← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Kirolos Hefzy Mikhaeil Abdelshahid, Αρ. Υπόθεσης: 17092/22, 31/1/2023

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Kirolos Hefzy Mikhaeil Abdelshahid, Αρ. Υπόθεσης: 17092/22, 31/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2023:12 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Χ. B. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 17092/22 Δημοκρατία ν. Kirolos Hefzy Mikhaeil Abdelshahid Ημερομηνία: 31/01/23 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ. Κυθραιώτου Για Κατηγορούμενο: κ. Λ. Κυριακίδης Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ (Δοθείσα Αυθημερόν) Ο Κατηγορούμενος, μετά την τροποποίηση του κατηγορητηρίου και αναστολή κάποιων κατηγοριών, παρέμεινε να αντιμετωπίζει μια κατηγορία που αφορά το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 228(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (κατηγορία 5) την οποίαν και παραδέχθηκε. Τα γεγονότα της υπόθεσης εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν αμφισβητήθηκαν, έχουν δε καταγραφεί στα πρακτικά χωρίς να κρίνεται σκόπιμη η επανάληψή τους. Αξίζει να σημειωθεί πως το επίδικο αδίκημα διεπράχθη στο πλαίσιο της εργοδότησης του Κατηγορούμενου στη φάρμα όπου εργοδοτείτο και το θύμα και αφότου ο ίδιος εξέλαβε επεισόδιο που είχε προηγηθεί νωρίτερα την ίδια ημέρα, ως τη βάση για την απόλυση του, η οποία ακολούθησε σε συνδυασμό με κάποιο χρέος που ο Παραπονούμενος είχε προς τον ίδιο. Σημειώνεται ότι όπως διαπιστώθηκε ένεκα του αδικήματος αυτού, ο Παραπονούμενος έφερε θλαστικό τραύμα στο μέτωπο, το οποίο έχρηζε συρραφής, ενώ από την αξονική τομογραφία στην οποίαν υπεβλήθη, διαπιστώθηκε μικρό κεφαλαιμάτωμα μετωπιαία. Δεν παρέμεινε για νοσηλεία στο νοσοκομείο, όπως λέχθηκε ενώπιόν μας. Ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες και τελεί υπό κράτηση από τις 29.9.2022 για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Ο συνήγορος του προς μετριασμό της ποινής, ζήτησε όπως λάβουμε υπόψη το λευκό του ποινικό μητρώο, το γεγονός πως επρόκειτο για μεμονωμένο περιστατικό, τη συνεργασία του με την Αστυνομία, την ομολογία του κατά το ανακριτικό στάδιο και την παραδοχή του στο Δικαστήριο, καθώς και τη μεταμέλεια του. Επίσης ζήτησε να λάβουμε υπόψη το άγχος και την αγωνία που βιώνει αναμένοντας την έκβαση της παρούσας διαδικασίας, καθώς και τις περιστάσεις διάπραξης, σημειώνοντας την προηγηθείσα φιλία τους, τους λόγους που τον οδήγησαν στην επίθεση, την απόσυρση του παραπόνου του Παραπονούμενου, καθώς και το μέγεθος της προκληθείσας βλάβης, η οποία, όπως εισηγήθηκε, δεν εντάσσει την υπόθεση στις πολύ σοβαρές του είδους. Επιπλέον, ζήτησε να λάβουμε υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, υιοθετώντας προς τούτο την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και δίδοντας έμφαση στο νεαρό της ηλικίας του Κατηγορούμενου, καλώντας μας να τον αντιμετωπίσουμε με κάθε δυνατή επιείκεια και να εξετάσουμε το ενδεχόμενο αναστολής στη βάση των προαναφερθέντων ελαφρυντικών παραγόντων. Το διαπραχθέν αδίκημα είναι χωρίς αμφιβολία σοβαρό, κάτι το οποίο προκύπτει κατ' αρχάς από την ανώτατη ποινή που προνόησε ο νομοθέτης. Συγκεκριμένα, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι και διά βίου. Αποτελεί δε πάγια νομολογιακή αρχή ότι η ανώτατη προβλεπόμενη από τον νόμο ποινή, συνιστά τη βάση από την οποίαν ξεκινά το Δικαστήριο το έργο της επιμέτρησης της ποινής και παράλληλα σημαντικό στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη κατά τη διεργασία αυτή. Παραπέμπουμε σχετικά στην Ποινική Έφεση 25/21 Δημοκρατία ν. Λαζαρή, ημερομηνίας 8.3.22. Είναι επίσης σαφώς νομολογημένο πως το αδίκημα του άρθρου 228(α) είναι σοβαρότερο από το αδίκημα στη βάση του άρθρου 231 και προς τούτο παραπέμπουμε σχετικά στην Ποινική Έφεση 156/21, ημερομηνίας 15.4.22 όπου λέχθηκε ρητώς πως "το αδίκημα του Άρθρου 228(α) που οι Εφεσείοντες παραδέχθηκαν ότι διέπραξαν είναι πολύ σοβαρό και πιο σοβαρό από το αδίκημα δυνάμει του Άρθρου 231. Οι επιπτώσεις στο θύμα μπορεί να είναι οι ίδιες, δηλαδή η πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, όμως υπάρχει ειδοποιός διαφορά ως προς την πρόθεση του παραβάτη. Στην περίπτωση του Άρθρου 231, η πρόκληση της βλάβης παραπέμπει σε ηθελημένη ενέργεια, αλλά δεν περιλαμβάνει την πρόθεση του κατηγορούμενου να επιφέρει το αποτέλεσμα. Στην περίπτωση του Άρθρου 228, υπάρχει σκοπός, δηλαδή πρόθεση πρόκλησης της βαριάς σωματικής βλάβης, που διαφοροποιεί άρδην τα δεδομένα. Σε αυτήν την περίπτωση ο νομοθέτης προνόησε τη διά βίου φυλάκιση". Εν γένει δε, πρέπει να λεχθεί ότι η σοβαρότητα αδικημάτων που ενέχουν το στοιχείο της ηθελημένης χρήσης βίας και τα οποία θέτουν σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξη του ατόμου, επισημάνθηκε κατ' επανάληψη από τη νομολογία. Όπως λέχθηκε από παλαιά στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκαλλου

(2001)2 Α.Α.Δ. 95 "Η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας· πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς". Στα πιο πάνω θα πρέπει να προστεθεί και η κατ' επανάληψη διαπιστωθείσα ανησυχητική τάση που παρουσιάζεται στη διάπραξη αδικημάτων που ενέχουν το στοιχείο της βίας, διαπίστωση στην οποίαν και εμείς δυστυχώς οδηγούμαστε, αντλώντας δικαστική γνώση από τον αριθμό υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιόν μας και που στη συντριπτική τους πλειοψηφία αφορούν αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της βίας. Έχει δε υποδειχθεί ότι τέτοιας φύσεως αδικήματα, τα οποία διαπράττονται με απαράδεκτα μεγάλη συχνότητα και τα οποία ενέχουν το στοιχείο της αυθαιρεσίας, της αυτοδικίας και της βίαιης επιθετικότητας έναντι συνανθρώπου, η οποία συνιστά παράλληλα βάναυση προσβολή της προσωπικότητας του, θα πρέπει να τιμωρούνται αυστηρά και αποτρεπτικά, ιδιαίτερα όταν δεν ακολουθεί έμπρακτη μεταμέλεια (βλ. Αστυνομία ν. Μιχαήλ, Ποινική Έφεση 78/19, ημερομηνίας 15.10.20). Περιπλέον, στην Ποινική Έφεση 25/21 (ανωτέρω), έγινε ανασκόπηση στη νομολογία με την επισήμανση ότι οι εκεί αναφερθείσες υποθέσεις κρίθηκαν χρόνια πριν και ότι δυστυχώς χρόνια μετά αδικήματα που στρέφονται εναντίον της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου όχι μόνο δεν παρουσιάζουν κάμψη, αλλά συνεχίζουν να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας, κάτι που δικαιολογεί την επιβολή ακόμα πιο αυστηρών ποινών. Όπως δε υποδεικνύεται και στο σύγγραμμα του Γεωργίου Πική, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, σελίδες 116 και 117, η πλέον συνηθισμένη ποινή για τέτοιου είδους αδικήματα είναι η ποινή φυλάκισης, το ύψος της οποίας εξαρτάται από τις συνθήκες και περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Εν ολίγοις δηλαδή, η ποινή για τέτοιου είδους αδικήματα θα πρέπει να είναι ανάλογη με την έκταση της χρήσης βίας, τα μέσα που χρησιμοποιούνται, τις βλάβες που προκαλούνται, το προβλεπτό αυτό και τις επιπτώσεις τους στο θύμα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Evans
(2005), 2 Α.Α.Δ. 639). Περαιτέρω, λαμβάνεται υπόψη και το κατά πόσο η βία ασκείται σε δημόσιο χώρο και στην παρουσία άλλων προσώπων, εφόσον αυτό αποτελεί απαράδεκτη κοινωνική συμπεριφορά. Ανασκόπηση στη νομολογία καταδεικνύει αφενός τη σοβαρότητα με την οποίαν τα αδικήματα αντιμετωπίζονται και αφετέρου ότι οι ποινές κυμαίνονται μεταξύ 18 μηνών έως και 9 ετών, αναλόγως ακριβώς των περιστάσεων της κάθε περίπτωσης και των επιβαρυντικών ή ελαφρυντικών στοιχείων της κάθε μιας. Σημειώνουμε, επιπλέον, ότι η όποια αναφορά σε προηγούμενη νομολογία δεν γίνεται με το σκεπτικό ότι αυτή αποτελεί δεσμευτικό προηγούμενο, αλλά ως ενδεικτική της σοβαρότητας των αδικημάτων και του μέτρου τιμωρίας, αφού η κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της δεδομένα και έτσι θα κριθεί και η παρούσα. Στην προκειμένη περίπτωση, η σοβαρότητα του αδικήματος εμφαίνεται και από τα γεγονότα που το περιβάλλουν και εξηγούμε. Ιδιαίτερα τονίζουμε το γεγονός πως για ένα επεισόδιο που έλαβε χώρα το πρωί της επίδικης ημερομηνίας και το οποίο ο κατηγορούμενος θεώρησε ότι αποτέλεσε τη βάση για την απόλυση του, σε συνδυασμό με την ύπαρξη κάποιου χρέους του θύματος προς τον ίδιο, τον οδήγησε μετά από ώρες να μεταβεί έχοντας στην κατοχή του επικίνδυνο μέσο και δη σίδερο και πρόθεση να προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη, να προχωρήσει και να υλοποιήσει την προηγηθείσα πρόθεσή του σε σχέση με έναν κατά τα άλλα φίλο και συνάδελφο του, προκαλώντας του πράγματι σοβαρή σωματική βλάβη. Δεν μπορούμε να παραβλέψουμε δε πως άγνωστη παραμένει η εξέλιξη του συμβάντος εάν ο Κατηγορούμενος δεν ανακόπτετο από την παρέμβαση τρίτου προσώπου. Η ευκολία δε με την οποίαν εξηύρε επιθετικό όργανο και προέβη στις πράξεις του καταδεικνύει πως πρόκειται για άλλη μια περίπτωση όπου επί ουσιαστικά ασήμαντου λόγου δημιουργήθηκε η πρόθεση πρόκλησης σοβαρής βλάβης σε έναν κατά τα άλλα φίλο. Τόσο η κοινωνία, όσο και τα Δικαστήρια, γίνονται πολύ συχνά μάρτυρες περιστατικών τα οποία ενώ θα μπορούσαν να είχαν επιλυθεί μεταξύ των εμπλεκόμενων, απολήγουν στη χρήση ηθελημένης βίας, παραπέμποντας σε αρχέγονα πάθη και ζωώδη ένστικτα, γεγονός το οποίο καθιστά αναγκαία την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, προς πάταξη του φαινομένου αυτού. Αντιλαμβανόμαστε, βεβαίως, τη φιλική σχέση που υπήρχε μεταξύ θύματος και Κατηγορούμενου, η οποία έφθασε μέχρι του σημείου να δανείσει ο Κατηγορούμενος στον Παραπονούμενο και κάποιο χρηματικό ποσό, καθώς και τη δύσκολη οικονομική κατάσταση στην οποία ευρίσκετο. Σε συνδυασμό με την εντύπωση που απεκόμισε ότι το θύμα ευθυνόταν για την απόλυση του την ίδια μέρα. Απόλυση η οποία προφανώς θα ενέτεινε τις οικονομικές του δυσκολίες και η οποία προφανώς προκάλεσε κάποια φόρτιση στον ίδιο. Παρά όμως την κατανόηση του Δικαστηρίου σε σχέση με τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει, υποδεικνύουμε πως η δύσκολη οικονομική κατάσταση του δεν δικαιολογούσε την καταφυγή στη βία, υπό τη μορφή μάλιστα που έλαβε στην προκειμένη περίπτωση, με τη χρήση ενός επικίνδυνου οργάνου, μετά μάλιστα που παρήλθε και σημαντικός χρόνος από τότε που επεσυνέβη το συμβάν το πρωί της ίδιας μέρας. Ως προς την έκταση της προκληθείσας βλάβης, σημειώνουμε ότι παρά το ότι η παρούσα περίπτωση δεν εντάσσεται στις σοβαρότερες περιπτώσεις αυτού του είδους, εντούτοις, όπως και ο ίδιος ο συνήγορος του κατηγορούμενου αναγνώρισε, οι προκληθείσες βλάβες δεν ήταν αμελητέες. Η προηγηθείσα διαπίστωση της σοβαρότητας του αδικήματος και της παράλληλης ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικής ποινής, δεν εξουδετερώνει την ανάγκη για εξατομίκευση της με σκοπό να αρμόζει στις ιδιαίτερες περιστάσεις του Κατηγορούμενου και της υπόθεσης. Η εξατομίκευση όμως αυτή δεν μπορεί να οδηγήσει σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος, σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, όπου αναμένεται επιβολή αποτρεπτικής ποινής ένεκα της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξη αδικημάτων αυτής της φύσης, αλλά και της εγγενούς σοβαρότητάς τους. Στο πλαίσιο της εξατομίκευσης και προς όφελος του Κατηγορούμενου, λαμβάνουμε υπόψη κατ' αρχάς το λευκό του ποινικό μητρώο, ως ένδειξη της τάσης του ως προς την τήρηση των νόμων, αλλά και ως ενδεικτικό του ότι πράγματι φαίνεται να πρόκειται για ένα μεμονωμένο περιστατικό, μολονότι αρκετά σοβαρό. Επιπλέον, σημειώνουμε τη συνεργασία του με την Αστυνομία κατά το ανακριτικό στάδιο, την ομολογία του, καθώς και την παραδοχή του στο Δικαστήριο αμέσως μετά την τροποποίηση του κατηγορητηρίου και την προσθήκη της κατηγορίας 5, παραδοχή την οποίαν υπό τις περιστάσεις αυτές θεωρούμε άμεση. Με αυτήν δε έχει εξοικονομηθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος και συνεπώς θεωρούμε πως δικαιολογεί σημαντική έκπτωση στην ποινή, κατ' εφαρμογή της σχετικής νομολογίας και αναφερόμαστε στη Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28. Η συνεργασία του Κατηγορούμενου με την Αστυνομία, η ομολογία του και η παραδοχή του στο Δικαστήριο, θεωρούμε πως καταδεικνύουν και τη μεταμέλεια του, την οποίαν προσμετρούμε ως επιπρόσθετο ελαφρυντικό, ενώ επιπλέον έχουμε κατά νου και το γεγονός που λέχθηκε, χωρίς να αμφισβητηθεί, ότι δηλαδή ο Παραπονούμενος έχει συγχωρέσει τον κατηγορούμενο και έχει αναφέρει πλέον ότι δεν έχει παράπονο εναντίον του, ούτε και επιθυμεί τη δίωξη του. Περιπλέον, λαμβάνουμε υπόψη και τις περιστάσεις υπό τις οποίες διέπραξε τα αδικήματα και ειδικότερα τη φιλική σχέση μεταξύ των δύο, τη δύσκολη του οικονομική θέση, καθώς και την έκταση των βλαβών, ως αναλύθηκαν ανωτέρω. Σημειώνουμε, επίσης, πως από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μας δεν προκύπτει η ύπαρξη καταλοίπων στο θύμα. Τέλος, προς όφελος του λαμβάνουμε υπόψη το σύνολο των προσωπικών του περιστάσεων, ως αυτές αναφέρονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ως περαιτέρω αναλύθηκαν από τον συνήγορο του. Συγκεκριμένα, λαμβάνουμε υπόψη πως πρόκειται για άτομο ηλικίας 21 ετών, άγαμο και άτεκνο, ο οποίος κατάγεται από την Αίγυπτο και προέρχεται από πενταμελή οικογένεια. Επίσης, σημειώνουμε πως ο ίδιος ολοκλήρωσε τη φοίτησή του σε τεχνικό σχολείο στη χώρα του, με κατεύθυνση στις αγροτικές εργασίες και πριν αφιχθεί στην Κύπρο εργαζόταν σε χωράφια και οικοδομές. Ήρθε στην Κύπρο για σκοπούς εργασίας και με σκοπό να ενισχύσει οικονομικά την οικογένεια του, ενώ δεν αναφέρεται ιστορικό εθισμού ή κατάχρησης αλκοόλ ή άλλων εξαρτησιογόνων ουσιών. Αναφέρονται όμως αναπνευστικά προβλήματα, τα οποία έχουν επιδεινωθεί κατά τη διάρκεια της κράτησης του λόγω του αυξημένου άγχους του, εν όψει του εγκλεισμού του, τα οποία και λαμβάνουμε υπόψη σε συνάρτηση με το γενικότερο άγχος και αγωνία που ο ίδιος βιώνει αναμένοντας την έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Επιπλέον, ιδιαίτερη έμφαση δίδουμε στο νεαρό της ηλικίας του Κατηγορούμενου, αφού σύμφωνα και με τη σχετική νομολογία η επιβολή στερητικής της ελευθερίας ποινής πρέπει να αποφεύγεται σε νεαρούς παραβάτες, εκτός εάν είναι επιβεβλημένη, με τον στόχο της αναμόρφωσης να αποτελεί σημαντικό στοιχείο στην επιβολή της ποινής. Από την άλλη όμως, το νεαρό της ηλικίας του Κατηγορούμενου δεν αποτελεί πάντοτε παράγοντα που επηρεάζει από μόνος του το είδος της ποινής. Συνεκτιμάται και αυτός με όλους τους άλλους σχετικούς παράγοντες (βλ. Φανάρας ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 50). Όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής. Δεν είναι όμως τέτοιας έκτασης, που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος όπως την περιγράψαμε. Συνεκτιμώντας, λοιπόν, όλα τα δεδομένα που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη, αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, κρίνουμε ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης και τούτο έχοντας πάντα κατά νου ότι τέτοια ποινή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής και ειδικά ότι για νεαρά άτομα δεν πρέπει να επιβάλλεται τέτοια ποινή, εκτός εάν όλα τα άλλα είδη ποινής θεωρούνται ακατάλληλα. Στην προκειμένη, κατά την κρίση μας οποιεσδήποτε άλλες ποινές δεν θα εξυπηρετούσαν τους σκοπούς του νόμου και θα έστελναν λανθασμένα μηνύματα σε άλλους, επίδοξους παραβάτες. Καταληκτικά, επιβάλλουμε στην κατηγορία 5 ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Προχωρώντας τώρα να εξετάσουμε την εισήγηση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου για αναστολή της ποινής, σημειώνουμε με αναφορά στη νομολογία (βλ. Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930) πως το βασικό ερώτημα που τίθεται στο στάδιο αυτό, είναι κατά πόσο ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσαν ή θα έπρεπε οι παράγοντες αυτοί να επενεργήσουν κατά τρόπο που να δικαιολογεί το να δοθεί στον κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Το Δικαστήριο εξετάζει εκ νέου τις συνθήκες διάπραξης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, αποδίδοντας διπλή βαρύτητα σε όλους τους σχετικούς παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν την απόφασή του. Υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, θεωρούμε, έχοντας επανεξετάσει και ξαναζυγίσει όλους τους παράγοντες σύμφωνα με το επιβαλλόμενο καθήκον, πως η αναστολή της επιβληθείσας ποινής θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα σε ό,τι αφορά την ποινική μεταχείριση επίδοξων παραβατών και ταυτόχρονα θα έπληττε την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου και θα αποδυνάμωνε τον αποτρεπτικό χαρακτήρα των ποινών, που θα πρέπει να επιβάλλονται σε αδικήματα αυτής της φύσης. Ως εκ τούτου, η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί θα είναι άμεση και στη βάση του άρθρου 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Kεφ.155, να μειωθεί κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τελούσε σε προφυλάκιση, ήτοι από 29.9.22. Τα παρειακά επιχρίσματα, οι δειγματοληψίες και ο σιδερένιος σωλήνας να κατασχεθούν και να καταστραφούν. Τα ρούχα και τα ακουστικά να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους τους. Το usb με διακριτικά Γ.Μ.14 να παραμείνει στον φάκελο της Αστυνομίας. (Υπ.) Χ. Β. Χαραλάμπους Π.Ε.Δ. (Υπ.) Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ. (Υπ.) Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.