ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Chand κ.α., Ποιν. Υπόθεση: 20989/21, 24/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2023:14 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Χ. B. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ. Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Ποιν. Υπόθεση: 20989/21 Δημοκρατία ν.
- ΧΧΧ Chand
- ΧΧΧ Singh
- ΧΧΧ Miah Κατηγορουμένων 24 Μαΐου 2023 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπουή για Γενικόν Εισαγγελέα Για Κατηγορούμενο 1: κα Ι. Ιωάννου Κατηγορούμενος 1 παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Εκ πρώτης όψεως υπόθεση) Μετά τις παραδοχές άλλων κατηγορουμένων η παρούσα προχώρησε σε ακρόαση μόνο για τον Κατηγορούμενο 1 ο οποίος αντιμετωπίζει κατηγορίες για: § Συνωμοσία προς υποβοήθηση παράνομης εισόδου, διέλευσης και παραμονής αλλοδαπών στη Δημοκρατία κατά παράβαση του Π.Κ.371 (κατηγορία 1). § Εκ προθέσεως και με σκοπό το κέρδος υποβοήθηση αλλοδαπού να διέλθει παράνομα του εδάφους της Δημοκρατίας κατά παράβαση άρθρων του Κεφ.105 (κατηγορία 2). § Εκ προθέσεως και με σκοπό το οικονομικό όφελος διακίνηση λαθραία στη Δημοκρατία μετανάστη κατά παράβαση άρθρων της Σύμβασης του Ο.Η.Ε. και του Πρωτοκόλλου, που κυρώθηκαν με τον Ν.11(ΙΙΙ)/03 (κατηγορία 3). § Συνδρομή σε απαγορευμένο μετανάστη όπως παραμείνει στη Δημοκρατία κατά παράβαση άρθρων του Κεφ.105 (κατηγορία 9). Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεση της η Δημοκρατία κάλεσε έξι μάρτυρες και συγκεκριμένα τους Μ.1, 2, 3, 6, 7 και 10 επί του κατηγορητηρίου οι οποίοι κατέθεσαν ως Μ.Κ.1 έως Μ.Κ.
- Με εξαίρεση τον Μ.Κ.4 οι υπόλοιποι υιοθέτησαν τις γραπτές καταθέσεις τους ή εκθέσεις κατά σειράν ως Έγγραφα Α έως Ε ενώ διάφορα άλλα έγγραφα παρουσιάστηκαν ως Τεκμήρια 1 έως
- Η υπόθεση προέκυψε στις 14.12.21 μετά που πολίτες, κάτοικοι οικίας πλησίον της Πράσινης Γραμμής στη Δένεια κατόπιν διαφόρων παρατηρήσεων τους θεώρησαν ύποπτο το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος 1 και το σταμάτησαν, είδαν τρεις εκ των επιβατών να φεύγουν τρέχοντας, οπότε περιόρισαν τον Κατηγορούμενο 1 και τον συνοδηγό, καλώντας παράλληλα την Αστυνομία. Ο Μ.Κ.1 αστυφύλακας Α.Χ. στο Έγγραφο Α αναφέρει μεταξύ άλλων πως έφτασε στη σκηνή στις 21:00', είδε το ανακοπέν όχημα υπ' αρ. ΝΧ.83, διαπίστωσε τις ταυτότητες του Κατηγορούμενου 1 και του συνοδηγού και αφού έλαβε γραπτή συγκατάθεση από τον Κατηγορούμενο 1 προχώρησε σε έρευνα του αυτοκινήτου του, οπότε εντόπισε στον χώρο αποσκευών («πορτ μπαγκάζ») τον Κατηγορούμενο 3, για τον οποίο από εξετάσεις διαπίστωσε ότι είχε εισέλθει παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας. Την επόμενη μέρα βάσει δικαστικών ενταλμάτων συνέλαβε και τους τρεις πιο πάνω και κατόπιν επίστησης απάντησαν όλοι «ΟΚ sir». Σε ανακριτική του κατάθεση ο Κατηγορούμενος 3 (Τεκμήριο 5) είχε αναφέρει πως είχε πληρώσει €300 σε πρόσωπο στα Κατεχόμενα ούτως ώστε να τον βοηθήσει να εισέλθει στις Ελεύθερες Περιοχές. Σε δική του ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 6) ο Κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι παίρνει κάποιους φίλους του με το αυτοκίνητο που ενοικιάζει και χρησιμοποιεί ως ταξί του δίνουν κάποια χρήματα, ότι ο συνοδηγός G.P. του ζήτησε να παραλάβουν τρία άτομα από τη Δένεια και ότι συμφώνησε με τον συνοδηγό (τον G.P.) όπως για τις υπηρεσίες του λάβει το πόσο των €50 και για περαιτέρω υπηρεσίες που θα παρείχε θα λάμβανε επιπρόσθετο ποσό. Στη συνέχεια εξηγεί τις ενέργειες τους μέχρι την παραλαβή τεσσάρων ατόμων από σημείο στη Δένεια. Στην κυρίως εξέταση του ο Μ.Κ.1 προσέθεσε πως όταν εντόπισε τον Κατηγορούμενο 3 στον χώρο αποσκευών, εκείνος του ανέφερε πως ερχόταν από την άλλη πλευρά («I coming from other side»). Για το θέμα της συγκατάθεσης προς έρευνα του αυτοκινήτου είπε πως εξηγήθηκε με τον Κατηγορούμενο 1 ο αστυφύλακας Μ.Χ. (Μ.Κ.4). Αρνήθηκε ότι το έντυπο το συμπλήρωσαν αργότερα στον Σταθμό Κοκκινοτριμιθιάς ή ότι δεν ρώτησαν καν τον Κατηγορούμενο 1 αν συγκατατίθετο στην έρευνα. Ο Μ.Κ.2 (Α.Α.Μ.) στο Έγγραφο Β αναφέρει μεταξύ άλλων ότι είναι ιδιοκτήτης γραφείου ενοικιάσεως αυτοκινήτων, ότι στις 5.10.21 ενοικίασε το υπ' αρ. ΝΧ.83 αυτοκίνητο στον Κατηγορούμενο 1 για ένα μήνα έναντι €400 που εισέπραξε σε μετρητά, ότι το απόγευμα της ίδιας μέρας ο Κατηγορούμενος 1 του ζήτησε μεγαλύτερο αυτοκίνητο αλλά δεν υπήρχε διαθέσιμο οπότε ζήτησε ενοικίαση για τρεις μήνες του πιο πάνω οχήματος μέχρι τις 5.1.22 έναντι €1.200, το οποίο πληρώθηκε σε δόσεις (Τεκμήρια 9, 10). Η Μ.Κ.3 (Α.Α.Χ.) στο Έγγραφο Γ αναφέρει ότι είναι λειτουργός υποστήριξης για θέματα μετανάστευσης στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (ΤΑΠΜ) και εξηγεί τις περιστάσεις εισόδου στη Δημοκρατία του Κατηγορούμενου 1 και του Μ.5, καθώς και το καθεστώς παραμονής τους ενώ για τον Κατηγορούμενο 3 αναφέρει ότι δεν εντοπίζετο οποιαδήποτε σχετική πληροφορία στο σύστημα του ΤΑΠΜ. Ο Μ.Κ.4 αστυφύλακας Μ.Χ. ανέφερε ότι είχε επισκεφθεί τη σκηνή με τον Μ.Κ.1 προς βοήθεια του. Κατά τη μαρτυρία του αναφέρθηκε και αυτός στα όσα αντιλήφθηκε όταν έφτασαν εκεί το βράδυ της 14.12.21 και στις ενέργειες τους, μεταξύ των οποίων η εξασφάλιση συγκατάθεσης από τον Κατηγορούμενο 1 για έρευνα του αυτοκινήτου, με τη μεσολάβηση του ιδίου ο οποίος μιλούσε στα αγγλικά και εξηγούσε στον Κατηγορούμενο
- Αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε στις δικές του ενέργειες από τη στιγμή που έφτασε στη σκηνή, τονίζοντας μεταξύ άλλων ότι ο ίδιος αφού ενημερώθηκαν και άκουσε από τον Μ.Κ.1 ότι έπρεπε να ερευνήσουν το όχημα, μίλησε με τον οδηγό (τον Κατηγορούμενο 1) ενόσω ο Μ.Κ.1 ετοίμαζε τη συγκατάθεση, την οποία υπέγραψε ο Κατηγορούμενος
- Αρνήθηκε ότι η συγκατάθεση για έρευνα εξασφαλίστηκε αργότερα στον Αστυνομικό Σταθμό Κοκκινοτριμιθιάς. Ήταν η θέση του ότι υπέγραψε οικειοθελώς στη σκηνή στη Δένεια. Ο Μ.Κ.5 (Κ.Κ.) στο Έγγραφο Δ ανέφερε μεταξύ άλλων ότι κατοικεί στη Δένεια στο προτελευταίο σπίτι πριν την Πράσινη Γραμμή, ότι στις 14.12.21 το βράδυ είδε το αυτοκίνητο ΝΧ.83 να κινείται ύποπτα, ότι το ακολούθησε και όταν αργότερα το είδαν να κινείται ξανά προς την πράσινη Γραμμή και να επιστρέφει, το ανέκοψαν αυτός με μέλη της οικογένειας του. Αμέσως είδαν τρία άτομα να αποβιβάζονται και να εξαφανίζονται τρέχοντας ενώ κατάφεραν να περιορίσουν επιτόπου τον οδηγό και συνοδηγό μέχρι που έφθασε η Αστυνομία την οποία είχαν καλέσει. Αντεξεταζόμενος έδωσε λεπτομέρειες για τα όσα είδαν, τις κινήσεις τους και τις ενέργειες αυτού, μελών της οικογένειας του και της Αστυνομίας. Η Μ.Κ.6 (Μ.Κ.) στο Έγγραφο Ε ανέφερε μεταξύ άλλων ότι κατοικεί στην ίδια διεύθυνση που είχε αναφέρει και ο πατέρας της (Μ.Κ.5) και περιέγραψε τα όσα είχε αντιληφθεί στις 14.12.21 το βράδυ όταν αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο υπ' αρ. εγγραφής ΝΧ.83 να κινείται ύποπτα έξω από το σπίτι τους. Εξήγησε μεταξύ άλλων ότι παρακολούθησε το όχημα σε κάποιες διακινήσεις του και αργότερα ενημέρωσε τους γονείς και τα αδέλφια της που διαμένουν στο ισόγειο, οπότε ανέκοψαν το όχημα (τοποθετώντας κάλαθο σκουπιδιών και άλλο όχημα στον δρόμο) και ενημέρωσαν την Αστυνομία. Παρομοίως κατά την προφορική της μαρτυρία απάντησε σε διάφορες ερωτήσεις επεξηγώντας όσα ανέφερε γραπτώς και δίδοντας λεπτομέρειες για τις κινήσεις της και τα όσα είδε. Εισήγηση Υπεράσπισης Εκ μέρους του Κατηγορούμενου 1 η κα Ιωάννου εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του υποστηρίζοντας ότι:
(1)Το Δικαστήριο θα πρέπει να αναθεωρήσει την κρίση του ως προς την αποδεκτότητα ενοχοποιητικής μαρτυρίας (και δη της συγκατάθεσης για έρευνα), διότι αυτή λήφθηκε παράνομα και κατά παράβαση συνταγματικών δικαιωμάτων του Κατηγορούμενου 1, οπότε θα οδηγηθεί αναπόδραστα στην αθώωση του Κατηγορούμενου 1.
(2)Εν πάση περιπτώσει ακόμα και αν το δικαστήριο θεωρήσει αποδεκτή (την εν λόγω μαρτυρία), αυτή είναι τόσο αντινομική επειδή η γραπτή συγκατάθεση δόθηκε κατά παράβαση συνταγματικών δικαιωμάτων, που δεν μπορεί να οδηγήσει σε καταδίκη του Κατηγορούμενου 1 και συγκεκριμένα επειδή δεν ενημερώθηκε ο Κατηγορούμενος 1 αφενός για το δικαίωμα άρνησης στην παροχή συγκατάθεσης και αφετέρου για τις συνέπειες της συναίνεσης σε έρευνα. Στη συνέχεια εγείρει και άλλα ζητήματα παραβίασης συνταγματικών δικαιωμάτων και συγκεκριμένα τον περιορισμό του Κατηγορούμενου 1 στη σκηνή υπό συνθήκες που ομοίαζαν με σύλληψη, (ενώ δεν τελούσε υπό σύλληψη), το ότι το όχημα του μεταφέρθηκε στον Σταθμό από αστυνομικό, καθώς και τον περιορισμό του στον Σταθμό μέχρι την ώρα της σύλληψης βάσει εντάλματος.
(3)Απουσιάζουν συστατικά στοιχεία των αδικημάτων.
(4)Στα πλαίσια της εισήγησης για μη συνδρομή των νομολογιακών προϋποθέσεων η κα Ιωάννου ενέταξε και την εισήγηση της ότι σε σχέση με την Κατηγορία 1 (της συνωμοσίας) προκύπτει πολλαπλότητα της από τον τρόπο με τον οποίο διατυπώθηκαν οι λεπτομέρειες της. Νομική Πτυχή Σε σχέση με τη νομική πτυχή του παρόντος σταδίου πολύ πρόσφατα το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Fowles v. Λ.Μ.G. κ.ά., Ποιν. Έφ. 57/22, ημερ. 8.5.23 συνόψισε τις σχετικές αρχές ως εξής: «Όπως είναι νομολογιακά καθιερωμένο, η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση, δικαιολογείται μόνο ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. In Re Kakos
(1985)1 CLR 250). To ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, είναι σχετικό: «To δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police,
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου.»» Στην παλαιότερη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Δράκου κ.ά.
(2012)2 Α.Α.Δ.851 (απόφαση πλειοψηφίας της Ολομέλειας) το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε τα εξής ουσιώδη: Επακριβέστερη διατύπωση των αρχών βρίσκεται στην R. v. Galbraith [1981] 2 All ER 1060 (σελ. 1062), η οποία συνιστά και την κλασσική θέση τους: «How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
- a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
- b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury.» Η υιοθέτηση της Galbraith στην Κυπριακή νομολογία (Azinas a.o. v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Παναγιώτου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191) την καθιστά και εδώ την κατ' εξοχή καθοδηγητική αυθεντία. Να τονίσουμε τα λεχθέντα στη Χριστοδούλου (σ. 145): «Δεν προβαίνει ο δικαστής στο στάδιο εκείνο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφασή του περιορίζεται, όπως αναφέραμε, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα.» Και τα λεχθέντα στην Παναγιώτου (σ. 196): «Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί.» (έμφαση δοθείσα) Τα προηγηθέντα συνάδουν πλήρως και με τη μη αναγκαιότητα εκτενούς αιτιολογίας στην περίπτωση συνδρομής των σχετικών προϋποθέσεων. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Mariano κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2015)2(Β) Α.Α.Δ.808: «Δεν βλέπουμε οτιδήποτε το μεμπτό στο συνοπτικό τρόπο που αιτιολογήθηκε η απόφαση του δικαστηρίου. Αποτελεί συνήθη πρακτική των δικαστηρίων, όταν ικανοποιηθούν ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση να αιτιολογούν συνοπτικά την απόφασή τους, αποφεύγοντας έτσι - και ορθά - να υπεισέλθουν σε πρόωρη ανάλυση της μαρτυρίας, ενόψει της συνέχισης της δίκης (βλ. Παναγιώτου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ.191).» Α. Πολλαπλότητα Κατηγορίας Αρ.1 Στην παρούσα περίπτωση ως θέμα λογικής προτεραιότητας προέχει η εξέταση της εισήγησης για πολλαπλότητα της κατηγορίας 1 (συνωμοσία). Η εισήγηση της κας Ιωάννου είναι ότι στη βάση των όσων έχουν λεχθεί στην υπόθεση Nawaz κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 56/21, ημερ. 4.5.22, υπάρχει πολλαπλότητα διότι στις λεπτομέρειες της κατηγορίας 1 ο Κατηγορούμενος 1 με το τρίτο πρόσωπο φέρονται να συνωμότησαν να διαπράξουν όχι ένα αλλά τρία αδικήματα, ήτοι (
- i)της υποβοήθησης προς παράνομη είσοδο, (
- ii)της διέλευσης και (iii) της παραμονής, τα οποία τρία αδικήματα διαφοροποιούνται και ποινικοποιούν διαφορετική παράνομη πράξη. Έχουμε υπόψιν τα όσα λέχθηκαν στην πιο πάνω υπόθεση. Πράγματι για ακριβώς όμοια κατηγορία το Ανώτατο Δικαστήριο εξέφρασε τη θέση ότι επειδή συνωμότησαν να διαπράξουν όχι ένα αδίκημα αλλά τρία «[Ε]πρόκειτο περί πολλαπλότητας». Είναι όμως προφανές ότι δεν εξετάστηκε ούτε αναλύθηκε ιδιαίτερα το ζήτημα, δεδομένου ότι αφορούσε κατηγορία για την οποία οι κατηγορούμενοι εκεί είχαν απαλλαγεί στο εκ πρώτης όψεως στάδιο (ενώ η έφεση αφορούσε την καταδίκη σε άλλες κατηγορίες). Στην πραγματικότητα επρόκειτο για λεχθέντα εν παρόδω (obiter dicta). Άλλωστε στο σύγγραμμα Archbold 2000, §33-9 (σελ..2651) εντοπίζουμε τα ακόλουθα: «Agreement to commit more than one offence The offence of conspiracy may consist of an agreement to commit more than one offence, being offences of the same or a different type .................................... see R. v. Siracusa, 90 Cr.App.R. 340, CA (post, 33-15). Where it is alleged that the agreement is one to pursue a course of conduct which embraces the commission of more than one offence, each offence probably constitutes an essential element of the conspiracy so that, unless the prosecution prove that the conspiracy extends to all the offences alleged, the charge would not be made out: R. v. Roberts and others [1998] 1 Cr. App.R. 441, CA.» Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003, §A6.12 (σελ.89) αναφέρεται ακόμα σαφέστερα πως: «A single agreement (and a single count of conspiracy) may embrace conduct involving several offences, without being bad for duplicity.» Είναι δε εντελώς διαφορετικό θέμα το ότι, ως αναφέρεται, θα ήταν καλή πρακτική σε τέτοια περίπτωση ο διαχωρισμός σε μια ή περισσότερες κατηγορίες. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας και για τους πιο πάνω λόγους δεν συμφωνούμε ότι τίθεται θέμα πολλαπλότητας για την κατηγορία 1. Β. Προσφερθείσα Μαρτυρία Όσον αφορά την προσφερθείσα μαρτυρία, όπως έχει ήδη διαφανεί, η εισήγηση της υπεράσπισης διαχωρίζεται μεν σε δύο σκέλη πλην όμως στην πραγματικότητα αυτή εδράζεται στην ίδια βάση, ήτοι σε αυτή της παράβασης συνταγματικών δικαιωμάτων. Το πρώτο σκέλος αποτελεί η εισήγηση της κας Ιωάννου ότι το δικαστήριο δύναται και πρέπει να αναθεωρήσει την κρίση του για τη δεκτότητα μαρτυρίας η οποία είναι ενοχοποιητική. Με αυτό εννοεί τη φερόμενη ως γραπτή συγκατάθεση του Κατηγορουμένου 1 για τη διεξαχθείσα έρευνα στο αυτοκίνητο υπ' αρ. ΝΧ.83. Κατ' αρχάς θα συμφωνήσουμε ότι υπάρχει ευχέρεια και το δικαστήριο πράγματι δύναται να αναθεωρήσει την κρίση του για τη δεκτότητα μαρτυρίας π.χ. μιας ομολογίας, η οποία και προσεγγίζεται όχι μόνο με βάση την αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχει αλλά και σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία η οποία γίνεται αποδεκτή κατά την κυρίως δίκη και ιδίως με τα όποια δεδομένα και μαρτυρία προκύπτουν αργότερα, μετά τη δίκη εντός δίκης και μετά την αποδοχή της επίμαχης ομολογίας ή άλλης μαρτυρίας κατ' αναλογίαν (βλ. «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Ηλιάδης και Σάντης 2014, σελ.909). Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Ρουβήμ ν. Laiki Cyprialife Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ.1300: «Το δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια αναθεώρησης ενδιάμεσων αποφάσεων του σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, εφόσον βέβαια τεθούν υπόψη του στοιχεία που δικαιολογούν τέτοια ενέργεια. Το καθήκον του δικαστηρίου να αποφασίζει επί νόμιμα αποδεκτής μαρτυρίας, αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα που θέλει το δικαστήριο να μην ενεργεί ως εφετείο του εαυτού του. Το δικαστήριο έχει καθήκον να αναψηλαφήσει το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και να καταλήξει σε ευρήματα και συμπεράσματα στη βάση νόμιμα αποδεκτής μαρτυρίας.» Στην παρούσα περίπτωση η πρωταρχική θέση της υπεράσπισης, η οποία επαναλαμβάνεται και στην αγόρευση (σελ.11,22) είναι πως η επίμαχη γραπτή συγκατάθεση Τεκμήριο 1, για την οποία και ζητείται αναθεώρηση δεκτότητας, «δεν υπεγράφη κατά την επίδικη στιγμή στη Δένεια αλλά σε μεταγενέστερο χρόνο και τόπο, ήτοι στον Σταθμό Κοκκινοτριμιθιάς και χρονικά μετά την μετάβαση του Κατηγορούμενου στον Αστυνομικό Σταθμό». Ας σημειωθεί πως αυτή ήταν η θέση και όταν προσκομίστηκε το συγκεκριμένο έγγραφο στο Δικαστήριο. Υπήρχε διαφωνία στον χρόνο υπογραφής του, η οποία διαφωνία και εξακολουθεί να υπάρχει. Είναι σαφές πως δεν υπήρξε άλλη εξέλιξη ή νεότερο στοιχείο, το οποίο επιβάλλει τώρα, σε ένα τέτοιο ενδιάμεσο στάδιο, αναθεώρηση της απόφασης μας για αποδοχή, λαμβανομένου υπόψιν πως δεν τίθεται θέμα υπογραφής της. Είναι δε αυτονόητο πως εάν εν τέλει, μετά την τελική αξιολόγηση, δεν γίνει δεκτή η θέση της Κατηγορούσας Αρχής (ότι υπεγράφη πριν την έρευνα στο όχημα στη σκηνή) τότε θα σημαίνει πως η έρευνα προχώρησε πριν την εξασφάλιση συγκατάθεσης. Κάτι τέτοιο όμως προϋποθέτει ασφαλώς αξιολόγηση της μαρτυρίας και σίγουρα δεν είναι δυνατό να γίνει σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο. Παρομοίως και οι υπόλοιπες εναλλακτικές εισηγήσεις ότι σε κάθε περίπτωση δεν είναι έγκυρη διότι δεν επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα στον κατηγορούμενο 1 και πάλι δεν θα έχουν σημασία εάν το εύρημα είναι ότι υπεγράφη μετά τη διεξαγωγή της έρευνας. Σε κάθε περίπτωση και πάλι αυτό το θέμα προϋποθέτει αξιολόγηση μαρτυρίας. Το δεύτερο σκέλος της εισήγησης έχει ως πυρήνα και πάλι το ίδιο θέμα. Η κα Ιωάννου δεν προέβαλε άλλες πτυχές της μαρτυρίας ως περιέχουσες τέτοιες αντιφάσεις ή ως να είναι σε τέτοιο βαθμό μη πειστικές που να έπρεπε να ανακοπεί η υπόθεση σε ένα τέτοιο στάδιο. Προέβαλε πως ακόμα και αν δεν αναθεωρήσουμε τώρα την απόφαση μας, πρέπει να δεχθούμε ότι υπήρξε παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων κατά την εξασφάλιση της (ήτοι των δικαιωμάτων ενημέρωσης) οπότε με τον αποκλεισμό της συγκατάθεσης θα πρέπει να οδηγηθούμε σε αθώωση ελλείψει μαρτυρίας. Σημειώνουμε πως το ζήτημα αυτό, της εισήγησης περί «παρανόμως κτηθείσας μαρτυρίας» προβάλλεται από την υπεράσπιση σε σχέση με κάθε κατηγορία. Εν ολίγοις η κα Ιωάννου με το πρώτο σκέλος μας καλεί να αποκλείσουμε τη συγκατάθεση επί τω ότι έγινε σε άλλο χρόνο και τόπο αλλά εάν δεν γίνει αυτό μας καλεί με το δεύτερο σκέλος να την αποκλείσουμε επειδή ακόμα και αν έγινε στη σκηνή έχει παραβιάσει δικαιώματα ενημέρωσης. Πέραν του ότι αυτό το δεύτερο σκέλος προϋποθέτει κρίση για το πρώτο σκέλος της εισήγησης, θα πρέπει να υποδείξουμε πως και πάλι τίθεται ζήτημα και απαιτείται αξιολόγηση μαρτυρίας στη βάση της οποίας θα εξαχθούν ευρήματα, απαραίτητα για την κρίση του θέματος τόσο από πλευράς διαδραματισθέντων όσο και από νομικής πλευράς στη συνέχεια βάσει αυτών των ευρημάτων. Θα πρέπει επίσης να πούμε πως η εισήγηση ότι χωρίς τη συγκατάθεση ελλείπει οποιαδήποτε μαρτυρία παραγνωρίζει ενδεχομένως αφενός όλη την υπόλοιπη μαρτυρία για γεγονότα που έχουν προηγηθεί, όπως των Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 (οι οποίοι πρέπει να αξιολογηθούν) και αφετέρου την πιθανή εμπλοκή και άλλων νομοθετικών προνοιών οι οποίες σχετίζονται με την εξουσία της Αστυνομίας για έρευνα μεταφορικού μέσου (π.χ. το άρθρο 28 του περί Αστυνομίας Ν.73(Ι)/04). Γ. Συστατικά Στοιχεία Αδικημάτων Αποτέλεσε τέλος εισήγηση της κας Ιωάννου ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία για να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. (α) Κατηγορία 1 Σε σχέση με την κατηγορία 1 είπε η κα Ιωάννου πως δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη οποιασδήποτε σύνδεσης του Κατηγορούμενου 1 με άλλο πρόσωπο και δη συμφωνίας του Κατηγορούμενου 1 με τρίτο πρόσωπο. Παρατηρούμε ότι η κατηγορία 1 στηρίζεται στο Π.Κ.371 και ότι για να στοιχειοθετηθεί θα πρέπει να καταδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος 1 § Συνωμότησε με άλλον § Να διαπράξουν κακούργημα Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ.633 το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία[1]. Το κατά πόσον οι συνωμότες μετάνιωσαν, σταμάτησαν, παρεμποδίστηκαν, απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν τον σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο[2]. Είναι χωρίς σημασία το κατά πόσο αυτό που τελικά πραγματοποιείται διαφέρει από αυτά που είχαν συμφωνηθεί. Το actus reus της συνωμοσίας είναι λοιπόν η ίδια η συμφωνία, το δε mens rea της είναι η πρόθεση κοινής συμμετοχής στη διάπραξη της παράνομης πράξης[3]. Στη Λαζάρου (ανωτέρω) επισημάνθηκε, ακριβώς, ότι η συνωμοσία, εκτός της ύπαρξης συμφωνίας περιλαμβάνει και το στοιχείο της πρόθεσης (mens rea) και για τούτο η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ΄ ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό (αποδεικνυόμενης είτε με λόγια, είτε με άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους), αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδεικνύει την πρόθεση στη σκέψη καθενός κατ΄ ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό[4]. Σημειώνουμε ότι η πρόθεση δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα αναδύεται ως εξυπακουόμενο στοιχείο μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα και τα ευρήματα του Δικαστηρίου[5]. Στην παρούσα υπόθεση έχει προσκομιστεί η κατάθεση του Κατηγορούμενου 1 η οποία αναφέρεται στην προσέγγιση του από άλλο άτομο το οποίο του ζήτησε να παραλάβουν τρία πρόσωπα από τη Δένεια, στο ότι απεδέχθη και στο ότι παραλαμβάνοντας τρίτο άτομο από τον Άγιο Δομέτιο έφτασαν στη Δένεια, όπου μετά από κάποια αναμονή ή διακίνηση παρέλαβαν τέσσερα πρόσωπα με το αυτοκίνητο του και αναχώρησαν μέχρι που ανακόπηκαν από πολίτες. (β) Κατηγορίες 2 και 9 Σε σχέση με τις κατηγορίες 2 και 9 η κα Ιωάννου επανέλαβε τα όσα είχε αναφέρει σε σχέση με την εισήγηση της για παρανόμως ληφθείσα μαρτυρία, ήτοι τις θέσεις της σε σχέση με τη λήψη της συγκατάθεσης για έρευνα και τις συνθήκες περιορισμού του Κατηγορούμενου 1, εισηγούμενη ότι η κτηθείσα μαρτυρία αφενός στερείται πειστικότητας και αφετέρου ότι έχει μολυνθεί, οπότε κατά την άποψη της δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Σε σχέση με την εν λόγω εισήγηση της κας Ιωάννου επαναλαμβάνουμε τα όσα προηγουμένως αναφέραμε όσον αφορά την ανάγκη αξιολόγησης και τη δυνατότητα αναθεώρησης ενδιάμεσης απόφασης. Αναφορικά με τα συστατικά στοιχεία σημειώνουμε πως για να στοιχειοθετηθούν οι δύο αυτές κατηγορίες απαιτείται να καταδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος 1: Στην Κατηγορία 2 (Άρθρο 19Α του Κεφ.105) - Εκ προθέσεως - Με σκοπό την αποκόμιση κέρδους - Βοήθησε τον Κατηγορούμενο 3 - Να διέλθει το έδαφος της Δημοκρατίας - Παράνομα Στην Κατηγορία 9 (Άρθρο 19
(1)(ζ) του Κεφ.105) - Συνέδραμε - Απαγορευμένο μετανάστη - Να παραμείνει στη Δημοκρατία Σε σχέση με τα ζητήματα υποκειμενικής υπόστασης επαναλαμβάνουμε αυτό που αναφέραμε για τη συνωμοσία, ότι δηλαδή είναι δυνατή η απόδειξη τους μέσα από στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας σε περιπτώσεις που δεν εντοπίζεται άμεση μαρτυρία. Στην παρούσα θα συνεκτιμηθεί στο τέλος η όλη πορεία και δράση των εμπλεκομένων ως θα έχει διαπιστωθεί μέσα από την αξιολόγηση. Επισημαίνουμε επίσης πως το αδίκημα της κατηγορίας 2 βασίζεται και στο άρθρο 20 του Π.Κ. ενώ αυτό της κατηγορίας 9 συνιστά αφ' εαυτού αδίκημα συνδρομής στην ενέργεια άλλου προσώπου. Σε σχέση με το στοιχείο του σκοπού αποκόμισης οφέλους επισημαίνουμε ότι έχουν προσκομιστεί αφενός η κατάθεση του Κατηγορούμενου 1 για την αρχική αμοιβή, καθώς και την περαιτέρω πληρωμή για την αναμονή και αφετέρου η κατάθεση του Κατηγορούμενου 3 για χρήματα που κατέβαλε στις Κατεχόμενες Περιοχές για τη μεταφορά του στις Ελεύθερες Περιοχές. Σε σχέση με τη διέλευση του εδάφους και την παραμονή προσκομίστηκαν πέραν των πιο πάνω καταθέσεων και η μαρτυρία των Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6, καθώς και των δύο αστυφυλάκων Μ.Κ.1 και Μ.Κ.
- Για τα στοιχεία της παράνομης διέλευσης και του απαγορευμένου μετανάστη (άρθρο 6 του Κεφ.105) προσφέρθηκε η μαρτυρία της Μ.Κ.3, η οποία επίσης θα αξιολογηθεί. (γ) Κατηγορία 3 (Άρθρο 8 του Ν.ΙΙ(ΙΙΙ/03) Για την κατηγορία 3, της λαθραίας διακίνησης του Κατηγορούμενου 3, η κα Ιωάννου εισηγήθηκε ότι δεν προσφέρθηκε μαρτυρία ότι η μεταφορά έγινε με σκοπό την αποκόμιση οικονομικού οφέλους, επισημαίνοντας ειδικά πως ο Κατηγορούμενος 3 στην κατάθεση του (Τεκμήριο 6) δεν αναφέρει πουθενά τον Κατηγορούμενο 1, πόσω δε μάλλον ότι τον πλήρωσε ενώ αντιθέτως ανέφερε πως πριν αναχωρήσει από τα κατεχόμενα κατέβαλε σε άλλο πρόσωπο το ποσό των €
- Το αδίκημα στηρίζεται στο άρθρο 8 του κυρωτικού της Σύμβασης του ΟΗΕ κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος και Πρωτοκόλλων, ήτοι του Ν.ΙΙ(ΙΙΙ)/
- Το άρθρο 8 ποινικοποιεί κάθε εκ προθέσεως πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 6 του Πρωτοκόλλου κατά του Λαθρεμπορίου Μεταναστών διά Ξηράς, Θαλάσσης και Αέρος. Η κατηγορία 9 βασίζεται στο εδ.
(1)(α) του εν λόγω άρθρου 6 του Πρωτοκόλλου το οποίο για να στοιχειοθετηθεί θα πρέπει να καταδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος 1: - Εκ προθέσεως - Με σκοπό την αποκόμιση οφέλους - Εισήγαγε λαθραίως (smuggling) - Μετανάστη Έχουμε υπόψιν και τους ορισμούς του άρθρου 3(α), (β) του Πρωτοκόλλου, το οποίο επίσης περιλαμβάνεται στην έκθεση αδικήματος. Θεωρούμε ότι τα όσα έχουμε υποδείξει για τις κατηγορίες 2 και 9 αφορούν και τα συστατικά στοιχεία της κρινόμενης εδώ κατηγορίας 3, υπενθυμίζοντας παράλληλα ότι και αυτή στηρίζεται στο άρθρο 20 του Π.Κ. το οποίο ρυθμίζει την ποινική ευθύνη συμμετόχων ή συνεργών σε κάποιο αδίκημα. Κατάληξη Στην βάση όλων των πιο πάνω έχουμε την άποψη πως στην παρούσα περίπτωση (
- i)Έχει προσφερθεί μαρτυρία η οποία αναφέρεται στα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων και (
- ii)Η αντικειμενική και εκ πρώτης όψεως θεώρηση αυτής της μαρτυρίας δεν επιβεβαιώνει την εισήγηση ότι είναι τόσο ελλιπής ή τόσο αδύνατη ή ότι περιέχει θεμελιακές αντιφάσεις ή αναξιοπιστία ή εγγενή αντινομία, την οποία δεν θα μπορούσε να αντιπαρέλθει στο τέλος ένα λογικό νοητό δικαστήριο. Αντιθέτως έχουμε την άποψη ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και δη υπόθεση για να απαντηθεί και ως εκ τούτου καλούμε τον Κατηγορούμενο 1 να προβάλει την υπεράσπιση του. (Εξηγούνται στον Κατηγορούμενο 1 τα δικαιώματα του). (Υπ.) ............. Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. [1] Δέστε Eminiyet κ.α. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ 216 και Abolfaze Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 421 και Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice, 42η Έκδοση, παράγρ. 2-4 [2] Δέστε Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ 134. [3] Δέστε R. v. Nock
(1978)2 All E.R. 654 και Yip Chin - Cheung v. R, 99 Cr. App. Rep. 406, P.C. 410 [4] Δέστε R. v. Thompson 50 Cr. App. R.1. [5] Δέστε Στυλιανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 646. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο