← Κύπρος

ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΔΑΣΩΝ ν. Σ.Κ.Κ.- Π., Αρ. Yπόθεσης: 2815/2019, 7/8/2023

ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΔΑΣΩΝ ν. Σ.Κ.Κ.- Π., Αρ. Yπόθεσης: 2815/2019, 7/8/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:B74 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 2815/2019 ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΔΑΣΩΝ Κατηγορούσα Αρχή και Σ.Κ.Κ.- Π. Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 7 Αυγούστου 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Παπακώστα για Μελίνα Καραολιά. Για την Κατηγορούμενη: κ. Χ. Κογκορόζης. Κατηγορούμενη: απούσα. ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει δύο

(2)κατηγορίες οι οποίες αφορούν παραβάσεις του Περί Δασών Νόμου του 2012, Ν. 25(I)/2012 (εν τοις εφεξής ο Νόμος). Με την πρώτη κατηγορία, κατηγορείται για παράνομη επέμβαση, κατοχή και χρήση μέρους του Εθνικού Δασικού Πάρκου Αθαλάσσας χωρίς την εξασφάλιση άδειας από τον Διευθυντή του Τμήματος Δασών κατά παράβαση των άρθρων 10, 15, 22, 37 (β), (δ) και 50 του Νόμου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, η Κατηγορούμενη παράνομα από την 1/1/2017 μέχρι σήμερα κατέχει και χρησιμοποιεί υποστατικό έκτασης 30m2 το οποίο εμπίπτει στο Εθνικό Δασικό Πάρκο Αθαλάσσας χωρίς την εξασφάλιση άδειας από τον Διευθυντή του Τμήματος Δασών και/ή ανανεωμένης άδειας χρήσης κρατικής γης από τον Διευθυντή του Τμήματος Δασών μετά την από 31/12/2016 λήξη της ετήσιας άδειας χρήσης που της είχε χορηγηθεί με βάση το άρθρο 22 του Νόμου. Με τη δεύτερη κατηγορία η κατηγορούμενη κατηγορείται για παράλειψη συμμόρφωσης σε ειδοποίηση για άρση των επεμβάσεων δοθείσας από την αρμόδια αρχή κατά παράβαση του άρθρου 42
(1)(α) και (β) και
(2)(β) του Νόμου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας η κατηγορούμενη κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία παρέλειψε να συμμορφωθεί με την ειδοποίηση για κατεδάφιση, αποσυναρμολόγηση και/ή απομάκρυνση των παράνομων υποστατικών που δόθηκε από τον Διευθυντή του Τμήματος Δασών κατά ή περί την 12/04/2016 δυνάμει των διατάξεων του Νόμου. Η Κατηγορούμενη δήλωσε μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε δύο
(2)μάρτυρες κατά τη μαρτυρία των οποίων κατατέθηκαν συνολικά 8 Τεκμήρια. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο κ. Ανδρέας Κυριάκου, Δασικός Λειτουργός στον Τομέα Γαιών και Χωρομετρίας (ΜΚ1), και δεύτερος μάρτυρας ήταν ο κ. Γλαύκος Κυριάκου, Ανώτερος Δασικός Λειτουργός (ΜΚ2). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της Κατηγορούμενης και αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, η Κατηγορούμενη επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1] Ο ΜΚ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Α). Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι κατέχει τη θέση πρώτου δασικού λειτουργού στον τομέα γαιών και χωρομετρίας ενώ ταυτόχρονα προϊσταται του κλάδου χωρομετρίας. Εξήγησε ότι μέσα στα καθήκοντά του είναι η οριοθέτηση νέων δασών, ο έλεγχος της οροθετικής γραμμής των κρατικών δασών, η αποτύπωση επεμβάσεων εντός της κρατικής δασικής γης. Πρόσθεσε πως γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης τόσο από προσωπικό χειρισμό όσο και από έγγραφα που έχει στην κατοχή και φύλαξή του. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στη γνωστοποίηση με αριθμό 481 η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυβέρνησης δυνάμει της οποίας η γη που περιγράφεται στην γνωστοποίηση κηρύχθηκε σε Κύριο Κρατικό Δάσος «Αθαλάσσα» (Τεκμήριο 1). Αναφέρθηκε επίσης στην απόφαση ημερομηνίας 6/6/1985 του Υπουργικού Συμβουλίου να κηρύξει το μέρος του Κύριου Κρατικού Δάσους Αθαλάσσας σε Εθνικό Δασικό Πάρκο (Τεκμήριο 2) καθώς και στην κανονιστική διοικητική πράξη με αριθμό 186/985 διά της οποίας πραγματοποιήθηκε η κήρυξη του μέρους του Κύριου Κρατικού Δάσους Αθαλάσσας έκτασης 2.670 σκαλών σε Εθνικό Δασικό Πάρκο την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 εξηγώντας ότι στο Τεκμήριο 3 υπάρχει σχέδιο στο οποίο σημειώνεται με γαλάζιο περίγραμμα και διαγράμμιση το μέρος της γης που κηρύχθηκε σε Εθνικό Δασικό Πάρκο. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του ανέφερε ότι η κατηγορούμενη είναι ιδιοκτήτρια του τεμαχίου με αριθμό [ ] το οποίο εφάπτεται με το Εθνικό Δασικό Πάρκο Αθαλάσσας. Πρόσθεσε ότι περί το έτος 1977 οι γονείς της κατηγορουμένης είχαν χτίσει 2 δωμάτια μέρος των οποίων ενέπιπτε εντός του Εθνικού Δασικού Πάρκου Αθαλάσσας. Η έκταση της επέμβασης της κατηγορουμένης εντός του Εθνικού Δασικού Πάρκου Αθαλάσσας αποτυπώθηκε και υπολογίστηκε από τον ίδιο στα 30 τετραγωνικά μέτρα και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 4 σχετικό σχεδιάγραμμα στο οποίο σημειώνεται η επέμβαση της κατηγορουμένης εντός του Εθνικού Δασικού Πάρκου Αθαλάσσας. Εξήγησε ότι εξαιτίας της ρηθείσας επέμβασης, οι παραπονούμενοι καταχώρισαν την ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 3152/1993 εναντίον της κατηγορουμένης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για παράνομη ανέγερση, κατοχή και χρήση υποστατικών στο Εθνικό Δασικό Πάρκο Αθαλάσσας. Όπως περαιτέρω ανέφερε, μετά την καταχώριση της πιο πάνω ποινικής υπόθεσης η κατηγορούμενη υπέβαλε αίτηση στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για επίλυση συνοριακής διαφοράς μεταξύ του τεμαχίου της και του Εθνικού Δασικού Πάρκου Αθαλάσσας και στις 25/11/1994 το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας απέστειλε ειδοποίηση στην κατηγορούμενη με την οποία την ενημέρωσε για την απόφασή του σε σχέση με την διαφορά/ σύνορο. Όπως εξήγησε ο ΜΚ1, με την απόφαση του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, 30 τετραγωνικά μέτρα των υποστατικών της κατηγορούμενης επενέβαιναν εντός του Εθνικού Δασικού Πάρκου Αθαλάσσας. Κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 5 την απόφαση του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 25/11/
  1. Πρόσθεσε ότι η ανωτέρω αναφερόμενη ποινική υπόθεση αποσύρθηκε εναντίον της κατηγορουμένης μετά από εξώδικο συμβιβασμό και έκδοση ετήσιας άδειας χρήσης κρατικής δασικής γης υπό τον όρο ότι τα υποστατικά θα χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά ως κατοικία από τους γονείς της κατηγορουμένης ενόσω βρίσκονταν εν ζωή. Προς τούτο, στις 27/10/1995 η κατηγορούμενη υπέγραψε υπεύθυνη δήλωση με την οποία αποδέχθηκε τον πιο πάνω όρο καθώς και τον όρο ότι μετά τον θάνατο των γονέων της θα κατεδάφιζε και απομάκρυνε την επέμβαση. Ακολούθως, σύμφωνα πάντα με τον ΜΚ1, στις 12/4/2016 μετά την ανανέωση της άδειας χρήσεως για το 2016 οι παραπονούμενοι κατόπιν έρευνας που διεξήγαγαν διαπίστωσαν ότι οι γονείς της κατηγορουμένης είχαν αποβιώσει. Ενόψει τούτου, οι παραπονούμενοι απέστειλαν στις 12/04/2016 επιστολή στην κατηγορουμένη με την οποία την καλούσαν να συμμορφωθεί με το περιεχόμενο της δήλωσης της ημερομηνίας 27/10/1995 και να απομακρύνει τα παράνομα υποστατικά. Κατέθεσε στο δικαστήριο ως τεκμήριο 6 την επιστολή ημερομηνίας 12/04/2016 του Διευθυντή του Τμήματος Δασών προς την κατηγορουμένη με συνημμένη την υπεύθυνη δήλωση που υπέγραψε η κατηγορουμένη περί της 27/10/1995 και περαιτέρω κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 7 την άδεια χρήσης κρατικής δασικής γης που εκδόθηκε στην κατηγορουμένη. Όπως εξήγησε ο ΜΚ1 η κατηγορούμενη παράνομα από την 1/1/2017 μέχρι σήμερα κατέχει και χρησιμοποιεί μέρος των εν λόγω υποστατικών έκτασης 30 τετραγωνικών μέτρων το οποίο εμπίπτει στο Εθνικό Δασικό Πάρκο Αθαλάσσας χωρίς την εξασφάλιση άδειας από τον Διευθυντή του Τμήματος Δασών και/ή ανανεωμένης άδειας χρήσης κρατικής γης από τον Διευθυντή του Τμήματος Δασών. Περαιτέρω, σύμφωνα πάντα με τον ΜΚ1, η κατηγορουμένη παρέλειψε να συμμορφωθεί με την ειδοποίηση που της δόθηκε στις 12/04/
  2. Αντεξεταζόμενος, σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν σε σχέση με την ύπαρξη κούκων/ορόσημων στην περιοχή που είχαν τοποθετήσει οι Άγγλοι παλαιότερα πάνω στα οποία κατ' ισχυρισμό στηρίχθηκε ο πατέρας της κατηγορούμενης προκειμένου να αναγείρει το επίδικο υποστατικό, ανέφερε ότι από την εμπειρία του, εκείνη η περίφραξη που υπάρχει ακόμα σε πολλούς τόπους, όπως ανέφερε, γινόταν πιο μέσα από το όριο του δάσους απλώς για σκοπούς προστασίας του δάσους και δεν είναι ενδεικτικό ότι αυτά αποτελούσαν το σύνορο του τεμαχίου. Στη συνέχεια της αντεξέτασης του ερωτηθείς σε σχέση με τις γνώσεις του επί χωρομετρικών μετρήσεων ανέφερε ότι ο ίδιος είναι χωρομέτρης και παρακολούθησε μαθήματα στο Κτηματολόγιο και μπορεί να κάνει οποιαδήποτε χωρομετρία εντός του δάσους και των συνόρων του. Σε ότι αφορά το Τεκμήριο 4 που κατέθεσε το οποίο πρόκειται για σχεδιάγραμμα στο οποίο σημειώνεται η επίδικη επέμβαση ανέφερε ότι είναι επεξηγηματικό του επίδικου χώρου. Ερωτηθείς σε σχέση με την άδεια χρήσης κρατικής δασικής γης που είχε χορηγηθεί στο παρελθόν στην κατηγορούμενη - τεκμήριο 7 και την αναφορά που γίνεται σε αυτό το έγγραφο σε 18 τετραγωνικά μέτρα ανέφερε ότι η άδεια αυτή έγινε το 1995 και πιθανότατα να είχαν μετρήσει μόνο το εμβαδόν του κτιρίου ενώ υπάρχει και περιτοίχισμα καταλήγοντας ότι ίσως υπολόγισαν μόνο το κτίριο. Διαφώνησε με σχετική υποβολή ότι η δήλωση της κατηγορουμένης που αποτελεί μέρος του τεκμηρίου 6 και στο πλαίσιο της οποίας η κατηγορούμενη δέχθηκε ότι υπήρχε επέμβαση και ότι θα της χορηγείτο άδεια χρήσης για όσο χρόνο ζούσαν οι γονείς της καθώς και ότι αναλάμβανε να τερματίσει την επέμβαση ευθύς μετά τον θάνατο τον γονέων της ήταν προϊόν ψυχικής πίεσης, λέγοντας ότι πλήρωναν κανονικά την εκμίσθωση και αν ήταν κάτι το οποίο δεν ήθελαν δεν θα πλήρωναν κάθε χρόνο. Ο ΜΚ2 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Β). Ανέφερε ότι εργάζεται στο Τμήμα Δασών από το έτος 1986 και από την 1/11/2020 κατέχει τη θέση του Ανώτερου Δασικού Λειτουργού. Όπως ανέφερε, είναι λειτουργός Διαχείρισης, Γαιών και Προγραμματισμού Λευκωσίας, Λάρνακας και Αμμοχώστου και προηγουμένως κατείχε τη θέση Δασικού Λειτουργού 1ης τάξης και ήταν τοποθετημένος στο Δασικό Σταθμό Αθαλάσσας από τις 5/10/
  3. Τα καθήκοντά του είναι η διαφύλαξη των συνόρων των κρατικών δασών. Σε ότι αφορά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είπε πως τα γνωρίζει τόσο από προσωπικό χειρισμό όσο και από έγγραφα που έχει στην κατοχή και φύλαξή του τα οποία συνέλεξε μετά από έρευνα που διενήργησε ο ίδιος. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του ανέφερε ότι περί τις 19/04/2022 αφού επισκέφθηκε το Εθνικό Δασικό Πάρκο Αθαλάσσας και συγκεκριμένα το σημείο στο οποίο υφίσταται η επέμβαση των 30m2 συνέλεξε φωτογραφικό υλικό που απεικονίζει την επέμβαση της κατηγορουμένης καθώς επίσης και τα παράνομα υποστατικά της. Κατέθεσε ως τεκμήριο 8 δέσμη φωτογραφιών και πρόσθεσε ότι στις 10/4/23 επισκέφθηκε εκ νέου το σημείο της επέμβασης και διαπίστωσε ότι η επέμβαση των 30m2 εξακολουθεί να υφίσταται στο Εθνικό Δασικό Πάρκο Αθαλάσσας όπως και τα παράνομα υποστατικά της Κατηγορούμενης. Αντεξεταζόμενος σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε ανέφερε ότι ως προϊστάμενος του Εθνικού Δασικού Πάρκου Αθαλάσσας είχε καλέσει τη δική τους χωρομετρία η οποία του υπέδειξε τα σύνορα του Εθνικού Δασικού Πάρκου και είδαν τη συγκεκριμένη επέμβαση την οποία έχει φωτογραφίσει και πως η δική τους χωρομετρία υπολόγισε την επέμβαση στα 30m
  4. Όταν του υποβλήθηκε ότι ακόμα και αν επεμβαίνει η κατηγορούμενη στο δάσος η επέμβαση ανέρχεται στα 18 m2 ανέφερε ότι υπήρχε ένα παλιό κατηγορητήριο που έκανε αναφορά σε 18 m2 το οποίο προφανώς, σύμφωνα πάντα με τον ΜΚ2, οι άνθρωποι οι οποίοι είχαν πριν από χρόνια καταγράψει την επέμβαση μιλούσαν μόνο για την κτιριακή επέμβαση και όχι την περίφραξη που υπάρχει γύρω από το υποστατικό, εξηγώντας ότι στις φωτογραφίες που ο ίδιος κατέθεσε, φαίνεται τόσο το κτίριο όσο και η περίφραξη. Η Κατηγορούμενη κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης της (Έγγραφο Γ). Κατά την κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι τη δεκαετία του 60 ο πατέρας της έχτισε μια οικία και στη συνέχεια μοίρασε το ακίνητο σε 2 κομμάτια προκειμένου να πάρει ένα η ίδια και ένα η αδελφή της ως προίκα για τους γάμους τους. Όταν έγινε η εισβολή του 1974 ο πατέρας της έχτισε τα 2 επίδικα βοηθητικά δωμάτια στο πίσω μέρος του ακινήτου με σκοπό να διαμένει με τη μητέρα της τα τελευταία χρόνια της ζωής τους αφού αυτοί ήταν πρόσφυγες και δεν είχαν που να μείνουν. Για τον καθορισμό του ακινήτου και του σημείου ανέγερσης των δωματίων ο πατέρας της, σύμφωνα πάντα με την κατηγορουμένη, βασίστηκε στην υφιστάμενη περίφραξη του δασονομείου η οποία αποτελείτο από συρματόπλεγμα καθώς επίσης και κούκους-ορόσημα που υπάρχουν ακόμα μέχρι σήμερα. Πρόσθεσε ότι η περίφραξη του δασονομείου είχε τοποθετηθεί αρχικά επί Αγγλοκρατίας και στη συνέχεια ήρθε η Δημοκρατία και την μετέφερε προς τα μέσα. Σύμφωνα με την ίδια πρώτα τοποθέτησαν τους κούκους και την περίφραξη, αργότερα τα μετατόπισαν και έριξαν σε αυτούς το φταίξιμο ότι επενέβηκαν παράνομα στο δικό τους κομμάτι. Πρόσθεσε ότι ο πατέρας της ουδέποτε ανέφερε ή πίστευε ότι επενέβαινε σε κρατική γη και πως βασίστηκε σε αυτούς τους κούκους για να κτίσει τα επίδικα δωμάτια. Σε ότι αφορά τη δήλωση της ημερομηνίας 27/10/1995 που αποτελεί μέρος του τεκμηρίου 6 ανέφερε ότι αυτή ήταν προϊόν εξαναγκασμού. Πρόσθεσε ότι οι υπάλληλοι του τμήματος δασών έρχονταν συχνά και μετρούσαν με τις μετροταινίες τους τα δωμάτια και επειδή ο πατέρας της ήταν μεγάλος σε ηλικία και είχε θέματα με την υγεία του όταν τους άκουγε να βγαίνουν πάνω στη στέγη τον έπιανε κρίση πανικού και αναγκάστηκε να υπογράψει τη δήλωση που ετοίμασε το Τμήμα Δασών με σκοπό να αφήσουν ήσυχους τους γονείς της και να ζήσουν ήσυχα τα τελευταία χρόνια της ζωής τους. Πρόσθεσε ότι το ετήσιο ενοίκιο ύψους μιας λίρας δεν ήταν αποτρεπτικός λόγος για να μην προχωρήσει στην υπογραφή της συγκεκριμένης δήλωσης και το έκανε, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «για να αγοράσει τον καβγά». Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης της ανέφερε ότι μετά από την οικονομική κρίση στην Ελλάδα στην οποία είχαν αρχικά μετακομίσει για μια καλύτερη ζωή ήρθαν πίσω στην Κύπρο και μετά ακολούθησαν και τα παιδιά της και εκ των πραγμάτων πήγε να μείνει στα επίδικα βοηθητικά δωμάτια για να έχει την ανεξαρτησία της. Αντεξεταζόμενη, σε σχετικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν ανέφερε ότι το Δασονομείο είπε του πατέρα της ότι το οικόπεδο του ήταν μέχρι τα τέλια και ο πατέρας της έκτισε τα δύο δωμάτια ακουμπώντας το σπίτι που έκτισε πάνω στα τέλια του Δασονομείου. Συμφώνησε σε σχετική υποβολή ότι η περίφραξη είχε τοποθετηθεί για σκοπούς προστασίας του δάσους. Σε περαιτέρω υποβολή ότι αυτή δεν αποτελούσε προϊόν χωρομετρίας και δεν τοποθετήθηκε με σκοπό να καθορίσει τα ορόσημα ανέφερε ότι είχε κούκους στη σειρά που είχαν τοποθετήσει οι Άγγλοι και μετά από 4-5 χρόνια θυμήθηκαν ότι έκαναν λάθος και έβαλαν άλλο τέλι. Σε σχετική υποβολή ότι οι κούκοι δεν ήταν τα σύνορα διερωτήθηκε τι ήταν οι κούκοι, προσθέτοντας ότι είναι το Δασονομείο που πρέπει να το πει αυτό και πως η ίδια ξέρει ότι οι κούκοι ήταν τα σύνορα. Στη συνέχεια της αντεξέτασης της, ερωτηθείσα εάν υπέβαλε αίτηση για συνοριακή διαφορά ανέφερε πως δεν θυμάται και ακολούθως όταν της υποδείχθηκε το Τεκμήριο 5, δηλαδή η απόφαση του Κτηματολογίου προς επίλυση της συνοριακής διαφοράς με την οποία κρίθηκε ότι υπήρχε επέμβαση στο Εθνικό Δασικό Πάρκο Αθαλάσσας όπως αυτή υποδεικνύεται στο συνημμένο σε αυτή σχέδιο ανέφερε ότι μετά τις φασαρίες με το Δασονομείο έκαναν αίτηση αλλά το σπίτι είχε ήδη κτιστεί. Συμφώνησε ότι η αίτηση για επίλυση συνοριακής διαφοράς έγινε το
  5. Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[2] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[3] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης. Προσεγγίζοντας τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, έδωσα ιδιαίτερη βαρύτητα στην πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας, τη σαφήνεια, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής των μαρτύρων, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων και το βαθμό στον οποίο συνάδει με το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[4] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία επιτάσσει στο θέμα αυτό.[5] Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης.[6] Έχω επίσης κατά νου την καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας.[7] Ο ΜΚ1 έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας. Ο ΜΚ1 απαντούσε αυθόρμητα και χωρίς ενδοιασμούς τις ερωτήσεις που του τέθηκαν και δεν διαπίστωσα αντιφάσεις στη μαρτυρία του, η οποία ήταν άμεση, συνεκτική και σταθερή. Η πλευρά της Υπεράσπισης δεν αμφισβήτησε ούτε την ιδιότητα του ως χωρομέτρης ούτε τις ικανότητες του για τη διεξαγωγή της χωρομετρικής εργασίας την οποία διεξήγαγε υπό την ιδιότητα του ως χωρομέτρης, ούτε την ορθότητα της χωρομετρικής εργασίας στην οποία ο ίδιος προέβη για να καταλήξει στην έκταση της επίδικης επέμβασης. Εξήγησε με σαφήνεια ότι ο ίδιος είναι χωρομέτρης και έτυχε μάλιστα σχετικής εκπαίδευσης σε σχέση με χωρομετρικές εργασίες και οι επί του προκειμένου αναφορές του παρέμειναν αναμφισβήτητες. Οι αναφορές του υπήρξαν σταθερές και συνάδουν με το περιεχόμενο των τεκμηρίων που κατέθεσε. Σαφής, σταθερός και πειστικός υπήρξε και στις αναφορές του σε σχέση με την αναφορά που είχε γίνει στο παρελθόν στην άδεια χρήσης που είχε δοθεί στην κατηγορούμενη το 1995 σε 18 m2 (Τεκμήριο 7) εξηγώντας ότι η έκταση αυτή δεν περιλάμβανε και την περίφραξη του επίδικου υποστατικού. Γεγονός παραμένει ότι ο ίδιος προέβη σε χωρομετρική εργασία και κατέληξε στα δικά του συμπεράσματα ως προς την έκταση της επίδικης επέμβασης και οι επί του προκειμένου αναφορές του παρουσίαζαν την αναγκαία θετικότητα, σταθερότητα, σαφήνεια και πειστικότητα ώστε να μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά καταλήγω ότι η μαρτυρία του παρέμεινε ακλόνητη κατά την αντεξέταση. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι χωρίς οποιαδήποτε αμφισβήτηση παρέμειναν και οι αναφορές του σχέση με τη διαδικασία επίλυσης συνοριακής διαφοράς σε σχέση με το επίδικο υποστατικό όπως επίσης χωρίς αμφισβήτηση παρέμειναν και οι αναφορές του στην απόφαση του Κτηματολογίου προς επίλυση της συνοριακής διαφοράς (Τεκμήριο 5) στο πλαίσιο της οποίας κρίθηκε η ύπαρξη επέμβασης του τεμαχίου της Κατηγορούμενης πάνω στο Εθνικό Δασικό Πάρκο Αθαλάσσας. Έχοντας κατά νου τη μαρτυρία του ΜΚ1 και την όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα κρίνω ότι επρόκειτο για αξιόπιστο μάρτυρα και αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Θετική ήταν η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε και από τον ΜΚ
  6. Η μαρτυρία του περιορίστηκε στην παρουσίαση σχετικού φωτογραφικού υλικού σε σχέση με το επίδικο υποστατικό (Τεκμήριο 8). Σαφής, σταθερός και πειστικός υπήρξε και σε σχέση με την αναφορά που είχε γίνει στο παρελθόν στην άδεια χρήσης που είχε δοθεί στην κατηγορούμενη το 1995 σε 18 m2 (Τεκμήριο 7) εξηγώντας ότι η έκταση αυτή περιλάμβανε μόνο την κτιριακή επέμβαση και όχι την περίφραξη που υπήρχε γύρω από το κτίριο. Οι ρηθείσες αναφορές του συνάδουν επίσης με την ήδη αποδεκτή από το Δικαστήριο μαρτυρία του ΜΚ
  7. Έχοντας κατά νου τη μαρτυρία του ΜΚ2 στο σύνολο της καθώς και την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα κρίνω ότι επρόκειτο για αξιόπιστο μάρτυρα και αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Προχωρώ στη συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούμενης. Η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε από την Κατηγορούμενη δεν ήταν θετική. Η μαρτυρία της δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, θετικότητα, σαφήνεια και πειστικότητα ώστε να μπορεί να γίνει αποδεκτή. Δίδω στη συνέχεια κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών της. Ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι οι κούκοι πάνω στους οποίους κατ' ισχυρισμό βασίστηκε ο πατέρας της για να κτίσει το επίδικο υποστατικό ήταν τα σύνορα, στη συνέχεια δεν παρέμεινε σταθερή σε αυτή την αναφορά της καθιστώντας σαφές ότι η ίδια στην πραγματικότητα δεν γνώριζε αφού, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε η Κατηγορούμενη όταν η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής επέμεινε κατά την αντεξέταση της σε αυτό το σημείο, θα έπρεπε να πει το Δασονομείο για το κατά πόσο οι κούκοι καθόριζαν ή όχι τα σύνορα. Αστάθεια αναδύθηκε και στις αναφορές της σε σχέση με το ζήτημα της αίτησης για συνοριακή διαφορά. Αρχικά ισχυρίστηκε ότι δεν θυμόταν ότι υποβλήθηκε τέτοια αίτηση ενώ στη συνέχεια όταν της υποδείχθηκε η απόφαση του Κτηματολογίου επί της ρηθείσας αίτησης (Τεκμήριο 5) διαφοροποίησε τη θέση της και παραδέχτηκε ότι πράγματι υποβλήθηκε τέτοια αίτηση από την ίδια. Ασαφείς, γενικές, αόριστες και καθόλου πειστικές ήταν επίσης και οι αναφορές της σε κατ' ισχυρισμό πίεση που δέχθηκε για να υπογράψει τη δήλωση που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 6 στο πλαίσιο της οποίας αποδεχόταν την ύπαρξη επέμβασης και δήλωνε ότι επιθυμούσε την χορήγηση άδειας χρήσης ενόσω ζούσαν οι γονείς της εντός του υποστατικού. Η ίδια δεν ήταν σε θέση να εξειδικεύσει τις ρηθείσες αναφορές της οι οποίες παρέμειναν μετέωρες. Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία Κατηγορούμενης στο σύνολο της και έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα του όλου τρόπου που απαντούσε και της έκδηλης αδυναμίας της να δώσει σταθερές, σαφείς και πειστικές απαντήσεις σε απλές ερωτήσεις που της τέθηκαν, καταλήγω ότι η μαρτυρία της επί των αμφισβητούμενων γεγονότων δεν ήταν ειλικρινής και αξιόπιστη και συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται στην ολότητα της. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω θα ήταν κατά την κρίση μου ακροσφαλές να βασιστώ στη μαρτυρία της Κατηγορούμενης για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας αλλά και με βάση τα γεγονότα εκείνα που δεν έτυχαν αμφισβήτησης[8] και για σκοπούς αποφυγής αχρείαστης επανάληψης η σύνοψη της μαρτυρίας του ΜΚ1 και ΜΚ2 ως αυτή τέθηκε πιο πάνω, συνιστά και τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα, στρέφομαι να εξετάσω εάν τα γεγονότα αυτά στοιχειοθετούν τις κατηγορίες που αποδίδονται στην κατηγορούμενη. Αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν αμφότερες οι πλευρές με τις αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[9] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[10] Tο βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που προσάπτονται στην Κατηγορούμενη το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[11] Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[12] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[13] Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246 επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.» Στην Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Το αδίκημα της παράνομης επέμβασης, κατοχής και χρήσης κρατικού δάσους το οποίο αποδίδεται στην Κατηγορούμενη με την 1η κατηγορία, κωδικοποιείται στο άρθρο 37 του Περί Δασών Νόμου του 2012 (Ν. 25(I)/2012) το οποίο διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «37. Οποιοδήποτε πρόσωπο, που δεν είναι εξουσιοδοτημένο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών και που ενεργεί χωρίς άδεια που εκδόθηκε από τον Διευθυντή και το οποίο σε κρατικό δάσος - . (δ) κατέχει ή χρησιμοποιεί, για οποιοδήποτε σκοπό, γη ή δασικό κτίριο που βρίσκεται σε κρατικό δάσος∙ ή . είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα
(1)έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000,00) ή και στις δύο
(2)αυτές ποινές. Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που κωδικοποιείται στο εδάφιο (δ) του άρθρου 37 είναι: (α) η κατοχή ή χρήση για οποιοδήποτε σκοπό γης ή δασικού κτιρίου (β) εντός του κρατικού δάσους και (γ) χωρίς εξουσιοδότηση δυνάμει των διατάξεων του Περί Δασών Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών και χωρίς άδεια που εκδόθηκε από τον Διευθυντή. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Περί Δασών Νόμου του 2012 (Ν. 25(I)/2012) «κρατικό δάσος» σημαίνει οποιοδήποτε δάσος ή δασώδη έκταση ή οποιαδήποτε άλλη γη που έχει κηρυχθεί ως κρατικό δάσος, δυνάμει του άρθρου 10[14] και «Διευθυντής» σημαίνει τον Διευθυντή του Τμήματος Δασών του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο είναι δεόντως εξουσιοδοτημένο από αυτόν. Από την ενώπιον μου προσκομισθείσα μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής έχει καταδειχθεί ότι η Κατηγορούμενη μετά τη λήξη στις 31/12/2016 της άδειας χρήσης που της είχε χορηγηθεί συνέχισε να κατέχει το επίδικο υποστατικό έκτασης 30m2 το οποίο επεμβαίνει επί κρατικού Δάσους και ειδικότερα επί του Εθνικού Δασικού Πάρκου Αθαλάσσας το οποίο κηρύχθηκε ως τέτοιο στη βάση των αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου και των γνωστοποιήσεων που δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας (Τεκμήριο 1, 2 και 3). Περαιτέρω, έχει επίσης καταδειχθεί ότι η κατηγορούμενη συνέχισε να κατέχει το επίδικο υποστατικό έκτασης 30m2 χωρίς εξουσιοδότηση δυνάμει των διατάξεων του Περί Δασών Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών και χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Δασών του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου δεόντως εξουσιοδοτημένου από αυτόν. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο και τα σχετικά ευρήματα του Δικαστηρίου στη βάση αυτής σε συνάρτηση με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης κατηγορίας κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την ενοχή της κατηγορούμενης στην 1η κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να αναφερθεί ότι στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης του συνήγορου της Κατηγορούμενης αναφέρεται ότι στην υπό εξέταση περίπτωση πρέπει να αποδειχθεί πρόθεση με βάση το άρθρο 8 του Ποινικού Κώδικα. Το άρθρο 8 υπό τον τίτλο «Με καλή πίστη αξίωση δικαιώματος» διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Ποινικό αδίκημα εναντίον της περιουσίας δεν καταλογίζεται σε εκείνο που το έπραξε αν η πράξη ή παράλειψη που συνιστούσε αυτό διαπράχτηκε κατά την άσκηση ειλικρινής αξίωσης δικαιώματος και χωρίς πρόθεση καταδολίευσης.» Είναι σαφές ότι πρόκειται ουσιαστικά για μία υπεράσπιση που παρέχεται στον Κατηγορούμενο στο πλαίσιο της οποίας θα πρέπει να καταδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος διατηρούσε την καλή πίστη που διατείνεται όταν τελούσε την πράξη ή παράλειψη που συνιστά το υπό κατηγορία αδίκημα. Παραπέμπω σχετικά στην KYRIACOS SAVVA ν. THE POLICE
(1973)2 CLR
  1. Στην υπό εξέταση περίπτωση η ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσα μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής καθιστούν σαφές ότι δεν μπορεί να τύχει επιτυχούς επίκλησης η υπεράσπιση αυτή. Οι όποιες αναφορές στις καλόπιστες προθέσεις του πατέρα της Κατηγορούμενης που έχτισε το επίδικο υποστατικό και η αναφερόμενη άγνοια του πατέρα της ότι επενέβαινε στο Εθνικό Δασικό Πάρκο Αθαλάσσας είναι άσχετες με την παρούσα υπόθεση αφού η Κατηγορούμενη η οποία είναι αυτή που κατείχε το επίδικο υποστατικό πέραν του ότι είχε προβεί σε σχετική δήλωση το 1995 (που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 6) στο πλαίσιο της οποίας αναγνώριζε την επέμβαση και αναλάμβανε να τερματίσει αυτή ευθύς μόλις λάμβανε χώρα ο θάνατος των γονέων της, ήταν η ίδια που προέβη επίσης σε διαδικασία επίλυσης συνοριακής διαφοράς στο πλαίσιο της οποίας το Κτηματολόγιο εξέδωσε απόφαση καθορίζοντας με σαφές και ξεκάθαρο τρόπο την επέμβαση του υποστατικού της κατηγορούμενης στο Εθνικό Δασικό Πάρκο Αθαλάσσας ήδη από το έτος 1994, το περιεχόμενο της οποίας ουδόλως αμφισβητήθηκε. Περαιτέρω, γνώριζε η Κατηγορούμενη ότι της χορηγείτο κάθε χρόνο από το 1995 μέχρι και το 2016 ετήσια άδεια χρήσης του Κρατικού Δάσους Αθαλάσσας η οποία έληξε τον Δεκέμβριο του
  2. Είναι λοιπόν σαφές ότι η ίδια γνώριζε πολύ καλά ότι από τον Δεκέμβριο του 2016 που δεν ανανεώθηκε η άδεια χρήσης δεν είχε κανένα δικαίωμα να συνεχίσει να κατέχει το επίδικο υποστατικό και δεν καταδείχθηκε η ύπαρξη οποιασδήποτε ειλικρινούς αξίωσης δικαιώματος όταν η κατηγορούμενη συνέχισε υπό αυτές τις περιστάσεις να κατέχει το επίδικο υποστατικό. Συνακόλουθα, η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην 1η κατηγορία. Προχωρώ στη συνέχεια στο αδίκημα που προσάπτεται στην Κατηγορούμενη με τη 2η κατηγορία. Σε ότι αφορά αυτήν την κατηγορία θα πρέπει να λεχθεί ότι η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης της εκφράζει την επιθυμία μη προώθησης της κατηγορίας αυτής και αιτείται την άδεια του Δικαστηρίου για απόσυρση. Από τη στιγμή που προσφέρθηκε μαρτυρία και για αυτήν την κατηγορία και από τη στιγμή που δεν έλαβε χώρα αναστολή της ποινικής δίωξης από τον Γενικό Εισαγγελέα κατ' εφαρμογή του άρθρου 154
(1)του Ποινικού Κώδικα, δεν μπορεί να γίνεται σε αυτό το στάδιο λόγος για απόσυρση αυτής της κατηγορίας. Συνεπώς, το Δικαστήριο προχωρεί καθηκόντως να εξετάσει κατά πόσο έχει στοιχειοθετηθεί και αυτή η κατηγορία. Στην έκθεση αδικήματος γίνεται αναφορά στο άρθρο 42
(1)(α) (β) και
(2)(β) του Νόμου το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «42.-
(1)Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων των άρθρων 37(α), (β), (γ), (δ), (ζ), (η) και 38 και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλα μέτρα δυνατό να ληφθούν κατά του παραβάτη, ο Διευθυντής ή δασικός λειτουργός δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Διευθυντή δύναται, αν ο παραβάτης είναι γνωστός - (α) να επιδώσει στον παραβάτη γραπτή ειδοποίηση, σύμφωνα με τον τύπο που καθορίζεται στο Παράρτημα ΙΙ και να απαιτήσει εντός ευλόγου υπό τις περιστάσεις χρόνου την απομάκρυνση, κατεδάφιση, διάλυση ή αποσυναρμολόγηση οποιουδήποτε κατασκευάσματος ή την απομάκρυνση οποιουδήποτε οχήματος ή μηχανήματος τοποθετήθηκε ή εγκαταλείφθηκε ή άλλου αντικειμένου που εναποτέθηκε ή χρησιμοποιήθηκε για τη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων· (β) σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του παραβάτη προς τη γραπτή ειδοποίηση που προβλέπεται από την παράγραφο (α) του παρόντος εδαφίου, να απομακρύνει, κατεδαφίσει, διαλύσει, ή αποσυναρμολογήσει οποιοδήποτε κατασκεύασμα ή απομακρύνει οποιοδήποτε όχημα ή μηχάνημα τοποθετήθηκε ή εγκαταλείφθηκε και να μετακινήσει κάθε άλλο αντικείμενο που εναποτέθηκε ή χρησιμοποιήθηκε για τη διάπραξη των αδικημάτων, να απαιτήσει με αγωγή κατά του παραβάτη όλα τα αναγκαία έξοδα για την εν λόγω απομάκρυνση, κατεδάφιση, διάλυση, αποσυναρμολόγηση ή μετακίνηση.
(2)Επιπρόσθετα οποιασδήποτε ποινής που επιβλήθηκε για τα αδικήματα που αναφέρονται στο παρόν άρθρο, το εκδικάζον Δικαστήριο δύναται να διατάξει - . (β) την εντός καθορισμένου χρονικού διαστήματος κατεδάφιση οποιουδήποτε παραπήγματος ή κατασκευάσματος που σχετίζεται με το εν λόγω αδίκημα, την απομάκρυνση οποιωνδήποτε σωλήνων ή υλικών, την επίχωση οποιασδήποτε διάτρησης ή πηγαδιού ή αυλακιού και τον τερματισμό της διαπραχθείσας παράνομης επέμβασης. Εν προκειμένω, πέραν του ότι η ειδοποίηση που επιδόθηκε στην Κατηγορούμενη (Τεκμήριο 6) δεν έγινε σύμφωνα με τον τύπο που καθορίζεται στο Παράρτημα ΙΙ είναι επίσης σαφές από το λεκτικό του άρθρου 42 του Νόμου ότι η όποια μη συμμόρφωση με τις πρόνοιες μίας τέτοιας ειδοποίησης δίδει απλώς τη δυνατότητα σε δασικό λειτουργό ή στον Διευθυντή του Τμήματος Δασών να λάβουν τα μέτρα που παραλείπει να λάβει ο παραλήπτης μίας τέτοιας ειδοποίησης και να απαιτήσουν με αγωγή κατά του παραβάτη όλα τα αναγκαία έξοδα για τα όποια μέτρα έλαβαν και συνεπώς, η όποια παράλειψη συμμόρφωσης με ειδοποίηση που δίδεται σύμφωνα με το Παράρτημα ΙΙ του Νόμου, δεν στοιχειοθετεί ποινικό αδίκημα. Συνακόλουθα, η κατηγορούμενη απαλλάσσεται και αθωώνεται από την 2η κατηγορία. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35. [2] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. [3] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. [4] Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215 [5] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017. [6] Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614) [7] Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527, Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785 Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποιν. Έφ. Αρ. 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017 [8] Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, Pissis Ltd v. La Baguette Boulangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10, ημερομηνίας 30.9.2015, Ιωάννης Τσιάττες v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd,
(2009)1 ΑΑΔ 974, 16 Ιουλίου, 2009, STARGEL CO LTD ν. LUTKIN κ.α., Πολιτική έφεση ΑΡ. 407/2011, 21/6/2018 και Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1874 [9] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ.
  1. [10] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/
  2. [11] Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 CLR 40, Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462. [12] Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). [13] Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401. [14] 10.-
(1)Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται, με Διάταγμα που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας να κηρύξει ως κρατικό δάσος, οποιοδήποτε δάσος ή δασώδη έκταση ή οποιαδήποτε άλλη γη στη Δημοκρατία: Νοείται ότι, για να κηρυχθεί οποιαδήποτε ιδιωτική περιουσία ως κρατικό δάσος, ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 13.
(2)Οποιαδήποτε κήρυξη δυνάμει του εδαφίου
(1)- (α) αναμένεται να έχει σημαντική επίδραση στις συνθήκες διαβίωσης των επηρεαζόμενων προσώπων, ή (β) επηρεάζει σημαντικά τη βιοποικιλότητα και/ή το φυσικό περιβάλλον γενικά, ή (γ) καλύπτει περιοχές μεγαλύτερες από εκατόν
(100)εκτάρια, πραγματοποιείται ή αναθεωρείται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 21. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.