ΕΥΗ ΤΟΥΛΕΚΚΗ ν. ΝΙΚΟΥ ΣΕΒΔΑΛΗ, Αρ. Yπόθεσης: 2219/2018, 8/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:B60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 2219/2018 ΕΥΗ ΤΟΥΛΕΚΚΗ Παραπονούμενη και ΝΙΚΟΥ ΣΕΒΔΑΛΗ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 8 Μαΐου 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Αρότη για ΣΠΥΡΟΣ ΑΡΟΤΗ - ΕΛΕΝΑ ΑΡΟΤΗ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Φ. Βαρκάρης Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Kατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298
(1)του Κεφ. 154. Η 2η κατηγορία αφορά το αδίκημα της απόπειρας εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298
(2)του Κεφ.
- Για σκοπούς πληρότητας σημειώνω ότι ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και 3η κατηγορία η οποία αφορούσε το αδίκημα της απάτης κατά παράβαση των άρθρων 297, 298 και 300 του Κεφ. 154 στην οποία όμως απαλλάχθηκε και αθωώθηκε στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως για τους λόγους που εμφαίνονται στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20/02/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας: «Ο Κατηγορούμενος, κατά/ή περί τις 20 Φεβρουαρίου του 2018, δήλωσε ψευδώς στην Παραπονούμενη ότι είναι εγγεγραμμένος Εργολήπτης, αποσπώντας από την Παραπονούμενη, προκαταβολή συνολικού ύψους €2.000,00 για την διεκπεραίωση οικοδομικών έργων, που επιτρέπεται να διεκπεραιωθούν μόνο από εγγεγραμμένους εργολήπτες.» Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας: «Ο Κατηγορούμενος, επανειλημμένως, μεταξύ των ημερομηνιών 30/03/18 και τις 13/04/18, δήλωσε, ψευδώς και επί σκοπό καταδολίευσης στην Παραπονούμενη, ότι οι συμφωνημένες εργασίες είχαν ολοκληρωθεί και/ή ότι οι κακοτεχνίες είχαν διορθωθεί και προσπάθησε να της αποσπάσει €750,00.» Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και ως εκ τούτου, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η πλευρά της Παραπονούμενης κάλεσε τρεις μάρτυρες κατά τη μαρτυρία των οποίων κατατέθηκαν εννέα
(9)Τεκμήρια. Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1] Αμφότεροι συνήγοροι δήλωσαν ως παραδεκτό γεγονός ότι κατά τον χρόνο που αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ήτοι 20/02/2018, ο Κατηγορούμενος δεν ήταν εγγεγραμμένος εργολήπτης. Για το γεγονός αυτό προβαίνω σε ανάλογο εύρημα. Ως πρώτη μάρτυρας κατέθεσε η Παραπονούμενη η οποία κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής της (Έγγραφο Α). Σύμφωνα με την Παραπονούμενη αυτή, γύρω στις 20/02/2018, είχε επικοινωνία με τον Κατηγορούμενο ο οποίος της είπε ότι ήταν εγγεγραμμένος εργολήπτης με πολλά συνεργεία και πείρα δεκαετιών και γι' αυτόν τον λόγο κατά τον ίδιο χρόνο ανάθεσε στον Κατηγορούμενο σειρά εργασιών και επιδιορθώσεων σε διαμέρισμα ιδιοκτησίας της μητέρας της και κατέβαλε στον Κατηγορούμενο €2.000 ως προκαταβολή έναντι εργασιών. Πρόσθεσε ότι ο Κατηγορούμενος είχε στείλει φωτογραφημένη χειρόγραφη προσφορά την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 και την βεβαίωσε ότι οι εργασίες θα διεκπεραιώνονταν μέσα σε μία ή δύο εβδομάδες. Την προκαταβολή ύψους €2.000 όπως η ίδια ανέφερε, την έδωσε σε τρεις δόσεις και στις 30/03/2018 όταν έδωσε την τελευταία από τις τρεις δόσεις της προκαταβολής ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι οι συμφωνημένες εργασίες είχαν ολοκληρωθεί και προσπάθησε να της αποσπάσει ακόμα €750, πλην όμως όταν πήγε για να επιθεωρήσει το διαμέρισμα συνειδητοποίησε ότι αυτό δεν είχε γίνει και περαιτέρω, υπήρχαν κακοτεχνίες. Περαιτέρω, ανέφερε ότι είχε διαμαρτυρηθεί πολλές φορές για τις εργασίες που δεν είχαν γίνει, τις κακοτεχνίες που δεν είχαν επιδιορθωθεί και την υπέρμετρη καθυστέρηση και κάθε φορά ο Κατηγορούμενος της έλεγε ότι οι συμφωνημένες εργασίες είχαν ολοκληρωθεί και οι κακοτεχνίες είχαν επιδιορθωθεί και της ζητούσε ακόμα €750 που δεν του κατέβαλε καθώς οι ισχυρισμοί του, ως ανέφερε, ήταν ψευδείς. Ακολούθως, η ΜΚ 1 αναφέρθηκε στην καταβολή ποσών από την ίδια για να αγοράσει άλλα πλακάκια λόγω ζημιών και κακοτεχνιών, όπως ανέφερε, που της προκάλεσε ο Κατηγορούμενος στο διαμέρισμα και σε ποσό που πλήρωσε στον ΜΚ3 για διόρθωση των ζημιών και κακοτεχνιών που της προκάλεσε ο Κατηγορούμενος. Αντεξεταζόμενη, σε σχετική ερώτηση που της υποβλήθηκε ανέφερε ότι είχε ρωτήσει δεξιά και αριστερά και κάποιος της είπε ότι ο κατηγορούμενος έκανε ανακαινίσεις, επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικά, τον ρώτησε αν είναι εργολήπτης γιατί του είπε ότι την ενδιαφέρει να γίνει καλή δουλειά και της είπε ότι είχε πείρα πολλών χρονών και συνεργεία και τον παρακάλεσε να βρεθούν για να δει το διαμέρισμα. Συμφώνησε ότι είχε ρωτήσει κάποιο τρίτο πρόσωπο το οποίο κατονομάστηκε και το οποίο της είχε πει για τον κατηγορούμενο και ειδικότερα ότι είχε κάνει κάποιες δουλειές για τον σύζυγο του τρίτου αυτού προσώπου και πιο συγκεκριμένα, είχε βάλει πλακάκια σε κάποιο κατάστημα. Στη συνέχεια της αντεξέτασης της σε σχετικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν σε σχέση με τη διεξαγωγή εργασιών από τον κατηγορούμενο ανέφερε ότι δεν ισχυρίζεται ότι δεν έκανε απολύτως τίποτα ο κατηγορούμενος. Περαιτέρω, όταν της υποβλήθηκε ότι το ποσό των €2.000 δεν το έδωσε ως προκαταβολή αλλά έδινε σταδιακά τα ποσά που αναφέρονται στις αποδείξεις καθώς προχωρούσαν οι εργασίες στο διαμέρισμα ισχυρίστηκε ότι οι δύο αποδείξεις των €300 και των €700 είναι της ίδιας ημέρας και σε ότι αφορά το ποσό των €1000 σε σχέση με την απόδειξη ημερομηνίας 30/3/2018, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος επέμενε να βρει η παραπονούμενη και άλλα χρήματα επειδή δεν δεχόταν κάτω από €1.000 και χρειάστηκε να πάει να δανειστεί χρήματα. Σε ότι αφορά το ποσό των €750 ανέφερε ότι ήθελε τα χρήματα αυτά για τον κόπο του ο κατηγορούμενος επειδή ισχυρίστηκε ότι έκανε όλες τις εργασίες και πως τα διόρθωσε όλα. Στη συνέχεια της αντεξέτασης της σε σχετικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν ως προς το κατά πόσο χρειαζόταν άδεια εργολήπτη για τη διεξαγωγή των εργασιών που ανέλαβε ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι η ίδια δεν ισχυρίζεται ούτε είπε ότι χρειαζόταν τέτοια άδεια. Περαιτέρω, σε σχετικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν ανέφερε ότι μετά την προσφορά του κατηγορούμενου είχαν συμφωνήσει και σε κάποιες εργασίες προφορικά που δεν περιλαμβάνονταν στη γραπτή προσφορά. Ως δεύτερος μάρτυρας κατέθεσε ο κ. Γρηγόρης Παναγή διευθυντής της εταιρείας Γρηγόρης Παναγή Λτδ (ΜΚ 2) ο οποίος κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του (Έγγραφο Β). Σύμφωνα με τον ΜΚ2 στις 05/04/2018 τον επισκέφθηκαν στα γραφεία της εταιρείας του η Παραπονούμενη με τον Κατηγορούμενο και διάλεξαν μαζί πλακάκια και ο Κατηγορούμενος του είπε ότι ήταν εργολήπτης που θα ανακαίνιζε το διαμέρισμα της Παραπονούμενης. Ο ΜΚ 2 παρουσίασε δέσμη τιμολογίων και αποδείξεων σε σχέση με πλακάκια και άλλα υλικά που αγόρασε η Παραπονούμενη. Αντεξεταζόμενος, σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ανέφερε ότι έχει την εντύπωση ότι είχε ξαναδεί τον κατηγορούμενο σε κάποια οικοδομή στο παρελθόν και κατά την ημέρα της επίσκεψης του στο γραφείο του μαζί με την Παραπονούμενη του είπε ότι είναι εργολήπτης και ότι αναλαμβάνει δουλειές και πως σε περίπτωση που έχει πελάτες θα τους έφερνε στον ΜΚ
- Ως τρίτος μάρτυρας κατέθεσε ο κ. Βάσος Σωτηρίου (ΜΚ3). Ο ΜΚ3 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του (Έγγραφο Γ). Κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι είναι επιστάτης και εγγεγραμμένος εργολήπτης και ότι στις αρχές Ιουνίου του 2018 επικοινώνησε μαζί του η Παραπονούμενη και τον πληροφόρησε ότι είχε προσλάβει κάποιον που της είχε πει ότι ήταν εργολήπτης για να ανακαινίσει ένα διαμέρισμα και ότι έφυγε αφήνοντας το γεμάτο ζημιές και κακοτεχνίες και συμφώνησε να διορθώσει τις κακοτεχνίες και ζημιές. Αναφέρθηκε κατά την κυρίως εξέτασή του σε διάφορες εργασίες που δεν είχαν γίνει, όπως ανέφερε, καλά τις οποίες συμφώνησε να διορθώσει. Περαιτέρω, κατέθεσε στο Δικαστήριο αποδείξεις σε σχέση με το ποσό που έλαβε από την Παραπονούμενη. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι συμφώνησε με την Παραπονούμενη να διορθώσει τις κακοτεχνίες που ειδικά στα πατώματα ήταν εμφανείς και πως οι κακοτεχνίες δεν ήταν μόνο στα κεραμικά αλλά ήταν και σε άλλα σημεία όπως μπογιατίσματα. Σε ότι αφορά τους παραστατούς ανέφερε ότι ένα μέρος είχε βαφτεί ξανά αλλά όχι όλο. Σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι τη δήλωση του Έγγραφο Γ την έγραψε η παραπονούμενη και με τη συγκατάθεση του τα διάβασε τα κατάλαβε και τα υπέγραψε. Σε ότι αφορά τα σημεία 8 και 9 που αναφέρει στη δήλωση του ότι έφτιαξε διευκρίνισε αντεξεταζόμενος ότι αυτές οι εργασίες δεν είχαν σχέση με τον ίδιο και δεν ασχολήθηκε αυτός με αυτές τις εργασίες. Σε ότι αφορά τη διόρθωση των shutters που αναφέρει στο σημείο 14 της δήλωσης του (Έγγραφο Γ) διευκρίνισε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο είχε συμφωνηθεί με τον κατηγορούμενο να κάνει αυτή την εργασία. Στη συνέχεια της αντεξέτασης του διευκρίνισε ότι έχει μεν εγκριθεί ως εργολήπτης όμως για να μπορέσει να δουλέψει ως εργολήπτης κάποιος πρέπει να κάνει αίτηση και να έχει και πολιτικό μηχανικό όπως επίσης να μην είναι υπάλληλος και πως ο ίδιος έχει απλώς την έγκριση την οποία δεν έκανε ποτέ χρήση. Ερωτηθείς κατά την αντεξέταση του τι είδους έργα μπορεί να αναλάβει κάποιος εργολήπτης ανέφερε ότι δεν γνωρίζει. Ο κατηγορούμενος κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Δ). Ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα υπόθεση χρόνο ασχολείτο με ανακαινίσεις σπιτιών, διαμερισμάτων, καταστημάτων και άλλων. Ανέφερε επίσης ότι κατά ή περί τον Φεβρουάριο του 2018 και κατόπιν προσφοράς συμφώνησε με την Παραπονούμενη και ανάλαβε να εκτελέσει διάφορες εργασίες στο διαμέρισμά της. Πρόσθεσε ότι την Παραπονούμενη του τη συνέστησε μία κοινή γνωστή τους την οποία κατονόμασε και πως σε καμία περίπτωση του ανέφερε η Παραπονούμενη ότι χρειαζόταν εργολήπτη για την εκτέλεση αυτών των εργασιών και ούτε ο ίδιος της ανέφερε ότι ήταν εγγεγραμμένος εργολήπτης ούτε και υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος για να της το αναφέρει. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του ανέφερε ότι για την εκτέλεση των εργασιών στο διαμέρισμα της Παραπονούμενης έδωσε γραπτή προσφορά η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 και πως από την εν λόγω προσφορά εκτέλεσε και παρέδωσε 21 συνολικά εργασίες τις οποίες απαριθμεί στη γραπτή του δήλωση και οι οποίες αντιστοιχούν στο ποσό των €2.
- Όπως περαιτέρω ανέφερε, συμφώνησε και εκτέλεσε επιπλέον εργασίες που αντιστοιχούν στο ποσό των €972 τις οποίες και απαρίθμησε στη γραπτή του δήλωση. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο η συνολική αμοιβή του για τις εκτελεσθείσες και παραδοθείσες εργασίες ήταν το ποσό των €3.
- Μετά την καταβολή του συνολικού ποσού των €2.000 από την Παραπονούμενη παρέμεινε οφειλόμενο υπόλοιπο προς τον ίδιο ποσό ύψους €1.
- Σύμφωνα με τον ίδιο ουδέποτε απαίτησε από την Παραπονούμενη να του καταβάλει το ποσό των €2.000 ως προκαταβολή αλλά το ποσό αυτό του δόθηκε σταδιακά και έναντι των εργασιών που εκτέλεσε και αφορούσε μόνο την αμοιβή του για την εκτέλεση των εργασιών. Στις 30/03/2018 όταν η Παραπονούμενη του παρέδωσε το ποσό των €700 έναντι του λογαριασμού της, της ζήτησε να τον πληρώσει και το υπόλοιπο ποσό των €1.057 αλλά αυτή αρνήθηκε. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ουδέποτε είχε συζητήσει με τον κ. Παναγή (Μ.Κ.2) το ενδεχόμενο συνεργασίας όταν μετέβηκε με την Παραπονούμενη στο κατάστημά του για να παραγγείλουν κεραμικά. Ανέφερε επίσης ότι η Παραπονούμενη ουδέποτε του έστειλε τις φωτογραφίες σε σχέση με κακοτεχνίες οι οποίες κατατέθηκαν από την Παραπονούμενη ως Τεκμήριο 4 και ουδέποτε προσπάθησε με οποιονδήποτε τρόπο να της αποσπάσει το ποσό των €750 αλλά το ποσό αυτό, όπως ανέφερε, ήταν το ποσό που του όφειλε η Παραπονούμενη από τις εργασίες που είχε εκτελέσει. Πρόσθεσε ότι δεν είχε επιδιορθώσει ποτέ κακοτεχνίες αφού δεν υπήρχαν. Αρνήθηκε ότι παράλαβε οποιανδήποτε επιστολή από τη δικηγόρο της Παραπονούμενης. Περαιτέρω, δεν συμφώνησε με τα όσα ανέφερε ο ΜΚ3 και επανέλαβε ότι εκτέλεσε όλες τις εργασίες που ανέλαβε σύμφωνα με την προσφορά του ως και επιπλέον εργασίες που συμφώνησε με την Παραπονούμενη προφορικά. Αντεξεταζόμενος, όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 4 (συνομιλία Παραπονούμενης και κατηγορούμενης στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης facebook) συμφώνησε ότι η φωτογραφία που φαίνεται σε αυτό το προφίλ είναι η δική του και σε σχετικές ερωτήσεις ανέφερε ότι ουδέποτε πήρε αυτές τις φωτογραφίες. Ακολούθως, σε σχετική ερώτηση και αφού του υποδείχθηκε η σελίδα 14 του Τεκμηρίου 4 όπου καταγράφεται η ύπαρξη μίας αναπάντητης κλήσης από την Παραπονούμενη ανέφερε ότι δεν θυμόταν αν έλαβε αναπάντητη κλήση. Στη συνέχεια ερωτηθείς εάν στις 14/04 έλαβε τα μηνύματα απάντησε ότι δεν θυμάται και ακολούθως δέχθηκε ότι ο ίδιος απαντά στη συνομιλία στο facebook. Σε νέα ερώτηση ως προς το κατά πόσο είδε εν τέλει τα μηνύματα απάντησε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί αλλά δέχτηκε ότι ήταν αυτός που έγραψε στην ίδια συνομιλία στην Παραπονούμενη ότι ήθελε να βρεθούν. Στη συνέχεια της αντεξέτασής του ανέφερε ότι ήταν ενήμερος για τα παράπονα για τις κακοτεχνίες αφού του τα είχε πει και τηλεφωνικώς η Παραπονούμενη και συμφώνησε ότι ο ίδιος της ζήτησε να βρεθούν για να επιθεωρήσει τις κακοτεχνίες που του έστελνε λέγοντας ότι μίλησε τηλεφωνικώς μαζί της και της είπε να βρεθούν και δεν του απάντησε ξανά από τότε. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του με αναφορά και πάλι στο Τεκμήριο 4 που είναι η συνομιλία από το facebook αρνήθηκε ότι είχε στείλει ο ίδιος τα μηνύματα. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του ερωτηθείς σε σχέση με το Τεκμήριο 5 (επιστολή του δικηγόρου της Παραπονούμενης) ανέφερε ότι δεν του δόθηκε καμία επιστολή ούτε αρνήθηκε να παραλάβει επιστολή. Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[2] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[3] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[4] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία επιτάσσει στο θέμα αυτό.[5] Έχω επίσης κατά νου την καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας.[6] Η ΜΚ1 έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και εξετάζοντας τη μαρτυρία της συνολικά δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας. Η ΜΚ1 απαντούσε αυθόρμητα τις ερωτήσεις που της τέθηκαν και δεν διαπίστωσα αντιφάσεις στη μαρτυρία της, η οποία ήταν άμεση, συνεκτική, σταθερή και πειστική. Έχοντας κατά νου τη μαρτυρία της ΜΚ1και την όλη συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα κρίνω ότι επρόκειτο για αξιόπιστη μάρτυρα. Έχοντας κρίνει ότι η ΜΚ1 ήταν αξιόπιστη, για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια, δεν αποδέχομαι το μέρος της μαρτυρίας της σε σχέση με τις κατ' ισχυρισμό κακοτεχνίες, τις αναφορές τις σε σχέση με τις περιστάσεις υπό τις οποίες καταβλήθηκε το ποσό των €2000 καθώς και τις αναφορές της ότι ο λόγος που ανέθεσε τις εργασίες στο διαμέρισμα στον κατηγορούμενο ήταν επειδή της είπε ότι ήταν εγγεγραμμένος εργολήπτης.[7] Σε ότι αφορά το μέρος της μαρτυρίας της σε σχέση με τις κατ' ισχυρισμό κακοτεχνίες δεν μπορώ να αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτές τις αναφορές αφού η ίδια δεν κατέθεσε υπό την ιδιότητα της ως εμπειρογνώμονας. Σε ότι αφορά τη θέση της ότι στις 20/2/2018 συμφώνησε να δώσει ως προκαταβολή στον κατηγορούμενο το ποσό των €2.000 ποσό το οποίο συμφώνησαν να καταβάλει σε τρεις δόσεις όπως ανέφερε, η ίδια δεν υπήρξε σταθερή και σαφής στις επί του προκειμένου αναφορές της και από τα ίδια τα λεγόμενα της προέκυψε ότι αυτό το ποσό δινόταν σταδιακά καθώς προχωρούσαν οι εργασίες που είχε αναλάβει ο κατηγορούμενος και ήταν έναντι της αμοιβής που είχε συμφωνήσει με τον κατηγορούμενο. Ειδικότερα, ενώ αρχικά ανέφερε ότι έδωσε αυτό το ποσό σε τρεις διαφορετικές ημερομηνίες στη συνέχεια, αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι τελικά η απόδειξη για το ποσό των €300 και των €700 (Τεκμήριο 2
(1)και 2
(2)) είναι της ίδιας μέρας (κάτι που δεν συνάδει εν πάση περιπτώσει με το περιεχόμενο των αποδείξεων που φέρουν ημερομηνία 3/3/18 και 30/3/18 αντίστοιχα αλλά και με τα όσα δήλωσε κατά την κυρίως εξέταση της) και πως για το ποσό των €1000 που έδωσε (Τεκμήριο 2
(3)) ο κατηγορούμενος δεν δεχόταν πιο λίγα και πως η ίδια χρειάστηκε να δανειστεί χρήματα. Εάν είχε συμφωνηθεί ευθύς εξαρχής η καταβολή του ποσού των €2000 σε τρεις δόσεις όπως ισχυρίστηκε η Παραπονούμενη τότε για ποιο λόγο η Παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος να προβούν στη συνέχεια σε συζητήσεις μεταξύ τους με την ίδια κιόλας να δηλώνει ότι έπρεπε να δανειστεί χρήματα επειδή δεν δεχόταν πιο κάτω από €1.000 ο Κατηγορούμενος αφού είχαν συμφωνήσει ευθύς εξαρχής, σύμφωνα με τη θέση της, την καταβολή συγκεκριμένου ποσού σε τρεις δόσεις όπως αρχικά ισχυρίστηκε. Για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια, δεν αποδέχομαι επίσης τη θέση της ότι ο λόγος για τον οποίο ανέθεσε τις εργασίες στον κατηγορούμενο ήταν επειδή της είπε ότι ήταν εγγεγραμμένος εργολήπτης. Στην πραγματικότητα αυτό που την έκανε να συμβληθεί μαζί του ήταν οι συστάσεις που έλαβε σε σχέση με τον Κατηγορούμενο όταν αυτή ρώτησε «δεξιά και αριστερά» όπως χαρακτηριστικά ανέφερε και ειδικότερα η σύσταση από το τρίτο κοινό γνωστό τους πρόσωπο στο οποίο είχε κάνει σχετικές εργασίες ο Κατηγορούμενος. Εάν το γεγονός της εγγραφής του Κατηγορούμενου ως εργολήπτη ήταν τόσο σημαντικό για την ίδια και το αποφασιστικό για την ίδια κριτήριο για να συμβληθεί με τον Κατηγορούμενο, τότε εύλογα προκύπτει το ερώτημα για ποιο λόγο, με την ίδια ευκολία που φαίνεται πως η ίδια ρώτησε και έμαθε από το συμβούλιο εργοληπτών πριν την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης κατά πόσο ο Κατηγορούμενος είναι εγγεγραμμένος εργολήπτης, δεν ρώτησε πριν την απόφαση της να συμβληθεί μαζί του. Σχετικό επί του προκειμένου είναι και το γεγονός ότι το πρόσωπο που στο τέλος η ίδια διόρισε για να τις επιδιορθώσει τις εργασίες με τις οποίες έμεινε δυσαρεστημένη με τον Κατηγορούμενο, δηλαδή ο ΜΚ3, ευθαρσώς δήλωσε και διευκρίνισε κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του ότι δεν έχει άδεια να εργάζεται ως εργολήπτης και ότι απλώς εγκρίθηκε στην 4η κατηγορία εργολήπτη το 1999 την οποία έγκριση, όπως χαρακτηριστικά είπε, έβαλε στο «συρτάρι» και δεν κάνει χρήση και ότι για να μπορέσει να εργασθεί ως εργολήπτης θα πρέπει να προβεί σε περαιτέρω διαβήματα, όπως να κάνει αίτηση και να έχει και πολιτικό μηχανικό. Προκύπτει εύλογα το ερώτημα αφού η ίδια ήθελε να γίνουν οι εργασίες από εργολήπτη και ήταν αυτό που την ώθησε να διορίσει τον Κατηγορούμενο τότε για ποιο λόγο ακόμα και το δεύτερο πρόσωπο που διόρισε στην πραγματικότητα δεν είχε άδεια να εργάζεται ως εργολήπτης; Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία της ήταν αξιόπιστη και με εξαίρεση τα σημεία στα οποία αναφέρθηκα πιο πάνω, την αποδέχομαι. Σε ότι αφορά τον ΜΚ2 και ΜΚ3 η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε ήταν επίσης θετική. Εξετάζοντας τη μαρτυρία τους συνολικά δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας. Οι ΜΚ2 και ΜΚ3 απαντούσαν αυθόρμητα τις ερωτήσεις που τους τέθηκαν και δεν διαπίστωσα αντιφάσεις στη μαρτυρία τους, η οποία ήταν άμεση, συνεκτική και σταθερή. Ο ΜΚ3 υπήρξε ειλικρινής προς το Δικαστήριο ότι ο ίδιος ουσιαστικά δεν γνώριζε τι ακριβώς είχε συμφωνηθεί μεταξύ της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου σε σχέση με τις εργασίες που θα διεξάγονταν από τον κατηγορούμενο και ότι αυτός ουσιαστικά ανέλαβε να κάνει ότι του υποδείχθηκε από την Παραπονούμενη. Έχοντας κατά νου τη μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3 και την όλη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κρίνω ότι επρόκειτο για αξιόπιστους μάρτυρες και αποδέχομαι τη μαρτυρία τους. Σε ότι αφορά τη μαρτυρία του κατηγορούμενου επί των αμφισβητούμενων γεγονότων η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε δεν ήταν θετική. Θα πρέπει να σημειώσω εδώ ότι δεν αμφισβητήθηκε ούτε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη, ως προς την παρούσα υπόθεση χρόνο, ασχολείτο με ανακαινίσεις σπιτιών, διαμερισμάτων, και καταστημάτων ούτε ότι είχε συμφωνήσει να εκτελέσει τις εργασίες που ο ίδιος απαριθμεί στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Δ). Εξετάζοντας τη μαρτυρία του επί των αμφισβητούμενων γεγονότων συνολικά, διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από γενικότητα, ασάφεια, έλλειψη αυθορμητισμού και δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, θετικότητα, σαφήνεια, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Παραθέτω στη συνέχεια κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών του. Ερωτηθείς σε σχέση με τη συνομιλία στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης facebook (Τεκμήριο 4) αρχικά ισχυρίστηκε ρητώς ότι δεν έλαβε οποιοδήποτε μήνυμα ή φωτογραφία από την Παραπονούμενη πλην όμως ταυτόχρονα αναγνώρισε ότι επρόκειτο για το δικό του προφίλ στο facebook και στη συνέχεια σε αντίφαση με την ρητή τοποθέτηση του ότι δεν έλαβε οποιοδήποτε μήνυμα στο facebook αφού του υποδείχθηκε η σελίδα 14 του Τεκμηρίου 4 όπου καταγράφεται η ύπαρξη μίας αναπάντητης κλήσης από την Παραπονούμενη ανέφερε ότι δεν θυμόταν εν τέλει αν έλαβε αναπάντητη κλήση. Στη συνέχεια ερωτηθείς εάν στις 14/04 έλαβε τα μηνύματα που φαίνονται στο Τεκμήριο 4 απάντησε ότι δεν θυμάται παρά την αρχική ρητή τοποθέτηση του ότι δεν είχε λάβει τίποτα και ακολούθως, αναιρώντας την αρχική του τοποθέτηση δέχθηκε ότι ο ίδιος απαντά στη συνομιλία στο facebook. Σε νέα ερώτηση ως προς το κατά πόσο είδε εν τέλει τα μηνύματα απάντησε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί αλλά δέχτηκε ότι ήταν αυτός που έγραψε στην ίδια συνομιλία στην Παραπονούμενη ότι ήθελε να βρεθούν ενώ στη συνέχεια σε άλλο σημείο της αντεξέτασης με αναφορά και πάλι στο Τεκμήριο 4 που είναι η συνομιλία από το facebook σε αντίφαση με τις προηγούμενες τοποθετήσεις του αρνήθηκε ότι είχε στείλει ο ίδιος τα μηνύματα. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του ερωτηθείς σε σχέση με το Τεκμήριο 5 (επιστολή του δικηγόρου της Παραπονούμενης) ανέφερε ότι δεν του δόθηκε καμία επιστολή ούτε αρνήθηκε να παραλάβει επιστολή. Επί τούτου του σημείου αναδύθηκε η ανειλικρίνεια του κατηγορούμενου καθότι ως μέρος του Τεκμηρίου 5 έχει κατατεθεί και ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη που επέδωσε τη ρηθείσα επιστολή στην οποία καταγράφεται ότι του επιδόθηκε πλην όμως αρνήθηκε να υπογράψει χωρίς η πλευρά της υπεράσπισης να έχει αμφισβητήσει σε οποιοδήποτε στάδιο το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του ιδιώτη επιδότη. Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του κατηγορούμενου στο σύνολο της και έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα του όλου τρόπου που απαντούσε, καταλήγω ότι η μαρτυρία του επί των αμφισβητούμενων γεγονότων δεν ήταν ειλικρινής και αξιόπιστη και συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας αλλά και με βάση τα γεγονότα εκείνα που δεν έτυχαν αμφισβήτησης[8] προβαίνω στα ακόλουθα επιπρόσθετα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση: 1. Ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα υπόθεση χρόνο ασχολείτο επαγγελματικά με ανακαινίσεις σπιτιών, διαμερισμάτων και καταστημάτων και σε σχέση με την ενασχόληση του αυτή διέθετε σχετική πείρα. 2. Η Παραπονούμενη ενδιαφερόταν για την ανακαίνιση διαμερίσματος ιδιοκτησίας της μητέρας της για το οποίο είχε εξουσιοδότηση από τη μητέρα της να προβαίνει σε οποιεσδήποτε ενέργειες θεωρούσε σκόπιμες για την επιδιόρθωση του δυνάμει πληρεξούσιου εγγράφου (Τεκμήριο 1). 3. Ο Κατηγορούμενος είχε συστηθεί στην Παραπονούμενη από τρίτα πρόσωπα. Ειδικότερα, μία κοινή γνωστή της Παραπονούμενης και του Κατηγορούμενου είχε συστήσει τον Κατηγορούμενο στην Παραπονούμενη αφού ο Κατηγορούμενος είχε συνεργαστεί με την κοινή αυτή γνωστή στο πλαίσιο διεξαγωγής εκ μέρους του Κατηγορούμενου διάφορων εργασιών σε κάποιο κατάστημα του συζύγου της κοινής τους γνωστής. 4. Η Παραπονούμενη επικοινώνησε με τον Κατηγορούμενο και κατά ή περί τον Φεβρουάριο του 2018 η Παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος συμφώνησαν την παροχή διάφορων εργασιών από τον Κατηγορούμενο σε σχέση με το ρηθέν διαμέρισμα και προς τούτο δόθηκε γραπτή προσφορά από τον Κατηγορούμενο προς την Παραπονούμενη (Τεκμήριο 3) την οποία η Παραπονούμενη αποδέχτηκε. 5. Σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε η Παραπονούμενη με τον Κατηγορούμενο του είπε ότι θέλει να μπει μέσα επαγγελματίας άνθρωπος που ξέρει να κάνει τις εργασίες για τις οποίες ενδιαφερόταν και σε σχετική ερώτηση αν είναι εγγεγραμμένος εργολήπτης ο κατηγορούμενος της απάντησε καταφατικά και της είπε ότι έχει μεγάλη πείρα. 6. Η Παραπονούμενη κατέβαλε στον Κατηγορούμενο το ποσό των €2.000 έναντι της αμοιβής του για τις συμφωνηθείσες εργασίες σε τρεις διαφορετικές ημερομηνίες, ήτοι στις 3/3/2018 ποσό ύψους €300, στις 23/3/2018 ποσό ύψους €1.000 και στις 30/3/2018 ποσό ύψους €700 (Τεκμήριο 2
(1), 2
(2)και 2
(3)). Η καταβολή των ρηθέντων ποσών γινόταν σταδιακά κατά τη διεξαγωγή των εργασιών εκ μέρους του Κατηγορούμενου.
- Πέραν των εργασιών που συμφωνήθηκαν μεταξύ της Παραπονούμενης και του Κατηγορούμενου στη γραπτή προσφορά (Τεκμήριο 3) η Παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος μετά την έναρξη των εργασιών είχαν συμφωνήσει προφορικά με την Παραπονούμενη τη διεξαγωγή και περαιτέρω εργασιών.
- Στις 05/04/2018 η Παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος επισκέφθηκαν τον ΜΚ2 στα γραφεία της εταιρείας του και διάλεξαν μαζί πλακάκια και ο Κατηγορούμενος είπε στο ΜΚ2 ότι ήταν εργολήπτης και θα ανακαίνιζε το διαμέρισμα της Παραπονούμενης και πως σε περίπτωση που είχε πελάτες ο Κατηγορούμενος θα τους έπαιρνε στον ΜΚ
- Ο Κατηγορούμενος εκτέλεσε διάφορες εργασίες στο διαμέρισμα της της Παραπονούμενης και κατά τη διάρκεια της συνεργασίας μεταξύ της Παραπονούμενης και του Κατηγορούμενου προέκυψαν προβλήματα και διαφωνίες καθότι η Παραπονούμενη έμεινε δυσαρεστημένη με διάφορες εργασίες που έγιναν από μέρους του Κατηγορούμενου και τον καλούσε να τις επιδιορθώσει προκειμένου να τον πληρώσει το υπόλοιπο της αμοιβής του.[9]
- Ενόψει του ότι δεν υπήρξε ανταπόκριση από τον Κατηγορούμενο η Παραπονούμενη ανέθεσε στον ΜΚ 3 την διεξαγωγή των εργασιών για τις οποίες η Παραπονούμενη έμεινε δυσαρεστημένη από τον Κατηγορούμενο. Ο ΜΚ 3 αν και έκανε αίτηση στο Συμβούλιο εργοληπτών το 1999 και εγκρίθηκε στην 4η κατηγορία εργολήπτη ο ίδιος δεν μπορεί να εργασθεί ως εργολήπτης αφού είναι υπάλληλος σε άλλη εταιρεία και προκειμένου να εργασθεί ως εργολήπτης θα πρέπει να υποβάλει αίτηση. Tο βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που προσάπτονται στον Κατηγορούμενο το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[10] Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[11] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[12] Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246 επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.» Στην Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297[13] και 298
(1)[14] του Κεφ. 154. Από τη συνδυαστική εφαρμογή των εν λόγω άρθρων προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)η ψευδής παράσταση, δηλαδή η παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, έγγραφο ή συμπεριφορά, η οποία στην πραγματικότητα είναι ψευδής,
(2)η γνώση του προσώπου που προβαίνει στην παράσταση ότι αυτή είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή,
(3)η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης και
(4)ως αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης, ο κατηγορούμενος να αποκτήσει από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή να υποκινήσει άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η στοιχειοθέτηση του αδικήματος του άρθρου 298 του Κεφ. 154 προϋποθέτει, κατά πρώτον, την ύπαρξη «ψευδών παραστάσεων», όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 297 του Κεφ. 154[15], με το βάρος απόδειξης να βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία θα πρέπει να αποδείξει τις ψευδείς παραστάσεις όπως αναφέρονται στο κατηγορητήριο.[16] Ψευδής παράσταση είναι η παρουσίαση γεγονότος ως υφιστάμενου, ενώ στην πραγματικότητα αυτό δεν υφίσταται. Δεν είναι απαραίτητο όπως η ψευδής παράσταση γίνεται με λόγια αλλά η συμπεριφορά και οι πράξεις του δράστη, χωρίς οποιαδήποτε προφορική ή γραπτή παράσταση, αρκούν. Μια δήλωση με αναφορά σε υφιστάμενο γεγονός, είτε γίνεται προφορικά, είτε γραπτά, δεν χρειάζεται να είναι ρητά εκπεφρασμένη, αλλά ικανοποιεί τις απαιτήσεις του Νόμου το γεγονός ότι η δήλωση εύλογα και φυσιολογικά μπορεί να εξαχθεί από τον προφορικό ή γραπτό τρόπο με τον οποίο έγινε. Είναι, όμως, αναγκαίο όπως ο δράστης γνωρίζει ότι η παράσταση ήταν όντως ψευδής.[17] Στην Κύπρος Κυπριανού ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 318/2015, ημ. 7/9/2017, ECLI:CY:AD:2017:B285, το Ανώτατο Δικαστήριο, υιοθετώντας απόσπασμα από την Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 861 παρατήρησε ότι: «μια παράσταση είναι ψευδής, όταν η παρουσίαση γεγονότος του παρελθόντος ή του παρόντος γίνεται με σκοπό την παράσταση του ως υπαρκτού, ενώ στην πραγματικότητα αυτό δεν υφίσταται. Η έκφραση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ως προς την εκπλήρωση μια πράξης στο μέλλον, δεν στοιχειοθετεί το αδίκημα της ψευδούς παράστασης. Για να θεωρηθεί μια παράσταση ως ψευδής θα πρέπει το πρόσωπο το οποίο προβαίνει στην εν λόγω παράσταση να γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθής». Στην Ευθυμίου (ανωτέρω) τονίστηκε ότι το ψευδές της παράστασης, όπως και η πρόθεση καταδολίευσης για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος, ανάγεται στην εξ αρχής πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίνει και όχι στην εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Όμως η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice [1885] 29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη. Εδώ δεν θα μπορούσε να εξαχθεί με τη δέουσα ασφάλεια, από το γεγονός της, παρά την είσπραξη χρημάτων, μη τήρησης των υποσχέσεων του Εφεσείοντα και των διαβεβαιώσεων του ότι θα διευθετούσε το θέμα, συμπέρασμα εξ αρχής ψευδούς παράστασης και πρόθεσης καταδολίευσης.» (η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Όπως προκύπτει από την Ευθυμίου (ανωτέρω), κρίσιμος χρόνος για να κριθεί τόσο η γνώση του κατηγορούμενου για το ψευδές της παράστασης όσο και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης είναι ο χρόνος που αυτός κάνει την εν λόγω παράσταση.[18] Περαιτέρω, στην Κυπριανού (ανωτέρω), αναφέρθηκαν τα ακόλουθα αποσπάσματα από τον Archbold, Criminal Pleading, Evidence and Practice 2015: «The representation must be untrue or misleading. There is no express requirement of materiality in this respect in which it is untrue or misleading, either objectively or subjectively to the defendant» (σελ. 2313). Και στη σελίδα 2314: «The definition of "false" incorporated the requirement that the person making the representation knows that the representation is, or might be untrue or misleading. It is the defendant's actual knowledge that matters, not what he ought to have known, or what a reasonable person would have known». Εκτός από την ύπαρξη ψευδών παραστάσεων, η στοιχειοθέτηση του αδικήματος του άρθρου 298 Κεφ. 154 προϋποθέτει την, με πρόθεση καταδολίευσης, απόκτηση οποιουδήποτε πράγματος που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή την υποκίνηση κάποιου να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα. Αναφορικά με το στοιχείο της πρόθεσης ή του σκοπού καταδολίευσης, επειδή αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας, εφόσον ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου, μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[19] Όπου η κατηγορούσα αρχή αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψεύδους, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση.[20] Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης.[21] Το πιο πάνω αδίκημα συνδέεται άρρηκτα με τη βλάβη που προκαλείται ή ενδέχεται να προκληθεί στο «υποκείμενο από τα ψέματα θύμα»[22] και τούτο λόγω και της συναφούς ερμηνείας του όρου «πρόθεση καταδολίευσης».[23] Περαιτέρω, σε ότι αφορά το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης καταδολίευσης με βάση τη σχετική αγγλική νομολογία, όπως αποκρυσταλλώθηκε στην υπόθεση Welham v. D.P.P.
(1961)A.C.103, H.L. «πρόθεση καταδολίευσης» σημαίνει πρόθεση πρόκλησης ή κίνδυνο πρόκλησης βλάβης σε ένα πρόσωπο ως αποτέλεσμα εξαπάτησης. Στη Welham αποσαφηνίσθηκε ότι η πρόθεση καταδολίευσης δεν περιορίζεται στην πρόκληση ή στον κίνδυνο πρόκλησης οικονομικής ζημιάς στο θύμα της απάτης, αλλά καλύπτει γενικά και οποιαδήποτε άλλη βλάβη στο θύμα, έστω και αν αυτή δεν είναι χρηματικής ή οικονομικής φύσεως. Ο όρος πρόθεση καταδολίευσης (intent to defraud) αναλύεται επίσης στην Ioannou v. The Police
(1985)2 C.L.R. 14, όπου επιδοκιμάσθηκε η προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου με αναφορά, μεταξύ άλλων αποφάσεων, και στη Welham (ανωτέρω). Σε σχέση με την πρόθεση καταδολίευσης παραπέμπω επίσης και στην Georghiou v Republic
(1984)2 CLR 65 όπου κατά την ενασχόλησή του με το αδίκημα της κατάρτισης πλαστού εγγράφου, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα σχετικά: «As explained by Lord Denning in particular, neither at common law nor under the Forgery Act was "intent to defraud" associated with the causation of financial injury, by means of the deception practised, to any particular person. As the learned Judge put it, "someone in general will suffice" (see, p. 815, H—I). Again, injury is not confined to economic loss "not to the idea of depriving someone of something of value". The likelihood of prejudice, as explained therein, is sufficient. From the decision in R. v. Peter Martin, English Reports 168, 1353, drawn to our attention by Mr. Loucaides, it appears that the common law never required proof of an intention to injure a particular person or envisaged injury of a financial kind. The conviction of an employee who forged a receipt with a view to deceiving his employer that money which he had obtained from him had been applied for the purpose it was given, was valid in law (see, also, R. v. Hill, 173 English Reports 492). The analysis of the law made in Welham, supra, on the subject of intent to 40 defraud, is supported by powerful dicta expressed in subsequent decisions of the House of Lords (see, Scott v. Comr. of Police [1974] 3 All E.R. 1032; and A-G's Reference (No. 1 of 1981) [1982] 2 All E.R. 417). In R. v: Allsop, 64 Crim. App. Rep. 29, an attempt was made to explore the intrinsic nature of criminal intent required for the commission of the crime of forgery. The object of forgerers is generally, it was observed, to benefit themselves; injury to their victims is of secondary importance. To our mind the principal object of forgerers possessed of the requisite criminal intent, is to alter a picture of things to their advantage. If, by virtue of this deception, another person is induced to act to his detriment, as earlier defined, then the crime of forgery is committed.» Στο σύγγραμμα Archbold 2015 criminal pleading, evidence and practice αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με την έννοια του όρου «πρόθεση καταδολίευσης» στην παράγραφο 1762 σελ. 1979 με τίτλο «with intent to defraud or fraudulently» : « "To defraud" or to act "fraudulently" is dishonestly to prejudice or to take the risk of prejudicing another's right, knowing that you have no right to do so: Welham v. DPP 1961 A.C. 103 HL.» Είναι περαιτέρω αναγκαίο να προσκομιστεί μαρτυρία ότι η απόσπαση περιουσίας έγινε γιατί η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του παραπονούμενου ο οποίος, στηριζόμενος σε αυτήν, παρακινήθηκε να αποξενωθεί από την περιουσία του.[24] Με άλλα λόγια θα πρέπει η μαρτυρία να καταδεικνύει ότι η ψευδής παράσταση επέδρασε στο μυαλό του εξαπατημένου και ότι ήταν αυτή που τον ώθησε, είτε πλήρως, είτε μερικώς, να αποξενωθεί την περιουσία του.[25] Εάν ο παραπονούμενος στηρίχθηκε στη δική του κρίση και όχι στην παράσταση τότε ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να καταδικαστεί.[26] Ο ορισμός της «απόπειρας» παρέχεται στο αρ. 366 Κεφ.154 σύμφωνα με τις πρόνοιες του οποίου «όποιος προτίθεται να διαπράξει ποινικό αδίκημα, αρχίζει να θέτει την πρόθεση του σε εφαρμογή με μέσα που είναι πρόσφορα για την πραγμάτωση της και φανερώνει τέτοια πρόθεση με κάποια έκδηλη πράξη, αλλά δεν πραγματώνει την πρόθεση του σε τέτοιο βαθμό ώστε να διαπράξει το ποινικό αδίκημα, θεωρείται ότι αποπειράται να το διαπράξει.» Περαιτέρω, το άρθρο 298
(2)προνοεί ότι:
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων. Είναι περαιτέρω νομολογημένο αλλά και θεσμοθετημένο στα αρ.85
(2)και
(4)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ότι το Δικαστήριο, έχει διακριτική ευχέρεια και όχι υποχρέωση, να καταδικάσει κάποιο κατηγορούμενο για απόπειρα διάπραξης ενός αδικήματος αν ικανοποιηθεί ότι αποδείχτηκε τέτοια απόπειρα ήτοι η μη ολοκλήρωση της υλοποίησης της πρόθεσης για διάπραξη του αδικήματος αντί του «συμπληρωμένου» αδικήματος με το οποίο κατηγορείτο.[27] Αυτή η «αποτυχία συμπλήρωσης» του αδικήματος είναι και που συνιστά το συστατικό στοιχείο της «απόπειρας» και που «διαχωρίζει» την απόπειρα από το «συμπληρωμένο αδίκημα».[28] Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα, στρέφομαι να εξετάσω εάν τα γεγονότα αυτά στοιχειοθετούν τις κατηγορίες που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[29] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[30] Τα ευρήματα του Δικαστηρίου καταδεικνύουν ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους της σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης αφού ο κατηγορούμενος παρέστησε στην Παραπονούμενη ότι ήταν εγγεγραμμένος εργολήπτης ενώ η παράσταση του αυτή ήταν ψευδής και ο ίδιος γνώριζε το ψευδές της ρηθείσας παράστασης. Για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους της σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης καταδολίευσης. Όπως προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας που προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και τα ευρήματα δυνάμει αυτής ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα υπόθεση χρόνο δραστηριοποιείτο επαγγελματικά στον τομέα της διεξαγωγής εργασιών σε σχέση με ανακαινίσεις σπιτιών, διαμερισμάτων και καταστημάτων, επαγγελματική δραστηριότητα για την οποία μάλιστα, διέθετε σχετική πείρα. Ήταν άλλωστε για αυτόν τον λόγο που όταν η Παραπονούμενη ρώτησε «δεξιά και αριστερά» όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, της είπαν για τον Κατηγορούμενο και ήταν για αυτόν τον λόγο που της τον συνέστησε η κοινή τους γνωστή η οποία είχε επίσης συνεργασία με τον Κατηγορούμενο σε παρόμοιας φύσεως εργασίες. Σε ότι αφορά δε τις εργασίες που ανέλαβε να διεκπεραιώσει στο διαμέρισμα της παραπονούμενης ο Κατηγορούμενος, όχι μόνο δεν προσκομίστηκε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι αυτές τις εργασίες θα μπορούσε να τις διεκπεραιώσει μόνο εγγεγραμμένος εργολήπτης, αλλά η ίδια η Παραπονούμενη ευθαρσώς δήλωσε σε σχετική ερώτηση που της υποβλήθηκε ότι η ίδια δεν ισχυρίζεται ούτε είπε ποτέ, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, ότι αυτές οι εργασίες θα μπορούσαν να διεκπεραιωθούν μόνο από εγγεγραμμένο εργολήπτη. Περαιτέρω, κατέστη επίσης σαφές ότι ο Κατηγορούμενος προέβη σε διάφορες εργασίες στο διαμέρισμα της Παραπονούμενης για τις οποίες η ίδια δεν φαίνεται να είχε οποιοδήποτε παράπονο. Επί του προκειμένου, αξιοσημείωτη ήταν η αναφορά της σε σχετική ερώτηση που της υποβλήθηκε ότι δεν είναι η θέση της ότι δεν έκανε απολύτως τίποτα ο Κατηγορούμενος στο διαμέρισμα. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις αναιρούν την ύπαρξη εξ αρχής πρόθεσης καταδολίευσης εκ μέρους του κατηγορούμενου και ειδικότερα την ύπαρξη εξ αρχής πρόθεσης του κατηγορούμενου να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που έδωσε στην Παραπονούμενη, ήτοι τη διεξαγωγή των εργασιών ανακαίνισης του διαμερίσματος της. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια αντικειμενικά στοιχεία που να συναρτώνται προς την υποκειμενική πρόθεση καταδολίευσης που να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη. Αντίθετα, λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω γεγονότα και την όλη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου ο οποίος προς τον σκοπό συμμόρφωσης των όσων συμφωνήθηκαν με την Παραπονούμενη διεξήγαγε τις εργασίες που ανέλαβε να διεξάγει στο διαμέρισμα τις οποίες μπορούσε να διεκπεραιώσει και για τις οποίες μάλιστα διέθετε σχετική πείρα ως εκ της επαγγελματικής ενασχόλησης του με αυτού του είδους τις εργασίες, και με δεδομένο ότι ο ίδιος φαίνεται να προέβη σε εργασίες για τις οποίες η ίδια η παραπονούμενη φαίνεται να μην είχε παράπονο αφού η ίδια ευθαρσώς δήλωσε ότι δεν είναι η θέση της ότι ο κατηγορούμενος δεν έκανε απολύτως τίποτα, καθίσταται σαφές ότι στην προκείμενη περίπτωση, δεν θα μπορούσε να εξαχθεί με τη δέουσα ασφάλεια, από το γεγονός της, παρά την είσπραξη χρημάτων εκ μέρους του, ύπαρξης λαθών ή κακοτεχνιών κατά τη διεξαγωγή των συμφωνηθέντων εργασιών εκ μέρους του Κατηγορούμενου, συμπέρασμα εξ αρχής πρόθεσης καταδολίευσης της Παραπονούμενης. Αξιοσημείωτο ήταν επίσης και το γεγονός ότι όπως προέκυψε από τη μαρτυρία το ποσό που ο Κατηγορούμενος έλαβε, ύψους €2,000 αφορούσε μέρος της αμοιβής του με την ίδια την Παραπονούμενη να μην του έχει καταβάλει οποιοδήποτε άλλο ποσό ενόψει των λαθών που είχε εντοπίσει εκ μέρους του κατηγορούμενου. Επαναλαμβάνω ότι στη συνομιλία που είχαν στο facebook η ίδια του έλεγε να πάει να προβεί στις διορθώσεις που του ζητούσε προκειμένου να τον πληρώσει. Περαιτέρω, για τους λόγους που εξήγησα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Παραπονούμενης καταλήγω ότι δεν έχει εν προκειμένω καταδειχθεί ότι η ψευδής παράσταση εκ μέρους του Κατηγορούμενου ήταν αυτή που ώθησε (induced) την Παραπονούμενη να συμβληθεί με τον Κατηγορούμενο. Σε ότι αφορά τη δεύτερη κατηγορία, η μαρτυρία της Παραπονούμενης δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει το αδίκημα που προσάπτεται στον Κατηγορούμενο. Τούτο διότι η μαρτυρία της Παραπονούμενης σε ότι αφορά το τι ακριβώς συμφωνήθηκε να γίνει, τι έγινε, το είδος των κατ' ισχυρισμό κακοτεχνιών που κατ' ισχυρισμό της είπε ο κατηγορούμενος ότι διορθώθηκαν ήταν εντελώς γενική, αόριστη και ασαφής. Η Παραπονούμενη δεν διευκρίνισε σε οποιοδήποτε στάδιο τι ακριβώς της είπε κατ' ισχυρισμό ο κατηγορούμενος ότι έκανε ή διόρθωσε τη στιγμή μάλιστα που η ίδια παραδέχθηκε ότι δεν είναι ότι ο κατηγορούμενος δεν έκανε απολύτως τίποτα και από τη στιγμή μάλιστα που από τη μαρτυρία της διαφάνηκε ότι σε κάποιο στάδιο είχαν συμφωνηθεί προφορικά να γίνουν πράγματα το είδος και η φύση των οποίων δεν διευκρινίστηκαν. Συνακόλουθα, για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τις κατηγορίες που έχουν προσαφθεί στον κατηγορούμενο ο οποίος αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Δεδομένης της πιο πάνω κατάληξης, τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ του Κατηγορούμενου και εναντίον της Παραπονούμενης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35. [2] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. [3] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. [4] Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215 [5] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017. [6] Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527, Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785 Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποιν. Έφ. Αρ. 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017 [7] FRANGOUS P.S. LIMITED κ.α. v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποινική Έφεση Αρ. 233/2020, 4/7/2022, Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ, 499 [8] Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, Pissis Ltd v. La Baguette Boulangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10, ημερομηνίας 30.9.2015, Ιωάννης Τσιάττες v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd,
(2009)1 ΑΑΔ 974, 16 Ιουλίου, 2009, STARGEL CO LTD ν. LUTKIN κ.α., Πολιτική έφεση ΑΡ. 407/2011, 21/6/2018 και Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1874 [9] Σχετικά είναι τα μηνύματα της παραπονούμενης στις σελίδες 41-43 του Τεκμηρίου 4. [10] Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 CLR 40, Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462. [11] Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). [12] Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401. [13] 297 - Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή. [14] 298
(1)- Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων. [15]«Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» [16] Βλ. σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000, παραγρ. 5.6 σελ. 328. [17] Re London and Globe Finance Corporation Ltd
(1903)1 Ch. 368, 370, B.R. v. Jones
(1898)1 Q.B. 119 [18] βλ. επίσης την Ιωάννου Μαργαρίτα ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 417). [19] (Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289. [20] R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, R. v. Hammerson, 10 Cr. App. R. 121 [21] βλ. Police v. Petrou alias Yiatros
(1971)12 J.S.C. 1524), Blackstone's Criminal Practice 2000, παρά. 5.6, σελ.
- [22] Archbold (παρ. 1979-1982) και R v. Thornton [1964] 2 QB
- [23] Georghiou v. Republic
(1984)2 Α.Α.Δ. 65, Ιωάννου ανωτέρω, Ευθυμίου ανωτέρω και Welham v. D.P.P.
(1961)A.C.103, H.L. [24] R. v. Sullivan 30 Cr. App. R. 132 και Mitskevich v. F & T Investments Ltd κ.α. Ποιν. Έφεση 182/2018 ημ. 20/03/2018. [25] βλ. επίσης Ι.Π.Κ. Ηχοκίνηση Λτδ v Σιεγγέρη κ.α., Ποινική Έφεση 121/2014, 16/12/2016 με αναφορά στην R v Sullivan, 30 Cr App R 132 και Police v Petrou
(1971)12 JSC 1524, 1526 - 1527) [26] βλ. Harris's Criminal Law (19th edn Sweet & Maxwell, London 1954), σελ. 348, με αναφορά στην R v Roebuck, D & B 24. [27] Γεν. Εισαγγελέας ν. 'Αβισσινός'',
(1993)2 Α.Α.Δ. 104) [28] Μάρτιν ν. Δημοκρατίας (Αρ.2),
(1994)2 Α.Α.Δ. 65). ),
(1994)2 Α.Α.Δ. 65). [29] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ.
- [30] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο