ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Αρ. Yπόθεσης: 4257/2019, 16/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:B67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 4257/2019 ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Παραπονούμενος και ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 16 Ιουνίου 2023 Εμφανίσεις: Για τον Παραπονούμενο: κα Χ. Ηλιοφώτου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Π. Παφίτης. Κατηγορούμενος: απών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος κατόπιν δικής του παραδοχής κρίνεται ένοχος σε τέσσερις κατηγορίες απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297, 298 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων και στα οποία ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή έχουν ως ακολούθως: Ο Κατηγορούμενος κατά ή περί τον Ιούνιο του 2016 στο Δάλι της επαρχίας Λευκωσίας απέσπασε με ψευδείς παραστάσεις από τον παραπονούμενο ποσό ύψους €200 παριστάνοντας σε αυτόν ψευδώς ότι είχε τη δυνατότητα, την πείρα και τις γνώσεις να επιδιορθώσει αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του Παραπονούμενου (1η κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος κατά ή περί τον Ιούνιο του 2016 στο Δάλι της επαρχίας Λευκωσίας απέσπασε με ψευδείς παραστάσεις από τον παραπονούμενο ποσό ύψους €150 παριστάνοντας σε αυτόν ψευδώς ότι είχε τις γνώσεις να καθαρίσει χωράφι ιδιοκτησίας του Παραπονούμενου (2η κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος κατά ή περί τον Ιούλιο του 2016 στο Δάλι της επαρχίας Λευκωσίας παρέστησε ψευδώς στον Παραπονούμενο ότι ήταν ιδιοκτήτης χωραφιού στον Κόρνο το οποίο του υπέδειξε για σκοπούς πώλησης του στον Παραπονούμενο και απέσπασε από αυτόν ποσό ύψους €18.725 για τον πιο πάνω σκοπό (3η κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος κατά ή περί τον Ιούνιο του 2016 στο Δάλι της επαρχίας Λευκωσίας απέσπασε με ψευδείς παραστάσεις από τον παραπονούμενο ποσό ύψους €3.800 παριστάνοντας σε αυτόν ψευδώς ότι είχε τη δυνατότητα να εισάξει προς όφελος του Παραονούμενου αυτοκίνητο από το Μπαχρέιν και πως το πιο πάνω ποσό ήταν το ισχυριζόμενο κόστος αγοράς, εκτελωνιστικών, ασφάλειας εμπορεύματος, μεταφορικών και εγγραφής και απόκτησης αριθμού εγγραφής (4η κατηγορία). Η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής υιοθέτησε τα γεγονότα ως αυτά εμφαίνονται στο κατηγορητήριο. Περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό εκ μέρους του κατηγορούμενου προς αποζημίωση του Παραπονούμενου. Ενόψει του χρόνου που παρήλθε από την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης μέχρι και την ημερομηνία που επιφυλάχθηκε η απόφαση σε σχέση με την ποινή κρίνω σκόπιμο για σκοπούς πληρότητας να προβώ σε μία σύντομη αναδρομή στον φάκελο της δικογραφίας. Η παρούσα υπόθεση καταχωρίστηκε στις 8/4/2019 και ορίστηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου στις 23/5/
- Από τις 23/5/2019 η υπόθεση επαναορίστηκε σε διάφορες ημερομηνίες για απάντηση και εξέταση του αιτήματος ημερομηνίας 23/5/2019 για νομική αρωγή που καταχωρίστηκε από τον Κατηγορούμενο. Όπως προκύπτει από τον φάκελο της δικογραφίας, παρά το γεγονός ότι είχαν δοθεί οδηγίες από το Δικαστήριο για ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας προκειμένου να τεθεί η έκθεση υπόψη του Δικαστηρίου στο πλαίσιο εξέτασης του αιτήματος για Νομική Αρωγή αυτή η έκθεση ετοιμάστηκε και καταχωρίστηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου την 1/12/20 οπότε το Δικαστήριο εξέτασε στις 2/12/2020 το αίτημα για νομική αρωγή εγκρίνοντας το. Από τις 23/5/2019 μέχρι τις 2/12/20 ενόψει της μη ετοιμασίας της σχετικής έκθεσης, η υπόθεση ορίστηκε σε διάφορες ημερομηνίες χωρίς να απαντήσει ο κατηγορούμενος και επαναλαμβάνονταν σε κάθε δικάσιμο οι οδηγίες που δόθηκαν από την πρώτη δικάσιμο για ετοιμασία της σχετικής έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας. Δεν προκύπτει από τον φάκελο ο λόγος της καθυστέρησης της ετοιμασίας της έκθεσης από το γραφείο Ευημερίας αφού δεν καταχωρίστηκε στον φάκελο οποιαδήποτε επιστολή από το Γραφείο Ευημερίας που να εξηγεί τους λόγους για τους οποίους οι επανειλημμένες οδηγίες του Δικαστηρίου δεν ακολουθούνταν. Ακολούθως, στις 9/12/2020 εμφανίστηκε ο συνήγορος του Κατηγορούμενου ο οποίος ζήτησε χρόνο για απάντηση με αποτέλεσμα η υπόθεση να οριστεί εκ νέου στις 17/12/20 για απάντηση. Στις 17/12/20 η υπόθεση αναβλήθηκε από το Δικαστήριο χωρίς φυσική παρουσία στο πλαίσιο της λήψης μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού οπότε η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για τον ίδιο σκοπό (δηλαδή για απάντηση) στις 29/6/21 ημέρα κατά την οποία ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στις κατηγορίες. Ακολούθως, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 10/11/21 και ακολούθως στις 24/1/
- Στις 24/1/22 ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε και εκδόθηκε εναντίον του ένταλμα σύλληψης το οποίο ορίστηκε για έλεγχο στις 18/2/22 ημερομηνία κατά την οποία εμφανίστηκε ο Κατηγορούμενος με τον συνήγορο του και προέβη σε αλλαγή απάντησης από μη παραδοχή σε παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες με την υπόθεση να ορίζεται για γεγονότα και επιβολή ποινής στις 14/4/
- Εκείνη την ημέρα, δηλαδή στις 18/2/2022 έγινε αναφορά από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου ότι είχε λάβει ενημέρωση ότι εκκρεμούσαν και άλλες υποθέσεις εναντίον του Κατηγορούμενου και η πρόθεση του ήταν να υποβάλει σχετικό αίτημα στον Γενικό Εισαγγελέα προκειμένου να ληφθεί υπόψη και η παρούσα υπόθεση στη σοβαρότερη όπως αναφέρθηκε υπόθεση που εκκρεμούσε ενώπιον άλλου Δικαστηρίου εναντίον του κατηγορούμενου. Της πιο πάνω εμφάνισης ακολούθησαν άλλες εννέα
(9)εμφανίσεις για τον ίδιο σκοπό, ήτοι για γεγονότα και επιβολή ποινής κατά τις ακόλουθες ημερομηνίες: 14/4/22, 14/6/22, 6/7/22, 5/9/22, 5/10/22, 9/11/22, 7/12/22, 31/1/23 και 3/3/
- Στο πλαίσιο των πιο πάνω δικασίμων είχε αναφερθεί από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου ότι του προφορικού αιτήματος του προς τον Γενικό Εισαγγελέα είχε ακολουθήσει στις 30/6/22 και γραπτό αίτημα το οποίο κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Έγγραφο Χ στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης προκειμένου να ληφθεί υπόψη η παρούσα κατά την επιβολή ποινής στο πλαίσιο άλλης υπόθεσης που εκκρεμούσε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Στο πλαίσιο των πιο πάνω δικασίμων αναφερόταν επίσης από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου ότι παρά την υποβολή του αιτήματος του τόσο προφορικώς όσο και γραπτώς προς τον Γενικό Εισαγγελέα και παρά το ότι είχε και τηλεφωνική επικοινωνία με τους εκπροσώπους του Γενικού Εισαγγελέα στο πλαίσιο της οποίας είχε λάβει ενημέρωση ότι το αίτημα του, προκαταρκτικά, αντιμετωπιζόταν θετικά, εντούτοις, δεν λάμβανε απάντηση με αποτέλεσμα την υποβολή εκ μέρους του αιτημάτων αναβολής προκειμένου να λάβει απάντηση στο αίτημα. Σημειώνω ότι στα αιτήματα αυτά δεν έφεραν ένσταση οι συνήγοροι του Παραπονούμενου. Εν τέλει, στις 3/3/23 το Δικαστήριο ενημερώθηκε ότι την 1/3/2023 εκδόθηκε απόφαση στο πλαίσιο της υπόθεσης 20542/21 που εκκρεμούσε εναντίον του Κατηγορούμενου στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στο πλαίσιο της οποίας λήφθηκαν υπόψη άλλες 5 υποθέσεις χωρίς να έχει ληφθεί υπόψη και η παρούσα υπόθεση αφού δεν ικανοποιήθηκε στην ολότητα του το αίτημα του συνήγορου του Κατηγορούμενου. Ζητήθηκε σε εκείνο το σημείο χρόνος από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου προκειμένου να εφοδιάσει το παρόν Δικαστήριο με αντίγραφο της απόφασης στην υπόθεση 20542/21 με αποτέλεσμα η υπόθεση να οριστεί εκ νέου για γεγονότα και επιβολή ποινής στις 10/3/23 ημέρα κατά την οποία, παρά την ετοιμότητα του συνήγορου του κατηγορούμενου να προχωρήσει σε μετριασμό της ποινής του κατηγορούμενου, ζητήθηκε να δοθεί μία τελευταία ευκαιρία στον κατηγορούμενο να εξαντλήσει το ενδεχόμενο αποζημίωσης του Παραπονούμενου. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για γεγονότα και επιβολή ποινής στις 28/4/2023 ημέρα κατά την οποία το Δικαστήριο προχώρησε ακούγοντας τα γεγονότα που εκτέθηκαν καθώς και τα όσα ο συνήγορος του κατηγορούμενου παρέθεσε προφορικά στο πλαίσιο μετριασμού της ποινής του κατηγορούμενου. Σε ότι αφορά το ζήτημα της μη λήψης υπόψη της παρούσας υπόθεσης στο πλαίσιο της υπόθεσης 20542/21, ο συνήγορος εκ μέρους του Κατηγορούμενου ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο λόγος ο οποίος του αναφέρθηκε από την εκπρόσωπο του Γενικού Εισαγγελέα ως λόγος απόρριψης του αιτήματος του ήταν το γεγονός της άρνησης του ιδιώτη κατήγορου να ληφθεί η παρούσα υπόθεση υπόψη στην υπόθεση 20542/
- Από την άλλη η συνήγορος του Παραπονούμενου ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι δεν της ζητήθηκε οποιαδήποτε συγκατάθεση αλλά και να της ζητείτο αυτή δεν θα συγκατατίθετο. Εν πάση περιπτώσει, ανεξαρτήτως των λόγω που οδήγησαν στην απόρριψη του αιτήματος, το δεδομένο είναι ότι ενώ ζητήθηκε από την πλευρά του Κατηγορούμενου δεν λήφθηκε και η παρούσα υπόθεση κατά την επιβολή ποινής στο πλαίσιο της της υπόθεσης 20542/
- Αναφέρω επίσης ότι αντίγραφο της απόφασης ημερομηνίας 1/3/23 που εκδόθηκε στο πλαίσιο της υπόθεσης 20542/21 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας παραδόθηκε από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου και κατατέθηκε στον φάκελο του παρόντος Δικαστηρίου. Ο κατηγορούμενος στην υπόθεση 20542/21 η οποία αφορούσε 5 κατηγορίες απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και 1 κατηγορία απειλής καταδικάστηκε σε ποινή άμεσης φυλάκισης 18 μηνών σε έκαστη κατηγορία απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και 5 μηνών στην κατηγορία της απειλής με τις ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Λήφθηκαν επίσης υπόψη ακόμα 5 υποθέσεις οι οποίες αφορούσαν κλοπή επιταγής, πλαστογραφία, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, εξασφάλιση χρημάτων και αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, κλοπή υπό αντιπροσώπου, πλαστοπροσωπία και κλοπή. Όπως αναφέρθηκε από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου και όπως προκύπτει και από την απόφαση στο πλαίσιο της υπόθεσης 20542/21, ενόψει του ότι ο κατηγορούμενος ήταν υπόδικος στην εν λόγω υπόθεση από τις 23/11/21 η ποινή του μειώθηκε για το χρονικό διάστημα που ήταν υπό κράτηση. Αποτέλεσμα τούτου, όπως αναφέρθηκε από τον συνήγορο του κατηγορούμενου και δεν αμφισβητήθηκε, ήταν ο κατηγορούμενος να αποφυλακιστεί δύο μέρες μετά την απαγγελία της ποινής που έλαβε χώρα την 1/3/23 στο πλαίσιο της υπόθεσης 20542/21 έχοντας ήδη εκτίσει την ποινή που του επιβλήθηκε στο πλαίσιο της υπόθεσης 20542/
- Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου, αγόρευσε ενώπιον του Δικαστηρίου προφορικά προς μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου. Στο πλαίσιο της ικανής του αγόρευσης αναφέρθηκε στις προσωπικές, οικονομικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου υιοθετώντας τη σχετική έκθεση του γραφείου ευημερίας, αλλά και στους ελαφρυντικούς παράγοντες τους οποίους εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του για σκοπούς καθορισμού της ποινής παραπέμποντας προς τούτο σε σχετική νομολογία. Στάθηκε ιδιαίτερα, ο ευπαίδευτος συνήγορος, στο γεγονός ότι παρά το γεγονός ότι υπέβαλε αίτημα στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα με επιστολή του η οποία κατατέθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ως Έγγραφο Χ προκειμένου να ληφθεί η παρούσα υπόθεση υπόψη του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για σκοπούς επιβολής ποινής στο πλαίσιο της υπόθεσης υπ' αριθμό 20542/21, εντούτοις το αίτημα αυτό δεν ικανοποιήθηκε. Ήταν η εισήγηση του ότι υπό αυτές τις περιστάσεις και ενόψει του ότι η παρούσα υπόθεση θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη και δεν λήφθηκε στο πλαίσιο της υπόθεσης 20542/21 για λόγους που δεν οφείλονται στον κατηγορούμενο, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να επιβάλει οποιαδήποτε ποινή και σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε επιβάλει ποινή στερητικής της ελευθερίας θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς την κατεύθυνση της αναστολής της ποινής. Άκουσα με προσοχή την επιχειρηματολογία που ο ευπαίδευτος συνήγορος ανέπτυξε ενώπιόν μου. Αναφορά θα γίνει όπου και εάν κριθεί σκόπιμο στη συνέχεια. Το άρθρο 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις 298.
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» Αποτελεί καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή ότι η ποινή πρέπει να ικανοποιεί τους σκοπούς του Νόμου, να ενεργεί αποτρεπτικά και να προστατεύει το κοινό.[1] Η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από το νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής συνιστά έναν από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της.[2] Όπως τέθηκε στην Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632 «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Δεν πρέπει δε να λησμονείται ότι οι συνθήκες τέλεσης ενός αδικήματος συνιστούν το βασικότερο παράγοντα προσδιορισμού της σοβαρότητας του αδικήματος με ανάλογες επιπτώσεις στην επιμέτρηση της ποινής.[3] Στην υπόθεση Καττής κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 262 επισημάνθηκε ότι στην κατάλληλη περίπτωση είναι δυνατό το Δικαστήριο να επιβάλει ακόμη και την ανώτατη ποινή που προβλέπει ο Νόμος. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη.[4] Ο στόχος του Δικαστηρίου στο πλαίσιο εξατομίκευσης της ποινής είναι η επιβολή δίκαιης ποινής, η οποία να αρμόζει τόσο στο έγκλημα όσο και στον δράστη.[5] Από την άλλη όμως δεν παραγνωρίζω ότι η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής η οποία επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή.[6] Στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος όπως αυτή αντικατοπτρίζεται από τις προβλεπόμενες από τον Νόμο ποινές. Η σοβαρότητα των αδικημάτων προκύπτει και από την παραβατική συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο σύνολο της αφού ο κατηγορούμενος στην προσπάθεια του να εξασφαλίσει οικονομικό όφελος από τις παράνομες ενέργειες του, ψευδώς υποσχέθηκε στους παραπονούμενους ότι θα προέβαινε σε διάφορες πράξεις, ως αυτές αναφέρονται στο εισαγωγικό μέρος της παρούσας απόφασης, και με αυτόν τον τρόπο κατάφερε να εξασφαλίσει σημαντικό χρηματικό αντάλλαγμα. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι δεν έχει καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό με σκοπό την αποζημίωση του Παραπονούμενου. Προς όφελος του Κατηγορούμενου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου την παραδοχή του, η οποία παρά το γεγονός ότι δεν ήταν άμεση εντούτοις έγινε σε στάδιο πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας περισώζοντας πολύτιμο δικαστικό χρόνο. Αναμφίβολα η παραδοχή ενοχής συνιστά ουσιαστικό ελαφρυντικό παράγοντα και όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28, «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μη σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης». Λαμβάνω επίσης υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου. Όπως μνημονεύεται στην υπόθεση Τσιάκκα ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 282, προηγούμενη καταδίκη μπορεί να προσμετρήσει στην επιβολή της ποινής στην μεταγενέστερη υπόθεση αν η διάπραξη του πρώτου αδικήματος λάβει χώρα πριν την διάπραξη του δεύτερου αδικήματος, η δε καταδίκη για το πρώτο αδίκημα ολοκληρώθηκε πριν την δεύτερη καταδίκη. Τέτοια δεδομένα δεν τέθηκαν στην υπό κρίση περίπτωση ώστε να θεωρηθεί πως ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. [7] Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τη μεταμέλεια του Κατηγορούμενου για τα αδικήματα που διέπραξε, όπως αυτή εκφράστηκε μέσω του συνηγόρου του ενώπιον του Δικαστηρίου, τις προσωπικές ως επίσης και τις οικονομικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, περιλαμβανομένων των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει, ως αυτά προκύπτουν από το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας τα οποία, σημειώνω ότι, είναι ήσσονος σημασίας σε αδικήματα σοβαρά (όπως αυτό της υπό κρίση περίπτωσης), όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής και ότι δεν μπορούν να εξουδετερώσουν την σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, ούτε είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής.[8] Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας ότι ο Κατηγορούμενος είναι σήμερα 47 ετών, διαζευγμένος με δύο παιδιά τα οποία εδώ και 8 χρόνια δεν επιθυμούν να έχουν οποιαδήποτε επαφή μαζί του. Ο ίδιος εργαζόταν σε ιδιωτικές εταιρείες στην Κύπρο και ακολούθως εργάστηκε στη Σαουδική Αραβία και λόγω προβλημάτων υγείας στα γόνατα και στα νεφρά για τα οποία λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή καθώς και ενέσιμη θεραπεία στα γόνατα, εδώ και δύο χρόνια δεν εργάζεται και υπέβαλε αίτημα για λήψη αναπηρικού επιδόματος. Λαμβάνω επίσης υπόψη προς όφελος του Κατηγορούμενου τον χρόνο που έχει παρέλθει από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή.[9] Το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή για αδικήματα που, όπως προαναφέρθηκε, διαπράχθηκαν πριν από εφτά
(7)χρόνια. Η τόσο μεγάλη καθυστέρηση έχει αφ΄εαυτής τη σημασία της και ακόμα περισσότερο ως εκ του γεγονότος ότι στο μεσοδιάστημα οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου έχουν διαφοροποιηθεί ουσιωδώς.[10] Στην καθυστέρηση αυτή συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό το γεγονός ότι το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε μόλις την 8/4/2019, δηλαδή σχεδόν 3 έτη μετά τη διάπραξη των αδικημάτων χωρίς να δοθεί σε σχέση με το ζήτημα αυτό οποιαδήποτε ικανοποιητική εξήγηση από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου την καθυστέρηση που προέκυψε από την ημερομηνία που ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου μέχρι και την ημερομηνία που η διαδικασία προχώρησε εν τέλει στην έκθεση των γεγονότων, ήτοι χρονικό διάστημα πέραν του ενός έτους, για λόγους που δεν προκύπτει να οφείλονται στον κατηγορούμενο ενόψει της εκκρεμότητας του αιτήματος του προς τον Γενικό Εισαγγελέα για λήψη υπόψη της παρούσας υπόθεσης στο πλαίσιο της υπόθεσης 20542/21 η οποία τελικά δεν λήφθηκε υπόψη. Σημειώνω ότι σε όλο αυτό το διάστημα που μεσολάβησε η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής δεν εξέφρασε οποιαδήποτε ένσταση, ούτε υπέβαλε οποιοδήποτε αίτημα προκειμένου να εκθέσει τα γεγονότα στην παρούσα υπόθεση. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω το κατά πόσο η μη λήψη υπόψη της παρούσας υπόθεσης στην υπόθεση 20542/21 κατά την επιβολή της ποινής στην ρηθείσα υπόθεση μπορεί και πρέπει να προσμετρήσει στην όλη ποινική μεταχείριση του Κατηγορούμενου υπό το φως της προεξάρχουσας αρχής ότι ένας κατηγορούμενος θα πρέπει να τυγχάνει του ευεργετήματος να τιμωρείται μια και μόνο φορά για όλη την εγκληματική του συμπεριφορά την οποία παραδέχεται και ζητεί είτε ο ίδιος, είτε μέσω της κατηγορούσας αρχής, να ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι οι συνήγοροι του Παραπονούμενου κατά το στάδιο της έκθεσης των γεγονότων και της αγόρευσης εκ μέρους του συνήγορου του Κατηγορούμενου προς μετριασμό της ποινής του, ο οποίος επικεντρώθηκε στο γεγονός της μη λήψης υπόψη της παρούσας υπόθεσης στο πλαίσιο της υπόθεσης 20542/21 και στήριξε την όλη επιχειρηματολογία και εισηγήσεις του σε αυτό ακριβώς το γεγονός σε συνάρτηση με την αρχή της συνολικότητας, δεν αμφισβήτησαν ότι η παρούσα υπόθεση θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της υπόθεσης 20542/21 και δεν λήφθηκε. Ανεξαρτήτως της μη αμφισβήτησης του γεγονότος αυτού από την πλευρά του Παραπονούμενου, έχοντας κατά νου τις πρόνοιες του άρθρου 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 δεν έχω διαπιστώσει οποιοδήποτε κώλυμα στην ύπαρξη δυνατότητας να μπορούσε η παρούσα υπόθεση να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της υπόθεσης 20542/21 εάν βεβαίως διδόταν σχετική συναίνεση εκ μέρους του κατήγορου στη ρηθείσα υπόθεση η οποία δεν δόθηκε, εξού και δεν λήφθηκε υπόψη η παρούσα. Στην Παραρέ Μιχάλης ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 257 ο εφεσείων αμφισβήτησε ως έκδηλα υπερβολική την ποινή δίμηνης φυλάκισης που του επιβλήθηκε κατόπιν παραδοχής του σε δύο κατηγορίες κατοχής και χρήσης ναρκωτικών ουσιών που αντιμετώπιζε. Αμφισβήτησε περαιτέρω και την επιβολή της πιο πάνω ποινής ως διαδοχικής και όχι συντρέχουσας, με την ποινή των τεσσάρων ετών που είχε ήδη επιβληθεί στον εφεσείοντα από Κακουργιοδικείο σε υπόθεση που αφορούσε μεταξύ άλλων, σε κατηγορία ένοπλης ληστείας. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα παραπέμποντας και στην απόφαση Βέλιου ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 76: «Συζητήθηκε σε έκταση πρωτοδίκως το Άρθρο 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, που επιτρέπει τη λήψη υπόψη άλλων αδικημάτων που διέπραξε ο κατηγορούμενος, των οποίων είτε δεν άρχισε ακόμη η δίωξη, είτε η δίκη επ' αυτών, και, τα οποία ο κατηγορούμενος ομολογεί ότι διέπραξε, ενώ έγινε αναφορά και στις υποθέσεις Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 47, Κυριάκου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 598 και Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, για να διαπιστώσει το Δικαστήριο ότι δεν είχε ζητηθεί από καμιά πλευρά να ληφθεί υπόψη η παρούσα υπόθεση κατά την επιμέτρηση της ποινής που επεβλήθη από το Κακουργιοδικείο. Προχώρησε μάλιστα να καταγράψει ότι ασχέτως των λόγων που δεν ζητήθηκε να ληφθεί η υπόθεση υπόψη, ο εφεσείων μόνο τον εαυτό του θα έπρεπε να μέμφεται για το γεγονός ότι όντως δεν λήφθηκε υπόψη. Όμως η ταυτόχρονη διαπίστωση του κατά την παράθεση των λόγων που επιμέτρησαν προς όφελος του εφεσείοντος, ότι όντως θα μπορούσαν τα γεγονότα της υπό κρίση έφεσης να λαμβάνονταν υπόψη στην υπ' αρ. 3556/11 υπόθεση του Κακουργιοδικείου, αναιρεί τα πιο πάνω. Αυτή δε η διαπίστωση έπρεπε να προσμετρήσει ουσιωδώς στην όλη ποινική μεταχείριση του εφεσείοντος υπό το φως της έτερης και προεξάρχουσας αρχής ότι ένας κατηγορούμενος θα πρέπει να τυγχάνει του ευεργετήματος να τιμωρείται μια και μόνο φορά για όλη την εγκληματική του συμπεριφορά την οποία παραδέχεται και ζητεί είτε ο ίδιος, είτε μέσω της κατηγορούσας αρχής, να ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Όπως αναφέρθηκε και πρόσφατα στη Δημήτρης Βέλιου ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 76, «Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, εκεί όπου μια υπόθεση θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψη και δεν λήφθηκε, αυτό δυνατό να αποτελέσει λόγο για μείωση της ποινής που επιβλήθηκε κατά τη μεταγενέστερη εκδίκαση του αδικήματος.» (η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω, στην Σάββας Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2ΑΑΔ σελ. 443, επισημάνθηκαν σχετικά και τα ακόλουθα: «Η αρχή της συνολικότητας της ποινής ισχύει βεβαίως στην Κύπρο όπως ισχύει και στην Αγγλία. Επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο Δικαστήριο την ίδια ώρα στην ίδια ή σε διαφορετικές υποθέσεις και καλύπτει περιπτώσεις όπως η προκείμενη στην οποία οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικό δικαστήριο σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις. Ακόμα, δεν περιορίζεται σε αδικήματα που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μίας ενιαίας ενέργειας, ως προς τα οποία ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές (ίδε και Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1989)1 Α.Α.Δ. 331). Επίκεντρο της είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του. Και υπόβαθρο της είναι οι ευρύτεροι παράμετροι που διέπουν την αναλογικότητα της τιμωρίας προς το έγκλημα και που έχουν έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου και αναγνώριση στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπό το φως των οποίων και θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 117
(2)και να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ύψος της επιβληθησομένης ποινής. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας, η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικρίζεται διαχρονικά σαν σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισής του. Όπως περαιτέρω υποδεικνύεται στην Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 47, 50: «Το γεγονός ότι δεν έγινε επίκληση και δεν χρησιμοποιήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 81, δεν αποκλείει την εκδίκαση και την επιβολή ποινής σε τέτοιες εκκρεμείς υποθέσεις που θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί υπόψη, αλλά για οποιουσδήποτε λόγους δεν λήφθησαν υπόψη κατά την επιμέτρηση ποινής σε άλλη προηγούμενη υπόθεση. Ούτε και μπορεί να λεχθεί μετά βεβαιότητας ποιά θα ήταν η ποινή στην προηγούμενη υπόθεση αν είχε ζητηθεί να ληφθούν υπόψη τότε. Το γεγονός παραμένει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και ζητήθηκε να ληφθούν στην περίπτωση αυτή και θα πρέπει να εξεταστεί αν η επιβληθείσα ποινή είναι έκδηλα υπερβολική." Πιο πρόσφατα, στην ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 161/2020, 11/5/2022 το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε τα ακόλουθα: «Όπως υπεδείχθη με αναφορά σε προηγούμενη νομολογία στην υπόθεση Βέλιου ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 76, εκεί όπου μια υπόθεση θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψη και δεν λήφθηκε, αυτό δυνατό να αποτελέσει λόγο για μείωση της ποινής που επιβλήθηκε κατά τη μεταγενέστερη εκδίκαση του αδικήματος. Ωστόσο δεν είναι βέβαιο σε μια τέτοια περίπτωση ποια θα ήταν η ποινή που θα επιβαλλόταν στην προηγούμενη υπόθεση, αν είχε ζητηθεί η μεταγενέστερη υπόθεση να ληφθεί υπόψη και δεν λήφθηκε. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Θεοδούλου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 288/2015, ημερ. 14/6/2016, όπου εξετάσθηκε παρόμοιο ζήτημα, το ερώτημα εν προκειμένω παραμένει αν το Δικαστήριο θα επέβαλλε την ίδια ποινή ή αν θα την επαύξανε ουσιωδώς. Είναι σαφές ότι σε αυτό το ερώτημα δεν μπορούμε, εν προκειμένω, να τοποθετηθούμε». Περαιτέρω, στην Φράγκου Παναγιώτης ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 13 το Πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 15 μηνών σε 22 κατηγορίες διάρρηξης και κλοπής. Ο εφεσείων εξέτιε ποινή φυλάκισης για προηγούμενη του καταδίκη σε 26 κατηγορίες, επίσης για διάρρηξη και κλοπή, για τις οποίες του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών. Ο συνήγορος του εφεσείοντος υποστήριξε ότι, επειδή οι υποθέσεις που αποτελούσαν το υπόβαθρο της έφεσης μπορούσαν να ληφθούν υπ' όψιν, το πρωτόδικο Δικαστήριο έπρεπε να διατάξει όπως η ποινή που του επιβλήθηκε στην παρούσα υπόθεση συντρέχει με την ποινή που ήδη εξέτιε. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν παραβιάσθηκε η αρχή της συνολικότητας της ποινής και απέρριψε την έφεση διαπιστώνοντας ότι στην ποινή που επιβλήθηκε, προσμέτρησε προς όφελος του εφεσείοντα το γεγονός ότι η υπόθεση δεν λήφθηκε υπόψη στην προγενέστερη υπόθεση το οποίο οδήγησε σε επιεική υπό τις περιστάσεις ποινή. Επεσήμανε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Η αρχή της συνολικότητας επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης επιβολής διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο ταυτόχρονα και καλύπτει επίσης περιπτώσεις όπου οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικά δικαστήρια σε διαφορετικό χρόνο και διαφορετικές βέβαια υποθέσεις. Επίκεντρο της αρχής είναι η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου. Δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε τις αρχές που θέτει η νομολογία. Στην παρούσα υπόθεση σημειώνουμε ότι ο εφεσείων παρέλειψε, αν και είχε το δικαίωμα ούτως ή άλλως, να ζητήσει όπως οι παρούσες υποθέσεις ληφθούν υπ' όψιν στην προηγούμενη υπόθεση. Παρατηρούμε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο σαφώς αναφέρθηκε στη δυνατότητα του εφεσείοντα να ζητούσε να ληφθούν υπ΄ όψιν τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης κατά την επιβολή ποινής στην προηγούμενη υπόθεση για την οποία εκτίει ποινή φυλάκισης. Πέραν όμως τούτων είναι φανερό, από την επιεική υπό τις περιστάσεις ποινή που επιβλήθηκε στην παρούσα υπόθεση, ότι ελήφθη υπ' όψιν και το γεγονός αυτό.» Σχετικές είναι επίσης και οι ακόλουθες υποθέσεις: Djionis v. The Police
(1984)2 C.L.R. 59, 64, Varnava v. Police
(1984)2 C.L.R. 349, Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 47 και Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, 143, 144) Θεοδούλου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 288/2015, ημερ. 14/6/2016 Υπό το φως των πιο πάνω καλά εμπεδωμένων αρχών καθίσταται εν προκειμένω σαφές ότι το γεγονός ότι η παρούσα υπόθεση δεν λήφθηκε υπόψη στο πλαίσιο της υπόθεσης 20542/21 αποτελεί παράγοντα που δύναται να αποτελέσει λόγο για μείωση της ποινής και επομένως δύναται να προσμετρήσει προς όφελος του κατηγορούμενου στην όλη ποινική μεταχείριση του Κατηγορούμενου. Αδικήματα αυτής της φύσης έχουν αυξηθεί ανησυχητικά. Η ανάγκη για αποτρεπτικές ποινές, ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, προέχει για την προστασία της κοινωνίας. Δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής και η κάθε υπόθεση εξετάζεται με βάση τα δικά της γεγονότα και ιδιαιτερότητες. Αναφέρομαι στη συνέχεια σε άλλες αποφάσεις που αφορούν στην επιβολή ποινών για αδικήματα παρόμοιας φύσεως με το επίδικο, διευκρινίζοντας ότι αυτές είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για παρόμοιας φύσης αδικήματα, χωρίς όμως να έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, αναγνωρίζοντας ότι η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και των συνθηκών του παραβάτη.[11] Στην Περικλέους Μαρίνος Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 397 ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε κατηγορίες πλαστογραφίας εγγράφων συμβολαίων ενοικιαγοράς, κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων και απόσπασης ποσού ύψους £8.000,00 (€13,668) με ψευδείς παραστάσεις. Βαρυνόταν με δύο προηγούμενες καταδίκες για παρόμοιας φύσεως αδικήματα και αποπλήρωσε το μεγαλύτερο μέρος του ποσού που απέσπασε. Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης ενός έτους στην κατηγορία της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Στην Tτουνιάς Στέλιος Σωτηρίου ν. Aστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 1 ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε κατηγορία εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις. Τα αγαθά συνίστατο σε ένα αρμόνιο με μετασχηματιστή, αξίας £190.73σεντ. Είχε μία προηγούμενη καταδίκη και λήφθηκαν υπόψη οκτώ παρόμοιας φύσεως υποθέσεις. Πρωτόδικα του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 12 μηνών η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση αν και χαρακτηρίστηκε από το Εφετείο ως αρκούντως επιεικής. Συνεκτιμώντας, όλα τα πιο πάνω δεδομένα και ιδιαίτερα τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες ποινές, την συχνότητα διάπραξης του και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής και από την άλλη όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, καταλήγω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο είναι αναπόφευκτα αυτή της ποινής φυλάκισης. Οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω σε σχέση με τον Κατηγορούμενο είναι ικανοί να μειώσουν μόνο το εύρος της ποινής, όχι όμως το είδος της. Η επιβολή οιασδήποτε άλλης μορφής ποινής στον Κατηγορούμενο θα οδηγούσε στην ακόμα μεγαλύτερη έξαρση των αδικημάτων αυτής της φύσης και θα έδιδε, περαιτέρω, λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες, καταστρατηγώντας κάθε έννοια και σημασία της αποτρεπτικότητας. Συνακόλουθα, σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν και έχοντας περαιτέρω κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, και ασκώντας κάθε δυνατή επιείκεια επιβάλλονται στον Κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης ενός
(1)μήνα Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης ενός
(1)μήνα Στην 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης εννέα
(9)μηνών Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης τριών
(3)μηνών Δεδομένου ότι πρόκειται για αδικήματα ίδιας φύσης, τα οποία διαπράχθηκαν στο πλαίσιο μιας ενιαίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, οι πιο πάνω ποινές να συντρέχουν.[12] Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ να εξετάσω αν υπάρχουν λόγοι αναστολής της ποινής φυλάκισης δυνάμει των προνοιών του περί της Υφ' όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν. 95/1972). Η ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ευρεία και ασκείται με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου.[13] Όπως αναλύεται το όλο ζήτημα στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930, 938-939: «Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Έχω επίσης κατά νου ότι η όποια επιείκεια έχει επιδείξει το Δικαστήριο ως προς το ύψος της επιβληθείσας ποινής και οι παράγοντες τους οποίους το Δικαστήριο έλαβε υπόψη προς καθορισμό της, δεν αποστερούν στο Δικαστήριο το δικαίωμα να εξετάσει, κατά το στάδιο της κρίσης περί αναστολής της ποινής, ξεχωριστά όλα τα περιστατικά που αφορούν τον Κατηγορούμενο και τα οποία θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη και να επιδράσουν με βάση το σχετικό νόμο Ν. 95/72, ως τροποποιήθηκε. Η πορεία εξέτασης θέματος αναστολής της εκτέλεσης της ποινής προϋποθέτει και επιβάλλει, όπως και στην Ιωσήφ (ανωτέρω) εντοπίζεται, την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος, των προσωπικών περιστάσεων ενός κατηγορουμένου και των γεγονότων της υπόθεσης συνολικά.[14] Η τελική κρίση θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα πρέπει να εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια κρίνω ότι συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να ασκηθεί η διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της αναστολής της επιβληθείσας στον κατηγορούμενο ποινής φυλάκισης. Σημειώνω καταρχάς το λευκό του ποινικό μητρώο, την παραδοχή του καθώς επίσης και τις προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες ως αυτές συνοψίσθηκαν πιο πάνω. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τον χρόνο που έχει διαρρεύσει από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα, ήτοι εφτά
(7)έτη, κατά τον οποίο οι προσωπικές περιστάσεις και οι συνθήκες ζωής του Κατηγορούμενου έχουν διαφοροποιηθεί ουσιαστικά με τον Κατηγορούμενο να βρίσκεται τα τελευταία δύο χρόνια σε δεινή οικονομική κατάσταση όντας άνεργος και έχοντας τα δύο αυτά τελευταία χρόνια παρουσιάσει προβλήματα υγείας στα γόνατα και στα νεφρά για τα οποία λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν. Λαμβάνω επίσης ιδιαίτερα υπόψη μου το γεγονός ότι σε αυτήν την καθυστέρηση συνέτεινε το γεγονός ότι ενώ τα αδικήματα έλαβαν χώρα το 2016 εντούτοις, η ιδιωτική ποινική δίωξη εκ μέρους του Παραπονούμενου ασκήθηκε σχεδόν 3 χρόνια μετά τη διάπραξη των αδικημάτων χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε επαρκής και ικανοποιητική επεξήγηση και χωρίς να προκύπτει ότι στην καθυστέρηση αυτή συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο ο Κατηγορούμενος. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου το μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος είχε παραδεχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μέχρι το χρονικό σημείο που προχώρησε η διαδικασία της έκθεσης των γεγονότων, ήτοι χρονικό διάστημα 12 και πλέον μηνών, διάστημα στο οποίο ο Κατηγορούμενος ανέμενε να εξεταστεί το αίτημα του από τον Γενικό Εισαγγελέα προκειμένου να ληφθεί υπόψη και η παρούσα υπόθεση στο πλαίσιο της υπόθεσης 20542/21, χωρίς να έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μου που να συνηγορεί υπέρ της διαπίστωσης ότι έφερε οποιαδήποτε ευθύνη για αυτήν την καθυστέρηση η πλευρά του Κατηγορούμενου η οποία ουσιαστικά ανέμενε τη λήψη απάντησης στο εύλογο υπό τις περιστάσεις αίτημα της και χωρίς να εκφράσει σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα η πλευρά του Παραπονούμενου οποιαδήποτε ένσταση ή να υποβάλει οποιοδήποτε αίτημα προκειμένου να προχωρήσει η διαδικασία της έκθεσης των γεγονότων. Η καθυστέρηση αυτή έχει και μία άλλη σημαντική παράμετρο η οποία επίσης λαμβάνεται υπόψη και προσμετρά στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Καθίσταται σαφές από το όσα τέθηκαν ενώπιον μου και δεν αμφισβητήθηκαν από την άλλη πλευρά ότι ο κατηγορούμενος είχε υποβάλει μέσω του δικηγόρου του αίτημα προκειμένου να ληφθεί υπόψη η παρούσα υπόθεση στο πλαίσιο της υπόθεσης 20542/21 ήδη από τον Απρίλιο του 2022 και ακολούθως γραπτώς τον Ιούνιο του 2022 (μέσω του Εγγράφου Χ) πλην όμως η εξέταση του αιτήματος αυτού καθυστέρησε χωρίς να προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε οποιαδήποτε συνδρομή σε αυτήν την καθυστέρηση. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την καθυστέρηση επιβολής ποινής τόσο στην παρούσα υπόθεση όσο και στην υπόθεση 20542/21 στο πλαίσιο της οποίας ζητούσε να ληφθεί η παρούσα υπόψη και στο πλαίσιο της οποίας επίσης ζήτησε να ληφθούν υπόψη άλλες 5 υποθέσεις οι οποίες φαίνεται από το κείμενο της απόφασης στην υπόθεση 20542/21 να λήφθηκαν πράγματι υπόψη ως το αίτημα της πλευράς του Κατηγορούμενου. Όπως άλλωστε καταγράφεται στο κείμενο της απόφασης στην υπόθεση 20542/21 στην οποία μάλιστα ο Κατηγορούμενος προέβη σε άμεση παραδοχή: «Η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην αποπεράτωση της υπόθεσης οφείλεται στην αδυναμία εντοπισμού όλων των υποθέσεων του κατηγορούμενου στα Δικαστήρια σε άλλες επαρχίες». Είναι επομένως σαφές ότι η καθυστέρηση στην αποπεράτωση της υπόθεσης 20542/21 δεν προκύπτει να οφείλεται στον Κατηγορούμενο ούτε τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον μου που θα μπορούσε να οδηγήσει σε τέτοια διαπίστωση. Αντιθέτως, σε όλο αυτό το διάστημα των 12 και πλέον μηνών που ο Κατηγορύμενος ήταν υπό παραδοχή αναφερόταν από τον συνήγορο του ότι αναμενόταν ακόμα η απάντηση στο αίτημα με τον ίδιο να έκανε επανειλημμένες προσπάθειες να απαντηθεί το αίτημα του. Η μεγάλη αυτή καθυστέρηση στην επιβολή της ποινής ενώ ο ίδιος βρισκόταν υπό παραδοχή είχε ως συνέπεια να στερηθεί εκ των πραγμάτων της δυνατότητας να υποβάλει εισήγηση στο παρόν Δικαστήριο η όποια ποινή του επιβληθεί στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης να είναι συντρέχουσα με την ποινή που του επιβλήθηκε στην υπόθεση 20542/21 αφού με δεδομένη την καθυστέρηση που προέκυψε τόσο στην επιβολή της ποινής στην παρούσα όσο και στην επιβολή της ποινής στην υπόθεση 20542/21 και με δεδομένο ότι ο ίδιος ήταν στο πλαίσιο της υπόθεσης 20542/21 υπόδικος από τον Νοέμβριο του 2021, η 18μηνη ποινή φυλάκισης που του επιβλήθηκε στο πλαίσιο της υπόθεσης 20542/21 έληξε τον Μάρτιο του 2023 δύο μέρες μετά την επιβολή της ποινής του στην υπόθεση 20542/21 και αυτός αποφυλακίστηκε έχοντας ολοκληρώσει την έκτιση της ποινής που του επιβλήθηκε. Ως αποτέλεσμα αυτής της καθυστέρησης, για την οποία επαναλαμβάνω ότι δεν προκύπτει να συνέδραμε ή να ευθυνόταν ο ίδιος με οποιοδήποτε τρόπο, ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο για τον ίδιο να αιτηθεί όπως η ποινή του στην παρούσα υπόθεση συντρέχει με την ποινή που του επιβλήθηκε στην υπόθεση 20542/21, ζήτημα το οποίο θα μπορούσε να εξεταστεί στο πλαίσιο της αρχής της συνολικότητας και το οποίο, λαμβανομένων των αρχών που διέπουν το ζήτημα αυτό στις οποίες έχω αναφερθεί πιο πάνω, θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης να αντικριστεί θετικά. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι στο πλαίσιο της ποινής που του επιβλήθηκε στην υπόθεση 20542/21 εκδόθηκαν και διατάγματα αποζημίωσης εναντίον του Κατηγορούμενου τα οποία ορίστηκε να είναι πληρωτέα 9 μήνες μετά την αποφυλάκιση του Κατηγορούμενου προκειμένου να έχει την ευκαιρία να επαναδραστηριοποιηθεί μετά την αποφυλάκιση του, παράγοντας που επίσης προσμετράται προς όφελος του κατηγορούμενου κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να αναστείλει την ποινή φυλάκισης αφού σε αντίθετη περίπτωση η μη αναστολή της ποινής φυλάκισης ενδέχεται να έχει άμεσες αλυσιδωτές συνέπειες στη συμμόρφωση του κατηγορούμενου στα εκδοθέντα εναντίον του διατάγματα αποζημίωσης. Οι πιο πάνω παράγοντες, οι οποίοι κατά τη γνώμη μου αποκτούν ιδιαίτερη σημασία υπό τις περιστάσεις, με οδηγούν στην κατάληξη ότι, η παρούσα, είναι κατάλληλη περίπτωση για να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια προς όφελος του Κατηγορούμενου και να αναστείλω την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης, δίδοντάς του μια δεύτερη ευκαιρία να αποδείξει ότι δεν θα διαπράξει ξανά οποιοδήποτε παρόμοιο ή οποιασδήποτε άλλης φύσης αδίκημα. Για τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι η παρούσα είναι κατάλληλη περίπτωση για την αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης του Κατηγορούμενου. Κατά συνέπεια, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. (Εξηγείται η φύση της ποινής φυλάκισης με αναστολή στον Κατηγορούμενο). Τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ του Παραπονούμενου και εναντίον του Κατηγορούμενου, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Λατομεία Φαρμακάς Λτδ
(2004)2 Α.Α.Δ. 573 [2] Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά.
(1990)2 Α.Α.Δ. 264, 270 - Βλ. και Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 129. [3] ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 161/2020, 11/5/2022, ECLI:CY:AD:2022:B182 [4] Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224), [5] Σακαρίδης Κυριάκος και Άλλος ν. Αστυνομίας,
(2011)2 Α.Α.Δ, 272 [6] Μιχάλης Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 557, Γενικός Εισαγγελέας v. Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85 Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224, Φιλίππου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21 και Κάττου και Άλλον ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 498 [7] NIKIFOROS TECHNOLOGIES LTD v. Στυλιανού Γ. Χρήστου, Ποιν. Έφεση 18/2012, ημ. 24/6/2014. [8] G v. Yiannacos Procopiou Mavrokefalos
(1966)2 CLR 93, The Attorney - General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer and Another
(1967)2 CLR 20, Tibor Domotov κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Χαραλαμπου Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου Ποιν. Έφεση 276/2015, ημ. 18/09/2017, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 2/19 ημ. 25/2/2021 και Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2021:B88, Ποιν. Εφέσεις 127/2019 και 130/2019 ημ. 10/03/2021, ECLI:CY:AD:2021:B88). [9] Wellfit Engineering v. Χαπίδη
(2004)2 ΑΑΔ 271, Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, Ποινικές Εφέσεις αρ. 230/2019 και 231/2019, αποφάσεις ημερομηνίας 27 Απριλίου 2021 [10] Sure Food Ltd v. Μιχαήλ, Ποιν. Έφ. Αρ. 46/2015, ημερ. 20.11.2018, Τ.S.A. Property Finance Ltd v. Δημητρίου, Ποιν. Έφ. Αρ. 17/2018, ημερ. 19.3.2019 και PA Charalambous Trading Co Ltd v. Παναγή, Ποιν. Έφ. Αρ. 212/2014, ημερ. 11.2.2020). [11] (Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123). [12] Γενικός Εισαγγελέας ν. Πέτρου
(2006)2 Α.Α.Δ. 183, Δημητρίου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 21, Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπαγεωργίου
(2007)2 Α.Α.Δ. 514, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου
(2008)2 Α.Α.Δ. 562, Κερκής ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 433 και Κατσιαρή ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 163/2019, ημερ. 20/12/2019. MANGA EKOLE v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 108/2021, 15/2/2022, Γενικός Εισαγγελέας ν. Θωμά, Ποινική Έφεση Αρ. 132/2017, σχ. με 136/2017, ημερ. 26/6/2019 Achilleos v. P.
(1989)2 C.L.R. 331, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123, Ευσταθίου ν. Δημοκρατίας
(2014)2 Α.Α.Δ. 541 και Γ. Μ. Πική: Sentencing in Cyprus, 2η Έκδ. σελ. 19 κ.ε.).» [13] ΑΠΟΛΛΟ ΒΙΝΣΙ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 178/2021, 27/9/2022, άρθρο 3
(2)του Ν. 95/72. [14] ΡΙΚΚΟΣ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ κ.α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 53/2017, 64/2017, 66/2017 και 68/2017, 15/12/2017 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο