← Κύπρος

DINU RADU-VIOREL ν. GNOMON PHARMA LTD κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 1033/2019, 30/6/2023

DINU RADU-VIOREL ν. GNOMON PHARMA LTD κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 1033/2019, 30/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:B34 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 1033/2019 Μεταξύ DINU RADU-VIOREL Παραπονούμενου και

  1. GNOMON PHARMA LTD
  2. ΣΤΕΛΙΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 30 Ιουνίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Στρούζας. Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κα Σ. Μιχαήλ για Ε. ΜΙΧΑΗΛ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Κατηγορούμενος 2 παρών. ΠΟΙΝΗ Η κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίθηκαν ένοχοι κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε τέσσερις

(4)κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Πρόκειται για δύο επιταγές ύψους €123.
  2. Το Δικαστήριο, κατόπιν αξιολόγησης της ενώπιον του μαρτυρίας αλλά και με βάση τα γεγονότα εκείνα που δεν έτυχαν αμφισβήτησης[1] προέβη στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση:
  3. Η κατηγορούμενη 1 έλαβε έμβασμα από τον Παραπονούμενο για το συνολικό ποσό των €95.
  4. Οι επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 4 και 5) οι οποίες ήταν μεταχρονολογημένες δόθησαν στον Παραπονούμενο στη βάση των συμφωνιών Τεκμήρια 1 και
  5. Ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε τις επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 4 και 5).
  6. Ο Παραπονούμενος και η Κατηγορούμενη 1 συνήψαν στις 14/11/2017 την επενδυτική συμφωνία (investment agreement) - Τεκμήριο 1 στο πλαίσιο της οποίας ο Παραπονούμενος κατέβαλε στην κατηγορούμενη 1 το ποσό των €50.
  7. Στο πλαίσιο της ρηθείσας συμφωνίας εκδόθηκε από την Κατηγορούμενη 1 στις 15/11/2017 η επιταγή τεκμήριο 5 για το ποσό των €50.000 με δικαιούχο τον Παραπονούμενο και ήταν πληρωτέα στις 14/11/
  8. Η ρηθείσα επιταγή φέρει την υπογραφή του Κατηγορούμενου
  9. Σύμφωνα με την επενδυτική συμφωνία Τεκμήριο 1 σε περίπτωση που εντός 12 μηνών από τη σύναψη της συμφωνίας η Κατηγορούμενη 1 πλήρωνε το ποσό των €50.000 που είχε λάβει από τον Παραπονούμενο, ο Παραπονούμενος θα επέστρεφε στην Κατηγορούμενη 1 την επιταγή Τεκμήριο
  10. Με την επενδυτική συμφωνία Τεκμήριο 1 είχε επίσης συμφωνηθεί ότι η απόδοση της επένδυσης στο πλαίσιο της ρηθείσας επενδυτικής συμφωνίας (return value) θα ήταν το ποσό των €74.000 (το οποίο χαρακτηρίζεται στη συμφωνία ως το ελάχιστο ποσό απόδοσης) με το ελάχιστο συμφωνηθέν κέρδος να ανέρχεται στο ποσό των €24.
  11. Η Κατηγορούμενη 1 κατά τη σύναψη της επενδυτικής συμφωνίας Τεκμήριο 1 εκπροσωπήθηκε από τον Κατηγορούμενο 2 και στο σημείο των υπογραφών καταγράφηκε ότι ο Κατηγορούμενος 2 ενεργούσε για λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 (σελ. 3 του Τεκμηρίου 1).
  12. Η επιταγή - Τεκμήριο 5 κατατέθηκε στις 20/2/2019 στην τράπεζα και επιστράφηκε απλήρωτη. Επί της επιταγής Τεκμήριο 5 τοποθετήθηκαν οι ακόλουθες δύο σφραγίδες ίδιας ημερομηνίας: «ΑΠΟΤΑΘΕΙΤΕ ΣΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ» και «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΑΓΟΠΟΙΗΘΗΚΕ - ΚΑΠ».
  13. Ο Παραπονούμενος και η Κατηγορούμενη 1 συνήψαν επίσης στις 24/11/2017 και δεύτερη επενδυτική συμφωνία (investment agreement) - Τεκμήριο 2 στο πλαίσιο της οποίας ο Παραπονούμενος κατέβαλε στην κατηγορούμενη 1 το ποσό των €45.
  14. Παρά το γεγονός ότι στη ρηθείσα συμφωνία προβλεπόταν όπως και στη συμφωνία Τεκμήριο 1 ότι η Κατηγορούμενη 1 θα εξέδιδε τον Νοέμβριο του 2017 επιταγή για το ποσό των €45.000 που κατέβαλε ο Παραπονούμενος η οποία θα ήταν πληρωτέα στις 24/2/2018 και την οποία θα επέστρεφε ο Παραπονούμενος εάν πληρωνόταν από την Κατηγορούμενη 1 αυτό το ποσό στον Παραπονούμενο εντός 12 μηνών από τη σύναψη της συμφωνίας, εντούτοις, στο πλαίσιο της ρηθείσας συμφωνίας, η έκδοση της επιταγής έλαβε χώρα σε μεταγενέστερο στάδιο και συγκεκριμένα, η επιταγή - τεκμήριο 4 για ποσό ύψους €73.500 εκδόθηκε ένα έτος μετά την έκδοση της επιταγής Τεκμήριο 5 κατά τη συνάντηση του Παραπονούμενου με τον Κατηγορούμενο 2 σε κάποιο καφενείο στη Λάρνακα, οπόταν και ο Κατηγορούμενος 2 υπέγραψε ενώπιον του Παραπονούμενου και του παρέδωσε την επιταγή Τεκμήριο 4 που ήταν πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο, ήτοι στις 20/02/
  15. Η επιταγή - Τεκμήριο 4 φέρει την υπογραφή του Κατηγορούμενου 2 και είχε δοθεί ως εγγύηση για το ποσό των €45.000 που κατέβαλε ο Παραπονούμενος στην Κατηγορούμενη 1 στο πλαίσιο της επενδυτικής συμφωνίας Τεκμήριο 2 με το επιπρόσθετο ποσό της επιταγής να είχε δοθεί ως εγγύηση για το κέρδος (μέρος αυτού) που είχε συμφωνηθεί στο πλαίσιο των επενδυτικών συμφωνιών Τεκμηρίων 1 και
  16. Με την επενδυτική συμφωνία - Τεκμήριο 2 είχε συμφωνηθεί ότι η απόδοση της επένδυσης στο πλαίσιο της ρηθείσας επενδυτικής συμφωνίας (return value) θα ήταν το ποσό των €65.000 (το οποίο χαρακτηρίζεται στη συμφωνία ως το ελάχιστο ποσό απόδοσης) με το ελάχιστο συμφωνηθέν κέρδος να ανέρχεται στο ποσό των €20.
  17. Η Κατηγορούμενη 1 κατά τη σύναψη της επενδυτικής συμφωνίας Τεκμήριο 2 εκπροσωπήθηκε από τον Κατηγορούμενο 2 και στο σημείο των υπογραφών καταγράφηκε ότι ο Κατηγορούμενος 2 ενεργούσε για λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 (σελ. 3 του Τεκμηρίου 1).
  18. Η επιταγή - Τεκμήριο 4 κατατέθηκε στις 20/2/2019 στην τράπεζα και επιστράφηκε απλήρωτη. Επί της επιταγής Τεκμήριο 4 τοποθετήθηκαν οι ακόλουθες δύο σφραγίδες ίδιας ημερομηνίας: «ΑΠΟΤΑΘΕΙΤΕ ΣΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ» και «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΑΓΟΠΟΙΗΘΗΚΕ - ΚΑΠ».
  19. Η κατηγορούμενη 1 δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό στον Παραπονούμενο στο πλαίσιο των συμφωνιών Τεκμήριο 1 και 2 και ο Παραπονούμενος βλέποντας ότι δεν είχε πληρωθεί οποιοδήποτε ποσό στο πλαίσιο των συμφωνιών παρά τις οχλήσεις του Παραπονούμενου προς τον Κατηγορούμενο 2 προς τούτο, προέβη στην κατάθεση των επιταγών Τεκμήρια 4 και 5 οι οποίες επιστράφηκαν απλήρωτες.
  20. Ο Παραπονούμενος δεν είχε οποιαδήποτε ανάμιξη στη σύνταξη και περιεχόμενο των επίδικων συμφωνιών οι οποίες ετοιμάστηκαν από την πλευρά των Κατηγορουμένων και προωθήθηκαν σε αυτόν μέσω του ΜΚ
  21. Σε ότι αφορά τις συνθήκες γνωριμίας του Παραπονούμενου με τον Κατηγορούμενο 2, ο Παραπονούμενος γνώρισε τον Κατηγορούμενο 2 μέσω του ΜΚ2 και ήταν αυτοί που πρότειναν στον Παραπονούμενο να λάβει μέρος στις επίδικες επενδυτικές συμφωνίες με την πρόταση για κέρδος να είναι εισήγηση του κατηγορούμενου 2 και του ΜΚ2 με τον Παραπονούμενο να αποδέχεται την πρόταση επειδή του φάνηκε ενδιαφέρουσα και επειδή είχε εμπιστοσύνη στον ΜΚ2 τον οποίο γνώριζε.
  22. Ο Κατηγορούμενος 2 γνωρίστηκε με τον ΜΚ2 το έτος 2016 μέσω ενός κοινού φίλου. Ο ΜΚ2 έψαχνε να βρει προμηθευτή φαρμακευτικών προϊόντων για το Ερμπίλ στο Κουρδιστάν και ο κοινός αυτός φίλος του σύστησε τον Κατηγορούμενο 2 με τον οποίο ο ΜΚ2 επικοινώνησε προκειμένου να ξεκινήσουν τις διαδικασίες για εξαγωγή προϊόντων στο Κουρδιστάν. Σε αυτό το πλαίσιο, είχε έρθει στην Κύπρο ο ιδιοκτήτης μίας εταιρείας από το Κουρδιστάν και είχαν συνάψει κάποιες συμφωνίες προκειμένου να αρχίσει η Κατηγορούμενη 1 την παράδοση φαρμακευτικών προϊόντων στο Κουρδιστάν. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα είχε ζητηθεί μία μεγάλη παραγγελία από κεταμίνες για σκοπούς εξαγωγής στο Κουρδιστάν. Τότε, ο Κατηγορούμενος 2 αποτάθηκε στον ΜΚ2 ρωτώντας τον αν μπορούν να βρουν κάποιον να μπει στο έργο αυτό («project») σαν επενδυτής. Τότε, ο ΜΚ2 προσέγγισε τον Παραπονούμενο και του εξήγησε ότι υπήρχε μία καλή περίπτωση, ότι ο αγοραστής είναι πολύ θετικός και σωστός στο Κουρδιστάν και αν επιθυμούσε να έμπαινε μαζί τους στο έργο αυτό και ο Παραπονούμενος συμφώνησε να βάλει τα χρήματα του σε αυτήν την επιχείρηση εμπορίας φαρμακευτικών προϊόντων. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής υιοθέτησε τα γεγονότα ως αυτά εμφαίνονται στο κατηγορητήριο και ως αυτά αποτυπώνονται στα ευρήματα του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό εκ μέρους των Κατηγορουμένων 1 και 2 προς αποζημίωση του Παραπονούμενου. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Κατηγορουμένων, αγόρευσε ενώπιον του Δικαστηρίου προς μετριασμό της ποινής των Κατηγορουμένων. Στο πλαίσιο της αγόρευσης της αναφέρθηκε στις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 2, αλλά και στους ελαφρυντικούς παράγοντες τους οποίους εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του για σκοπούς καθορισμού της ποινής παραπέμποντας προς τούτο σε σχετική νομολογία. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφερε η ευπαίδευτη συνήγορος με την αγόρευση της προς μετριασμό της ποινής των Κατηγορουμένων 1 και
  23. Έχω επίσης λάβει υπόψη μου το περιεχόμενο της έκθεσηε του Γραφείου Ευημερίας σε σχέση με τον Κατηγορούμενο
  24. Αναφορά θα γίνει όπου και εάν κριθεί σκόπιμο στη συνέχεια. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα είναι σοβαρό. Αυτό διαφαίνεται τόσο από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται στο Νόμο (ποινή φυλάκισης μέχρι 3 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €10.000 ή και οι δύο αυτές ποινές) όσο και από το ότι το εν λόγω αδίκημα πλήττει καίρια σημαντικό έννομο αγαθό, αυτό της ασφάλειας και της εμπιστοσύνης των συναλλαγών, η προστασία των οποίων είναι πρωταρχικής σημασίας για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς.[2] Υποσκάπτει την εμπιστοσύνη που θα πρέπει να υπάρχει στις εμπορικές σχέσεις και ιδιαίτερα στις συναλλαγές με την έκδοση επιταγών, στο πλαίσιο των οποίων όσοι συναλλάσσονται με επιταγές θα πρέπει να έχουν την απαραίτητη εμπιστοσύνη ότι οι επιταγές, όταν θα καταστούν πληρωτέες και θα παρουσιαστούν, θα τιμηθούν.[3] Περαιτέρω, τα αδικήματα στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 βρίσκονται σε ανησυχητική έξαρση στη χώρα μας, κάτι που προκύπτει και από τις υποθέσεις που επιλαμβάνεται καθημερινά το Δικαστήριο, μεγάλο ποσοστό των οποίων αφορά τη διάπραξη αδικημάτων όπως αυτό της παρούσας υπόθεσης. Επομένως, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη πιο αυστηρών ποινών προς αποτροπή.[4] Αποτελεί καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή ότι η ποινή πρέπει να ικανοποιεί τους σκοπούς του Νόμου, να ενεργεί αποτρεπτικά και να προστατεύει το κοινό.[5] Η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από το νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής συνιστά έναν από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της.[6] Όπως τέθηκε στην Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632 «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Δεν πρέπει δε να λησμονείται ότι οι συνθήκες τέλεσης ενός αδικήματος συνιστούν το βασικότερο παράγοντα προσδιορισμού της σοβαρότητας του αδικήματος με ανάλογες επιπτώσεις στην επιμέτρηση της ποινής.[7] Στην υπόθεση Καττής κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 262 επισημάνθηκε ότι στην κατάλληλη περίπτωση είναι δυνατό το Δικαστήριο να επιβάλει ακόμη και την ανώτατη ποινή που προβλέπει ο Νόμος. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη.[8] Ο στόχος του Δικαστηρίου στο πλαίσιο εξατομίκευσης της ποινής είναι η επιβολή δίκαιης ποινής, η οποία να αρμόζει τόσο στο έγκλημα όσο και στον δράστη.[9] Από την άλλη όμως δεν παραγνωρίζω ότι η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής η οποία επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή.[10] Αδικήματα αυτής της φύσης έχουν αυξηθεί ανησυχητικά. Η ανάγκη για αποτρεπτικές ποινές, ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, προέχει για την προστασία της κοινωνίας. Δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής και η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και των συνθηκών του παραβάτη.[11] Οι αποφάσεις και οι ποινές που επιβάλλονται σε παρόμοιας φύσεως υποθέσεις, λαμβάνονται βέβαια υπόψη, επειδή δεν είναι επιθυμητή η ανομοιομορφία στη μεταχείριση αδικοπραγούντων. Όπως, όμως, τονίστηκε στην υπόθεση Al-Awar κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160, με τις ποινές που επιβάλλονται δεν καθορίζεται, με οποιοδήποτε τρόπο, μια στατική διατίμηση. Οι προηγούμενες ποινές και η προσέγγιση των Δικαστηρίων στο πρόσφατο και απώτερο παρελθόν είναι ενδεικτικές του τρόπου αντιμετώπισης των υποθέσεων κατά το χρόνο διάπραξης τους. Όπως χαρακτηριστικά επισημάνθηκε στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1: «Προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αυτός δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη.» Όπως δε επαναλήφθηκε στην υπόθεση Valdez κ.ά v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. αρ. 144/2016, σχετ. με ECLI:CY:AD:2017:B57, Ποιν. Έφ. αρ. 145/2016, ημερ. 21/2/2017, ECLI:CY:AD:2017:B57, προηγούμενες αποφάσεις για θέμα ποινής δεν ενέχουν δεσμευτικό χαρακτήρα προηγούμενου αλλά παρέχουν, απλώς, ένδειξη της ποινικής αντιμετώπισης, εφόσον καμία υπόθεση δεν μπορεί να είναι ακριβώς όπως μια άλλη. Στην ΝΙΚΟΣ ΓΛΥΚΥΣ GNS TelemaN LTD v. ΛΑΡΤΙΔΗ, ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 85/19, 11/11/2021 ο Εφεσίβλητος κρίθηκε ένοχος σε δύο κατηγορίες οι οποίες αφορούσαν πρόκληση μη εξόφλησης επιταγής οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα κατά παράβαση των Άρθρων 29 και 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ.
  1. Επρόκειτο για δύο επιταγές αξίας €70.000 έκαστη. Η διάπραξη των αδικημάτων έγινε στις 12.6.
  2. Του επιβλήθηκε 12μηνη (δωδεκάμηνη) ποινή άμεσης φυλάκισης σε έκαστη εκ των κατηγοριών με τις ποινές να συντρέχουν. Ο παράγοντας της καθυστέρησης (9 χρόνια) προσμέτρησε προς όφελος του Εφεσίβλητου ως προς την έκταση της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε. Στην ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ v. ΦΛΩΡΕΝΤΙΝΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 34/2019, 8/7/2020 ο Εφεσίβλητος βρέθηκε ένοχος στο αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Είχε την 15.7.2009 εκδώσει επιταγή με δικαιούχο τον Εφεσείοντα για το ποσό των €13.
  2. Πριν τη διάπραξη του αδικήματος, το μεγαλύτερο μέρος του ποσού της επιταγής ύψους €10.000, είχε καταβληθεί στον Εφεσείοντα με την ανικανοποίητη οφειλή να περιορίζεται στο ποσό των €3.
  3. Του επιβληθηκε ποινή φυλάκισης για περίοδο δύο μηνών. Στην ΚΑΣΑΠΗ v. ΜΕΝΕΞΗ, ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 137/2020, 18/10/2021 ο Εφεσίβλητος βρέθηκε ένοχος σε τρείς κατηγορίες, για την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Οι επιταγές ήταν για ποσό €5.000 η κάθε μια και δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό προς αποζημίωση του Παραπονούμενου. Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης για περίοδο τεσσάρων μηνών. Στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 όπως αυτή αντικατοπτρίζεται από τις προβλεπόμενες από τον Νόμο ποινές. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου το ύψος του ποσού των επίδικων επιταγών, ήτοι συνολικό ποσό €123.500 σε συνάρτηση και με το γεγονός ότι δεν έχει καταβληθεί εκ μέρους των κατηγορουμένων 1 και 2 οποιοδήποτε ποσό με σκοπό την αποζημίωση του Παραπονούμενου. Προς όφελος των Κατηγορουμένων 1 και 2 λαμβάνω υπόψη μου το λευκό τους ποινικό μητρώο. Όπως μνημονεύεται στην υπόθεση Τσιάκκα ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 282, προηγούμενη καταδίκη μπορεί να προσμετρήσει στην επιβολή της ποινής στην μεταγενέστερη υπόθεση αν η διάπραξη του πρώτου αδικήματος λάβει χώρα πριν την διάπραξη του δεύτερου αδικήματος, η δε καταδίκη για το πρώτο αδίκημα ολοκληρώθηκε πριν την δεύτερη καταδίκη. Τέτοια δεδομένα δεν τέθηκαν στην υπό κρίση περίπτωση ώστε να θεωρηθεί πως οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες. [12] Λαμβάνω επίσης υπόψη μου, τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 2, ως αυτές προκύπτουν από το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας. Ο Κατηγορούμενος 2 είναι ηλικίας 49 ετών διαζευγμένος με δύο ανήλικα τέκνα, 8 και 6 ετών τα οποία δεν διαμένουν μαζί του και τα οποία διαμένουν μαζί με τη μητέρα τους. Έχει επίσης έναν μεγαλύτερο αδελφό. Όπως επίσης προκύπτει από το περιεχόμενο της έκθεσης του γραφείου ευημερίας ο Κατηγορούμενος 2 μετά τον χωρισμό του με την πρώην σύζυγο του είχε μετακομίσει στο πατρικό του και στη συνέχεια περί τον Μάιο του 2023 μετακόμισε σε κατοικία που του παραχωρήθηκε από φιλικό του πρόσωπο και στην οποία διαμένει μόνος του. Ο Κατηγορούμενος 2 διατηρεί δική του εταιρεία η οποία ασχολείται με το εμπόριο φαρμάκων η οποία στο παρόν στάδιο δεν έχει εισοδήματα. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να σημειωθεί ότι στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης της συνηγόρου του Κατηγορούμενου 2 γίνεται αναφορά σε διαμονή του Κατηγορούμενου 2 μαζί με τους ηλικιωμένους γονείς του επειδή τους είναι απαραίτητος για την καθημερινή τους φροντίδα λόγω διάφορων προβλημάτων που αυτοί αντιμετωπίζουν και δίδεται έμφαση στο ότι διαμένει μαζί τους προκειμένου να τους παρέχει την απαραίτητη φροντίδα και στήριξη. Πρόκειται για μία αναφορά που έρχεται σε αντίφαση με το περιεχόμενο της έκθεσης του γραφείου ευημερίας το περιεχόμενο της οποίας δεν αμφισβήτησε η συνήγορος του Κατηγορούμενου 2 στην οποία γίνεται αναφορά ότι ο Κατηγορούμενος 2 έχει πρόσφατα μετακομίσει σε κατοικία που του παραχωρήθηκε από φίλο του και στην οποία διαμένει μόνος του. Όπως και να έχουν τα πράγματα, είτε ο Κατηγορούμενος 2 διαμένει μαζί με τους ηλικιωμένους γονείς του προκειμένου να τους φροντίζει είτε όχι αυτό το γεγονός, δεν μπορεί να επηρεάσει το είδος της ποινής σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 2, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, έχει επίσης και έναν μεγαλύτερο αδερφό και δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά ότι δεν θα μπορούσε ο αδερφός του να παρέχει την όποια στήριξη και φροντίδα χρειάζονται οι γονείς του κατηγορούμενου 2. Λαμβάνω επίσης υπόψη προς όφελος των Κατηγορουμένων τον χρόνο που έχει παρέλθει από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή.[13] Το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή για αδικήματα που διαπράχθηκαν πριν από τέσσερα
(4)περίπου χρόνια. Σε ότι αφορά την Κατηγορούμενη 1 η οποία είναι νομικό πρόσωπο η ποινή που δύναται να επιβληθεί δεν μπορεί να είναι άλλη παρά χρηματική ποινή. Συνακόλουθα, επιβάλλεται στην Κατηγορούμενη 1 σε έκαστη εκ των κατηγοριών 1 και 3 χρηματική ποινή €5.000. Σε ότι αφορά τον Κατηγορούμενο 2, συνεκτιμώντας, όλα τα πιο πάνω δεδομένα και ιδιαίτερα τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες ποινές, τη συχνότητα διάπραξης του και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής και από την άλλη όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, καταλήγω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 2 είναι αναπόφευκτα αυτή της ποινής φυλάκισης. Οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 είναι ικανοί να μειώσουν μόνο το εύρος της ποινής, όχι όμως το είδος της. Η επιβολή οιασδήποτε άλλης μορφής ποινής στον Κατηγορούμενο 2 θα οδηγούσε στην ακόμα μεγαλύτερη έξαρση των αδικημάτων αυτής της φύσης και θα έδιδε, περαιτέρω, λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες, καταστρατηγώντας κάθε έννοια και σημασία της αποτρεπτικότητας. Συνακόλουθα, σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν και έχοντας περαιτέρω κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, και ασκώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλονται στον Κατηγορούμενο 2 οι ακόλουθες ποινές: Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης δέκα
(10)μηνών, Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης δέκα
(10)μηνών. Δεδομένου ότι πρόκειται για αδικήματα ίδιας φύσης, τα οποία διαπράχθηκαν στο πλαίσιο μιας ενιαίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, οι πιο πάνω ποινές να συντρέχουν.[14] Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ να εξετάσω αν υπάρχουν λόγοι αναστολής της ποινής φυλάκισης δυνάμει των προνοιών του περί της Υφ' όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν. 95/1972). Η ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ευρεία και ασκείται με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου.[15] Όπως αναλύεται το όλο ζήτημα στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930, 938-939: «Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Έχω επίσης κατά νου ότι η όποια επιείκεια έχει επιδείξει το Δικαστήριο ως προς το ύψος της επιβληθείσας ποινής και οι παράγοντες τους οποίους το Δικαστήριο έλαβε υπόψη προς καθορισμό της, δεν αποστερούν στο Δικαστήριο το δικαίωμα να εξετάσει, κατά το στάδιο της κρίσης περί αναστολής της ποινής, ξεχωριστά όλα τα περιστατικά που αφορούν τον Κατηγορούμενο και τα οποία θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη και να επιδράσουν με βάση το σχετικό νόμο Ν. 95/72, ως τροποποιήθηκε. Η πορεία εξέτασης θέματος αναστολής της εκτέλεσης της ποινής προϋποθέτει και επιβάλλει, όπως και στην Ιωσήφ (ανωτέρω) εντοπίζεται, την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος, των προσωπικών περιστάσεων ενός κατηγορουμένου και των γεγονότων της υπόθεσης συνολικά.[16] Η τελική κρίση θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα πρέπει να εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Έχοντας εξετάσει τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης υπό το φως των σχετικών αρχών της Νομολογίας, κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης του Κατηγορούμενου 2. Κατέληξα στα πιο πάνω αφού έλαβα υπόψη μου τις οικογενειακές και προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου 2 αφενός και την σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, αφετέρου. Εξηγώ. Τα γεγονότα είναι τέτοια που, παρά τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 2, τις ενδεχόμενες συνέπειες στους οικείους τους και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες όπως αυτοί αναφέρονται ανωτέρω και λαμβάνονται εκ νέου υπόψη, δεν δικαιολογείται η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Συγκεκριμένα, τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν θα αντικατόπτριζε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος 2 διέπραξε, ιδιαίτερα λαμβανομένου υπόψη του ύψους των επιταγών και του γεγονότος ότι, παρά τον χρόνο που διέρρευσε από την διάπραξη των αδικημάτων, δεν υπήρξε από πλευράς του οποιαδήποτε έμπρακτη μεταμέλεια αφού δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό προς αποζημίωση του Παραπονούμενου. Περαιτέρω, τυχόν αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της επιβολής της για τα αδικήματα της φύσης αυτής, τα οποία είναι εξαιρετικά σοβαρά, λόγω, μεταξύ άλλων, του ύψους του ποσού, της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξή τους, αλλά και της ανάγκης αποτροπής των παραβατών και του κοινού. Συνεπώς, η αναστολή εκτέλεσης της ποινής θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, τόσο στον ίδιο τον Κατηγορούμενο 2, όσο και σε άλλους επίδοξους παραβάτες σε ό,τι αφορά τις συνέπειες διάπραξής τους.[17] Συνεπώς, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 2 είναι άμεση. Η έκτισή της να αρχίζει από σήμερα. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, Pissis Ltd v. La Baguette Boulangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10, ημερομηνίας 30.9.2015, Ιωάννης Τσιάττες v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd,
(2009)1 ΑΑΔ 974, 16 Ιουλίου, 2009, STARGEL CO LTD ν. LUTKIN κ.α., Πολιτική έφεση ΑΡ. 407/2011, 21/6/2018 και Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1874 [2] Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Χρίστου Ορφανίδη κ.α., ECLI:CY:AD:2016:B120, Ποιν. Εφέσεις 102/2014 και 115/2014, ημ. 25/2/
  1. [3] Γρηγορίου ν. Φλωρεντίνου Ποιν. Έφεση 34/2019 ημ. 8/7/2020, Κασάπη ν. Μενεξή, Ποιν. Έφεση 137/2020 ημ. 18/10/2021 και Νίκος Γλυκύς G.N.S. TelemaN Ltd v. Λαρτίδη, Ποιν. Έφεση 85/19 ημ. 11/11/
  2. [4] Iulian Cotorceanu κ.α. v. Αστυνομίας Ποιν. Εφέσεις 84/20 και 87/20 ημ. 17/2/
  3. [5] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Λατομεία Φαρμακάς Λτδ
(2004)2 Α.Α.Δ. 573 [6] Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά.
(1990)2 Α.Α.Δ. 264, 270 - Βλ. και Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 129. [7] ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 161/2020, 11/5/2022, ECLI:CY:AD:2022:B182 [8] Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224), [9] Σακαρίδης Κυριάκος και Άλλος ν. Αστυνομίας,
(2011)2 Α.Α.Δ, 272 [10] Μιχάλης Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 557, Γενικός Εισαγγελέας v. Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85 Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224, Φιλίππου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21 και Κάττου και Άλλον ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 498 [11] (Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123). [12] NIKIFOROS TECHNOLOGIES LTD v. Στυλιανού Γ. Χρήστου, Ποιν. Έφεση 18/2012, ημ. 24/6/2014. [13] Wellfit Engineering v. Χαπίδη
(2004)2 ΑΑΔ 271, Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, Ποινικές Εφέσεις αρ. 230/2019 και 231/2019, αποφάσεις ημερομηνίας 27 Απριλίου 2021 [14] Γενικός Εισαγγελέας ν. Πέτρου
(2006)2 Α.Α.Δ. 183, Δημητρίου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 21, Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπαγεωργίου
(2007)2 Α.Α.Δ. 514, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου
(2008)2 Α.Α.Δ. 562, Κερκής ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 433 και Κατσιαρή ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 163/2019, ημερ. 20/12/2019. MANGA EKOLE v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 108/2021, 15/2/2022, Γενικός Εισαγγελέας ν. Θωμά, Ποινική Έφεση Αρ. 132/2017, σχ. με 136/2017, ημερ. 26/6/2019 Achilleos v. P.
(1989)2 C.L.R. 331, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123, Ευσταθίου ν. Δημοκρατίας
(2014)2 Α.Α.Δ. 541 και Γ. Μ. Πική: Sentencing in Cyprus, 2η Έκδ. σελ. 19 κ.ε.).» [15] ΑΠΟΛΛΟ ΒΙΝΣΙ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 178/2021, 27/9/2022, άρθρο 3
(2)του Ν. 95/72. [16] ΡΙΚΚΟΣ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ κ.α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 53/2017, 64/2017, 66/2017 και 68/2017, 15/12/2017 [17] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου Ποιν. Έφεση 276/2015, ημ. 18/09/2017 Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.