← Κύπρος

ΑΝ. ΔΙΕΘΥΝΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ ν. ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 2922/19, 26/4/2023

ΑΝ. ΔΙΕΘΥΝΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ ν. ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 2922/19, 26/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:B57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 2922/19 ΑΝ. ΔΙΕΘΥΝΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ Κατηγορούσα Αρχή και

  1. ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ
  2. ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 26 Απριλίου 2023 Για τους Παραπονούμενους: κα Κ. Καλλένου. Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Γεωργίου για Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Κατηγορούμενος 1: Απών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει 18 κατηγορίες οι οποίες αφορούν τα αδικήματα της κατοχής αφορολόγητων και αδασμολόγητων εμπορευμάτων (τσιγάρων) και αποφυγής καταβολής φόρου κατανάλωσης και εισαγωγικού δασμού κατά παράβαση του άρθρου 140

(2)
(3)του Περί Φόρων Κατανάλωσης Νόμου Ν. 91(I)/2004, των άρθρων 91
(1)και 93 του Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004, Ν. 94(I)/2004 και του άρθρου 46
(1)
(6)
(7)του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 Ν. 95(I)/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 1 μέχρι 6 ο Κατηγορούμενος 1 στις 4/7/2019 μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε στο όχημα του διαπιστώθηκε ότι είχε στην κατοχή του 47.700 τεμάχια τσιγάρα διαφόρων μαρκών και 12.575 γραμμάρια καπνό διαφόρων μαρκών για τα οποία δεν καταβλήθηκε ο οφειλόμενος φόρος κατανάλωσης ύψους €7.681,80 (1η κατηγορία), για τα οποία είχε λόγους να πιστεύει ότι αποφεύχθηκε η καταβολή του οφειλόμενου σε αυτά εισαγωγικού δασμού ύψους €1,225.57 (2η κατηγορία), για τα οποία δεν καταβλήθηκε ο οφειλόμενος φόρος προστιθέμενης αξίας ύψους €2,076.58 (3η κατηγορία) και για τα οποία αποφεύχθηκε η καταβολή των ανωτέρω αναφερόμενων φόρων και δασμών (4η, 5η και 6η κατηγορία). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 7 μέχρι 12 ο Κατηγορούμενος 1 στις 4/7/2019 μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε στην οικία του διαπιστώθηκε ότι είχε στην κατοχή του 2.700 τεμάχια τσιγάρα διαφόρων μαρκών για τα οποία δεν καταβλήθηκε ο οφειλόμενος φόρος κατανάλωσης ύψους €328.05 (7η κατηγορία), για τα οποία είχε λόγους να πιστεύει ότι αποφεύχθηκε η καταβολή του οφειλόμενου σε αυτά εισαγωγικού δασμού ύψους €54.72 (8η κατηγορία), για τα οποία δεν καταβλήθηκε ο οφειλόμενος φόρος προστιθέμενης αξίας ύψους €90.78 (9η κατηγορία) και για τα οποία αποφεύχθηκε η καταβολή των ανωτέρω αναφερόμενων φόρων και δασμών (10η, 11η και 12η κατηγορία). Τέλος, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 13 μέχρι 18 ο Κατηγορούμενος 1 στις 4/7/2019 διαπιστώθηκε ότι είχε στην κατοχή του 6.000 τεμάχια τσιγάρα διαφόρων μαρκών τα οποία πώλησε στον Κατηγορούμενο 2 για τα οποία δεν καταβλήθηκε ο οφειλόμενος φόρος κατανάλωσης ύψους €729.00 (13η κατηγορία), για τα οποία είχε λόγους να πιστεύει ότι αποφεύχθηκε η καταβολή του οφειλόμενου σε αυτά εισαγωγικού δασμού ύψους €120.96 (14η κατηγορία), για τα οποία δεν καταβλήθηκε ο οφειλόμενος φόρος προστιθέμενης αξίας ύψους €201.39 (15η κατηγορία) και για τα οποία αποφεύχθηκε η καταβολή των ανωτέρω αναφερόμενων φόρων και δασμών (16η, 17η και 18η κατηγορία). Σε ότι αφορά τον Κατηγορούμενο 2, στις 17/1/23 έλαβε χώρα αναστολή της ποινικής δίωξης από τον Γενικό Εισαγγελέα και αυτός απαλλάγηκε από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε (κατηγορίες 19-23). Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε δύο μάρτυρες. Πρόκειται για τον κ. Χρύσανθο Χρυσάνθου από τον Ουλαμό Πρόληψης Εγκλημάτων Λευκωσίας (ΟΠΕ Λευκωσίας) (ΜΚ1) και την κα Ερμιόνη Παντελή, Τελωνειακή Λειτουργό (ΜΚ2). Οι μάρτυρες δεν αντεξετάστηκαν από τον συνήγορο του κατηγορούμενου
  2. Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου 1 και αφού εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του κατηγορούμενου σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ο Κατηγορούμενος 1 επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1] Ο ΜΚ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του (Έγγραφο Α). Ανέφερε ότι στις 04/07/2019 το πρωί λήφθηκε πληροφορία στον Ουλαμό Πρόληψης Εγκλημάτων Λευκωσίας ότι ένα πρόσωπο το οποίο είναι γνωστό στην Αστυνομία για υποθέσεις παράνομης κατοχής και εμπορίας καπνικών προϊόντων θεάθηκε στον χώρο στάθμευσης της ιδιωτικής κλινικής Ιπποκράτειο όπου παρέλαβε τρία μαύρα σακούλια με άγνωστο περιεχόμενο αποχωρώντας από το σημείο. Σύμφωνα με τη σχετική πληροφορία, αυτά τα παρέλαβε από άλλο όχημα που ήταν σταθμευμένο στον χώρο στάθμευσης της κλινικής. Στις 11:15 ο ΜΚ1 μετέβηκε στον ανοικτό χώρο στάθμευσης της ανωτέρω αναφερόμενης κλινικής όπου εντόπισε σταθμευμένο το συγκεκριμένο όχημα και το έθεσε υπό παρακολούθηση διαπιστώνοντας παράλληλα ότι οι μαξιλάρες των πίσω καθισμάτων ήταν γεμάτες με μαύρα σακούλια αγνώστου περιεχομένου. Περί η ώρα 12:00 κατέφθασε στο μέρος ο Κατηγορούμενος 1 ο οποίος επιβιβάστηκε στο εν λόγω όχημα και αφού του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα και του επέστησε την προσοχή στον νόμο για το περιεχόμενο των μαύρων σακουλιών που έδωσε στον Κατηγορούμενο 2, ο Κατηγορούμενος 1 του ανέφερε ότι είναι τσιγάρα που αγοράστηκαν το προηγούμενο βράδυ από τον ίδιο από τα κατεχόμενα, δηλαδή αδασμολόγητα και αφορολόγητα καπνικά προϊόντα τα οποία πουλάει σε πελάτες του στις ελεύθερες περιοχές. Ακολούθως, με τη γραπτή συγκατάθεση του Κατηγορούμενου 1 ακολούθησε έρευνα στο αυτοκίνητό του όπου εντοπίστηκε αριθμός τσιγάρων με προέλευση τα κατεχόμενα και στο καπό του αυτοκινήτου του, ο ΜΚ1 πρόσεξε ότι βρίσκονταν κιβώτια και κούτες με τσιγάρα χωρίς ο ίδιος να συνεχίσει την έρευνα καθότι, υπό τις περιστάσεις, όπως εξήγησε ο ΜΚ1, το όχημα του Κατηγορούμενου 1 έπρεπε να μεταφερθεί στο Τελωνείο για λεπτομερή καταμέτρηση του περιεχομένου του. Ως εκ τούτου, ειδοποίησε το Αρχιτελωνείο και μετά από λίγο κατέφθασαν στο μέρος οι τελωνειακοί λειτουργοί μεταξύ των οποίων και η κα Ερμιόνη Παντελή (ΜΚ2). Περαιτέρω, ανέφερε ότι το όχημα του Κατηγορούμενου 1 οδηγήθηκε στο Αρχιτελωνείο όπου σε συνεργασία με τους τελωνειακούς λειτουργούς ερευνήθηκε και κατασχέθηκαν 241 κούτες αδασμοαφορολόγητων τσιγάρων, 100 τεμάχια αδασμοαφορολόγητων τσιγάρων, 12.5 κιλά καπνού και το χρηματικό ποσό των €3.
  1. Η ΜΚ2 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής της (Έγγραφο Β). Ανέφερε ότι είναι τελωνειακός λειτουργός τοποθετημένη στον τομέα διερευνήσεων και δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας του Αρχιτελωνείου και υπάγεται στη Διευθύντρια του Τμήματος Τελωνείων. Ανέφερε ότι ανάλαβε την παρούσα υπόθεση ως ανακρίτρια μαζί με άλλους δύο συναδέλφους της τελωνειακούς λειτουργούς, τους κ. Π. Καυκαλιά και Γ. Κακουρή με τους οποίους μετέβηκε στο μέρος κατόπιν της ειδοποίησης τους από τον ΜΚ
  2. Η ΜΚ2 ανέφερε ότι το όχημα του Κατηγορούμενου 1 οδηγήθηκε στο Αρχιτελωνείο όπου στην παρουσία του Κατηγορούμενου 1 προέβηκαν σε έρευνα. Κατά την επιθεώρηση των καπνικών προϊόντων διαπίστωσε ότι δεν έφεραν τις νενομισμένες προειδοποιήσεις για το βλαβερό του καπνίσματος στην ελληνική και τουρκική γλώσσα γεγονός που υποδηλώνει, όπως εξήγησε, ότι είναι αδασμοαφορολόγητα, τα οποία προέρχονται από τα κατεχόμενα. Όπως περαιτέρω εξήγησε, στο όχημα του Κατηγορούμενου 1 ανευρέθηκαν €3.000, 48.400 τεμάχια αδασμοαφορολόγητα τσιγάρα, καθώς επίσης και 12.575 γραμμάρια αδασμοαφορολόγητου καπνού. Στη βάση των πιο πάνω, η ίδια προχώρησε σε κατάσχεση του οχήματος του Κατηγορούμενου 1 εντός του οποίου ανευρέθηκε η ποσότητα των αδασμοαφορολόγητων καπνικών προϊόντων, των χρηματικών πόσων που εντοπίστηκαν στην κατοχή του, καθώς επίσης και των 48.400 τεμαχίων αδασμοαφορολόγητων τσιγάρων διαφόρων μαρκών και των 12.575 γραμμαρίων αδασμοαφορολόγητου καπνού διαφόρων μαρκών. Προς τούτο, εξέδωσε σχετικά έντυπα τα οποία παραδόθηκαν στον Κατηγορούμενο 1 και αντίγραφα των οποίων κατέθεσε ως Τεκμήρια 5, 6 και
  3. Όπως περαιτέρω εξήγησε, οι αναλογούντες δασμοί και φόροι αναφορικά με τα καπνικά προϊόντα τα οποία κατασχέθηκαν είναι οι ακόλουθοι: Εισαγωγικός δασμός: €1,225.57 Φόρος κατανάλωσης: €7,
  4. 81 Φόρος προστιθέμενης αξίας: €2,076.58 ____________________________________ Σύνολο: €10,983.
  5. Κατέθεσε πίνακες ως Τεκμήρια 8 και 9 στους οποίους καταγράφονται αναλυτικά οι υπολογισμοί των αναλογούντων δασμών και φόρων. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής της ανέφερε ότι με τη γραπτή συγκατάθεση του Κατηγορούμενου 1 την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 10 ερευνήθηκε η οικία του στην παρουσία του Κατηγορούμενου 1 και ανευρέθηκαν 2.700 τεμάχια τσιγάρα, €6.000 και 12.800 τούρκικες λίρες. Κατά την επιθεώρηση των καπνικών προϊόντων διαπίστωσε ότι δεν έφεραν τις νενομισμένες προειδοποιήσεις για το βλαβερό του καπνίσματος στην ελληνική και τουρκική γλώσσα γεγονός που υποδηλώνει ότι είναι αδασμοαφορολόγητα και προέρχονται από τα κατεχόμενα. Στη βάση των πιο πάνω προχώρησε στην κατάσχεση όσων ανευρέθηκαν στην οικία του Κατηγορούμενου 1 εκδίδοντας σχετικά έντυπα τα οποία παραδόθηκαν στον Κατηγορούμενο 1 και αντίγραφα των οποίων κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια 11 και
  6. Περαιτέρω, ανέφερε ότι οι αναλογούντες δασμοί και φόροι σε σχέση με τα ανωτέρω αναφερόμενα καπνικά προϊόντα τα οποία κατασχέθηκαν είναι οι ακόλουθοι: Εισαγωγικός δασμός: €54.72 Φόρος κατανάλωσης: €328.05 Φόρος προστιθέμενης αξίας: €90.78 ____________________________________ Σύνολο: €473.55 Κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 13 πίνακα στον οποίο καταγράφονται αναλυτικά οι υπολογισμοί των αναλογούντων δασμών και φόρων. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης της ανέφερε ότι η ίδια έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο 1 την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 14 στην οποία, ο Κατηγορούμενος 1, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι τα καπνικά προϊόντα που ανευρέθηκαν στο όχημα και στην οικία του είναι δικά του και ότι τα έφερε από τα κατεχόμενα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι τα δύο μαύρα σακούλια στον χώρο στάθμευσης της ιδιωτικής κλινικής Ιπποκράτειο τα παρέδωσε στον Κατηγορούμενο 2 ο οποίος του ανέφερε ότι ασχολείται με την αγοραπωλησία καπνικών προϊόντων από τα κατεχόμενα προς τις ελεύθερες περιοχές και ο Κατηγορούμενος 1 επέδειξε ενδιαφέρον για να έχει επιπρόσθετο εισόδημα. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος 1 στην ανακριτική του κατάθεση, σύμφωνα πάντα με τη ΜΚ2, ανέφερε ότι είναι η τρίτη φόρα που έφερνε καπνικά προϊόντα από τα κατεχόμενα για τον Κατηγορούμενο
  7. Σε ότι αφορά τις σακούλες τις οποίες ο Κατηγορούμενος 2 παρέλαβε στον χώρο στάθμευσης της κλινικής από τον Κατηγορούμενο 1, ανέφερε ότι περιείχαν καπνικά προϊόντα τα οποία έφερε ο Κατηγορούμενος 1 από τις κατεχόμενες περιοχές και ειδικότερα, οι σακούλες περιείχαν 30 κούτες τσιγάρα. Περαιτέρω, σύμφωνα πάντα με την ΜΚ2, ο Κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι σε σχέση με την ποσότητα που ανευρέθηκε στο όχημα του από την Αστυνομία, την προμηθεύτηκε από τις κατεχόμενες περιοχές για λογαριασμό του Κατηγορούμενου 2 ο οποίος τον ειδοποιούσε όποτε χρειαζόταν καπνικά προϊόντα. Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[2] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[3] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[4] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία επιτάσσει στο θέμα αυτό.[5] Έχω επίσης κατά νου την καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας.[6] Τόσο ο ΜΚ1 όσο και η ΜΚ2 έκαναν θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Εξετάζοντας τη μαρτυρία τους συνολικά δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας. Ήταν σε θέση να εξηγήσουν με σαφήνεια, θετικότητα, συνεκτικότητα και πειστικότητα όσα διαμείφθηκαν σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα από το στάδιο του εντοπισμού των επίδικων αφορολόγητων και αδασμολόγητων καπνικών προϊόντων τόσο στο όχημα όσο και στην οικία του κατηγορούμενου 1 μέχρι και τον υπολογισμό των οφειλόμενων φόρων και δασμών όπως αναλυτικά εξήγησε στο Δικαστήριο η ΜΚ
  8. Πρόκειται για πρόσωπα που είχαν άμεση και ενεργή εμπλοκή στα όσα διαμείφθηκαν και ήταν σε θέση να μεταφέρουν τη γνώση τους στο Δικαστήριο με ενάργεια και συνεκτικότητα. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία τους ήταν ειλικρινής και αξιόπιστη και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Επαναλαμβάνω στο σημείο αυτό ότι οι μάρτυρες δεν αντεξετάστηκαν από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου
  9. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, καταλήγω ότι τα γεγονότα που συνθέτουν το υπόβαθρο της παρούσας υπόθεσης είναι όπως τα έχουν καταθέσει οι ΜΚ1 και ΜΚ
  10. Προς αποφυγή επανάληψης, η αποδεκτή μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 (η σύνοψη της οποίας έχει παρατεθεί πιο πάνω) συνιστά και τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη διαφορά. Αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[7] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[8] Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[9] Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[10] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[11] Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246 επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.» Στην Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Το άρθρο 140
(2)
(3)του Περί Φόρων Κατανάλωσης Νόμου Ν. 91(I)/2004 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
(2)Πρόσωπο το οποίο εν γνώσει του ή λόγω βαριάς αμέλειας ενέχεται με οποιοδήποτε τρόπο στην αποφυγή ή απόπειρα αποφυγής της καταβολής των οφειλόμενων στα προϊόντα φόρων κατανάλωσης ή στη μη τήρηση των διατυπώσεων, που προβλέπονται από τον παρόντα Νόμο, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων κατανάλωσης, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες λίρες ή το τριπλάσιο ποσό του φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράχθηκε το αδίκημα ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών ή σε φυλάκιση η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή και στις δύο ποινές, της φυλάκισης και της χρηματικής και τα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράχθηκε το αδίκημα υπόκεινται σε δήμευση.
(3)Οποιοδήποτε πρόσωπο κατέχει αφορολόγητα προϊόντα κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο ποσό του φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα ή τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών ή σε φυλάκιση μέχρι δύο χρόνια ή και στις δύο ποινές αυτές και τα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα, υπόκεινται σε δήμευση.» Το άρθρο 91
(1)του Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004, Ν. 94(I)/2004 με τίτλο «Δόλια αποφυγή καταβολής δασμού ή και φόρου, κ.τ.λ» ως αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων[12] διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Οποιοδήποτε πρόσωπο ενέχεται σε δόλια αποφυγή καταβολής δασμού ή και φόρου ή προβαίνει σε ενέργειες με σκοπό την δόλια αποφυγή καταβολής δασμού ή και φόρου είτε από το ίδιο είτε από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή, η οποία δεν υπερβαίνει την τριπλάσια αξία των εμπορευμάτων ή σε φυλάκιση μέχρι τρία έτη χρόνια ή και στις δύο αυτές ποινές.» Περαιτέρω, το άρθρο 93 του Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004, Ν. 94(I)/2004 με τίτλο «Παράνομη κατοχή, εμπορία εμπορευμάτων, κ.λ.π» ως αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων[13] διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Οποιοδήποτε πρόσωπο αποκτά κατοχή, ή με οποιοδήποτε τρόπο ενέχεται στη μεταγωγή, μεταφορά, αποθήκευση, στέγαση, φύλαξη ή απόκρυψη οποιωνδήποτε εμπορευμάτων ή εμπορεύεται οποιαδήποτε εμπορεύματα, και έχει οντας λόγους να πιστεύει ότι η καταβολή του δασμού ή και φόρου, έχει ή πρόκειται να αποφευχθεί, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή, μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δύο χρόνια έτη ή και στις δυο αυτές ποινές.» Τέλος, το άρθρο 46
(1)
(6)
(7)του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 Ν. 95(I)/2000 με τίτλο «Φορολογικά αδικήματα» διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
(1)Οποιοδήποτε πρόσωπο ενέχεται σε δόλια αποφυγή καταβολής Φ.Π.Α. ή προβαίνει σε ενέργειες με σκοπό τη δόλια αποφυγή καταβολής Φ.Π.Α., είτε από το ίδιο είτε από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι το τριπλάσιο του ποσού του Φ.Π.Α. που οφείλεται ή σε φυλάκιση μέχρι τρία έτη ή και στις δύο αυτές ποινές.
(6)Όταν η συμπεριφορά προσώπου κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε συγκεκριμένης χρονικής περιόδου συνεπάγεται και τη διάπραξη από αυτό ενός ή περισσότερων αδικημάτων δυνάμει των προηγούμενων διατάξεων του παρόντος άρθρου, τότε, ανεξάρτητα από το αν τα στοιχεία του αδικήματος ή των αδικημάτων είναι γνωστά ή όχι, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι το τριπλάσιο του ποσού του Φ.Π.Α. που οφείλεται ή σε φυλάκιση μέχρι τρία έτη ή και στις δύο αυτές ποινές.
(7)Οποιοδήποτε πρόσωπο αποκτά κατοχή οποιωνδήποτε αγαθών ή εμπορεύεται οποιαδήποτε αγαθά, ή αποδέχεται την παροχή οποιωνδήποτε υπηρεσιών, έχοντας λόγους να πιστεύει ότι η καταβολή του Φ.Π.Α. του επιβλητέου επί της παράδοσης των αγαθών ή της παροχής των υπηρεσιών, επί της απόκτησης των αγαθών από άλλο κράτος μέλος ή επί της εισαγωγής των αγαθών από τόπο εκτός των κρατών μελών έχει ή πρόκειται να αποφευχθεί, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Με βάση την ενώπιον μου αναντίλεκτη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Χαραλάμπους v. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 201/2012, 14/2/2014, Αντρέου v. Δήμου Λάρνακας Ποιν. Έφ. 68/2011, 16/4/2014) όπως αυτή παρουσιάστηκε από τους ΜΚ1 και ΜΚ2 και τα Τεκμήρια 1 - 17 τα οποία έχουν κατατεθεί, μαρτυρία την οποία συνολικά έχω εξετάσει και την αποδέχομαι στο σύνολό της ως πλήρως αξιόπιστη, κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αποδίδονται στον Κατηγορούμενο 1 στις κατηγορίες 1 μέχρι 12. Η ενώπιον μου αναντίλεκτη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής οδηγεί με αδιαμφισβήτητο τρόπο σε συμπέρασμα γνώσης εκ μέρους του Κατηγορούμενου 1 ως προς το ότι τα επίδικα καπνικά προϊόντα που είχε στην κατοχή του ήταν αδασμολόγητα ή αφορολόγητα και ότι δολίως απέφυγε την καταβολή των οφειλόμενων φόρων και δασμών, αποκλειόμενου κάθε άλλου ενδεχομένου. (βλ. TINKER PAUL MICHAEL ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ
(2006)2 ΑΑΔ 411). Ειδικότερα, τόσο το στοιχείο της γνώσης όσο και του δόλου εκ μέρους του Κατηγορούμενου 1 προκύπτουν από τα ακόλουθα αδιαμφησβήτητα γεγονότα: (α) τη μεγάλη ποσότητα των καπνικών προϊόντων που εντοπίστηκαν τόσο στο όχημα του όσο και στην οικία του, (β) την απουσία της προειδοποιητικής σήμανσης του Υπουργείου Υγείας, για το βλαβερό του καπνίσματος στις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας, (γ) την προέλευση των καπνικών προϊόντων από τα κατεχόμενα, (δ) τις αναφορές του Κατηγορούμενου 1 προς την ΜΚ2 στο πλαίσιο της ανακριτικής του κατάθεσης ως αυτές έχουν συνοψισθεί πιο πάνω, (ε) τη συνολική αξία δασμού, φόρων κατανάλωσης και ΦΠΑ, (στ) τον εντοπισμό τουρκικών λιρών στην κατοχή του Κατηγορούμενου 1 που συνάδει με τον τόπο προέλευσης των επίδικων καπνικών προϊόντων, ήτοι τις κατεχόμενες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, (ζ) τις αναφορές του Κατηγορούμενου 1 προς τον ΜΚ1 κατά τη στιγμή της σύλληψης του, ήτοι ότι πρόκειται για καπνικά προϊόντα που αγοράζει από τις κατεχόμενες περιοχές τα οποία πουλάει σε πελάτες του στις ελεύθερες περιοχές, η προσπάθεια δωροδοκίας του ΜΚ1 για να μην τον καταγγείλει αλλά και ο φόβος που εξέφρασε προς τον ΜΚ1 ότι θα χάσει την δουλειά του εάν τον καταγγείλει, (η) Το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορούμενου 1 (Τεκμήριο 14) όπου, μεταξύ άλλων, στην ερώτηση υπ' αριθμό 21, ανέφερε ότι γνώριζε ότι τα καπνικά προϊόντα υπόκεινται σε φόρο. Στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης των συνηγόρων του Κατηγορούμενου 1 γίνεται αναφορά σε απόκλιση της μαρτυρίας σε σχέση με τον αριθμό των κατασχεθέντων τσιγάρων. Ειδικότερα, γίνεται αναφορά στο γεγονός ότι σύμφωνα με το Τεκμήριο 8, οι υπολογισθέντες φόροι και δασμοί έγιναν σε 47.700 τεμάχια τσιγάρα, που συνάδει, όπως αναφέρουν, με τις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας, πλην όμως, όπως περαιτέρω αναφέρουν, στη γραπτή της δήλωση η ΜΚ2 έκανε αναφορά σε 48.400 τεμάχια τσιγάρα. Περαιτέρω, αναφέρουν ότι δεν καταδείχθηκε ποιες ήταν οι μάρκες των τσιγάρων που ανευρέθησαν. Είναι η εισήγηση των συνηγόρων του Κατηγορούμενου 1 ότι τα πιο πάνω δημιουργούν, ευλόγως, σύμφωνα πάντα με την εισήγηση τους, ισχυρές αμφιβολίες ως προς την ορθότητα των κατηγοριών και θα πρέπει να οδηγήσουν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε όλα τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών. Με κάθε σεβασμό δεν θα συμφωνήσω με τη σχετική εισήγηση. Είναι γεγονός ότι στη γραπτή δήλωση της η ΜΚ2 ανέφερε ότι ανευρέθηκαν στο όχημα του κατηγορούμενου 1 48.400 τεμάχια αδασμοαφορολόγητων τσιγάρων. Ακολούθως όμως, ξεκαθαρίστηκε από την ΜΚ2 ο ακριβής αριθμός των τεμαχίων που κατασχέθηκαν τα οποία συνάδουν με τις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας. Ειδικότερα, στην παράγραφο 10 της γραπτής της δήλωσης (έγγραφο Β) παραθέτει τους αναλογούντες δασμούς και φόρους σε σχέση με τα καπνικά προϊόντα τα οποία, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, κατασχέθηκαν, παραπέμποντας στο Τεκμήριο 8 (πίνακας υπολογισμού δασμών και φόρων) στον οποίο ρητά καταγράφεται η ποσότητα των 47.700 τεμαχίων τσιγάρων. Κατέστη λοιπόν σαφές και ξεκάθαρο από την ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσα μαρτυρία ότι εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν 47.700 τεμάχια τσιγάρα και υπολογίστηκαν φόροι και δασμοί σε 47.700 τεμάχια τσιγάρα για τα οποία και κατηγορήθηκε ο Κατηγορούμενος 1. Σε ότι αφορά τις μάρκες τσιγάρων, σημειώνω απλώς ότι η μάρκα του καπνικού προϊόντος δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 1. Σε ότι αφορά τις κατηγορίες 13 μέχρι 18, η ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής δεν στοιχειοθετούν τα αδικήματα που προσάπτονται με αυτές τις κατηγορίες στον Κατηγορούμενο 1. Ειδικότερα, ανατρέχοντας στο μαρτυρικό υλικό που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου διαπιστώνω ότι η μαρτυρία δεν καταδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος 1 είχε στην κατοχή του 6.000 τεμάχια αφορολόγητων και αδασμολόγητων τσιγάρων όπως του αποδίδεται με τις λεπτομέρειες αδικήματος των επίμαχων κατηγοριών. Στη γραπτή δήλωση της ΜΚ2 γίνεται μία γενική αναφορά σε σακούλες που παρέλαβε ο Κατηγορούμενος 2 που περιείχαν 30 κούτες τσιγάρα για τα οποία όμως δεν έγινε οποιαδήποτε συγκεκριμένη αναφορά. Με άλλα λόγια, δεν υπήρξε οποιοσδήποτε συσχετισμός των ρηθέντων κατηγοριών με αυτήν την αναφορά της ΜΚ2 ούτε αναφέρθηκε ότι αυτές οι κούτες (παρέμεινε άγνωστος ο συγκεκριμένος αριθμός τεμαχίων που περιείχαν αυτές οι κούτες) περιείχαν επίσης αδασμοαφοροολόγητα καπνικά προϊόντα όπως έγινε με τα άλλα ανευρεθέντα τεμάχια (σε σχέση με τις κατηγορίες 1-12) για τα οποία η ΜΚ2 έκανε σαφείς και συγκεκριμένες αναφορές τόσο για τον ακριβή αριθμό των τεμαχίων όσο και για το γεγονός ότι επρόκειτο για αδασμοαφορολόγητα προϊόντα καθώς και για το ακριβές ύψος των αναλογούντων φόρων και δασμών. Εν προκειμένω, καμία συγκεκριμένη και σαφής αναφορά δεν έγινε για τα τεμάχια για τα οποία έχουν προσαφθεί οι κατηγορίες 13- 18. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο Κατηγορούμενος 1 κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 1 μέχρι 12 και αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες 13 - 18. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35. [2] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. [3] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. [4] Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215 [5] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017. [6] Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527, Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785 Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποιν. Έφ. Αρ. 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017 [7] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ.
  1. [8] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/
  2. [9] Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 CLR 40, Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462. [10] Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). [11] Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.
  1. [12] Το εν λόγω άρθρο τροποποιήθηκε στις 4/3/2022 με τον περί Τελωνειακού Κώδικα (Τροποποιητικό) Νόμοτου 2022 (Ν. 18(I)/2022) Ε.Ε., Παρ.Ι(I), Αρ.
  2. [13] Το εν λόγω άρθρο τροποποιήθηκε στις 4/3/2022 με τον περί Τελωνειακού Κώδικα (Τροποποιητικό) Νόμοτου 2022 (Ν. 18(I)/2022) Ε.Ε., Παρ.Ι(I), Αρ.
  3. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.