← Κύπρος

ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ν. COFFEEDOSE LTD κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 2764/19, 12/4/2023

ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ν. COFFEEDOSE LTD κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 2764/19, 12/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:B31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 2764/19 ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ Κατηγορούσα Αρχή και 1. COFFEEDOSE LTD 2. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 12 Απριλίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Προδρόμου. Για τους Κατηγορούμενους: κ. Α. Κληρίδης για ΦΟΙΒΟΣ, ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΛΗΡΙΔΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. ΠΟΙΝΗ Οι Κατηγορούμενοι κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας κρίθηκαν ένοχοι σε έξι

(6)κατηγορίες έκαστος οι οποίες εδράζονται στις πρόνοιες του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου, Ν. 35(Ι)/2007 . Ειδικότερα, η Κατηγορούμενη 1 κρίθηκε ένοχη στις κατηγορίες 1, 3, 5, 7, 9 και 11 οι οποίες αφορούν μη πληρωμή μηνιαίου μισθού σε μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό κατά παράβαση των άρθρων 2, 9
(1)και 20 του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου (Ν.35 (I)/2007) και στην κατηγορία 11 που αφορά παράλειψη παρουσίασης οποιουδήποτε αρχείου, πιστοποιητικού, βιβλίου ή άλλου εγγράφου που απαιτείται να παρουσιάσουν κατά παράβαση των άρθρων 12, 17 και 20
(4)(γ) του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου (Ν.35(I)/2007). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών στις οποίες κρίθηκε ένοχη η Κατηγορούμενη 1, αυτή δεν κατέβαλε στην εργοδοτούμενή της τον μισθό της για τους μήνες Μάιο του 2018 μέχρι Σεπτέμβριο του 2018 και από τις 10/12/2018 μέχρι 28/01/2019 δεν παρουσίασε στο Επαρχιακό Γραφείο εργασιακών σχέσεων Λευκωσίας αντίγραφα κατάστασης μισθοδοσίας και αποδείξεις πληρωμών της υπαλλήλου τους Ο Κατηγορούμενος 2 κρίθηκε ένοχος στις κατηγορίες 2, 4, 6, 8, 10 και 11 επί τω ότι υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 παρακίνησε την Κατηγορούμενη 1 ώστε να μην καταβάλει στην εργοδοτούμενή της τον μισθό της για τους μήνες Μάιο του 2018 μέχρι και Σεπτέμβριο του 2018 και επί τω ότι από τις 10/12/2018 μέχρι 28/01/2019 δεν παρουσίασε στο Επαρχιακό Γραφείο εργασιακών σχέσεων Λευκωσίας αντίγραφα κατάστασης μισθοδοσίας και αποδείξεις πληρωμών της υπαλλήλου τους όπως τους είχαν ζητηθεί από αρμόδιο επιθεωρητή. Τα γεγονότα επί των οποίων κρίθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι όπως αυτά προκύπτουν από τα ευρήματα του Δικαστηρίου έχουν ως ακολούθως:
  1. Η Κατηγορούμενη 1 κατά τον επίδικο χρόνο ήταν νομότυπα εγγεγραμμένη στο αρχείο του Έφορου Εταιρειών και ο κατηγορούμενος 2 κατά τον επίδικο χρόνο ήταν διευθυντής της Κατηγορούμενης
  2. Την περίοδο από τον Μάιο του 2018 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2018 η κα Αλεξάνδρα Τσιούπα (ΜΚ2) ήταν εργοδοτούμενη στην Κατηγορούμενη 1 και εργάσθηκε στην Κατηγορούμενη 1 από τις 14/05/2018 μέχρι τις 30/09/2018 στη θέση barista και δεν υπήρχε γραπτή σύμβαση εργασίας.
  3. Στις 06/11/2018 υποβλήθηκε ηλεκτρονικά στο Επαρχιακό Γραφείο του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων Λευκωσίας παράπονο από την ΜΚ2 εναντίον των Κατηγορούμενων 1 και 2 (Τεκμήριο 1).
  4. Το παράπονο της ΜΚ2 αφορά στην μη καταβολή των δεδουλευμένων της από τον εργοδότη της για όλη τη χρονική περίοδο που εργάστηκε συνολικού ύψους €3.
  5. Το ύψος του μισθού της ΜΚ2 ανερχόταν στα €500 μηνιαίως και αυτός ο μισθός είχε δηλωθεί από τους Κατηγορούμενους 1 και 2 στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκμήριο 5).
  6. Η ΜΚ2 να γνώριζε κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα υπόθεση χρόνο το ποσό που δηλωνόταν στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων από τον εργοδότη της, Κατηγορούμενη 1, και δεν είχε υποβάλει οποτεδήποτε οποιοδήποτε παράπονο στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων ότι δεν δηλώνονταν από τον εργοδότη της οι πραγματικές της αποδοχές.
  7. Το παράπονο που αρχικά υπέβαλε η ΜΚ2 αφορούσε μεγαλύτερο ποσό το οποίο συμπεριλάμβανε κατ' ισχυρισμό υπερωρίες πλην όμως της αναφέρθηκε από το Επαρχιακό Γραφείο του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων Λευκωσίας ότι για να μπορέσουν να εξετάσουν υπερωρίες θα έπρεπε να είχαν στοιχεία ότι όντως υπάρχουν υπερωρίες και ενόψει του ότι η ΜΚ2 δεν είχε τα στοιχεία αυτά, της αναφέρθηκε από το Επαρχιακό Γραφείο του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων Λευκωσίας ότι δεν μπορούν να προχωρήσουν για το κομμάτι των υπερωριών.
  8. Ο Κατηγορούμενος 2 ήταν το πρόσωπο που δήλωσε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις την ΜΚ2 ως εργοδοτούμενη της Κατηγορούμενης 1 και ήταν το πρόσωπο που αποφάσισε το ύψος του ποσού δηλώθηκε η ΜΚ2 καθώς επίσης και το πρόσωπο που είχε στην κατοχή του τα φύλλα μισθοδοσίας τα οποία παρουσίασε στο Επαρχιακό Γραφείο Λευκωσίας όταν του ζητήθηκαν.
  9. Στις 21/01/2019 αποστάληκε επιστολή προς την εργοδοτική πλευρά μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για καταβολή του ποσού που εκκρεμούσε προς την εργοδοτούμενη και προσκόμιση σχετικών αποδείξεων και δόθηκε διορία μίας εβδομάδας. Ταυτόχρονα, γνωστοποιήθηκε στον διευθυντή ότι σε περίπτωση μη καταβολής των δεδουλευμένων και μη προσκόμισης των στοιχείων που είχαν ζητηθεί υπάρχει το ενδεχόμενο ποινικής δίωξης (Τεκμήριο 3).
  10. Το συνολικό ποσό των δεδουλευμένων μισθών για την περίοδο που εργάσθηκε η ΜΚ2 στην Κατηγορούμενη 1 από τις 14/05/2018 μέχρι τις 30/09/2018 ανέρχεται στο ποσό των €2.250, ήτοι το ποσό των €250 για τον μήνα Μάιο του 2018 και το ποσό των €500 για έκαστο εκ των ακόλουθων μηνών: Ιούνιος 2018, Ιούλιος 2018, Αύγουστος 2018 και Σεπτέμβριος
  11. Δεν καταβλήθηκε από την Κατηγορούμενη 1 οποιοδήποτε ποσό και δεν παρουσιάσθηκαν οποιεσδήποτε αποδείξεις πληρωμής των μισθών όπως είχαν ζητηθεί παρά μόνο 5 φύλλα μισθοδοσίας για την περίοδο της απασχόλησης της ΜΚ2 (Τεκμήριο 4). Τα αδικήματα για τα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι είναι, αναμφιβόλως σοβαρά. Η σοβαρότητα τους αντικατοπτρίζεται από την προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή η οποία δύναται να είναι ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι
(6)μήνες ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (€15.000) ή και οι δύο αυτές ποινές και σε ότι αφορά την παράλειψη παρουσίασης οποιουδήποτε αρχείου, πιστοποιητικού, βιβλίου ή άλλου εγγράφου η ποινή δύναται να είναι ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι
(6)μήνες ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και οι δύο αυτές ποινές Σκοπός της θέσπισής του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου, Ν. 35(Ι)/2007 (ο Νόμος), είναι η προστασία των εργοδοτουμένων και, πιο συγκεκριμένα, η διασφάλιση του δικαιώματός τους προς λήψη του μισθού και των ωφελημάτων που δικαιούνται με βάση τη συμφωνία που διέπει την εργασιακή τους σχέση.[1] Το άρθρο 20 του Νόμου με τίτλο «Αδικήματα και ποινές» διαλαμβάνει, στο βαθμό που εδώ ενδιαφέρει, τα ακόλουθα: «20.-
(1)Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του παρόντος άρθρου, εργοδότης ο οποίος παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι
(6)μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (€15000) ή και στις δύο αυτές ποινές. .
(2)Το Δικαστήριο επιπρόσθετα από τις ποινές που προβλέπονται στο εδάφιο
(1), δύναται, με την καταδίκη του εργοδότη, να εκδώσει και Διάταγμα καταβολής του οφειλόμενου ποσού προς τον εργοδοτούμενο. .
(4)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(5), οποιοσδήποτε - . (γ) παραλείπει να παρουσιάσει οποιοδήποτε αρχείο, πιστοποιητικό, βιβλίο ή άλλο έγγραφο ή στοιχείο που απαιτείται να παρουσιάσει σύμφωνα με το Νόμο, . είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι
(6)μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10000) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(5)Όταν διαπράττεται αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(4)από νομικό πρόσωπο ή οργανισμό, κάθε πρόσωπο το οποίο κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος κατέχει θέση συμβούλου, προέδρου, διευθυντή, γραμματέα ή άλλη παρόμοια θέση στο νομικό πρόσωπο ή εμφανίζεται ότι ενεργεί με την ιδιότητα αυτή, θεωρείται ένοχο του ίδιου αδικήματος, εκτός εάν αποδείξει ότι το αδίκημα διαπράχθηκε χωρίς τη συναίνεση ή συνενοχή ή αμέλεια του ιδίου και υπόκειται στην ποινή που προβλέπεται για το αδίκημα αυτό, στο εν λόγω εδάφιο. Αποτελεί καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή ότι η ποινή πρέπει να ικανοποιεί τους σκοπούς του Νόμου, να ενεργεί αποτρεπτικά και να προστατεύει το κοινό.[2] Η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από το νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της.[3] Όπως τέθηκε στην Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632 «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη.[4] Ο στόχος του δικαστηρίου στο πλαίσιο εξατομίκευσης της ποινής είναι η επιβολή δίκαιης ποινής, η οποία να αρμόζει τόσο στο έγκλημα όσο και στο δράστη.[5] Από την άλλη όμως δεν παραγνωρίζω ότι η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής η οποία επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή.[6] Στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι όπως αυτή αντικατοπτρίζεται από τις προβλεπόμενες από τον Νόμο ποινές. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι δεν έχει καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό για σκοπούς συμμόρφωσης. Προς όφελος των Κατηγορουμένων για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου το λευκό τους ποινικό μητρώο καθώς επίσης και τον χρόνο που έχει παρέλθει από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή.[7] Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τα όσα ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος τους προς μετριασμό της ποινής τους και ειδικότερα, τα όσα ανέφερε σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου 2. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και έχοντας περαιτέρω κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής κρίνω ως αρμόζουσες τις ακόλουθες ποινές τις οποίες και επιβάλλω: Στην κατηγορούμενη 1 χρηματικό πρόστιμο €100 στην 1η κατηγορία, Στον κατηγορούμενο 2 χρηματικό πρόστιμο €100 στην 2η κατηγορία. Στην κατηγορούμενη 1 χρηματικό πρόστιμο €150 σε έκαστη εκ των κατηγοριών 3, 5, 7, 9 και 11 Στον κατηγορούμενο 2 χρηματικό πρόστιμο €150 σε έκαστη εκ των κατηγοριών 4, 6, 8, 10 και 11. Περαιτέρω, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 20
(2)του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου 35(Ι)/2007, εναντίον της κατηγορούμενης 1, εκδίδεται διάταγμα καταβολής των δεδουλευμένων προς την εργοδοτούμενη της κα Αλεξάνδρα Τσιούπα για ποσό ύψους €2.250. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] ΡΟΔΟΣΘΕΝΟΥΣ ν. AQUA MASTERS PLC, Ποινική Εφεση Αρ. 138/2017, 4/6/2018, ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ v. ΣΤΑΥΡΟΥ κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 264/2018 και 265/2018, 3/7/2020, FRANGOUS P.S. LIMITED κ.α. v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποινική Έφεση Αρ. 233/2020, 4/7/2022, ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποινική Εφεση Αρ. 200/2019, 12/4/2021 [2] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Λατομεία Φαρμακάς Λτδ
(2004)2 Α.Α.Δ. 573 [3] Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά.
(1990)2 Α.Α.Δ. 264, 270 - Βλ. και Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 129. [4] Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224), [5] Σακαρίδης Κυριάκος και Άλλος ν. Αστυνομίας,
(2011)2 Α.Α.Δ, 272 [6] Μιχάλης Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 557, Γενικός Εισαγγελέας v. Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85 Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224, Φιλίππου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21 και Κάττου και Άλλον ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 498 [7] Wellfit Engineering v. Χαπίδη
(2004)2 ΑΑΔ 271. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.