← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. V.B. κ.α., Ποιν. Υπόθεση: 20869/21, 28/6/2023

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. V.B. κ.α., Ποιν. Υπόθεση: 20869/21, 28/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2023:16 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ. Μ. K. Λοΐζου, Ε.Δ. Ποιν. Υπόθεση: 20869/21 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ -v-

  1. V.B.
  2. C.C.C.
  3. V.P. Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 28 Ιουνίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ. Κυθραιώτου, για Γενικόν Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Α. Αναστασίου Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Σ. Αυγουστής Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Ρ. Βραχίμης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση επί κατηγορητηρίου το οποίο, ως έχει διαμορφωθεί μετά από αναστολές κάποιων κατηγοριών και προσθήκη άλλων, περιλαμβάνει συνολικά πλέον 12 κατηγορίες για διάφορα αδικήματα είτε βάσει του Ποινικού Κώδικoς είτε βάσει του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Ν.60(Ι)/14 είτε βάσει του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Ν.115(Ι)/
  4. Εξ αυτών των 12 κατηγοριών ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 2,6,9,10,11,14 και 15, ο Κατηγορούμενος 2 τις κατηγορίες 4, 12, 13 και ο Κατηγορούμενος 3 τις κατηγορίες 7 και 8, ως ακολούθως: Κατηγορούμενος 1 · Σεξουαλική Εκμετάλλευση Παιδιού (εμπορία) κατά παράβαση των άρθρων 11, 12 του Ν.60(Ι)/14 (κατηγορία 2). · Μαστροπεία κατά παράβαση του άρθρου 157 (β) του Π.Κ (κατηγορία 6). · Απειλή κατά παράβαση του άρθρου 91 Α του Π.Κ. (κατηγορία 9). · Κοινή Επίθεση κατά παράβαση του άρθρου 242 του Π.Κ. (κατηγορία 10). · Παρακράτηση Προσωπικών Εγγράφων κατά παράβαση του άρθρου 16 του Ν.60(Ι)/14 (κατηγορία 11). · Σεξουαλική Εκμετάλλευση Ενηλίκου (Στρατολόγηση) κατά παράβαση του άρθρου 9(ε) του Ν.60(Ι)/14 (κατηγορία 14). · Οικονομική βία κατά παράβαση των άρθρων 5(δ) και 8 του Ν.115(Ι)/21 (κατηγορία 15). Κατηγορούμενος 2 · Απόπειρα Βιασμού μεταξύ 1.10 και 2.10.21 κατά παράβαση του άρθρου 146 του Π.Κ. (κατηγορία 4). · Απόπειρα Βιασμού στις 16.10.21 κατά παράβαση του άρθρου 146 του Π.Κ. (κατηγορία 12). · Απειλή κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Π.Κ. (κατηγορία 13). Κατηγορούμενος 3 · Είσπραξη Υπηρεσιών Θύματος κατά παράβαση του άρθρου 17Α του Ν.60(Ι)/14 (κατηγορία 7). · Βιασμός στις 2.10.21 κατά παράβαση του άρθρου 144 του Π.Κ. (κατηγορία 8). Η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι ο Κατηγορούμενος 1 στις 9.9.21 μετέφερε την τότε ανήλικη Παραπονούμενη από τη Λάρνακα στη Λευκωσία με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευσή της (κατηγορία 2), ότι κατά τις επόμενες μέρες και μέχρι τις 2.10.21 της αποστέρησε τα αναγκαία μέσα με σκοπό να την εξαναγκάσει να προβεί σε σεξουαλική πράξη έναντι αμοιβής (κατηγορία 15), ότι μετά τις 15.9.21 που ενηλικιώθηκε και μέχρι τις 2.10.21 καταχρώμενος την ευάλωτη θέση της, τη στρατολόγησε και τη στέγασε με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευσή της (κατηγορία 14), ότι μεταξύ 1.10-02.10.21 ο Κατηγορούμενος 2 αποπειράθηκε να τη βιάσει (κατηγορία 4), ότι στις 2.10.21 ο Κατηγορούμενος 1 την προήγαγε σε κοινή πορνεία (κατηγορία 6), προς τον Κατηγορούμενο 3 ο οποίος έλαβε υπηρεσίες στοματικού έρωτα που συνιστούσαν αντικείμενο σεξουαλικής εκμετάλλευσης (κατηγορία 7) και ήλθε σε συνουσία μαζί της χωρίς τη συναίνεσή της (κατηγορία 8), ότι στις 4.10.21 ο Κατηγορούμενος 1 την απείλησε και την κτύπησε (κατηγορίες 9, 10) και στις 5.10.21 τής αφαίρεσε την ταυτότητά της με σκοπό να εμποδίσει την προσωπική ελευθερία της (κατηγορία 11) και τέλος ότι ο Κατηγορούμενος 2 στις 16.10.21 αποπειράθηκε ξανά να τη βιάσει (κατηγορία 12) ενώ στις 3.12.21 την απείλησε και αυτός ότι θα την σκοτώσει (κατηγορία 13). Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Δημοκρατία κάλεσε 14 μάρτυρες, οι δε κατηγορούμενοι, προς υπεράσπισή τους, κατέθεσαν όλοι ενόρκως και περαιτέρω ο Κατηγορούμενος 1 κάλεσε έξι μάρτυρες. Οι γραπτές καταθέσεις, ένα βιογραφικό, μια έκθεση ειδικού και ένα ημερολόγιο ενεργείας κατατέθηκαν ως Έγγραφα Α έως ΙΗ ενώ διάφορα άλλα έγγραφα, φωτογραφίες ή άλλο οπτικό υλικό (USB) και εκτυπώσεις από κινητά κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 1 έως
  5. Ο Μ.Κ.1, αστυφύλακας Δανιήλ, στην κατάθεσή του, Έγγραφο Α, αναφέρει ότι στις 28.11.21 είχε φωτογραφίσει τις υποδείξεις της Παραπονούμενης σε τρεις οδούς στον Άγιο Δομέτιο, στην Έγκωμη και στα Λύμπια. Εξ αυτών παρουσίασε κατά την προφορική μαρτυρία του τις επτά ως Τεκμήριο 1 (σε σύνηθες χαρτί) και ως Τεκμήριο 2 (σε φωτογραφικό χαρτί). Αντεξεταζόμενος είπε, μεταξύ άλλων, πως δεν είχε εμπλοκή στην υπόθεση δεν μίλησε με την Παραπονούμενη και δεν άκουσε κάτι αλλά γνωρίζει ότι η αστυφύλακας Ξενοφώντος, που τον είχε καλέσει, κρατούσε σημειώσεις. Συμφώνησε ότι διακινήθηκαν με ένα αυτοκίνητο αλλά είπε ότι δεν συζήτησαν κάτι πηγαίνοντας στις τρεις οδούς. Ο Μ.Κ.2 αστυφύλακας Διονυσίου, στην κατάθεσή του Έγγραφο Β αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι υπηρετεί στο Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων (ΓΚΕΠ) του ΤΑΕ και ότι στις 10.12.21, συνόδευσε την Παραπονούμενη στο ειδικό δωμάτιο αναγνωρίσεων όπου και τού υπέδειξε τον Κατηγορούμενο 3 ως το πρόσωπο που την είχε βιάσει, στον οποίο ο ίδιος επέστησε την προσοχή και έλαβε μια απάντηση διά της οποίας ο Κατηγορούμενος 3 δεχόταν ότι έκανε σεξ με την Παραπονούμενη πλην όμως αρνείτο ότι την είχε βιάσει. Προφορικά ο Μ.Κ.2 παρουσίασε ως Τεκμήριο 3 την κατάθεση που έλαβε από την Παραπονούμενη σχετικά με την αναγνώριση. Ως Μ.Κ.3 κλήθηκε η Παραπονούμενη, της οποίας η προφορική μαρτυρία κάλυψε τέσσερις δικασίμους (μια για κάθε συνήγορο) και προηγήθηκε η αντεξέταση του Κατηγορούμενου 3 κατόπιν σχετικού αιτήματος και οδηγιών του δικαστηρίου εν σχέσει με τη διαδικασία. Κατά την κυρίως εξέταση της η Παραπονούμενη κατ' αρχάς διευκρίνισε ότι έχει πλέον γεννήσει ένα αγοράκι (στις 18.6.22) και στη συνέχεια, αφού προέβη σε κάποιες διορθώσεις, υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της τις τέσσερις γραπτές καταθέσεις της ως Έγγραφα Γ έως Στ, καθώς και ακόμα μια, η οποία είχε ήδη κατατεθεί ως Τεκμήριο
  6. Στην πρώτη της κατάθεση ημερ. 12.11.21, Έγγραφο Γ, αρχικά αναφέρεται στις προσωπικές της περιστάσεις, στη φίλη της την Άντρεα, στον Cosmin με τον οποίο είχε ερωτική σχέση, σε άλλες σεξουαλικές επαφές που είχε και ακολούθως στις συνθήκες υπό τις οποίες στις 3.9.21 ο Cosmin της γνώρισε τον Κατηγορούμενο 1, με τον οποίο επίσης είχε σεξουαλική επαφή και ο οποίος της πρότεινε να τη φέρει από το χωριό της (στο οποίο διέμενε με τη μητέρα της) στη Λευκωσία, πράγμα το οποίο η ίδια απεδέχθη, οπότε στις 9.9.21 ο Κατηγορούμενος 1 την έφερε στην Αγροκηπιά. Μετά από τρεις μέρες και επειδή παραπονέθηκε για παρενόχληση από τον ιδιοκτήτη του δωματίου (τον Gaby) ο Κατηγορούμενος 1 τη μετέφερε στον αδελφό του (τον Florin) στα Λύμπια αλλά και πάλι παραπονέθηκε για παρενόχληση οπότε ο Κατηγορούμενος 1 τη μετέφερε στις 12.9.21 στο σπίτι κάποιας Bety, όπου και παρέμεινε μέχρι τις 17.9.21, διατηρώντας παράλληλα επαφές και έχοντας εξόδους με τον Κατηγορούμενο
  7. H Bety προσπάθησε να την πείσει να προσφέρει σεξ επ' αμοιβή, πράγμα το οποίο πλαγίως συζήτησε μαζί της και ο Κατηγορούμενος 1,. Φεύγοντας από το σπίτι της Bety επέστρεψε ξανά στο δωμάτιο (του Gaby) στην Αγροκηπιά. Η Παραπονούμενη προσέθεσε πως μετά που συμπλήρωσε τα 18 έτη (στις 15.9.21), σε κοινή έξοδο που είχαν στις 19.9.21, ο Κατηγορούμενος 1 την έβαζε να χορεύει με άλλα αγόρια λέγοντάς τους πόσο καλή ήταν στο κρεβάτι, ως να ήθελε να την «πουλήσει» για σεξ. Μετά από αυτήν τη μέρα αναζήτησε και βρήκε εργασία ως πωλήτρια στο Mall Λευκωσίας και λόγω της απόστασης ζήτησε από τον Κατηγορούμενο 1 κάποιον πλησιέστερο χώρο διαμονής, οπότε στις 23.9.21 τής βρήκε διαμέρισμα (στούντιο) στην Έγκωμη, σε πολυκατοικία στην οποία διέμενε και ο κολλητός του φίλος, ήτοι ο Κατηγορούμενος 2, με τον οποίο η Παραπονούμενη ήρθε πολύ κοντά, σε φιλικά πλαίσια. Ήταν περίοδος που η Παραπονούμενη δεν είχε χρήματα για να ζήσει, είχε προβλήματα με την υγεία της και ένιωθε ότι ο Κατηγορούμενος 1 δεν ασχολείτο μαζί της. Για αυτό την 1.10.21 πήγε βόλτα με τον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος της έλεγε ότι ο Κατηγορούμενος 1 ήθελε να την εκπορνεύσει. Το βράδυ της ίδιας μέρας, ο Κατηγορούμενος 2 την πήρε σε δείπνο (στο σπίτι του Titi) όπου ήπιαν πολύ αλκοόλ και το πρωί η ίδια όταν άνοιξε τα μάτια της ένιωθε ότι ο Κατηγορούμενος 2 προσπαθούσε να βάλει το πέος του μέσα της. Αλλά δεν το πέτυχε. Την επόμενη μέρα (2.10.21) ο Κατηγορούμενος 1 τής έλεγε να κάνει σεξ με άλλον για να πάρει χρήματα και επειδή δεν είχε άλλη επιλογή τού είπε «εντάξει» σε στιγμή που η ίδια δεν ήταν καλά ψυχολογικά. Την ίδια μέρα ήτοι στις 2.10.21 ο Κατηγορούμενος 1 της έφερε κάποιον ομοεθνή του στο σπίτι και έφυγε. Η ίδια δεν ήθελε να κάνει σεξ αλλά εκείνος με τη βία της άνοιξε τα πόδια, πέτυχε διείσδυση και όταν τέλειωσε τής έδωσε €50 και έφυγε. Αμέσως μετά ο Κατηγορούμενος 1 την επέπληξε γι' αυτό που έκανε και η ίδια πανικοβλήθηκε. Στις 3.10.21 εκμεταλλευόμενη το ότι ο Κατηγορούμενος 2 ήταν ερωτευμένος μαζί της έκαμε σεξ μαζί του. Στις 4.10.21 το πρωί ο Κατηγορούμενος 1 τους βρήκε μαζί και θύμωσε πάρα πολύ και τη μετέφερε σε άλλο σπίτι στον Άγιο Δομέτιο. Ήταν η μέρα που ο Κατηγορούμενος 1 την πήρε και στις Α' Βοήθειες αλλά ο ίδιος διαπληκτίστηκε με τον παρόντα Κατηγορούμενο 2 και την εγκατέλειψε εκεί χωρίς κλειδιά του σπιτιού, οπότε το βράδυ η Παραπονούμενη διέμεινε στο σπίτι του Κατηγορούμενου
  8. Στις 5.10.21 ο Κατηγορούμενος 1 την επισκέφθηκε, τής φώναζε, την έβαλε με βία στο αυτοκίνητο, τής αφαίρεσε τα προσωπικά της έγγραφα και τη μετέφερε για διαμονή στον αδελφό του (τον Florin) στα Λύμπια, περιορίζοντας τις κινήσεις της και αφήνοντάς την χωρίς χρήματα και φάρμακα. Λόγω παρενοχλήσεων του Florin και δικών της διαμαρτυριών, ο Κατηγορούμενος 1 τη μετέφερε στο σπίτι που είχε μείνει ξανά στον Άγιο Δομέτιο. Ακολούθησε συνομιλία του Κατηγορούμενου 2 με τον Κατηγορούμενο 1 όπου ο πρώτος είπε στον δεύτερο πως είναι ερωτευμένος με την Παραπονούμενη, η οποία πιθανόν να ήταν έγκυος από τον ίδιο, οπότε ο Κατηγορούμενος 1 τη μετέφερε με το ζόρι στον Κατηγορούμενο 2 όπου και διέμενε πλέον μη έχοντας πού αλλού να πάει. Στις 15.10.21, ευρισκόμενη στον Κατηγορούμενο 2 η Παραπονούμενη επιχείρησε να αυτοκτονήσει παίρνοντας πολλά χάπια. Ενημέρωσε μετά περί τούτου τον Κατηγορούμενο 1 αλλά εκείνος αρνήθηκε να την πάρει στο νοσοκομείο. Το βράδυ της ίδιας μέρας ο Κατηγορούμενος 2 την πήρε στο πάρτι γενεθλίων του Κατηγορούμενου 1 (κάπου στη Λήδρας) όπου και κατανάλωσε πολύ αλκοόλ η ίδια με αποτέλεσμα να μην ήταν καλά (blackout). Την επόμενη μέρα ξύπνησε γυμνή στο κρεβάτι του Κατηγορούμενου 2, ο οποίος την είχε μεταφέρει στο σπίτι του. Εκείνος ήθελε σεξ μαζί της το βράδυ αλλά η ίδια αντιστάθηκε και δεν έκαναν. Στη δεύτερη της κατάθεση ημερ. 26.11.21, Έγγραφο Δ, η Παραπονούμενη προσέθεσε κάποιες δηλώσεις του Κατηγορούμενου 1 κατά την πρώτη επίσκεψη του στο σπίτι της στις 4.9.21 (ότι θα τής εύρισκε εργασία σε φούρνο και διαμέρισμα το οποίο θα πλήρωνε αρχικά εκείνος) και είπε περαιτέρω ότι τής φάνηκε περίεργο που ήθελε να τη βοηθήσει από την πρώτη μέρα αλλά το είδε ως ευκαιρία να ξεφύγει πλην όμως δεν είχε σκοπό να πουλήσει το σώμα της, ότι τηλεφωνικώς εκείνες τις μέρες ζητούσε τη βοήθεια του για εγγραφή σε σχολείο στη Λευκωσία και ότι δεν κατήγγειλε τις ενοχλήσεις του Florin για να μην χαλάσουν οι σχέσεις της με τον Κατηγορούμενο
  9. Προχώρησε να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες για ένα περιστατικό με τον ένοικο του διαμερίσματος στην Έγκωμη, για κάποια θέματα υγείας που αντιμετώπισε, για την άρνηση του Κατηγορούμενου 1 να την πάρει σε γιατρό, για την πρόταση του Κατηγορούμενου 1 να έχει σεξ έναντι αμοιβής και την απελπιστική κατάσταση στην οποία είχε φτάσει, όπου μη έχοντας χρήματα και φαγητό δέχθηκε την πρόταση του. Αυτή η κατάσταση την οδήγησε στη σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 σε μια προσπάθεια της να χωρίσει με τον Κατηγορούμενο
  10. Λεπτομέρειες έδωσε και για την προσπάθεια του Κατηγορούμενου 2 να έχει σεξ μαζί της το πρωινό της 2.10.21, για τον πελάτη που της έφερε την ίδια μέρα ο Κατηγορούμενος 1 και τα όσα ακολούθησαν, για το περιστατικό στις Α' Βοήθειες όπου είχαν τσακωθεί ο Κατηγορούμενος 1 με τον Κατηγορούμενο 2 και την ίδια, καθώς και για άλλη προσπάθεια του κατηγορούμενου να έχει σεξ μαζί της, στις 16.10.
  11. Στην τρίτη της κατάθεση ημερ. 5.12.21, Έγγραφο Ε, η Παραπονούμενη αναφέρεται εκτενέστερα στην παιδική της ηλικία, στις σχέσεις των γονέων της, στην άφιξη της στην Κύπρο σε ηλικία 12-13 ετών με την μητέρα της, στην εδώ διαβίωση τους, σε καυγάδες που είχε με τη μητέρα της, στην απόπειρα αυτοκτονίας στην οποία προέβη (28.6.21) και καταλήγει επίσης με λεπτομέρειες για τη γνωριμία της με τον Κατηγορούμενο 1 και τα υπόλοιπα γεγονότα από την άφιξη της στη Λευκωσία. Η τέταρτη της κατάθεση ημερ. 10.12.21, Τεκμήριο 3, δόθηκε αμέσως μετά τη μεταφορά της από τον Μ.Κ.2 στο ΤΑΕ. Σε αυτήν αναφέρει ότι μέσω (μονόδρομου) υαλοπίνακα είδε και αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο 3 σε σχέση με τον βιασμό της (τον οποίο ανέφερε σε παλαιότερη κατάθεση). Στην πέμπτη της κατάθεση ημερ. 16.12.21, Έγγραφο ΣΤ, η Παραπονούμενη αναφέρεται σε αιτήματα φιλίας (στο FB) τα οποία έγιναν προς την ίδια στις 13.12.21 και στις 14.12.21 από μέλη της οικογένειας του Κατηγορούμενου
  12. Περαιτέρω στην κυρίως εξέταση της η Παραπονούμενη απάντησε σε ερωτήσεις σχετικά με τις περιστάσεις υποβολής της καταγγελίας της, τη ψυχολογική της κατάσταση κατ' εκείνη την ημέρα (12.11.21), καθώς και για τα περιστατικά της υπόθεσης αρχής γενομένης από τη μεταφορά της στη Λευκωσία, λέγοντας μεταξύ άλλων ότι ο Κατηγορούμενος 1 γνώριζε ότι ήταν 17 ετών, ότι είχαν έλθει και πριν τη μετακόμιση της και αγόρασαν σχολικά και ότι εκείνος της είχε προτείνει να τη φέρει όταν είδε τις βαλίτσες στο δωμάτιο της. Ακολούθως αναφέρθηκε στη μέρα που ο Κατηγορούμενος 1 έφερε μαζί του στη Λάρνακα και τον Κατηγορούμενο 2 τον οποίο και της είχε συστήσει, στις συζητήσεις που είχαν όλοι μαζί στο αυτοκίνητο, στις παροτρύνσεις του Κατηγορούμενου 1 ότι μόνο με την πορνεία θα μπορούσε να έχει μια φυσιολογική ζωή και στο πώς η ίδια μετά από όσα αντίκρυσε στο διαμέρισμα Έγκωμης συναίνεσε στην προτροπή του, οπότε τής έφερε πελάτη για σεξ στις 2.10.
  13. Η Παραπονούμενη συνέχισε περιγράφοντας περιστατικό στις Α' Βοήθειες όπου ο Κατηγορούμενος 1 την έπιασε από τον λαιμό και σε άλλο περιστατικό στα Λύμπια όπου της αφαίρεσε κάποια πράγματα μεταξύ των οποίων την ταυτότητά της. Κατά την αντεξέταση της εκ μέρους του Κατηγορούμενου 1 η Παραπονούμενη αναγνώρισε τον εαυτό της σε φωτογραφία (Τεκμήριο 6), ως φωτογραφία από δικό της βίντεο (στο οποίο αυνανίζεται και ευρίσκεται στα τέσσερα με τα οπίσθια της προς την κάμερα), διαφώνησε ότι προωθούσε το βίντεο για να βρίσκει άντρες για σεξ και απάντησε σε ερωτήσεις σχετικές με παλαιότερη την ερωτική της ζωή, πριν γνωρίσει τους Κατηγορούμενους. Επέμεινε ότι ο Κατηγορούμενος 1 είχε αλλάξει τους κωδικούς της στο Facebook, την ημέρα που της αφαίρεσε και άλλα πράγματα ή έγγραφα της. Δέχθηκε ότι όταν την έφερε πρώτη φορά στη Λευκωσία ο Κατηγορούμενος 1 για να δουν χώρο διαμονής, ήταν μαζί τους ο Κατηγορούμενος
  14. Περιέγραψε με λεπτομέρεια τη σκηνή κατά την οποία ο Cosmin πήρε τον Κατηγορούμενο 1 στο παράθυρο του σπιτιού της για πρώτη φορά. Στη συνέχεια απάντησε ερωτήσεις σχετικά με τη σεξουαλική επαφή που είχε με τον Άλεξ όταν τον έφερε ο Cosmin. Διευκρίνισε ότι για την πραγματική ηλικία του Κατηγορούμενου 1 έμαθε αργότερα από τον Danut ενώ για την οικογενειακή του κατάσταση βρήκε και στοιχεία στο Facebook. Για την Bety είπε πως είναι εκείνη που της είχε δηλώσει ότι φυλακίστηκε για πορνεία και βγήκε με εγγύηση, διατηρώντας τη θέση της ότι η Bety τής είπε να πηγαίνει με άντρες για λεφτά, όπως της είχε πει και ο Κατηγορούμενος 1 από την άφιξη της στη Λευκωσία, ήτοι να προβαίνουν σε διάφορες πράξεις σεξουαλικής φύσης από τις οποίες θα έβγαζαν χρήματα. Αναφέρθηκε σε περιστατικά από τα οποία συμπέρανε πως ο Κατηγορούμενος 1 ήταν σαν να τη διαφήμιζε για σεξ (χορός, φούστα, καλό κρεβάτι). Αναγνώρισε τον εαυτό της στις φωτογραφίες Τεκμήρια 7 και 8, αρνούμενη όμως ότι έστειλε την πρώτη (ημίγυμνη) στον Κατηγορούμενο 1 και δεχόμενη για τη δεύτερη ότι είχε ληφθεί στο πάρτι γενεθλίων του Κατηγορούμενου 1, στο οποίο ήταν πολύ μεθυσμένη (black out). Δέχθηκε ότι ο Κατηγορούμενος 2 τη βοηθούσε οικονομικά με κάποια μικροποσά (€5-10) μετά που ο Κατηγορούμενος 1 την είχε μεταφέρει στην ίδια πολυκατοικία με τον Κατηγορούμενο 2 (23.9.21). Είναι το διαμέρισμα στο οποίο έγινε το περιστατικό με τον προηγούμενο ένοικο (ο οποίος τής έπιασε το αιδοίο), θέμα για το οποίο αντέδρασε, μόλις απομακρύνθηκε από το διαμέρισμα (λέγοντας τηλεφωνικώς στον Κατηγορούμενο 1: «εσύ με πουλάς και δεν το ξέρω;»). Ο δε Κατηγορούμενος 1 τη ρώτησε αν μπορούσε να κάνει κάτι μαζί με τον εν λόγω ένοικο και η ίδια αρνήθηκε. Η Παραπονούμενη εξήγησε πως και ο Κατηγορούμενος 2 και η μητέρα του ήξεραν ότι δεν είχε χρήματα, ότι πεινούσε και ότι υποχρεώθηκε να πωλήσει τον Σταυρό της (έναντι €118), την ίδια μέρα που αγόρασε και καθαριστικά χώρου για το διαμέρισμα στην Έγκωμη. Στις 30.9.21 ο Κατηγορούμενος 1 την πήρε στο καζίνο, παρότι η ίδια εκείνη τη μέρα πονούσε και του ζητούσε να την πάρει σε γιατρό. Δέχθηκε ότι η φωτογραφία Τεκμήριο 6 προήλθε από βίντεο το οποίο είχε φτιάξει η ίδια. Αυτό στα πλαίσια παραδεκτού γεγονότος σημειώθηκε (υπό μορφή USB) ως Τεκμήριο
  15. Η Παραπονούμενη δέχθηκε επίσης ότι σε αυτό απεικονίζεται η ίδια αλλά αρνήθηκε ότι το ανήρτησε σε διαδικτυακή σελίδα (site) για να προωθήσει (ερωτικά) τον εαυτό της, δεχόμενη ότι το απέστειλε μόνον στον Άλεξ και ότι ήταν ανόητο αυτό που έκαμε. Αντεξεταζόμενη εκ μέρους του Κατηγορούμενου 3 από τον κ. Αυγουστή η Παραπονούμενη αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στα αισθήματα μεταξύ της και του Κατηγορούμενου 2, δεχόμενη ότι την αγαπούσε αλλά προσθέτοντας ότι οι πράξεις του σε συγκεκριμένες στιγμές δεν το δικαιολογούν. Αναγνώρισε ότι την είχε βοηθήσει σε πολύ ακραίες καταστάσεις, τονίζοντας ότι ήταν πλεονέκτημα για εκείνον να την έχει δίπλα του, εννοώντας τη διαφορά ηλικίας τους (37χρονος με 17χρονη) και ότι αν αυτός ήθελε όντως να τη σώσει θα την έπαιρνε για πάντα μαζί του και όχι απλά να της φέρνει ένα πιάτο φαΐ, διαφωνώντας με το να πάει σχολείο και λέγοντας της ότι ήθελε να την αφήσει έγκυο. Η άποψη της είναι πως δεν είχε σκοπό να τη σώσει από εκείνη την κατάσταση. Δέχθηκε ότι είχε κάμει σεξ με τον Κατηγορούμενο 2 επειδή ήταν η φιλενάδα του, προσθέτοντας μεν ότι την είχαν σαν μπαλάκι μεταξύ τους αλλά αναγνωρίζοντας ότι ο Κατηγορούμενος 2 γενικά τη σεβόταν εκτός από τις ώρες που ξέφευγε λόγω του αλκοόλ. Η ερωτική σχέση προέκυψε μετά, όταν έμεναν στην ίδια πολυκατοικία (στην Έγκωμη). Επανέλαβε τη θέση πως ο Κατηγορούμενος 2 τής έλεγε ότι ο Κατηγορούμενος 1 ήθελε να την κάμει πόρνη για να του φέρνει λεφτά και συμφώνησε ότι ο Κατηγορούμενος 2 ήθελε να τη σώσει από τον Κατηγορούμενο 1 αλλά προσέθεσε πως ο Κατηγορούμενος 2 την ήθελε για δικούς του λόγους και συγκεκριμένα για την ερωτική σχέση. Συμφώνησε ότι είχε καταναλώσει πολύ ποτό και μέθυσε επειδή στενοχωρέθηκε ακούοντας την αλήθεια για τον Κατηγορούμενο 1 (ότι ήθελε να την εκπορνεύσει). Είπε πως αποκοιμήθηκε στον καναπέ και έγειρε στον ώμο του Κατηγορούμενου
  16. Δεν θυμόταν τι ώρα κοιμήθηκε και δέχθηκε ότι λόγω του αλκοόλ δεν θυμόταν πολύ καλά τι έγινε. Συμφώνησε ότι είχαν φιληθεί πριν κοιμηθεί και προσέθεσε πως του είχε πει ότι τον αγαπά, όπως και εκείνος, ότι κάθονταν δίπλα-δίπλα, ακουμπούσαν τα πόδια τους, υπήρξε ένα ερωτικό ειδύλλιο, ότι του είπε πως τον αγαπά, ότι κοιμήθηκαν αγκαλιασμένοι και ότι είχαν «ανεβεί» ως άντρας και γυναίκα, χωρίς να είναι σίγουρη όμως αν η ίδια αποκοιμήθηκε με εσώρουχο. Είπε πως μπορεί να υπήρξε κάποια σύγχυση λόγω του ότι δεν ήταν νηφάλια, δεχόμενη ότι δεν θυμόταν ακριβώς (ολοκληρωτικά) τι έγινε αλλά διαφωνώντας ότι ουδέποτε αποπειράθηκε ο Κατηγορούμενος 2 να έχει συνουσία μαζί της. Δεν θυμόταν αν είχε κοιμηθεί με τα εσώρουχα αλλά όταν ξύπνησε ήταν με τα εσώρουχα. Δήλωσε ότι βασικά ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 2 δεν μπορούσε να διεισδύσει μέσα της (διότι έχει μπίλια στο πέος του). Διαφώνησε δε ότι εκείνη τη νύκτα (στον Titi) δεν έκαμαν κάτι διότι σεβάστηκαν ο ένας τον άλλον. Είπε επ' αυτού ότι δεν ήταν μέρος του σεβασμού του ότι προσπάθησε να κάνουν κάτι, ασχέτως ότι μετά υποχώρησε όταν του είπε να σταματήσει ενώ όσο δεν καταλάβαινε (η ίδια) τι γίνεται εκείνος προσπάθησε να το κάμει, αλλά τον δικαιολογεί διότι ό,τι έκαμε το έκαμε λόγω του ποτού. Ούτε θυμόταν αν εκείνη τη στιγμή της είχε σηκώσει τα πόδια πάνω. Διότι, όπως είπε, δεν ήταν νηφάλια εκείνη τη στιγμή. Η ίδια δεν ήθελε να κατηγορήσει τον Κατηγορούμενο 2 αλλά το προχώρησε η Αστυνομία εναντίον του. Συμφώνησε δε πως όταν ο Κατηγορούμενος 2 έμαθε πως η ίδια θα έκανε σεξ έναντι πληρωμής (2.10.21) στεναχωρέθηκε και έκλαιε, όπως και η ίδια. Δέχθηκε πάντως ότι επόμενη μέρα (3.10.21) έκαμε σεξ οικειοθελώς με τον Κατηγορούμενο
  17. Σχετικά με τις 15.10.21 και την απόπειρα αυτοκτονίας, είπε πως πήγε στο πάρτι του Κατηγορούμενου 1 παρότι ήταν χάλια (από τα χάπια) διότι του είχε υποσχεθεί να του έκανε τα γενέθλια και το ότι ήπιε και ποτό ήταν μια αντίδραση της, για να ξεφύγει από εκείνη την κατάσταση η οποία την ταλαιπωρούσε και ένιωθε χαμένη. Λόγω του black out που έπαθε δεν θυμόταν τίποτε, είχε απώλεια. Συμφώνησε ότι δεν έκαμε σεξ εκείνη τη νύκτα αλλά διαφώνησε στο ότι ο Κατηγορούμενος 2 τη σεβάστηκε. Είπε πως αυτός ήθελε βασικά να κάνουν σεξ, επέμενε και για αυτό τον έδειρε, οπότε έπεσε χαμαί και έκλαιε. Όταν της τέθηκε πως λόγω του black out δεν θυμόταν απάντησε «ναι, αλλά σε κάποια φάση ξυπνώ». Είπε πως ξύπνησε, ήταν γυμνή και ήθελε ο Κατηγορούμενος 2 να κάνουν σεξ. Δεν ξύπνησε επειδή ήθελε εκείνος σεξ, απλά είχε ξυπνήσει από το black out. Ο Κατηγορούμενος 2 τής είχε πει ότι τής έβαζε νερό πάνω της και ότι προηγουμένως της είχε βάλει τον ανεμιστήρα. Κατά τη διάρκεια που ξυπνούσε καταλάβαινε ότι ο Κατηγορούμενος 2 προσπαθούσε να έχει σεξ και επέμενε. Αμφισβήτησε ότι ο λόγος που βρέθηκε γυμνή ήταν επειδή η ίδια προσπαθούσε (να κάμει σεξ). Δεν θυμόταν κάτι τέτοιο. Δέχθηκε ότι την αγαπούσε ο Κατηγορούμενος 2 απλά αντιδρούσε εκείνη τη νύκτα διότι και ο ίδιος είχε πιει πολύ ποτό. Δεν θυμόταν με ποιο τρόπο τον έδειρε αλλά ότι τον έσπρωξε και έπεσε το θυμόταν. Σε σχετική υποβολή, ότι ο Κατηγορούμενος 2 ουδέποτε προσπάθησε να τη βιάσει, είπε πως η ίδια δεν το χαρακτηρίζει ως βιασμό, αλλά δεν συμφωνεί με την υποβολή. Τέλος, η Παραπονούμενη συμφώνησε πως ενόσω ήταν στη Ρουμανία επικοινωνούσε με τον Κατηγορούμενο 2, ότι εκείνος έδινε χρήματα στην ίδια (μέσω της Κρίστης) και ότι νόμιζαν ότι το κυοφορούμενο ήταν δικό του παιδί επειδή ήταν ο μόνος που εκσπερμάτωνε μέσα της. Αντεξεταζόμενη εκ μέρους του Κατηγορούμενου 3 από τον κ. Βραχίμη η Παραπονούμενη ανέφερε μεταξύ άλλων ότι (πριν τα επίδικα γεγονότα) είχε δεσμό με συνομήλικο της για τέσσερα έτη εξηγώντας τους λόγους που διέκοψαν, ότι είχε κρίσεις πανικού και προέβη σε απόπειρες αυτοκτονίας, ότι ήρθε πιο κοντά με την Άντρεα η οποία της είχε γνωρίσει και τον 18χρονο Cosmin με τον οποίο στις δύο μέρες γνωριμίας είχε σεξουαλική επαφή αλλά χώρισαν μετά από ένα μήνα και ξανασυναντήθηκαν περί τα τέλη Αυγούστου 2021 κατόπιν μηνύματος εκείνου στο δικό της σπίτι οπότε είχαν ξανά σεξουαλική επαφή, ότι ήταν εκείνες τις μέρες που ο Cosmin της είχε γνωρίσει τον Άλεξ (μέσω των group calls κ.λπ.) και τον Κατηγορούμενο 1, τον οποίο της έφερε στο παράθυρο, ότι με τον Cosmin προσπαθούσαν να τα ξαναβρούν παρότι ο ίδιος χανόταν και έβλεπε κάποια άλλη κοπέλα που του άρεσε, ότι πιο πριν, στις 15.8.21 είχε πάει στο πάρτι της Χαρούλας με την Άντρεα και έφυγαν με άλλους τρεις (Dany, Costin, Andrei) με δύο εκ των οποίων είχε σεξ σε χωράφι, ότι ο Cosmin είχε μάθει για αυτό το συμβάν και ότι ήταν μετά από αυτό που της έφερε τον Άλεξ («πάσαρε») πράγμα που την είχε θυμώσει μεν αλλά την 1.9.21 έκαμε σεξ με τον Άλεξ ως μήνυμα προς τον Cosmin (για να τη διεκδικήσει), ότι στις 3.9.21 ο Cosmin ήρθε με τον Κατηγορούμενο 1 (τον οποίον επίσης της «πάσαρε») και με τον οποίο έκαμε σεξ πιστεύοντας ότι θα άλλαζε ο Cosmin και θα έμενε μαζί της. Τα πιο πάνω τα χαρακτήρισε ως λάθος επιλογές και ενέργειες μιας ανόητης 17χρονης τότε που είχε άλλο μυαλό ενώ τώρα είναι μητέρα. Στη συνέχεια περιέγραψε τις σχέσεις της με τη δική της μητέρα κατά το επίδικο διάστημα, τις αιτίες αντιπαραθέσεων μεταξύ τους και τη δική της συμπεριφορά κατ' εκείνη την εποχή, καταλήγοντας ότι βρήκε στον Κατηγορούμενο 1 μια ευκαιρία να αλλάξει κάτι στη ζωή της, αφού ένιωθε καταδικασμένη, μόνη και εγκαταλειμμένη και αυτός ήταν ο μόνος που έδειχνε σοβαρές προθέσεις (να τη φέρει Λευκωσία, να μείνουν μαζί). Παρά τα όσα αρνητικά τής είχε πει ο Άλεξ σχετικά με τον Κατηγορούμενο 1 (ενασχόληση με ναρκωτικά και πορνεία), τα οποία διέψευσε ο τελευταίος, άρχισε να νιώθει αισθήματα για αυτόν (έλλειψη πατρικής αγάπης, πρόσωπο τρυφερότητας) και να σκέφτεται την πρόταση του, μη έχοντας άλλη επιλογή εκείνο τον καιρό (ένεκα αντιπαράθεσης με μητέρα της, χωρισμού από 4χρονη σχέση κ.λπ.). Όσον αφορά την εργασία στη Λευκωσία είπε πως ήταν η ίδια που τη βρήκε, πράγμα το οποίο τότε δεν άρεσε στον Κατηγορούμενο
  18. Αλλά και πάλι παρά την εργασία δεν είχε ακόμα τα χρήματα να ζήσει σε καθημερινή βάση. Βασικά την βοήθησε ο Κατηγορούμενος 2 να επιβιώσει. Η ίδια λειτουργούσε ως ζώο και η έγνοια της ήταν απλά να έχει κάποιον να τη φροντίζει αφού ο Κατηγορούμενος 1 δεν τήρησε τις υποσχέσεις του. Παρότι τον αγαπούσε, η ίδια πεινούσε. Για το περιστατικό με το άτομο που τηλεφώνησε για σεξ επ' αμοιβή ανέφερε πως από πριν της το είχε πει ο Κατηγορούμενος 1 ότι θα τηλεφωνούσε κάποιος Ρουμάνος. Συμφώνησε ότι το άτομο αυτό ρώτησε αν έχει δουλειά και πού θα συναντηθούν και ότι τότε η ίδια έδωσε το τηλέφωνο στον Κατηγορούμενο 1 για να του εξηγήσει. Αυτά έγιναν ενόσω ήταν ακόμα στο πάρτι και αμέσως μετά ο Κατηγορούμενος 1 προσπάθησε να την πείσει (προσπάθεια αυτοκτονίας, μπαλκόνι). Δέχθηκε ότι η ίδια είχε πει στο πρόσωπο που τηλεφώνησε ότι ήταν σε πάρτι και θα πήγαινε για εκείνο που είχε συμφωνήσει με τον Κατηγορούμενο 1, ο οποίος και της είχε βρει τον πελάτη. Ακολούθως περιέγραψε ξανά τα όσα ακολούθησαν μέχρι να φύγουν από το πάρτι, καθώς και όσα έγιναν όταν βρέθηκε με τον πελάτη και μετά. Τέλος δέχθηκε ότι παλαιότερα είχε στείλει γυμνές φωτογραφίες της και βίντεο με την ίδια να αυνανίζεται στον Άλεξ. Το δε βίντεο έφτασε στον Κατηγορούμενο 2 χωρίς (τότε) η ίδια να τον γνωρίζει. Δεν θυμόταν αν το είχε στείλει και στον Cosmin. Ο Μ.Κ.4, (Α.Ο.Ρ.) ανέφερε στην κατάθεσή του Έγγραφο Ζ πως, περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2021, ο Κατηγορούμενος 3 του τηλεφώνησε και τον ρώτησε εάν ξέρει κάποια κοπέλα που κάνει σεξ για λεφτά, οπότε ο ίδιος ρώτησε τον Κατηγορούμενο 1, που ήταν επίσης φίλος του και ο τελευταίος του έδωσε το τηλέφωνο της Παραπονούμενης. Όταν στις 2.10.21 είδε τον Κατηγορούμενο 3 σε ένα πάρτι του έδωσε το τηλέφωνο της Παραπονούμενης. Στις 5.12.21, πριν την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, τού τηλεφώνησε ο Κατηγορούμενος 1 και τον ρώτησε σε ποιον έδωσε το τηλέφωνο της Παραπονούμενης και αυτός του είπε πως το έδωσε στον Κατηγορούμενο 3, του οποίου το παρατσούκλι είναι Ζιάν. Τότε ο Μ.Κ.4 τηλεφώνησε στον Κατηγορούμενο 3 ρωτώντας τον αν έγινε κάτι κακό και αυτός τού είπε πως δεν γνωρίζει οτιδήποτε, αν και στις 2.10.21 συναντήθηκε με την Παραπονούμενη. Αντεξετασθείς ανέφερε μεταξύ άλλων πως γνωρίζει τον Κατηγορούμενο 3 εδώ και πέντε χρόνια, ενώ με τον Κατηγορούμενο 1 ήταν φίλοι για τρεις με τέσσερις μήνες πριν τα επίδικα γεγονότα. Αντεξετάστηκε εν σχέσει με τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έδωσε το τηλέφωνο της Παραπονούμενης στον Κατηγορούμενο 3 και όταν του υποβλήθηκε πως τούτο έγινε σε πάρτι, στην περιοχή της Coca‑Cola στην Έγκωμη, δεν το αρνήθηκε. Ο M.K.5 (C.C.A.), στην κατάθεση του Έγγραφο Η αναφέρει ότι αρχές Ιουλίου 2021 γνώρισε την Παραπονούμενη (μέσω της φίλης του Άντρεας), ότι μετά από 3-4 μέρες είχε σεξουαλική επαφή μαζί της και ότι δημιούργησαν σχέση που διήρκεσε δύο εβδομάδες κατά τη διάρκεια της οποίας η Παραπονούμενη του ανέφερε για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε με τη μητέρα της και τις κρίσεις πανικού που πάθαινε. Ότι μετά που χώρισαν επικοινώνησε ο ίδιος ξανά μαζί της και συνέχισαν να μιλούν ενώ κάποιες φορές βρίσκονταν στο σπίτι της για σεξουαλική επαφή, ότι μέσω του η Παραπονούμενη γνώρισε τον Άλεξ κατά τη διάρκεια μιας βιντεοκλήσης που είχε ο ίδιος (ο Μ.Κ.5) με την Παραπονούμενη και ότι στις 29.8.21 ο Άλεξ είχε σεξουαλική επαφή μαζί της στο σπίτι της, χωρίς ωστόσο ο Μ.Κ.5 να δέχεται ότι ο ίδιος την πίεσε για τούτο. Αναφέρεται επίσης στη γνωριμία του με τους Κατηγορούμενους 1 και 2 σε νυχτερινό κέντρο μέσω του Άλεξ στις 3.9.21, όπου υπό περιστάσεις που εξηγεί μετέβη μαζί με τον Κατηγορούμενο 1 και τον Άλεξ στην οικία της όπου ο Μ.Κ.5 της γνώρισε τον Κατηγορούμενο 1 με τον οποίο είχε σεξουαλική επαφή το ίδιο βράδυ. Στις 5.9.21 τα ίδια άτομα πήγαν ξανά στο σπίτι της Παραπονούμενης όπου και πάλι ο Κατηγορούμενος 1 είχε σεξουαλική επαφή μαζί της και οι άλλοι δύο ανέμεναν στο αυτοκίνητο. Λίγες μέρες μετά, άκουσε από τον Άλεξ ότι η Παραπονούμενη τσακώθηκε με τη μητέρα της και πήρε τα πράγματα της και πήγε στη Λευκωσία με τον Κατηγορούμενο
  19. Μετά από δύο εβδομάδες του τηλεφώνησε η Παραπονούμενη και του είπε πως αυτός έφταιγε που πήγε στη Λευκωσία και ότι δεν ήταν καλά, χωρίς ο ίδιος να αποδέχεται ευθύνη για την επιλογή της. Στις 6.10.21 του έστειλε μήνυμα ο Κατηγορούμενος 2 και του είπε ότι ο Κατηγορούμενος 1 έχει την Παραπονούμενη σε ένα σπίτι κλειδωμένη και την χτυπά και θέλει να την πουλήσει. Ο ίδιος προσπάθησε να μιλήσει με την Παραπονούμενη αλλά δεν μπορούσε διότι όπως αντελήφθη εκείνη τη στιγμή τον είχε μπλοκάρει. Δεν δέχθηκε ότι η Παραπονούμενη έστειλε σε τηλεφωνικό γκρουπ, βίντεο με σεξουαλικό περιεχόμενο αλλά στον ίδιο προσωπικά και στον Άλεξ, διευκρινίζοντας πως ο ίδιος δεν το κοινοποίησε σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Η Μ.Κ.6 (Μ.Λ.), μητέρα της Παραπονούμενης αναφέρθηκε στη σχέση της με την κόρη της, το παρελθόν τους, τη βία που η ίδια βίωσε από τον πατέρα της Παραπονούμενης και τις πολλές αλλαγές στη διαμονή τους, όχι μόνο από μέρος σε μέρος, αλλά και από χώρα σε χώρα, τον χαρακτήρα της Παραπονούμενης και τον λόγο, όπως εκείνη τον βίωσε και τον αντιλήφθηκε, για τον οποίον έφυγε από το σπίτι της μητέρας της στο Δασάκι Άχνας για τη Λευκωσία. Τόνισε πως ιδιαίτερα πως μετά την μετακόμισή τους στο Δασάκι Άχνας, η ίδια δούλευε βάρδιες στο αεροδρόμιο, η Παραπονούμενη περνούσε πολλές ώρες μόνη της, ήταν καταθλιπτική, έκλαιγε και νευρίαζε πολύ, δεν ήθελε να την ελέγχει η μητέρα της και «ήθελε να κάνει το δικό της και έλεγε ότι από τα λάθη της θα μάθει». Όταν έφυγε από το σπίτι της είπε πως αν φύγει, δεν θα την ξαναδεχτεί πίσω. Μετά από περίπου έναν μήνα την πήρε τηλέφωνο και της εξήγησε τι της συνέβη, ακολούθως μετέβη στη Ρουμανία ενώ από τη μέρα που επέστρεψε στην Κύπρο μέχρι και τη μέρα που έδωσε την κατάθεσή της, δεν είχε ξανά επικοινωνία με την κόρη της, διότι, σύμφωνα με την ίδια, σε ό,τι της πρότεινε εκείνη αντιδρούσε και δεν ήθελε να ακούσει τις συμβουλές της. Αντεξετασθείσα ανέφερε ότι δεν μπορούσε να την αποτρέψει από του να φύγει αφότου το αποφάσισε, ότι κατά τον χρόνο που βρισκόταν στη Λευκωσία δεν είχαν επικοινωνία και ότι ούτε κατά τον χρόνο που κατέθετε είχαν, χαρακτηρίζοντας την «το ρεζίλι της Κύπρου». Δεν γνώριζε πολλές λεπτομέρειες για την περιπέτεια της κόρης της, διότι δεν τη βίωσε από κοντά αλλά και διότι αυτά που της είπε ήταν τόσο σοκαριστικά για την ίδια που ενδεχομένως να ξέχασε κάποια από αυτά. Ο Μ.Κ.7, Αρχιαστυφύλακας Χριστοδούλου, στην κατάθεση του, Έγγραφο Ι, αναφέρθηκε στη λήψη της δεύτερης κατάθεσης από την Παραπονούμενη (26.11.21) και στις συλλήψεις και λήψεις καταθέσεων από τους Κατηγορούμενους 1, 2 και 3 κατά το διάστημα από 5.12.21 έως 10.12.
  20. Διευκρίνισε ότι κατά τον χρόνο λήψης της κατάθεσης Τεκμήριο 15 από τον Κατηγορούμενο 1 είχε ήδη προηγηθεί η κατάθεση του Κατηγορούμενου 2 Τεκμήρια 19-21 και μέσω εκείνης η μαρτυρία που είχαν περί του πελάτη (που είχε σεξ με την Παραπονούμενη έναντι αμοιβής) ήταν ότι επρόκειτο για τον Α.Ο.Ρ. (τον Μ.Κ.4) ενώ αργότερα ο Κατηγορούμενος 1 ανέφερε πως ο πελάτης ήταν άλλο πρόσωπο το οποίο είχε εξασφαλίσει το τηλέφωνο της Παραπονούμενης από τον εν λόγω Α.Ο.Ρ. (Μ.Κ.4). Εξήγησε τη διαδικασία προφορικής ανάκρισης των Κατηγορουμένων 1 και 3 (Τεκμήρια 12 και 25 αντίστοιχα) λέγοντας πως ο Κατηγορούμενος 3 μιλούσε καλά ελληνικά. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν είχε δει το περιεχόμενο του κινητού τηλεφώνου της Παραπονούμενης και δη βίντεο ερωτικού περιεχομένου αλλά συμφώνησε πως ο Μ.Κ.5 του είχε δείξει τέτοιο βίντεο της Παραπονούμενης. Δεν ήλεγξε άλλα τηλέφωνα (π.χ. του Κατηγορούμενου 2) ή τον τραπεζικό λογαριασμό της Παραπονούμενης. Η Μ.Κ.8 (Χ.Χ.), φίλη της Παραπονούμενης, στην κατάθεση της Έγγραφο ΙΑ περιγράφει τις περιστάσεις γνωριμίας της με την Παραπονούμενη, τη σχέση τους, τα προβλήματα που η τελευταία της εκμυστηρευόταν, την απόπειρα αυτοκτονίας που έκανε η Παραπονούμενη αλλά και τα όσα περιστοίχιζαν τη φυγή της στη Λευκωσία με τον Κατηγορούμενο
  21. Επίσης ανέφερε ότι την 1.10.21 τη συνάντησε στην εργασία της όπου διαπίστωσε ότι είχε αδυνατίσει και ήταν εν γένει χάλια και ταλαιπωρημένη. Η επόμενη φορά που την είδε ήταν στις 16.10.21 όταν ήλθε στη Λευκωσία για να την πάρει και να επιστρέψουν μαζί στο σπίτι της όπου την βρήκε ακόμα πιο ταλαιπωρημένη, πιο αδύνατη και πιο λυπημένη. Τη συνάντησε με τον Κατηγορούμενο 2 στη Λήδρας ο οποίος μιλούσε μαζί της στα Ρουμάνικα και όπως η Παραπονούμενη της ανέφερε αυτός προσπαθούσε να την πείσει να μείνει ακόμα μια μέρα κάτι με το οποίο η ίδια διαφωνούσε. Η Μ.Κ.9, αστυφύλακας Μιχαήλ τοποθετημένη στο ΓΚΕΠ και εκ των ανακριτών της υπόθεσης, στη γραπτή κατάθεση της Έγγραφο ΙΒ αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στις οδηγίες που έλαβε στις 24.11.21 από την υπεύθυνη της για διερεύνηση της υπόθεσης (από κοινού με τον Μ.Κ.7), στις συνεντεύξεις που έλαβε από την Παραπονούμενη ενόσω αυτή ευρίσκετο στο Καταφύγιο και στη συμπληρωματική κατάθεση που της έλαβε στις 5.12.21 (Έγγραφο Ε) οπότε και αναγνωρίστηκε ως «θύμα εμπορίας προσώπων και σεξουαλικής εκμετάλλευσης». Κατέγραψε επίσης τα σχετικά με τη σύλληψη του Κατηγορούμενου 1, την προφορική ανάκριση του (από τον Μ.Κ.7), τη λήψη κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο 2 (Έγγραφα 19-21), την κλήση του Ghita και τη λήψη κατάθεσης οπότε σχηματίστηκε χωριστός φάκελος, τη διαδικασία αναγνώρισης του Κατηγορούμενου 3 και τη λήψη κατάθεσης από τον ίδιο (Τεκμήριο 27) και τέλος τη λήψη κατάθεσης από τον αδελφό του Κατηγορούμενου 1, τον Florin, και τον σχηματισμό επίσης χωριστού φακέλου για τη δράση του εναντίον της Παραπονούμενης. Αντεξεταζόμενη σε σχέση με απειλητικό μήνυμα του Κατηγορούμενου 2 προς την Παραπονούμενη είπε πως το είχε δει στο κινητό της, το μετέφρασε και βεβαιώθηκε για τα λεγόμενα της Παραπονούμενης πλην όμως δεν φωτογράφησε την οθόνη (screenshot). Της ζητήθηκε και προσκόμισε το Έντυπο Αξιολόγησης, Τεκμήριο 31, επί του οποίου και απάντησε σε περαιτέρω ερωτήσεις για την κατάσταση και τα λεγόμενα της Παραπονούμενης. Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 3 και την προφορική του ανάκριση είπε πως αυτός γνώριζε πολύ καλά την ελληνική γλώσσα και έδωσε παραδείγματα (σ. 484). Η Μ.Κ.10 (Κ.Γ.) κατάθεσε ως εμπειρογνώμων ψυχολόγος, ειδικευμένη στις ψυχολογικές αξιολογήσεις Εξήγησε στη βάση του Τεκμηρίου ΙΔ, Έκθεσης Ψυχολογικής Αξιολόγησης που ετοίμασε για την Παραπονούμενη, τα δεδομένα που την οδήγησαν στη διάγνωση πως η τελευταία παρουσίαζε συμπτωματολογία Οριακής Διαταραχής Προσωπικότητας (Borderline Personality Disorder) (στο εξής «ΟΔΠ»). [1] Αξιολόγησε την Παραπονούμενη σε πέντε συναντήσεις τους, κατόπιν γραπτού αιτήματος του ΓΚΕΠ και του ΤΑΕ και κατόπιν οδηγιών του Κέντρου Εξειδικευμένων Αξιολογήσεων Ψυχικής Υγείας (Κ. Εξ. Α.Ψ.Υ). Ο Μ.Κ.11 αστυφύλακας Πιριπίτσης στην κατάθεση του, Έγγραφο ΙΕ, αναφέρει ότι την 5.12.2021 συνέλαβε τον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος αφού συνελήφθη ανέφερε «Δεν ξέρω τίποτε. Τα ξέρει όλα ο Βιορέλ». Περαιτέρω υιοθέτησε έγγραφο ημερ. 11.12.21 το οποίο αναγνώρισε ως το ημερολόγιο ενεργείας που συνέταξε ο ίδιος αναφορικά με την προφορική ανάκριση του Κατηγορούμενου 2 (Έγγραφο ΙΣΤ) και στο οποίο ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε και ότι τα γνωρίζει όλα ο Κατηγορούμενος
  22. Η Μ.Κ.12 (Π.Μ.) στην κατάθεση της Έγγραφο ΙΖ αναφέρει ότι είναι Βοηθός Διευθύντρια σε Λύκειο στη Λάρνακα, ότι μεταξύ των μαθητών τους είναι και η Παραπονουμένη, την οποία γνωρίζει αφού ήταν και καθηγήτρια της, ότι η τελευταία ήταν στο σχολείο από τις 7.9.21-10.9.21 και ότι μετά σταμάτησε να πηγαίνει διότι (όπως της είχε αναφέρει) θα μετακόμιζε στη Λευκωσία επειδή συζούσε με κάποιον και θα συνέχιζε να φοιτά σε σχολείο εκεί. Η μάρτυρας της έστειλε μήνυμα μετά από μια περίπου βδομάδα και την ρώτησε αν ήταν καλά και η Παραπονούμενη της είπε ότι έψαχνε σχολείο και ότι ήταν καλά. Στις 6.10.21 της έστειλε ξανά μήνυμα και η Παραπονούμενη δεν της απάντησε. Στις 18.10.21 η Παραπονούμενη επέστρεψε στο σχολείο και συνέχισε κανονικά τα μαθήματα της αλλά φαινόταν πολύ καταβεβλημένη, έχασε βάρος και όταν την προσέγγισε από ενδιαφέρον για να δει αν ήταν καλά η Παραπονούμενη της είπε ότι πέρασε πολύ δύσκολα και ότι ήρθε πίσω για να μην χάσει τη χρονιά. Στη συνέχεια έμαθε τα περί κακοποίησης της από τη Μ.Κ.
  23. Στις 29.10.21 ενημερώθηκε από τη Μ.Κ.8 ότι η Παραπονούμενη είχε φύγει για το εξωτερικό. Η Μ.Κ.13, (Ε.Π.) καθηγήτρια Συμβουλευτικής στο Λύκειο, στην κατάθεση της, Έγγραφο ΙΗ, αναφέρει ότι μεταξύ των μαθητών της είναι και η Παραπονούμενη, με την οποία λόγω του ότι είχε διάφορα περιστατικά, όπως κρίσεις πανικού και άγχος, είχαν αναπτύξει μια στενή σχέση και μιλούσαν. Αναφέρει και αυτή τη σύντομη φοίτηση της κατά την έναρξη της σχολικής χρονιάς 2021-22 και τη συνακόλουθη φυγή της στη Λευκωσία, την τηλεφωνική τους επικοινωνία λίγες μέρες μετά όπου η Παραπονούμενη δήλωσε καλά λέγοντας πως έψαχνε σπίτι για να εγγραφεί σε Λύκειο στη Λευκωσία. Η Μ.Κ.14 αστυφύλακας Ιωάννου στην κατάθεση της (Τεκμήριο 39) αναφέρει ότι είναι εκπαιδευμένη για λήψη καταθέσεων και συνεντεύξεων και ότι έλαβε την κατάθεση της Παραπονούμενης Έγγραφο Γ. Κατηγορούμενος 1 Ο Κατηγορούμενος 1 στη δική του μαρτυρία υιοθέτησε κατ' αρχάς τη γραπτή κατάθεση του, Τεκμήριο 15, επεξηγώντας κάποια σημεία της. Ειδικότερα είπε, μεταξύ άλλων, πως την Παραπονούμενη την είχε δει από πριν το γνωρίσει αφενός σε συνομιλία (βιντεόκληση) που εκείνη είχε με τον Άλεξ, όπου έδειξε τον πισινό της και αφετέρου στο βίντεο, Τεκμήριο 9, το οποίο κατείχαν διάφοροι και στο οποίο η Παραπονούμενη αυνανιζόταν. Είχε ερωτηθεί από φίλους του αν ήθελε να πάει και ο ίδιος μαζί της (για σεξ) και ενδιαφέρθηκε, οπότε, όταν σε μια έξοδο τους στο κλαμπ Corona στη Λάρνακα με τους Άλεξ και Cosmin (και ακόμα έναν), οι φίλοι του είπαν πως θα πήγαιναν στην κοπέλα αυτή, ζήτησε να πάει και ο ίδιος, οπότε τη γνώρισε και έκαμε σεξ μαζί της μετά που έκαμε ο Cosmin. Προσέθεσε πως όταν τη ρώτησε για τις έτοιμες βαλίτσες που είχε δει κοντά στο παράθυρο, η Παραπονούμενη του είπε πως ήθελε να φύγει από τη μάνα της. Νομίζει πως ήταν στη δεύτερη επίσκεψη που τής είπε να τη βοηθήσει και έτσι πήγαν άλλη μέρα με τον συνάδελφο του, τον Κατηγορούμενο 2, και την έφεραν στη Λευκωσία (στην Αγροκηπιά). Στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος 1 έδωσε κάποιες διευκρινίσεις σε σχέση με τις επόμενες μετακομίσεις της Παραπονούμενης (ήτοι στου Florin, στης Bety, στου Ghita κ.λπ.). Ήταν η θέση του πως η Παραπονούμενη γνώριζε εξαρχής ότι ο ίδιος είχε γυναίκαι και παιδιά αλλά το έμαθε και από τον Cosmin την επόμενη, ότι είναι παντρεμένος. Για το ότι θύμωσε όταν τη βρήκε στο σπίτι του Κατηγορούμενου 2 διερωτήθηκε από τη στιγμή που αποφάσισε να (της) ενοικιάσει σπίτι κάπου και να είναι η φιλενάδα του γιατί να βρίσκεται στο σπίτι κάποιου άλλου, επισημαίνοντας ότι από τη μετακόμιση της στου Ghita η Παραπονούμενη άρχισε να συμπεριφέρεται παράξενα και πως όταν την ενημέρωσε ότι δεν ήθελε να είναι μαζί της (αφού πάει με τον ένα και τον άλλον) εκείνη άρχισε να τον απειλεί ότι θα τον κανονίσει, ότι θα πάει στη γυναίκα του, στην Αστυνομία κ.λπ. Τις απειλές αυτές εκείνη επανέλαβε και άλλες φορές. Είπε επίσης πως πολλές φορές του έλεγε η Παραπονούμενη ότι ήθελε να κερδίσει εύκολα χρήματα π.χ. με το να δημοσιεύουν σε σελίδες πορνό ερωτικά βίντεο από δική τους σεξουαλική δραστηριότητα. Από την αρχή πήγαινε πάντα και στην εργασία του η Παραπονούμενη είτε με λεωφορείο είτε με ταξί. Ήταν η θέση του πως πολλές φορές ενόσω ήταν στη Λευκωσίαςη Παραπονούμενη είχε πάει στη Λάρνακα και επέστρεφε. Για το περιστατικό στις Α' Βοήθειες είπε πως την είχε πάρει στο νοσοκομείο και εκείνη έστελλε μηνύματα στον Κατηγορούμενο 2 να έρθει, οπότε ο ίδιος θύμωσε και έφυγε. Συμφώνησε ότι στο νοσοκομείο, τσακώθηκε λεκτικά με τον Κατηγορούμενο 2 αλλά έφυγε επειδή η Παραπονούμενη έλεγε ότι θα μείνει με τον Κατηγορούμενο
  24. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Αυγουστή είπε, μεταξύ άλλων, ότι είχε σχέση με την Παραπονούμενη περίπου μέχρι τέλος του Σεπτεμβρίου, ότι αργότερα την είδε μια μέρα πώς ντυνόταν στου Κατηγορούμενου 2 και κατάλαβε ότι μιλούσαν κρυφά με τον κατηγορούμενο 2 οπότε τής είπε ότι πλέον δεν ήθελε να κάνει σεξ μαζί της αλλά η Παραπονούμενη έπαιρνε τηλέφωνο και τον πίεζε ή τον απειλούσε (ότι θα το πει στη σύζυγο του). Σε σχέση με το βίντεο Τεκμήριο 9, είπε ότι του το είχε στείλει η Παραπονούμενη και όχι ο Κατηγορούμενος
  25. Συμφώνησε ότι ο Κατηγορούμενος 2 πήγε και έφερε την Παραπονούμενη στο πάρτι γενεθλίων του, όταν ο ίδιος αρνείτο να πάει να τη φέρει. Για το άλλο περιστατικό, με το σεξ επ' αμοιβή, είπε πως αυτός, η Παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος 2 ευρίσκοντο σε ένα πάρτι, έφυγε μαζί τους, τους μετέφερε στην πολυκατοικία που έμεναν και ο ίδιος έφυγε με το αυτοκίνητο, αφήνοντας τον Κατηγορούμενο 2 και την Παραπονούμενη στην οποία κάποιος είχε τηλεφωνήσει να βρεθούν. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Βραχίμη δέχθηκε ότι όταν τηλεφώνησε ο πελάτης στην Παραπονούμενη, αυτή τού έδωσε τη συσκευή τηλεφώνου για να του εξηγήσει ο ίδιος (Κατηγορούμενος 1) πού να πάει. Όταν έφτασαν στην πολυκατοικία ο πελάτης αυτός την περίμενε. Δεν τον γνώριζε ο ίδιος (ο Κατηγορούμενος 1), ο οποίος και έφυγε. Αρνήθηκε ότι είχε συνοδεύσει τον πελάτη στο περίπτερο ή στο διαμέρισμα της Παραπονούμενης ή ότι αργότερα ανέβηκε ξανά στο διαμέρισμα και ότι ρώτησε τον πελάτη αν ήταν ευχαριστημένος. Κατά την αντεξέταση του από την κα Κυθραιώτου υποστήριξε ότι η αλήθεια είναι όσα είχε πει στην κατάθεση του και στην κυρίως εξέταση του, μη θέλοντας να αλλάξει οτιδήποτε. Περιέγραψε ξανά την αρχική γνωριμία του με την Παραπονούμενη και είπε ότι την επόμενη φορά που πήγε είδε τις βαλίτσες και τη ρώτησε σχετικά. Του είχε πει πως δεν την πείραζε πού θα έμενε στη Λευκωσία, αρκεί να ήταν μαζί του και έτσι στην τρίτη επίσκεψη την έφερε στη Λευκωσία. Αλλά εκείνη όλο αυτό το διάστημα πηγαινοερχόταν στη Λάρνακα (με το λεωφορείο). Τον δικό του τον εργοδότη η Παραπονούμενη τον γνώρισε ενόσω διέμενε στου Danut (Gaby-Αγροκηπιά). Είπε ότι τον Florin (Μ.Υ.6) η Παραπονούμενη τον γνώρισε περί το τέλος Οκτωβρίου 2021, όταν μίλησαν μαζί του για ενοίκιο αλλά αργότερα θυμήθηκε ότι την κοινή αυτή επίσκεψη την έκαναν ενόσω η Παραπονούμενη έμενε ακόμα στη Λάρνακα. Δεν θυμόταν αν αυτή τη μέρα κατά τη διαδρομή από Λάρνακα ήταν μαζί τους και ο Κατηγορούμενος 2, αλλά θυμήθηκε ότι είχε προηγηθεί επίσκεψη στο σπίτι της εκείνη τη μέρα (και σεξ μαζί της) και ότι ήταν μαζί του ο Κατηγορούμενος 2 ο οποίος περίμενε στην κουζίνα. Ο Κατηγορούμενος 1 συμφώνησε ότι αρχικά είχε πει ψέματα για την ηλικία του στην Παραπονούμενη και ότι δεν ήξερε κάτι για την οικογενειακή του κατάσταση εξαρχής αλλά εκείνη έμαθε από τον Cosmin, οπότε και ο ίδιος πλέον τής είπε την αλήθεια για ηλικία (33 ετών) και ότι είχε τρία παιδιά. Ο Κατηγορούμενος 1 αρνήθηκε ότι ήθελε να φέρει την Παραπονούμενη στη Λευκωσία με μοναδικό σκοπό να την εκπορνεύσει. Είπε πως η ίδια του έλεγε τέτοια πράγματα, ήτοι ότι ήθελε να κάνουν βίντεο μαζί και να βγάλει εύκολα λεφτά. Δεν του είπε ποτέ όμως ότι ήθελε να γίνει πόρνη αν και δέχθηκε ότι ο ίδιος είπε το αντίθετο στην κατάθεση του (Ερ.130). Είπε πως τού έλεγε για εύκολα λεφτά με άνδρες και για σεξ, δεχόμενος ότι δεν του είπε για πορνεία. Ο ίδιος δεν της υποσχέθηκε κάτι εκτός από οικονομική βοήθεια, εάν μπορούσε, για το ενοίκιο. Απλά ήθελε να κάνει σεξ μαζί της και εάν ερχόταν στη Λευκωσία αυτό θα ήταν πιο εύκολο για τον ίδιο. Για την ηλικία της Παραπονούμενης είπε ότι δεν ήξερε όταν την γνώρισε και έκαμε σεξ μαζί της. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει πότε την έμαθε. Τότε του φάνηκε ότι ήταν μικρή σε ηλικία και για αυτό είχε νιώσει την ανάγκη να κρύψει χρόνια από τη δική του ηλικία. Θυμόταν ότι γιόρτασαν μαζί (στης Bety) τα γενέθλια της Παραπονούμενης όταν συμπλήρωσε τα 18 έτη. Γνώριζε πάντως ότι πήγαινε σχολείο ακόμα όταν την γνώρισε. Ανησύχησε που ήταν μικρή αλλά μετά το σεξ εκείνη του έλεγε πως αν δεν τη βοηθήσει θα τα έλεγε όλα στη σύζυγό του και επειδή ο ίδιος φοβόταν τής έκανε όλα τα χατίρια. Δεν θυμόταν από πότε άρχισαν αυτές οι απειλές. Στη συνέχεια δέχθηκε πως όταν έμαθε για τη σχέση της με τον Κατηγορούμενο 2 ο ίδιος νευρίασε διότι ήθελε να ήταν μόνο μαζί του η Παραπονούμενη και για αυτό τη μετέφερε σε άλλη διεύθυνση (στου Florin, Λύμπια). Αναφέρθηκε σε χρήματα που έδωσε στην Παραπονούμενη λέγοντας πως ενόσω εκείνη ευρίσκετο στη Λευκωσία της έδωσε χρήματα δύο-τρεις φορές (ήτοι €10, 20, 50), αν και δεν θυμόταν ακριβώς. Για την ίδια είπε πως του είχε πληρώσει μια φορά τη βενζίνη και πως πλήρωσε σε μια μπυραρία. Σε υποβολές ότι στις 6.10.21 του είχε τηλεφωνήσει ο Cosmin λέγοντας του να αφήσει ήσυχη την Παραπονούμενη και να την επιστρέψει στη μητέρα της (επειδή είχε μάθει από τον Κατηγορούμενο 2 ότι την κρατούσε κλειδωμένη κ.λπ.), ο Κατηγορούμενος 1 απάντησε ότι δεν θυμόταν. Όπως δεν θυμόταν και αν είχε πει στον Cosmin ότι ο Κατηγορούμενος 2 ήθελε να «πουλήσει» την Παραπονούμενη. Στη συνέχεια ερωτήθηκε ειδικά για όσα έγιναν στις 2.10.21 και συμφώνησε ότι η Παραπονούμενη, ο Κατηγορούμενος 2 και ο ίδιος πήγαν σε πάρτι γενεθλίων φίλου του στην Αγλαντζιά, όπου ήπιαν και διασκέδασαν, μέχρι που κάποιος τηλεφώνησε στην Παραπονούμενη. Αυτή ήθελε να τον συναντήσει, ο ίδιος εξήγησε τη διεύθυνση και μετέφερε την Παραπονούμενη και τον Κατηγορούμενο 2 στην πολυκατοικία που έμεναν και έφυγε. Αρνήθηκε ότι είδε το πρόσωπο το οποίο θα συναντούσε η Παραπονούμενη, ότι κατέβηκε, ότι είχε ανάμιξη σε ό,τι έγινε, καθώς και ότι μετά πήγε με την Παραπονούμενη στο μπαρ «Τροχός». Δέχθηκε όμως ότι σε παλαιότερη επικοινωνία του με τον φίλο του τον Andrei είχε ερωτηθεί αν ξέρει κάποια κοπέλα πόρνη και ότι έδωσε το τηλέφωνο της Παραπονούμενης αλλά πρόσθεσε πως δεν τού είπε για λεφτά. Απλά ότι κάνει εύκολα σεξ. Δεν υπήρχε κάποιος λόγος, είπε, που δεν το ανέφερε αυτό στην κατάθεση του, σε σχετική ερώτηση. Δεν ήξερε για ποιο λόγο δεν το είπε. Αργότερα υποστήριξε πως το είχε πει αλλά ίσως να μην το έγραψαν. Αρνήθηκε ότι στην προφορική του ανάκριση είχε πει πως έλεγε στην Παραπονούμενη να πάει με πελάτες. Σε λίγο είπε πως μίλησαν προφορικά αλλά δεν θυμόταν τι είπε πλην όμως δεν είπε ότι η Παραπονούμενη του είχε ζητήσει να γίνει το «ψάρι» της (μαστροπός) και ότι αρνήθηκε. Παρότι ήταν φιλενάδα του δεν τον ενόχλησε που την πήρε για να συναντηθεί με άλλον διότι την είχε μόνο για σεξ και αφού το είχε αυτό δεν τον ενδιέφερε. Αυτό σε αντίθεση με την αρχή που αντέδρασε όταν κατάλαβε (από ντύσιμο) ότι είχε κάμει σεξ με τον Κατηγορούμενο
  26. Για τις αναφορές του ότι η Παραπονούμενη έκανε σεξ με πολλούς είπε πως αφορούσαν τα όσα ήξερε από τον Άλεξ και τον Cosmin και ότι δεν είχε κάποια άλλη πληροφόρηση ότι έκαμε σεξ με άλλον εδώ στη Λευκωσία. Αρνήθηκε ότι το επεισόδιο που θύμωσε ο ίδιος για το σεξ με τον Κατηγορούμενο 2 ήταν μετά το πάρτι γενεθλίων στην Αγλαντζιά. Αρνήθηκε επίσης ότι την είχε πιάσει από τον λαιμό στις Α' Βοήθειες και είπε πως μετά που τη βρήκε με τον Κατηγορούμενο 2 ήταν εκείνη που ήθελε να πάει στου αδελφού του (του Florin, Λύμπια) διότι απλά δεν της άρεσε να μένει σε ένα τόπο, ήθελε πολλή σημασία και η ίδια ζητούσε να της δώσει ακόμα μια ευκαιρία και για αυτό ήθελε να μην είναι κοντά στον Κατηγορούμενο 2 ούτως ώστε να της έχει εμπιστοσύνη (ο Κατηγορούμενος 1). Περαιτέρω αρνήθηκε ότι την πήρε στου Florin με το ζόρι, ότι της αφαίρεσε έγγραφα, κάρτες, ταυτότητα, τηλέφωνο κ.λπ. ή ότι άλλαζε τους κωδικούς της σε εφαρμογές για να μην έχει επικοινωνίες εκείνη. Παρομοίως αρνήθηκε ότι γνώριζε πως η Bety ήταν πόρνη ή ότι ο ίδιος έλεγε στην Παραπονούμενη πως η Bety τον ρωτούσε αν είχε ο ίδιος πελάτες για να αναλάβει (η Παραπονούμενη). Δέχθηκε πως ο λόγος που έφυγε η Παραπονούμενη από τη Bety ήταν το ότι αυτή πρότεινε κάτι στην Παραπονούμενη και το ότι δεν της άρεσε το πώς της μίλησε. Προσέθεσε πως ο σύζυγος της Bety (Marian) του είχε πει πως η Παραπονούμενη μύριζε άσχημα και να πάει να την πάρει από εκεί. Τέλος, αρνήθηκε ότι ο ίδιος είχε προτείνει στην Παραπονούμενη να τη φέρει στη Λευκωσία, ότι αυτό το έκανε για να την εξωθήσει στην πορνεία, ότι αυτός είχε διευθετήσει τη συνάντηση της με τον Κατηγορούμενο 3 και ότι στη Λευκωσία τής είχε στερήσει τα αναγκαία προς επιβίωση με σκοπό εκείνη να αποδεχθεί την πρόταση του να εκπορνευθεί. Ο Μ.Υ.2 (Γ.Γ.) ανέφερε ότι είναι ο εργοδότης του Κατηγορούμενου 1 από το 2008 και ότι ο Κατηγορούμενος 1 περί τον Σεπτέμβριο του 2021 του είπε ότι γνώρισε μια κοπέλα (την οποία αναγνώρισε ως την Παραπονούμενη και) την οποία ο ίδιος είδε συνολικά τρεις φορές περί τα μέσα με τέλος Σεπτεμβρίου
  27. Σε μια περίπτωση τη μετέφερε ο ίδιος στην εργασία τους κατόπιν παράκλησης του Κατηγορούμενου 1, όπου κουβεντιάζοντας και ερωτηθείσα τι κάνει με τον Κατηγορούμενο 1 που είναι παντρεμένος με παιδιά, αυτή του ανέφερε ότι τον ερωτεύτηκε και τον αγάπησε και θα μείνει μαζί του. Από την άλλη ο Κατηγορούμενος 1 του είπε ότι θα έμενε μαζί της για λίγο καιρό με σκοπό το σεξ (μια «περιπέτεια») και μετά θα την άφηνε αφού (όπως του είχε πει) είναι παντρεμένος, έχει παιδιά και αγαπά την οικογένεια του. Όταν τη γνώρισε εκείνη του είπε ότι πήγαινε σχολείο, ότι ήταν 17-18 χρονών αλλά δεν θυμόταν αν είχε ήδη μετακομίσει στη Λευκωσία τότε ενώ ανέφερε πως και ο Κατηγορούμενος 2 εργαζόταν κοντά του χωρίς όμως να γνωρίζει λεπτομέρειες σχέσης του με την Παραπονούμενη. O M.Y.3 (Z.D.S- Danut), αναγνώρισε την Παραπονούμενη από τη φωτογραφία (Τεκμήριο 2) την οποία γνώρισε όταν την έφερε ο Κατηγορούμενος 1 για να διαμείνει στον γείτονα του, τον Gaby αφού ο ίδιος δεν μπορούσε να την φιλοξενήσει ως του είχε ζητήσει ο Κατηγορούμενος
  28. Ανέφερε ότι την είδε το απόγευμα της πρώτης μέρας και μετά την ξαναείδε την επόμενη μέρα να κάθεται στη βεράντα, να μιλά στο τηλέφωνο και να πίνει διότι όπως του είπε είχε τσακωθεί με τον Κατηγορούμενο 1 και δεν της απαντούσε τα τηλέφωνα. Αργότερα επέμενε να πάει στο νοσοκομείο επειδή δεν ένιωθε καλά, όπου πράγματι την πήρε ο Μ.Υ.3, της έδωσαν παναντόλ, ένιωσε καλύτερα και όταν επέστρεψε άρχισε να μιλά με νεαρούς στο τηλέφωνο. Την τρίτη μέρα την βρήκε με τον Gaby να μαγειρεύουν, έφαγαν όλοι μαζί και μετά εκείνη έκανε συνεχώς βιντεοκλήσεις με διάφορα άτομα. Του ζητούσε να πάρει τον Κατηγορούμενο 1 τηλέφωνο και έκλαιγε διότι ζήλευε που ο Κατηγορούμενος 1 ήταν με τη γυναίκα του. Αυτός τη ρωτούσε γιατί έμπλεξε μαζί του αφού ήξερε ότι ήταν παντρεμένος και η ίδια του είπε ότι της είπε ότι θα χωρίσει με τη γυναίκα του. Ο ίδιος της είπε ότι δεν πιστεύει ότι θα κάνει κάτι τέτοιο και αυτή του είπε αν δεν χωρίσει θα τον χωρίσει η ίδια και ότι ξέρει πώς θα το κάνει και ότι θα του κάνει και αυτή μωρό για να χωρίσει και σε άλλο σημείο ότι θα τον «κάτσει» φυλακή. Αυτός ήταν που της είπε και την πραγματική του ηλικία και επίσης τη συμβούλευσε να επιστρέψει στο σχολείο αλλά η ίδια επέμενε ότι θα εγγραφόταν σε σχολείο στη Λευκωσία και θα έβρισκε δουλειά. Την ρώτησε επίσης γιατί επιμένει με τον Κατηγορούμενο 1 εφόσον αντελήφθη και από τις πολλές φωτογραφίες με μόρια ανδρών που είχε στο κινητό της ότι ο Κατηγορούμενος 1 δεν ήταν ο πρώτος άντρας που γνώρισε και αυτή του απάντησε ότι τον θέλει επειδή «κάνει καλό σεξ», αποδεχόμενη πως δεν ήταν ο πρώτος της ο Κατηγορούμενος 1, αλλά λέγοντας του ότι θα σταματούσε στον Κατηγορούμενο 1, εννοώντας πως επιζητούσε σταθερή σχέση μαζί του. Στο σπίτι του Gaby ανέφερε ότι η Παραπονούμενη έμεινε τρεις μέρες και ακολούθως έφυγε και επέστρεψε για ένα βράδυ, χωρίς να δέχεται την υποβολή της Κατηγορούσας αρχής ότι τη δεύτερη φορά που πήγε έμεινε μερικές μέρες. Η Μ.Υ.4 (Μ.D.Β.) αδελφή του Κατηγορούμενου, ανέφερε ότι πήγε στο πάρτυ του αδελφού της στις 15.10.21, ότι είδε εκεί την Παραπονούμενη που είχε έρθει με τον Κατηγορούμενο 2, ότι ήταν ντυμένη προκλητικά και μεθυσμένη, ότι κατανάλωσε περισσότερο ποτό εκεί, ότι έκανε εμετό από το μεθύσι και έπεσε κάτω και ότι εν τέλει έφυγε υποβασταζόμενη. Δέχθηκε ότι αντιμετωπίζει υπόθεση για προσπάθεια επηρεασμού μάρτυρα λόγω μηνυμάτων που έστειλε στις 13.12.2021 στην Παραπονούμενη τα οποία ενώ αρχικά είπε πως μόνη της αποφάσισε να τα στείλει, αντεξεταζόμενη παραδέχθηκε ότι η σύζυγος του αδελφού της ήθελε να μάθει πληροφορίες και την έβαλε να ψάξει σχετικά. Επίσης προέβαλε διάφορες αιτιάσεις κατά της αστυνομίας εν σχέσει με την λόγω κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία. Ο Μ.Υ.5 (C.M.G- Marian), ανέφερε πως γνωρίζει τον Κατηγορούμενο 1 εδώ και περίπου 8‑10 χρόνια, ότι την Παραπονούμενη την είδε μόνο μια φορά, όταν ήρθε στο σπίτι του, με τον Κατηγορούμενο 2 για το πάρτι γενεθλίων του Κατηγορούμενου 1, ότι εκείνη τη μέρα άρχισε να συμπεριφέρεται περίεργα, έπινε μπύρες, άρχισε να κλαίει, έπεσε στο πάτωμα, έκανε εμετό και την πήρε ο Κατηγορούμενος 2 και έφυγαν. Όταν ο μάρτυρας τη ρώτησε γιατί κλαίει και του είπε πως θέλει τον Κατηγορούμενο 1, της είπε ότι αυτός έχει τρία παιδιά και είναι παντρεμένος. Τότε, ρώτησε τον Κατηγορούμενο 2 ποια είναι αυτή η κοπέλα και αυτός του είπε πως ήταν η γυναίκα του. Ανέφερε πως η Παραπονούμενη ήταν ήδη μεθυσμένη και μέθυσε ακόμα περισσότερο στο παρτυ και πως ο ίδιος δεν γνώριζε ότι ο Κατηγορούμενος 1 την είχε ερωμένη. Το έμαθε μόνο όταν ήρθε να μαρτυρήσει για την παρούσα υπόθεση. O Μ.Υ.6 (Τ.F) ανέφερε ότι γνώρισε την Παραπονούμενη περί τις αρχές Οκτωβρίου 2021 όταν ο Κατηγορούμενος 1 τον ρώτησε αν μπορούσε να του βρει δωμάτιο για την ερωμένη του, ότι πράγματι της προσέφερε ένα δωμάτιο στο σπίτι του στον Άγιο Δομέτιο όπου υπήρχαν πέντε δωμάτια, χωρίς όμως να θυμάται αν και τον Σεπτέμβριο του 2021 είχε επικοινωνήσει ξανά ο Κατηγορούμενος 1 μαζί του ζητώντας του να ενοικιάσει δωμάτιο σε ένα άλλο σπίτι στην Αγλαντζιά, Ανέφερε ότι η Παραπονούμενη έμεινε στον Άγιο Δομέτιο τρεις βδομάδες χωρίς να αποκλείει να ήταν και δύο, ότι κατά τη διάρκεια της παραμονής της κάποιες μέρες έβγαινε έξω με τον Κατηγορούμενο 1 ή και μόνη της, ότι ο Κατηγορούμενος 1 ερχόταν και έμενε για λίγο στο δωμάτιο της και ότι στην πορεία ήταν θυμωμένη με τον Κατηγορούμενο 1 επειδή δεν την επισκεπτόταν συχνά και δεν είχε λεφτά. Όταν ο Μ.Υ.6 της είπε πως ο Κατηγορούμενος 1 δεν θα άφηνε την οικογένεια του για να την παντρευτεί, του είπε πως αν δεν το κάνει «θα τον κανονίσει». Ο Μ.Υ.7 (H.G. - Gaby) ανέφερε ότι είδε για πρώτη φορά την Παραπονούμενη όταν ο Κατηγορούμενος 1 την έφερε για να μείνει μαζί του μέχρι να βρει κάπου να ενοικιάσει και με τη μαρτυρία του περιέγραψε τα όσα και ο Μ.Υ.3 ανέφερε για τις δύο πρώτες μέρες. Ανέφερε ότι την τρίτη μέρα όταν γύρισε από τη δουλειά δεν τη βρήκε σπίτι, ότι ήρθε αργότερα με τον Κατηγορούμενο 1, ότι άλλαξε ρούχα και πήγαν πρώτο στο καζίνο (όπου η Παραπονούμενη δεν μπορούσε να εισέλθει επειδή ήταν ανήλικη) και μετά στο μπαρ Τροχός. Ο Μ.Υ.7 δεν αντεξετάστηκε από τους συνηγόρους των Κατηγορουμένων 2 και
  29. Κατά την αντεξέταση του από την κα Κυθραιώτου ο Μ.Υ.7 αρνήθηκε ότι η Παραπονούμενη έμεινε για δύο περιόδους στο σπίτι του, ότι ήταν παρών στο πάρτι όπου η Παραπονούμενη γιόρτασε τα δέκατα όγδοα της γενέθλια στο σπίτι της Μπέτυ και του Μαριάν, ότι γνωρίζει την Μπέτυ ή τον Μαριάν ή ότι στην μπυραρία είπε στην Παραπονούμενη πως η Μπέτυ του είπε πως αυτή θα ήταν καλή για πόρνη. Ο Κατηγορούμενος 2 υιοθέτησε τις καταθέσεις του (Τεκμήρια 19-21) όπου αναφέρει μεταξύ άλλων ότι γνωρίζει τον Κατηγορούμενο 1 επειδή όταν πρωτοήρθε στην Κύπρο από τη Ρουμανία άρχισε να δουλεύει μαζί του και είναι συνάδελφοι και φίλοι. Επίσης αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος 1 δεν είχε προηγουμένως ασχοληθεί με την πορνεία. Την Παραπονούμενη ο ίδιος τη γνώρισε μέσω του Κατηγορούμενου 1 του οποίου ήταν τότε ερωτική σύντροφος διευκρινίζοντας ότι αργότερα περί τον Οκτώβριο του 2021 έγινε δική του σύντροφος. Διευκρίνισε προφορικά ότι ο ίδιος δεν είχε μεταβεί είτε στις 3.9.21 είτε στις 5.9.21 στο σπίτι της Παραπονούμενης μαζί με τον Μ.Κ.5 τον Άλεξ και τον Κατηγορούμενο
  30. Την γνώρισε σε άλλη περίπτωση λίγες μέρες πριν η Παραπονούμενη μετακομίσει στη Λευκωσία όταν πήγε με τον Κατηγορούμενο 1 για να την συναντήσει στην παραλία και μετά πήγαν στο σπίτι της, αλλά αυτός δεν μπήκε μέσα. Εκείνη τη μέρα είχαν έρθει στη συνέχεια στη Λευκωσία και τον άφησαν κάπου για να πάνε να δουν ένα σπίτι στην Αγλαντζιά. Κατά τη διαδρομή η Παραπονούμενη είχε αναφέρει την ηλικία της (17 ετών) καθώς και ότι τσακωνόταν με τη μητέρα της. Υποστήριξε επίσης ότι η Παραπονούμενη ήρθε στη Λευκωσία με τον Κατηγορούμενο 1 επειδή τον ερωτεύτηκε και περαιτέρω πως αν αυτός δεν την έπειθε δεν θα ερχόταν. Ήταν η θέση του ότι ο Κατηγορούμενος 1 την έφερε στη Λευκωσία για να βγάλει λεφτά πουλώντας την, αφού τον είχε μάλιστα ακούσει να λέει ότι με τα λεφτά που θα έβγαζε από αυτήν (δηλ. «πουλώντας την») θα αγόραζε αυτοκίνητο, πράγμα το οποίο ο ίδιος μετέφερε στην Παραπονούμενη επειδή είχε συναισθήματα για εκείνη. Η σχέση του με τον Κατηγορούμενου 1 ψυχράθηκε όταν εκείνος κατάλαβε ότι μεταξύ του ίδιου και της Παραπονούμενης υπήρχε κάτι πέραν του φιλικού και ο λόγος ήταν επειδή ο Κατηγορούμενος 1 ήθελε να την χρησιμοποιεί για σεξ χωρίς η γυναίκα του να το γνωρίζει. Όπως περαιτέρω υποστήριξε ο λόγος που την μετακίνησε από την Έγκωμη ήταν για να μην έχει σχέσεις μαζί του. Είχαν μάλιστα τσακωθεί με τον Κατηγορούμενο 1 στη δουλειά επειδή ο Κατηγορούμενος 2 του έλεγε να την αφήσει ήσυχη, ειδικά μετά που η Παραπονούμενη έστειλε μήνυμα στον Κατηγορούμενο 2 και του είπε ότι ήθελε να μείνει μαζί του. Επίσης αναφέρει τη θέση του για διάφορα επίδικα περιστατικά ήτοι το περιστατικό της 1.10.21 προς 2.10.21, όπου του καταλογίζεται βιασμός της Παραπονούμενης στο σπίτι του Τίτι τον οποίο αρνείται, αλλά και για το περιστατικό με τον πελάτη που συνευρέθηκε με την Παραπονούμενη έναντι αμοιβής στις 2.10.21 μετά το πάρτι στην Αγλαντζιά στο οποίο είχαν πάει ο ίδιος με τον Κατηγορούμενο 1 και την Παραπονούμενη, όπου και πάλιν αρνείται γνώση ή συμμετοχή στα γεγονότα από το σημείο που υπεισέρχεται στο σκηνικό ο πελάτης. Παραδέχεται μόνον ότι μετά που συνευρέθηκε με το εν λόγω πρόσωπο η Παραπονούμενη του είπε τί είχε γίνει κλαίγοντας και διαφώνησε με τη θέση ότι ήταν γνώστης από πριν του τί θα γινόταν. Αρνήθηκε τον ισχυριζόμενο βιασμό της Παραπονούμενης στις 16.10.21 μετά το πάρτι γενεθλίων του Κατηγορούμενου 1 αλλά και τις απειλές που του καταλογίζονται. Επίσης αναφέρεται και στην οικονομική της κατάσταση η οποία δεν ήταν καλή, όπως δεν ήταν καλή ούτε η ψυχολογική της κατάσταση, αφού έχασε κιλά και ήταν στεναχωρημένη ενώ μεταξύ 23.9.21 έως 30.9.21 πονούσε και στο σημείο των γεννητικών της οργάνων. Επίσης ανέφερε ότι γνωρίζει τον Μ.Κ.5 Cosmin ως φίλο της Παραπονούμενης λέγοντας πως αποτάθηκε σε εκείνον σε μια προσπάθεια να σώσει την Παραπονούμενη από τον Κατηγορούμενο 1 που προσπαθούσε να την κάνει πόρνη. Ο Κατηγορούμενος 3 στην κατάθεσή του (Τεκμήρια 27-29) ανέφερε ότι πήρε το τηλέφωνο της Παραπονούμενης από τον Μ.Κ.4 τον οποίο είχε προηγουμένως ρωτήσει αν έχει το τηλέφωνο κάποιας κοπέλας που κάνει σεξ για λεφτά, ότι ακολούθως της τηλεφώνησε για να δει αν ήταν διαθέσιμη, ότι ακολούθως αυτή έδωσε τη συσκευή στον Κατηγορούμενο 1 για να του εξηγήσει που να την συναντήσει, ότι αφού τους συνάντησε η Παραπονούμενη του ζήτησε να πάει σε περίπτερο για να φέρει κάποια πράγματα, κάτι το οποίο πράγματι έπραξε με τη συνοδεία του Κατηγορούμενου 1 αφού δεν ήξερε το δρόμο και ότι στη διαδρομή ο Κατηγορούμενος 1 του είπε πως βοηθούσε αυτή την κοπέλα και πως ο ίδιος ήταν παντρεμένος με δύο κόρες. Από το περίπτερο ο Κατηγορούμενος 3 αγόρασε, μεταξύ άλλων, αλκοόλ και προφυλακτικά. Όταν επέστρεψαν ο Κατηγορούμενος 1 τον πήρε στο δωμάτιο που ήταν η Παραπονούμενη και έφυγε. Ο Κατηγορούμενος 3 ρώτησε την Παραπονούμενη πώς και έκανε αυτή τη δουλειά και αυτή του εξήγησε το ιστορικό της Προσπάθησε δύο φορές να του βάλει προφυλακτικό, αλλά σκίστηκε και αυτός τη ρώτησε εάν συμφωνούσε να κάνουν σεξ χωρίς προφύλαξη και εκείνη δέχθηκε έτσι ήπιαν ποτό, ακολούθως του έκανε στοματικό σεξ και μετά ανέβηκε πάνω του και συνέχισαν το σεξ. Αυτός εκσπερμάτωσε, έβγαλε τα λεφτά από την τσέπη του, την πλήρωσε και της είπε πως ο ίδιος ήταν ευχαριστημένος, ενώ και η Παραπονούμενη του απάντησε το ίδιο. Μετά χτύπησε η πόρτα και ήταν ο Κατηγορούμενος 1, ο οποίος ρώτησε τον Κατηγορούμενο 3 εάν εκσπερμάτωσε και εάν είναι ευχαριστημένος και ακολούθως τον ρώτησε εάν ήξερε κι άλλους που θα πλήρωναν για σεξ, διότι η Παραπονούμενη ήθελε και άλλους πελάτες. Όταν ο Κατηγορούμενος 3 πήγε στο αυτοκίνητο για να φύγει, άκουσε φωνές και κατάλαβε πως ήταν η Παραπονούμενη. Τότε την πήρε τηλέφωνο για να βεβαιωθεί πως είναι καλά και εκείνη του είπε ότι ήταν εντάξει, ενώ μετά πήρε το τηλέφωνο ο Κατηγορούμενος 1, οπόταν ο Κατηγορούμενος 3 του είπε να μην της θυμώνει και είναι καλή κοπέλα. Αρνήθηκε πως η Παραπονούμενη δεν συμφώνησε στη συνουσία χωρίς προφύλαξη και υποστήριξε ότι ουδέν έπραξε οτιδήποτε παρά τη θέληση της ενώ αρνήθηκε επίσης πως γνώριζε ότι η Παραπονούμενη ήταν θύμα εμπορίας προσώπων. Υποστήριξε ότι ουδέποτε του λέχθηκε ή αντιλήφθηκε από τα γεγονότα ότι ο Κατηγορούμενος 1 ήταν ο μαστροπός της. Αμφισβήτησε ότι αντιλαμβανόταν τη διαδικασία κατά την προφορική του ανάκριση επειδή δεν υπήρχε παρούσα μεταφράστρια και συγκεκριμένα ανέφερε ότι δεν κατάλαβε τι σημαίνει η λέξη βιασμός στην οποία απέδωσε την έννοια της βιασύνης. Αξιολόγηση Μαρτυρίας-Ευρήματα Έχουμε παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες και εξετάσαμε στο σύνολο της κάθε άλλη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί. Είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε την αξιοπιστία και τη μαρτυρία στη βάση των καλώς γνωστών αρχών προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων όσον αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης. Σημειώνουμε ότι μέσα από τις εκατέρωθεν θέσεις, εκδοχές, υποβολές, παραδοχές ή άλλες δηλώσεις αναδεικνύεται και κάποιο υπόβαθρο γεγονότων τα οποία δεν αμφισβητούνται. Αυτά καθίστανται ευρήματα μας και θα διαφανούν στο κατάλληλο σημείο κατά την αναδίπλωση της αξιολόγησης η οποία ακολουθεί. Παρομοίως θα καταγραφούν όπου δει και τυχόν δηλωθέντα παραδεκτά γεγονότα. Έχουμε την άποψη ότι για σκοπούς αξιολόγησης και εξακρίβωσης των διαδραματισθέντων γεγονότων αυτά δύνανται αδρομερώς να διαχωριστούν σε τρεις βασικές ενότητες με βάση τον χρόνο και δη σε γεγονότα που αφορούν: - Τη διερεύνηση της υπόθεσης - Το οικογενειακό και προσωπικό ιστορικό της Παραπονούμενης μέχρι τις 28.6.21 - Την περίοδο μετά τη γνωριμία της Παραπονούμενης με τον Cosmin (Μ.Κ.5). (Α) Διερεύνηση Υπόθεσης Με τη χρονική αυτή περίοδο σχετίζονται κατ' αρχάς οι μαρτυρίες των δύο εκπαιδευτικών, Μ.Κ.12 και Μ.Κ.13 και στη συνέχεια αυτές των μελών της Αστυνομίας, Μ.Κ.1, Μ.Κ.2, Μ.Κ.7, Μ.Κ.9, Μ.Κ.11 και Μ.Κ.
  31. Βέβαια στην ίδια χρονική περίοδο εντάσσεται και η ψυχολογική αξιολόγηση της παραπονούμενης από τη Μ.Κ.
  32. Εκπαιδευτικοί Οι Μ.Κ.12 και Μ.Κ.13 είναι μάρτυρες για τις οποίες θα πρέπει να λεχθεί ότι έχουν εμπλακεί στην υπόθεση λόγω της ιδιότητας τους και δη αυτής του εκπαιδευτικού στο Λύκειο στο οποίο φοιτούσε η Παραπονούμενη κατά τον Σεπτέμβριο του
  33. Σημειώνεται πως η Μ.Κ.12 ήταν Βοηθός Διευθύντρια στο Λύκειο της Παραπονούμενης αλλά παράλληλα δίδασκε και συγκεκριμένο μάθημα στην τάξη της ενώ η Μ.Κ.13 ήταν καθηγήτρια Συμβουλευτικής στο ίδιο Λύκειο. Από αυτής της πλευράς είχαν την ευκαιρία να έχουν επαφή με την Παραπονούμενη τόσο πριν την έλευση της στη Λευκωσία όσο και μετά. Εξ ου και αναφορές στη μαρτυρία τους θα υπάρξουν και σε σχέση με άλλη ενότητα γεγονότων. Σχηματίσαμε την εντύπωση πως δεν είχαν κανένα λόγο να παραποιήσουν οποιοδήποτε στοιχείο μαρτυρίας. Αντιθέτως διαπιστώσαμε ότι με προσεκτικό, μεστό και πειστικό λόγο προσπάθησαν να μεταφέρουν τα όσα πραγματικά είχαν αντιληφθεί εν σχέσει με την υπόθεση. Με εξαίρεση κάποιες ημερομηνίες που αναφέρουν στις καταθέσεις τους (οι οποίες δεν συνάδουν με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία) θεωρούμε τις Μ.Κ.12 και 13 ως αξιόπιστες και αποδεχόμαστε στο σύνολό τους τα όσα ανέφεραν. Συνάγεται λοιπόν από τη μαρτυρία των Μ.Κ.12 και Μ.Κ.13 ότι μετά από την πολυήμερη απουσία της από το Λύκειο, η Παραπονούμενη επανεμφανίστηκε στις 18.10.
  34. Ήταν η μέρα που η Μ.Κ.12 διαπίστωσε πως η Παραπονούμενη ήταν πολύ καταβεβλημένη, είχε χάσει βάρος και χωρίς λεπτομέρειες είχε αναφέρει πως είχε περάσει πολύ δύσκολα. Η Μ.Κ.13 λόγω της δικής της ειδικότητας (του συμβούλου) λογικό ήταν πως είχε αναπτύξει από προηγουμένως τη στενή σχέση που αναφέρει και ότι μιλούσε με την Παραπονούμενη λόγω και των άλλων παλαιότερων περιστατικών (κρίσεων πανικού, άγχους κ.λπ.). Λογικό θεωρούμε και το ότι η Παραπονούμενη είχε στο πλαίσιο αυτό ενημερώσει τη Μ.Κ.13 περί της σχέσης (δεσμού) της με τον Κατηγορούμενο 1 και την απόφαση της να τον ακολουθήσει στη Λευκωσία. Ας σημειωθεί πως λίγες μέρες μετά την άφιξη της στη Λευκωσία, με πρωτοβουλία της Μ.Κ.13, είχαν και τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ τους. Συνεπώς εξίσου αναμενόμενη ήταν και η συνάντηση που είχε η Μ.Κ.13 με την Παραπονούμενη στις 20.10.21 στο σχολείο. Η εικόνα που αντίκρισε βέβαια δεν αμφισβητείται. Η Παραπονούμενη έκλαιγε συνεχώς, ήταν πολύ απογοητευμένη, δεν έβρισκε νόημα στη ζωή και το ουσιωδέστερο αναφερόταν σε βιασμό της, σε σεξ επ' αμοιβή με αποκορύφωμα την εκδήλωση αυτοκτονικών τάσεων. Ευλόγως λοιπόν και καθηκόντως η Μ.Κ.13 τής διευθέτησε συνάντηση με κυβερνητική ψυχίατρο, η οποία και την είδε στις 22.10.21, ημέρα Παρασκευή. Την ίδια μέρα την είδε και ψυχολόγος ενώ ακολούθησε και δεύτερη συνάντηση της με τη σχολική σύμβουλο Μ.Κ.13, στην οποία ανέφερε ότι πιθανόν να εγκυμονούσε. Ας σημειωθεί ότι από την πρώτη συνάντηση τους η Μ.Κ.13 είχε ήδη ενημερώσει το Γραφείο Ευημερίας ενώ προσπάθειες της Μ.Κ.13 να μιλήσει και με τη μητέρα της Παραπονούμενης είχαν αποβεί άκαρπες. Τη Δευτέρα 29.10.21 η Παραπονούμενη δεν εμφανίστηκε στο σχολείο ενώ η φίλη της, η Μ.Κ.8, η οποία την φιλοξενούσε, ενημέρωσε τη Βοηθό Διευθύντρια Μ.Κ.12 ότι η Παραπονούμενη είχε φύγει από την Κύπρο με τη μητέρα της. Ακολούθησε η ενημέρωση της Αστυνομίας μέσω της κατάθεσης που έδωσε η Μ.Κ.12 το μεσημέρι της ίδιας μέρας (Έγγραφο ΙΖ). Εντός ολίγων ημερών, στις 2.11.21 έδωσε και τη δική της κατάθεση η σύμβουλος Μ.Κ.13, στην οποία περιέλαβε και ενημέρωση της από τον Διευθυντή του Λυκείου τους περί τηλεφωνήματος της Παραπονούμενης στο οποίο του είχε πει ότι είναι έγκυος και ότι αναζητούσε αεροπορικό εισιτήριο για επιστροφή στις 4.11.21 από τη Ρουμανία. Εν τέλει επέστρεψε στις 7.11.21, διέμεινε και πάλι στο σπίτι της Μ.Κ.8, η οποία επιβεβαιώνει στο Έγγραφο ΙΑ ότι μετά από δύο-τρεις μέρες ήρθε μια κοινωνική λειτουργός και την παρέλαβε. Προφανώς ακολούθησε η φιλοξενία της στο ΣΠΑΒΟ, ως συνάγεται από το σύνολο της μαρτυρίας. Βασικά, όπως εξήγησε και η Παραπονούμενη, στις 11.11.21 είχε επισκεφθεί γυναικολόγο στη Λάρνακα και αργότερα ενημέρωσε τη σύμβουλο για την εγκυμοσύνη η οποία με τη σειρά της ενημέρωσε τους λειτουργούς του Γραφείου Ευημερίας, οι οποίοι έφτασαν στο σχολείο και ανέλαβαν την υπόθεση. Αυτοί ήταν οι πρώτοι που συμβούλευσαν την Παραπονούμενη ότι θα έπρεπε να αναφέρει τα διαδραματισθέντα στην Αστυνομία. Την επόμενη μέρα, 12.11.21, η Παραπονούμενη έδωσε την πρώτη της κατάθεση, το Έγγραφο Γ. Αστυφύλακες Όσον αφορά τους Μ.Κ.1, Μ.Κ.2, Μ.Κ,7, Μ.Κ.9, Μ.Κ.11 και Μ.Κ.14 οφείλουμε παρομοίως να πούμε πως όλοι ενεπλάκησαν στη διερεύνηση της υπόθεσης υπό την ιδιότητα τους ως μέλη της Αστυνομίας μετά την καταγγελία της Παραπονούμενης. Δεν διαπιστώσαμε για κανέναν από αυτούς να είχε οποιοδήποτε ειδικό ενδιαφέρον και πολύ περισσότερο οποιοδήποτε συμφέρον στην όλη πορεία και έκβαση της υπόθεσης. Ούτε αντιληφθήκαμε να είχαν οποιαδήποτε διάθεση ή πρόθεση να παραποιήσουν γεγονότα και πολύ περισσότερο να παραπλανήσουν το δικαστήριο. Αντιθέτως διαπιστώσαμε ότι απαντούσαν ευθέως, χωρίς υπεκφυγές, πειστικά και τεκμηριωμένα σε οτιδήποτε και αν είχαν ερωτηθεί. Η γενική εικόνα που έχουμε σχηματίσει για όλους είναι άριστη, τους θεωρούμε αξιόπιστους και αποδεχόμαστε τη μαρτυρία τους. Εννοείται ότι τυχόν εισηγήσεις οι οποίες βασίζονται στη δράση οποιουδήποτε από αυτούς (όπως π.χ. η εισήγηση του Κατηγορούμενου 1 για μη εντοπισμό άλλων μαρτύρων) εξετάζονται σε άλλο καταλληλότερο σημείο, σημειώνοντας μόνον, επί του παρόντος, πως και για αυτό το θέμα οι εμπλεκόμενοι αστυφύλακες παρέθεσαν με ειλικρίνεια τις ενέργειες τους, ακόμα και αν κάτι θα μπορούσε δυνητικά να καταλογιστεί εις βάρος τους. Συνάγεται από την εμπλοκή της Μ.Κ.14 ότι η υπόθεση αρχικά ανατέθηκε στον Κλάδο Διερεύνησης Υποθέσεων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων (ΚΔΥΣΚΑ), με τη Μ.Κ.14 να λαμβάνει στις 12.11.21 την προαναφερθείσα πρώτη κατάθεση της Παραπονούμενης (Έγγραφο Γ). Στη συνέχεια βέβαια η υπόθεση ανατέθηκε στο ΓΚΕΠ και συγκεκριμένα στους Μ.Κ.7 και Μ.Κ.
  35. Εξ αυτών η δεύτερη διενήργησε την προβλεπόμενη διαδικασία αναγνώρισης θύματος ενόσω η Παραπονούμενη ευρίσκετο στο Καταφύγιο, λαμβάνοντας από αυτή δύο συνεντεύξεις, στις 24.11.21 και στις 30.11.21 (Τεκμήριο 31) ενώ στο ενδιάμεσο διάστημα ο Μ.Κ.7 έλαβε στις 26.11.21 τη συμπληρωματική δεύτερη κατάθεση από την Παραπονούμενη (Έγγραφο Δ). Ας σημειωθεί πως πριν τη δεύτερη της κατάθεση η Παραπονούμενη είχε πάρει άδεια από το ΣΠΑΒΟ και μετέβη στο χωριό της για την κηδεία της γιαγιάς της πλην όμως καθυστέρησε να επιστρέψει, ως εξήγησε ο Μ.Κ.7 (πρακτικά, σ.407). Η ίδια η Παραπονούμενη εξηγεί στις καταθέσεις πως κάποιες μέρες από αυτές που απουσίασε είχε διαμείνει στου Κατηγορούμενου 2 (θέμα που αναλύεται κατωτέρω). Παράλληλα, στις 28.11.21, η Παραπονούμενη υπέδειξε στην εξετάστρια Μ.Κ.9 τρεις από τους χώρους στους οποίους διέμεινε κατά την παραμονή της στη Λευκωσία. Συγκεκριμένα υπέδειξε μια οικία στον Άγιο Δομέτιο, ένα διαμέρισμα στην Έγκωμη και μια οικία στα Λύμπια. Φωτογραφίες των υποδειχθέντων υποστατικών έλαβε ο Μ.Κ.1 με σχετικές επεξηγήσεις (Τεκμήρια 1 και 2) ενώ τα σχόλια της Παραπονούμενης κατά τις υποδείξεις έχουν καταγραφεί στο ειδικό έντυπο υπόδειξης σκηνών (Τεκμήριο 5). Βάσει δε του σχετικού Ν.60(Ι)/14 δόθηκε προθεσμία περίσκεψης στην Παραπονούμενη μέχρι τις 5.12.21, οπότε κατ' εκείνη την ημέρα αφενός έδωσε την τρίτη της κατάθεση στη Μ.Κ.9 (Έγγραφο Ε) και αφετέρου αναγνωρίστηκε ως θύμα εμπορίας μετά την αξιολόγηση που έγινε. Το μεσημέρι της ίδιας μέρας (5.12.21) εκδόθηκε και εκτελέστηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του Κατηγορουμένου 1 (Τεκμήρια 10, 11). Αμέσως μετά ο Μ.Κ.7 ανέκρινε προφορικά τον Κατηγορούμενο 1 και κατέγραψε τις δηλώσεις του σε ημερολόγιο ενεργείας του ΤΑΕ και δη στο Τεκμήριο
  36. Υπενθυμίζουμε ότι το εν λόγω έγγραφο κατατέθηκε χωρίς ένσταση και σε αντίθεση με σχετικές υποβολές ο Μ.Κ.7 είχε εξαρχής αναφέρει αφενός ότι η προφορική ανάκριση είχε γίνει με τη μεσολάβηση διερμηνέως (κας Ιωσήφ) και αφετέρου ότι ο ίδιος επιτόπου κατέγραψε σε πρόχειρες σημειώσεις τα διερμηνευόμενα, ούτως ώστε να μπορέσει πιο μετά να συντάξει το ημερολόγιο ενέργειας, όπερ και έπραξε αργότερα την ίδια μέρα (στις 18:30). Ο Μ.Κ.7 αμφισβητήθηκε έντονα εξ αφορμής του ότι δεν κράτησε τις πρόχειρες κόλλες στις οποίες είχε αρχικά καταγράψει τα λεγόμενα του Κατηγορουμένου
  37. Με όλο τον σεβασμό και με δεδομένο ότι και εκείνες τις πρόχειρες κόλλες πάλι ο Μ.Κ.7 τις είχε γράψει τον οποίον η υπεράσπιση αμφισβητεί (ότι κατέγραψε ορθώς), ούτε εμείς αντιλαμβανόμαστε τι περισσότερο θα προσέθετε η προσκόμιση εκείνων και όχι του δακτυλογραφημένου ημερολογίου ενέργειας που κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  38. Το επιχείρημα ότι αν υπήρχαν θα μπορούσαν να επαληθεύσουν δεν προσθέτει οτιδήποτε αφού και πάλι το θέμα επαφίεται στην αξιοπιστία του Μ.Κ.
  39. Για τον οποίον δεν έχουμε οποιαδήποτε αμφιβολία πως δεν είχε λόγο να παραποίησει οτιδήποτε και πως κατέγραψε επακριβώς τα όσα άκουσε, τα οποία κατά παρόμοιο τρόπο μετέφερε αργότερα στο Τεκμήριο
  40. Πέραν όμως της κρίσης μας για την αξιοπιστία του Μ.Κ.7 οφείλουμε να σημειώσουμε ότι κατά την αντεξέταση του και με εξαίρεση την καταγραφείσα απάντηση «Έκανα λάθος» δεν αμφισβητήθηκε ο Μ.Κ.7 για το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  41. Αντιθέτως τού ζητήθηκε επιβεβαίωση για το ότι κατέγραψε και τη δήλωση του Κατηγορουμένου 1 ότι αρνήθηκε να γίνει το «ψάρι» της, δηλαδή ο μαστροπός της, ενώ για την άλλη δήλωση του, ότι συναίνεσε να βοηθήσει την Παραπονούμενη να βρει πελάτες, σχολιάστηκε μόνο το ότι ήταν καταγραμμένη σε τρίτο πρόσωπο (πλάγιο λόγο). Πράγμα το οποίο κατά τη γνώμη μας δεν οδηγεί αφ' εαυτού στην απόρριψη των λεγομένων του Μ.Κ.7, διότι αυτό που έχει σημασία είναι αν έγιναν ή όχι οι συγκεκριμένες δηλώσεις (διαδίκου) τις οποίες μετέφερε ο εν λόγω μάρτυρας, ασχέτως εάν έχουν αποδοθεί σε πλάγιο λόγο. Με το πιο πάνω επιθυμούμε βασικά να επισημάνουμε πως στην πραγματικότητα δεν αμφισβητείται αφενός ότι υπήρξε προφορική ανάκριση αμέσως μετά τη σύλληψη και αφετέρου ότι το περιεχόμενο των απαντήσεων είναι αυτό το οποίο κατέγραψε ο Μ.Κ.
  42. Αν η θέση ήταν πως δεν είχαν λεχθεί όσα κατέγραψε θα ανέμενε κάποιος, έστω και αν δεν υπεβλήθη ένσταση στην παρουσίαση του ημερολογίου, να υποβληθεί σαφώς μία τέτοια θέση στον Μ.Κ.7 (όπως π.χ. έγινε με τη φράση «Έκανα λάθος»). Στη βάση των πιο πάνω σκέψεων δεν έχουμε οποιαδήποτε αμφιβολία πως το Τεκμήριο 12 αποδίδει σαφώς τις συγκεκριμένες δηλώσεις του Κατηγορουμένου 1 λίγο μετά τη σύλληψη του. Οφείλουμε δε να παρεμβάλουμε εδώ πως παρά την αμφισβήτηση (κατά την αντεξέταση) ότι είχε λεχθεί η φράση «Έκανα λάθος» εντούτοις εν τέλει κατά την αγόρευση (σ.72) αυτή ήταν δεκτή μέσα από το επιχείρημα ότι «Η δήλωση του Κατηγορούμενου ότι έκανε λάθος δεν υποδεικνύει ενοχή», χωρίς βέβαια να αξιολογούμε σε αυτό το στάδιο τι ενδεχομένως καλύπτει μια τέτοια δήλωση. Την ίδια μέρα, 5.12.21, ο Μ.Κ.11 συνέλαβε βάσει εντάλματος και τον Κατηγορούμενο
  43. Αυτός μετά την επίστηση απάντησε «Δεν ξέρω τίποτα. Τα ξέρει όλα ο Βιορέλ» (Τεκμήριο 37), πράγμα το οποίο επανέλαβε και στην προφορική ανάκριση του κατά την οποία προσέθεσε πως αυτός που είχε συνευρεθεί σεξουαλικά με την Παραπονούμενη περί τις αρχές Οκτωβρίου 2021 ήταν κάποιος Andrei και πως τα στοιχεία του τα γνωρίζει ο Kατηγορούμενος 1, αφού είναι φίλοι (Έγγραφο ΙΣΤ). Τις επόμενες μέρες ο Μ.Κ.7 έλαβε την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου 2 σε δύο μέρη (Τεκμήρια 19 έως 21) ενώ στις 8.12.21 ο ίδιος πήρε ανακριτική κατάθεση και από τον Κατηγορούμενο 1 (Τεκμήριο 15), για τον οποίο παρουσιάστηκε και το ημερολόγιο ενεργείας για όλα τα στάδια της πολύωρης παρουσίας του στο ΤΑΕ (Τεκμήριο 16), μεταξύ των οποίων είναι οι ενδιάμεσες συναντήσεις του με τον (τότε) δικηγόρο του, ο όποιος και ήταν παρών καθόλη τη διάρκεια λήψης της κατάθεσης (στο ίδιο δωμάτιο). Σε σχέση με τον Kατηγορούμενο 3 δεν θεωρούμε ότι δημιουργείται οποιαδήποτε σύγχυση η άλλο ζήτημα εν σχέσει με τον τρόπο που ο Μ.Κ.7 πληροφορήθηκε τα στοιχεία του. Όπως ο Μ.Κ.7 εξήγησε πειστικά και επιβεβαιώνεται από όλα τα σχετικά έγγραφα, ο Κατηγορούμενος 2 είχε δώσει μεν άλλο όνομα για το πρόσωπο που είχε κάνει σεξ επ' αμοιβή με την Παραπονούμενη (τον Andrei), πλην όμως ο Kατηγορούμενος 1, ήδη από την προφορική του ανάκριση αφενός είχε ξεκαθαρίσει πως ο Andrei είχε απλά μεσολαβήσει και αφετέρου είχε δώσει τον αριθμό τηλεφώνου του προσώπου που είχε κάνει σεξ επ' αμοιβή (Tεκμήριο 12). Είναι σε αυτή τη βάση που o Μ.Κ.7 εξήγησε πως αργότερα κατά τη λήψη κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο 1 είχε ενώπιον του δύο διαφορετικές θέσεις οπότε υπέβαλε ανάλογες ερωτήσεις για να εξεύρει την ορθή θέση. Εν πάση περιπτώσει, δέχθηκε ο Μ.Κ.7 πως ήταν μέσω τηλεφωνήματος του Κατηγορουμένου 1 στον Andrei που έμαθαν το τηλέφωνο του πελάτη ο οποίος είχε κάνει σεξ επ' αμοιβή και ότι ο Andrei (Μ.Κ.4) κλήθηκε για κατάθεση ως ο μεσάζων. Την οποία και όντως έδωσε στις 9.12.21 (Έγγραφο Ζ) και στην οποία κατονόμασε πλέον τον Κατηγορούμενο 3, ως το πρόσωπο που αναζήτησε κοπέλα για αγοραίο σεξ και που αργότερα έκανε σεξ με την Παραπονούμενη. Εξ ου και αργότερα την ίδια μέρα (9.12.21) εκδόθηκε και εκτελέστηκε ένταλμα σύλληψης και για τον Κατηγορούμενο 3 (Τεκμήριο 23), ο οποίος μετά την επίστηση απάντησε «εντάξει». Ο Μ.Κ.7 ανέκρινε και αυτόν προφορικά και κατέγραψε τις δηλώσεις του στο ημερολόγιο ενέργειας της ημέρας, Τεκμήριο
  44. Σε σχέση με τις ταυτόσημες υποβολές ότι ο Μ.Κ.7 δεν φύλαξε τις πρόχειρες κόλλες, επαναλαμβάνουμε όσα αναφέραμε πριν εν σχέσει με τις πανομοιότυπες αιτιάσεις εκ μέρους του Κατηγορουμένου 1, αποφαινόμενοι και τώρα ότι δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα για τον ίδιο λόγο. Πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο (τον Μ.Κ.7), που συνέταξε το ημερολόγιο ενέργειας λίγο αργότερα (Τεκμήριο 25) και οι όποιες υποβολές μπορούσαν και όντως έχουν τεθεί στον ίδιο, χωρίς οποιαδήποτε επίδραση από το γεγονός ότι δεν είχε διατηρήσει τις πρόχειρες σημειώσεις του. Η δε αμφισβήτηση των γραφομένων του θα ήταν η ίδια είτε προσκόμιζε πρόχειρες κόλλες είτε παρουσίαζε δακτυλογραφημένο κείμενο. Ας σημειωθεί πως η σφοδρότερη αμφισβήτηση προς τον Μ.Κ.7 ήταν σε σχέση με την γνώση της ελληνικής γλώσσας από τον Κατηγορούμενο 3 και την ικανότητα του να αντιληφθεί και συνεννοηθεί σε αυτή. Αυτό εξ αφορμής του ότι η προφορική ανάκριση διεξήχθη στην ελληνική, χωρίς τη μεσολάβηση διερμηνέως. Δεν θα συμφωνήσουμε με την εισήγηση, για πολλούς λόγους. Κατ' αρχάς πριν τη σύλληψη υπήρξε επίσκεψη στο σπίτι του Κατηγορουμένου 3 προς αναζήτηση του και όπως ο ίδιος αναφέρει (πρακτικά, σ.858) επειδή απουσίαζε μίλησε εκείνη τη στιγμή τηλεφωνικώς με τον «Νίκο» (που προφανώς εννοεί τον Μ.Κ.7), απάντησε σε κάποιες ερωτήσεις του και συνεννοήθηκαν να μεταβεί στον Σταθμό Κοκκινοτριμιθιάς και να τον αναμένει εκεί, πράγμα που ο Κατηγορούμενος 3 έπραξε. Δεύτερον, όταν αργότερα περιγράφει τη συνάντηση του με τον Μ.Κ.7 (και τη Μ.Κ.9) στον Σταθμό ρητώς δηλώνει ότι μιλούσαν στα ελληνικά, παραθέτοντας μάλιστα τον διάλογο που είχαν. Τρίτον, η Μ.Κ.9 επιβεβαιώνει ότι κατά τη μεταφορά του (από τον Σταθμό στο ΤΑΕ) συνομιλούσαν εντός του αυτοκινήτου με τον Κατηγορούμενο 3, ο οποίος κατανοούσε τι τού έλεγαν και απαντούσε. Τέταρτον, ο Κατηγορούμενος 3 δέχεται ότι μεταξύ άλλων τον είχαν ρωτήσει αν γνωρίζει καλά ελληνικά και ότι απάντησε ότι ξέρει αλλά όχι πολύ καλά. Πέμπτον, ενόσω αντεξετάζετο (από την κα Κυθραιώτου) άκουσε τον δικηγόρο του να διερωτάται μεγαλοφώνως κάτι στα ελληνικά και ο Κατηγορούμενος 3 αυθόρμητα, ενώ παρευρίσκετο διερμηνέας, απάντησε στα ελληνικά χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε μετάφραση. Αλλά και όσον αφορά την ουσία των δηλώσεων οι οποίες έχουν καταγραφεί στο Τεκμήριο 25, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι, με εξαίρεση μια, δεν έχουν αμφισβητηθεί. Στις δηλώσεις αυτές βασικά ο Κατηγορούμενος 3 δίδει με συνοπτικό τρόπο την εκδοχή του και η μόνη φράση η οποία αμφισβητείται είναι μία αναφερόμενη στον Κατηγορούμενο 1 και συγκεκριμένα στο ότι αυτός (λίγο πριν το διευθετηθέν σεξ επ' αμοιβή) ρώτησε τον Κατηγορούμενο 3 αν γνώριζε και άλλα πρόσωπα για να κανονίσει να επισκεφθούν την Παραπονούμενη για σεξ επ' αμοιβή διότι ο Κατηγορούμενος 1 έψαχνε και άλλους πελάτες. Δεν μας εξηγήθηκε, ούτε εντοπίσαμε κάποιο κίνητρο η λόγο για τον οποίο ο Μ.Κ.7 θα κατέγραφε αυτούσια, κατά τα άλλα μέρη της, την εκδοχή του Κατηγορουμένου 3 (την οποία ο Κατηγορούμενος 3 προώθησε και στο Δικαστήριο αργότερα) αλλά θα επέλεγε δολίως, όπως εμμέσως υπονοείται, να προσθέσει την πιο πάνω φράση. Υπενθυμίζουμε εδώ πως παρούσα κατά την προφορική ανάκριση ήταν και η Μ.Κ.9, η οποία αντεξεταζόμενη επιβεβαίωσε πως ο Κατηγορούμενος 3 είχε αναφέρει ακριβώς αυτά που έχουν καταγραφεί στο Τεκμήριο
  45. Όπως δε πολύ πειστικά ανέφερε η Μ.Κ.9, οι ανακριτές δεν είχαν μέχρι εκείνη τη στιγμή κάποια ένδειξη για τέτοιο διάλογο μεταξύ Κατηγορουμένου 1 και Κατηγορούμενου 3, εννοώντας ότι δεν θα μπορούσαν να κατασκευάσουν και συμπεριλάβουν τέτοια φράση από το μυαλό τους. Το ότι ο Κατηγορούμενος 3 αργότερα στην κατάθεσή του επανέλαβε ότι υπήρξε τέτοια φράση από τον Κατηγορούμενο 1 αλλά χρονικά την τοποθέτησε μετά την ολοκλήρωση της συνεύρεσης του με την Παραπονούμενη (Τεκμήριο 27, Ερώτηση αρ.2) δεν είναι ασφαλώς λόγος για να συμφωνήσει το δικαστήριο ότι δεν το είχε αναφέρει στην προφορική ανάκριση. Μάλλον το αντίθετο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν δεχόμαστε την εισήγηση. Δεχόμαστε τη θέση του Μ.Κ.7 ότι αφενός ο Κατηγορούμενος 3 μιλούσε και αντιλαμβάνετο καλά τα ελληνικά και γι' αυτό είχε μια καλή επικοινωνία μαζί του και αφετέρου ότι κατέγραψε επαρκώς επιτόπου και μετέφερε επακριβώς στο Τεκμήριο 25 τα λεχθέντα από τον Κατηγορούμενο
  46. Το γεγονός ότι αργότερα και προς τιμήν του, συνεκτιμώντας ότι σίγουρα θα γνώριζε πολύ καλύτερα τη μητρική του γλώσσα, ο Μ.Κ.7 έλαβε την ανακριτική του κατάθεση με τη βοήθεια διερμηνεία, ασφαλώς δεν διαφοροποιεί κάτι από όσα προαναφέραμε και κατά συνέπειαν ούτε την κρίση μας επί του σημείου αυτού. Την εν λόγω ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου 3 την έλαβε ο Μ.Κ.7 στις 10.12.21 (Τεκμήριο 27). Δεν θα μας απασχολήσει ιδιαίτερα το θέμα της διαδικασίας αναγνώρισης του Κατηγορούμενου 3 καθότι εν τέλει δεν αμφισβητείται πως ήταν το πρόσωπο το οποίο είχε σεξουαλική επαφή με την Παραπονούμενη στις 2.10.
  47. Για όποια σημασία δυνατόν να έχει όμως σημειώνουμε πως αποδεχόμαστε τη θέση του Μ.Κ.2, στο Έγγραφο Β, ότι στις 10.12.21 η Παραπονούμενη αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο 3 και ότι μετά την επίστηση αυτός απάντησε: «Εγώ έκανα σεξ μαζί της αλλά δεν την βίασα. Μου έκανε στοματικό έρωτα. Σε κάποια φάση αυτή ήρθε από πάνω μου και κάναμε σεξ και δεν έδειξε ότι δεν της άρεσε. Όταν έφυγα και οι δύο ήμασταν ευχαριστημένοι». Σημειώνεται περαιτέρω πως καθ' όλο το διάστημα από 5.12.21 έως 12.12.21 ο Μ.Κ.7 προσπαθούσε καθημερινώς, σε διάφορες περιπτώσεις και ώρες να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με την Bety, πλην όμως χωρίς αποτέλεσμα αφού δεν υπήρξε οποιαδήποτε απάντηση, ως έχει καταγραφεί στο σχετικό ημερολόγιο ενεργείας (Τεκμήριο 28). Περαιτέρω προστίθεται πως ως εξηγείται λεπτομερώς στη γραπτή κατάθεση της Μ.Κ.9, Έγγραφο ΙΒ, εναντίον του Ghita (προηγούμενου ενοίκου στο διαμέρισμα Έγκωμης) και του Florin (Λύμπια) στη βάση των αναφορών της Παραπονούμενης διερευνήθηκαν ξεχωριστές υποθέσεις άσεμνων επιθέσεων και σχηματίστηκαν ξεχωριστοί ποινικοί φάκελοι. Προωθήθηκαν δε και χωριστές ποινικές υποθέσεις οι οποίες εκκρεμούν, ως έχει προκύψει από την προφορική μαρτυρία. Κλινική Ψυχολόγος Καταληκτικά ως προς αυτή την πρώτη ενότητα, ας σημειωθεί, πως η κλινική ψυχολόγος (Μ.Κ.10) είχε πέντε συναντήσεις με την Παραπονούμενη κατά το διάστημα από 15.12.21 μέχρι 11.1.22, για σκοπούς σύνταξης της έκθεσης της (Έγγραφο ΙΔ). Οι αρχές με βάση τις οποίες αξιολογείται η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων είναι πολύ καλά γνωστές και δεν θεωρούμε ότι απαιτείται εξαντλητική παράθεσή τους. Αρκεί να λεχθεί πως όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Μελικίδης ν. Παπαγεωργίου

(2013)1(Α) Α.Α.Δ.832 για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων ισχύουν οι ίδιοι κανόνες που ισχύουν στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα. Το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, επιστημονικές πληροφορίες, ούτως ώστε το δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας αυτές τις πληροφορίες στα αποδειχθέντα ενώπιόν του γεγονότα, να σχηματίσει τη δική του κρίση. (Βλ. Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ.2298). Το διαφοροποιητικό στοιχείο σε σχέση με άλλους, συνήθεις μάρτυρες, είναι πως οι εμπειρογνώμονες δύνανται να αναφέρουν τα συμπεράσματα τα οποία προκύπτουν από γεγονότα και περαιτέρω, τη γνώμη τους, για θέματα όμως τα οποία άπτονται της ειδικότητας ή της εμπειρίας τους (βλ. "Το Δίκαιο της Απόδειξης", Ηλιάδης και Σάντης, 2014, σελ. 573). Σε σχέση με τη Μ.Κ.10 οφείλουμε εξαρχής να παρατηρήσουμε πως ούτε η εμπειρογνωμοσύνη της ούτε και η διάγνωση της έχουν αμφισβητηθεί. Ούτως ή άλλως αντεξετάστηκε μόνον από τον κ. Αναστασίου, ο οποίος επίσης εκλαμβάνοντας τη διάγνωση ως δεδομένη, υπέβαλε μόνον πως η Παραπονούμενη είχε στοιχεία εκδικητικότητας προς τον Κατηγορούμενο 1 και χειριστικότητας προς την ίδια τη Μ.Κ.10, και τα δύο χαρακτηριστικά της ΟΔΠ (Οριακής Διαταραχής Προσωπικότητας). Η συνολική μας εικόνα για τη Μ.Κ.10 είναι πως υπήρξε άψογη και πλήρως κατατοπιστική σε όλα τα θέματα. Απάντησε με επάρκεια τις ερωτήσεις που τής υποβλήθηκαν, επεξηγώντας τεκμηριωμένα τις τοποθετήσεις της κατά τρόπον που δύναται ευχερώς να προκύψει από αυτές συμπέρασμα, ως ήταν και η υποχρέωση της. Επιτελώντας το καθήκον της στο ακέραιο έδωσε σε μας όλες τις απαραίτητες επιστημονικές πληροφορίες ούτως ώστε εφαρμόζοντας τις να ελέγξουμε την ορθότητα των συμπερασμάτων της και να σχηματίσουμε τη δική μας κρίση κατά το στάδιο εφαρμογής τους επί των αποδειχθέντων ενώπιον μας γεγονότων και δη τις πράξεις, τα λεγόμενα, τις σκέψεις και εν γένει τη συμπεριφορά της Παραπονούμενης. Ασφαλώς και δεν ήταν ο ρόλος της να εξακριβώσει την ειλικρίνεια ή όχι της Παραπονούμενης, έργο το οποίο ανήκει στο Δικαστήριο που την έχει ακούσει. Δεχόμαστε λοιπόν από τη μαρτυρία της ως ορθό το συμπέρασμα της ότι η Παραπονούμενη παρουσίαζε οκτώ από τα δέκα διαγνωστικά κριτήρια της Οριακής Διαταραχής Προσωπικότητας (ΟΔΠ) και συγκεκριμένα παρουσίαζε: - Προσπάθειες αποφυγής της πραγματικής ή φαντασιωμένης εγκατάλειψης (συμβατές με το 1ο διαγνωστικό κριτήριο). - Πρότυπο ασταθών και έντονων διαπροσωπικών σχέσεων (συμβατό με το 2ο διαγνωστικό κριτήριο). - Επίμονα ασταθή εικόνα του εαυτού (συμβατή με το 3ο διαγνωστικό κριτήριο). - Παρορμητικότητα (συμβατή με το 4ο διαγνωστικό κριτήριο). - Υποτροπιάζουσα αυτοκτονική συμπεριφορά και απειλές αυτοκτονικής συμπεριφοράς (συμβατή με το 5ο διαγνωστικό κριτήριο). - Συναισθηματική αστάθεια (συμβατή με το 6ο διαγνωστικό κριτήριο). - Απρόσφορο, έντονο θυμό και δυσκολία ελέγχου του θυμού (συμβατό με το 8ο διαγνωστικό κριτήριο) και - Παροδικό, συνδεόμενο με στρες, παρανοειδή ιδεασμό (συμβατό με το 9ο διαγνωστικό κριτήριο). Η Μ.Κ.10 εξήγησε λεπτομερώς ποιες αναφορές, συναισθήματα και συμπεριφορές της Παραπονούμενης πληρούσαν ποια από τα ανωτέρω στοιχεία του DSM-5 και δεχόμαστε ως ορθά τα δικά της ακόλουθα ευρήματα. Σε σχέση με το 1ο κριτήριο ανωτέρω, ανέφερε πως η Παραπονούμενη, όπως και άλλα άτομα με ΟΔΠ, είναι άτομο που θα έκανε τα πάντα για να αποφύγει την εγκατάλειψη και όταν την υποψιάζεται και την αναμένει, εγκαταλείπει πρώτη αυτή τη σχέση για να μη βιώσει την απόρριψη. Η σχέση της με τη μητέρα της, κινείτο μεταξύ εξιδανίκευσης και υποτίμησης βάσει των λεγομένων της. Αφού η μητέρα της, τής είπε πως θα τη διώξει, ετοίμασε αυτή τις βαλίτσες της και έφυγε πρώτη για να μη βιώσει την απόρριψη και αντικατέστησε τη μητέρα της αμέσως με τον Κατηγορούμενο 1, αφού δεν αντέχει να μείνει μόνη της. Αναφορικά με το 2ο κριτήριο, η Μ.Κ.10 σημείωσε τις γρήγορες εναλλαγές στις διαπροσωπικές σχέσεις της Παραπονούμενης, παραδείγματος χάριν με τη μητέρα της, με τους φίλους της, με τις ερωτικές της σχέσεις. Σε σχέση με το 3ο πιο πάνω κριτήριο, η Παραπονούμενη παρουσίασε εναλλαγές στους στόχους της, τις αξίες της, τις σχέσεις που θέλει να έχει και τη σεξουαλική της ταυτότητα. Συγκεκριμένα σε σχέση με τον επαγγελματικό της προσανατολισμό, είπε αρχικά πως ήθελε να σπουδάσει γιατρός και ύστερα από μια εβδομάδα πως ήθελε να σπουδάσει μεταφράστρια. Στο σχολείο είχε αλλάξει παρέα για μια περίοδο. Πήγε από τους καλούς μαθητές και ήπιους συμμαθητές της, στους πιο δημοφιλείς συμμαθητές της, άλλαξε εμφάνιση και ντυνόταν πιο προκλητικά θέλοντας να ανήκει κάπου και οι άλλοι να τη βλέπουν ως σημαντική. Όταν τέτοια άτομα τα αμφισβητούν και δεν τα υπερασπίζονται, αυτά αναπτύσσουν καχυποψία για τις προθέσεις των άλλων και αμύνονται με επιθετικότητα, και αντιδραστικότητα. Δεν είναι τυχαίο που αρχικά η Παραπονούμενη ήταν καχύποπτη και με την ίδια τη Μ.Κ.10, όχι μόνο με την Αστυνομία και το Γραφείο Ευημερίας. Μόνο όταν ένιωσε άνετα με τη Μ.Κ.10 έδειξε το πραγματικό της συναίσθημα. Σχετικά με το 4ο πιο πάνω κριτήριο, διαπιστώθηκε παρορμητικότητα και αδυναμία ελέγχου των αντιδράσεών της. Κατά καιρούς έκανε κατάχρηση αλκοόλ και άλλαζε ερωτικούς συντρόφους. Σε σχέση με το 5ο κριτήριο, η Παραπονούμενη ανέφερε προς τη Μ.Κ.10 καταστροφικές προς τον εαυτό πράξεις, όπως απόπειρες αυτοκτονίας και λεκτικές τάσεις αυτοκτονίας, στοιχεία που έχουμε ενώπιον μας και από άλλη μαρτυρία. Σχετικά με το 6ο κριτήριο, δεχόμαστε ότι η Παραπονούμενη στο καταφύγιο έσπαζε πράγματα και τσίριζε, κάτι το οποίο ταιριάζει και με το 8ο κριτήριο, ενώ και το 9ο κριτήριο πληρούτο στην περίπτωσή της, αφού υπό κατάσταση στρες γινόταν καχύποπτη για τις προθέσεις των άλλων, π.χ ένιωθε ότι η Αστυνομία θα την άφηνε αβοήθητη κατόπιν της καταγγελίας της, ήταν αρχικά καχύποπτη και έναντι της Μ.Κ.10 κ.λπ. Δεχόμαστε από την κυρίως εξέτασή της Μ.Κ.10 πως η πιο σημαντική σχέση της ζωής είναι η σχέση των γονέων μεταξύ τους. Αυτό διότι, αποτελεί μοντέλο, πρότυπο δηλαδή, των σχέσεων που διαμορφώνουμε εμείς μετά ως ενήλικες στη ζωή μας. Άρα, αν έχουμε βιώσει μια κακοποιητική σχέση μεταξύ των γονέων μας, είναι μεγάλες οι πιθανότητες να καταφύγουμε και εμείς αργότερα σε κακοποιητικές σχέσεις, τις οποίες όμως δεν θα αναγνωρίζουμε ως τέτοιες, γιατί για εμάς τούτο είναι το φυσιολογικό. Η απουσία υποστηρικτικού δικτύου κατά την εξέλιξη των επίδικων γεγονότων, ότι ήταν μακριά από την πόλη της, τους φίλους της και την οικογένειά της, την έκαναν δυνητικά ευάλωτη στο να την εκμεταλλευτεί κάποιος. Δεχόμαστε επίσης, πως σε στρεσογόνες περιόδους, άτομα με ΟΔΠ αναπτύσσουν μια καχυποψία για τα κίνητρα των άλλων, ωθώντας τους στο να υιοθετούν χειριστικές συμπεριφορές για να μπορέσουν να εξασφαλίσουν την προστασία που οι ίδιοι νιώθουν ότι χρειάζονται. Το ότι όταν η Παραπονούμενη ένιωθε απόρριψη από τον Κατηγορούμενο 1 έβρισκε καταφύγιο στην αγκαλιά του Κατηγορούμενου 2 και είχε σεξουαλικές επαφές με τον τελευταίο, είναι συμβατό για την ίδια με τη διάγνωση της ΟΔΠ, διότι για αυτά τα άτομα είναι σημαντικότατο να νιώθουν πως υπάρχει κάποιος δίπλα τους που τους φροντίζει, τους στηρίζει και τους δίνει τη σημασία που δεν έλαβαν ποτέ τους. Εξαιτίας της εξαρτητικότητας στη συμπεριφορά τους, δηλαδή της ανάγκης τους να εξαρτούνται από κάποιον άλλο, προχωρούν συχνά σε αντικατάσταση του πρώτου ατόμου με κάποιο άλλο που νοιάζεται, για να μπορέσουν να εξασφαλίσουν τη βασική τους ανάγκη, να μην εγκαταλειφθούν, εγκαταλείποντας εκείνοι πρώτοι. Το ότι δε, η Παραπονούμενη ένιωθε φυλακισμένη στο δημόσιο καταφύγιο όπου αρχικά πήγε για να προστατευτεί, το ότι πίστευε πως δεν την καταλάβαινε κανένας και κατέφυγε στον Κατηγορούμενο 2 για προστασία, αφού πίστευε πως από τους κακούς ήταν ο καλύτερος, και πάλι επιβεβαιώνει τη διάγνωσή. Για άτομο εξαρτητικό στις σχέσεις του που επιζητά τη φροντίδα, τη στήριξη και την προσοχή, ένα καταφύγιο είναι δύσκολος χώρος να επιβιώσει, αφού εκεί ουδείς ένοικος θεωρείται σημαντικότερος από τον επόμενο. Τούτο, σε συνδυασμό με την αμφιθυμία της στο να καταγγείλει, αλλά και την παρορμητικότητά της, δηλαδή να ενεργεί πριν αναλογιστεί τις συνέπειες των πράξεών της, εξηγούν τη συμπεριφορά της. Δεχόμαστε ότι τα ψυχομετρικά test BDI, BAI και SCID‑5, καθώς και η δομημένη κλινική συνέντευξη σχετικά με το DSM-5, χρησιμοποιούνται επιβεβαιωτικά της αξιολόγησης που ο κλινικός ψυχολόγος κάνει, βάσει της κλινικής εξέτασης του ασθενούς. Δίδονται, στον ασθενή, με την οδηγία να αναλογιστεί τις ερωτήσεις σ' αυτά και να δώσει τις απαντήσεις που τον αντιπροσωπεύουν, την τελευταία εβδομάδα από αυτές που παρουσιάζονται εκεί. Τέλος δεχόμαστε τις θέσεις της αφενός ότι κατά την ψυχολογική αξιολόγηση δεν εντοπίστηκαν στοιχεία εκδικητικότητας απέναντι σε οποιονδήποτε από τους Κατηγορουμένους και ότι αντιθέτως για τον Κατηγορούμενο 1 είχε τρυφερά συναισθήματα αγάπης, εξ ου και είχε αρχικά αμφιθυμία κατά πόσον θα κατέφευγε σε καταγγελία και αφετέρου ΄ότι παρόλο που υπάρχει διαταραχή προσωπικότητας που ονομάζεται fictitious personality disorder, ένα άτομο δηλαδή ψευδώς να παριστάνει πως έχει συμπτώματα τα οποία δεν έχει, εντούτοις η Παραπονούμενη δεν πληρούσε τα διαγνωστικά κριτήρια αυτής. (Β) Οικογενειακό και Προσωπικό Ιστορικό της Παραπονούμενης μέχρι 28.6.21 Στην ενότητα αυτή ανήκουν τα γεγονότα τα οποία σχετίζονται με το ιστορικό και εν γένει την πορεία της Παραπονούμενης ουσιαστικά μέχρι και την απόπειρα αυτοκτονίας της στις 28.6.21. Παρέλκει βέβαια να πούμε πως είναι η ενότητα με τις ολιγότερες διαφωνίες επί γεγονότων. Θα μπορούσε μάλιστα να λεχθεί πως, τα γεγονότα της περιόδου αυτής, ως τα παρέθεσαν οι εμπλεκόμενοι μάρτυρες, συνιστούν αναντίλεκτα γεγονότα και κοινό υπόβαθρο μεταξύ Κατηγόρου και Κατηγορουμένων. Εκτός από την ίδια την Παραπονούμενη, οι μάρτυρες οι οποίοι σχετίζονται με την ενότητα αυτή είναι η Μ.Κ.6 (μητέρα) και η Μ.Κ.8 (φίλη). Η γενική εικόνα που έχουμε σχηματίσει για τις Μ.Κ.6 και Μ.Κ.8 είναι πως υπήρξαν αξιόπιστες και ειλικρινείς ενώπιον μας. Επί του παρόντος σημειώνουμε πως δεν έχουν αμφισβητηθεί για οποιοδήποτε ουσιώδες τμήμα της μαρτυρίας τους. Εν πρώτοις σημειώνεται πως η αναφερθείσα από την Παραπονούμενη ημερομηνία γέννησης της, ήτοι η 15η Σεπτεμβρίου 2003, είναι το πρώτο από τα αναντίλεκτα γεγονότα. Άλλα αναντίλεκτα στοιχεία για την παιδική και εφηβική ηλικία της εξάγονται αναλυτικότερα αφενός μέσα από τις δικές της, πρώτη και τρίτη κατάθεση, ήτοι τα Έγγραφα Γ και Ε, και αφετέρου μέσα από την κατάθεση της μητέρας Μ.Κ.6, ήτοι το Έγγραφο Θ, σε συνδυασμό πάντα και με κάποιες διευκρινίσεις οι οποίες προέκυψαν κατά την προφορική μαρτυρία μητέρας και κόρης. Για τις οποίες τονίζουμε ότι δεν υπήρξε αμφισβήτηση, όσον αφορά το ιστορικό τους. Όπως συνάγεται, η Παραπονούμενη γεννήθηκε στην Κρήτη κατά το 2003 από Ρουμάνα μητέρα και Κύπριο πατέρα, οι οποίοι είχαν γνωριστεί πιο παλιά στη Ρουμανία και συζούσαν. Ο πατέρας ήταν αλκοολικός, στοιχείο το οποίο είχε τη συμβολή του τότε στο ότι γινόταν βίαιος απέναντι στη μητέρα με αποτέλεσμα κατά τη διάρκεια της 11ετούς συμβίωσης τους να είχαν χωρίσει σε αρκετές περιπτώσεις και να τα έβρισκαν ξανά με την ελπίδα βελτίωσης της κατάστασης. Στην Κρήτη, σε τρεις περιπτώσεις η μήτερα τέθηκε υπό την προστασία της Αστυνομίας ενόσω εκκρεμούσαν υποθέσεις εναντίον του πατέρα για τα περιστατικά βίας. Αλλά και πάλι εκείνος την εντόπιζε και την απειλούσε, μέχρι που η Μ.Κ.6 κατάφερε να φύγει και, μετά από ενδιάμεση παραμονή στην Ιταλία για ένα μήνα, κατέληξε στην Ρουμανία με την Παραπονούμενη, όταν αυτή ήταν περίπου τριών - τεσσάρων ετών, (ήτοι περί το 2006 - 2007), η οποία και πήγε σε ρουμανικό παιδικό σταθμό, γνωρίζοντας μόνο ελληνικά ως τότε. Πλην όμως ο πατέρας τις εντόπισε, έφτασε στη Ρουμανία, οπότε προέκυψε επανασύνδεση του ζεύγους και συμβίωση περί το 2008. Οι ελπίδες όμως για βελτίωση της σχέσης διαψεύστηκαν ξανά. Παρότι είχαν την πολύ καλή οικονομική στήριξη του πατέρα και η Παραπονούμενη είχε τα πάντα, εντούτοις, λόγω της συνεχιζόμενης βίαιης συμπεριφοράς του, η μητέρα κατά το 2014 έθεσε οριστικό τέλος στη σχέση μόλις η Παραπονούμενη ολοκλήρωσε την Δ' τάξη Δημοτικού, οπότε μετακόμισαν σε διαμέρισμα της μητρικής γιαγιάς, έχοντας υποστήριξη από συγγενείς και προσπαθώντας για μία νέα αρχή. Η μητέρα εργαζόταν για να επιβιώσουν, ο δε πατέρας βοηθούσε μεν με το ποσό των €100 μηνιαίως πλην όμως εξαιτίας νέας συζύγου (η οποία δεν το επιθυμούσε), περιορίστηκαν οι επαφές του με την Παραπονούμενη, η οποία το εισέπραξε ως ένδειξη πιο πολλής σημασίας στη νέα σύζυγο και στα δύο της παιδιά, στους οποίους εκείνος προσέφερε περισσότερα, ενώ αντιθέτως ο πατέρας με τη μητέρα της τσακώνονταν όποτε μιλούσαν. Περί το 2015 και επειδή διάφοροι συγγενείς οι οποίοι την στήριζαν είχαν φύγει από τη ζωή, η μητέρα πήρε την απόφαση μετακόμισης στην Κύπρο. Ήρθαν συγκεκριμένα στη Λεμεσό, όπου διέμειναν για περίπου δύο έτη. Η Παραπονούμενη ενεγράφη σε Γυμνάσιο όπου παρά τις αρχικές σοβαρές δυσκολίες της στην ελληνική γλώσσα, κατάφερε να τις ξεπεράσει και να διαπρέψει μέχρι τον δεύτερο χρόνο (Αριστείο στη Β' Γυμνασίου). Οι δυσκολίες αυτές στη γλώσσα ήταν μια από τις αφορμές για τις οποίες είχε υποστεί περιπαικτικά σχόλια στο σχολείο (bullying). Η άλλη αφορμή για παρόμοια σχόλια ήταν το βάρος που είχε τότε. Η μετεγκατάστασή τους όμως στην Κύπρο, που είχε γίνει εν αγνοία του πατέρα, τον οδήγησε στο να μην ξαναμιλήσει στην Παραπονούμενη, με εξαίρεση τσακωμούς για τα οικονομικά (μέχρι το 2021 που με πρωτοβουλία της Παραπονούμενης έχουν γίνει κάπως καλύτερες οι σχέσεις τους). Ας σημειωθεί πως από αυτή την περίοδο, στη Λεμεσό, η Παραπονούμενη είχε αρχίσει να έχει κρίσεις πανικού. Μετά από πάροδο περίπου δύο ετών κατέστη αναγκαίο να φύγουν και από τη Λεμεσό όταν χρειάστηκε να επιστρέψουν το διαμέρισμα, στο οποίο έμεναν, στους κληρονόμους του φίλου ο οποίος τις είχε βοηθήσει και στηρίξει κατά την άφιξη και παραμονή τους εκεί. Πρόκειται για άντρα με τον οποίον η μητέρα της είχε δεσμό σε πολύ νεαρότερη ηλικία, ο οποίος απεβίωσε τα Χριστούγεννα
(2018)ενόσω η Παραπονούμενη ήταν στην Γ' Γυμνασίου και με τον οποίο η ίδια είχε πολύ καλή σχέση, (τον οποίον η Παραπονούμενη ενώπιον μας αποκαλούσε «πατριό»). Μετά τον θάνατο του εγκαταστάθηκαν στο Δασάκι Άχνας εν μέσω άσχημων αντιδράσεων της Παραπονούμενης, η οποία δεν ήθελε να στερηθεί τους φίλους της στη Λεμεσό, νευρίαζε, φώναζε, έκλαιε, αρνείτο να δει συγγενείς του πατέρα της στην περιοχή (γιαγιά, θεία) και έγινε καταθλιπτική, αρνούμενη παράλληλα κάθε έλεγχο από τη μητέρα της και απαιτώντας να την αφήσει να κάνει τα δικά της λάθη για να μάθει. Κατ' αυτή την αρχική περίοδο στο Δασάκι, σημειώθηκε και η πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας της Παραπονούμενης, ως εξήγησε η Μ.Κ.6. Είναι γεγονός πως κατά την αντεξέταση της Μ.Κ.6 προέκυψε κάποια σύγχυση ως προς το έτος μετακόμισης στο Δασάκι πλην όμως είναι ξεκάθαρο από την κατάθεση της Μ.Κ.8 (Έγγραφο ΙΑ) πως η Παραπονούμενη ενεγράφη για τους τελευταίους μήνες της Γ' τάξης στο Γυμνάσιο Λειβαδιών. Συνεπώς έχοντας υπόψιν πως κατά τον Σεπτέμβριο του 2021 θα πήγαινε στην Γ' Λυκείου, συμπεραίνουμε πως η μετακόμιση στο Δασάκι έγινε κατά το 2019 οπότε η Παραπονούμενη ευρίσκετο στην Γ' Γυμνασίου, πράγμα το οποίο συνάδει με την αναφορά της Παραπονούμενης στο Έγγραφο Γ ότι στη Λεμεσό έμειναν τρία χρόνια (2015-2018). Όπως αναφέρει η Μ.Κ.8 τη γνώρισε για πρώτη φορά στο Γυμνάσιο Λειβαδιών, παρότι συνδέθηκαν πιο καλά αργότερα (όταν βρέθηκαν στην ίδια τάξη στο Λύκειο). Μετά τον θάνατο του φίλου που τις βοηθούσε, ούτε η μητέρα της ούτε η ίδια η Παραπονούμενη ήταν ψυχολογικά καλά. Άρχισαν να έχουν μεταξύ τους έντονους καβγάδες διότι η Παραπονούμενη μετά τη διακοπή του δεσμού της (με τον Καρίμ κατά το 2021) αργούσε να έλθει σπίτι, δεν απαντούσε στα τηλέφωνα, ντυνόταν προκλητικά, δεν ήταν υπάκουη και απομακρύνθηκαν με τη μητέρα της, η οποία εξήγησε λεπτομερώς την κατάσταση. Κατά την περίοδο αυτή η μητέρα της είχε εργοδοτηθεί στο αεροδρόμιο Λάρνακας (χειραποσκευές), περιοριζόμενη στο να πηγαινοέρχεται στην εργασία της, έχοντας και πολλές νυχτερινές βάρδιες με εξαίρεση την περίοδο της καραντίνας. Παρομοίως όμως δεν επέτρεπε στην Παραπονούμενη να έχει εξόδους ή να φέρνει κόσμο στο σπίτι. Όπως είπαμε η σχέση την οποία η Παραπονούμενη είχε από 15 ετών με συμμαθητή της από την Λεμεσό (τον Καρίμ), με τον οποίο είχε και ολοκληρωμένη σεξουαλική σχέση, τερματίστηκε στις αρχές του καλοκαιριού του 2021 εξαιτίας της απόστασης. Ήταν η περίοδος που εξ αφορμής κάποιων αναμνήσεων της για τα παλαιότερα κάπως καλύτερα χρόνια, η Παραπονούμενη είχε ξανά κρίσεις πανικού και για δεύτερη φορά επιχείρησε να αυτοκτονήσει στις 28.6.21, με αποτέλεσμα να νοσηλευτεί για δύο μέρες στο Γ.Ν. Λάρνακας, όπου διαγνώστηκε με κατάθλιψη. Ο ισχυρισμός της για διήμερη νοσηλεία επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί. (Γ) Γεγονότα μετά τη γνωριμία της Παραπονούμενης με τον Μ.Κ.5 Η ενότητα αυτή αφορά τα γεγονότα από τη γνωριμία της Παραπονούμενης με τον Μ.Κ.5 (Cosmin) στις αρχές Ιουλίου του 2021 και εκτείνεται μέχρι όλα τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης που αρχίζουν από τη γνωριμία της με τον Κατηγορούμενο 1 στις 3.9.21 και ολοκληρώνονται με την επιστροφή της Παραπονούμενης στη Λάρνακα και στο Λύκειο της. Μάρτυρες γεγονότων για όλη αυτή την περίοδο είναι η Παραπονούμενη, ο Μ.Κ.4, ο Μ.Κ.5, οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 3, οι Μ.Υ.2 έως Μ.Υ.7 και πολύ πιο περιορισμένα οι Μ.Κ.6 και Μ.Κ.8, στις οποίες υπήρξε ήδη αναφορά. Ενισχυτική Μαρτυρία Σε σχέση με την αξιολόγηση της Παραπονούμενης οφείλουμε εξαρχής να παρατηρήσουμε πως στο κατηγορητήριο περιλαμβάνονται αδικήματα για τα οποία επιβάλλεται η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας και η αυτοπροειδοποίηση μας για τους ενδεχόμενους κινδύνους κατάληξης σε εύρημα ενοχής χωρίς την ύπαρξη τέτοιας μαρτυρίας. Δεν παραγνωρίζουμε ότι τόσο με το άρθρο 4
(3)του παλαιού Ν.87(Ι)/07 όσο και με το άρθρο 14(Ι) του ισχύοντος περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας Θυμάτων Ν.60(Ι)/14 δεν απαιτείται πλέον ενισχυτική μαρτυρία αλλά αυτό αφορά αδικήματα τα οποία προβλέπονται στους εν λόγω Νόμους, όπως είναι αυτά των κατηγοριών 2, 7 και 14 στην παρούσα. Πλην όμως για το αδίκημα της κατηγορίας 6 (μαστροπεία) παραμένει σε ισχύ η νομοθετική απαίτηση του Π.Κ.157(β) για την ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας ενώ και για τις κατηγορίες 4, 8 και 12 (βιασμός και απόπειρες βιασμού) ισχύει ο κανόνας πρακτικής που επιβάλλει την αναζήτηση αφού όπως εν τέλει διευκρινίστηκε στην υπόθεση Σ.Σ. κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.147/16, ημερ. 20.11.19, παρά τις καταργήσεις σε διάφορα νομοθετήματα εντούτοις «. παραμένει ο κανόνας πρακτικής για αναζήτηση ενίσχυσης της μαρτυρίας των Παραπονουμένων όταν οι κατηγορίες για σεξουαλικά αδικήματα στηρίζονται στον Ποινικό Κώδικα». Μέθοδος Αξιολόγησης Ως προς τη μέθοδο αξιολόγησης σε υποθέσεις στις οποίες τυγχάνει εφαρμογής ο ως άνω κανόνας πρακτικής έχουμε υπόψιν τα κατωτέρω λεχθέντα επίσης στην προαναφερθείσα υπόθεση Σ.Σ. κ.ά. ν. Δημοκρατίας: «Κατά την «πατροπαράδοτη προσέγγιση» εξεταζόταν σε πρώτο στάδιο η αξιοπιστία του μάρτυρα και αναζητείτο ενισχυτική μαρτυρία μόνο όταν ο μάρτυρας εκρίνετο κατ' αρχήν αξιόπιστος (βλ.Παρμαξής ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 224). Κατά την νεότερη «ορθολογιστική προσέγγιση» δεν υπάρχει λογικό έρεισμα στον κατατεμαχισμό της μαρτυρίας για σκοπούς αξιολόγησης της αξιοπιστίας οποιουδήποτε μάρτυρα και η μαρτυρία πρέπει να κρίνεται ως ενιαίο σύνολο (Ττοουλιάς (ανωτέρω) και Attorney General of Hong Kong v. Wong Mukping [1987] All ER488). Δεν πρόκειται για διαφορά ουσίας αλλά προσέγγισης. Ένας εμφανώς αναξιόπιστος μάρτυρας δεν μπορεί να τύχει ενίσχυσης αλλά η ορθολογιστική αντιμετώπιση του θέματος επιβάλλει να εξετάζεται πρώτα κατά πόσο υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία, πριν το δικαστήριο προχωρήσει στην τελική κρίση της αξιοπιστίας της ύποπτης μαρτυρίας (Ρόπας (ανωτέρω), Τεβλετιάν ν. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 512). Εν προκειμένω, το Κακουργιοδικείο δεν ακολούθησε ούτε τον παραδοσιακό, μήτε τον ενιαίο τρόπο προσέγγισης. Δεν εκτίμησε σε πρώτο στάδιο την αξιοπιστία του Μ.Κ.7 κατά την «πατροπαράδοτη προσέγγιση», αλλά ούτε αξιολόγησε τη μαρτυρία αυτή κατά τρόπο ενιαίο, λαμβάνοντας υπόψη κατά πόσο υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία, κατά την «ορθολογιστική προσέγγιση». Κατά πρωθύστερο τρόπο έθεσε, ως άνω, εκ προοιμίου τη μαρτυρία που θεώρησε ως ενισχυτική και μάλιστα, με τον ισχυρό τρόπο που το έπραξε. Σημειώνουμε ότι το ίδιο σφάλμα εντοπίστηκε και στην υπόθεση Χαραλάμπους (ανωτέρω) στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε πως με τον τρόπο αυτό «ελλοχεύει ο κίνδυνος μεταφοράς μιας αίσθησης ενοχής εξαιτίας της ενισχυτικής μαρτυρίας.»» Ας σημειωθεί ότι η πιο πάνω παραπομπή γίνεται στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 175/16, ημερ. 23.11.18, από την οποία, αν και αφορούσε ενίσχυση μαρτυρίας συνεργού, παρέχεται κατ' αναλογίαν χρήσιμη καθοδήγηση. Συνάγεται συγκεκριμένα πως η ορθή αντιμετώπιση της επίμαχης μαρτυρίας θα πρέπει να έχει ως έναυσμα την καθ' αυτό αποτίμηση του αξιόπιστου ή μη της μαρτυρίας. Εάν το πρόσωπο το οποίο αφορά ο κανόνας πρακτικής κρίνεται κατά βάση ως αξιόπιστος μάρτυρας από το δικαστήριο τότε τυχόν στοιχεία άλλης μαρτυρίας τα οποία τείνουν να ενισχύσουν το αξιόπιστο δύναται να αναζητηθούν, χωρίς όμως αυτό να είναι αναγκαίο. Είναι σε αυτό το σημείο που τονίστηκε από το Εφετείο ότι είναι λάθος όμως να κρίνεται το αξιόπιστο είτε στη βάση της ενισχυτικής είτε ως σφαιρική αντιμετώπιση του θέματος διότι ακριβώς ελλοχεύει ο προαναφερθείς κίνδυνος του πρωθύστερου τρόπου αξιολόγησης. Μάρτυρες με Ίδιον Συμφέρον ή Σκοπό (Ύποπτοι) Περαιτέρω έχουμε υπόψιν μας και την ανάγκη αυτοπροειδοποίησης για μαρτυρία προσώπου το οποίο σκοπεύει στην εξυπηρέτηση δικού του σκοπού ή συμφέροντος (βλ. Mousoulides ν. The Republic
(1983)2 C.L.R.336). Λαμβάνουμε σχετική καθοδήγηση από τη σχετική νομολογία και από τα όσα με επάρκεια εκτίθενται για το θέμα στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Ηλιάδης και Σάντης, 2014, (σ.544-550). Όπως εκεί παρατίθεται, η αναφορά σε μάρτυρα ο οποίος σκοπεύει στην εξυπηρέτηση δικού του σκοπού ή συμφέροντος προσδιορίζει στην ουσία κάποιο μάρτυρα ο οποίος, παρότι δεν είναι συνεργός εντούτοις, βρίσκεται στο μεταίχμιο του να θεωρηθεί συνεργός (βλ. Papachrysostomou v. The Police
(1988)2 C.L.R.55). Σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα πρακτικής η μαρτυρία προσώπου με ίδιον συμφέρον θα πρέπει να εξετάζεται με προσοχή και αναλόγως των γεγονότων της περίπτωσης. Η προσοχή και επιφυλακτικότητα με την οποία πρέπει να προσεγγίζεται τέτοια μαρτυρία διαφέρει αναλόγως της φύσης και έκτασης του συμφέροντος το οποίο έχει ο συγκεκριμένος μάρτυρας. Όσο μεγαλύτερο είναι το συμφέρον τόσο μεγαλύτερη είναι η ενδεικνυόμενη προσοχή (βλ. Λαζάρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ.633). Τονίζουμε πως για να θεωρηθεί κάποιος ως μάρτυς έχων συμφέρον να εξυπηρετήσει θα πρέπει το συμφέρον που έχει να σχετίζεται με την επιτυχία του ποινικού εγχειρήματος που αντιμετωπίζει κάποιος κατηγορούμενος. Μάρτυρες με Αλλότρια Κίνητρα Πέραν της πιο πάνω κατηγορίας (ύποπτων) μαρτύρων υπάρχει ακόμα μια η οποία προσδιορίζεται ως εξής στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης» (ανωτέρω) στη σελ.546: «Υπάρχουν φορές όπου η μαρτυρία κάποιων μαρτύρων πιθανόν να είναι μολυσμένη με αλλότρια κίνητρα για λόγους άλλους από αυτούς που αναλύο­νται αλλού στο παρόν κεφάλαιο. Ανεξαρτήτως αν στην κατηγορία αυτή Θα μπορούσαν να ενταχθούν και οι συνεργοί ή οι μάρτυρες που έχουν δικό τους σκοπό να εξυπηρετήσουν, η πιο εξειδικευμένη αυτή ομοταξία αφορά κυρίως σε μάρτυρες που δεν ανήκουν στις προαναφερθείσες κατηγορίες ενώ τίποτε δεν αποκλείει και την πιθανότητα ορισμένοι από αυτούς να είναι ίσως και συνεργοί ή και μάρτυρες με κάποιο άλλο δικό τους σκοπό να εξυπηρετήσουν. H έκταση και βαθμός της αυτοπροειδοποίησης του Δικαστηρίου σε τέτοιες περιπτώσεις, υπόκειται στα γεγονότα της κάθε περίπτωσης (R v Beck
(1982)1 All E.R.807).» (έμφαση δοθείσα) Θα έχουμε υπόψιν τις ως άνω αρχές δεδομένου ότι στην παρούσα υπόθεση κατέθεσαν ενόρκως όλοι οι Κατηγορούμενοι ενώ ενδεχομένως υπάρχουν και άλλοι μάρτυρες είτε με ίδιον συμφέρον είτε με αλλότρια κίνητρα για λόγους άλλους, αφού συμφωνούμε ότι είναι προτιμότερο να προσεγγίζεται η μαρτυρία τέτοιων προσώπων με ιδιαίτερη προσοχή και να υπάρχει αυτοπροειδοποίηση για τους εγγενείς κινδύνους καταδίκης στη βάση της μαρτυρίας αυτών ιδιαίτερα αν είναι η μοναδική ή ουσιωδώς σημαντική («Το Δίκαιο της Απόδειξης», σελ.550). Καταθέσεις-Δηλώσεις Κατηγορουμένων Ως προς τις καταθέσεις των Κατηγορουμένων σημειώνουμε πως αυτές θα εξεταστούν υπό το φως των συνήθων αρχών αξιολόγησης κατάθεσης κατηγορουμένου. Σχετική είναι η Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.109, η οποία υιοθετήθηκε στην Γαβριήλ v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ.693. Στις πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου υιοθετήθηκε η αγγλική υπόθεση Duncan, 73 Cr. App. R.359, όπου αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος τέτοιας κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται και το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και δύναται να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης. Αναγνωρίζεται δε ότι όπως είναι φυσικό δύναται να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο περιέχει δηλώσεις εναντίον του συμφέροντος του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης στα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. Ως γενικά προκύπτει από τη νομολογία η εκτίμηση της κατάθεσης κατηγορούμενου είναι θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να κρίνει την αξιοπιστία των μαρτύρων (βλ. και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ.190, Διευθυντής Τελωνείων ν. Καλλή
(1996)2 Α.Α.Δ.55, Γούμενος ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ.10). Ανάλογες αρχές ισχύουν και για άλλες δηλώσεις κατηγορουμένων (ή και άλλων μαρτύρων) προς την Αστυνομία. Κάθε μέρος μιας τέτοιας δήλωσης, το οποίο γίνεται δεκτό, αποτελεί μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται (βλ. «Το Δίκαιο της Απόδειξης», ανωτέρω, σελ.689). Περαιτέρω Αξιολόγηση-Ευρήματα Κρίνουμε πως εντάσσεται λειτουργικά σε αυτό το σημείο η γενική αποτύπωση της εικόνας που έχουμε σχηματίσει για τους βασικούς εμπλεκόμενους στην όλη περίοδο των γεγονότων. Με αυτό εννοούμε την Παραπονούμενη και τους Κατηγορούμενους, ενώ για τους άλλους μάρτυρες εκτιμούμε πώς πως εξυπηρετεί πιο καλά η σχετική αξιολόγηση τους στα κατάλληλα σημεία εμφάνισής τους στην πορεία των γεγονότων. Σε σχέση με την Παραπονούμενη θα πρέπει να πούμε ευθύς εξαρχής πως διαπιστώσαμε ιδίοις όμμασι (και ιδίοις ωσί) το παρορμητικό του χαρακτήρα της και σε αρκετές περιπτώσεις τον έντονο θυμό της. Τα στοιχεία όμως αυτά σε όλη την τριήμερη μαρτυρία της, συνόδευαν πάντοτε σαφείς, αμεσότατες και τεκμηριωμένες απαντήσεις. Μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι (ενίοτε και χωρίς να ήταν απαραίτητο) δεν άφησε τίποτε αναπάντητο και ασχολίαστο. Είναι αλήθεια πως θα μπορούσε κάποιος να εκπλαγεί από το ύφος, τον τόνο και τον θυμό με τα οποία απαντούσε. Όμως πολύ σύντομα θα διαπίστωνε όπως και εμείς πως αυτή ακριβώς ήταν η 19χρονη (πλέον) που κατέθετε σε μία σοβαρή υπόθεση στην οποία έτυχε να πρωταγωνιστήσει ακριβώς επειδή ήταν αυτή που ήταν. Ταλαιπωρημένη παιδιόθεν από ατυχείς σχέσεις γονέων, στερούμενη την πατρική ή και άλλη ανάλογη στοργή, αλλάζοντας τακτικά διαμονή, σχολείο και φίλους, κατέληξε μια οργισμένη 18χρονη κοπέλα, η οποία αντέδρασε απέναντι στη μητέρα της και στο όποιο περιβάλλον της, θέλοντας να κάμει η ίδια τα δικά της λάθη. Το ζήτημα είναι ότι οδεύοντας δεν συνάντησε μόνο τις δικές της συμπεριφορές και τα δικά της σφάλματα. Ισχυρίστηκε ότι βρέθηκε αντιμέτωπη με μεμπτές συμπεριφορές διαφόρων και δη των Κατηγορούμενων στις πέντε εβδομάδες περίπου που μεσολαβούν από την ημέρα κατά την οποία μπήκε στο όχημα του Κατηγορούμενου 1 για να τη φέρει στη Λευκωσία (9.9.21) μέχρι την ημέρα που ξαναμπήκε για να την επιστρέψει στη Λάρνακα (16.10.21). Το δε ερώτημα για εμάς ήταν κατά πόσον απέδωσε με ειλικρίνεια και τη δική της συμπεριφορά και τις συμπεριφορές των άλλων, ήτοι το σύνολο των γεγονότων που βίωσε όπως τα βίωσε. Η απάντηση μας είναι απερίφραστα καταφατική, ως θα διαφανεί στην πορεία κατά την εκτύλιξη των γεγονότων αυτών, όπου θα υποδειχθούν και τα επιμέρους χαρακτηριστικά της μαρτυρίας της. Αρκεί επί του παρόντος να σημειώσουμε πως ήταν συγκεκριμένη, πειστική και άμεση στις απαντήσεις, χωρίς οποιαδήποτε διάθεση υπεκφυγής ή παραπλάνησης. Ήταν αναμενόμενο πως θα υπήρχαν και σημεία ή λεπτομέρειες τις οποίες δεν θα ενθυμείτο. Μας είχε εντυπωσιάσει το ότι δεν άφησε τίποτα να καταλογιστεί εις βάρος κάποιου, για το οποίο η ίδια δεν ένιωθε τη βεβαιότητα που απαιτεί το καθήκον προς την αλήθεια των πραγμάτων δηλώνοντας το οποτεδήποτε είχε την παραμικρή αμφιβολία ή όταν δεν ενθυμείτο με βεβαιότητα. Μικροαντιφάσεις ή άλλες επουσιώδεις αδυναμίες επίσης υπήρξαν, πλην όμως σε καμμία περίπτωση τέτοιες οι οποίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ισχυρή και άριστη μας εντύπωση για την ειλικρίνεια και φιλαλήθειά της. Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 1 έχουμε την άποψη πως θα μπορούσαμε απλά να παραπέμψουμε στο άψυχο κείμενο των πρακτικών, καθότι εκτιμούμε πως οποιοσδήποτε τρίτος αντικειμενικός κριτής, έστω και αν δεν είχε βιώσει τη ζώσα ακροαματική διαδικασία, θα ομολογήσει γρήγορα πως μια τέτοια μαρτυρία δεν μπορεί να διεκδικεί βασίμως εύσημα αξιοπιστίας και πειστικότητας. Μάλιστα έχουμε την εντύπωση πώς σε αρκετά σημεία της προφορικής του μαρτυρίας αντιλαμβάνετο και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 1 ότι δεν ήταν καθόλου πειστικά τα όσα προέβαλλε. Ίσως δεν είναι τυχαίο που ούτε κατά τις αγορεύσεις κληθήκαμε ρητώς από τον συνήγορο του να στηριχθούμε στη δική του μαρτυρία. Συναφώς υπήρξε πολυβολισμός της ηθικής κυρίως, αλλά και της αξιοπιστίας της Παραπονούμενης και παράλληλα επιχειρήθηκε η κατάταξη του Κατηγορούμενου 1 στους αφελείς ή και άμυαλους ή ακόμα και χαζούς ανθρώπους πλην όμως εμείς έχουμε τη γνώμη πως αφελής θα ήταν η αποδοχή μιας τέτοιας άποψης για τον Κατηγορούμενο
  1. Δεν συμφωνούμε καθόλου ότι ήταν αφελής, άμυαλος ή χαζός. Το αντίθετο έχουμε αντιληφθεί. Είναι σαφές για εμάς ότι κατανοούσε πλήρως και εν τω γίγνεσθαι την κάθε πράξη ή παράλειψη του, έχοντας επίγνωση των συνεπειών της κάθε τέτοιας δράσης ή αδράνειάς του. Το ότι βρέθηκε κατά την ακρόαση σε πλείστες όσες περιπτώσεις υπό καθεστώς σύγχυσης ή αδυναμίας απάντησης ή αλλεπάλληλων αντιφάσεων ή ανακολουθιών ή παράλογων ισχυρισμών, ήταν σαφέστατο για εμάς ότι δεν οφείλετο στα φυσικά ανθρώπινα χαρακτηριστικά του, αλλά εμφανέστατα στο ότι δεν ήταν ειλικρινής απέναντι στο Δικαστήριο. Ούτε βέβαια είναι τυχαίο το ότι προέβαλε τόσες πολλές φορές την αδυναμία μνήμης, αλλά και τούτη κατά το δοκούν όταν αντιλαμβάνετο πλήρως τα σημεία που δυνητικά ήταν επικίνδυνα να τον εμπλέξουν. Ασφαλώς υπήρξαν και σημεία στα οποία, υπό το βάρος άλλης μαρτυρίας, υποχρεώθηκε να διαφοροποιήσει τη στάση του ή και άλλα στα οποία αποδέχθηκε θέσεις που ενδεχομένως επενεργούν εις βάρος του, αλλά και πάλι αυτές οι επιλογές του απλά αφενός επιβεβαιώνουν την ικανότητα του να ελίσσεται κατά το δοκούν και πάντως δεν διαφοροποιούν ποσώς τη συνολική μας εικόνα περί της αναξιοπιστίας του. Ο Κατηγορούμενος 2 είναι γεγονός πως αρχικά αντιμετώπιζε κοινές με τον Κατηγορούμενο 1 κατηγορίες (κατηγορίες 1,2,3,5 και 6). Αυτή τούτη η ιδιότητα του μας έθεσε εξαρχής σε εγρήγορση για τυχόν κίνητρο του να παραποιήσει τα γεγονότα και ιδίως για να «ρίξει» ευθύνες στον Κατηγορούμενο 1 με σκοπό να απεκδυθεί ο ίδιος τέτοιων. Η εγρήγορση στην οποία θέσαμε εαυτούς δεν σταμάτησε ούτε όταν οι σχετικές κατηγορίες που αντιμετώπιζε από κοινού μαζί του διακόπηκαν στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως και προτού ο ίδιος δώσει μαρτυρία. Όμως στην πορεία κατέστη αντιληπτό πως στην πραγματικότητα δεν υπήρχε μαρτυρία που να τον εμπλέκει στη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων. Δεν υπήρχε δηλαδή ποτέ μαρτυρία στην πραγματικότητα που να τον καθιστά συναυτουργό στα όσα καταλογίζονται στον Κατηγορούμενο 1, γεγονός το οποίο τείνει να εξαλείψει τυχόν κίνητρο για παραποίηση γεγονότων εις βάρος του τελευταίου. Γεγονότων επί των οποίων πρέπει να πούμε πως η μαρτυρία του είχε συνοχή και συνάφεια χωρίς να εντοπίζονται οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις. Γενικότερα δε η μαρτυρία του επί των πλείστων σημείων ως θα διαφανεί και πιο κάτω συνάδει και ταυτίζεται με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία κατά τρόπο που ενισχύει τη γενικά καλή εντύπωση που άφησε. Δεν διαφεύγει την προσοχή μας βέβαια πως σε κάποια σημεία φοβούμενος εμπλοκή σε αδικήματα που πράγματι δεν διέπραξε και στην προσπάθεια του να αποστασιοποιηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο από αυτά δεν αποτύπωσε την πραγματικότητα εξ ου και τη μαρτυρία του επί των εν λόγω σημείων ως θα διαφανεί δεν την αποδεχόμαστε. Φόβος ο οποίος θεωρούμε πως εν μέρει τουλάχιστον συνδεόταν και με τη γενικότερη αντίληψη που αποκτούσε προϊόντος του χρόνου εν σχέσει με τα όσα συνέβαιναν και στα οποία ως η θέση του ενέχετο ο Κατηγορούμενος 1 με τον οποίο τους συνέδεε, τότε, στενή φιλία. Η οποία μπορούσε δυνητικά να αποτελέσει αιτία να εκληφθεί και ο ίδιος σε αυτά ως συμμέτοχος ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν. Εξ ου και προσπάθησε να αρνηθεί γνώση για όσα αφορούσαν τη διευθέτηση με τον Κατηγορούμενο 3, τον οποίο βέβαια φαίνεται πως πράγματι ο ίδιος δεν είχε συναντήσει ποτέ ούτε και είχε εμπλακεί στη διαδικασία διευθέτησης της συνεύρεσης του με την Παραπονούμενη, ως ήταν άλλωστε η θέση του. Εν μέρει όμως ο φόβος του συνδεόταν και με απειλές, τις οποίες ως η θέση του δέχθηκε στις Κεντρικές Φυλακές και οι οποίες, ως ο ίδιος αντελήφθη, είχαν ως στόχο να μην πει οτιδήποτε εναντίον του Κατηγορούμενου
  2. Περιγράφει με γλαφυρότητα τα όσα βίωσε και υπό αυτό το πρίσμα δεν μας ξενίζει που κατά την αντεξέταση του από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου 1 ανέφερε ότι είναι εκ των υστέρων που αντελήφθη ότι ο Κατηγορούμενος 1 προσπαθούσε να «πουλήσει» την Παραπονούμενη. Ενώ βέβαια η πραγματικότητα ήταν ότι γνώριζε από πριν για τους λόγους που πολύ παραστατικά επεξήγησε στη συνέχεια (στη σ. 803) ερωτηθείς σχετικά από την Κατηγορούσα Αρχή. Γενικά η εντύπωση που άφησε ιδίως κατά την αντεξέταση του από την Κατηγορούσα Αρχή ήταν πως ήθελε να αναφέρει στο Δικαστήριο την αλήθεια, εξ ου και εντίμως και με ειλικρίνεια παραδέχθηκε ενώπιον μας ότι δεν είχε πει την αλήθεια όταν έλεγε πως δεν γνώριζε ότι η λέξη «ψάρι» στα ρουμάνικα σημαίνει και μαστροπός ή ότι τη μέρα που θα έφευγε τελειωτικά για τη Λάρνακα η Παραπονούμενη της είπε να μείνει και να γίνει ο ίδιος το «ψάρι» της. Ο Κατηγορούμενος 3 πρέπει να πούμε ότι δεν άφησε καλή εντύπωση. Και τούτο διότι παρά το ότι φαινομενικά παρουσίασε μια λεπτομερή αφήγηση των γεγονότων, εντούτοις η ουσιαστική εξέταση της μαρτυρίας του αποκαλύπτει πως στην πραγματικότητα σε αρκετές περιπτώσεις και επί ουσιωδών ζητημάτων, όπως ήταν για παράδειγμα το ζήτημα του εάν είχε αντιληφθεί τον ρόλο του Κατηγορούμενου 1 ή το τί είχε συζητήσει μαζί του αναφορικά με το ζήτημα της εξεύρεσης νέων πελατών, οι θέσεις του εναλλάσσοντο από το ένα άκρο στο άλλο. Σε τέτοιο βαθμό και με τέτοια ευκολία που ευλόγως κλόνισε τη γενικότερη αντίληψη μας ως προς τη φιλαλήθεια του. Δεν διστάζουμε δε να πούμε πως η εντύπωση που έδιδε αυτή η χωρίς πολλή σκέψη εναλλαγή των θέσεων του, ήταν πως δεν είχε ενδοιασμό στο να αναπροσαρμόζει τα γεγονότα και τις καταστάσεις κατά πως εξυπηρετούσε τον ίδιο αλλά ούτε και αντίληψη της υποχρέωσης του να αναφέρει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Γεγονότα Καλοκαιριού 2021 Προτού συνεχίσουμε με τα γεγονότα τα οποία ακολούθησαν την απόπειρα αυτοκτονίας, διευκρινίζουμε πως τα αμέσως επόμενα αυτά γεγονότα (του καλοκαιριού) προβάλλονται ως σχετιζόμενα τόσο με τις περιστάσεις μετακίνησης της Παραπονούμενης στη Λευκωσία όσο και με εισηγήσεις - κυρίως του Κατηγορούμενου 1 - ότι η Παραπονούμενη είναι μια παθολογική ψεύτρα, μοχθηρή, χειριστική, χωρίς ηθικούς φραγμούς και επικίνδυνη γυναίκα, η οποία συμμετείχε σε όργιο και η οποία από μόνη της και χωρίς ευθύνη του Κατηγορούμενου 1 αποφάσισε αφενός να φύγει από το πατρικό της και αφετέρου να εκδίδεται επ' αμοιβή. Επανερχόμενοι λοιπόν στην αξιολόγηση κατ' αρχάς σημειώνουμε ότι τα προαναφερθέντα γεγονότα έφεραν την Παραπονούμενη πιο κοντά με τη φίλη της την Άντρεα, την οποία είχε γνωρίσει από τις αρχές του
  3. Η γνωριμία της αυτή είχε ήδη προκαλέσει τους προαναφερθέντες τσακωμούς της Παραπονούμενης με τη μητέρα της, η οποία στη μια φορά που την είχε δει έπαθε σοκ από το πολύ προκλητικό ντύσιμο της. Γεγονός παραμένει πως και η Παραπονούμενη, έχοντας πλέον χάσει κάποια κιλά, είχε αρχίσει να ντύνεται με πιο εφαρμοστά και προκλητικά ρούχα. Η δε φίλη της η Άντρεα, μετά την απόπειρα αυτοκτονίας (28.6.21) επέμενε και της γνώρισε τον 18χρονο τότε Μ.Κ.5 (Cosmin) περί τις αρχές Ιουλίου του
  4. Στις δύο μέρες γνωριμίας τους είχαν επίσης ολοκληρωμένη σεξουαλική σχέση, πλην όμως η σχέση τους δεν κράτησε πέραν του ενός μηνός, διότι η ίδια αντιλήφθηκε ότι εκείνος σκεφτόταν άλλη κοπέλα με την οποία πήγαινε σε εξόδους (π.χ. συναυλία, πισίνα) παρότι εκείνη η κοπέλα δεν τον ήθελε. Ο δε Μ.Κ.5 επιβεβαιώνει τη γνωριμία του με την Παραπονούμενη περί τις αρχές Ιουλίου του 2021, τη δημιουργηθείσα ερωτική σχέση τους και το σύντομο της διάρκειας της διότι όντως αυτός σκεφτόταν και ήθελε την άλλη κοπέλα. Ας σημειωθεί πως κατ' αυτή την περίοδο η Παραπονούμενη εργαζόταν σε εστιατόριο στη Λάρνακα («Hobos»). Οι αναφορές εκ μέρους του Κατηγορούμενου 1 σε «όργιο» παραπέμπουν σε περιστατικό στο οποίο η Παραπονούμενη είχε κάμει σεξ με δύο πρόσωπα ταυτόχρονα κατά τον Αύγουστο του
  5. Πρόκειται για περιστατικό το οποίο απασχόλησε εκτε

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.