήποτε ανάμειξη στην υπόθεση, αλλά παραδέχθηκε ότι ο καταζητούμενος πατέρας της ανήλικης μπήκε στο αυτοκίνητο του, δηλώνοντας στους ανακριτές ότι θα πει στο Δικαστήριο «ότι έκανε ωτοστόπ». · Στην ανακριτική του κατάθεση ημερ. 18.6.2017 (τεκμήριο 102) ανέφερε ότι ο πατέρας της ανήλικης «απλά ήθελε να δει το μωρό». Ανάφερε ότι τον καταζητούμενο πατέρα της ανήλικης τον είδε τρεις φορές στη ζωή του και ότι ο ίδιος ο πατέρας τον προσέγγισε. Παραδέχτηκε ότι στις 27.4.2017 βρισκόταν στη Λευκωσία και οδηγούσε το όχημα μάρκας Hyundai και αριθμό εγγραφής XXX. Επιπλέον έκανε αναφορά σε επανάκτηση της ανήλικης από τον πατέρα. Από την απάντηση που έδωσε στην ερώτηση 47, προκύπτει ότι είχε γνώση για τα ζητήματα επικοινωνίας του πατέρα με την ανήλικη. · Το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 4 μάρκας Hyundai φαίνεται να βρισκόταν στην οδό Μητροπούλου κατά το χρόνο της αρπαγής και παρέμεινε εκεί μέχρι την άφιξη του λευκού ΤΑΞΙ. Σχετική είναι η μαρτυρία που προκύπτει από το CCTV παρακείμενου υποστατικού. Ίδιο όχημα διαπιστώθηκε μέσω κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης να ακολουθεί το όχημα της ΜΚ20 κατά τη διαδρομή προς το νηπιαγωγείο. · Το γενετικό υλικό της κατηγορούμενης 1 εντοπίστηκε σε αντικείμενα που βρέθηκαν στο όχημα του. · Κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης στο καφεστιατόριο με την ονομασία "ΙΡΑΝΕΜΑ" στη Λεωφόρο Αθαλάσσας κατέγραψε στις 25.04.2017 και περί ώρα 08:30 τον πατέρα της ανήλικης XXX να εισέρχεται στο χώρο μαζί με τον κατηγορούμενο
- Σύμφωνα με τον ΜΚ18 αυτοκίνητο ίδιας μάρκας, τύπου και χαρακτηριστικών με αυτό του κατηγορούμενου 4, στο οποίο επέβαιναν 2 άτομα, βρισκόταν το πρωί της 25.4.2017 σταθμευμένο σε χώρο στάθμευσης πολυκατοικίας στην οδό Δασουπόλεως και είχαν οπτική επαφή με το νηπιαγωγείο XXX. Προσεγγίζοντας την πιο πάνω μαρτυρία με τον ίδιο αδιείσδυτο και αντικειμενικό τρόπο όπως για τους λοιπούς κατηγορούμενους, εκείνο που διαφαίνεται είναι ότι υπήρξε εκ των προτέρων επαφή και σχέση του κατηγορούμενου 4 με τον πατέρα, κάποια προμελέτη και οργάνωση των όσων θα λάμβαναν χώρα στις 27.4.2017, αλλά και ενεργώς συμμετοχή στα διαδραματισθέντα την ημέρα εκείνη. Ενδεχόμενα να προκύπτει και μια γενική γνώση ότι ο πατέρας ήθελε να δει την κόρη του και να την επανακτήσει - όχι όμως υπό την έννοια της υφαρπαγής, όπως ενδεχόμενα αφήνεται να νοηθεί. Η σχετική αναφορά βρίσκεται στη σελ. 8 της κατάθεσης του. Παραθέτουμε αυτούσιο απόσπασμα από τη γραμμή 3 - 9: «Το πιο σημαντικό όμως από όλα που κανένας δεν ρώτησε τι είναι αυτό που ανάγκασε αυτόν τον πατέρα να κάνει αυτό που έκανε, είναι το πώς ένιωθε και πώς νιώθει αυτός ο πατέρας εδώ και 16 μήνες, τι είναι αυτό που ανάγκασε αυτόν τον πατέρα να διαλύσει τη ζωή του και το καθημερινό του πρόγραμμα και να έρθει για να επανακτήσει το μωρό του και να ζητά εξασφάλιση των δικαιωμάτων του; Πέραν αυτού θέλω να επαναλάβω ότι ο πατέρας ζήτησε απλά να βλέπει το παιδί του ζητώντας αυτό να διευθετηθεί μέσω δικηγόρων.» Δεν υπάρχει όμως καμία μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο 4 με οτιδήποτε συνέβη μετά τις 27.4.2017, είτε σε επίπεδο επικοινωνίας με τον πατέρα είτε σε επίπεδο συνδρομής ή παροχής βοήθειας για να μεταφερθεί εκτός των ορίων της Δημοκρατίας η ανήλικη, πράξη η οποία επαναλαμβάνουμε για ακόμα μια φορά, είναι η ουσία της αρπαγής για σκοπούς του άρθρου 245Α. Ούτε βεβαίως και η γνώση που φέρεται να είχε για τις προθέσεις του πατέρα όπως τη σκιαγραφήσαμε ανωτέρω, ακόμα και αν γίνει αποδεκτή ως πραγματική αυτή η γνώση, δύναται να εξισωθεί με γνώση για το τι τελικώς συνέβη. Υπενθυμίζουμε επ' αυτού το ηλεκτρονικό μήνυμα (τεκμήριο 83), το μυστήριο που επικρατεί για το πώς και πότε η ανήλικη μεταφέρθηκε εκτός των ορίων της Δημοκρατίας και συνακόλουθα τα όσα απαιτούνται για απόδειξη ένοχης διάνοιας για την παροχή βοήθειας δυνάμει του άρθρου
- Αυτά βεβαίως ισχύουν κατ΄ αντιστοιχία και για τους κατηγορούμενους 2 και
- Στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής κ. Αριστείδης αναφέρεται εκτενώς στην ανακριτική κατάθεση του πρώην κατηγορούμενου 5, Μ. Μ. (τεκμήριο 103Α), διατυπώνοντας τη θέση ότι εμπλέκει τους κατηγορούμενους 1, 3 και 4 «στην οργάνωση της αρπαγής της ανήλικης». Συμπληρώνει, αναφέροντας ότι η μαρτυρία αυτή είναι εξ ακοής, κάτι όμως που θα πρέπει, κατά τον συνήγορο, να απασχολήσει το Δικαστήριο κατά το τελικό στάδιο. Χωρίς να εισερχόμαστε ποσώς στο περιεχόμενο και τα όποια συμπεράσματα αναφύονται από την κατάθεση, σημειώνουμε τα εξής: Παρά την πρόσφατη αναστολή ποινικής δίωξης εναντίον του κατηγορούμενου 5 και την συνακόλουθη απαλλαγή του, από πλευράς αποδεικτικών κανόνων, το πρόσωπο αυτό θεωρείται συγκατηγορούμενος. Φερόταν αρχικά να είχε εμπλοκή στην υπόθεση. Συνελήφθη, ανακρίθηκε και κατηγορήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαζί με τους άλλους κατηγορούμενους για τα ίδια ακριβώς αδικήματα. Παρέμεινε δε στο εδώλιο μέχρι και την κατάθεση 18 μαρτύρων κατηγορίας. Σημειώνουμε ότι την ημέρα της απαλλαγής του, ο συνήγορος που τον εκπροσωπούσε δήλωσε ρητά στο Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος 5 δεν προτίθεται να δώσει μαρτυρία εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής (σχετικό το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 15.4.2022). Παρ' όλα ταύτα σε κατοπινό στάδιο, καταβλήθηκε προσπάθεια από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής να κληθεί ως μάρτυρας κατηγορίας. Η προσπάθεια αυτή δεν στέφθηκε με επιτυχία (σχετική η μαρτυρία του ΜΚ31 και τα τεκμήρια 110 και 111). Συνακόλουθα, μολονότι η κατάθεση στην όψη της, φαίνεται να πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις του άρθρου 23 του Κεφ. 9 ώστε να θεωρείται «εξ ακοής μαρτυρία», δεν εμπίπτει στις παραμέτρους του άρθρου 24, ώστε να μπορεί δυνητικά να αποκτήσει βαρύτητα αφού αξιολογηθεί στο τέλος με βάση το άρθρο
- Ούτε βεβαίως και το γεγονός ότι δεν κατάθεσε στη διαδικασία ως μάρτυρας κατηγορίας ο Μ., αλλάζει την αποδεικτική υφή της κατάθεσης. Από πλευράς αποδεικτικών κανόνων ήταν και παραμένει μια εξωδικαστηριακή μαρτυρία συγκατηγορούμενου και τίποτε πέραν τούτου. Εξωδικαστηριακές ομολογίες και ενοχοποιητικές αναφορές συγκατηγορουμένου, συμπεριλαμβανομένων βεβαίως και του περιεχομένου ανακριτικής κατάθεσης, όπως την υπό συζήτηση, με ελάχιστες εξαιρέσεις, συνιστούν μαρτυρία μόνον εναντίον του ιδίου του κατηγορούμενου και όχι εναντίον συγκατηγορουμένων του (βλ. Farouq κ.ά. v. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις 165/2018, 166/2018, 169/2018 και 170/2018, ημερ. 7.9.2020 και το Δίκαιο της Απόδειξης των Ηλιάδη και Σάντη 2014, σελ.907). Τέτοια κατάθεση μπορεί να αποκτήσει αποδεικτική αξία αν κληθεί ως μάρτυρας ο συγκατηγορούμενος που προέβη σ΄αυτή, παρουσιαστεί κατά τον τρόπο που προνοείται από το άρθρο 25 του Κεφ.9, καθιστάμενη τοιουτοτρόπως η κυρίως εξέταση του μάρτυρα ή μέρος αυτής. Στην υπόθεση Petrov v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 162/2020 ημερ. 8.6.2021, όπου το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε στηριχθεί για καταδίκη του κατηγορούμενου (και) στο περιεχόμενο γραπτής κατάθεσης συγκατηγορούμενου, παρ' ότι ο συγκατηγορούμενος έδωσε μαρτυρία και δεν υιοθέτησε το περιεχόμενο αυτής της κατάθεσης, το Ανώτατο Δικαστήριο, ακυρώνοντας και προηγούμενη Νομολογία που στηρίχθηκε σε εσφαλμένη αρχή δικαίου, με δεικτικό τρόπο υπογράμμισε τα ακόλουθα: «προηγούμενη αντιφατική κατάθεση ή κατάθεση εκτός δικαστηρίου εναντίον συγκατηγορούμενου δεν μπορούν να προσαχθούν ως μαρτυρία για απόδειξη του περιεχομένου τους. Αν κάτι τέτοιο γινόταν δεκτό θα είχε ως αποτέλεσμα να μετατρέπονται οι καταθέσεις σε μαρτυρία για την αλήθεια του περιεχομένου τους, υπό τον μανδύα της εξ ακοής μαρτυρίας. Τέτοιοι χειρισμοί εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, απολήγοντας τεχνηέντως σε παράκαμψη αρχών δικαίου, θα έθεταν θέμα κατάχρησης της διαδικασίας.» Ως εκ των ανωτέρω, η κατάθεση Μ. είναι εγγενώς απαράδεκτη αποδεικτικά εναντίον των κατηγορουμένων 1, 3 και 4 και ουδόλως μπορεί να χρησιμοποιηθεί, είτε από μόνη της είτε σε συνδυασμό με άλλη μαρτυρία, ως στοιχείο για να κληθούν οι κατηγορούμενοι σε απολογία. Τέλος, σε σχέση με την κατηγορία 9 που αφορά αδίκημα συνωμοσίας για διάπραξη της αρπαγής της κατηγορίας 8, δεν υπάρχουν πολλά που μπορεί να λεχθούν. Όπως ελλείπει μαρτυρία για το συστατικό στοιχείο της αρπαγής αντικείμενο της κατηγορίας 8, ελλείπει μαρτυρία για εκ των προτέρων συμφωνία με λόγια ή με πράξεις μεταξύ των κατηγορουμένων ή οποιωνδήποτε εξ αυτών για διάπραξη αυτού του αδικήματος. Οι όποιες πράξεις, συνεννοήσεις, διαβουλεύσεις, κοινές διακινήσεις των κατηγορουμένων είχαν ως επιστέγασμα τα διαδραματισθέντα στο νηπιαγωγείο στις 27.4.2017 και τις πρώτες στιγμές που ακολούθησαν. Δεν εκτείνονται ούτε δύναται να συνδεθούν με την αγνώστου τρόπου και χρόνου μεταφορά της ανήλικης εκτός των ορίων της Δημοκρατίας. Παρενθετικά να σημειώσουμε πως η προαναφερθείσα κατάθεση του Μ. δεν βοηθά επί του προκειμένου, μολονότι κατ' εξαίρεση του γενικού κανόνα που περιγράψαμε προηγουμένως, δήλωση συγκατηγορούμενου/συνωμότη που γίνεται προς εκτέλεση ή προώθηση του κοινού σκοπού μπορεί να γίνει αποδεκτή εναντίον των άλλων συνωμοτών (βλ. απόσπασμα από Το Δίκαιο της Απόδειξης ανωτέρω) για τρεις ουσιαστικά λόγους. Πρώτον δεν είναι δήλωση που έγινε προς εκτέλεση ή προώθηση κοινού σκοπού. Δεύτερον, ο όποιος κοινός σκοπός δεν αφορά στο αδίκημα της αρπαγής δυνάμει του άρθρου 245Α. Τρίτον δεν υπάρχει ανεξάρτητη μαρτυρία που να καταδεικνύει την ύπαρξη της συνωμοσίας -απαρέγκλιτη προϋπόθεση για να τύχει εφαρμογής η εξαίρεση. Για όλους λοιπόν τους πιο πάνω λόγους, κρίνουμε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε καμία από τις κατηγορίες 6, 7, 8 και 9 εναντίον κανενός εκ των κατηγορουμένων 1, 2, 3 και
- Συνακόλουθα οι κατηγορούμενοι 1- 4 αθωώνονται και απαλλάσσονται σε όλες τις προαναφερθείσες κατηγορίες. (Υπ.) .............. Στ. Σταύρου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Χρ. Παρπόττα, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Α. Πανταζή-Λάμπρου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο