ΔΗΜΟΣ ΛΑΚΑΤΑΜΙΑΣ ν. ΑΛΚΗΣ ΛΑΠΙΘΗΣ, Αρ. Yπόθεσης: 17457/2018, 7/7/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:B38 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 17457/2018 ΔΗΜΟΣ ΛΑΚΑΤΑΜΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή και ΑΛΚΗΣ ΛΑΠΙΘΗΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 7 Ιουλίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Αρότη. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Πιερίδης. Κατηγορούμενος: παρών. ΠΟΙΝΗ O Κατηγορούμενoς μετά από δική του παραδοχή κρίνεται ένοχος σε δύο
(2)κατηγορίες που αφορoύν παράβαση των προνοιών του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου (Κεφ. 96). Με την πρώτη κατηγορία κατηγορείται για ανέγερση και/ή μετατροπή οικοδομής κατά παράβαση των όρων άδειας οικοδομής που εκδόθηκε από την Αρμόδια Αρχή κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 9 και 20 του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου (Κεφ. 96). Οι λεπτομέρειες αδικήματος της πρώτης κατηγορίας παρατίθενται αυτολεξεί: «Ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία και μέχρι και σήμερα εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Λακατάμιας παρέβηκε τους όρους που του επιβλήθηκαν από την Αρμόδια Αρχή του Δήμου Λακατάμιας, Αρ. Φακέλου Β172/1997 που δόθηκε από την Αρμόδια Αρχή, ήτοι τον Δήμο Λακατάμιας, δηλαδή στο τεμάχιο με αριθμό [ ], Φ/Σχ 30/13W2, Τμήμα 5, στην Αγία Παρασκευή στη Λακατάμια, στη βόρεια και νότια πλευρά του τεμαχίου ανήγειρε περίφραξη σε ύψος μεγαλύτερο από το αδειοδοτημένο ήτοι 1.20 μέτρα. Στη δυτική πλευρά του τεμαχίου η οποία εφάπτεται σε πεζόδρομο, ανήγειρε περίφραξη μήκους 70 μέτρων σε ύψος μεγαλύτερο του αδειοδοτημένου ήτοι 2.10 μέτρα. Στη δυτική πλευρά του τεμαχίου, στα πρώτα 3 μέτρα δεξιά και στα πρώτα 3 μέτρα αριστερά ανήγειρε περίφραξη σε ύψος μεγαλύτερο του αδειοδοτημένου ήτοι 1.20 μέτρα. Στην ανατολική πλευρά του τεμαχίου μπροστά από την πισίνα σε μήκος 30 μέτρων, ανήγειρε περίφραξη σε ύψος πέραν του αδειοδοτημένου ήτοι 2 μέτρα. Στην ανατολική πλευρά του τεμαχίου, στα δεξιά και αριστερά της πισίνας ανήγειρε περίφραξη πέραν του αδειοδοτημένου ύψους ήτοι 1.20 μέτρα. Με την τρίτη κατηγορία ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για χρήση οικοδομής χωρίς να έχει πιστοποιητικό εγκρίσεως κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 9, 10 και 20 του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου (Κεφ. 96). Οι λεπτομέρειες αδικήματος της τρίτης κατηγορίας παρατίθενται αυτολεξεί: «Ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία και μέχρι και σήμερα, εντός των Δημοτικών Ορίων του Δήμου Λακατάμιας, χρησιμοποιεί την οικοδομή όπως αυτή καταγράφεται στις πιο πάνω κατηγορίες, πάνω στο τεμάχιο με αριθμό [ ] Φ/Σχ 30/13W2, Σύμπλεγμα 5, στην Αγία Παρασκευή, χωρίς να έχει πάρει πιστοποιητικό έγκρισης από την Αρμόδια Αρχή, ήτοι τον Δήμο Λακατάμιας». Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής υιοθέτησε τα γεγονότα όπως αυτά εκτίθενται στο κατηγορητήριο. Πρόσθεσε ότι το υφιστάμενο ύψος της περίφραξης επί του επίδικου τεμαχίου ανέρχεται στα 2.50 μέτρα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν υπάρχει μέχρι σήμερα συμμόρφωση και ζήτησε την έκδοση διατάγματος κατεδάφισης της περίφραξης ως αυτή περιγράφεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας στην έκταση που αυτή υπερβαίνει το αδειοδοτημένο ύψος. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι αμφότεροι συνήγοροι κατέθεσαν εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχόμενου τους τα ακόλουθα έγγραφα κατά το στάδιο της έκθεσης των γεγονότων: (α) Ως έγγραφο Χ κατατέθηκε αντίγραφο της αίτησης που καταχωρίστηκε από τον Κατηγορούμενο ημερομηνίας 16/6/2022 για έκδοση άδειας κατά παρέκκλιση σε σχέση με το επίδικο τεμάχιο. (β) Ως Έγγραφο Ψ κατατέθηκε το σχέδιο για το οποίο δόθηκε άδεια οικοδομής στο επίδικο τεμάχιο στο οποίο καταγράφεται το αδειοδοτημένο ύψος της περίφραξης. (γ) Ως Έγγραφο Ω κατατέθηκε δέσμη φωτογραφιών που απεικονίζουν την περίφραξη στο επίδικο τεμάχιο. Έχω θέσει ενώπιον μου τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων όπως αυτά εκτέθηκαν από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Έχω επίσης λάβει υπόψη μου τα όσα ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου προς μετριασμό της ποινής του. Έχω λάβει επίσης υπόψη μου τα όσα ανέφεραν αμφότεροι οι συνήγοροι στο γραπτό κείμενο των αγορεύσεων που παρέδωσαν στο Δικαστήριο καθώς και τις διά ζώσης αναφορές τους κατά το στάδιο των αγορεύσεων. Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου κάλεσε το Δικαστήριο να προσμετρήσει προς όφελος του Κατηγορούμενου την παραδοχή του και το λευκό του ποινικό μητρώο ως επίσης και το γεγονός ότι ο ίδιος δεν έχει εισοδήματα επειδή είναι πτωχεύσας, ότι έχει δύο ανήλικα τέκνα και ότι τα εισοδήματα της οικογένειας του προέρχονται από τη σύζυγο του η οποία έχει έσοδα περίπου €2.000 μηνιαίως. Η βασική εισήγηση του συνήγορου του Κατηγορούμενου ήταν πως το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς την κατεύθυνση της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος κατεδάφισης καθότι αυτό αποτελεί, σύμφωνα πάντα με την εισήγηση, υπέρμετρη και δυσανάλογη τιμωρία του Κατηγορούμενου σε σχέση με τη φύση και έκταση της παράβασης των όρων που έχουν τεθεί αφού, συνεχίζει η εισήγηση, το κόστος της κατεδάφισης θα είναι μεγάλο. Έγινε επίσης αναφορά και στο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος έχει υποβάλει και αίτηση για έκδοση άδειας κατά παρέκκλιση η εξέταση της οποίας ακόμα εκκρεμεί προσδοκώντας στη νομιμοποίηση όλων των υψόμετρων της περίφραξης και πως με βάση προσφορές που έλαβε ο Κατηγορούμενος το κόστος κατεδάφισης και εκ νέου ανέγερσης σε περίπτωση που ήθελε εγκριθεί η χορήγηση κατά παρέκκλισης άδειας θα ανέλθει περίπου στο ποσό των €75.000. Σημειώνεται επίσης ότι η επιχειρηματολογία του συνήγορου στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης του σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό έλλειψης εξουσίας του Κατηγορούμενου σε σχέση με την οικία του ως εκ του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος είναι πτωχεύσας εγκαταλείφθηκε αφού ο συνήγορος του Κατηγορούμενου δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι δεν θα επιμείνει σε αυτή την εισήγηση του. Στην αντίπερα όχθη, η συνήγορος για την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής επέμεινε στο αίτημα της για έκδοση διατάγματος κατεδάφισης της περίφραξης επισημαίνοντας ότι αφενός δεν μπορεί να συμφωνήσει στις αναφορές σε σχέση με το ισχυριζόμενο κόστος και αφετέρου, ανεξαρτήτως του όποιου κόστους, η μη έκδοση διατάγματος κατεδάφισης, σύμφωνα με την ίδια, θα επικροτούσε την παρανομία και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους παραβάτες. Το άρθρο 20 του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου (Κεφ. 96), διαλαμβάνει τα ακόλουθα υπό τον τίτλο «Αδικήματα και ποινές»: «
(1)Ανεξαρτήτως από την επιβολή οποιουδήποτε διοικητικού προστίμου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πρόσωπο το οποίο - (α) Ανεγείρει οικοδομή χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλίσει άδεια οικοδομής, όπως προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 3· (β) παραβιάζει τις διατάξεις του εδαφίου
(2)του άρθρου 10∙ (γ) κατέχει ή χρησιμοποιεί ή ενεργεί, ώστε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να κατέχει ή να χρησιμοποιεί οποιαδήποτε οικοδομή ή τμήμα οικοδομής πριν από την έκδοση πιστοποιητικού έγκρισης από την αρμόδια αρχή, όπως απαιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 10∙ (δ) υποβάλει στην αρμόδια αρχή παραπλανητικά στοιχεία αναφορικά με τα καθοριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 3Β∙ (ε) παραβαίνει οποιοδήποτε όρο επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 6 ή 9∙ (στ) παραβαίνει διάταγμα στο οποίο καθορίζεται ο τύπος και ο τρόπος υποβολής αίτησης για έκδοση άδειας για οποιαδήποτε οδό ή οικοδομή με βάση τον παρόντα Νόμο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3Α∙ (ζ) παραβαίνει διάταγμα που εξαιρεί από την υποχρέωση έκδοσης οποιασδήποτε άδειας με βάση τον παρόντα Νόμο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4Β∙ (η) παραβαίνει οποιαδήποτε ειδοποίηση επιδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων (β) και (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 15Β∙ (θ) ενεργεί κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 9Α, διαπράττει αδίκημα για το οποίο υπόκειται σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει το ένα
(1)έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο ποινές μαζί και σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000) ή και στις δύο ποινές μαζί». Περαιτέρω, το εδάφιο 3 του άρθρου 20 διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «
(3)Επιπρόσθετα με οποιαδήποτε άλλη ποινή που καθορίζεται από το άρθρο αυτό, το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου καταδικάζεται πρόσωπο για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1), δύναται να διατάξει- (α) όπως η οικοδομή ή οποιοδήποτε τμήμα αυτής, ανάλογα με την περίπτωση, σε σχέση με την οποία το ποινικό αδίκημα διαπράχτηκε κατεδαφιστεί ή μετακινηθεί εντός τέτοιου χρόνου ως ήθελε καθοριστεί σε τέτοιο διάταγμα, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν υπερβαίνει τους δύο μήνες, εκτός αν στο μεταξύ ληφθεί άδεια σε σχέση με αυτή από την αρμόδια αρχή: Νοείται ότι η αρχή αυτή δύναται, κατά τη χορήγηση τέτοιας άδειας, να επιβάλει τέτοιους όρους ως ήθελε αυτή θεωρήσει σκόπιμο και οι διατάξεις του άρθρου 4 εφαρμόζονται σε κάθε τέτοια άδεια.» Η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και των συνθηκών του παραβάτη.[1] Αποτελεί καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή ότι η ποινή πρέπει να ικανοποιεί τους σκοπούς του Νόμου, να ενεργεί αποτρεπτικά και να προστατεύει το κοινό.[2] Η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από το νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της.[3] Όπως τέθηκε στην Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632 «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Δεν πρέπει δε να λησμονείται ότι οι συνθήκες τέλεσης ενός αδικήματος συνιστούν το βασικότερο παράγοντα προσδιορισμού της σοβαρότητας του αδικήματος με ανάλογες επιπτώσεις στην επιμέτρηση της ποινής.[4] Στην υπόθεση Καττής κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 262 επισημάνθηκε ότι στην κατάλληλη περίπτωση είναι δυνατό το Δικαστήριο να επιβάλει ακόμη και την ανώτατη ποινή που προβλέπει ο Νόμος. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη.[5] Ο στόχος του δικαστηρίου στο πλαίσιο εξατομίκευσης της ποινής είναι η επιβολή δίκαιης ποινής, η οποία να αρμόζει τόσο στο έγκλημα όσο και στο δράστη.[6] Από την άλλη όμως δεν παραγνωρίζω ότι η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής η οποία επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή.[7] Στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή αναδύεται από τις προβλεπόμενες από τον Νόμο ποινές. Προς όφελος του Κατηγορούμενου για σκοπούς μετριασμού της ποινής του στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου το λευκό του ποινικό μητρώο και την παραδοχή του. Παρά το γεγονός ότι αυτή δεν ήταν άμεση, εντούτοις έγινε πριν την έναρξη της ακρόασης περισώζοντας πολύτιμο δικαστικό χρόνο. Αναμφίβολα, η παραδοχή ενοχής συνιστά ουσιαστικό ελαφρυντικό παράγοντα και όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28, «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μη σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης». Προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνω επίσης υπόψη μου το λευκό του ποινικό μητρώο. Λαμβάνω επίσης υπόψη προς όφελος του Κατηγορούμενου τον χρόνο που έχει παρέλθει από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή.[8] Το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή για αδικήματα που διαπράχθηκαν πριν από πέντε
(5)χρόνια. Έχω επίσης λάβει υπόψη μου τα όσα ανέφερε ο συνήγορος του σε σχέση με τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και έχοντας περαιτέρω κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η κατηγορία χρηματική ποινή €
- Στην 3η κατηγορία χρηματική ποινή €
- Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο στην υπό εξέταση περίπτωση θα πρέπει να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος κατεδάφισης της επίδικης περίφραξης. Στην υπόθεση Συν. Ταμ. Λεμεσού Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού
(1994)2 ΑΑΔ 145 το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα σε σχέση με τις παραμέτρους που καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει προτού ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς την κατεύθυνση της έκδοσης διατάγματος κατεδάφισης: «Σε περιπτώσεις έκδοσης διαταγμάτων κατεδάφισης, όπου υπάρχει άδεια οικοδομής, για παράβαση των όρων της, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, το Δικαστήριο προτού εκδόσει διάταγμα κατεδάφισης πρέπει να εξετάσει κατά πόσο η παρέκκλιση από τους όρους της άδειας αφορά ασήμαντες μικροπαραβάσεις ή ουσιαστικές αποκλίσεις.» (βλ. επίσης και την Neratzia Hotel Apartments Ltd ν. Christoforou & Avraam(Catering Services) Ltd και Άλλων
(2004)2 ΑΑΔ 234) Στην Α/φοί Λαμπριανίδη ν. Συμβ. Βελτ. Γερίου
(1989)2 Α.Α.Δ. 390, υπόθεση η οποία αφορούσε την έκδοση διατάγματος κατεδάφισης παρανόμως οικοδομηθέντων υποστατικών λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αποτελεί θεμελιώδη κανόνα του κράτους δικαίου ότι κανένας, όσο ψηλά κι αν βρίσκεται, δε μπορεί να εξουσιοδοτήσει εκτροπή από τη νομιμότητα. Πρέπει να γίνει κατανοητό, τόσο από τους εφεσείοντες όπως και από κάθε πολίτη, στον προγραμματισμό των πράξεων του ότι ο νόμος δεν είναι μόνο η υπέρτατη αρχή αλλά και η μόνη πηγή για την απόκτηση δικαιωμάτων. Η προσδοκία για την ανοχή της παρανομίας δεν αποτελεί λόγο για τη διαιώνισή της. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην οποία έγινε εκτεταμένη αναφορά από το πρωτόδικο Δικαστήριο υποστηρίζει ότι ο πρωταρχικός παράγοντας στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς την έκδοση διατάγματος κατεδάφισης είναι η διασφάλιση της εγκυρότητας της πολεοδομικής νομοθεσίας (Περί Οδών και Οικοδομών Νόμος και Κανονισμοί) και η αποκατάσταση της νομιμότητας. Η έκδοση διατάγματος για την κατεδάφιση παράνομων οικοδομών μπορεί να αποφευχθεί μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που η παρέκκλιση από τους όρους οικοδομής είναι ασήμαντη σε τέτοιο βαθμό που η κατεδάφιση του συνόλου της οικοδομής θα συνιστούσε τιμωρία δυσανάλογη προς τη βαρύτητα του πταίσματος. Όμως και στην περίπτωση που η παρέκκλιση από τους όρους είναι ασήμαντη, και το μέρος της οικοδομής το οποίο συνιστά την παρανομία διαχωρίζεται από το υπόλοιπο και σ' εκείνη την περίπτωση δικαιολογείται έκδοση διατάγματος κατεδάφισης του συγκεκριμένου μέρους που συνιστά την παράβαση. Στην προκείμενη περίπτωση οι όροι της άδειας όχι μόνο δεν τηρήθηκαν αλλά ουσιαστικά αγνοήθηκαν. Μόνο μικρό μέρος των εγκαταστάσεων κτίστηκε σύμφωνα με την άδεια οικοδομής.» Στην ίδια υπόθεση, υπογραμμίστηκε, θέση που επαναλήφθηκε και στη μεταγενέστερη απόφαση του Εφετείου Σωφρονίου Λτδ ν. Δήμου Στροβόλου
(1991)2 Α.Α.Δ. 369, ότι η έκδοση διαταγής για την κατεδάφιση παράνομων υποστατικών είναι, κατά πάντα χρόνο, το αναμενόμενο και μπορεί μάλιστα να διαταχθεί η κατεδάφιση ολόκληρης της οικοδομής, εάν το παράνομο μέρος της δε διαχωρίζεται από το σύνολο. (Σχετική είναι επίσης και η Α & P Kkaras Estates Ltd v. A. & A. Topharos Catering Ltd κ.ά.
(2002)2 A.A.Δ. 400). Περαιτέρω, στην Έπαρχος Λάρνακας ν. Marinakis Developers Ltd κ.ά., Ποιν. Έφ.173/2014, ημερ.24.3.2017, ECLI:CY:AD:2017:B112, λέχθηκαν και τα ακόλουθα: «Είναι θεμελιωμένο ότι, η έκδοση διατάγματος κατεδάφισης, παράνομα ανεγερθείσης οικοδομής, ανάγεται στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά έχοντας υπόψιν, ως πρωταρχικό παράγοντα, τη διασφάλιση της εγκυρότητας της πολεοδομικής νομοθεσίας και την αποκατάσταση της νομιμότητας (Δέστε Μάριος Ανδρέα Σωφρονίου Λτδ v. Δήμου Στροβόλου
(1991)2 Α.Α.Δ. 369). Η έκδοση διατάγματος για την κατεδάφιση παράνομων οικοδομών μπορεί να αποφευχθεί στις περιπτώσεις που η παρέκκλιση από τους όρους οικοδομής είναι ασήμαντη, σε τέτοιο βαθμό, που η κατεδάφιση του συνόλου της οικοδομής να συνιστά τιμωρία δυσανάλογη προς τη βαρύτητα του πταίσματος (Δέστε Αδελφοί Λαμπριανίδη και άλλοι v. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερίου
(1989)2 Α.Α.Δ. 390). Λόγο μη έκδοσης διατάγματος κατεδάφισης συνιστά και το γεγονός ότι το διάταγμα κατεδάφισης θα επηρεάσει και δικαιώματα τρίτων, οι οποίοι δεν έχουν κατηγορηθεί και δεν βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου στην ποινική δίωξη αναφορικά με αδικήματα που διαπράττονται δυνάμει του Κεφ. 96 (Δέστε Πυριλλή (ανωτέρω) [
(2004)2 Α.Α.Δ. 607]). Δυνατότητα έκδοσης διατάγματος κατεδάφισης εναντίον οποιουδήποτε παραβαίνει τις διατάξεις του άρθρου 3 του Κεφ. 96, όπως ρητά προνοείται στο άρθρο 20 του ιδίου Νόμου, υπάρχει όταν ο Κατηγορούμενος συνεχίζει να έχει κατοχή της παράνομης οικοδομής (Δέστε Σταυρινίδης v. Δήμου Λεμεσού
(2000)2 Α.Α.Δ. 429).» (Σχετικές είναι επίσης και οι ακόλουθες αποφάσεις: Αριστείδης Σαββάκης ν. Δήμου Γερμασόγειας
(2013)2 ΑΑΔ 1, ΠΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΗΣ & ΓΕΩΡΓΟΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ PODGY ΛΤΔ κ.α. v. ΔΗΜΟΥ ΓΕΡΙΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 3/2020, 29/3/2021, Delkasa Estates Limited και Άλλη ν. Δήμου Αγίου Αθανασίου
(2011)2 ΑΑΔ 263, Ξενίδη Κρινούλα Αχιλλέως ν. Δήμου Λατσιών
(2013)2 ΑΑΔ 164 και Φωτίου ν. Δήμου Πάφου
(1991)2 Α.Α.Δ. 294). Επανέρχομαι στην υπό εξέταση περίπτωση. Στην προκείμενη περίπτωση είναι κατά την κρίση μου σαφές υπό το φως των γεγονότων που έχουν εκτεθεί ότι οι επίδικες παραβάσεις των όρων της άδειας οικοδομής με το ύψος μάλιστα της περίφραξης να έχει ανέλθει σε κάποια τμήματα αυτής σε 2.50 μέτρα αντί του αδειοδοτημένου ύψους των 1.20 μέτρων, ήταν εκτενείς και ουσιώδεις, στοιχείο που λαμβάνεται σοβαρά υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Δεν συμμερίζομαι την εισήγηση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου ότι πρόκειται για ασήμαντη παράβαση. Ούτε συμμερίζομαι τη θέση του ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αποτελεί δυσανάλογη τιμωρία. Το όποιο κόστος κατεδάφισης και εκ νέου ανέγερσης της περίφραξης σε περίπτωση που εγκριθεί η αίτηση του Κατηγορούμενου για χορήγηση άδειας κατά παρέκκλιση δεν διαφοροποιεί τα πράγματα, ούτε μπορεί να προσμετρήσει προς όφελος του Κατηγορούμενου. Ήταν η στάση και συμπεριφορά του ίδιου του κατηγορούμενου που τον έχει φέρει σε αυτήν την θέση αφού ο ίδιος αποφάσισε να αναγείρει την περίφραξη κατά παράβαση των όρων της άδειας που του δόθηκε. Αξιοσημείωτο είναι επίσης και το γεγονός ότι την αίτηση για χορήγηση άδειας κατά παρέκκλιση την υπέβαλε μόλις στις 16/6/22 (Έγγραφο Χ) ενώ η παρούσα υπόθεση έχει καταχωριστεί από τις 8/8/2018. Περαιτέρω δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να συνηγορεί υπέρ της αδυναμίας διαχωρισμού για σκοπούς κατεδάφισης του μέρους της περίφραξης που παραβαίνει τους όρους της άδειας οικοδομής με τρόπο ώστε, ακόμα και αν μπορούσε να θεωρηθεί ασήμαντη παράβαση, που δεν είναι τέτοια η περίπτωση, να δικαιολογείτο και πάλι η έκδοση διατάγματος κατεδάφισης του συγκεκριμένου μέρους που συνιστά την παράβαση. Δεν υπήρξε οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι το μέρος της οικοδομής το οποίο συνιστά την παρανομία δεν μπορεί να διαχωριστεί από το υπόλοιπο. Στην προκείμενη περίπτωση, είναι κατά την κρίση μου σαφές ότι οι όροι της άδειας όχι μόνο δεν τηρήθηκαν αλλά ουσιαστικά αγνοήθηκαν. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος κατεδάφισης είναι υπό τις περιστάσεις αναγκαία γιατί διαφορετικά ο συγκεκριμένος σκοπός του νόμου θα καθίστατο μάταιος. Η μη έκδοση διατάγματος κατεδάφισης, στην ουσία θα ισοδυναμούσε με έγκριση και συνέχιση της παρανομίας ώστε αυτός που παρανομεί να αισθάνεται ότι μπορεί να διαπράττει τέτοιου είδους αδικήματα και να απολαμβάνει τους καρπούς της παρανομίας του καταβάλλοντας μόνο χρηματική ποινή. Τυχόν άρνηση έκδοσης του σχετικού διατάγματος κατεδάφισης θα ισοδυναμούσε με ενθάρρυνση της συνέχισης της παρανομίας. Συνακόλουθα, εκδίδεται εναντίον του Κατηγορούμενου διάταγμα κατεδάφισης της περίφραξης ως αυτή περιγράφεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας εντός δύο
(2)μηνών από σήμερα εκτός αν στο μεταξύ ληφθεί άδεια σε σχέση με αυτή από την αρμόδια αρχή. Νοείται ότι το διάταγμα κατεδάφισης αφορά μόνο το μέρος της περίφραξης που υπερβαίνει το αδειοδοτημένο ύψος με τρόπο ώστε η περίφραξη εντός του επίδικου τεμαχίου να επανέλθει στο αδειοδοτημένο, σύμφωνα με τους όρους της άδειας οικοδομής, ύψος. Σε ότι αφορά τα έξοδα αυτά επιδικάζονται υπέρ της Κατηγορούσας Αρχής και εναντίον του Κατηγορούμενου ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] (Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123). [2] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Λατομεία Φαρμακάς Λτδ
(2004)2 Α.Α.Δ. 573 [3] Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά.
(1990)2 Α.Α.Δ. 264, 270 - Βλ. και Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 129. [4] ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 161/2020, 11/5/2022, ECLI:CY:AD:2022:B182 [5] Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224), [6] Σακαρίδης Κυριάκος και Άλλος ν. Αστυνομίας,
(2011)2 Α.Α.Δ, 272 [7] Μιχάλης Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 557, Γενικός Εισαγγελέας v. Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85 Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224, Φιλίππου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21 και Κάττου και Άλλον ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 498 [8] Wellfit Engineering v. Χαπίδη
(2004)2 ΑΑΔ 271, Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, Ποινικές Εφέσεις αρ. 230/2019 και 231/2019, αποφάσεις ημερομηνίας 27 Απριλίου 2021, Sure Food Ltd v. Μιχαήλ, Ποιν. Έφ. Αρ. 46/2015, ημερ. 20.11.2018, Τ.S.A. Property Finance Ltd v. Δημητρίου, Ποιν. Έφ. Αρ. 17/2018, ημερ. 19.3.2019 και PA Charalambous Trading Co Ltd v. Παναγή, Ποιν. Έφ. Αρ. 212/2014, ημερ. 11.2.2020). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο